Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Οπλαρχηγός’

Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (1804-1825)


 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αγωνιστής του ’21 και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Γεννήθηκε στη Μάνη το 1804 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1825. Στα δεκαεπτά του χρόνια αφοσιώθηκε στον εθνικό αγώνα. Μπήκε με τον πατέρα του στην Καλαμάτα και με τον αδελφό του Ηλία και το θείο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη πολέμησε γενναία στη μάχη του Βαλτετσίου. Κατά την εισβολή του Δράμαλη, κλείσθηκε στην ακρόπολη του Άργους, αντιτάσσοντας απεγνωσμένη άμυνα κατά του εχθρού.

Μετά την απόβαση του  Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο, οι Αιγύπτιοι λεηλατούσαν τις επαρχίες της Μεσσηνίας και την Κορώνη, στις  9 Απριλίου 1825 παρατάχθηκαν μπροστά από το φρούριο του Νεοκάστρου. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης έσπευσε να εισέλθει στο φρούριο με πολλούς άλλους. Περιφερόμενος στις 14 Απριλίου 1825 στις επάλξεις για να εμψυχώσει τους Έλληνες, τραυματίστηκε και πέθανε από αυτό το τραύμα αργότερα στην Κυπαρισσία.

Στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από την 1η Ιανουαρίου του 1824,  διαβάζουμε:  

Μεσολόγγιον 26 Μαρτίου 1825,

«Από γράμματα Ναυπλίου των 20 του τρέχοντος…. Εις τας 16 του τρέχοντος οι εχθροί επιχείρησαν να κάμουν έφοδον κατά του Νεοκάστρου, αλλ’ απέτυχον αποκρουσθέντες από τους εντός του φρουρίου γενναίως, και πολεμηθέντες ενταυτώ και από τους έξω
πολιορκούντας αυτούς Έλληνας, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Ολύμπιος στρατηγός Καρατάσσος, και ο νεώτερος υιός του Πέτρου Μαυρομιχάλη ο καπετάν Γιάννης έδειξαν ηρωϊσμόν μέγαν πολεμήσαντες συστάδην· ο πρώτος περικυκλωθείς από τους εχθρούς με τους περί αυτόν αιφνηδίως, αντεστάθη ικανήν ώραν, και φονεύσας πολλούς εξήλθε τελοσπάντων από τας χείρας των αβλαβής, και θριαμβευτής· ο δεύτερος, άξιος αδελφός και συγγενής των ηρώων Ηλία, και Κυριακούλη, αφού ήλθε και αυτός εις χείρας σχεδόν με τους εχθρούς, πληγωθείς την δεξιάν χείρα ετραβίχθη ενδόξως από το πεδίον της μάχης…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 25.]

«Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

«Αδελφοί Έλληνες!

Ευχαρίστως έπιον και το πικρόν τούτο ποτήριον. Εθυσιάσθη ενδόξως μαχόμενος υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και έτερος φίλτατός μου υιός Ιωάννης Μαυρομιχάλης, όστις ετραυματίσθη κατά την εν Νεοκάστρω μάχην εις τας 14 του παρόντος ανδρείως πολεμών τον βάρβαρον εχθρόν, και μετά οκτώ ημέρας παρέδωκε το πνεύμα του εις τον θεόν.

Ούτος ο ένδοξος μάρτυς της φιλτάτης ελευθερίας, ήδη επαναπαύεται εις τους κόλπους του Αβραάμ και αγάλλεται αξιωθείς να επισφραγίση την δόξαν του με τοιούτον έντιμον θάνατον. Γαίαν έχοις ελαφράν, τέκνον γλυκύτατον των αθανάτων προπατόρων σου, άξιον και των μαχιμωτάτων αδερφού σου και θείου σου Ηλιού και Κυριακούλη εφάμιλλον! ο θάνατός σου ήδη βαλσαμόνει τας κινδυνώδεις πληγάς, όσας αι δειναί περιστάσεις ήνοιξαν εις την καρδίαν μου, επειδή με δίδει χρηστάς ελπίδας ότι της Σπαρτιατικής ευθαρσίας σου το παράδειγμα το αξιομίμητον θα ελευθέρωση το πατρώον έδαφος από την στυγεράν παρουσίαν των απάνθρωπων τυράννων˙ ναι αδερφοί Έλληνες! και φίλτατοί μου Σπαρτιάται! το γενναίον παράδειγμα του νεανίσκου τούτου μιμούμενοι δράμετε να εκδικηθήτε το αίμα του»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Εν Τριπολιτσά, 25 Μαρτ. 1825.

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 32.]

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 16ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «Adam Friedel / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

 

 Φιλικός και αγωνιστής του 1821, νεότερος αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρία. Γεννήθηκε στην Μάνη και ήταν γιος του Πιέρρου Μαυρομιχάλη.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, λιθογραφία 1841.

Στον πρώτο χρόνο του Αγώνα, εκτός από τη συμμετοχή του σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο ανέλαβε και τη διεύθυνση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Το 1822 πολέμησε στο Άργος εναντίον του Δράμαλη. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του στη νικηφόρα έκβαση της μάχης των Μύλων του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1825.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες – Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τρίπολης, του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 Κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Αποφυλακίστηκε όταν δόθηκε γενική αμνηστία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος στη Δ’ Εθνοσυνέλευση και βουλευτής ενώ διετέλεσε γερουσιαστής και επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα.

Διαβάστε ακόμη:

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

Read Full Post »

«Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον». (Λόγος διδασκάλου, Αλωνίσταινα, 25 Μαρτίου 1843). Σπ. Γ. Δημητρακόπουλος, Δικηγόρος. “Πελοποννησιακά”  (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

Αποθήκευση Έγγραφου: «Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)


 

Ο μεγαλύτερος γιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου (1800 – 1824). Γεννήθηκε και σπούδασε στη Ζάκυνθο. Γνώριζε αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά και λίγα Γαλλικά. Τον Απρίλιο του 1821 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του αγώνα (στο Βαλτέτσι, στην πολιορκία της Τρίπολης και στα Δερβενάκια, όπου και διακρίθηκε). Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Μπουμπουλίνας. Υπήρξε πρώτος πολιτάρχης της ελεύθερης Τρίπολης. Σκοτώθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο στις 21-11-1824 στην Αρκαδία.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 


 « Επανελθών μετά τον πατέρα του από την Ζάκυνθον κατά τας αρχάς του Απριλίου του 1821 εις τον Πύργον της Ηλείας, ευρέθη τότε εκεί, ότε ήλθον οι Λαλαίοι Τούρκοι και επολέμησαν μετά των εντοπίων Ελλήνων, αρχηγούντος του περιφήμου Χαραλάμπους Βιλαέτη. Μετά δε ταύτα ανέβη εις του Πάπαρι και εις Βαλτέτσι έχων μαζί του και τον αδελφόν του Ιωάννην τον επονομασθέντα ύστερον Γενναίον.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Κατόπιν ο πατέρας του διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζῃ τους στρατιώτας εν γένει και κατ᾿ αναλογίαν, και να προβλέπῃ τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους· εις τον διορισμόν του τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον, η δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου.

Μετὰ ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς. Ελθόντος δε του πρίγκηπος Υψηλάντη εις το Άστρος, ο μεν πατέρας του υπήγε μετά των άλλων προς αποδοχήν αυτού, ο δε Πάνος έμεινεν εις τον στρατὸν της πολιορκίας ως αντιπρόσωπός του. Τότε δε μάλιστα μάχης γενομένης μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκουμένων, ο Πάνος καλώς εδιοίκησε, διότι ετόλμησε και κατέβασε τους Έλληνας εις τον κάμπον, όπου κατά πρώτον επολέμησαν ούτοι με την καβαλαρίαν των Τούρκων κατά το Μαρκοβούνι και τον Μύτικα.

Έπειτα δε διωρίσθη και υπήγεν εις τα Μεγάλα Δερβένια με σώμα στρατιωτών, και με πολλούς άλλους καπεταναίους δια ν’ ασφαλίσουν τον Ισθμόν. Εκείθεν πάλιν επανήλθεν εις την πολιορκίαν, και κατόπιν συνώδευσε τον Δ. Υψηλάντην εις τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Μαθών δε κατόπιν την άλωσιν της Τριπολιτσάς, ήλθεν τρεχάτος εις την πόλιν, και ο πατέρας του τον διώρισε πολιτάρχην δια την ευταξίαν κατ᾿ αίτησιν των κατοίκων, και ύστερον αφού εγένετο η Πελοποννησιακὴ Γερουσία, αυτή επίσης τον διώρισε πολιτάρχην της, και τον ωνόμασε χιλίαρχον, αλλ’ έκαμνε χρέη πολιτικά, και δια τούτο οι εν ενεργεία στρατιωτικοὶ τον επερίπαιζαν, διότι ο πόλεμος ήτον ανοικτὸς, και δεν είχον αξίαν εκείνοι, οι οποίοι ευρίσκοντο με τους κοινώς τότε λεγομένους καλαμαράδες, ήγουν τους γραμματισμένους και καταγινομένους εις τα πολιτικά.

Ύστερον δε εστάλη εις την Αργολίδα, ως αντιπρόσωπος της Γερουσίας, δια την παραλαβὴν του Ναυπλίου, διότι είχε στείλει η Γερουσία επιτροπὴν εκ των μελών της δια να παρευρεθούν και συμπράξουν μετά του εκτελεστικού εις την συνθήκην της παραδόσεως του φρουρίου.

Επειδή όμως δια την τότε εισβολήν του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον η συνθήκη εκείνη εχάλασεν, ο Πάνος έκτοτε επήρε τα όπλα και επολέμει εντὸς και εκτός του Παλαιοκάστρου  του Άργους. Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παληκάρι και μάλιστα πολὺ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθερὰν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του.

Μετὰ δε ταύτα πάλιν ανέβη εις το χρέος του πλησίον της Γερουσίας, την οποίαν εφρούρει. Ύστερον δε διετάχθη πάλιν από τον αρχιστράτηγον πατέρα του να καταβή εις τα Δερβενάκια και συστήσῃ την πολιορκίαν των δύω φρουρίων δια να εμποδίσῃ την συγκοινωνίαν των Τούρκων και τας τροφὰς τας οποίας τυχὸν οι Τούρκοι της Κορίνθου ήθελον στείλει εις τους εν Ναυπλίω.

Μετά τούτο ανέβη πάλιν εις την υπηρεσίαν του πλησίον της Γερουσίας, η οποία τον έστειλε τότε εις το Λεωνίδιον δια να εισπράξη τον κοινώς λεγόμενον έρανον προς πληρωμὴν του εκεί Ελληνικού στόλου, όστις έμελλε να προσβάλῃ τον ερχόμενον από την Κωνσταντινούπολιν Τουρκικὸν και φοβερίζοντα την καταστροφὴν των ναυτικών νήσων, όπως εμβάσῃ τροφὰς εις το Ναύπλιον. Οι δε πρόκριτοι των Σπετσών επροσκάλεσαν τον Πάνον δια να υπάγῃ να τους υπερασπισθή, και λαβὼν περί τους 350 στρατιώτας τη συνδρομή των κατοίκων Λεωνιδίου επέρασεν εις την νήσον.

Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας της η Συνέλευσις του Άστρους, η νέα Κυβέρνησις διώρισε τον Πάνον φρούραρχον Ναυπλίου, κατόπιν δε όταν ήλθεν η εσωτερική ανωμαλία τον έβγαλαν από το Ναύπλιον δια της συγκαταθέσεως του πατρός του, όστις παρέδωκε τότε το φρούριον εις τους δύω Ανδρέαν Ζαΐμην και Λόντον.

Έπειτα η Κυβέρνησις του Κουντουργιώτη, την οποίαν ανεγνώρισεν ο Πάνος και όχι ο πατέρας του, τον διώρισε να υπάγῃ εις την πολιορκίαν των Πατρών μετά του αδελφού του Γενναίου, ως και τους δύω Ανδρέας.

Μετά δε ταύτα αφού τα Πελοποννησιακὰ πράγματα ανεκατώθησαν κατά του πατρός του, ανεχώρησεν από τας Πάτρας και υπήγεν προς βοήθειαν αυτού και της οικογενείας του, ἡ οποία ήτον εντὸς της Τριπολιτσάς. Τότε η αντιπολίτευσις εκινήθη κατά της Κυβερνήσεως και τα στρατεύματά της ήλθον να πολιορκήσουν την Τριπολιτσάν, και επολέμησαν έξωθεν αυτής τα κυβερνητικά στρατεύματα.

Ο δε Πάνος τότε μαθών παρά του Ι. Πετροπούλου, ότι ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος πολεμεί με τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως κατά το χωρίον Άγιον Σώστην, και ότι ηχμαλωτίσθη, υπήγεν εις βοήθειάν του, αλλά δεν επρόφθασε να τον ελευθερώσῃ, και εγύρισεν οπίσω να υπάγῃ εις την Σιλήμναν έφιππος, όπου ήτο ο πατήρ του, μετά τριών άλλων επίσης καβαλαραίων οικείων του, του Θ. Ρηγοπούλου, Ι. Βανικιώτου και Ανάστου Σαμαράνη· ενώ δε επορεύετο αργά εις Σιλήμαν, αιφνιδίως τότε από το όπισθεν μέρος του ήλθε βόλι τουφεκίου, τον εύρε εις τον κρόταφον, προς τα αριστερά του ινίου, και ούτως έπεσεν άφωνος ο Πάνος, και εχάθη πολύτιμος και πεπαιδευμένος στρατιωτικός, διότι εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γ. Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους. Το δε κρανίον του σώζεται εις τας χείρας του ιατρού Ι. Πύρλα».

 

Πηγές

 

 


  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 

Ο Στάϊκος  Σταϊκόπουλος υπήρξε αγωνιστής του 21.Γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας το 1798. Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Από νωρίς έγινε μέλος της Φιλικής εταιρίας. Το 1821 με την έναρξη της επανάστασης σύστησε δικό του στρατιωτικό σώμα και από την Ύδρα πέρασε στο Άργος.

Αμέσως οργάνωσε την πολιορκία του Ναυπλίου και γρήγορα μετατράπηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές αυτής. Στη συνέχεια διακρίθηκε σαν επικεφαλής της πολιορκίας της Ακροκορίνθου (1823). Επίσης έλαβε μέρος στη Β’ εθνοσυνέλευση του Άστρους. Στη διάρκεια του αγώνα είχε το βαθμό του στρατηγού, ενώ μετά την άφιξη του Όθωνα έγινε αντισυνταγματάρχης. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1835. Ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Δημητρακοπούλου και είχε μια κόρη την Ζαχαρούλα.

 

 

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

 

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

 

Στάικος Σταϊκόπουλος

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος


 

Η 30ή Νοεμβρίου του 1822 είναι η γενέθλια ημέρα της Ελευθερίας για τους Ναυ­πλιώτες και όλους τους κατοίκους της Αργολίδας. Η πολιορκία του Ναυπλίου είχε αρχίσει στις 4 Απριλίου του 1821, αλλά το τουρκοκρατούμενο Ανάπλι, οχυρωμένο από τους Βενετσιάνους από το 1687 με τα κάστρα του Παλαμηδιού, του Ιτς Καλέ και του Βαρουσίου, αντιστεκόταν πεισματικά στην ελληνική ορμή. Ώσπου ήρθε η ώρα η ευλογημένη του Σταϊκόπουλου και των παλικαριών του που, ανήμερα τ’ Αγιαντρέα, κυρίευσε το Παλαμήδι με τολμηρό ρεσάλτο.

Έκτοτε, οι Ναυπλιώτες γιορτάζουν τούτη την ημέρα ως την άγια ημερομηνία του Μεγάλου Σηκωμού, που έφερε το προαιώνιο «ποθούμενο» των Πανελλήνων. Όλοι οι ιστορικοί του 1821 στέκονται σε τούτη την ημερομηνία με υπέρτατη χαρά και μας δίνουν λαμπρές σελίδες για το τόλμημα του νεαρού παλικαριού από τη Ζάτουνα, του «Σταϊκούλη» όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά, που η βροχερή νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου έμελλε να ήταν η μεγάλη ώρα της μοίρας του.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδι. Peter Von Hess, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

 

Ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1851-1915), διδάκτωρ της Νομικής και πολιτικός, μας έδωσε το χρονικό τούτης της αλώσεως στο καλοδουλεμένο όγδοο κεφάλαιο της «Ναυπλίας», η οποία είδε το φως της δημοσιότητας το 1898 και ξανατυπώθηκε το 1950 από τον προοδευτικό σύλλογο «Ο Παλαμήδης» (σελ. 358+ ιδ). Ο ιστορικός αυτός, τον οποίο ακολουθούμε εδώ, είχε υπόψη του τις μαρτυρίες της εκπόρθησης του Παλαμηδιού, κυρίως του Αμβρόσιου Φραντζή, του Φωτάκου, του Κολοκοτρώνη, του Τρικούπη και των άλλων ιστορικών του 19ου αιώνα, τις οποίες δεν αναφέρει συχνά.

Από τις προφορικές ενθυμήσεις γερόντων των ημερών του, τα δημοτικά τραγούδια και τις κριτικές της Ιστορίας του, ο Μιχ. Λαμπρυνίδης κατάρτισε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένη και βελτιωμένη, σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, που παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου αυτού. Την δώρισε στον «Παλαμήδη» η κόρη του Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη, το 1949, με το ρητό όρο της δημο­σίευσης. Ο επιμελητής της «β’ εκδόσεως» Άγγελος Αθ. Κλεισιούνης, Ναυπλιώτης και αυτός, ξανατύπωσε την α’ έκδοση με μερικές τροποποιήσεις.

Όπως σημειώνει η ιστορικός Ευτυχία Δ. Λιάτα στον πρόλογο της δ’ εκδόσεως (2001) «στην β’ γραφή της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης αξιοποιεί πρώτος αυτός το πλούσιο υλικό δύο πολύ σημαντικών πηγών: Είναι η «Βιβλιοθήκη του αοιδίμου Σπυρίδωνος Τρικούπη, ης μετά πολλής ευμενείας» του επετράπη η αναδίφηση και το αρχείο «της Δημαρχίας Ναυπλίας, όπως επ’ εσχάτων» του έγινε προσιτό. Κι ακόμα, διάφορες άλλες δευτερεύουσες πηγές και πληροφορίες που ετέθησαν υπόψη του, πλούτισαν το κείμενο σχεδόν μέχρι υπερδιπλασιασμού του».

Ο σύλλογος «Παλαμήδης» μου επέτρεψε την αναδίφηση στο όγδοο κεφάλαιο της δεύτερης γραφής της «Ναυπλίας», «τελευταία πολιορκία και άλωσις» και διαπίστωσα τα εξής: α’ Ακολουθεί πιστά τη διάταξη της ύλης της πρώτης εκδόσεως, β’ χωρίζει σε υποκεφάλαια το κείμενο της α’ εκδόσεως, γ’ προσθέτει νέα στοιχεία για διάφορους ντόπιους οπλαρχηγούς και δ’ πλουτίζει την αφήγησή του με δημοτικά τραγούδια της εποχής που διασώζει.

Αλλά είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε το συναξάρι της 30ής Νοεμβρίου, να ι­δούμε, προηγουμένως, την 20μηνη τελευταία πολιορκία τ’ Αναπλιού και να ζήσουμε με τη φαντασία μας τούτη τη μεγάλη ώρα της πόλης. Πρωτύτερα όμως πρέπει να ιδούμε την κατάστασή της στις παραμονές του Μεγάλου Σηκωμού.

  

Ναύπλιο – παραμονές του Μεγάλου Σηκωμού


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Το Ναύπλιο, από το 1715, ήταν η ασφαλής έδρα των Τούρκων στην Αργολίδα. Οι χριστιανοί, περίπου 300, κατοικούσαν στον Ψαρομαχαλά, κάτω από την Ακρο­ναυπλία. Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης υπολογίζει ότι συνολικά το Ανάπλι, κατά τις παραμονές της Επαναστάσεως, είχε περίπου 6000 κατοίκους (860 τουρκικές οικογένειες).

Οι ένοπλοι (Τούρκοι, Αρβανίτες και Γενίτσαροι) υπολογίζονταν στους 1650. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς (1810-1821) είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1819, ενώ βρισκόταν στην Ύδρα, από το διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο Παμπούκη, αδελφό του μετέπειτα γυμνασιάρχη του Ναυπλίου Χαράλαμπου Παμπούκη. Ο μητροπολίτης Γρηγόριος (όμηρος των Τούρκων στην Τριπολιτσά, όπου εξέπνευσε από τις κακουχίες) ήταν κατά τον ιστορικό Αμβρόσιο Φραντζή, «έγκριτος γνώστης της ελληνικής γλώσσης και εις άκρον γενναίος».

Εμύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Ιωάννη Ιατρό, έμπορο στο Ναύπλιο, και τους Αργείτες προκρίτους Ιω. Περρούκα, Σταματέλο Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάση, τους αδελφούς Παπαλεξόπουλους και τους κληρικούς –πρωταξάδελφους – Γ. Βελίνη (Πλατανίτι), τον οικονόμο Θεοδόσ. Μπούσκο (Τζαφέραγα, σημ. Ασίνη) και Γ. Κακάνη (Μπούτια). Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης μάλιστα διασώζει ενθουσιώδη επιστολή του Αλέ­ξανδρου Υψηλάντη, αρχηγού της Εταιρείας, προς τον Γρηγόριο (1820), από τον οποίο ζητάει να συνδράμει την Εταιρεία «λόγω και έργω».

Η πολιορκία του Ναυπλίου άρχισε, όπως είπαμε, στις 4 Απριλίου του 21. Οι ραγιάδες είχαν ξεσηκωθεί ήδη στην Καλαμάτα, στην Πάτρα, στο Λεοντάρι και σε άλλα μέρη του Μοριά. Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης διασώζει την κραυγή των χριστιανών της Αργολίδας: «Πίσω, αγάδες, γιατί σας βαρούμε. Χριστιανοί και Τούρκοι δεν μπορούν πλέον να ζήσουν μαζί», βροντοφώναξαν στη Δαλαμανάρα, όταν οι Τούρκοι από το Ανάπλι πήγαιναν για τις καθημερινές τους ασχολίες στο Άργος.

Παπάδες και λαϊκοί είχαν ξεσηκωθεί στην Αργολίδα. Ο αρχιμανδρίτης Αρσέ­νιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας, ο Νικόλαος Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Ανα­γνώστης Αναστασόπουλος από το Λυγουριό, ο παπα – Θοδόσης Μπούσκος από το Τζαφέραγα, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι Κακάνηδες, ο Μπεκιάρης από τη Ναυπλία και το Άργος, ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος με οπλισμένους πρόχειρα Αργείτες, Κρανι­διώτες, Λυγουριάτες και Δρεπανοχωρίτες, στους οποίους προστέθηκαν σε λίγο και οι ηγούμενοι των μοναστηριών του Καρακαλά και του Αυγού, επίσης ο Γιώργης Λύκος με αρκετούς Χελιώτες, συγκεντρώθηκαν όλοι στο Χαϊντάρι (σημερινό Δρέ­πανο).

Προχώρησαν ύστερα προς το Ανάπλι, πιάνοντας τους γύρω λόφους: Αγίας Μονής, προφήτη Ηλία, Παπαφενά, εμποδίζοντας τους Οθωμανούς να βγουν έξω από την πόλη. Σύγκαιρα, δύο σπετσιώτικα πλοία, που τα κυβερνούσε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, το ένα, και το άλλο ο Μανώλης Λαζάρου, μπήκαν στον αργολικό κόλπο και αποκλείσανε τ’ Ανάπλι από τη θάλασσα. Από τον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) έφτασαν οι ενισχύσεις του Γκίκα Μπόταση, ο οποίος στις 9 του Απρίλη έστει­λε το γιο του Νικολό με σπετσιώτικο καράβι ν’ αποκλείσει κι αυτός τ’ Ανάπλι.

Όμως η πολιορκία την άλλη μέρα, Πάσχα των Ελλήνων, διαλύθηκε, γιατί οι πολιορκητές διασκέδαζαν τη Μεγάλη Ημέρα και εύκολα διασκορπίσθηκαν. Τότε σκοτώθηκε ο ηγούμενος της μονής Αυγού, ο Γ. Λεμπέσης και άλλοι είκοσι επαναστάτες.

Αλλά μέσα σε λίγες ημέρες, οι ξεσηκωμένοι ραγιάδες συγκεντρώθηκαν στο Άργος και με την ενθάρρυνση του Παπαφλέσσα, του Νικόλαου Σπηλιωτόπουλου και του Σταϊκόπουλου, που διοργάνωσαν την «Καντζελαρία» του Άργους, αποφάσισαν την πολιορκία τ’ Αναπλιού, έστω και με πρόχειρο οπλισμό.

Στην «Καντζελαρία» ανήκε και ο έμπορος του Άργους Κωνσταντής Ντοροβίνι (αργότερα Δωροβίνης), που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο νεαρός, πρώην έμπορος Στ. Σταϊκόπουλος με 900 Αργολιδιώτες, που στρατοπέδευσαν στο Κατσίγκρι, στον εκεί αρχαίο πύργο. Σε λίγο, κατέφθασε από την Κωνσταντινούπολη ο Αργείτης καπετάνιος Δημήτριος Τσώκρης και ανέλαβε την αρχηγία των πολιορκητών, ενώ ο Στ. Σταϊκόπουλος με 200 άντρες και δύο πυροβόλα, που πήρε από τα σπετσιώτικα καράβια κοντά στους Μύλους, έφτασε στον Αχλαδόκαμπο και απέκλεισε το δρόμο μεταξύ Τριπολιτσάς και Ναυπλίου.

Ο αποκλεισμός από τη θάλασσα ενισχύθηκε με δύο ακόμη πλοία. Στα τέλη του Απρίλη του 21, έφτασε στην Αργολίδα ο Μουσταφάμπεης ή Κεχαγιάμπεης, με 3.500 Αρβανίτες, ερχόμενος από τα Γιάννενα και διέλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου. Τότε σκοτώθηκε, στον Ξεριά [του Άργους], ο γιος της Μπουμπουλίνας και άλλα περίπου 700 παλικάρια. Ο Κεχαγιάμπεης ενίσχυσε τη φρουρά του Ναυπλίου με 300 ακόμη άντρες και αφήνοντας τροφές, τράβηξε προς την Τριπολιτσά, την έδρα του Μοριά. Αλλά στο Βαλτέτσι ηττήθηκε από τους Έλληνες υπό τον Κολοκοτρώνη και αναγκάσθηκε να κλεισθεί στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά.

 

Τρίτη πολιορκία τ’ Αναπλιού


  

Το Παλαμήδι. Γενική Άποψη.

Για τρίτη φορά, ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού, με αρχηγό τώρα το Νικηταρά, στις 15 Μαΐου του 21. 0 Νικηταράς τοποθέτησε στο Μερζέ τον Παπαρσένη Κρέστα, στο Κατσίγκρι το Σταϊκόπουλο και τους άλλους ντόπιους καπεταναίους σε άλλες επίκαιρες θέσεις. Οι οπλισμένοι Έλληνες έφταναν τους χίλιους, που περιέσφιγγαν τους Οθωμανούς τ’ Αναπλιού. Το δεύτερο 15ήμερο του Μαΐου συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι στο μοναστήρι των Καλτεζών και σχημάτισαν την «Πελοποννησιακή Γερουσία» για τη διοίκηση του Μοριά. Από αντίθεση προς τον Κολοκοτρώνη, η Γερουσία θεώρησε αναγκαίο να αφαιρέσει την αρχηγία από το Νικηταρά και στη θέση του να τοποθετήσει το μανιάτη Κωνσταντή Μαυρομιχάλη.

Η πείνα άρχισε να ταλαιπωρεί τους Οθωμανούς του Ναυπλίου. Ένα εμπορικό πλοίο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να κομίσει σ’ αυτούς τροφές. Τώρα οι πολιορκητές πολλαπλασίασαν τα καράβια τους από 4 σε 8. Όμως και άλλο πλοίο, μαλτέζικο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να επισιτίσει τους πολιορκημένους με 8.000 κιλά σιτάρι. Ωστόσο, πείνα και αρρώστιες τους θέριζαν. Αυτό φαίνεται στην απελπισμένη επιστολή τους στον Γιουσούφ πασά που βρισκόταν στην Πάτρα, ο οποίος είχε κατορθώσει να διαλύσει την πολιορκία της. Αλλά οι πολιορκητές του Ναυπλίου συνέλαβαν τους κομιστές της επιστολής έξω από τ’ Ανάπλι.

Η πολιορκία αυτού συνεχιζόταν με πείσμα. Γενικός αρχηγός της ήταν τώρα ο Δημήτριος Υψηλάντης. Το σχέδιο του Γάλλου συνταγματάρχη Βουτιέ να καταλάβει το Μπούρτζι απέτυχε. Στο μεταξύ, πολλοί φιλέλληνες έρχονταν στο Ναύπλιο. Λεπτομέρειες μας δίνει Γερμανός γιατρός Ερρίκος Τράϊμπερ στο ημερολόγιο του, που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1960. Ο σηκωμός των Ελλήνων είχε συγκινήσει όλη την Ευρώπη. Ειδικότερα, για τη δράση των Γερμανών φιλελλήνων στην Πελοπόννησο και Ναύπλιο, μας δίνουν οι μελέτες της συμπολίτιδας κυρίας Ρεγγίνας QUACK-Μανουσάκη, διδάκτορος Φιλολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στα διάφορα Πρακτικά των Πελοποννησιακών Μελετών, ιδιαίτερα στο Α’ Διεθνές Συνέδριο (1975) και στο περιοδικό «Μνημοσύνη» (τόμος 14ος).

Βλέποντας οι πολιορκητές ότι ο επισιτισμός αυτός θα ενίσχυε για πολύ τους Οθω­μανούς του Ναυπλίου, αποφάσισαν να το καταλάβουν με έφοδο. Το σχέδιο το μελέτησε ο Ιταλός φιλέλληνας ίλαρχος Δανία και το παρουσίασε στους Γενικούς Αρχηγούς Δ. Υψηλάντη και Θ. Κολοκοτρώνη που το δέχτηκαν. Περιελάμβανε επτά σημεία, μεταξύ των οποίων και στρατήγημα προδοσίας δήθεν των Ελλήνων, για να ορμήσουν αυτοί έπειτα από στεριά και θάλασσα και να καταλάβουν την πόλη.

Οι πολιορκητές του Ναυπλίου, ενθαρρυμένοι από την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβρης 1821) συνεχώς ήλπιζαν στην εκπόρθηση κι αυτού. Από την πτώση της Τριπολιτσάς οι Μοραΐτες είχαν προμηθευτεί πολλά τουρκικά όπλα. Στρατός από 4.000 παλικάρια συγκεντρώθηκε, τέλη Νοεμβρίου του 1821, έξω από την πόλη, η αναγκαία ναυτική μοίρα κατέπλευσε στο μυχό του Αργολικού και ετοιμάσθηκαν πολλές ξύλινες σκάλες.

Ο Δ. Υψηλάντης επιθεώρησε τους στρατιώτες και τους μίλησε, για να προλάβει τα ατοπήματα των Ελλήνων στην Τριπολιτσά. Μαζί του πήρε το Θ. Κολοκοτρώνη και τους Μαυρομιχαλέους, Πέτρο και Κυριακούλη. Οι αρματωμένοι παπάδες Θ. Μπούσκος και Γ. Βελίνης έκαναν κατανυκτική δέηση για την επιτυχία της επιχείρησης. Αλλά και το τόσο φιλόδοξο αυτό σχέδιο απέτυχε. Σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες και 17 Φιλέλληνες. Τα αίτια της αποτυχίας περιέγραψε, αργότερα, στα Απομνημονεύματά του ο Βουτιέ και τα παραθέτει σε μετάφραση ο Μιχ. Λαμπρυνίδης.

Η πολιορκία ύστερα χαλάρωσε ως το Μάιο του 1822. Τότε οι πολιορκούμενοι, αφού εξαντλήσανε και πάλι τις τροφές, και έχασαν κάθε ελπίδα βοήθειας από αλλού, αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια του ίδιου του Σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό διάλεξαν το συμπολίτη τους Γιουσούφ Τσιάπαρη, γνωστό σ’ όλους τους Έλληνες του Μοριά, που αναχώρησε νύχτα από τ’ Ανάπλι για την Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο. Αλλά τον συνέλαβαν στην Τήνο οι Έλληνες και τον έστειλαν στην Κόρινθο, όπου βρισκόταν η Ελληνική Κυβέρνηση.

Εκεί ο Γιουσούφ Τσιάπαρης, βλέποντας την υπεροχή των ελληνικών δυνάμεων στην ξηρά και στη θάλασσα, κατάλαβε πως ήταν αδύνατο ν’ αντέξουν οι Ναυπλιώτες πολιορκημένοι. Δέχτηκε να μεσολαβήσει σ’ αυτούς για την παράδοσή τους. Τον έστειλαν στο Ναύπλιο με τη συνοδεία του φρουράρχου της Κορίνθου Νικ. Πονηρόπουλου, για να ζητήσει την παράδοση της πόλης εντός δέκα ημερών, με τους εξής όρους: Οι πολιορκούμενοι να παραδώσουν τα φρούρια, τα όπλα τους και τα πράγ­ματά τους. Όσοι θέλουν, να μεταφερθούν στη Σμύρνη. Να δοθεί σε όλους ασφάλεια της ζωής και της τιμής τους.

Ο Τσιάπαρης έπεισε τους πολιορκούμενους να παραδώσουν την πόλη. Στις 18 Ιουνίου του 1822 υπεγράφη η συνθήκη με τους όρους που έθετε η ελληνική πλευρά. Εκατό οπλισμένοι Έλληνες μπήκαν στ’ Ανάπλι. Πενήντα κατέλαβαν το Μπούρτζι, από το οποίο έφυγαν οι Τούρκοι φρουροί. Αλλά τότε έφτασε στην Πελοπόννησο ο Μαχμούτ Δράμαλης με 30.000 άντρες. Έτσι, οι πολιορκημένοι παρασπόνδησαν και δεν παραδόθηκε η πόλη.

Ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στη Γλυκιά και διέλυσε την πολιορκία, στις 12 Ιουλίου. Ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Αλή Πασάς κήρυξε άκυρη τη συμφωνία και η ελληνική Επιτροπή παραδόσεως, με επικεφαλής τον επίσκοπο Βρεσθένης θεοδώρητο, φυλακίσθηκε. Ακολούθησε η «νίλα» του Δράμαλη στα Δερβενάκια και το Αγιονόρι, όπου το στρατηγικό πνεύμα του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και των άλλων καπετανέων έδωσε την περίλαμπρη νίκη. Έτσι, μετά απ’ αυτή, με περισσότερη ορμή ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Οι αποκλεισμένοι Οθωμανοί πεινούσαν. Στις 8 του Σεπτέμβρη η Αρμάδα του Μεχμέτ Πασά ηττήθηκε από τον υδροσπετσιώτικο στόλο ανάμεσα στην Ερμιονίδα και την Ύδρα. Δεν μπήκε στον Αργολικό κόλπο τουρκικό καράβι να φέρει τροφές στους αποκλεισμένους. Αυτοί απελπίστηκαν. Έτρωγαν ακάθαρτα ζώα και όταν τελείωσαν κι αυτά, πτώματα. Η ανθρωποφαγία, όπως με ωμότητα μας την περιγράφει ο Φωτάκος, είναι αποκρουστική. Ο Δράμαλης που μαράζωνε στην Κόρινθο, έστειλε με τον έμπιστο του Δελήμπαση, τροφές στ’ Ανάπλι. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε για την ενίσχυση της πολιορκίας. Οι πολιορκούμενοι, ολότελα απελπισμένοι, πρότειναν στους Έλληνες να τους αφήσουν ελεύθερους και να πάνε με τις οικογένειές τους στην Κόρινθο. Αλλά η Κυβέρνηση και ο Κολοκοτρώνης δεν δέχτηκαν την πρόταση.

Λίγο αργότερα, οι Τούρκοι τ’ Αναπλιού έστειλαν 150 άντρες οπλισμένους στην Κόρινθο. Ήξεραν καλά τα Ελληνικά και ήταν ντυμένοι με φουστανέλλες. Έτσι, πέρασαν τα Στενά των Δερβενακίων που τα φρουρούσαν οι Έλληνες, και ζήτησαν βοήθεια. Στις 28 Νοεμβρίου 7.000 οπλισμένοι Τούρκοι από την Κόρινθο κόμιζαν τροφές για τ’ Ανάπλι. Στον Άγιο Σώστη έγινε η φονική συμπλοκή. Εδώ σκοτώθηκε ο Παπαρσένης Κρέστας, που είχε προμαντεύσει ότι «το κεφάλι του θα πέσει, αλλά σπειρί στάρι δεν θα φτάσει στ’ Ανάπλι».

Στις 27 του Νοέμβρη οι Τούρκοι του Ναυπλίου ζήτησαν από το Σταϊκόπουλο που διηύθυνε την πολιορκία, να μηνύσει στον Κολοκοτρώνη να κάνουν «τρατάτο». Ο Αρχιστράτηγος παράγγειλε στο Στάϊκο την εξής απάντηση: «Σεις ζητάτε τρατά­το. Η δική μου θέληση είναι να παραδώσετε όλα τα φρούρια και να αφήσετε και το βιό σας και να σας μπαρκάρω στα ελληνικά καράβια και να σας στείλω όπου θέλετε, αφού μας δώσετε το ενέχυρο. Και αν δεν ακούσετε τη θέληση μου, θα σας πάρουμε με ρεσάλτο και θα σας περάσουμε όλους από το σπαθί».

Οι στρατιωτικοί αρχηγοί τ’ Αναπλιού, όταν άκουσαν από το χιλίαρχο Στ. Σταϊ­κόπουλο τούτη την απάντηση, κάλεσαν αμέσως τον τσιδάραγα και τους άλλους αγάδες του Παλαμηδιού να κατέβουν στην πόλη για ν’ αποφασίσουν τι θα κάμουν. Ο φρούραρχος του Ναυπλίου Αλή πασάς και ο προηγούμενος φρούραρχος, τρέμοντας την οργή του Σουλτάνου, προσπαθούσαν να αναβάλουν την παράδοση. Σκέ­φθηκαν ν’ αποσυρθούν στο Παλαμήδι με ανάλογη στρατιωτική δύναμη και ν’ αφήσουν τους κατοίκους της πόλης στο έλεος του Θεού και των πολιορκητών.

Το σχέδιο τούτο ο Αλή πασάς φοβήθηκε να το εμπιστευθεί στους αγάδες του Ναυπλίου, που δεν θα δέχονταν να διακινδυνεύσουν οι οικογένειές τους. Αποφάσισε να το ανακοινώσει στους φρουρούς του Παλαμηδιού. Η συνέλευση των τριών φρουράρχων τ’ Αναπλιού και των άλλων επιτελών, αν και κράτησε μέχρι το βράδυ της 29ης Νοεμβρίου, δεν κατέληξε σε καμιά απόφαση. Κρίθηκε αναγκαίο να διανυκτερεύσουν οι αγάδες του Παλαμηδιού στην πόλη, για να πάρουν απόφαση το πρωί, γιατί ο λαός είχε εξαγριωθεί εναντίον τους.

  

Η πτώση του Παλαμηδίου


 

Οι Τούρκοι του Παλαμηδιού, βλέποντας πως οι αγάδες του φρουρίου δεν γύρισαν το βράδυ, ανησύχησαν και κατέβηκαν στην πόλη. Αποφάσισαν ν’ αφήσουν για τη φρούρησή του 100 άντρες, περίπου. Από αυτούς οι 70 είχαν πιάσει την Μπεζιριάν ντάπια, όπου έκλεισαν, για μεγαλύτερη ασφάλεια, τις οικογένειες των αξιωματικών του φρουρίου. Οι υπόλοιποι μοιράστηκαν 5-10 στις υπόλοιπες ντάπιες. Στην Γιουρούς ντάπια, που ήταν πιο εκτεθειμένη, πήραν θέση 12 άντρες, ανάμεσα τους και δύο Αρβανίτες.

Οι δύο Αρβανίτες που φρουρούσαν τη Γιουρούς ντάπια, όπως παραδίδει ο Μιχ. Λαμπρυνίδης, είχαν βγει κρυφά από το Παλαμήδι και είχαν έρθει σε συνεννόηση με τον αρχηγό της πολιορκίας Στ. Σταϊκόπουλο που στρατοπέδευε στην Άρια και πριν από 15 ημέρες, ζητώντας ν’ αφήσουν οι πολιορκητές όλους τους Αρβανίτες ελεύθερους. Βγήκαν και πάλι, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 29ης Νοεμβρίου του 1822, μαζί με μια γυναίκα, για να μαζέψουν δήθεν χόρτα.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης που περιπολούσε την ώρα εκείνη στο στρατόπεδο, έπιασε τους δύο Αρβανίτες και τους οδήγησε στον καπετάν Στάϊκο. Ο Σταϊκόπουλος έμαθε απ’ αυτούς ότι στο Παλαμήδι είχαν μείνει λίγοι άντρες και ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες είχαν κατέβει στην πόλη και δεν ξαναγύρισαν. Κάλεσε και τους άλλους καπεταναίους και αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία. Ο Δ. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια, παρακίνησε το Σταϊκόπουλο να πάρει τούτη την απόφαση για το ρεσάλτο.

Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα στα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να καταλάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές, να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δύο Αρβανίτες που τους κρατούσαν στην Άρια. Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αυτόν αφρούρητο, αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη.

Ο Σταϊκόπουλος δέχτηκε την πρόταση. Αφού πήρε μαζί του από τα παλικάρια τον αδελφό του Αθανάσιο, το Νικόλαο Μοσχονησιώτη και άλλους 350 γεροδεμένους άντρες, μαζί με τον Γκουμπερνάντι και λίγους άλλους φιλέλληνες, ξεκίνησε αθόρυβα από το στρατόπεδο της Άριας μέσα στη βροχερή νύχτα και βάδισε προς το Παλαμήδι. Στο στρατιωτικό αυτό σώμα ακολουθούσαν ο αγιορείτης μοναχός Παφνούτιος και ο Αργείτης βιολιτζής Πορτοκάλης, κουβαλώντας την 5μετρη ξύλινη σκάλα για την ανάβαση.

Ο Σταϊκόπουλος, κατά τις μαρτυρίες του Μιχ. Λαμπρυνίδη, εμψυχώνει τα παλικάρια του με τούτα τα λόγια: «Στρατιώτες του Χριστού και της πατρίδας, η ημέρα τ’ Αγιαντρέα πρέπει να φωτίσει τους Έλληνες λεύτερους. Αλλά το Ανάπλι, που το μολεύει η πατούσα των αγαρηνών, αντιστέκεται ακόμα και φαίνεται να ξαστοχάει την παλικαριά σας. Οι αγαρηνοί που το κατέχουν, αφού δείξανε τη μπαμπεσιά τους και γράψανε στα τσαρούχια τους τη γραφή του Γέρου που τους έλεγε να παραδοθούνε και να τους έστελνε στη Μικρασία ζωντανούς, ξαναπήρανε την πρώτη τους αυθάδεια.

Θα το αντέξετε το λοιπόν, ακόμα, τούτοι οι βάρβαροι να παίζουνε μαζί μας; Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι». (Μεταγραφή Θεόδωρου Κ. Κωστούρου).

Μετά ο καπετάν Στάϊκος, αφού άφησε ως οπισθοφυλακή τον αδελφό του επικεφαλής 270 αντρών, μαζί με τον Νικ. Μοσχονησιώτη και 80 παλικάρια, προχωρεί προς την Γιουρούς ντάπια. Ησυχία παντού. Φέρνουν την ξύλινη σκάλα και την τοποθετούν στο χαμηλότερο μέρος του τείχους. Και τότε ο Δημ. Μοσχονησιώτης, όπως το είχε υποσχεθεί, κάνει το σημείο του Σταυρού και πηδάει μέσα στην ντάπια. Διέκρινε ένα αμυδρό φως στο βάθος και κάνοντας πάλι το σημείο του Σταυρού, πλησιάζει στο φυλάκιο.

Βλέπει έναν Τούρκο να τρώει φύλλο φραγκοσυκιάς. Κρατώντας στο ένα του χέρι το ξίφος και στο άλλο το πιστόλι του, κάνει νόημα στον Τούρκο να μην κινηθεί. Ξαφνιασμένος εκείνος, πέφτει στα πόδια του και ζητεί έλεος. Ο Δ. Μοσχονη­σιώτης του έδεσε τα χέρια και του έκλεισε το στόμα. Μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε στο φυλάκιο και κάλεσε τα παλικάρια που περίμεναν ανυπόμονα ν’ ανέβουν γρήγορα πάνω στο τείχος χωρίς φόβο. Ο καπετάν Στάϊκος με τους 80 στρατιώτες του ανεβαίνει τη σκάλα παίρνοντας μαζί του και έναν Κρανιδιώτη γέροντα χτίστη, το Μανώλη Σκρεπετό, που είχε δουλέψει στο Παλαμήδι και το γνώριζε καλά.

Πήδησε μέσα και μετά ακολούθησαν οι 80 στρατιώτες που με λοστάρια άνοιξαν τη σιδερένια πόρτα του προμαχώνα. Απ’ αυτήν μπήκαν και οι υπόλοιποι 270 άντρες με τον Αθανάσιο Σταϊκό­πουλο. Ο Δημ. Μοσχονησιώτης τοποθέτησε σε λίγο τη σκάλα στη διπλανή Τοβίλ ντάπια. Τα παλικάρια ανέβηκαν στην Καρά ντάπια, αλλά το τείχος της ήταν ψηλότερο από τη σκάλα. Αναγκάστηκαν, έτσι, να κρατήσουν ψηλά με τα χέρια τους τη σκάλα, για να μπορέσει ο Δ. Μοσχονησιώτης να φτάσει στο τείχος. Στο ανέβασμα αυτής της ντάπιας, ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βυζάντιος γλύστρησε και έσπασε το πόδι του.

Με τον ίδιο τρόπο, τα παλικάρια κυρίευσαν και τον προμαχώνα του φρουραρχείου (Τζιδάρ ντάπια). Οι Τούρκοι, βλέποντας πως οι Έλληνες κυρίευσαν το Παλα­μήδι, κατέβαιναν τα 999 σκαλιά και έμπαιναν στην πόλη, ξυπνώντας τους εδώ Τούρ­κους. Βγήκαν όλοι στους δρόμους με τις γυναίκες και τα παιδιά κλαίγοντας. Είχε πια φωτίσει: 30 Νοεμβρίου του 1822.

Οι πορθητές γύρισαν τα πυροβόλα και άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη και το Ιτς-Καλέ.

Οι Τούρκοι που ήταν κλεισμένοι στην Μπαζιριάν ντάπια, τη μόνη από τις οκτώ που δεν είχαν κυριεύσει οι πολιορκητές, σκέπτονταν να βάλουν φωτιά στην μπαρουταποθήκη και να την ανατινάξουν. Τούτο πληροφορήθηκε ο καπετάν Στάϊκος από τον υποφρούραρχο Αμπτούλ-αγά που ήταν γνωστός του, μίλησε με τους Τούρκους αυτού του προμαχώνα και τους έπεισε να κατέβουν στην πόλη ανενόχλητοι. Τους έδωσε, μάλιστα, την εντολή να πείσουν και τους άλλους κατοίκους τ’ Αναπλιού να παραδοθούν χωρίς όρους.

Ο πορθητής Στ. Σταϊκόπουλος, μόλις έγινε κύριος του Παλαμηδιού, έστειλε καβαλάρηδες ταχυδρόμους στην Κυβέρνηση που ήταν στην Ερμιόνη και στον Αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη που βρισκόταν στα Δερβενάκια, να αναγγείλουν τα νέα. Ο Γέρος άκουσε στα Δερβενάκια τους πυροβολισμούς από το Παλαμήδι και έτρεχε στ’ Ανάπλι. Στο δρόμο συνάντησε τον ταχυδρόμο και πληροφορήθηκε την άλωση του Παλαμηδιού. Έφτασε στο Παλαμήδι νωρίς το πρωί. Διέταξε να πυροβολήσουν την πόλη, για ν’ αναγκάσει τη φρουρά να παραδοθεί γρήγορα.

Αφού τα παλικάρια έρριξαν πενήντα μπάλες, έστειλε με τον υπασπιστή του τούτο το γράμμα προς τους Τούρκους του Ναυπλίου: «Σας προσφέρομεν το χαιρετισμόν μας. Ιδού ο Θεός του Παντός μας έδωσε το Παλαμήδιον υπό την κυριαρχίαν μας και σας προσκαλούμεν εις τρεις ώρας να μας παραδώσετε το φρούριον και τον «Ιτς-Καλέν». Τουναντίον θέλετε γίνει ανάλωμα του πυρός και των κανονιών και δεν το επιθυμούμεν. 1822 Νοεμβρίου 30, 2 ώρας της ημέρας. Θ. Κολοκοτρώνης και λοιποί».

Πολλοί από τους κατοίκους του Ναυπλίου τρόμαξαν από τις μπάλες των κανονιών που έπεφταν από το Παλαμήδι πάνω στα σπίτια τους και έτρεξαν στο σπίτι, όπου ήταν φυλακισμένοι οι Έλληνες της Επιτροπής παραδόσεως της πόλης, λέγοντας στον πρόεδρο, επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο: «Άγιε Δέσποτα, από το Θεό και στα χέρια σου». Ο φρούραρχος Αλή πασάς εκάλεσε την Επιτροπή και δείχνοντας το γράμμα στο μέλος αυτής Βασίλη Χριστακόπουλο, του ζήτησε να συνομιλήσει με τον Αρχιστράτηγο και να συνεννοηθούν για την παράδοση. Αλλιώς, θα βά­λουν φωτιά στον τσεπχανέ (μπαρουταποθήκη) μαζί με τους ανθρώπους της Επιτρο­πής και θα πυρποληθούν όλοι. Ο Β. Χριστακόπουλος και οι άλλοι της Επιτροπής έγραψαν στον Κολοκοτρώνη να σταματήσει τους κανονιοβολισμούς και να έρθει σε συνεννόηση με τους Τούρκους τ’ Αναπλιού. Οι πορθητές του Παλαμηδιού και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τα περίχωρα του Ναυπλίου, γνώριζαν πως υπήρχε κοντά στο φρουραρχείο, από την εποχή των Βενετσιάνων, εκκλησιά του Αγίου Ανδρέα που γιόρταζε την ημέρα εκείνη.

Με τη βοήθεια του γέρου Μανώλη Σκρεπετού, την ανακάλυψαν. Ήταν κρυμμένη πίσω από ένα σωρό πέτρινες μπάλες. Ενθουσιασμένοι, καθάρισαν τον ιερό αυτό χώρο και το μεσημέρι της γιορτής τ’ Αγιαντρέα ετέλεσαν κατανυκτική δοξολογία.

Ο αυτόπτης μάρτυρας της αλώσεως, φιλέλληνας φον Μάντελσλο συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με την αφήγηση αυτή του Μιχ. Λαμπρυνίδη και, όπως παρατηρεί η κ. Ρεγγίνα QUACK – Μανουσάκη, ο Γερμανός αυτός, ατενίζοντας από το υψηλό­τερο σημείο του Παλαμηδιού την Αργολίδα, το πέλαγος, τα νησιά και τα βουνά, αναφωνεί:

 «Ένας τέτοιος υπέροχος τόπος δεν υπάρχει πουθενά αλλού στην Ευρώπη, και εκείνος που θα τον είχε δει και θα ‘χε ζήσει μια τέτοια μοναδική στιγμή, δεν θα σκεπτόταν πλέον τις κακουχίες και τις ατυχίες, αλλά θα αισθανόταν μεγάλην ανταμοιβήν για όλες τις ταλαιπωρίες που πέρασε» (Πρακτικά Α’ Διεθν. Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος τρίτος, σ. 138).

  

Παράδοση της Πόλης


 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Οι Τούρκοι πασάδες, με τη μεσολάβηση της Επιτροπής, έστειλαν στον Κολοκοτρώνη επιτετραμένους της πόλης, για να συζητήσουν τους όρους της παράδοσης. Ο Αρχιστράτηγος τους υποδέχτηκε με ευγένεια και τους είπε λακωνικώτατα ότι τους χαρίζει τη ζωή, να παραδώσουν τα φρούρια και να μπαρκαρισθούν στα «Πέντε Α­δέλφια με δύο αλλαξιές ρούχα». Στις 3 Δεκεμβρίου οι επίσημοι Τούρκοι του Ναυπλίου υπέγραψαν τη συνθήκη εκτός από τον φρούραρχο Αλή πασά και τον πρώην φρούραρχο Σελήμ πασά, που φοβούνταν την οργή του Σουλτάνου. Την έστειλαν αμέσως στον Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι.

Η συνθήκη περιελάμβανε 11 όρους με τις γνωστές προτάσεις του Γέρου, ο οποίος διέγραψε τον όρο που περιελάμβανε την απαίτηση των Τούρκων να μπαρκάρουν με τα όπλα τους. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε τους γιατρούς Αγαμ. Αυγερινό και Ιωσήφ Δούκα και τον υπασπιστή του Φωτάκο Χρυσανθόπουλο να κατεβούν στην πόλη για να πάρουν τα κλειδιά των φρουρίων. Αυτοί κατέβηκαν κάτω και πήγαν στο σπίτι του φρούραρχου Αλή πασά. Εκείνος παρέδωσε συγκινημένος τα κλειδιά λέγοντας: «Πάρτε τα κλειδιά και δώστε τα του Αρχηγού σας και πέστε του να λυπηθεί του Θεού τα πλάσματα».

Οι απεσταλμένοι πήραν τα κλειδιά, ανέβηκαν στο Παλαμήδι και τα έδωσαν στον Κολοκοτρώνη. Εκείνος έσκυψε και τα φίλησε με δάκρυα. Τελικά οι Τούρκοι, γύρω στους 3.250, μετά από 22 ημέρες καθυστέρηση, επιβιβάστηκαν σε ελληνικά καράβια και μεταφέρθηκαν στη Μ. Ασία. Τα ναύλα, γύρω στα 110.000 γρόσια, τα πλήρωσε η Επιτροπή στους πλοιοκτήτες σε ασημένια σκεύη από τα λάφυρα της πόλης.

Χιλιάδες χριστιανοί συνέρρεαν από τα καμποχώρια κάτω απ’ τα κάστρα τραγουδώντας αναπλιώτικα τραγούδια. Τα διασώζει η β’ γραφή του Μιχ. Λαμπρυνίδη. Παραθέτω ένα δημοτικό: «Στις τριάντα Νοεμβρίου/του Ανδρέα του Αγίου/ χριστιανοί τι καρτερείτε/ στο Ανάπλι να εμπήτε;/ Στάικος με παλικάρια/ μπήκανε σαν τα λιοντάρια./ Σήμερα το Παλαμήδι/ στους Ρω­μιούς ‘γινε παιχνίδι,/ του Παλαμηδιού το κάστρο/ πάρθηκεν με ρεσάλτο».

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης διέταξε: «Όλα τα κινητά σκεύη και έπιπλα και τα πολύτιμα αντικείμενα των Οθωμανών να τοποθετηθούν στο μεγάλο τζαμί και να φυλάγονται με ασφάλεια.» Αρχιφύλακα έβαλε τον έμπιστο αρχιγραμματέα του Μιχ. Οικονόμου, που χώρισε όσα κινητά αντικείμενα σώθηκαν από τη βουλιμία των πλια­τσικολογούν, σε 1000 ίσες μερίδες. Από αυτές τις 100 τις άφησαν «για το Έθνος», οι υπόλοιπες μοιράστηκαν στους πολιορκητές.

Αυτό είναι το συναξάρι τ’ Αναπλιού, που έγινε σε λίγο η έδρα του Αγώνα και ενθάρρυνε τους ξεσηκωμένους για την τελική κατάκτηση της Λευτεριάς τους.

  

Στάϊκος Σταϊκόπουλος


 

Στάικος Σταϊκόπουλος

Είναι όμως καιρός να γνωρίσουμε καλύτερα τον Καπετάν Στάϊκο Σταϊκόπουλο, την εφήμερη δόξα του και τα επώδυνα «στερνά» του. Έχουμε τρία σχετικά βοηθή­ματα. Τη σύντομη μελέτη της Μαίρης Ν. Βέη «Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος και άλλοι αγωνισταί», τη μυθιστορηματική βιογραφία του μακαρίτη Θεόδωρου Κ. Κωστούρου «Σταϊκόπουλος, ο πορθητής», και την εκτεταμένη πραγματεία του αείμνηστου ιστορικού Γεωργ. Αθ. Χώρα.

Το πρώτο στηρίζεται στο αρχείο του βυζαντινολόγου Νίκου Βέη και έχει εκδοθεί το 1971 επ’ ευκαιρία των 150 χρόνων της Παλιγγενεσίας. Το δεύτερο που προήλθε από το έναυσμα του βιβλίου της Μ. Ν. Βέη, είναι μια ρωμαντική νουβέλλα που κυκλοφορήθηκε στ’ Ανάπλι το 1983 με δαπάνες του προοδευτικού συλλόγου «Ο Παλαμήδης». Ο Ναυπλιώτης λογοτέχνης αφηγείται, ανάμεσα στην ιστορία και το θρύλο, τη δόξα και την πτώση του Πορθη­τή.

Η μελέτη του συμπολίτη Γ. Αθ. Χώρα, είναι εμπεριστατωμένη και αναφέρεται στο «Αρχείο του Στ. Σταϊκόπουλου», που διέσωσαν οι απόγονοί του έως σήμερα. Είναι δημοσιευμένη στον IV τόμο των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» του 2000.

Γεννήθηκε στη Ζάτουνα της Γορτυνίας το 1798. Συνεπώς, κατά την έναρξη του Αγώνα ήταν 23 ετών. Ήταν ο τελευταίος γιος του Παναγιώτη και της Ζαχαρούλας Σταϊκοπούλου. Κοντόσωμος, νευρικός και τολμηρός. «Φουντοθειάβηδες» τους λέ­γανε στη Ζάτουνα τους Σταϊκοπουλέους, γράφει ο Κωστούρος.

Ο μεγάλος γιος, ο Κωσταντής, έσφαξε πάνω σε καβγά έναν Τούρκο στη Ζάτουνα και μίσεψε στη Βλα­χιά, όπου έπεσε στον αγώνα του Ιερού Λόχου. Ο Σταϊκούλης, όπως τον έλεγαν στο χωριό, μαζί με τον αδελφό του Αθανάσιο, έφυγε από τη Ζάτουνα και πήγε στην Ύδρα, όπου το ναυτεμπόριο ήκμαζε. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το Δημητσανίτη Ν. Σπηλιωτόπουλο, φίλο του Παπαφλέσσα. Ήταν γνωστός ως έμπο­ρος δερμάτων. Τον Απρίλιο του 21 συγκρότησε, με δικές του δαπάνες, στρατιωτικό σώμα και πέρασε στο Μοριά.

Τον βρίσκουμε στην Αργολίδα να στρατοπεδεύει με τους άντρες του στο Άργος, στο Βιβάρι, στο Κατσίγκρι, στον Αχλαδόκαμπο, στην Άρια. Ο Φωτάκος γράφει χαρακτηριστικά: «Πολιορκητής του Ναυπλίου ήτο παντοτεινός ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος», ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί άλλαζαν θέσεις. Ο Στ. Σταϊκόπουλος «κυβερνούσε με σιδερένιο χέρι», γράφει ο Κωστούρος. Δείγ­μα της πειθαρχίας που είχε επιβάλει στους άντρες του, είναι το περιστατικό στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, στο Άργος.

Ένας στρατιώτης του έκλεψε ένα ελάφι του μοναστηριού αυτού και ο καπετάν Στάϊκος ετοιμαζόταν να του πάρει το κεφάλι. Παρενέβη, όμως, ο ανηψιός του λέγοντας ψέματα, ότι αυτός σκότωσε το ελάφι, για να σώσει το φταίχτη. Και ο Στάϊκος δε δίστασε, σκότωσε το ανήψι το! Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, σκότωσε και τον υπαίτιο. Έκτοτε ο Σταϊκούλης είχε τύψεις, που τον αναστάτωναν, καθώς περνούσαν τα δύσκολα χρόνια του Αγώνα. Διηγούνταν οι σύγχρονοι του, ότι ξύπναγε τη νύχτα, σηκωνόταν, έζωνε τ’ άρματα του και με το γιαταγάνι του μάχονταν επιθετικά τους τοίχους του δωματίου του.

Μετά, έπεφτε κάτω στο πάτωμα σφαδάζοντας, χτυπούσε το κεφάλι του και έκλαιγε. Όταν του πέρναγε η κρίση, συνερχόταν. Αγωνιζόταν πάντα με ορμή. Στην πολιορκία της Κορίνθου πληγώθηκε. Ο «μινίστρος» του πολέμου Ιω. Κωλέττης πρότεινε στον πρόεδρο του Εκτελεστικού: «Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη, δια τούτο το Μινιστέριον του πολέμου φροντίζον ίνα ανταμείβεται επαξίως η στρατιωτική αρετή των τοιούτων, εισαγγέλλει ώστε η υπέρτατη Διοίκησις να ανταμείψη τας εκδουλεύσεις και ανδραγαθίας του ρηθέντος Σταϊκόπουλου με τον στρατιωτικόν βαθμόν του πεντακοσιάρχου, επιτάττουσα εις το Μινιστέριον του πολέμου ν’ αποστείλη προς αυ­τόν τα κυρωτικά περί τούτου έγγραφα.

Εν Κορίνθω, τη 12η Μαρτίου 1822» (Μαίρης Ν. Βέη, οπ.π. σ. 21-22).

Η Κυβέρνηση τον προήγαγε στον «βαθμόν του ταξιάρχου μόνον και όχι πεντακοσιάρχου», την επομένη ημέρα. Τούτο ήταν μια δικαίωση των αγώνων του. Στο βαθμό του χιλίαρχου προβιβάστηκε στις 13 Οκτωβρίου του χρόνου αυτού κατά πολιορκία του Ναυπλίου, «επειδή ελπίζει η πατρίς πολλά παρ’ αυτού».

Η μεγάλη του ώρα ήταν το Παλαμήδι. Την επομένη της αλώσεως μετά από πρό­ταση του Εκτελεστικού, η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος, που είχε έδρα την Ερμιόνη, τον αναγόρευσε στρατηγό, γιατί «ο χυλίαρχος Στάϊκος Στάϊκόπουλος εξ εφόδου χθες εκυρίευσε το τρομερό Παλαμίδι. Την αρετήν του ανδρός αγέραστον να αφήση η Διοίκησις δεν φαίνεται εύλογον. Το Εκτελεστικόν σώμα κρίνει εύλογον εις τον βαθμόν της στρατηγίας να προβιβαστή ο τροπαιούχος Στάϊκος Σταϊκόπουλος, και καθυποβάλλεται τούτο εις του Βουλευτικού την επίκρισιν». (οπ.π. σελ. 23).

Την ίδια ημέρα, «εγκρίνει και το Βουλευτικόν αξιώτατον τοιούτου βαθμού περί τε των άλλων εκδουλεύσεών του προς την πατρίδα, και τροπαίων κατά των εχθρών, και περί της δι’ εφόδου καταπορθήσεως του δυσπορθήτου Παλαμιδίου» (όπ.π.).

Έτσι, ο Στ. Σταϊκόπουλος ονομάστηκε στρατηγός, σε ηλικία 24 ετών, και με το βαθμό αυτό συνέχισε τον Αγώνα. Αλλά λόγω του ευερέθιστου χαρακτήρα του, δεν έγινε αργότερα φρούραρχος του Παλαμηδίου ούτε του Ιτς-Καλέ, όπως επιθυμούσε, και είχε μόνιμο οικονομικό πρόβλημα. Αλλά και πρόβλημα κοινωνικής προσαρμογής.

Κατά τον μετέπειτα εμφύλιο σπαραγμό, υπέφερε τα δεινά μεταξύ των αντι­μαχομένων παρατάξεων. Όπως σημειώνει ο Γ. Χώρας, δύο ήταν τα μόνιμα αιτήμα­τά του: Το χρηματικό και το στεγαστικό. Τον βρίσκουμε αργότερα ως «ενοικιαστή των εθνικών προσόδων» σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Το 1825, χωρίς μισθό και χωρίς σπίτι, «ξεσήκωσε τ’ Ανάπλι». Έτσι, έμενε μόνον με τις δάφνες του και τον τίτλο του στρατηγού, χωρίς σχεδόν κανένα υλικό αντίκρυσμα. Ο ψυχικός του βρασμός είναι προφανής και εξεκενώθη, γράφει ο πιο πάνω ιστορικός και παρα­θέτει σχετική πρόταση του Βουλευτικού προς το Εκτελεστικό:

«Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος εσήκωσε την ησυχία όλων των κατοίκων του Ναυπλίου, έδειρε πολίτας, εβίασε την φυλακήν της Αστυνομίας, εκτύπησε τον βουλευτήν κύριον Ιωάννη Πάγκαλον μέσα εις την οικίαν του περί τας 6 ώρας της νυκτός και τέλος κάνει έργα μαινόμενου. Όθεν, δια να μην ταράττεται η κοινή ησυχία και μάλιστα υπ’ όψιν της Διοικήσεως, το Βουλευτικόν κρίνει εύλογον να συλληφθή χωρίς αναβολής καιρού και να ριφθή εις το καστέλλον (Μπούρτζι). Όθεν το Σ. εκτελεστικόν ας δώση τας ανάλογους διαταγάς». (Γεωργ. Αθ. Χώρα, οπ.π. σ. 349-350).

Μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα (καλοκαίρι του 1825), ο Σταϊκόπουλος ζήτησε από την Κυβέρνηση όπλα και χρήματα, για να εκστρατεύσει εναντίον του. Δεν πολέμησε στους Μύλους αλλά στα «Κατζιωτέικα αμπέλια, όπου εφόνευσε πλείστους Άραβας και συνέλαβε 30 εξ αυτών αιχμαλώτους, τους οποίους απέστειλε εις Ναύπλιον» (Μαίρη Ν. Βέη, οπ. π. σ. 47).

Κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Καποδίστρια, ο Στ. Σταϊκόπουλος ήταν μεταξύ των δυσαρεστημένων άτακτων στρατιωτικών και «εφώναζε» εναντίον του. Σκληρότερη ήταν η τύχη των άτακτων βαθμοφόρων επί Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τότε ο Στ. Σταϊκόπουλος αναγνωρίσθηκε με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη της Εθνοφυλακής, χωρίς να του χορηγηθεί το επίσημο δίπλωμα, γιατί περιέπεσε σε δυσμένεια λόγω αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του. Το σώμα της Εθνοφυλακής καταργήθηκε το 1835, έτος του θανάτου του ήρωα, χωρίς να έχει εισπράξει τις αποδοχές του βαθμού του, όπως ζητούσε αυτός και μετέπειτα η θυγατέρα του Ζαχαρούλα και αργότερα τα εγγόνια του.

 Ο Στ. Σταϊκόπουλος, διαμένοντας στο Άργος ή στην Πρόνοια Ναυπλίου, ασκούσε δριμεία κριτική κατά των κρατούντων και είχε γίνει πολύ προκλητικός στους Βαυαρούς του Όθωνα. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί οι ελευθερωτές της Πα­τρίδας έχασαν τώρα την πολιτική εξουσία. Επί κυβερνήσεως του Ιω. Καποδίστρια οι ιθύνοντες του έδειχναν επιείκεια λόγω της αρρώστιας του. Αλλά η κυβέρνηση, επί Αντιβασιλείας, τον έκλεισε στη φυλακή του Λεονάρδου. Έτσι, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Χώρας, «από την πιο ψηλή κορυφή του Παλαμηδίου έπεσε στο χαμόγειο της φυλακής του Ναυπλίου». Τότε από έλλειψη νοσοκομείων για τους «φρενοβλαβείς», οι πάσχοντες ασφαλίζονταν στις φυλακές.

Έτσι, ο ηρωικός και τραγικός Στ. Σταϊκόπουλος πέθανε κυριολεκτικά «στην ψάθα» της φυλακής σε ηλικία 37 ετών (21 Φεβρουαρίου 1835). Ο άδοξος αυτός θάνατος προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην Αργολίδα. Συγγενείς και φίλοι του περιέφεραν δίσκο για την κηδεία του, που έγινε μεγαλοπρεπής με δαπάνη του κοινού. Επικήδειο εκφώνησε στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου ο διάκονος Ευγένιος Διογενίδης και ο νεκρός του ετάφη στον περίβολο του ναού των Αγίων Πάντων, στην Πρόνοια.

 

Ανδριάντας Σταϊκόπουλου, Ναύπλιο, πλατεία Σταϊκοπούλου.

 

Η πόλη τον τίμησε με μία κεντρική οδό στο όνομά του. Το 1966 με δαπάνες της δισέγγονης του Ζαχαρούλας, συζύγου του Ευαγγέλου Μάρκου Παπαμάρκου, του έστησε ανδριά­ντα που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλας, στην πλατεία Σταϊκοπούλου, όπου κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.

Στο βάθρο του μνημείου ο ποιητής Θεόδωρος Κ. Κωστούρος έγραψε τούτους τους στίχους:

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντάμας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης που δέχτηκες

στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Με τέτοιες θυσίες, με τέτοιους αγώνες κέρδισαν οι πρόγονοί μας τη Λευτεριά, που την απολαμβάνουμε εμείς σήμερα ως αυτονόητο δικαίωμα και αγαθό. Η ακαταμάχητη ελληνορθόδοξη πίστη μας βοήθησε, στα 400 χρόνια της πικρής σκλαβιάς, να διατηρήσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Σήμερα, στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, κινδυνεύουμε να την χάσουμε από τη μίμηση ξένων προτύπων και ιδεών. Όμως η αναζήτηση της γνήσιας ελληνικής Παράδοσης θα μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε τα βιώσιμα πιστεύματά μας και ν’ απορρίψουμε τον μαϊμουδισμό ξενόφερτων συρμών. Οι γνήσιοι απόγονοι του Σταϊκούλη, του «παράφρονα» ήρωά μας, αντιλαμβάνονται την παρακαταθήκη που εκείνος μας κληροδότησε.

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Από τα τελευταία χρόνια  του Στάϊκου Σταϊκόπουλου


 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Η διάλεξη του Πάνου Λιαλιάτση στο Ναύπλιο, τον Νοέμβριο του 2008, και, στη συνέχεια, η δημοσίευσή της σε αθηναϊκή και σε αργολική εφημερίδα1, έδωσε το τελικό έναυσμα για τη σύνταξη και τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου μου. Από όσο γνωρίζω και θυμάμαι, σε κάθε επέτειο του παρσίματος του Παλαμηδιού (30-11-1822, με το παλαιό ημερολόγιο), παραδοσιακά εκφωνούνταν μεγαλόστομοι λόγοι, προς δόξα του λαϊκού αγωνιστή Στάϊκου Σταϊκόπουλου και, τελικά, μια ανα­κριβής εικόνα των γεγονότων γύρω από το Παλαμήδι, στα 1821 -22, είχε διαμορφωθεί και άγγιζε τα όρια της ιδεολογικής πλαστότητας.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης τόλμησε να αποκαταστήσει, σε κεντρικό και τοπικό επίπε­δο, την ιστορική αλήθεια των γεγονότων αυτών, αξιοποιώντας όλο το μέχρι σήμερα ιστορικό υλικό, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο, να τη μεταδώσει προφορικά και να την καταθέσει γραπτά.

Στον τωρινό τόμο των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» το πόνημά του παίρνει την τελική μορφή του. Από την πλευρά μου, έχοντας προ ετών ερευνήσει στα κεντρικά «Γενικά Αρχεία του Κράτους» το υφιστάμενο καποδιστριακό και οθωνικό αρχείο εγγράφων, με αντικείμενο κτιριολογικά, πολεοδομικά και χωροταξικά (όπως λέμε σήμερα) θέματα του Άργους, του Ναυπλίου και της Αργολίδας γενικότερα, εντόπισα και παράπλευρα στοιχεία για την τοπική ιστορία. Το υλικό που έτσι αποκόμισα ήδη έχει υπερπληρώσει, με τις σχετικές φωτοτυπίες, αρκετά κουτιά αρχείου.

Η έρευνα που συνέχισα, για τον τοπικό Τύπο της Αργολίδας, με οδήγησε στον εντοπισμό και άλλων ιστορικών στοιχείων. Ολοκληρώθηκε σε δυο αποστολές – μεταβάσεις μου στο Παρίσι, μέσω της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών και με τις εκεί έρευνές μου σε τρεις αρχειακές ενότητες. Έτσι, η έρευνα με οδήγησε στον εντοπισμό τεκμηρίων για τα τελευταία και ταραγμένα χρόνια του Σταϊκόπουλου στην περιοχή μας, συγκεκριμένα εκείνα μεταξύ των ετών 1831-1833, όταν δηλαδή ήταν στην ηλικία των 31-33 ετών.

Με τα στοιχεία αυτά δίδονται συγκεκριμένες πληροφορίες για την ψυχική κατάστασή του, αναφέρονται επεισόδια που προκάλεσε και επιβεβαιώνονται όσα και ο Λιαλιάτσης ανέφερε στο πόνημά του. Πέρα, όμως, από αυτά εντόπισα και τρεις νεκρολογίες για τον Σταϊκόπουλο, που δημοσιεύθηκαν σε τρία έντυπα τα οποία αρχικά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στο Ναύπλιο και, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα ορισμένα μεταφέρθηκαν και αυτά εκεί. Μετά από σύντομη αναφορά σε αυτές, τις αναδημοσιεύω αυτούσιες σε παράρτημα.

Είναι χρήσιμο, νομίζω, ο σημερινός αναγνώστης να έρθει σε επαφή με κείμενα που γράφτηκαν «εν θερμώ», μόλις λίγες μέρες από τον θάνατο του αγωνιστή και τα συμβάντα που τον ακολούθησαν, ιδίως για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας του. Η δεύτερη νεκρολογία προκάλεσε επιστολή του «ιατρού του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» I. Θεοφιλά όπου περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Σταϊκόπουλου και κάποια συμβάντα που προξένησε, ενώ αναφέρεται και στον θάνατό του.

 

Τα τεκμήρια από τα ΓΑΚ


 

Στα τεκμήρια αυτά περιλαμβάνονται επίσημα έγγραφα της Διοίκησης, λίγο πριν τη δολοφονία του Καποδίστρια και μέχρι τα μέσα του έτους 1833, όπως και επιστολές του ίδιου του Σταϊκόπουλου, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα η κάθε μια, γι’ αυτό και συνάγω ότι έχουν γραφεί με υπαγόρευση ή με εντολή του. Το πρώτο έγγραφο προέρχεται από τον Διοικητικό Τοποτηρητή του Άργους Ε. Βασιλειάδη και απευθύνεται προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών (ομόλογη προς σημερινό Υπουργείο Εθν. Άμυνας), περιέχει δε συνημμένο προς αυτό έγγραφο του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους προς τον Τοποτηρητή.

Το πρώτο έγγραφο έχει αρ. πρωτοκόλλου 3165 και ημερομηνία 31-8-1831, ενώ το δεύτερο αρ. πρωτοκόλλου 3610/4263 και ημερομηνία 20-8-1831. Προσυπογράφεται από τον Γραμματέα του δικαστηρίου Π. Α. Κυπαρίσση, ο οποίος υπήρξε, μετά από μια περίπου δεκαπενταετία, ο πρώτος αγοραστής της οικίας του Σπυρίδωνα Τρικούπη, στο Άργος.

Το πρώτο έγγραφο2 έχει ως εξής:

« Ο βεβλαμμένας έχων τας φρένας Στάϊκος Σταϊκόπουλος, ευρισκόμενος ενταύθα προ ικανού καιρού, περιφέρεται καθημέραν εις το Δικαστήριον και τας διοικητικάς αρχάς και επαπειλών και ημάς και αυτούς τους κριτάς, δεν πείθεται κατ’ ουδένα λόγον να ησυχάση, νουθετηθείς και επιπληχθείς πολλάκις παρ’ εμού και τοιουτοτρόπως φε­ρόμενος εις την αγοράν, και οπλοφορών, και μαινόμενος, είναι επόμενον να θανατώ­ση και κανέναν αθώον και ήσυχον πολίτην.

Ηκουλούθησε την παρελθούσαν να πηγαίνη αυθαιρέτως εις την οικίαν πολίτου τινός και του ήρπασε τους καπνούς του και τον σίτον του, προφασιζόμενος άλλοθι με ότι είχε να λαμβάνη παρ’ αυτού, άλλοτε δε ότι ήταν ιδιοκτησία του, ονειροπολών κατά την αδύνατον φαντασίαν του τα ανύπαρκτα. Προσκληθέντες περί τούτου από τον Διοικητήν του Ναυπλίου, δια να παραλάβωμεν απ’ αυτόν τους αρπαγέντας καπνούς, μόλις ηδυνήθημεν και ελλείποντας να τους μεταφέρωμεν εις το κατάστημα της Αστυνομίας, ύστερον από πολλούς κόπους.

Σήμερον δε πάλιν ειδοποιηθέντες από τον εκεί Αστυνόμον, ότι ο αυτός Στάϊκος ελθών χθες εις την οικίαν όπου ο Πρόεδρος της Γερουσίας κύριος Τσαμαδός καταλύει και ευρών κρεμάμενον το ωρολόγιόν του, το ήρπασε, τον προσκαλέσαμεν ενταύθα και τον διατάξαμεν να μας δώση το ωρολόγιον. Αλλά τι;. Από μανιώδη αδυναμίαν κατενεχθείς, εξεμέξατο κατά της Διοικήσεως ταύτης και των λοιπών αρχών, τα εξ αμάξης κακά. Ώστε και ο κύριος Πρόεδρος του εδώ Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου έλαβεν αφορμήν το εις αντίγραφον συναπτόμενον έγγραφόν του.

Ηναγκάσθημεν τέλος να τον κρατήσωμεν υπό φύλαξιν αλλά θεωρούντες ότι το πράγμα είναι αδιόρθωτον, εάν ούτος διαμένη ενταύθα, ως είπομεν ανωτέρω, έχοντες υπ’ όψιν τα αλλεπάλληλα παράπονα των δικαστών, των δημογερόντων και διαφόρων άλλων ευυπόληπτων πολιτών, εκρίναμεν εύλογον να τον διευθύνωμεν προς την Γραμματείαν ταύτην, δια της Αστυνομίας Ναυπλίου σήμερον πολλά πρωί.

Αλλά παρ’ ελπίδα χθες το εσπέρας εδραπέτευσε διαφυγών την προσοχήν των φυ­λάκων και εκπηδήσας το περιτείχιμα των καταστήματος. Παρακαλείται η Γραμματεία να διατάξη όπου ανήκει, δια να συλληφθή ο τρελλός ούτος και να κρατηθή υπό ασφαλή φυλακήν, μεχρισότου έλθει καιρός να αναλάβη το λογικόν του, καθότι η ασθένεια του, περιοδική ούσα, με τον καιρόν ιατρεύεται».

Το συνημμένο έγγραφο του «Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους και Ναυπλί­ας» προς τον Τοποτηρητή του Άργους έχει ως εξής :

«Ο κύριος Στάϊκος Σταϊκόπουλος ήλθε χθες εις το δικαστήριον τούτο ένοπλος και το κατετάραξε με τας απειλάς του.

Η φήμη κηρύττει αυτόν τρελλόν και είναι ανάγκη να επεκτείνετε επ’ αυτού την προσοχήν σας, δια να μη πράξη τι το απευκταίον».

Υπογραφές του Προέδρου του δικαστηρίου Χ. Μηλιώνη και

του Γραμματέα του Π. Κυπαρίσση.

Την ίδια μέρα και με αρ. πρωτοκόλλου 3174 ο Διοικητικός Τοποτηρητής Άργους απευθύνει νέο έγγραφο προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, όπου αναφέρει τα εξής3 :

«Ειδοποιούμεθα εκ φήμης ταύτην την στιγμήν ότι ο έφιππος ταχυδρόμος, ερχόμε­νος ενταύθα από Κόρινθον, σήμερον εσυλλήφθη από τον εκ της φυλακής δραπετεύσαντα τρελλόν Σταϊκόπουλον, περί ου εγένετο λόγος εις την σημερινήν υπ. αριθμ. 3163 προς την Γραμματείαν ταύτην αναφοράν μου, όστις παραλαβών το χαρτοφυλάκιον και τον ίππον, αναγκάζων και τον ταχυδρόμον με ακκισμούς, διευθύνη προς την Κό­ρινθον.

Παρελθούσης της ώρας καθ’ ην ο ταχυδρόμος έμελλε να εμφανισθή, αναγκαζόμεθα να θεωρήσωμεν την φήμην βεβαίαν και αληθή. Όθεν εσπεύσαμεν και τον εδώ ίλαρχον Τουρέτ και του είπομεν να πέμψη κατ’ αυτού ιπποστρατιώτας, μας υπεβλήθη δε εις ταύτην την ώραν (ότι) ξεκινά κατ’ αυτού μερικούς ιππείς.

Ειδοποιούμεν κατά χρέος την Γραμματείαν δια να λάβη τα ανήκοντα μέτρα».

Μέσα σε μια μέρα, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος εισβάλλει σε σπίτια, αφαιρεί αντικείμενα και προμήθειες, συλλαμβάνεται, δραπετεύει και ληστεύει τον ταχυδρόμο, που εκτελούσε υπηρεσία από Κόρινθο σε Άργος. Ο Τοποτηρητής Άργους απευθύνεται στον Διοικητή της μονάδας ιππικού, στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άρ­γος, Γάλλο Tοuret και του ζητεί να τον καταδιώξει και πράγματι στέλνεται άγημα ιππέων για να τον συλλάβει. Δεν ξέρουμε πώς κατέληξε το επεισόδιο αυτό. Όμως, περίπου ένα μήνα αργότερα, ο Τοποτηρητής Άργους στέλνει νέο έγγραφο στη Γραμματεία των Στρατιωτικών (αρ. 3596)4 και την πληροφορεί ότι, πριν τρεις μέρες, ο Αστυνόμος της Τρίπολης συνέλαβε τον Σταϊκόπουλο «κατά διαταγήν ανωτέραν» και τον έστειλε στη φυλακή του Άργους (σε τμήμα του σημερινού Δημαρχείου της πόλης). Ζητούνται οδηγίες για το τι «πρέπει να πράξωμεν περαιτέρω δι’ αυτόν».

Και εδώ διασπάται πάλι η συνέχεια των γεγονότων. Στο μεταξύ έχει δολοφονηθεί ο Καποδίστριας και ακολουθεί η περίοδος Αυγουστίνου, με τις γνωστές εσωτερικές διαμάχες. Τον Μάρτιο, πάντως, του 1832 εντοπίζουμε «Γραμμάτιον πληρωμής» του Σταϊκόπουλου

(αρ. 159)5, υπογραμμένο από τον Επίτροπο επί των Στρα­τιωτικών Π. Ράδο, για την καταβολή στον «απόστρατον» Στάϊκο Σταϊκόπουλο 120 φοινίκων, για το «μηνιάτικον» του Φεβρουαρίου. Το Γραμμάτιο προσυπογράφεται και από τον ίδιο.

Τον Μάιο του 1832 ο Στρατηγός και Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς του Ναυπλίου Νικ. Ζέρβας, απευθυνόμενος και αυτός προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφέρει ότι καθημερινά πολλοί πολίτες παραπονιούνται κατά του Σταϊκό­πουλου διότι «ταράττει την κοινήν ησυχίαν, πολλάκις με γυμνήν την σπάθην», τους καταδιώκει ακόμα και στην αγορά, ότι τρεις – τέσσερεις φορές τον κάλεσε και τον συμβούλεψε «να απέχη από τα τοιαύτα, αλλ’ εις μάτην». Έτσι, αναγκάσθηκε να τον «εβγάλη έξω της πόλεως» και ζητούσε οδηγίες για τα δέοντα μέτρα6.

Λίγες μέρες μετά ο Σταϊκόπουλος απευθύνει αναφορά προς την Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος, όπου επανειλημμένα τονίζει ότι «δεν έχει ταΐνι» ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους συντρόφους – στρατιώτες του και ότι βρίσκεται σε απελπισία. «Δεν εγνωρίζω», λέει «καμίαν παραμικράν αταξίαν αλλ’ ούτε βλάβην εις την πατρίδα μου» και δεν φανταζόταν ότι η Γραμματεία του Πολέμου θα του έκοβε τον μισθό του, ενώ του απαγορεύθηκε να διαμένει στο Ναύπλιο και έλαβε διαταγή να βγει από την πύλη της πόλης με όλη την οικογένειά του, «λέγοντας λόγους ψυχρούς και άτιμους ότι είμαι παλαβός και σηκώνω την ησυχίαν της πολιτείας».

Αναφέρει τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα, θεωρεί ότι «εστάθη ευπειθής προς τας διαταγάς της διοικήσεως» και ζητεί να μην του γίνεται «τοιούτος κατατρεγμός και ατιμία εις την υπόληψίν» του, να δοθεί διαταγή ώστε να αρθούν τα μέτρα εναντίον του ίδιου, της οικογένειάς του και των συντρόφων του, ώστε «να μη χαθή ψυχικά και σωματικά και είναι αμαρτία», επικαλούμενος όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και μαρτυρούν για τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.

 Ζητά, τέλος, να εισακουσθούν όλα αυτά, αλλά και συγγνώμη για την «πολυλογία της αναφοράς» του7.

Δεν γνωρίζουμε πού κατέληξε και αυτό το επεισόδιο. Ακριβώς, όμως, ένα χρόνο αργότερα, ο Σταϊκόπουλος στέλνει έγγραφο του «προς την Υψηλήν Αντιβασιλείαν», με ημερομηνία 15-5-18338, αναφέρει ότι πήρε μέρος σε δημοπρασία δημοσί­ων προσόδων στην Κόρινθο και ότι ο Γενικός Έφορος Σ. Βαλτινός τον εξύβρισε και απέρριψε την προσφορά του, παρά το ότι οι άλλες ήταν περισσότερες ασύμφορες από την δική του. Παραπονείται ότι τον απεκάλεσαν τρελό και ότι του απεύθυνε «και άλλους παμπόλλους ατίμους λόγους εναντίον του χαρακτήρος και της υπολήψεώς μου, κατ’ έμπροσθεν διαφόρων αξιών υποκειμένων». Και με την αναφορά αυτή ζητεί να του αποδοθεί δικαιοσύνη.

Δεν ξέρουμε πως κατέληξε και η υπόθεση αυτή, όμως μετά από ένα μήνα εντο­πίζονται έγγραφα από τα οποία συνάγεται ότι ο Σταϊκόπουλος είχε και πάλι διαφορές ως προς την ενοικίαση προσόδων, αυτή τη φορά στην περιοχή της Αργολίδας και για τα χωριά Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαο και Φρουσούνα, με εμπλοκή της Νομαρχί­ας και της κεντρικής Γραμματείας των Οικονομικών9.

Από όσα προηγήθηκαν γίνεται φανερό ότι ο Σταϊκόπουλος περνούσε από περιοδικές μανιοκαταθλιπτικές κρίσεις, πράγμα που ανάγκαζε τις αρχές και μέσα από τους υφιστάμενους θεσμούς να περιορίζουν τις κινήσεις του αλλά και να τον φυλακίζουν, διακόπτοντας στην «αιχμή» των επεισοδίων, που προκαλούσε, ακόμα και την μισθοδοσία του ή και αποβάλλοντας τον από τον τόπο της κατοικίας του. Με αυτά τα «μέσα» γινόταν, τότε, η αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων και ο Σταϊκόπουλος υπέστη τις συνέπειες των «κανόνων» που ίσχυαν.

 

Οι νεκρολογίες


 

Ας έρθουμε και στις νεκρολογίες. Η πρώτη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σωτήρ», την 24-2-1835, τέσσερεις μέρες μετά τον θάνατό του. Αναγνωρίζονται οι υπηρεσίες του προς την πατρίδα, και ευγενικά υπογραμμίζεται ότι «οι κόποι είχον εξαντλήσει εις άκρον τας σωματικάς δυνά­μεις του, ήτον αδύνατον αι διανοητικαί να μην λάβουν επίσης μικράν αλλοίωσιν και αδυναμίαν».

Εξαιτίας της ψυχικής του ασθένειας, γράφει ο «Σωτήρ», αναγκάσθηκε η τοπική εξουσία στο Ναύπλιο να πάρει μέτρα, «τα οποία υπαγόρευαν εις αυτήν αυτά τα ίδια συμφέροντα της υγείας του πάσχοντος» (SIC). Και συνεχίζει ότι «ευρίσκετο μεμακρυσμένος από την κοινωνίαν των ομοίων του, όταν ησθάνθη τα συμπτώ­ματα της θανατηφόρου ασθενείας, από την οποίαν δεν έμελλε να θεραπευτεί. Μετα­φερθείς μεταξύ των συγγενών και των οικίων του, απέθανε την ίδιαν ημέραν».

Κατ’ ουσία, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος υπέστη τη «θεραπεία» του εγκλεισμού και της απο­κοπής του από την οικογένειά του και την κοινωνία, μια κοινωνία που ακόμα και σήμερα δυσκολεύεται να εντάξει σε «κανονική ροή» όσους πάσχουν από την ίδια ασθένεια.

Μετά θάνατο και πριν την κηδεία του έκλεισαν όλα τα καταστήματα στο Ναύ­πλιο και η στρατιωτική φρουρά συνόδεψε το λείψανό του. Σημειώνουμε ότι ο «Σωτήρ» τυπωνόταν στο τυπογραφείο των Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδη, οι οποίοι υπήρξαν από τους πρωτοπόρους τυπογράφους στο νέο ελληνικό κράτος. Την ίδια μέρα, στην εφημερίδα «Εποχή», δημοσιεύεται νεκρολογία, όπου μεταξύ άλλων παρατηρεί και τα εξής ενδιαφέροντα:

« Δεν είναι ιδία της προθέσεώς μας η ανάπτυξις των αιτιών όσα επηρέασαν εις την μερικήν βλάβην του νοός του Μακαρίτου. Και οι Έλληνες και αι κατά καιρούς κυβερ­νήσεις ανεξαιρέτως, κυριευόμενοι από το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς τας στρατιωτικάς υπηρεσίας τούτου, εδεικνύοντο όλως συγκαταβατικοί εις τας περιο­δικάς και παντάπασιν αβλαβείς παραφοράς του νοός του, αλλά το αίσθημα τούτο δεν έλαβε, καθώς απεδείχθη, ουδέ την ελαχίστην χώραν, εις το πνεύμα του Κυρίου Νο­μάρχου μας.

Ώφειλε, στοχαζόμεθα, να οικονομήση ούτος εκ παντός τρόπου τον ένδοξον Συναγωνιστήν, και να μην τον ρίψη εις την σκοτεινήν, την δυσωδή και κατάψυχρον φυλακήν, χωρίς να συγχωρηθή να τω δοθώσι μήτε εν σκέπασμα, μήτε εν στρώ­μα. Ο βίαιος θάνατος ήτο παρακολούθημα φυσικόν τοιούτου μέτρου».

Η αντίθεση προς τα εφαρμοζόμενα τότε μέτρα εγκλεισμού, έστω κι αν εκδηλώ­θηκε στην περίπτωση ενός επιφανούς αγωνιστή της Επανάστασης, δεν παύει να εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα, με την πυκνή και ζωηρή περιγραφή των συνθη­κών που συνόδευαν τα μέτρα αυτά.

Όμως λίγες μέρες αργότερα, στο φύλλο της «Εποχής» με ημερομηνία 3-3-1835, δημοσιεύεται αντίκρουση, με την υπογραφή, όπως είπαμε, του γιατρού στο νομό Αργολιδοκορινθίας Ιακ. Θεοφιλά. Σε αυτή υποστηρίζει ότι ο Σταϊκόπουλος, λόγω της περιοδικής φρενοβλάβειάς του, είχε γίνει «οχληρός, επίφοβος και πολλάκις ε­πικίνδυνος» για την κοινωνία και ότι πριν δυο μήνες είχε πάλι κυριευθεί από την ασθένεια.

Οι κάτοικοι του Άργους, όπου τότε κατοικούσε, και οι αρχές δεν μπορούσαν να τον υποφέρουν και μετακόμισε και πάλι οικογενειακά στο Ναύπλιο. Αλλά και εκεί «έπραξε πταίσματα και πλημμελήματα» και το αρχείο της Εισαγγελίας περιλάμβανε πολλές μηνύσεις εναντίον του, μάλιστα μια γυναίκα παρέμενε κλινήρης από τις πληγές που της προξένησε.

Τελικά, από έλλειψη φρενοκομείου, ο Σταϊκόπουλος κατέληξε στις φυλακές, όπου όμως, βεβαίωνε ο γιατρός, σε «καμάρα» με όλες τις ανέσεις, ενώ τον επισκέπτονταν ελεύθερα οι συγγενείς του. Όποτε οι συγγε­νείς του ζητούσαν τη μετακόμιση του σε άλλο σπίτι, μεταφερόταν εκεί.

Αιτία του θανάτου του ήταν η πλευρίτιδα, αλλά και ότι δεν τήρησε τα δέοντα μέτρα: βρισκόμενος σε ανάρρωση σε σπίτι συγγενή του, καταλήφθηκε και πάλι από μανία, βγήκε έξω ημίγυμνος και επέμεινε να μην δεχθεί φλεβοτομή (τότε μέθοδος δια πάσαν νόσον), ούτε και κανένα άλλο φάρμακο. Γι’ αυτό και πέθανε.

Την αντίκρουση του γιατρού συνόδευε μικρό σημείωμα της σύνταξης της εφη­μερίδας: τονίζεται ότι έφθασε στην εφημερίδα και άλλη περιγραφή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με όσα εξέθετε ο νομίατρος Θεοφιλάς ( τον οποίο η εφημερίδα μεταγράφει σε… Θεοφυλά· το κάνει με νόημα, δηλαδή…. Ο Θεός να μας φυλάει;) δεν δημοσιεύει την δεύτερη επιστολή λόγω….στενότητας χώρου. Και έπεται παράγραφος που αρχίζει με το ότι «Μόλον τούτο η πιστοποίησης ενός ιατρού αδιαφόρου, όστις δεν πρέπει να έχη άλλον σκοπόν παρά την αλήθειαν, μας φαίνεται μάλλον αξιόπιστος, και ως τοιαύτην την δημοσιεύομεν, πιστοί εις τας αρχάς της αμεροληψίας μας».

Ένα τρίτο έντυπο της εποχής που αναφέρθηκε στον θάνατο ή, μάλλον, στην… κηδεία του Σταϊκόπουλου ήταν ο «Στρατιωτικός Έφορος», ο οποίος δημοσίευσε την προσλαλιά του φρουράρχου Ναυπλίου, Βαυαρού Λίντερ, αφού όμως προηγουμένως αναφέρθηκε με υπονοούμενα στην κριτική «τινών εφημερίδων», προφανώς για τα συμβάντα περί του θανάτου του Σταϊκόπουλου.

Αναγνωρίζει μεν την χρησιμότητα της κριτικής «προς ανακάλυψιν καταχρήσεων», όμως προσθέτει ότι πρέπει να επαινείται «ό,τι καλόν και άξιον». Και δηλώνει ότι αυτό θα πράξει για την προκειμένη περίπτωση, χωρίς ποτέ να παρεκτραπεί από τα όρια του. Και το «καλόν και άξιον» ήταν η απόδοση τιμών και η προσλαλιά του φρουράρχου Λίντερ…

Οι λίγες αυτές αναφορές στοιχειοθετούν και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου, δυο μόλις χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα και επί εποχής Αντιβασιλείας. Μένει, βέβαια, να προσεγγιστούν καλύτερα οι πραγματικές συνθήκες θανάτου του Σταϊκό­πουλου.

  

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

(Άργος, 2-1-2009)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Διαβάστε:

 

 Υποσημειώσεις


 

1 Η διάλεξη δόθηκε στο Ναύπλιο, την 22-11-08, η δημοσίευση της πρώτης γραφής έγινε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία» (24 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου 2008, σε οκτώ συνέχειες) και η δημοσίευση της δεύτερης γραφής στα «Νέα της Αργολίδας» (29-12-2008).

2 ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, φ. 105.

3 ΓΑΚ, όπ. παρ.

4 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 116

5 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 141

6 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

7 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

8 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.321.

9 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.325 και 327.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Κωνσταντίνος (1800; – 1864;)


 

Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας, το χρόνο εκείνο, που ο πατέρας του Κωνσταντίνος, κλεφταρματολός, έπεσε σε μια συμπλοκή Ελλήνων και Τούρκων έξω από την Αθήνα, γύρω το 1800, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του. Αδελφό είχε τον Παναγιώτη, μεγαλύτερο και περισσότερο εγγράμματο.

Θεωρείται ο σπουδαιότερος και βασικότερος Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Διατηρούσε ομάδα Αχλαδοκαμπιτών και ξένων στρατιωτών και βρισκόταν πάντα κοντά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου κατά των Τούρκων.

Οι σπηλιές του Ντούσια

Σαν κρησφύγετο είχε τις δυο σπηλιές στα «Κόκκινα Βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά», απρόσιτα καταφύγια στρατιωτών και γυναικόπαιδων, που μέχρι σήμερα ονομάζονται «σπηλιές του Ντούσια». Μετά το θάνατο του Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, πιθανόν να διετέλεσε και προεστός του Αχλαδοκάμπου. 

Σχετικά για το πρόσωπο και τη δράση του ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, αναφέρει τα ακόλουθα στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73:

«Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι. Ο δε Κωσταντής ευρίσκετο παντού εις τους πολέμους με τους γειτόνους του και ήτον αγαπητός του Θ. Κολοκοτρώνη».  

Επίσης από ένα πιστοποιητικό του Θ. Κολοκοτρώνη σκιαγραφείται και η προσωπικότητα και η δράση του. Το παραθέτουμε αυτούσιο, χάρη της Ιστορίας:

« Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προς τον Κωσταντίνον Ντούσιαν.

Ο Κωστής Ντούσιας από Αχλαδόκαμπον απ’ αρχής της Επαναστάσεως υπηρέτησε στρατιωτικώς με πίστιν και πατριωτισμόν. Είχε υπό την οδηγίαν του από μέρους των συγχωρίων του· παρευρέθη εις πολλάς μάχας και επολέμησε με ανδρείαν, όθεν γνωρίζων την καλήν διαγωγήν εις πιστοποίησιν δίδω το παρόν, δια να του χρησιμεύση όπου ανήκει.

Εν Ναυπλίω τη 25η Απριλίου 1833

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ομοίως με το παρακάτω έγγραφο του απενεμήθη Ο Αργυρός Σταυρός:

 «Αριθ. 96

Εν Κορίνθω τη 27η Μαρτίου 1836

Η Διοίκησις της 9ης Τετραρχίας της Ελληνικής Φάλαγγος,

Προς τον υπολοχαγόν κον Κωσταντίνον Δούσαν

Εις Κόρινθον

Το Γενικόν Αρχηγείον της Πελοποννήσου …. δια της υπ’ αριθ.  2187 Διαταγής του, κατά την διαταγήν της επι των στρατιωτικών Β’ Γραμματείας  υπ’ αριθ. 4690, έπεμψεν εις υμάς τον Αργυρούν Σταυρόν, τον οποίον η Α. Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς,  ευαρεστήθη να σε δώση, δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις  σου εις τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας .

Ο Διοικητής κ.τ.λ.

Δ. Τσώκρης». 

Στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών ειδικός φάκελος με έγγραφα, σχετικά με την αποζημίωση, από τις διάφορες Επιτροπές, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν υπάρχει.

Στο Νέο Μητρώο των αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 589 σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Κώστας, Υποχιλίαρχος τω 1824. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 65). (Οφειλόμενα γρόσια 10.420. Φοίνικες 523). Παρατήρηση: Τα γρόσια 10.420 επ’ ονόματι αυτού και των υπ’ αυτού. Δια τους φοίνικας 523 αναφοράς επροικοδοτήθη υπολοχαγός γρόσια 4.320».

Το «κελί του Ντόυσια» στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Κυνουρία.

Ο Αγωνιστής Κωσταντίνος Ντούσιας δεν επέτυχε κανένα άλλο υλικό όφελος  από το Κράτος, εκτός ορισμένα στανοτόπια στον Αχλαδόκαμπο και ελάχιστα κτήματα στο κάμπο της «Μηλιάς» στη Μαντινεία, τα οποία τελικά διαμοιράστηκαν σε φτωχούς. Τιμητικά του παραχωρήθηκε ένα κελί στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στην Κυνουρία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται: «Κελί του Ντούσια».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Ο Αγωνιστής Κωνσταντίνος Ντούσιας, για τους απογόνους του, μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαφυλάττουν, το σπαθί, την μπιστόλα και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, είναι σύμβολο και καύχημα, γεγονός που τους προσδίδει μια έκδηλη οικογενειακή υπερηφάνεια.

 

 Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »