Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Φαράκος Κωνσταντίνου Γρηγόρης (1923-2007)

 

 

ΦαράκοςΓρηγόρης Φαράκος (Ναύπλιο, 11 Ιανουαρίου 1923 – Αθήνα, 23 Μαρτίου 2007), πολιτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε  και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τελείωσε Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, το 1946. Μεταπτυχιακές σπουδές το 1956, στη Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών Μόσχας. Από σπουδαστής του ΕΜΠ, εντάσσεται στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Μέλος του ΚΚΕ, στέλεχος της ΕΠΟΝ, συμμετέχει στις κινητοποιήσεις και τους αγώνες του λαού της Αθήνας.

Ως καπετάνιος του φοιτητικού λόχου ΕΛΑΣ «Λόρδος Μπάιρον«, παίρνει μέρος στις συγκρούσεις και μάχες του Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα και τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Συνεχίζει την πολιτική του δράση στις γραμμές του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ, εξορίζεται στην Ικαρία. Μετά την απόδρασή του, εντάσσεται στο «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας», παίρνει μέρος σε μάχες του Εμφυλίου πολέμου, όπου, επίσης, τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Ζει επί αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας στις ανατολικές χώρες. Με την κήρυξη της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, εισέρχεται «παρανόμως» στην Ελλάδα, όπου αγωνίζεται κατά της Χούντας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται (1968-1974). Αποφυλακίζεται με τη μεταπολίτευση.

Επί 13 χρόνια (1974-1987) είναι Διευθυντής της καθημερινής πρωινής εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Αναδεικνύεται στέλεχος του ΚΚΕ και εκλέγεται Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του, το 1989. Από το 1987 επιδίδεται πιο συστηματικά σε προσπάθεια ανανέωσης των δομών της σκέψης του ΚΚΕ. Με την αποτυχία της ανανεωτικής κίνησης, διακόπτεται η συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, το 1991. Συνεχίζει την πολιτική του δράση ως στέλεχος της Αριστεράς.

Επί 19 συνεχή χρόνια (1974-1993) εκλεγόταν πρώτος σε σταυρούς βουλευτής της Αριστεράς (του ΚΚΕ και, κατοπινά, του «Συνασπισμού») στην Α’ Περιφέρεια της Αθήνας για το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Το 1985 είχε εκλεγεί και Ευρωβουλευτής, αλλά παραιτήθηκε για να μείνει στην Ελληνική Βουλή. Από πολύ νωρίς (1943), έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, έχει δημοσιεύσει πολλά πολιτικά και επιστημονικά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, έχει εκδώσει πολλά βιβλία σε διάφορα θέματα. Πέθανε το 2007 στην Αθήνα και ετάφη στην γενέτειρά του το Ναύπλιο.

 

 

Έργα του

·         Ενεργειακή οικονομία και πολιτική.

·         Επιστημονικοτεχνική επανάσταση και εργατική τάξη.

·         Ένας αιώνας του Κεφαλαίου.

·         Θέματα του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

·         Η Νεολαία και το εργατικό κίνημα.

·         Μαρτυρίες και στοχασμοί, 1941-1991: 50 χρόνια πολιτικής δράσης, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα, 1993. Εισαγωγή – ιστορική επιμέλεια Παύλος Β. Πετρίδης.

·         Δεκέμβρης του 44: νεότερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης.

·         Η μάχη των συμβόλων: το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την αρχαία Ολυμπία, εκδόσεις Φιλίστωρ.

·         Άρης Βελουχιώτης: το χαμένο αρχείο, άγνωστα κείμενα, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στον Άρη Βελουχιώτη, 1941-1945, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1997.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία Ι – Το αντάρτικο-στρατός για τώρα και για μετά, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία ΙΙ – Μυστική έκθεση 1946 και άλλα ντοκουμέντα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, 2004.

·         Σχετικά με το ΚΚΕ και το Κομμουνιστικό Κίνημα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005.

Πηγή

  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

Read Full Post »

Λέων Σγουρός


 

Θεόδωρος Σγουρός

 

Όταν ξεκινούσαν σιδηρόφρακτα με τον κόκκινο σταυρό στο στήθος τα Σταυροφορικά τάγματα, ως σκοπό τους και ευγενή φιλοδοξία τους είχαν την απελευθέρωση των αγίων  τόπων από τους Μουσουλμάνους. Στην πορεία όμως παρεκτράπησαν του αρχικού τους σκοπού και άρχισαν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές και κυρίαρχοι. Μετά την πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204) άρχισαν να υποβλέπουν τον νότο και τέλος θέλησαν να επεκταθούν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Οι επιδρομές τους υπήρξαν καταστροφικές και οι φιλοδοξίες τους υπερβολικές. Ανδριανούπολη, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Στερεά, Πελοπόννησος αλλά και άλλες περιοχές της Ελλάδας, μπήκαν στο στόχαστρό τους.

Το Ναύπλιο εκείνη την εποχή γνωρίζει σπουδαία ανάπτυξη. Μαζί του το Άργος και η Κόρινθος. Οι Σταυροφόροι είναι ακόμη μακριά του. Οι Βυζαντινοί το υποστηρίζουν και το υπολογίζουν.  Αυτή την ευλογημένη γωνιά της Ελλάδας καλείται να διοικήσει ο Θεόδωρος Σγουρός, όταν το 1180 το Βυζάντιο (αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός) τον αναγνωρίζει ως άρχοντα του.

 

Η καταγωγή τους

 

Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου γράφει: «…Για τούτη την επωνυμία αναφέρεται πως στο βιβλίο της Κουγκέστας απαντά ως Σγούρος, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας στην ίδια έκδοση. Αναφέρεται επίσης ότι «οι Φράγκοι τον λέγανε Lasgur» και φαίνεται ότι από τη γαλλική παραλλαγή του κειμένου της Κουγκέστας* προέρχεται ο αναφερόμενος τύπος της επωνυμίας. Για τους προγόνους του Σγουρού δεν υπάρχουν στοιχεία, το δε μικρό όνομά του πιθανολογείται ως Θεόδωρος.

* Κουγκέστα. Ο Συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Μάλλον ο πατέρας του ήταν Φράγκος και η μητέρα του Ελληνικής καταγωγής. Αφηγείται την ιστορία της κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και αρχίζει από το 1104. Από θρησκευτικό φανατισμό, πολλές φορές στρέφεται κατά των Ελλήνων. Υπάρχουν δύο εκδόσεις. Στην Γαλλική και την Ελληνική σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Από ένα στίχο προκύπτει ότι ο συγγραφέας κάποιες φορές απέδιδε τα κείμενά του προφορικά. « Ει μεν ηξεύρεις γράμματ συχν᾽αναγίνωσκέ τα ει δε και είσ᾽αγράμματος κάθου σιμά μου μάθε».

Σημειώνουμε πως ο Λαμπρυνίδης πρώτος πρόσεξε ιδιαίτερα το επίθετο Σγουρός αναφέροντας: «Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός, Δεσπότης Άρτης, Ιωαννίνων και Αγγελοκάστρου. Εκ της οικογενείας ταύτης κατήγετο και ο ημέτερος Μερκούριος, ου οι πρόγονοι αρχομένου του ΙΕ΄αι. μετώκησαν εις Ναύπλιον, όπου και εγκατεστάθησαν. Η οικογένεια αύτη ηξίον ότι κατήγετο εκ του γνωστού άρχοντος Ναυπλίου Λέοντος Σγουρού, εφ̉ ω συν τω Μπούα έφερε την προσωνυμίαν Σγουρού».

 

Το περιβάλλον

 

Από τον 9ο αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος «συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ( 912-959) στο έργο του «περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το Θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν 4. Η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα».

Τον 10ο και 11ο αιώνα η Αργολίδα αλλά και η Κορινθία, κυρίως λόγω της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής του μεταξιού, γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Δεν είναι όμως ήρεμες. Επί πολύ χρόνο τα παράλια κυρίως της Πελοποννήσου, ταλανίζουν οι άγριες επιδρομές πειρατών. Αυτές τις πειρατικές εφορμήσεις έχει γνωρίσει η Πελοπόννησος από πολύ παλιότερα, όταν επίσκοπος Άργους ήταν ο Άγιος Πέτρος ο θαυματουργός και Σημειοφόρος. Κυρίως Αγαρηνοί και Κρήτες πειρατές λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις της περιοχής.

Ο Φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας γράφει «Πρόκειται για Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν  τους  πληθυσμούς  των  παραλιακών  περιοχών  της  Πελοποννήσου (9ος και 10ος αι.). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα». Η πειρατεία λοιπόν, αποτελούσε μια χαίνουσα πληγή για τις κοινωνίες της Πελοποννήσου και επί των ημερών της ηγεμονίας του Σγουρού.

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος (1195-1203) ο και «βαμβακοράβδης» αποκαλούμενος λόγω του χαύνου και μαλθακού χαρακτήρα του, ανάθεσε στον Άρχοντα του Ναυπλίου την εκδίωξη των πειρατών από την Πελοπόννησο, την Στερεά και τα νησιά, αναγκάζοντας τις περιοχές που υπέφεραν από τις επιθέσεις, να καταβάλουν αναγκαστική εισφορά στον Σγουρό «υπέρ πλωῒμων» προκειμένου αυτός να κατασκευάσει και να διατηρεί αξιόμαχο στόλο.

Επί της πρώτης βασιλείας του Ισαάκου Β΄Αγγέλου (1185-1195 και 1203-1204) ο Θ. Σγουρός, κατάφερε να αποσπάσει την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου από την κηδεμονία της Κορίνθου και να την καταστήσει αυτόνομη, προσαρτώντας την Ερμιονίδα και μέρος (Θυρέα) της Κυνουρίας. Εξ᾽ άλλου ο Σγουρός ανήκε στην τάξη των Δυνατών, τους οποίους υπολόγιζαν σοβαρά οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Μάλιστα, κάποιοι υπήρξαν φιλικοί και υποστήριζαν τους Δυνατούς και άλλοι ήταν εχθρικοί και πολέμιοι τους. Κατά καιρούς εκδίδουν διάφορους νόμους «Νεαρές» προσπαθώντας να περιορίσουν την δύναμη ή τον πλούτο τους.

Γεγονός είναι ότι επί των ημερών του ο Θ. Σγουρός, πέτυχε σπουδαία προνόμια για το αρχοντάτο του και κατόρθωσε να το αναδείξει ως σημαντικό προπύργιο ασφάλειας της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

Μετά τον θάνατο του «μέγα ανθρώπου και φοβερού στρατιώτη» Θεόδωρου Σγουρού το 1201, την αρχοντία του Ναυπλίου κληρονομεί ο γιος του Λέων Σγουρός.

 

Λέων Σγουρός

 

Λέων Σγουρός, προσωπογραφία η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Λέων Σγουρός – Έπος», του Κώστα Μ. Σταμάτη, εκδόσεις «Λεξίτυπον», 2011.

Ο Λέων Σγουρός, όταν ανέλαβε την ηγεμονία του Ναυπλίου, βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του. Τότε επικρατούσε μια ακραία αντιπάθεια από τους αξιόμαχους νέους, τους αποκαλούμενους στρατιώτες προς τους ιερωμένους και τους μοναχούς. Μαζί με αυτούς και ο Λέων, ο οποίος ήταν διαποτισμένος από δυνατό μίσος και εχθρότητα.

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της ηγεσίας του αρχοντάτου του Ναυπλίου από τον Λέοντα, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Νικόλαος, είτε από εκδικητική διάθεση προς τον πατέρα του επειδή του είχε αφαιρέσει το Άργος και το Ναύπλιο από την επισκοπή του, είτε από πονηρία και εχθρότητα επιχείρησε να τον πολεμήσει και να τον καθαιρέσει, πριν αυτός συγκροτηθεί, ισχυροποιηθεί και παγιωθεί ως άρχοντας (1201).

Ο Σγουρός αν και βρέθηκε απροετοίμαστος για κάτι τόσο σοβαρό, κατόρθωσε να υπερασπίσει το Ναύπλιο και να απωθήσει τον Μητροπολίτη μέχρι το Άργος. Αργότερα, αφού συγκέντρωσε αρκετό στρατό και οργανώθηκε κατάλληλα, επιτέθηκε στο Άργος, το κυρίευσε εκδίωξε τον Μητροπολίτη Νικόλαο και τιμώρησε τον Μητροπολίτη του Άργους, γιατί είχε βοηθήσει τον Κορίνθιο ιερωμένο.

 

Στην Κόρινθο

 

Τον επόμενο χρόνο (1202) ο Λέων κυριεύει εύκολα την Κόρινθο. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου μολονότι παραδόθηκε στον νικητή, τυφλώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο Σγουρός τον έπνιξε με την χορδή ενός τόξου ή κατά μια άλλη εκδοχή, τον γκρέμισε από τον βράχο της Ακροναυπλίας. Στον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη διαβάζουμε απόσπασμα επιστολής του Μιχαήλ Ακομινάτου προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό «…ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ᾽ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ᾽ οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφθήναι θαλάσσιον, οι δε νευράς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται».

Η πράξη αυτή τον συνόδεψε σε όλη του την ζωή. Σημάδεψε και αμαύρωσε την εικόνα και την ιστορία του Λέοντα Σγουρού. Οι μεν σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν «φοβερό βέβηλο στρατιώτη» οι δε Φράγκοι τον αποκαλούσαν « le miserable tyran ou roi de la Morée, appelé Sgouros,né a Nauplie…», που σημαίνει, ο άθλιος τύραννος ή βασιλιάς του Μωρηά, ονομαζόμενος Σγουρός, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο.. κ.λ.π.

Το Βυζάντιο, πάντα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τους Σγουρούς και βέβαια και προς το πρόσωπο του νέου Άρχοντα, του Λέοντα. Αυτή η συμπάθεια και υποστήριξη του Βυζαντίου, έδινε δύναμη και ορμή στον φιλόδοξο νεαρό άρχοντα.

Επί αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Αγγέλου για τον οποίο ο Georg Ostrogofsky γράφει ότι ήταν   «… Ένας τιποτένιος  άνθρωπος, διψασμένος για εξουσία, αντιπροσωπευτικός γόνος της εποχής αυτής, της παρακμής. Σα να ήθελε να γελοιοποιήσει τη δυναστεία των μεγάλων Κομνηνών, ονόμασε τον εαυτό του Κομνηνό, επειδή το όνομα Άγγελος δεν του φαινόταν αρκετά ευγενικό» αλλά και γιατί ήθελε να ξεχαστεί το ανοσιούργημα της τύφλωσης και φυλάκισης του αδελφού του, ξέσπασαν πολλές στάσεις και ταραχές, και πολλές περιοχές αποσπάστηκαν και αυτονομήθηκαν από την αυτοκρατορία.

Ο Λέων Σγουρός που ήταν πλέον ισχυρός και είχε εδραιώσει την θέση του άρχοντα του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου, δεν έχασε την ευκαιρία. Αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος από την Βυζαντινή κυριαρχία.

 

«Ο Λέων Σγουρός βραχύ προ της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Σταυροφόρων είχε καταστεί κύριος της Ναυπλίας, του Άργους και της Κορίνθου (ως και της περί τα οχυρά φρούρια υπαίθρου χώρας) και είχεν αναγορεύσει αυτός εαυτόν ανεξάρτητον από της βυζαντινής κυβερνήσεως ηγεμόνα» για το λόγο ότι «μεγάλη μάστιξ των Πελοποννησίων υπήρξεν, ως φαίνεται, ουχί σπανίως κατά τον Μεσαίωνα, και η απληστία και η φαυλότης των κυβερνητικών υπαλλήλων, οι οποίοι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξεπέμποντο εις την κυρίως Ελλάδα» και «οίτινες πολλάκις την υπ̉ αυτών διοικουμένην χώραν προσέβλεπον και μετεχειρίζοντο ως εάν ήτο εχθρικό πεδίον».

 

Αυτά γράφει η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη.

Το παράδειγμα του Σγουρού μιμήθηκαν και άλλοι φεουδάρχες και άρχοντες. Πολλοί επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα αρχοντάτα ή φέουδα. Ο φεουδάρχης της Τραπεζούντας, οι Βρανάδες και οι Κατακουζηνοί στην Μεσσηνία, ο Λέων Χαμάρετος στη  Λακωνία,  οι Μελισσηνοί στη Φωκίδα,  Ο Βουτζαράς Δοξαπατρής στο Αράκλοβο της Αρκαδίας (ο θρύλος τον θέλει γίγαντα που κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το ρόπαλό του αλλά και πικραμένο πατέρα αφού η κόρη του Μαρία Δοξαπατρή, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το κάστρο για να μην πέσει στα χέρια των κατακτητών) κ.α.

Έχοντας πάντοτε  την υποστήριξη των γαμβρών και άλλων συγγενών του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ του Αγγέλου και κυρίως του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ του Στριφνού, ο Λέων συνεχώς μεγάλωνε το κράτος του, φτάνοντας να είναι ο ισχυρότερος άρχοντας της Πελοποννήσου.

   

Η Πολιορκία της Αθήνας

 

Ο Λέων παρακινούμενος από τον ορμητικό χαρακτήρα και την ακραία φιλοδοξία του, μετά την κατάληψη της Κορίνθου, πέρασε τον Ισθμό και κατέλαβε με ευκολία τις περιοχές των  Μεγάρων, της Ελευσίνας  και της Αττικής.

Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Αγίου Πέτρου στα Καλύβια Κουβαρά Αττικής. Αθήνα, 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. ΥΠΠΟ/ΤΑΠ.

Η επόμενη κίνησή του ήταν η πολιορκία και η κατάληψη της Αθήνας. Αφού ενίσχυσε και οργάνωσε καλλίτερα το στρατό του στράφηκε εναντίον της με ισχυρές θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις. Εκεί όμως, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον Μητροπολίτη της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτο ή Χωνιάτη, ο οποίος αρχικά ένοιωθε  φιλικά  αισθήματα  προς τον Σγουρό και τον οποίο αποκαλούσε «εν πνεύματι υιόν». Τώρα, τον παρότρυνε και τον παρακαλούσε να εγκαταλείψει την πολιορκία και να αποχωρήσει ειρηνικά από την Αθήνα. Οι προτροπές και οι παρακλήσεις του Μητροπολίτη, δεν συγκίνησαν τον Λέοντα ο οποίος διέταξε σφοδρή επίθεση. Ο Μητροπολίτης και οι άνδρες του, μη αντέχοντας την ισχυρή πίεση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην ασφαλή Ακρόπολη, την οποία ο Σγουρός πολιόρκησε στενά.

Ο Σγουρός για να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αξίωσε από τον Μητροπολίτη την παράδοση ενός ασήμαντου και αναιδούς νεαρού, προκειμένου να τον τιμωρήσει. Ο Μιχαήλ όμως, μολονότι και αυτόν τον ίδιο είχε βρίσει άσχημα, αρνήθηκε να τον παραδώσει γνωρίζοντας εκ των προτέρων την σκληρή τύχη του κακότροπου νέου.

 

Η Άλωση της Θήβας

 

Αφού για αρκετό καιρό προσπάθησε να καταλάβει την Ακρόπολη χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος είτε γιατί πείστηκε από τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, για τον οποίον κατά βάθος έτρεφε κάποιον σεβασμό, είτε γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκπορθήσει το φρούριο, έλυσε την πολιορκία. Παρ᾽όλο τον όποιο σεβασμό όμως, γκρέμισε την πόλη της Αθήνας για τιμωρία και παίρνοντας ως αιχμάλωτο κάποιον νέο που ήταν συγγενής του Μητροπολίτη, πέρασε στην Βοιωτία, όπου σχεδόν αμαχητί κυρίευσε την Θήβα.

 

Ο Σγουρός στην Λάρισα και ο γάμος του

 

Μετά από εκεί, αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε στη Θεσσαλία και κατέλαβε την Λάρισα το 1204. Στόχος και σκοπός του ήταν να προχωρήσει και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη η οποία βρισκόταν πλέον  υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων.

Οι Σταυροφόροι, μετά την άλωση της ανίσχυρης και σχεδόν διαλυμένης  Κωνσταντινούπολης την ίδια χρονιά και την λεηλασία της, αντί να στραφούν προς την Ιερουσαλήμ προκειμένου να την ελευθερώσουν από τους Μωαμεθανούς, όπως ισχυριζόντουσαν, στράφηκαν στο νότο συμπεριφερόμενοι ως στυγνοί κατακτητές και όχι ως «Στρατιώτες του Χριστού» σημαδεμένοι με το σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του.

Ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος όπως απεικονίζεται στο Promptuarii Iconum Insigniorum, Λυών το 1553.

Στη Λάρισα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄Αγγέλου που είχε καταφύγει εκεί και χήρα του επί τρίμηνο αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄Δούκα του επονομαζόμενου Μουρτζούφλου (σμιχτοφρύδη)-(28/01/1204-13/04/1204).

« Ο Αλέξιος Γ΄μη διαθέτοντας ούτε θέλησι ούτε δραστηριότητα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο» μας πληροφορεί ο Vasiliev στην ιστορία του.

Και για τον Μουρτζούφλο γράφει ο Vasiliev « …. Ο Μουρτζούφλος, γνωστός ως Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄ήτο οπαδός του Εθνικού Κόμματος, που διετίθετο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους…. Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄, Δούκας Μουρτζούφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθή  και πέση «στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο» διέφυγε, ενώ η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων».

Ο Σγουρός  αφού   έγινε γαμπρός  του  αυτοκράτορα, πήρε  όπως  ήταν η συνήθεια  και τον τίτλο του « Σεβαστοϋπερτάτου» τον οποίο έσπευσε να χαράξει στην σφραγίδα του, η οποία από την μια πλευρά έφερε την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη με την επιγραφή:

ΑΓΙΟC ΘΕΟΔΩΡΟC

ενώ στην άλλη έγραφε το πιο κάτω δίστιχο:

CEBACTOYΠΕΡΤΑΤΟΝ ΜΑΡΤΥC ΜΕ CKEΠOIC

ΛΕΟΝΤΑ CΓΟΥΡΟΝ ΕΚ ΓΕΝΟΥC ΚΑΤΗΓΜΕΝΟΝ

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η μέχρι την Λάρισα πορεία του Λέοντα ήταν σκληρή, βίαιη και αιματηρή. Ο Μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό, τονίζει την σκληρότητα του Λέοντα, και την επιλογή ορισμένων φρουρίων να παραδίδονται στους Φράγκους, που τους θεωρούσαν πιο επιεικείς και ανεκτικούς προς τους γηγενείς.

Αλλά και ο αδελφός του Μητροπολίτη, ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, δεν υπήρξε φιλικός απέναντι στον Σγουρό.

 

«Ο δε Σγουρός ούτος εκ του Ναυπλίου γεγεννημένος χρόνον μέν τινα των εκ του γένους βία μάλλον ήπερ πειθοί κατίσχυε πατρώον τι μέτρον αναπληρών και χειρίζων ουχ αιμάτων καθαρεύον κληρούχημα. Αεί δε τω των πραγμάτων ανωμάλω εκδιδούς και στασιώδεσι καιροίς οιδαινόμενος μέγας εκ μικρού πρόεισιν, ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι˙το γάρ ιππόβοτον Άργος υπονοθεύσας και επί τωδε την Κόρινθον ληισάμενος και προιών αεί τοις ληστεύμασιν˙είτα και ταίς Αθήναις αυταίς προσήραξε μετά πολεμικών νηών και τον Ισθμόν διελθόντος στρατεύματος». 

 

Η Υποχώρηση στην Πελοπόννησο

 

Ο Σγουρός είχε μεγάλες προσδοκίες και βλέψεις. Φλεγόταν από την επιθυμία της δημιουργίας δικού του μεγάλου κράτους που θα απλωνόταν από το Ναύπλιο μέχρι την Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν.

Μετά την άλωση της Πόλης, προέκυψε το σοβαρό πρόβλημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας ισχυρός άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τον θρόνο ήταν ο αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας όμως αρνήθηκε σθεναρά. Αντί του Βονιφάτιου, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Βαλδουΐνος, Κόμης της Φλάνδρας.

 

Βαλδουίνος

Βαλδουίνος Α΄ της Κωνσταντινούπολης ή Βαλδουίνος Θ΄ της Φλάνδρας (Ιούλιος 1171 – περί το 1205). Λεωφόρος Baudouin de Constantinople, Μονς, Βέλγιο.

 

Οι Σταυροφόροι στην συνέχεια ασχολήθηκαν με το μοίρασμα των εδαφών του Βυζαντίου. Στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υποσχέθηκαν μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας αλλά τελικά του έδωσαν  την Θεσσαλονίκη με την γύρω περιοχή της Μακεδονίας, την Θεσσαλία και την ηπειρωτική Ελλάδα, που αποτέλεσαν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης το οποίο διαφέντευε ο Βονιφάτιος ως βασιλιάς, υποτελής του Βαλδουίνου.

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1204, δεν έχασε τον καιρό του. Παντρεύτηκε την Ουγγαρέζα Μαργαρίτα (ή Μαρία), χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄Αγγέλου και την οποία προσηλύτισε με την βοήθεια του Καρδιναλίου Σοφρέδου στον Καθολικισμό. Αυτήν άφησε ως επίτροπό του στην Θεσσαλονίκη και αυτός επικεφαλής μεγάλης στρατιάς αποτελούμενης από Γερμανούς, Νορμανδούς, Βουργουνδούς και Καμπανίτες ιππότες αλλά και από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του λόγω του ευγενικού και ήπιου χαρακτήρα του. Μαζί του είχε και τον πρόγονό του, γιό του Ισαάκιου και της Μαργαρίτας και τους Γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτη και Όθωνα ντε λα Ρός. Τον Οκτώβρη του 1204, περνάει τα Τέμπη, εισέρχεται στη Θεσσαλία και επιχειρεί την απόκτηση ολόκληρης της Στερεάς αλλά και της Πελοποννήσου, την οποία του είχαν παραχωρήσει οι Ενετοί λόγω ελλείψεως χερσαίων δυνάμεων, όταν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μοίρασαν τις επαρχίες της οι νικητές.

Ο Άρχοντας του Ναυπλίου, αντιλαμβάνεται  ότι  οι  δυνάμεις  του  Βονιφάτιου είναι ισχυρότερες και πιο οργανωμένες από τις δικές του. Εγκαταλείπει την Λάρισα και συνοδευόμενος από την οικογένεια του και τον πεθερό του, παραμένει για λίγο στις Θερμοπύλες. Για μια στιγμή σκέπτεται να οχυρωθεί εκεί και να αντισταθεί στις δυνάμεις των Φράγκων. Μετά όμως από ωριμότερη σκέψη αποφασίζει ότι φρονιμότερο είναι να καταφύγει στην Κόρινθο και να οχυρωθεί στο ασφαλέστερο φρούριο του Ακροκορίνθου. Έτσι πράττει.

Ο Βονιφάτιος, ακολουθεί τον Σγουρό «κατά πόδας». Κυριεύει την Λάρισα. Γίνεται αμαχητί κύριος της Θήβας.  Κατευθύνεται προς τις Θερμοπύλες. Η μικρή δύναμη που έχει αφήσει πίσω του ο Σγουρός στη θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφάτιου, τρέπεται σε φυγή.

Μετά την κατάληψη της Αθήνας, εγκαθιστά και ονομάζει «Δούκα των Αθηνών» τον Όθωνα ντε λα Ρός. Με όλες του τις δυνάμεις κατευθύνεται στον Ισθμό. Συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την πόλη της Κορίνθου. Αιχμαλωτίζει τον πεθερό του Λέοντα, τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ και την σύζυγό του Ευφροσύνη, τους οποίους με συνοδεία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να παραδοθούν στον αυτοκράτορα. Αυτοί βέβαια, στο δρόμο δωροδόκησαν τους  στρατιώτες της φρουράς τους και διέφυγαν, εγκαταλείποντας όλα τα πολύτιμα σκεύη ακόμη και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, τα οποία παραδόθηκαν στον αυτοκράτορα Βαλδουῒνο.

Ο Φράγκος ηγέτης πολιορκεί στενά τον Ακροκόρινθο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι τόση η επιθυμία του και η αποφασιστικότητα του να καταλάβει την συγκεκριμένη περιοχή, που συγχρόνως με την επιχείρηση άλωσης του Ακροκορίνθου, στέλνει μέρος του στρατού του να πολιορκήσουν το Ναύπλιο.

Ο Σγουρός από την μεριά του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία «…Εκείθεν αφορμώμενος προσέβαλλε συχνά τους κατέχοντας την κάτω πόλιν της Κορίνθου Φράγκους και πολλούς εξ αυτών εξολώθρευσεν». (Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τους Βέη και Κορδάτο).

Εν τω μεταξύ, αγγελιοφόρος πληροφορεί τον Βονιφάτιο ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε κίνδυνο, γιατί ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Ιωάννης ο Αζάνης παρακινούμενος από τους Βυζαντινούς επιτίθεται στην πρωτεύουσά του. Ανήσυχος ο Βονιφάτιος ετοιμάζεται επειγόντως να αναχωρήσει. Λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ανακαλεί τις δυνάμεις που πολιορκούσαν το Ναύπλιο. Μέσα στην σύγχυση που επικρατεί και ζυγίζοντας την κατάσταση ο Σγουρός, αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά κατεβαίνει από το φρούριο του νύχτα και προλαβαίνοντας το στρατό του αντιπάλου του στον Ισθμό, προκαλεί σημαντικότατες απώλειες.

 

Καπετάνιος των Ρωμαίων

 

Ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς Δωρόθεος γράφει στην σύντομη ιστορία του ότι «Ο Σγουρός ο δε Καπετάνιος των Ρωμαίων, όπου ήτανε επάνω εις το κάστρο της Κορίνθου, ως είδεν ότι το Φράγκικο φουσάτο εμίσεψε και επήγεν εις το Άργος (;) κατέβη την νύκτα με τέχνην και εμπήκεν εις την κάτω χώραν της Κορίνθου, εκεί όπου εφύλαγαν οι Φράγκοι, και τους έκοψεν όλους και επήρε την χώραν». (Μιχαήλ Λαμπρυνίδης).

Για τέσσερα χρόνια ο Σγουρός πολεμά και αντιστέκεται στους Φράγκους. Η σύγκρουσή του μαζί τους – έστω κι αν έχει μια προσωπική φιλοδοξία – τον αναδεικνύει υπερασπιστή του Βυζαντινού Κράτους. Στην συγκεκριμένη δε στιγμή η ισχυρή αντίσταση που προβάλλει εκμεταλλευόμενος το φυσικό κάστρο του Ακροκορίνθου, του προσδίδει την τιμητική ιδιότητα του προμάχου και προασπιστή ολόκληρου του Μορηά.

Για το κατόρθωμα αυτό ο γενναίος Θεόδωρος Α’ Λάσκαρης (1204-1222) ο οποίος, μετά την άλωση της Πόλης, είχε ιδρύσει την αυτοκρατορία της  ισχυρής Νίκαιας στην Μικρά Ασία το 1206, επιθυμώντας να στηρίξει ηθικά τον Σγουρό για τους αγώνες του, τον τίμησε με τον τίτλο του  Σεβαστοϋπέρτατου το 1207. Αλλά και ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, ο οποίος εκτιμούσε και αναγνώριζε τους αγώνες του, υποκίνησε επανάσταση κατά των Φράγκων μετά από συνεννόηση μαζί του.

 

Ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης

 

Όταν ο Βονιφάτιος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την Θεσσαλονίκη, ανέθεσε την κατάκτηση της Πελοποννήσου στον φίλο του και συμπολεμιστή του Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ο οποίος το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο τον Γ΄ ως νόμιμος ηγεμόνας της Πελοποννήσου ή όπως τότε την αποκαλούσαν Αχαΐα. (Princeps totius Achaiae Provincie).

Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος ιππότης που τον έλεγαν Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο, ανεψιός και συνονόματος του Σταυροφόρου και ιστορικού Γοδεφρείδου Βιλλαρδουΐνου, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτη στην Δ’ Σταυροφορία, βρισκόταν κάπου μεταξύ Παλαιστίνης και Συρίας, αφού από νωρίς είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους Σταυροφόρους και είχε ακολουθήσει την αρχική πορεία προς τους Αγίους τόπους.  Όταν έμαθε την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους έσπευσε προς τα εκεί αλλά παρασυρμένος από τους θαλασσινούς ανέμους και μια σφοδρή καταιγίδα, παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και προσορμίστηκε τυχαία στην Μεθώνη.

Εκεί αφού αρχικά συναντήθηκε με τον Ιωάννη Κατακουζηνό, συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί του και να τον βοηθήσει να καταλάβει τις παραλιακές περιοχές από την Πύλο μέχρι την Πάτρα. Γρήγορα όμως διαφώνησαν. Ο Γοδεφρείδος αποχώρησε. Γνωρίζοντας ότι ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πολιορκούσε την Ακροκόρινθο, απευθύνθηκε σ᾽ αυτόν και τάχθηκε  στην υπηρεσία του.

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, έμεινε κοντά στον Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ο οποίος αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του, τον διόρισε άρχοντα Καλαμάτας και του ανέθεσε, ως ειδική αποστολή, την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο νέος ηγεμόνας προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του και να αποκτήσει το γρηγορότερο την Πελοπόννησο και κυρίως να καταστρέψει το αρχοντάτο του Λέοντα Σγουρού, μη συγχωρώντας σε αυτόν την καταστροφή που είχε προξενήσει στο στρατό του φίλου του Βονιφάτιου.

Ενώ αυτά προγραμμάτιζε και ετοίμαζε τις δυνάμεις του για την εναντίον του Σγουρού επίθεση, ένα μήνυμα από την Γαλλία ανέτρεψε τα πάντα. Ο άτεκνος αδελφός του Λουδοβίκος είχε πεθάνει και μόνος διάδοχος ήταν ο Γουλιέλμος. Τον καλούσαν λοιπόν να αναλάβει την ηγεμονία της Βουργουνδίας. Με την συνοδεία δύο ιπποτών και δώδεκα υπαξιωματικών, αναχώρησε από το λιμάνι της Γλαρέντζας (Κυλλήνη) το Μάιο του 1209. Την ηγεμονία της Πελοποννήσου ανάθεσε στον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο εκφράζοντας και πάλι την βαθειά του επιθυμία να καταλάβει τις πόλεις της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου, κάτι που ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει.

Πριν την ανάθεση των καθηκόντων του τοποτηρητή της ηγεμονίας στον Γοδεφρείδο, οι δύο άντρες υπέγραψαν συμφωνία που επισφραγίστηκε με όρκο, ότι αν μέσα σε ένα χρόνο δεν εμφανιστεί ο ίδιος ο Γουλιέλμος ή άλλος συγγενής του για να αναλάβει την ηγεμονία, τότε αυτή θα έμενε για πάντα στα χέρια του Γοδεφρείδου.

 

Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος και Ροβέρτος

 

 Όταν ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης ανέλαβε την εξουσία της Βουργουνδίας και τις ευθύνες της Κομητείας, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Έστειλε λοιπόν αμέσως τον ανεψιό του Ροβέρτο να αναλάβει την ηγεμονία της περιοχής, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο Ροβέρτος αν και αναχώρησε έγκαιρα από την Βουργουνδία αντιμετώπισε πολλές χρονοβόρες δυσκολίες. Κακοκαιρία και τρικυμίες αλλά και διάφορα άλλα εμπόδια που προφανώς με δάκτυλο του Γοδεφρείδου του προέκυψαν, όπως η παραμονή του επί τουλάχιστον δύο μήνες στην Βενετία, τον καθυστέρησαν αρκετά.

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Γοδεφρείδος μετά από συνεννόηση με τους Ενετούς καθυστερούσε σκόπιμα την άφιξη του Ροβέρτου. Πέρα από τις καιρικές συνθήκες και την καθυστέρηση στην Βενετία, ο καπετάνιος του πλοίου, αντί να τον αποβιβάσει στη Γλαρέντζα, τον άφησε στην Κέρκυρα. Παρ᾽ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην Γλαρέντζα και να αποβιβαστεί στον όρμο του Αγίου Ζαχαρία, λίγες μόλις ημέρες πριν την λήξη της διορίας.

Ο Βιλλαρδουΐνος μαθαίνοντας κρυφά από ανθρώπους του ότι τελικά έφτασε ο Ροβέρτος, και παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει την άφιξη, αναχωρεί από την Ανδραβίδα, πηγαίνει στην Καλαμάτα και στην συνέχεια στην Λακωνία, αποφεύγοντας την δυσάρεστη συνάντηση με τον Ροβέρτο. Είχε αποφασίσει να μην αρνηθεί φανερά και καθαρά την παράδοση της ηγεμονίας αλλά να ακολουθήσει την τακτική της καθυστέρησης και κωλυσιεργίας  και επομένως την παραβίαση των χρονικών ορίων τα οποία προβλέπονταν στην συμφωνία.

Ο Ροβέρτος, αφού περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες ακολουθώντας τον Βιλλαρδουΐνο, κατόρθωσε τελικά να τον συναντήσει στην Λακωνία λίγο μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Του ζήτησε  να  του  παραδώσει  την  ηγεμονία  έστω  κι αν  είχε  καθυστερήσει λίγες ημέρες.

Ο Βιλλαρδουΐνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τον Ροβέρτο έκπτωτο λόγω παραβίασης των όρων της συμφωνίας.

Το συμβούλιο των Φράγκων ιπποτών και Φεουδαρχών της Πελοποννήσου, των οποίων την υποστήριξη ζήτησε ο Ροβέρτος, χωρίς καμία επιφύλαξη δικαίωσε τον Βιλλαρδουΐνο, τον οποίο χωρίς καθυστέρηση αναγνώρισαν οριστικά ως ηγεμόνα της Αχαΐας και μάλιστα έσπευσαν να τον στέψουν σύμφωνα με τους ιπποτικούς κανόνες. Μετά από την δυσμενή αυτή εξέλιξη, ο Ροβέρτος επέστρεψε άπρακτος στη Βουργουνδία και ποτέ δεν ξανακούστηκε κάτι γι᾽αυτόν.

 

Ο μισέρ Τζεφρές

 

Η χωρίς ενδοιασμούς και καθυστερήσεις αναγνώριση του Γοδεφρείδου από τους υπόλοιπους άρχοντες και Φεουδάρχες της Πελοποννήσου, στηριζόταν κυρίως στα φιλικά αισθήματα και την συμπάθεια που ένοιωθαν προς το πρόσωπο του. Η συμπάθεια και η εκτίμηση όμως προς αυτόν δεν προερχόταν μόνο από τους Φράγκους αλλά και από πολλούς Έλληνες οι οποίοι αποφεύγοντας το κανονικό αλλά δύσκολο όνομά του, τον αποκαλούσαν μισέρ Τζεφρέ. Αυτό γίνεται φανερό από επιστολή του Μητροπολίτη Μονεμβασιάς Δωρόθεου ο οποίος γράφει:

 

«…ο μισέρ Τζεφρές ήτο καλός άνθρωπος και τον αγαπούσαν Ρωμαίοι και Φράγκοι δια τας χάριτας όπου είχε. Και έτσι εβουλεύτησαν οι άρχοντες, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι, να κάμουν αφέντην του Μορέως τον μισέρ Τζεφρέν».

 

Την υποστήριξη των ιπποτών και αρχόντων ο Βιλλαρδουΐνος δεν την ξέχασε. Μόλις ανέλαβε και επίσημα την εξουσία, παραχώρησε σε αυτούς μεγάλες και εύφορες περιοχές του Πριγκιπάτου του, αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους βοήθεια και συνδρομή. Ήταν τόση η υπόληψη και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Έλληνες ώστε έφθασαν στο σημείο, κυρίως οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους πολύχρονους πολέμους και τις λεηλασίες, να σκέπτονται την αυτόβουλη παράδοση τους. Ακόμη και κάστρα και πόλεις που δεν είχαν παραδοθεί ούτε είχαν υποκύψει, προτείνουν την παράδοσή τους αρκεί αυτός να υποσχεθεί γραπτά και με όρκο ότι θα σεβαστεί τα έθιμα τους και την θρησκεία τους και ότι δεν θα αναγκάσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους να γίνουν καθολικοί.

Ο Βιλλαρδουΐνος δέχτηκε αμέσως. Έδωσε το έγγραφο που του είχαν ζητήσει και ορκίστηκε για την τήρηση των υποσχέσεων του, γιατί αφενός δεν ήταν φανατικός Καθολικός ούτε ένοιωθε μίσος προς τους ανθρώπους που πίστευαν σε άλλες θρησκείες και δόγματα. Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που τον οδήγησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας ήταν τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε για τον Πάπα, ο οποίος πεισματικά αρνιόταν να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο ηγεμόνα της Αχαΐας, θεωρώντας τον σφετεριστή της αρχής.

 

Η κατασκοπευτική επιδρομή των Λομβαρδών και ο θάνατος του Λέοντος Σγουρού

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, ο Λέων Σγουρός παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των πόλεων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου, υπερασπιζόμενος και των τριών κατά των επιθέσεων των Φράγκων, οι οποίες είχαν πυκνώσει και είχαν γίνει ιδιαίτερα απειλητικές μετά την ανάληψη της εξουσίας της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο. Εκτίμησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν αποσυρόταν στο Ναύπλιο. Εξασφάλισε λοιπόν άφθονα τρόφιμα και άλλα εφόδια και οχυρώθηκε στο σίγουρο φρούριο του. Έτσι ένοιωθε έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο.

Στο τέλος του 1208 ή στην αρχή του 1209, μερικοί Λομβαρδοί ιππείς κατάφεραν να φτάσουν κρυφά μέχρι την πύλη του Ναυπλίου, προφανώς για να κατασκοπεύσουν τις θέσεις και την δύναμη των υπερασπιστών της πόλης. Οι Ναυπλιώτες φρουροί τους κατάλαβαν και  τμήμα της φρουράς με επί κεφαλής τον ίδιο τον Σγουρό τους καταδίωξαν. Η καταδίωξη ήταν άγρια και άτακτη. Οι Λομβαρδοί σκορπίστηκαν πανικόβλητοι στους αγρούς και στα χαντάκια.

Ο Σγουρός με την γνωστή του ορμή σε κάποια στιγμή χωρίστηκε από την υπόλοιπη φρουρά. Έφιππος, χτυπούσε τους τρομαγμένους Λομβαρδούς με μανία. Κάποιος Λομβαρδός κρυμμένος σε ένα χαντάκι τον αναγνώρισε. Συγχυσμένος και έντρομος χτυπάει με το δόρυ του  τον ανύποπτο άρχοντα στην κοιλιά. Εκείνος πέφτει. Ο άρχοντας Σγουρός είναι νεκρός.  Αργότερα, οι στρατιώτες που γύριζαν στην πόλη μετά την διάλυση των Λομβαρδών, βρήκαν τον άρχοντα τους. Τον μετέφεραν στο Ναύπλιο και τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια στο νάρθηκα του Μητροπολιτικού ναού. Η οδύνη και οι θρήνοι όλου του λαού και κυρίως της συζύγου του, ακουστήκανε  μέχρι τις πιο μακρινές βίγλες του φρουρίου.

Κατά μια άλλη εκδοχή, πολιορκημένος για πολλά χρόνια και απελπισμένος από την κατάληψη της υπόλοιπης Πελοποννήσου από τους Φράγκους, αυτοκτόνησε, πηδώντας όπως λέγεται, με το άλογό του από τον Ακροκόρινθο, το 1208, όταν, κουρασμένος και απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και θέλοντας να αποφύγει την παράδοση.

Θα μπορούσαμε ίσως, να πούμε ότι με το θάνατό του ο Λέων Σγουρός κατέστησε τον εαυτό του το σημαντικότερο ήρωα του αναδυόμενου και ονειροπόλου Νέου Ελληνισμού». Ο αείμνηστος Βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθηνός, τον χαρακτηρίζει «αμύντορα της ελληνικής ανεξαρτησίας».

Μετά το τέλος του Λέοντα Σγουρού, του  Βυζαντινού άρχοντα του Ναυπλίου, το Άργος, η Κόρινθος και άλλες περιοχές περιήλθαν στους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας.

 

Ο Θρύλος της αυτοκτονίας

 

Στην εξιστόρηση ηρωϊκών κατορθωμάτων, που αναφέρονται σε σπουδαίους ανθρώπους, πρίγκιπες, άρχοντες και βασιλιάδες το λόγο παίρνει το τραγούδι ή το ποίημα. Σε όλα όμως χωράει και η φαντασία. Έτσι βλέπουμε καμιά φορά οι ήρωες να πεθαίνουν δύο φορές ή ενώ έχουν ήδη πεθάνει να υπερασπίζονται τα κάστρα τους και τις πριγκίπισσες τους. Άλλες φορές ο λαός τους θέλει αθάνατους. Κοίτα τον Διγενή. Κάπως έτσι γεννώνται οι θρύλοι. Κάπως έτσι μπερδεύεται μέσα μας η ιστορία και ο θρύλος. Αυτό ταιριάζει και στον Λέοντα.

Τι τάχα θέλουμε; Εγώ πάντως προτιμώ να βλέπω την ιστορία μέσα από μια αέρινη μυστική αχλή. Να βλέπω στα κάστρα του Ναυπλίου, στις βίγλες του, στον θαλασσινό του πύργο, στην πύλη της ξηράς, τις λαμπερές σιδερένιες πανοπλίες, τα ψηλά λοφία στα κράνη και τα πολύχρωμα φλάμπουρα με τα οικόσημα του, στα χέρια των υπερασπιστών του.

Πεθαίνει ένας Σγουρός από σκουτάρι; Μπορεί να σκοτωθεί από ένα φοβισμένο στρατιώτη;

«…υπήρξε δε μακρά η ένοπλος κατά των Φράγκων δράσις του Λέοντος Σγουρού, ο οποίος απελπίσαι επί τέλους έφιππος κατερρίφθη από του απορρώγος Ακροκορίνθου, ίνα επί των κάτωθι αυτού βράχων κατασυντριβή εις άμορφον πτώμα».

Η έφιππη θρυλική του αυτοκτονία από τον Ακροκόρινθο. Ηρωϊκός στην απελπισία του.

Έτσι τα λέει  η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη στο ωραίο της βιβλίο «Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες». Τέλος, στο καλό βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Μια πόλη στην Λογοτεχνία. Ναύπλιο» βρίσκουμε σ᾽ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, μια άλλη γραφή. «Ήτανε κι αυτός ένας από μας τους ανθρώπους…».

  

Πηγές


 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, «Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες», Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ημάς», Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
  • Θοδωρή Γκόνη, «Ναύπλιο – Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2002.
  • Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Εκδόσεις Μπεργάδη.
  • Ηλία Λάσκαρη, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Τόμος β,  Έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1995.

 

Αντώνιος Σιούτος

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄ (1932-2013)

 

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος (κατά κόσμον Δαμιανὸς Παχὴς) γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής (1932). Ιεροκήρυκας στην Άρτα, κήρυξε το Θείο Λόγο, περιδιαβαίνοντας όλα τα χωριά του κάμπου και όλους τους οικισμούς του ορεινού όγκου των Αθαμανικών ορέων. Απὸ το ιστορικό Πέττα στο Βουλγαρέλι κι΄ από κει στους Μελισουργοὺς και την Κυψέλη.

Ακούραστος εργάτης της Εκκλησίας, κατάφερε με την Θεία χάρι, να αγγίξει τις πονεμένες ψυχές, να παρηγορήσει με τον ήπιο γλυκύ του λόγο τις πικραμένες  καρδιές, να μοιραστεί την δύσκολη και  ταπεινή ζωή τους. Υπήρξε ο αγαπημένος Ιεροκήρυκας της Άρτας. Χαρακτηριστική η χαρμολύπη των Αρτινών, που συγκινημένοι και με δάκρυα στα μάτια, κατέφθασαν από την πόλη και τα χωριά τους, κατά την ενθρόνισή του στο θρόνο του Μητροπολίτη Αργολίδος. Λύπη, γιατί έχαναν έναν αδελφό, ένα πατέρα, ένα φωτισμένο κληρικό. Χαρά, γιατί ο άνθρωπος τους αξιώθηκε της Αρχιεροσύνης στην οποία τον τοποθέτησε το θέλημα του Θεού, και του υψηλού χρέους να διδάσκει την πραγματική, ενάρετη και χριστιανική ζωή.

Ιερατικά συνέδρια, Σχολὲς Αγιογραφίας και Ψαλτικής, υαλοποίηση της αποστολής του φιλοπτώχου ταμείου της Μητροπόλεως, ανάπτυξη του Ραδιοφωνικού σταθμού, είναι τα ελάχιστα από όσα θα μπορούσε κανεὶς να απαριθμήσει. Προστατεύει τις Μονὲς και τους Ναοὺς και ίδρυσε τον μεγαλοπρεπή Ναὸ του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως.

 

Έργο ζωής υπήρξε η συνεχὴς και αδιάλειπτος προσπάθειά του για τον εντοπισμό και την μετακομιδή στο Άργος, των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού. Προσπάθεια που ευτύχησε να τελεσφορήσει και να είναι αυτός πού στις 19 Ιανουαρίου του 2008, πήρε στα χέρια του, πλήρης συγκινήσεως και ιερού δέους τα Άγια Λείψανα του εν Αγίοις Πατρὸς Πέτρου και προκατόχου του στον θρόνο της Επισκοπής, που επέστρεψαν επιτέλους στην πόλη πού τόσο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει ο Άγιος. 

Μετά από 22 χρόνια γόνιμης και σεμνής ποιμαντορίας στην Αργολίδα, ο γαλήνιος, ακάματος, εμπνευσμένος και φιλάνθρωπος Ποιμενάρχης, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄,  την Τρίτη 26 Μαρτίου 2013 τα ξημερώματα, έφυγε  από την ζωή για το μεγάλο ταξίδι εις την αιωνιότητα, σε ηλικία ογδόντα ενός ετών.

 

 

Πηγή

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

  

Read Full Post »

Γενική άποψη της Τίρυνθας και η κοιλάδα του Άργους.

Γενική άποψη της Τίρυνθας και η κοιλάδα του Άργους.

Dodwell, Edward 

 

A Classical and Topographical Tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806.

London, 1819

Read Full Post »

Καρακάσης  Κώστας (10 Οκτωβρίου 1936 – 19 Μαρτίου 2022)


 

Καρακάσης Κώστας

Καρακάσης  Κώστας

Ο Κώστας Καρακάσης γεννήθηκε στην Αίγυπτο από Έλληνες γονείς. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη και της μητέρας του από την Κεφαλλονιά. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Υπηρέτησε εθελοντής στο Βασιλικό Ναυτικό, αλλά μετά από δεκατρία χρόνια υπηρεσίας προτίμησε την ελευθερία από τη σιγουριά της καριέρας του. Αποφοίτησε από την Σχολή Ξεναγών Κρήτης και στην συνέχεια έκανε σπουδές στην Ιστορία Τέχνης.

Οι κόσμοι του μητροπολιτικού ελληνισμού και αυτού της διασποράς παραμένουν οι δύο πυλώνες που διατρέχουν τις σκέψεις, τα βιώματα και τα κείμενά του. Αν και δεν θεωρεί τον εαυτό του ποιητή, έχει γράψει μια μεγάλη συλλογή ποιημάτων που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ -εκτός από δύο τα οποία μελοποίησε τη δεκαετία του ’70 η Ηλέκτρα Παπακώστα και τραγούδησε η Καίτη Χωματά- αν και είχε την επίνευση του γνωστού ποιητή, λογοτέχνη, βιολονίστα και μουσικολόγου Σταύρου Καρακάση, αδελφού του πατέρα του. Άρθρα, κριτικές, διηγήματα και πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Στην πεζογραφία εμφανίσθηκε μόλις το 2000 με το εκτενές μυθιστόρημά του «Αθηνά. Ευτυχώς που δεν Γεννήθηκα Όμορφη» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2000), το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα ανάμεσα στα πλέον ευπώλητα βιβλία των τελευταίων πενήντα χρόνων και έλαβε βραβείο λογοτεχνίας και ηθικών αξιών από την Ε.Ε.Χ.Γ. και είχε προταθεί για το πρώτο Βραβείο Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Τρανούλη. Το 2005 από τις εκδόσεις Λιβάνη εκδόθηκε το «Πορτραίτα σε θρυμματισμένο καθρέφτη».

Το μυθιστόρημα του «Η αγάπη δεν έχει τέλος» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2006), εξελέγει δεύτερο από τον Πανελλήνιο διαγωνισμό που οργάνωσε το ΕΚΕΒΙ και ο ΣΚΑΙ, και παρέμεινε πρώτο επί ένα χρόνο στη λίστα των Best sellers σε όλη την χώρα.

Μαζί με το «Η αγάπη δεν έχει τέλος» εκδόθηκε το «Ιστορίες για τον Θεό και τον άνθρωπο». Το βιβλίο αυτό (εκδόσεις Ψυχογιός, 2006) αφιερωμένο στον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο τον Α!, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και εξαιρετικά κολακευτικά λόγια, τόσο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και από τους Πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας Διόδωρο Α! και Θεόδωρο Α!, τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιο, όπως και από το σύνολο των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, και των αυτοκέφαλων εκκλησιών Κρήτης και Δωδεκανήσου.

Το 2007 από τις εκδόσεις Λογοσοφία εξεδόθει το βιβλίο του «Ένας Ίκαρος ήταν αρκετός» και τον Φεβρουάριο του 2009 το βιβλίο του «Ο Βιολονίστας» από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Έχει τιμηθεί με το Μετάλλιο πολυετούς ευδοκίμου υπηρεσίας του Β.Ν., με το διάσημο των Υποβρυχίων και των Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ (O.S.J.).

Το 1990 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Συνεργάστηκε με τον Δημοτικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Ναυπλίου για έξη χρόνια με πέντε εβδομαδιαίες εκπομπές, εκ των οποίων το «Πολιτιστικό Περισκόπιο της Κυριακής» άφησε εποχή για την ενημέρωση των ακροατών σε θέματα πολιτισμού από την Ελλάδα και τον Κόσμο, με αναμετάδοση κλασικής μουσικής. Ταυτόχρονα είχε αναλάβει πρώτος Διευθυντής της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ναυπλίου (Δ.Ε.Π.Α.Ν.) και είναι ο εμπνευστής και δημιουργός του «Μουσικού Φεστιβάλ Ναυπλίου» το οποίο και υφίσταται μέχρι σήμερα.

Επί των ημερών του, το Ναύπλιο αναδείχθηκε σε πόλη με την μεγαλύτερη πολιτιστική δραστηριότητα στην Ελλάδα εκτός της πρωτεύουσας.

Απεβίωσε  από επιπλοκές του κορονοϊού το πρωί του Σαββάτου, 19 Μαρτίου 2022, στο νοσοκομείο Ναυπλίου όπου νοσηλευόταν με πολλαπλά προβλήματα υγείας.

Read Full Post »

Γκόνης Θοδωρής

 

 

Στιχουργός, Συγγραφέας, Ηθοποιός, Σκηνοθέτης

 

Γκόνης ΘοδωρήςΟ Θοδωρής Γκόνης κατάγεται από την Αλωνίσταινα της Αρκαδίας. Γεννήθηκε στην Γκάτζια Ναυπλίου το 1956. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Πέλου Κατσέλη. Σπούδασε οικονομικά. Εργάζεται στο θέατρο ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Γράφει λόγια για τραγούδια.

 

Έχει συνεργαστεί με το Θεσσαλικό Θέατρο, Κ.Θ.Β.Ε., θίασο Καρέζη-Καζάκου, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, Πατρών κ.ά. Συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις του Θεατρικού Οργανισμού » Εποχή «. Σκηνοθέτησε στο Δημοτικό Θέατρο Άργους τον Φιάκα του Δ. Κ. Μισιστζή και το διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ποίος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου. Τον Λεπρέντη του Μ. Χουρμούζη στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών.

Την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου του Μισέλ Φάις στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής και Δημοκρίτειο Πανεπιστ. Θράκης. Το φιντανάκι του Π. Χορν. Το αμάρτημα της μητρός μου του Γ. Βιζυηνού και την Απολογία του Γ. Τερτσέτη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Το φιντανάκι του Π. Χορν και το Δάφνες και Πικροδάφνες των Δ. Κεχαΐδη – Ε. Χαβιαρά στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου.

 

Την τριετία 1995-98 διδάσκει υποκριτική στη δραματική σχολή του Κ.Θ.Β.Ε. Το 1987 αρχίζει συνεργασία του ως στιχουργού με τον Νίκο Ξυδάκη (Κάιρο-Ναύπλιο-Χαρτούμ, Τένεδος, Βενετσιάνα, Το μέλι των γκρεμών, Βουή του μύθου, Ακρωτήριον Ταίναρον κ.ά.) Ακολουθούν συνεργασίες του με τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Πέτρο Ταμπούρη, τον Γιώργο Ανδρέου, τον Τάσο Γκρους, τον Ορφέα Περίδη, κ.ά. Από τον Ιανουάριο 2000 είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου.

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα, Ναύπλιο


 

Είναι ο μόνος ναός που χτίσθηκε το 1702 με τις φροντίδες και τα έξοδα της Ναυπλιακής Αδελφότητας των Ορθοδόξων Ελλήνων, όπως θετικά βεβαιώνει πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική πλευρά με κτιτορική επιγραφή σε ιαμβικούς στίχους: «Νεώς ο θείος Σπυρίδωνος θεσκέλου νυν εκ θεμέθλων συντόνως ανιδρύθη, εσθλή τε βουλή και χορηγία αφθόνω αδελφότητος ευσεβούς τε απάσης ΑΨΒ».

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, 1903. Φωτογραφία του Ελβετού Frederic Boissonnas (1858-1946).

 

Μας είναι άγνωστο αν στη θέση αυτή προϋπήρχε[1]  κάποια άλλη ομώνυμη μικρότερη εκκλησιά, και το γιατί αφιερώθηκε στον πολιούχο της Κέρκυρας. Ο μεταβυζαντινός αυτός ναός έχει σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάγωνο μεγάλο τρούλο και ημιεξάπλευρη κόγχη Ιερού. Η ανέγερση του κωδωνοστασίου έγινε το 1853. Η διακόσμηση και αγιογράφηση του κεντρικού τρούλου και των τριγωνοειδών θέσεων των Ευαγγελιστών έγινε με δαπάνη της Σοφίας χήρας Γεωργίου Ανδριανοπούλου το 1902 (Εργολαβικό Συμφωνητικό).

Στο αριστερό προσκυνητάρι του Ναού, είναι η Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, έργο του «Άντων. Μπαροΰ 1897, δαπάνη των ευλαβών γυναικών τής ενορίας του  Αγίου Σπυρίδωνα.

Το 1928 ενέσκηψε στο Ναύπλιο επιδημία θανατηφόρος «πανώλη» (Δάγγειος πυρετός) με πολλούς θανάτους κατοίκων της πόλης. Οι Ναυπλιώτες ανήσυχοι και τρομοκρατημένοι από την απειλή του θανάτου, έκαναν λιτανεία με την Εικόνα τής Αγίας στο Ναύπλιο, παρακαλώντας με δάκρυα την Αγία να τους σώσει από την θανατηφόρο αυτή ασθένεια. Και το θαύμα έγινε και  σώθηκαν από το βέβαιο θάνατο, γιατί δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη τα απαραίτητα φάρμακα, για να καταπολεμηθεί η αρρώστια αυτή και τόσες άλλες, από τις όποιες πέθαιναν πολλοί άνθρωποι. Από τότε, σε έκφραση ευγνωμοσύνης, προς την Αγία Βαρβάρα, γίνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, η λιτάνευση της Αγίας Εικόνας της, κατά την παραμονή της Εορτής της, 3 Δεκεμβρίου, μετά την ακολουθία του πανηγυρικού Εσπερινού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα

 

Ο Ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1952. Στον ναό αυτό εκκλησιάζονταν  τακτικά, ο ευλαβής Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας, θύμα της «διχόνοιας της δολερής» που δυστυχώς, ως μη έπρεπε, χαρακτηρίζει εμάς, τους κατά τα άλλα άξιους Έλληνες. Στην κύρια θύρα του Ναού, πάνω στην σημερινή οδό Καποδιστρίου, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο  Ιωάννης Καποδίστριας, ημέρα Κυριακή που πήγαινε στην αγαπημένη του εκκλησία να προσευχηθεί (27 Σεπτεμβρίου 1831).

 

Στου Αγίου Σπυρίδωνα την Εκκλησία

 

«Στις έξι το πρωί ήρθαν οι «δικιωτές» οι Μανιάτες, οι Μαυρομιχάληδες και πιάσανε ζερβόδεξα τις παραστάδες της θύρας, κάνοντας πρώτα το σταυρό τους κι ανάβοντας κερί ευλαβικά, ντυμένοι τα καλά τους, κρυμμένα τα όπλα τους, για τρίτη φορά – στις 20, στις 26, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 – αποφασισμένοι. Κι εκείνος, ο Κυβερνήτης, ήρθε στα εθνικά τα χρώματα, στα κυριακάτικα του.

Στο αντίκρισμά τους όλα τα κατάλαβε, μα δεν αλλαξοδρόμησε. Το στερνό βήμα του Καποδίστρια πάνω σε τούτο το κατώφλι κι ο στερνός χαιρετισμός του προς τον Κωνσταντή, τον ίδιο του το δολοφόνο, πού τον άρπαξε από το λαιμό και του έριξε με τη δίβολη πιστόλα στο κεφάλι… όταν την ίδια σχεδόν στιγμή ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κάρφωσε το μαυρομάνικο μαχαίρι του στη δεξιά βουβώνα του Καποδίστρια. Και τα δύο κτυπήματα θανατηφόρα».[2]

 

Υποσημειώσεις


[1] Το 1696 υπήρχε ενορία του Αγίου Σπυρίδωνα της οποίας το κτίριο έπαθε ζημιές «εις τον καιρό του πολέμου», σημειώνει ο εφημέριος Παρθένιος. Ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου από τους Ενετούς, το 1686, ήταν καταστροφικός, γιατί από τις σαράντα εκκλησίες που είχε, οι μισές περίπου ερειπώθηκαν. (Πέτρος Σαραντάκης, Αργολίδα – Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της, σελ. 81).

[2] Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988 – Κείμενα και Εικόνες, σελ. 165.

 

Πηγές


  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, Ιεροί Ναοί Ναΐδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου, Ναύπλιον 2008.
  • Πέτρου Σαραντάκη, Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια της, Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, Αθήνα 2007.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου , Ναύπλιο – Κείμενα και Εικόνες, Αθήνα 1988.

 

Read Full Post »

 

Καραβάνου Άννα – Schoelter

 

Καραβάνου Άννα - SchoelterΗ Άννα Καραβάνου – Schoelter γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1964 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα τέσσερά της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για τη Γερμανία, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς της. Στο Μόναχο έζησε μέχρι που τελείωσε το δημοτικό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα φοίτησε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο της Γερμανική Σχολής Αθηνών στον Παράδεισο Αμαρουσίου. Μετά την αποφοίτησή της σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1985 πήγε στην Αυστρία όπου και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Klagenfurt. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Από το 1988 διατηρεί εκεί φροντιστήριο γερμανικών. Η ιστορία υπήρξε πάντοτε ένα από τα ενδιαφέροντά της. Το 2008 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα, « Η κατάρα του πρίγκιπα ». 

Read Full Post »

Λιμός  (πείνα) των Τούρκων του Ναυπλίου – Κανιβαλισμός

 

 

Μιά από τις πιο πικρές ιστορίες που έχουν γραφεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής παλιγγενεσίας, είναι κι αυτή που αναφέρει ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Αρχιστράτηγου της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του οποίου κείμενο έχει συμπεριλάβει ο πατριώτης μας  Θοδωρής Γκόνης στο πραγματικά υπέροχο βιβλίο του

« Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ναύπλιο.

 Λιμός  των Τούρκων – ανθρωποφαγία. σελ. 266 – 271.

Αθήνα. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιούνιος 2002».

 

Είναι ένα κείμενο, που πραγματικά συγκλονίζει και κάνει τον αναγνώστη να ριγεί. Είναι το σημείο εκείνο που περιγράφει την δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Τούρκοι κατά την πολιορκία του Ναυπλίου και την τελική παράδοσή τους στους Έλληνες.

 

Παραθέτουμε εδώ, κάποια αποσπάσματα του κειμένου, επιλέγοντας τα σημεία εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα.  

 

« Άμα εμβήκαμεν εις την πόλιν ηύραμεν τους Τούρκους, οίτινες ως προς την κατάστασιν της υγείας των εδιαιρούντο εις τρεις τάξεις. Ήσαν δηλ. οι μέν γεροί και δυνατοί, οι δε άρρωστοι και αδύνατοι, οι δε αναίσθητοι˙ούτοι οι τελευταίοι εσύροντο κατά γης σκάπτοντες εις τα κατώγεια των σπιτιών, εις τα φουσκιά των ερειπίων, και εις τας άλλας κόπρους και τας ακαθαρσίας της πόλεως, ηύρισκαν σκωλήκια μεγάλα, τα οποία έτρωγαν.

 

« Αι άλλαι τάξες ήσαν ολίγον δυνατώτεραι. Αυτοί εμπουσούλιζαν και εννοούσαν κάπως καλλίτερα από τους πρώτους. Αλλά και αυτοί από την πείναν έτρωγαν τους νεκρούς, ετράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια των με πολλήν όρεξιν, και με πολλήν επιμέλειαν εκαταγίνοντο να χορτάσουν. Όταν τους εφωνάζαμεν άκουαν, εγύριζαν, μας έβλεπαν, και έπειτα πάλιν εξακολούθουν να τρώγουν των νεκρών Τούρκων τα κρέατα» .

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Εις την βρύσιν του Αγίου Σπυρίδωνος εκεί κάθε αυγήν εσυναθροιζόμεθα, και μετά προηγουμένην μεταξύ μας εξέτασιν εκάστη ομάς επήγαινεν εις το τμήμα της.

 

Κοντά εις την βρύσιν, η οποία βλέπει προς τον βορειάν, και η οποία έχει ζαλώστραν, εκεί επάνω από την αυγήν της πρώτης ημέρας είδαμεν ένα νεκρόν κείμενον και σκεπασμένον με πάπλωμα, τον οποίον, ως όλοι επαρατηρήσαμεν, και αυτός ο ιατρός Αγαμέμνων ήτο ακέραιος. Τότε είπαμεν αναμεταξύ μας, ότι οι Τούρκοι έχουν αποθαμμένον, και ότι θα φροντίσουν να τον θάψουν. Η πόλις όμως ολόκληρος ήτο ακάθαρτος, και παντού ήσαν νεκρά πτώματα ανθρώπων σαπησμένα και άταφα, τα οποία, ως ανωτέρω εἰπαμεν, οι ζωντανοί Τούρκοι έτρωγαν, διότι εις την πόλιν δεν υπήρχεν άλλο ζώον, ούτε γάτα, ούτε πετεινά, διότι τα είχαν φάγει προτήτερα.

 

Την ακόλουθον ημέραν εις τον ίδιον μέρος είδαμεν πάλιν το πάπλωμα εις την θέσιν του, αλλά παρατηρήσαντες ηύραμεν, ότι το ήμισυ του νεκρού, από την μέσην και επάνω έλιπεν, και ότι γύρω του πτώματος υπήρχαν μικρά κρέατος πετάματα, όμοια με εκείνα, τα οποία φαίνονται εις τα κρεοπωλεία όπου λιανίζουν τα κρέατα. Την δε τρίτην ημέραν όλως διόλου ο νεκρός αφανίσθη και τότε εννοήσαμεν, ότι οι ζωντανοί τρώγουν τους αποθαμμένους, αν και είχαμεν και προηγουμένως γνώσιν του τοιούτου, διότι οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει ένα Έλληνα, τον οποίον έπειτα κρυφά έσφαξαν εις το ερείπιον του Σάλα λεγόμενον και τον έφαγαν».

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Την ακόλουθον ημέραν με απάντησεν ο αρχηγός των Αλβανών, όστις, ως ανωτέρω είπαμεν, είχεν εις τας διαταγάς του όλους τους ξένους Τούρκους, και ομιλίας γενομένης μεταξύ μας περί άλλων πραγμάτων, ήλθεν ο λόγος και εις τα συμβάντα ης προηγουμένης ημέρας˙……….. Αυτός δε απεκρίθη και είπεν « ότι ο Θεός να μη με φέρη ποτέ εις τοιαύτην θέσιν˙αλλά σας λέγω ότι, καθώς έμαθα, γλυκύτερον φαγητόν εις τον κόσμον δεν είναι άλλο από το ανθρώπινον κρέας, και μάλιστα τα ψαχνά, όταν τα κάμνη κανένας κεφτέδες, ή ντολμάδες, τους οποίους τυλίσσουν με την πέτσαν του φύλλου της φραγγοσυκιάς, το οποίον προηγουμένως το βράζουν εις νερόν θαλασσινόν και εκβάλλουν την πέτσαν, και ότι τα μυαλά τα ανθρώπινα γίνονται τηγανητά με βούτυρον ακόμη γλυκύτερα, και επειδή δεν έχουν βούτυρον, ούτε λάδι, μεταχειρίζονται το ανθρώπινον λίπος δια το τηγάνισμα».

 

Το κράμα συναισθημάτων που μας γεννήθηκαν, μας έκανε να αναζητήσουμε το πρωτότυπο των απομνημονευμάτων του Φωτάκου, από το οποίο δανειζόμαστε την (α) υποσημείωση του συγγραφέα, στην σελίδα 242, εκδόσεις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1858.

 

{ Ο Σ. Τρικούπης ( Ιστ. Β΄340) λέγει ότι « εβγήκαν από το Ναύπλιον 150 εντόπιοι ιππείς την νύκτα κρυφίως και γνωρίζοντες καλώς τας θέσεις και τα μονοπάτια και λαλούντες και την Ελληνικήν γλώσσαν διέβησαν πριν φέξη δια των Ελληνικών ταγμάτων ως Έλληνες και έφθασαν εις Κόρινθον» Πρώτον ήτο δυνατόν να υπάρχουν τότε μέσα στο Ναύπλιον 150 ίπποι και μάλιστα επίλεκτοι; Και αν είχαν 150 άλογα δεν τα έτρωγαν να ζήσουν κάμποσον καιρόν; Ο ίδιος δε λέγει εις το αυτό μέρος ότι όχι μόνον έτρωγαν από την πείνά τους ακάθαρτα ζώα, αλλά και ανθρώπινα κρέατα, και ότι έβραζαν τα δέρματα των ζώων και ερροφούσαν τον ζωμόν των. Και όταν ταύτα έτρωγαν ήθελαν έχει μέσα 150 εκλεκτούς ίππους; Αλλ᾽εάν υποθέσωμεν και τούτο οι Έλληνες άμα τους έβλεπαν να περνούν ήτο δυνατόν να πιστεύσουν ότι ήταν Έλληνες; διότι ποτέ έως τώρα δεν είχαμεν εμείς ούτε έν καβαλάρη}.

 

Πηγές

 

  • «Μια πόλη στη λογοτεχνία, Ναύπλιο», Επιλογή κειμένων Θοδωρής Γκόνης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.
  • «Απομνημονεύματα της ελληνικής επαναστάσεως υπό Φωτάκου», Αθήνησι, Τύποις και βιβλιοπωλείο π.δ. Σακελαρίου, 1858.
  • Αλίκη Φακούρα, «Από την οθωμανική στην ελληνική πόλη», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, Νοέμβριος 2006.

 

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »