Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα, Ναύπλιο


 

Είναι ο μόνος ναός που χτίσθηκε το 1702 με τις φροντίδες και τα έξοδα της Ναυπλιακής Αδελφότητας των Ορθοδόξων Ελλήνων, όπως θετικά βεβαιώνει πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική πλευρά με κτιτορική επιγραφή σε ιαμβικούς στίχους: «Νεώς ο θείος Σπυρίδωνος θεσκέλου νυν εκ θεμέθλων συντόνως ανιδρύθη, εσθλή τε βουλή και χορηγία αφθόνω αδελφότητος ευσεβούς τε απάσης ΑΨΒ».

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, 1903. Φωτογραφία του Ελβετού Frederic Boissonnas (1858-1946).

 

Μας είναι άγνωστο αν στη θέση αυτή προϋπήρχε[1]  κάποια άλλη ομώνυμη μικρότερη εκκλησιά, και το γιατί αφιερώθηκε στον πολιούχο της Κέρκυρας. Ο μεταβυζαντινός αυτός ναός έχει σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάγωνο μεγάλο τρούλο και ημιεξάπλευρη κόγχη Ιερού. Η ανέγερση του κωδωνοστασίου έγινε το 1853. Η διακόσμηση και αγιογράφηση του κεντρικού τρούλου και των τριγωνοειδών θέσεων των Ευαγγελιστών έγινε με δαπάνη της Σοφίας χήρας Γεωργίου Ανδριανοπούλου το 1902 (Εργολαβικό Συμφωνητικό).

Στο αριστερό προσκυνητάρι του Ναού, είναι η Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, έργο του «Άντων. Μπαροΰ 1897, δαπάνη των ευλαβών γυναικών τής ενορίας του  Αγίου Σπυρίδωνα.

Το 1928 ενέσκηψε στο Ναύπλιο επιδημία θανατηφόρος «πανώλη» (Δάγγειος πυρετός) με πολλούς θανάτους κατοίκων της πόλης. Οι Ναυπλιώτες ανήσυχοι και τρομοκρατημένοι από την απειλή του θανάτου, έκαναν λιτανεία με την Εικόνα τής Αγίας στο Ναύπλιο, παρακαλώντας με δάκρυα την Αγία να τους σώσει από την θανατηφόρο αυτή ασθένεια. Και το θαύμα έγινε και  σώθηκαν από το βέβαιο θάνατο, γιατί δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη τα απαραίτητα φάρμακα, για να καταπολεμηθεί η αρρώστια αυτή και τόσες άλλες, από τις όποιες πέθαιναν πολλοί άνθρωποι. Από τότε, σε έκφραση ευγνωμοσύνης, προς την Αγία Βαρβάρα, γίνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, η λιτάνευση της Αγίας Εικόνας της, κατά την παραμονή της Εορτής της, 3 Δεκεμβρίου, μετά την ακολουθία του πανηγυρικού Εσπερινού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα

 

Ο Ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1952. Στον ναό αυτό εκκλησιάζονταν  τακτικά, ο ευλαβής Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας, θύμα της «διχόνοιας της δολερής» που δυστυχώς, ως μη έπρεπε, χαρακτηρίζει εμάς, τους κατά τα άλλα άξιους Έλληνες. Στην κύρια θύρα του Ναού, πάνω στην σημερινή οδό Καποδιστρίου, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο  Ιωάννης Καποδίστριας, ημέρα Κυριακή που πήγαινε στην αγαπημένη του εκκλησία να προσευχηθεί (27 Σεπτεμβρίου 1831).

 

Στου Αγίου Σπυρίδωνα την Εκκλησία

 

«Στις έξι το πρωί ήρθαν οι «δικιωτές» οι Μανιάτες, οι Μαυρομιχάληδες και πιάσανε ζερβόδεξα τις παραστάδες της θύρας, κάνοντας πρώτα το σταυρό τους κι ανάβοντας κερί ευλαβικά, ντυμένοι τα καλά τους, κρυμμένα τα όπλα τους, για τρίτη φορά – στις 20, στις 26, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 – αποφασισμένοι. Κι εκείνος, ο Κυβερνήτης, ήρθε στα εθνικά τα χρώματα, στα κυριακάτικα του.

Στο αντίκρισμά τους όλα τα κατάλαβε, μα δεν αλλαξοδρόμησε. Το στερνό βήμα του Καποδίστρια πάνω σε τούτο το κατώφλι κι ο στερνός χαιρετισμός του προς τον Κωνσταντή, τον ίδιο του το δολοφόνο, πού τον άρπαξε από το λαιμό και του έριξε με τη δίβολη πιστόλα στο κεφάλι… όταν την ίδια σχεδόν στιγμή ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κάρφωσε το μαυρομάνικο μαχαίρι του στη δεξιά βουβώνα του Καποδίστρια. Και τα δύο κτυπήματα θανατηφόρα».[2]

 

Υποσημειώσεις


[1] Το 1696 υπήρχε ενορία του Αγίου Σπυρίδωνα της οποίας το κτίριο έπαθε ζημιές «εις τον καιρό του πολέμου», σημειώνει ο εφημέριος Παρθένιος. Ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου από τους Ενετούς, το 1686, ήταν καταστροφικός, γιατί από τις σαράντα εκκλησίες που είχε, οι μισές περίπου ερειπώθηκαν. (Πέτρος Σαραντάκης, Αργολίδα – Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της, σελ. 81).

[2] Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988 – Κείμενα και Εικόνες, σελ. 165.

 

Πηγές


  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, Ιεροί Ναοί Ναΐδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου, Ναύπλιον 2008.
  • Πέτρου Σαραντάκη, Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια της, Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, Αθήνα 2007.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου , Ναύπλιο – Κείμενα και Εικόνες, Αθήνα 1988.

 

Read Full Post »

 

Καραβάνου Άννα – Schoelter

 

Καραβάνου Άννα - SchoelterΗ Άννα Καραβάνου – Schoelter γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1964 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα τέσσερά της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για τη Γερμανία, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς της. Στο Μόναχο έζησε μέχρι που τελείωσε το δημοτικό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα φοίτησε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο της Γερμανική Σχολής Αθηνών στον Παράδεισο Αμαρουσίου. Μετά την αποφοίτησή της σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1985 πήγε στην Αυστρία όπου και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Klagenfurt. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Από το 1988 διατηρεί εκεί φροντιστήριο γερμανικών. Η ιστορία υπήρξε πάντοτε ένα από τα ενδιαφέροντά της. Το 2008 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα, « Η κατάρα του πρίγκιπα ». 

Read Full Post »

Λιμός (πείνα) των Τούρκων του Ναυπλίου – Κανιβαλισμός


 

Μιά από τις πιο πικρές ιστορίες που έχουν γραφεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής παλιγγενεσίας, είναι κι αυτή που αναφέρει ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Αρχιστράτηγου της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του οποίου κείμενο έχει συμπεριλάβει ο πατριώτης μας  Θοδωρής Γκόνης στο πραγματικά υπέροχο βιβλίο του: Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ναύπλιο, «Λιμός  των Τούρκων – ανθρωποφαγία», σελ. 266-271, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Ιούνιος 2002, Αθήνα.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Είναι ένα κείμενο, που πραγματικά συγκλονίζει και κάνει τον αναγνώστη να ριγεί. Είναι το σημείο εκείνο που περιγράφει την δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Τούρκοι κατά την πολιορκία του Ναυπλίου και την τελική παράδοσή τους στους Έλληνες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τεκτονική Στοά Ναυπλίου  ( Μυστικές Εταιρείες )

 

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η πρώτη Τεκτονική Στοά στην ελεύθερη Ελλάδα, λειτούργησε στο Ναύπλιο. Μέχρι την δημοσίευση των σχετικών στοιχείων από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά το 1958,  θεωρείτο ότι η πρώτη Στοά με το χαρακτηριστικό όνομα  «Πανελλήνιον» λειτούργησε στην Αθήνα  το έτος 1863.

 

 

Από επιστολή του Ιωάννη Βαπτιστή Θεοτόκη κατοίκου Ναυπλίου, προς τον κόμη Διονύσιο Ρώμα* στην Ζάκυνθο, χρονολογημένη από 22 Μαΐου 1825, προκύπτει ότι  από τότε ξεκίνησαν οι διεργασίες για την ίδρυση Στοάς.

 

Στην επιστολή του γράφει:

 

 

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Δια του αρχιμανδρίτου Ζένσου σας παρεκάλεσα να μοι αποστείλητε πάν ότι αναγκαιοί δια να φωτισθώμεν, δηλαδή όπως ιδρύσωμεν μίαν στοάν Μασονικήν ( LoggiaM.) το μόνον μέσον ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος κτλ. Πάν άλλο σύστημα θα ήτο επικίνδυνον και θα εδημιούργει μεταξύ ημών διαφωνίας, τόσον περί της διατάξεως του ιδρύματος, όσον και περί του αποδεκτέου κανονισμού˙ ενώ το σύστημα του Μ. από αιώνων καθιερωμένον, δεν απαιτεί πολλήν εργασίαν, όταν δε τεθή εις ενέργειαν δυνάμεθα να τω δώσωμεν άλλην μορφήν˙ αλλ᾽ εις ημάς τους ενταύθα έλαχεν ο κλήρος να είμεθα πάντη ακατάλληλοι όπως αναλάβωμέν τοιαύτα, ήτοι διδαχάς, κατηχήσας κτλ.

 

Καθιστώ υμίν γνωστό, ότι ο φίλος κ. Γερακάρης θα επανέλθη εις Πελοπόννησον. Καλόν θα ήτο λοιπόν αν δι᾽ αυτού μοί αποστέλλοντο εν τάξει πάντα τα αναγκαιούντα, όπως, ανοίξωμεν την Μασονική Στοάν, την οποίαν πλείστοι Αδελφοί τοσούτον ποθούσι».

 

Η επιστολή βρήκε απόλυτη ανταπόκριση. Με τον Γ. Γερακάρη εστάλησαν στο Ναύπλιο από την Ζάκυνθο όλα όσα χρειαζόντουσαν. Τυπικά, συμβολικά εργαλεία και άλλα χρειώδη. Τότε στην Ζάκυνθο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο Μασονισμός, κάτω από την ηγεσία του κόμη Δ. Ρώμα.

 

Βέβαια, περισσότερες πληροφορίες για την δράση της Τεκτονικής Στοάς στο Ναύπλιο δεν έχουμε. Πάντως, γεγονός είναι ότι το 1826 λειτουργούσε κανονικά η Στοά.

 

Αυτό προκύπτει από ένα έγγραφο εισδοχής νέου μέλους στην Μασονική Στοά του Ναυπλίου, το οποίο γραμμένο στα Λατινικά, βεβαιώνει την εγγραφή του και προτρέπει όλες τις άλλες Στοές να αναγνωρίσουν την ιδιότητά του, να συνεργάζονται μαζί του και να του παρέχουν όποια βοήθεια ζητηθεί από αυτόν.  

 

 

Υποσημείωση

 

* Ο Διονύσιος Ρώμας, γιος του προξένου της Βενετίας στην Πελοπόννησο, Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα (1725-1796) και της Διαμαντίνας Καπνίση, γεννήθηκε το 1771. Σπούδασε νομικά στην Πάδοβα και όταν τελείωσε τις σπουδές του επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Το 1794 ο Ρώμας διαδέχθηκε τον πατέρα του στη θέση του γενικού προξένου της Βενετίας στο Μοριά και στη Ρούμελη. Με αυτή την ιδιότητά του συνδέθηκε και καλλιέργησε σχέσεις με τους σημαντικότερους προκρίτους (Μαυρομιχάληδες, Ζαΐμηδες, Λόντους, Δεληγιάννηδες, Νοταράδες, Κρεββατάδες) και οπλαρχηγούς του τόπου. Από τους οπλαρχηγούς ξεχώρισε  τον Θ. Κολοκοτρώνη με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.

 

 Το 1803  εκλέχθηκε μέλος της συντακτικής επιτροπής για τη ψήφιση του Επτανησιακού Συντάγματος και το 1806 διορίστηκε στη θέση του Πρύτανη Κερκύρας, από όπου διαχειρίστηκε με απαράμιλλη ευθύτητα τις εγχώριες υποθέσεις. Το 1809 εξελέγη γερουσιαστής και το 1810 ταξίδεψε ως αντιπρόσωπος των Ιονίων Νήσων, μαζί με τους Ε. Θεοτόκη, Μ. Μεταξά, Σπ. Κονδό και Στάμο Χαλικιόπουλο, στο Παρίσι  για να συγχαρεί τον Ναπολέοντα Α΄ για τη γέννηση του γιου του, βασιλιά της Ρώμης. Στη Γαλλία παρασημοφορήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”. Το 1816 ήρθε σε σύγκρουση με τον άγγλο Ύπατο Αρμοστή Θ. Μαίτλαντ για την επιβολή απολυταρχικού καθεστώτος και έφυγε από την Κέρκυρα για τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε και αφιερώθηκε  ολόψυχα σε πατριωτικά και πνευματικά έργα.

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

 


Τον Απρίλιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά. Το 1820 αγγλικό στρατιωτικό άγημα απέκλεισε το αρχοντικό του Ρώμα με σκοπό  την ανακάλυψη μυστικών πατριωτικών εγγράφων, ενώ ο Ρώμας δικαιολογήθηκε στον τοποτηρητή Ross,  τέκτονα χαμηλότερου βαθμού, ότι επρόκειτο για τεκτονικά έγγραφα και έτσι σταμάτησε κάθε ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά για να αποφύγει την καταδίωξη των Άγγλων και τη φυλάκιση, ο Δ. Ρώμας  κατέφυγε στη Βενετία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ίδρυσε αμέσως την Επιτροπή Ζακύνθου με σκοπό την οικονομική και πολεμική ενίσχυση του Αγώνα. Το 1833 μετέβη στο Ναύπλιο για να υποδεχθεί τον Όθωνα, αλλά εκεί κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε συνομωσία εναντίον του μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Δ. Πλαπούτα , οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όταν αναθεωρήθηκε η δίκη (από τους Γ.Τερτσέτη, Γ.Πολυζωΐδη) και αποκαλύφθηκε η σκευωρία και η ανυπόστατη κατηγορία, οι τρεις άνδρες αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο Όθωνας τίμησε τον Ρώμα με το ανώτερο παράσημο του Ταξιάρχη του Σωτήρος και τον ονόμασε Σύμβουλο της Επικρατείας.
 

Ο Διονύσιος Ρώμας ήταν παντρεμένος με την Αδριάνα Σταυράκη Λοκατέλλι και είχε δύο γιούς: τον Γεώργιο Κανδιάνο (1796-1860) και τον Γεώργιο Δημήτριο (1805-1874). Πέθανε στη Ζάκυνθο, σε ηλικία 86 ετών, στις 26 Ιουλίου 1857. 

 

 

Πηγή                                                                  

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958» σελ. 294 – 295, Αθήνα 1957.                                                      
  •  Τα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται δανείστηκαν από τον ιστότοπο της Οικογένειας Ρώμα.

 

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)

Read Full Post »

Willy Ronis

 

Ο Willy Ronis γεννήθηκε στο Παρίσι  στις 14 Αυγούστου του 1910. πατέρας του είχε έλθει από την Οδησσό ως πρόσφυγας και άνοιξε  ένα στούντιο φωτογραφίας στην λεωφόρο Voltaire  στο βόρειο τμήμα του Παρισιού. Ο νεαρός  Ronis, στάθηκε δίπλα στον πατέρα του και ανέπτυξε έναν ισχυρό θαυμασμό για αυτόν, είχε κληρονομήσει όμως το μουσικό ταλέντο της μητέρας του και το ενδιαφέρον του για την  μουσική ήταν  μεγάλο με την ελπίδα κάποτε  να γίνει συνθέτης.

 

Willy Ronis - Ναύπλιο 1980

Willy Ronis - Ναύπλιο 1980

Στα δεκαπέντε του  πατέρας του του έδωσε μια φωτογραφική μηχανή αλλά δεν ανάπτυξε πολύ  ενδιαφέρον για την φωτογραφία ώσπου κάποιος πλούσιος πατέρας ενός από τους φίλους του  του δάνεισε μια  Contax Τον εντυπωσιάστηκε η δυνατότητα να φωτογραφίζει χωρίς ισχυρό φωτισμό  Μια από τις πρώτες του φωτογραφίες είναι  μια νυχτερινή λήψη μερικών φίλων γύρω από μια φωτιά με ξυλά. Όπως όλοι οι  νέοι της εποχής ο Ronis στρατεύτηκε υποχρεωτικά   και όταν επέστρεψε από το στρατό το 1932 τα σχέδιά του για μια μουσική σταδιοδρομία εγκαταλείφθηκαν μιας και ο πατέρας του έπασχε από καρκίνο και δεν θα μπορούσε πλέον να κρατήσει το κατάστημα έτσι ο Ronis  αναλαμβάνει το φωτογραφείο Αυτή ήταν μια δουλειά που μίσησε , δεν υπήρχε τίποτα δημιουργικό.


Σε μια επίσκεψη του  στην ετήσια διεθνή έκθεση φωτογραφίας στο Παρίσι είδε την δουλειά από φωτογράφους όπως ο Alfred Stieglitz, Ansel Adams και άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως να είναι δυνατόν να φωτογραφίσει με τον τρόπο του και έτσι  να εκφράσει τα δημιουργικά του ενδιαφέροντά του. Από εκείνη την στιγμή  ξόδευε ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του  περιπλανομένος στους δρόμους  του Παρισιού με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι.
Όταν ο πατέρας Ronis πέθανε το 1936, απελευθερώθηκε από το κατάστημα και το εγκατέλειψε αμέσως για να δοκιμάσει το φωτορεπορταζ. Η πραγματική σταδιοδρομία του ως Φωτορεπόρτερ  άρχισε με ένα ρεπορτάζ στην επιστροφή των αιχμαλώτων πολέμου το 1945, 
Μετά από μια επιτυχή σταδιοδρομία ως Φωτορεπόρτερ ο Ronis αποφάσισε στην ηλικία των 50 ότι το ύφος φωτογραφίας του δεν ήταν πλέον αυτό που η αγορά επιθυμούσε και  απομακρύνθηκε από το Παρίσι, περνώντας την επόμενη περίοδο διδάσκοντας στην  Vaucluse. Η εργασία του επέστρεψε στην δημοσιότητα στο φεστιβάλ Arles το 1980, και από τότε έχει συμπεριληφθεί  σε σημαντικά μουσεία σε όλο τον κόσμο.


Όμως δεν περιορίστηκε στη αποτύπωση στιγμιότυπων ζωής από το Παρίσι, αλλά φωτογράφισε και άλλες χώρες, κυρίως βαλκανικές, μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα. O Willy Ronis παραμένει αεικίνητος κυνηγός της ζωής και των εικόνων της. Μέχρι τα 85 του χρόνια έκανε ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο. Μέχρι τα 90 του έκανε τις καθιερωμένες βόλτες στο Παρίσι, φωτογραφίζοντας. Τώρα, στα 96 του χρόνια, δεν μπορεί να κάνει τίποτα από αυτά, αλλά εξακολουθεί να αγαπά τη ζωή. Το περασμένο φθινόπωρο ήταν το τιμώμενο πρόσωπο στη Γαλλία, με σειρά εκδηλώσεων με αποκορύφωμα τη μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Δημαρχείο του Παρισιού, που είχε περισσότερους από 500.000 επισκέπτες μέσα σε δύο μήνες.

 

Πηγή

 

  • Jean – Claude Gautrand, « Willy Ronis », Taschen 2004.

 

Read Full Post »

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Read Full Post »

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς (1788-1841)

 

Άγγλος στρατηγός από τη Σκωτία και φιλέλληνας, από τους πρώτους που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και αγαπούσε τα ταξίδια. Έτσι, αποχώρησε από το στράτευμα της Αγγλίας και από το 1810 άρχισε να ταξιδεύει. Επισκέφθηκε πολλά μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Στην Κωνσταντινούπολη μάλιστα παντρεύτηκε Ελληνίδα αρμενικής καταγωγής.

 

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

 

Με την έναρξη της επανάστασης απέπλευσε με δικό του πλοίο από τη Μασσαλία με προορισμό την Ελλάδα. Κατέληξε στα Τρίκορφα, έξω από την Τρίπολη, τον Αύγουστο1821, έχοντας μαζί του 600 όπλα, τρία κανόνια και μολύβι. Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον δέχτηκε με τιμές και του ανέθεσε να συγκροτήσει σώμα από Έλληνες και Φιλέλληνες. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου του 1821), απογοητευμένος και οργισμένος από την απειθαρχία και τις σφαγές των Ελλήνων, έφυγε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος επιτροπής για την ενίσχυση του Αγώνα με χρήματα και όπλα. Επανήλθε στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση των Ελλήνων (1826) και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, από όπου έστελνε τρόφιμα προς τα ελληνικά στρατόπεδα και άλλα εφόδια, που έρχονταν από το εξωτερικό. Την ίδια χρονιά έφτασε στο Ναύπλιο με 14.000 λίρες. Ήταν τα τελευταία χρήματα από το β΄ δάνειο. Το 1827 πολέμησε εναντίον του Κιουταχή από τον λόφο της Μουνυχίας, τον οποίο οχύρωσε, επικεφαλής 2.300 Ελλήνων. Μα και πάλι έφυγε, αγανακτισμένος από την κακή συμπεριφορά των Ελλήνων. Αργότερα ξαναήλθε, προσέφερε και άλλες υπηρεσίες στη χώρα και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Στο Άργος έκτισε την περίφημη οικία Γόρδωνος το 1829 και γι’ αυτό μερικά χρόνια αργότερα η γειτονιά ονομαζόταν συνοικία Γόρδωνος, πρώην Αρβανιτιά επί τουρκοκρατίας.

Όταν ήρθε σε ρήξη με τον Άρμανσμπεργκ, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα. Πέθανε στη Σκωτία το 1841. Έγραψε ιστορία «Περί της Ελληνικής Επανάστασης», έργο πλούσιο σε ιστορικές πληροφορίες, αλλά κακίζει τους Έλληνες για τη σκληρότητά τους, γιατί του ήταν δύσκολο να κατανοήσει ότι το μίσος εναντίον του εχθρού οφειλόταν στην καταδυνάστευση των Ελλήνων και στα πολλά εγκλήματα του τυράννου σε βάρος τους.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)

 

 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Λίμπρο ντ’ Όρο (Libro d’ Oro). Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.

Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).

Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα. 

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα,* που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας,  ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος ο πρώτος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λειψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. 

Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης από το 1814 ως το 1822, υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία.

Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν και τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της Ελβετίας, παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ.

Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.

Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.

Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη,** έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη.

Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος.

Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη.

Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Βασίλη Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει.

Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια. Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.

  

Υποσημειώσεις  

 

* Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

  Οι γραμμές αυτές είναι της Ρωξάνδρας Στούρτζα.

** Αν ο καθένας από εσάς (και ομιλώ δι’ εκείνους που κατέχουν τας πρώτας θέσεις εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας) με εβοήθει ολίγον και καλοπίστως, λησμονών δια μίαν στιγμήν τα προσωπικά του συμφέροντα, το έργον μου θα εγίνετο περισσότερον εύκολον δι’ εμέ και περισσότερον καρποφόρον δια την Πατρίδα… 

 Προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,   Μάιος 1828

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Κωνσταντίνου Τσάτσου, « Ιωάννης Καποδίστριας – Διακόσια χρόνια από την γέννησή του 1776 – 1976 », Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.
  • Ιωάννης Καποδίστριας, « Κείμενα»,  Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

Peter von Hess – Πέτερ Φον Ες (1792 – 1871)


 

Peter von Hess

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στην Ελλάδα συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν. Ο ελληνικός πληθυσμός είχε μεγάλες προσδοκίες για τον 17χρονο βασιλιά.  Όλοι προσδοκούσαν να ανοίξει το δρόμο για την ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία ανασυστάθηκε  μετά από ένα αιματηρό αγώνα ανεξαρτησίας από τα δεσμά  της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτές τις ανεπανάληπτες και μεγάλες στιγμές του Ελληνικού έθνους είχε την ευκαιρία να βιώσει ο Von Hess καταγράφοντας τες με τον χρωστήρα του.

Peter von Hess (1792-1871)

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. Είναι γνωστός και καθιερωμένος ζωγράφος  πολεμικών θεμάτων που το ύφος και η πλαστική του γλώσσα ακολουθούν την παράδοση της γερμανικής ρομαντικής ζωγραφικής ιστορικών σκηνών, εμπλουτισμένης με προσωπικά του στοιχεία.  Σε ηλικία 15 ετών περίπου, αυτός και ο αδελφός του Heinrich, έφυγαν από το Ντίσελντορφ με την οικογένειά τους και εγκαταστάθηκαν στο Μόναχο. Εκεί σπούδασε στην Ακαδημία από το 1809 έως το 1814.

 Ως  νεαρός ζωγράφος ακολούθησε τον Ναπολέοντα στις εκστρατείες του. Το χρονικό διάστημα 1816 -17 ανέλαβε μια μελέτη και ταξίδεψε στην Ιταλία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί ανακάλυψε την προτίμησή του σε ένα νέο προσωπικό ύφος και πλαστικότητα, συνδυάζοντας το ιταλικό τοπίο με το ρουστίκ. Το 1824 ήταν ένας από τα ιδρυτικά μέλη της συντεχνίας των καλλιτεχνών του Μονάχου η οποία σύντομα έγινε ένα βήμα για μια πιο  πολιτική προσέγγιση  για  τους  ομόφρονες της τεχνικής του. Σήμερα, μνημειώδεις σκηνές  συχνά φαίνονται να είναι καθαρά θεατρικές. Όμως, μετά από μία πιο προσεκτική ματιά, διαφαίνεται μια γοητεία που οφείλεται στην απόλυτη  προσοχή της λεπτομέρειας.

 

Πηγή


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »