Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα


 

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα – Μαγειρική και διπλωματία – Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833 – Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Ένα σπάνιο βιβλίο στη Βιέννη μας αποκαλύπτει τα πρώτα ελληνικά ζαχαροπλαστεία και τα μυστικά τους. Ο Bασιλιάς Όθων δεν είχε έρθει μόνος του στην Ελλάδα. Προνοητικοί και έμπειροι καθώς ήσαν οι σύμβουλοι της βαυαρικής αυλής, του συνέστησαν, να πάρει μαζί του εκτός από τους  4.000 περίπου Βαυαρούς στρατιώτες με την παραδοσιακή γαλανόλευκη στολή τους και έναν άλλο στρατό, αθέατο προς το παρόν, αλλά τελικά αναρίθμητο και μονίμως εγκατεστημένο στους υψηλούς και χαμηλότερους κρατικούς Θώκους: τον στρατό των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων βαυαρικής προελεύσεως. Γνωρίζουμε ότι ο εξομολογητής του νεαρού βασιλέα ήταν συμπατριώτης του, και ήταν φυσικό και ο μάγειρος του να είναι Βαυαρός, τουλάχιστον στην αρχή έως ότου εγκλιματισθεί ο άναξ στη νέα ελληνική ατμόσφαιρα και επισημαίνει τη γεύση και των λιχουδιών της ελληνικής κουζίνας.

Ο άνθρωπος που πουλούσε σερμπέτι.

Σήμερα θα μάθουμε ότι και ο ζαχαροπλάστης του, όπως και ο μάγειρος του, δε λεγόταν Τσελεμεντές αλλά ήταν γνήσιος Γερμανός και με περήφανο γερμανικό όνομα και τίτλο: «Φρειδερίκος Unger, Αυλικός ζαχαροπλάστης της Α. Μεγαλειότητος του βασιλέως των Ελλήνων» αναγράφει το επισκεπτήριό του και με το ίδιο όνομα εμφανίζεται και ως συγγραφέας σχετικού έργου που θα μας απασχολήσει εδώ.

Αφορμή υπήρξε μια δημοπρασία σπανίων και άλλων βιβλίων στο διεθνώς πλέον γνωστό κρατικό δημοπρατήριο της Βιέννης «Dorotheum». Σε μια από τις τελευταίες του δημοπρασίες πουλήθηκε με ζωηρή πλειοδοτική άμιλλα ένα κατά την εμφάνιση την εξωτερική και την υπόσχεση που έδινε ο τίτλος του ως προς το περιεχόμενό του, καθόλου εντυπωσιακό βιβλιαράκι 112 σελίδων και διαστάσεων 12×17. Το δημοσίευμα είναι γραμμένο στη γερμανική γοτθική γραφή, έχει τον τίτλο: «Η ζαχαροπλαστική της Ανατολής» και συγγραφέα τον Φρειδερίκο Ούνγκερ που προαναφέραμε με τη μεγαλοπρεπή του ιδιότητα.

  

Μαγειρική και διπλωματία

 

Ο σαλεπιτζής

Την αξία και τη σπανιότητα του βιβλίου τη συνιστούν οι πρώιμες λιθογραφίες του. Είναι απεικονίσεις έμπειρου σχεδιαστή, ίσως του ίδιου του συγγραφέα, του εσωτερικού των πρώτων ελληνικών ζαχαροπλαστείων της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και των πλανόδιων πωλητών αναψυκτικών όπως τους γνώρισαν οι Έλληνες στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σαν απομεινάρια της τουρκοκρατίας, αλλά και της ελληνοτουρκικής συμβίωσης στις μικρασιατικές πόλεις, όταν οι μορφές καθημερινής ζωής στον τομέα των φαγητών και των ποτών μεταφέρθηκαν με τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών από το 1923 και στο έδαφος της Ελλάδας. Οι μόνιμες ελληνοτουρκικές διαφορές και κρίσεις ίσως να οδηγούντο σε θετικότερα αποτελέσματα, αν ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις όχι από τα υπουργεία Εξωτερικών αλλά από την ελληνοτουρκική κουζίνα που με τα περισσότερα κοινά στοιχεία μεταξύ των πληθυσμών των δύο χωρών έτρεφε στο παρελθόν επί αιώνες τη  συμβίωση και την έκανε ανεκτή.

 

Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833

 

Και η μεγάλη περιπέτεια αρχίζει ήδη κατά την κάθοδό του από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Πρέπει να τοποθετήσουμε τη διήγησή του χρονικά στις αρχές Φεβρουαρίου του 1833, αφού η αποβίβαση του νεαρού Όθωνα στο Ναύπλιο έγινε στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου.

Γράφει, λοιπόν, ο συμπαθητικός αυτός συνοδοιπόρος της ομαδικής εξόδου των Βαυαρών προς την Ελλάδα των ονείρων τους, μεταξύ άλλων:

 

 «Αμέσως λοιπόν μετά την άφιξή μου στο Ναύπλιο επισκέφθηκα τα εκεί ζαχαροπλαστεία, από τα οποία μου χαρακτήρισαν ως το καλύτερο και το εκλεκτότερο σε όλη την Ελλάδα το ζαχαροπλαστείο του Λέρη. Και πράγματι κατά τα ταξίδια που έκανα αργότερα στην Πελοπόννησο, στην ανατολική Ρούμελη, τα νησιά του Ιονίου πελάγους και τις Κυκλάδες, πείσθηκα ότι η φήμη ανταποκρινόταν στα πράγματα και ότι μεταξύ των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Για να δώσω στους αναγνώστες μου μια εικόνα αυτού του πρώτου ναού ανατολίτικης ζαχαροπλαστικής τέχνης στην Ελλάδα, προβαίνω στην περιγραφή του καταστήματος Λέρη, που αναφέραμε παραπάνω».

 

Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Σ’ ένα σκοτεινό πλακωτό ισόγειο έχει στήσει ο επιτήδειος Ελληνοανατολίτης καλλιτέχνης της ζαχαροπλαστικής το εργαστήρι του. Ο περαστικός διαβάτης διακρίνει τον τόπο αυτόν όπου παρασκευάζονται λιχουδιές πολυτελείας, από τις γυάλες με τα κόκκινα και λευκά ζαχαρωτά φρούτα, τις τοποθετημένες πίσω από βρώμικα τζάμια παραθυριών. Μερικά άλλα ζαχαροπλαστικά είδη σε άλλα σχήματα και από άλλα υλικά, πάντως χαμηλής ποιότητας, αυξάνουν τα θέλγητρα της προθήκης αυτής. Χωρίς η θέα να τραβάει πολύ τον ξένο, μπαίνει μέσα και βρίσκει και το εσωτερικό του καταστήματος ν’ ανταποκρίνεται πλήρως στην εξωτερική του εμφάνιση. Και στις δυο πλευρές του μαγαζιού είναι τοποθετημένα μικρά τραπέζια, βαμμένα με γαλάζιο χρώμα, που μαρτυρούν, όπως και οι ψάθινες καρέκλες, τη συχνή χρήση και την απουσία της καθαριότητας.

Ένα σμήνος αργόσχολων πολιτικολόγων με το μακρύ τσιμπούκι στο στόμα που συνεχώς καπνίζει ή το στριμμένο τσιγάρο, κάθονται συνήθως στις καρέκλες ασάλευτοι. Οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τοίχοι είναι διακοσμημένοι με τις κορνιζομένες εικόνες των Ελλήνων ηρώων. Ένας ξύλινος τοίχος που φτάνει στο μισό ύψους του δωματίου και είναι καμιά φορά επενδυμένος με χαρτί, κρύβει από τα βλέμματα των περίεργων θαμώνων τους κοιτώνες μερικών υπαλλήλων του καταστήματος και συνάμα και τα μυστικά του παρασκευαστηρίου των γλυκισμάτων.

Ο πλανόδιος χαλβατζής.

Ευτυχής είναι, όποιος δεν τόλμησε να ρίξει βλέμμα μέσα σ’ αυτό το μυστικό άσυλο της ζαχαροπλαστικής αλχημείας – η όρεξή του θα χανόταν αμετάκλητα. Στην μπροστινή πλευρά του ξύλινου τοίχου που προαναφέραμε έχουν τοποθετηθεί ράφια, και εμπρός με βάση μια σταθεροποιημένη ζυγαριά και κολλητά ένα τραπέζι που έχει πάνω ένα γυάλινο κιβώτιο. Σ’ αυτές τις θέσεις έχουν εκτεθεί υπερήφανα τα προϊόντα του μυστηριώδους οπίσθιου χώρου, ενώ αναρίθμητα σμήνη μυγών βουίζουν γύρω τους. Τα ράφια του ξύλινου τοίχου έχουν πάνω τους γυάλινα δοχεία με το ίδιο περιεχόμενο όπως κι εκείνα που είναι τοποθετημένα στα παράθυρα και άλλα πάλι που είναι γεμάτα με κυδωνόπαστα και γλυκό από τριαντάφυλλο, βύσσινο, φλοιό κέδρου και πορτοκαλιού, από βερίκοκο και ροδάκινο, αχλάδι και καρύδι.Η γυάλινη προσθήκη περιέχει μερικά ευρωπαϊκά κουλουράκια με αμύγδαλο (χαλβά και πατισερί σε σχήμα καρδιά).

Σ’ ένα τραπέζι που είναι δίπλα υπάρχουν ακόμη εκτός από τα παραπάνω και πιάτα με μπακλαβά κι ένα είδος πάστας από ψίχουλα ζυμαρικού. Με τα είδη αυτά, μπορούμε να πούμε ότι εξαντλείται πάνω κάτω ο κατάλογος των προϊόντων της ελληνικής ζαχαροπλαστικής.

Βέβαια παρασκευάζονται και ορισμένα είδη επί παραγγελία, που δεν ξεχωρίζουν όμως και πολύ από τα είδη που είχε το κατάστημα Λέρη στο Ναύπλιο, και τα οποία ωστόσο θα τα αναφέρουμε αργότερα εφόσον αξίζουν τον κόπο να αναφερθούν. Όλα τα άλλα ελληνικά ζαχαροπλαστεία δε διαφέρουν ως προς την τελειότητα των ειδών και της τέχνης από αυτό που περιγράψαμε.

Και όμως τα καταστήματα αυτά τα επισκέπτονται συχνότατα και ντόπιοι και ξένοι επειδή προσφέρονται σ’ αυτά εκτός από γλυκά: καφέδες, σοκολάτες, πουντς, λεμονάδα, αμυγδαλόγαλο και παγωτό. Το παγωτό είναι αρκετά καλό, φτηνό, και επειδή στην κάψα του καλοκαιριού προσφέρει μεγάλη ανακούφιση, το απολαμβάνουν πολλοί και συχνά.

Τα βράδια του καλοκαιριού κάθονται οι πελάτες μπροστά από τα ζαχαροπλαστεία πάνω στο δρόμο και η ζωηρή κίνηση και γενικά η ζωή αποτελούν τότε ένα διασκεδαστικό θέαμα. Αυτή είναι περίπου η εικόνα ενός ελληνικού ζαχαροπλαστείου, γράφει ένας από τους πρώτους ξένους ιστορικούς της. Και επεκτείνεται στη συνέχεια στα μικρασιατικών πόλων όπου διαπιστώνει και αυτός στο «φαγείν και πίνειν» των διαφόρων λαών απόλυτη σύμπνοια.

Ἀννα Δερέκα

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 24 Ιανουαρίου 2012.

Read Full Post »

Ζαΐμης Α. Θρασύβουλος (1825-1880)


 

 

Θρασύβουλος Ζαΐμης, έργο του Ερνέστου Κάρτερ (1924-1992).

Πολιτικός της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς, γόνος της μεγάλης οικογένειας προκρίτων και πολιτικών της Πελοποννήσου. Πρωθυπουργός. Ήταν γιος του ση­μαντικού ήρωα της Επανάστασης Ανδρέα Ζαΐμη και εξάδελφος του πολιτι­κού Παναγιώτη Ζαΐμη. Γεννήθηκε στην Κερπενή των Καλαβρύτων το 1825 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος πολιτικός. Στη γενική πολιτική του στάση και νοοτροπία αποστρεφόταν τη δημα­γωγία και την κολακεία. Υποστήριζε αρκετά φιλελεύθερες για την εποχή του πολιτικές αντιλήψεις και ήταν σταθερός υπερασπιστής του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και συγκρούστηκε με το Δημήτριο Βούλγαρη, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να παραβιάσει βασικές πολιτικές ελευθερίες και την ίδια την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Διέθετε υψηλό πολιτικό ήθος, μετριο­πάθεια, διαλλακτικότητα και σύνεση. Συχνά υπερέβαινε τα στενά πλαίσια του όποιου κομματικού συμφέροντος.

Υπηρέτησε αρχικά ως στέλεχος στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά δεν άργησε να αναδειχθεί και σε ανώτερες θέσεις. Έτσι, έγινε υπουργός Εκκλη­σιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (1859) σε ηλικία μόλις 34 ετών. Ξεκίνησε νέος την πολιτική του σταδιοδρομία εκλεγόμενος συνεχώς βου­λευτής Καλαβρύτων σε 12 εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ των ετών 1850-1880. Διετέλεσε συνολικά πρωθυπουργός για διάστημα ενός έτους και επτά μηνών, υπουργός περισσότερο από δύο χρόνια και πρόεδρος της Βουλής περίπου ενάμιση χρόνο συνολικά. Διετέλεσε επτά φορές υπουργός κατά την περίοδο 1859-1878. Το 1860 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Αθανάσιου Μιαούλη. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε διαφωνώντας με τον Όθωνα για το βαυαρικό δάνειο και για την καθυστέρηση της ψήφισης Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα και αφού είχε πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην «επαναστατική τριανδρία» των Δημήτριου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανά­ρη και Μπενιζέλου Ρούφου.

Τον Απρίλιο του 1863, μετά την ανακήρυξη του Δανού πρίγκιπα Γεωργί­ου ως βασιλιά των Ελλήνων από την Εθνοσυνέλευση, ο Ζαΐμης συμμετείχε στην τριμελή αντιπροσωπεία που πήγε στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στο νέο μονάρχη. Τα άλλα δύο μέλη της αντιπροσωπεί­ας, τα οποία επίσης συμμετείχαν -αν και όχι με τη μεγαλύτερη δυνατή απο­τελεσματικότητα- στις διαπραγματεύσεις για τον τελικό διακανονισμό των όρων αποδοχής του στέμματος από το Δανό πρίγκιπα, ήταν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Γρίβας. Το 1864 ενήργησε, επίσης, ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης για την παράδοση στην Ελλάδα και την ενσωμά­τωση στον εθνικό κορμό των Επτανήσων.

Μετά την άφιξη του Γεωργίου Α’, ο Ζαΐμης πρωταγωνίστησε από το 1863 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 μαζί με τους πολιτικούς του αντιπά­λους -και ηγέτες κομμάτων- Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, Δημήτριο Βούλγα­ρη και Επαμεινώνδα Δεληγεώργη στις πολιτικές διαμάχες της περιόδου. Το κόμμα του, αν και διέθετε λιγοστούς βουλευτές, άσκησε σημαντική επιρροή στις συζητήσεις που έγιναν για το νέο Σύνταγμα του 1864. Μάλιστα, οι «ζαϊμικοί» βουλευτές υποστήριζαν τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλου με τη Βουλή, ορισμένα μέλη του οποίου θα διορίζονταν και δε θα εκλέγονταν.

Θρασύβουλος Ζαίμης

Αν και χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια στις πολιτικές αντιλήψεις και τους προσανατολισμούς του στο πεδίο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των λεγόμενων ορεινών και πεδινών, ο Ζαΐμης είχε ήδη από το 1863 προσχωρή­σει στους περισσότερο ριζοσπάστες ορεινούς, τοποθετούμενος πολιτικά πλησιέστερα στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Την περίοδο αυτή μαζί με τους Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγεώργη διαδεχόταν ο ένας τον άλλον στην πρωθυπουργία, καθώς κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις στην πολιτική δια­δικασία από μέρους του Στέμματος, ενώ δεν απουσίαζε και η εκτροπή από τον ομαλό πολιτικό βίο. Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου πριν από τη δυναμική είσοδο του Χαρίλαου Τρικούπη στο πολιτι­κό προσκήνιο τη δεκαετία του 1870. Το κόμμα του Ζαΐμη, όπως και των αντι­πάλων του, ήταν ουσιαστικά μια προσωποπαγής ομάδα που συνέχιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παράδοση του λεγόμενου «πελατειακού συστήμα­τος» χωρίς να καταφέρει, να μετατραπεί σε «κόμμα αρχών».

To 1864 ανέλαβε  το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κανάρη, η οποία ανήκε στο θεωρούμενο ως περισσότερο ριζοσπαστικό και προοδευτι­κό κοινοβουλευτικό συνασπισμό των ορεινών. Την ίδια θέση κατέλαβε και το 1865 στη σύντομης θητείας κυβέρνηση Δεληγεώργη. Το 1877 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη, ενώ συμμετείχε, το 1878, στην πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη ως υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Ως πρωθυπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1869 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Βούλγαρη, η οποία έτσι απέφυγε να επωμιστεί το πολιτικό κόστος της ήττας μετά την καταστολή της Κρητικής επανάστασης του 1866. Η πρωθυπουργική του θητεία υπήρξε μάλιστα αρκε­τά μακροχρόνια για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ζαΐμης κράτησε τότε ρεαλι­στική στάση και αποδέχθηκε τους επιβληθέντες όρους ειρήνευσης, δημιουρ­γώντας τις προϋποθέσεις για την αναγκαία σε εκείνη τη φάση αποκατάστα­ση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Κερδίζοντας μάλιστα τις σχετικά αδιάβλητες εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, διατηρήθηκε στην πρωθυπουργία έως τον Ιούλιο του 1870, όταν ο Γεώργιος Α’ τον ανάγκασε σε παραίτηση και μάλιστα κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Στην περίοδο της πρωθυπουργίας του αντιμετώπισε με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το λεγόμενο «ατιμωτικό πρωτόκολλο» των Παρισίων, αγνοώντας το κόστος που είχε η στάση του στη δημοτικότητά του. Ασχολήθηκε παράλληλα με την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς -χαρα­κτηριστικά αναφέρονται η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Πειραιά και η αγορά του πολεμικού πλοίου «Βασίλισσα Όλγα».

Το Νοέμβριο του 1869 υπέβαλε στη Βουλή πρόταση νόμου σχετικά με την οργάνωση εθνικών δυνάμεων για την καταστολή της ληστείας. Όμως, όχι μόνο απορρίφθηκε το νομοσχέδιο, αλλά τους επόμενους μήνες είχε να αντι­μετωπίσει και τις συνέπειες από τη σφαγή ξένων επισήμων ταξιδιωτών από ληστές στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις, εκθέτοντας διεθνώς τόσο την κυβέρνηση όσο και την ίδια τη χώρα. Στάθηκε μάλιστα η αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Η δεύτερη κυβέρνηση υπό την προεδρία του, το 1871, ήταν εξαιρετικά σύντομη. Διήρκεσε έως τα Χριστούγεννα του 1871. Σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας διατήρησε την εξουσία για λιγότερο από δύο μήνες, αφού απέτυχε να αποσπάσει την υπο­στήριξη αμιγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κυρίως εξαιτίας του θέμα­τος της παροχής άδειας λειτουργίας ορυχείου σε γαλλο-ιταλική εταιρεία.

Το 1872, στις έντονες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο, τήρησε μετριοπαθή στάση σχετικά με την παραπομπή σε δίκη του παραιτη­θέντος πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, τον οποίο κατηγορούσαν για κατάχρηση εξουσίας και επιβολή στρατοκρατίας. Αντί της άμεσης παραπομπής σε δίκη, πρότεινε τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής. Μετριοπαθή στάση τήρησε και στο θέμα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος. Πίστευε στη διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας. Απέφευγε να αντιπαραταχθεί άμεσα στο Στέμμα και επιχειρούσε, στη διάρκεια των σχετικών συζητήσε­ων την περίοδο του 1874-1875, να μετριάσει την ένταση των αντιπαραθέσεων με τα Ανάκτορα. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη τέσσερις φορές μεταξύ των ετών 1855-1877. Η πρώτη θητεία του εκτείνεται στην περίοδο 2 Φεβρουαρίου – 25 Οκτω­βρίου 1855. Εκλέχθηκε με 68 ψήφους έναντι δύο λευκών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1860 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά με 62 ψήφους έναντι 50 του Δημήτριου Καλλιφρονά, υποψήφιου της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Αθανάσιου Μιαού­λη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξελέγη στο αξίωμα αυτό μολονότι ανήκε στην τότε αντιπολίτευση και παρά τις αυλικές πιέσεις προς τους βουλευτές να τον καταψηφίσουν. Παρέμεινε, ωστόσο, στη θέση του μόλις δύο εβδομάδες, έως τις 16 Νοεμβρίου 1860 καθώς η εκλογή του οδήγησε σε διάλυση της Βουλής από τα Ανάκτορα. Ο Ζαΐμης τότε προσχώρησε άμεσα στην αντιπολίτευση που σχεδίαζε την ανατροπή του Όθωνα, συνεργαζόμενος με το Μπενιζέλο Ρούφο και το Δημήτριο Βούλγαρη. Η ροή των γεγονότων οδήγησε μεσοπρό­θεσμα -δύο χρόνια αργότερα- στην πτώση της βαυαρικής δυναστείας.

Εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της Βουλής στις 30 Ιανουαρίου 1874 (για τρεις μήνες, έως τις 25 Απριλίου της ίδιας χρονιάς). Όπως και το 1860, υπερίσχυσε του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 87 έναντι 72, αν και ανήκε στην αντιπολίτευση. Η εκλογή του αυτή στάθηκε η αφορμή να ξεκινή­σει ένας κύκλος πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος και του ρόλου του Στέμματος. Για τέταρτη και τελευταία φορά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με 131 ψήφους, στις 4 Οκτωβρίου 1876, διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Κουμουνδού­ρο που στο μεταξύ έγινε πρωθυπουργός. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις 18 Μαρτίου 1877. Ήταν παντρεμένος  με την Ελένη Μουρούζη. Γιος του ήταν και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρόεδρος της βουλής, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1880 σε ηλικία μόλις 55 ετών.

  

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Το ιστορικό πλαίσιο


 

Είναι δυστυχία να αγνοείς την ιστορία του τόπου σου, θα μπορούσε να πει κανείς παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Πολύβιου.* Πολύ περισσότερο την πρόσφατη ιστορία που με τους όρους που δημιούργησε εξακολουθεί να επηρεάζει τη ζωή και τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Οι ανιστόρητοι δεν έχουν αυτή την επίγνωση και γι’ αυτό δεν ερμηνεύουν σωστά την πραγματικότητα. Τους διαφεύγουν οι εξηγητικοί λόγοι που δημιούργησαν την α ή την β νοοτροπία, την συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική στάση. Και με τη στενοκεφαλιά που δημιουργεί η άγνοια αποφαίνονται με αυτοπεποίθηση για όλα τα ζητήματα: εθνικά, πολιτικά, ιδεολογικά κ.α.

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Ο Όθωνας Βίττελσμπαχ ήταν ήδη 29 χρόνια βασιλιάς των Ελλήνων και της μικρής Ελλά­δας. Τα σύνορα της χώρας μόλις περνούσαν τα βουνά της Λαμίας και ο πληθυσμός των ελεύθερων Ελλήνων ήταν 1.096.810 (απογραφή του 1861). Στις αλύτρωτες περιοχές, ο ελληνισμός στέναζε ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και καμιά σοβαρή προετοιμασία για την απελευθέρωσή του δεν γινόταν από το Ελληνικό κράτος. Ποιο ήταν όμως το Ελληνικό κράτος; και σε ποιο βαθμό ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τους πόθους του Ελληνικού λαού; – Οι πρωτοπόρες και υγιείς πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ενσάρκωσαν την ιδέα της ανεξαρτησίας και πέτυχαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους αποκλείστηκαν από την πολιτική ζωή.

 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833.

 

Ο Όθωνας κυβέρνησε, από το 1833 έως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ως «ελέω Θεού» μονάρχης στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με Βαυαρούς και αυλοκόλακες. Οι έμπειροι οπλαρχηγοί, οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πολίτες που μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην οικοδόμηση του πρώτου Ελληνικού κράτους, όχι μόνο αγνοήθηκαν από τον Όθωνα αλλά καταδιώχτηκαν, προπηλακίστηκαν και φυλακίστηκαν. Τα παραδείγματα της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Μακρυγιάννη είναι χαρακτηριστικά.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η αυταρχική αγωγή και η ιδιοσυγκρασία του δεν ανεχόταν – φοβόταν- κάθε φωνή αντίθετη με τη δική του, κάθε ιδέα δημοκρατική. Ακόμα και μετά τον εξαναγκασμό του σε παραχώρηση συντάγματος το 1884 καμιά ουσιαστική μεταβολή δεν έγινε στον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά του. Ο απολυταρχισμός του εξακολούθησε να εκδηλώνεται σε κάθε περίσταση κατά παράβαση του συντάγματος. Όταν η Γερουσία δε συμφωνούσε με τις απόψεις του, άλλαζε τη σύνθεσή της. Όταν ο πρωθυπουργός που διόριζε, έπαυε να του είναι αρεστός, τον απέλυε. Όταν η Βουλή δεν ήταν πειθήνιο όργανό του, τη διέλυε. Εξουσίαζε με το μαστίγιο, τον εκφοβισμό και τον εκμαυλισμό. Όπως ήταν φυσικό η δυσαρέσκεια των Ελλήνων διογκωνόταν.

Πολύ περισσότερο που η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολλούς. Τα εθνικά δάνεια κατασπαταλήθηκαν, κανένα σοβαρό έργο υποδομής δεν γινόταν, μέτρα για την αξιοποίηση των εθνικών γαιών -πρώην Τουρκικά κτήματα- δεν λαμβάνονταν, και ο μαρασμός ενδημούσε στην ελληνική κοινωνία. Το μόνο που δινόταν στον ελληνικό λαό ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Φρούδες ελπίδες δηλαδή, για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και τη σύσταση ελληνικής αυτοκρατορίας.

Στην πραγματικότητα όμως υπήρχε αδυναμία ακόμα και για την οργάνωση ενός σοβαρού κινήματος, που θα ελευθέρωνε τουλάχιστον τη Θεσσαλία και την Ήπειρο από τις ασθενείς Τουρκικές δυνάμεις, όταν η Τουρκία βρέθηκε σε πόλεμο με τη Ρωσία το 1853-56 (Κριμαϊκός πόλεμος). Η άφρονη και θορυβώδης τακτική του παλατιού (με τα μεγαλεπήβολα οράματα και την οργανωτική ανικανότητα) οδήγησαν σε αποτυχία την επανάσταση σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και ενώ, η δημοτικότητα του Όθωνα ήταν στο ναδίρ και η αντιπολίτευση τον σφυροκοπούσε, ένα επαχθές για τη χώρα γεγονός ήρθε να κάνει το βασιλιά δημοφιλή και να του δώσει πρόσκαιρη παράταση. Ήταν η κατοχή του Πειραιά και ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους (1854-57).

Ο λαός μας, μπροστά στην εχθρική ενέργεια των «συμμάχων» που (εκτός από τα δάνεια που επισώρευε στη χώρα μας) έθιγε βάναυσα την εθνική υπόσταση ενός ανεξάρτητου κράτους, συσπειρώθηκε γύρω από το βασιλιά. Αυτόν εξάλλου πρόσβαλλαν και εξευτέλιζαν καθημερινά αξιωματικοί και στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής. Ήταν φυσικό λοιπόν να περιβάλλουν οι Έλληνες με συμπάθεια τον Όθωνα, αφού στο πρόσωπό του ατιμαζόταν η Ελλάδα.

Αθανάσιος Μιαούλης

Η δημοτικότητα του Όθωνα και της Αμαλίας κράτησε λίγο καιρό ακόμα μετά την αποχώρηση των Αγγλογάλλων, το Φεβρουάριο του 1857. Δεν ξέχασαν όμως τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Σε λίγο σπρώχνουν την κυβέρνηση Βούλγαρη σε παραίτηση με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις τους και ο Όθωνας, αγνοώντας τις συνταγματικές του δεσμεύσεις, ορκίζει πρωθυπουργό τον υπασπιστή του Αθανάσιο Μια­ούλη. Από τις αρχές του 1859 η αντιπολιτευτική κίνηση απέναντι στο καθεστώς παίρνει πιο ενιαία και πιο αποτελεσματική μορφή. Αρχικά ιδρύεται, πιθανόν με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, μυστική πολιτική εταιρία με σκοπό «τη διαμόρφωση των κακώς κειμένων και κυρίως την ελευθερία των βουλευτικών εκλογών» στην οποία συμμετέχουν δημοσιογράφοι, φοιτητές, μαθητές, βουλευτές κ.α.

Το Μάη του 1859 συνέβησαν σοβαρά γεγονότα που δυνάμωσαν το αντικαθεστωτικό φρόνημα. Είναι τα γνωστά Σκιαδικά, που εντελώς απρόσμενα αποτέλεσαν τον καταλύτη στις σχέσεις λαού – παλατιού. Από τα Σκιαδικά έως τη Ναυπλιακή επανάστα­ση έχουμε αλλεπάλληλες κυβερνήσεις του Αθανάσιου Μιαούλη και δυο εκλογικές αναμετρήσεις βίας και καλπονοθείας, με αποκορύφωμα τις εκλογές που η διεξαγωγή τους κράτησε από το Δεκέμβρη του 1860 έως τον Μάρτη του 1861, καθώς γίνονταν διαφορετική ημερομηνία σε κάθε περιοχή για να μεταφέρεται ο Οθωνικός μηχανισμός της βίας, της φοβίας και της νοθείας σε κάθε πόλη και χωριό, ώστε να εξασφαλίζεται η «νίκη».

Από το 1861 το αντιδυναστικό ρεύμα καθημερινά μεγάλωνε. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική σ’ ολόκληρη τη χώρα και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου οργανώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Άργος, Ναύπλιο) συνωμοτικά συμπόσια με εθνικό και αντικαθεστωτικό περιεχόμενο. Η αστυνομία παρακολουθούσε και τρομοκρατούσε τους πολίτες πραγματοποιώντας συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Οι περισσότερες εφημερίδες των Αθηνών είχαν ταχθεί με το μέρος της αντιπολίτευσης και της «Χρυσής Νεολαίας» την οποία εκπροσωπούσε επάξια ο νεαρός δικηγό­ρος Επαμ. Δεληγιώργης. Ξεχώριζαν για τα πύρινα άρθρα τους οι εφημερίδες «Αιών» και «Αθήνα». Η πιο μαχητική όμως ήταν η εφημε­ρίδα της «Χρυσής Νεολαίας» με τον εύγλωττο τίτλο «Το Μέλλον της Πατρίδος», που κατα­σχέθηκε πολλές φορές.

Το Μάιο συλλαμβάνονται ως συνωμότες εναντίον του καθεστώτος όχι μόνο πολίτες αλλά και αρκετοί αξιωματικοί που στέλνονται στο Ναύπλιο, στις φυλακές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας. Κι ενώ η κατάσταση καθημερινά οξυνόταν, στις 6 Σεπτεμβρίου ο 18χρονος Δόσιος επιχειρεί να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία (Ύαινα την ονόμαζε τότε ο λαός). Η απόπειρα απέτυχε και ακολούθησαν δοξολογίες «επί τη διασώσει» και πανηγυρισμοί στη χώρα. Προσωρινά το αντιδυναστικό μένος του λαού μειώθηκε. Μόνο στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν προκηρύξεις που έγραφαν «άθλιοι μάλ­λον κλαύσατε παρά να πανηγυρίζετε δια την αποτυχίαν».

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

«Στις αρχές του 1862 το πολιτικό βαρόμετρο έδειχνε θύελλα σ’ όλη την Ελλάδα», γράφει ο Γιάννης Κορδάτος. «Από κάθε γωνιά της μικρής Ελλάδας έφταναν πληροφορίες για ερεθισμό του λαού». Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα γινόταν κυβερνητική αλλαγή. Θα αναλάμβανε πρωθυπουργός ο παλαίμαχος ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης «είδωλον της κοινής γνώμης» και από τους πρωτοστάτες του αντιδυναστικού αγώνα την τελευταία τριετία.

Πράγματι ο Όθωνας κάλεσε τον Κανάρη και του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αφού προηγουμένως συμφώνησε με το περιεχόμενο του υπομνήματος που του υπέβαλε ο γηραιός ναύαρχος. Το υπόμνημα περιείχε τους αναγκαίους όρους εκδημοκρατισμού και εφαρμογής του συντάγματος. Όμως σύνταγμα και δημοκρατία προκαλούσαν αλλεργία στον Όθωνα και τη βασιλική καμαρίλα. Γι’ αυτό ο Όθωνας, με το πρόσχημα πως δε συμφωνούσε με τους υπουργούς που επέλεξε ο Κανάρης, του αφαίρεσε μετά από δύο μέρες την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ξανα-όρκισε πρωθυπουργό τον Αθ. Μιαούλη. Η τελευταία αυτή κυβέρνηση του Μιαούλη έμεινε γνωστή ως «υπουργείο του αίματος». Υπουρ­γείο έλεγαν τότε την κυβέρνηση.

 

Η επαναστατική προετοιμασία στο Ναύπλιο

 

Το Ναύπλιο ήταν στις αρχές του 1862 μια πόλη 10.000 περίπου κατοίκων, μια από τις μεγάλες πόλεις της τότε Ελλάδας. Η Αθήνα μόλις που ξεπερνούσε τις 30.000 και η ακμάζουσα Ερμούπολη της Σύρου τις 25.000. Πάνω απ’ όλα όμως το Ναύπλιο ήταν πόλη στρατηγικής και πολι­τικής σημασίας. Αποτελούσε το σημαντικότερο αντιδυναστικό κέντρο μετά την Αθήνα με δραστήριες πολιτικές οργανώσεις και μυστικούς συνδέσμους αντικαθεστωτικών αξιωματικών.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Τα επιβλητικά κάστρα Παλαμήδι και Ακροναυπλία, το οχυρό λιμάνι του με το Μπούρζι και τα ισχυρά τείχη του, το καθιστούσαν σχεδόν απόρθητο με τα μέσα της εποχής εκείνης. Υπήρχαν επομένως οι πολιτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για την κυοφορία της επανάστασης, προπάντων εδώ. Επιπλέον οι Ναυπλιείς είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες από τα ένδοξα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα καθώς το Ναύπλιο, πόλη εγκέφαλος του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, έζησε όλες τις μεγάλες στιγμές του Γένους. Ήταν ευαίσθητοι λοιπόν σε εθνικά και πολιτικά ζητήματα και δύσκολα έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για «τη μετάθεση της πρωτευούσης». Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να μείνουν αδιάφοροι στις συνταγματικές εκτροπές του Όθωνα, τις αυταρχικές μεθόδους της Αυλής του, τον εμπαιγμό του θρυλικού Κανάρη (το ζωντανό ’21) και τις ανομίες της κυβέρνησης Μιαούλη; Και ασφαλώς δεν έμει­ναν.

Οργανώθηκε «Σύλλογος Νεολαίας» και πυρήνες αντικαθεστωτικών, στους οποίους διακρίθηκαν για τη δράση τους οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, I. Παπαζαφειρόπουλος και ο κ. Αντωνόπουλος, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρω­τοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο υποπρόξενος του Βελγίου Σπυρ. Ζαρβιτσάνος και ο δήμαρχος του Ναυπλίου Πολυχρόνης Ζαφειρόπουλος.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου

Ιδιαίτερη όμως συμβολή στην επαναστατική προετοιμασία είχε η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου (και αργότερα γερουσιαστή) Σπύρου Παπαλεξόπουλου. Γυναίκα ιδιαίτερα μορφωμένη, γνώριζε ιταλικά, αγγλικά και γαλλικά στην εντέλεια. Είχε σπουδάσει στην Ιταλία, όπου εγκολπώθηκε τις αρχές της γαλλικής επανάστασης και επηρεάστηκε από το κίνημα των Καρμπο­νάρων. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο το 1825 και βρέθηκε πάντοτε αντιμέτωπη στον αυταρχισμό της εξουσίας, είτε την εκπροσωπούσε ο Καποδίστριας είτε ο Όθωνας. Μετέδωσε τις ιδέες της σε πολλές από τις κυρίες του Ναυπλίου και έγινε η πρόδρομος των Ελληνίδων που διεκδίκησαν ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Στο σπίτι της συγκεντρώνονταν οι ηγέτες της επανάστασης, που θα ξεσπούσε και με την ευγλωττία της έκανε τους πάντες οπαδούς των απόψεών της, προτρέποντας και ενθαρρύνοντας τη νεολαία. Με λίγα λόγια «η κυρά τ’ Αναπλιού υπήρξε ιεροφάντις κάθε επαναστατικής ιδέας και Μη­τέρα της Επαναστάσεως», η Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν, όπως την ονόμασαν οι σύγχρονοί της.

Πάνος Κορωναίος

Ο άλλος πόλος των αντικαθεστωτικών ήταν οι αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου. Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1861 που εξορίστηκαν στο Ανάπλι ή φυλακίστηκαν στα κάστρα του Δημοκρατικοί αξιωματικοί, με την κατηγορία της συνομωσίας, ενισχύθηκε το αντιδυναστικό φρόνημα των αξιωματικών. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν εξόχως δραστήριοι και σε σύντομο χρόνο δημιούργησαν δίκτυα επαφών και με τους αντικαθεστωτικούς πολίτες του Ναυπλίου αλλά και της Αθήνας. Διακρίθηκαν ο αντισυνταγματάρχης Δ. Μπό­τσαρης, ο ταγματάρχης Χ. Ζυμβρακάκης, ο υπολοχαγός Χρ. Κατσικογιάννης, ο υπίλαρχος Τριτάκης, ο ικανότατος και εμπειροπόλεμος (από τον Κριμαϊκό πόλεμο) αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος αλλά και ο Διοικητής του Ε’ τάγματος πεζικού της Φρουράς Ναυπλίου Αρτέμης Μίχου. Ξεχωριστή πνοή στην επαναστατική προετοιμασία έδωσε ο υπολοχαγός Δημ. Γρίβας, γιος του Ακάρνανα οπλαρχηγού του ’21 Θεοδωράκη Γρίβα  και εγγονός της Μπουμπουλίνας, ο οποίος εξορίστηκε στ’ Α­νάπλι το Γενάρη του 1862.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Οι συνωμότες διακινούσαν την αλληλογραφία τους με τους συνωμότες της Αθήνας, για λόγους ασφαλείας, με το διπλωματικό σάκο του υποπρόξενου του Βελγίου Σπ. Ζαβιτσάνου. Όταν η προετοιμασία προχώρησε ορίστηκε ως ημέρα ταυτόχρονης εξέγερσης στο Ναύπλιο, την Αθήνα και αλλού η 4η Φεβρουαρίου. Η τελευταία συνεννόηση θα γινόταν με επιστολές του Αρτέμη Μίχου που ταχυδρομήθηκαν (πάντα με το διπλωματικό σάκο) στις 31 Ιανουαρίου. Ο σάκος όμως παραδόθηκε στο νομάρχη και ο δικαιολογημένος φόβος πως θ’ ανοίξει τις επιστολές και θα γίνει γνωστό το περιεχόμενό τους, με συνέπεια όχι μόνο τη σύλληψη του αποστολέα και των παραληπτών αλλά και τη ματαίωση της επανάστασης, οδήγησε στην επίσπευσή της και την κήρυξή της την 1η Φεβρουαρίου.

Από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου κυκλοφορούσε η εφημερίδα της επαναστάσεως «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ»** με υπότιτλο «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕ­ΒΡΟΥΑΡΙΟΥ». Συντάκτης της ήταν ο Θ. Φλογαΐτης, παλαιότερο μέλος της «Χρυσής Νε­ολαίας» των Αθηνών και της συντροφιάς που εξέδιδε «Το Μέλλον της Πατρίδος». Η εφημερίδα κατέγραψε αρκετά από τα γεγονότα εκείνων των ημερών, από την 5η Φεβρουαρίου έως την 10η Μαρτίου που κυκλοφορούσε.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Από τον πρόλογο, για την επανέκδοση του βιβλίου «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα», τον Ιανουάριο του 1996].

 

Υποσημειώσεις


 * Όλβιος όστις ιστορίας έσχε μάθησιν

** Τα τεύχη της εφημερίδας αυτής τα ανατύπωσε και τα εξέδωσε σ’ ένα καλαίσθητο τόμο η Απόπειρα, με σύντομο ιστορικό της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ’ ενός Ναυπλιέως


 

Τα συμβάντα της Ναυπλιακής επαναστάσεως

Χρονικό μοναδικό και πολύτιμο

 

Το χρονικό της αιματηρής αυτής επανάστασης που συγκλόνισε την Ελλάδα για 67 ημέρες και δυναμίτισε το θρόνο του Όθωνα, το έγραψε και το εξέδωσε σε βιβλίο ένας συγγραφέας που κράτησε την ανωνυμία του. Το βιβλίο έχει 94 σελίδες και τιτλοφορείται «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862». Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα τίθεται η φράση: «Υφ’ ενός ΝΑΥΠΛΙΕΩΣ».

Το ανώνυμο αυτό βιβλίο, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, επανέκδωσε με τη μέθοδο της φωτογραφικής ανατύπωσης, ύστερα από 134 χρόνια η μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα». Στον πρόλογο του βιβλίου, ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, και μας μιλά για το περιεχόμενο και τον ανώνυμο συγγραφέα.  Ας δούμε τι αναφέρει για τα δύο τελευταία.         

 

Το περιεχόμενο

 

Το βιβλίο του ανώνυμου Ναυπλιέως χωρίζεται σε δύο μέρη, αν και όχι τόσο ευδιάκριτα από τεχνικής πλευράς. Το πρώτο και εκτενέστερο (67 σελίδες) περιέχει την ιστορική αφήγηση, ενώ το δεύτερο (27 σελίδες) αποτελεί παράρτη­μα στο οποίο παραθέτει έγγραφα που εξεδόθησαν τις ημέρες της επαναστάσεως από την επαναστατική Επιτροπή, τον Αρχηγό, και το Δήμαρχο Ναυπλιέων. Περιλαμβάνει ακόμα ψηφίσματα συμπαράστασης των Δημοτικών Συμβουλίων αρκετών πόλεων, το έγγραφο της επιτροπής προς τους πρέσβεις Αγγλίας, Γαλ­λίας και Ρωσίας και πολλά άλλα, συνολικά 22 τον αριθμό.

 

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ' ενός Ναυπλιέως

 

Στις 9 πρώτες σελίδες του α’ μέρους εκθέτει το σκοπό της συγγραφής του, τα αίτια της επα­νάστασης, τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας και τους λόγους της επίσπευσής της. Στις επόμενες 17 σελίδες περιγράφονται οι πρώτες ενέργειες των επαναστατών, η εκλογή αρχηγού και επαναστατικής επιτροπής, η ορκωμοσία, η διακήρυξη αρχών και σκοπών, η απόφαση να οχυρωθούν και να παραμείνουν στο Ναύπλιο περιμένοντας να ξεσπάσει η επανάσταση και σε άλλες πόλεις, και γενικά η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που αφορούσαν τη ζωή της πόλης και την οργάνωση της άμυνας απέναντι στον κυβερνητικό στρατό, που έσπευσε αστραπιαία να πολιορκήσει το Ναύπλιο, υπό τη διοίκηση του υπασπιστή του Όθωνα Ελβετού στρατηγού Χαν.

Από τη σελίδα 27 έως τη σελίδα 66 έχουμε ένα συστηματικό χρονικό με τις μάχες ανάμεσα σε επαναστάτες και κυβερνητικό στρατό, που έγιναν αρχικά στη περιφέρεια του Ναυπλίου, Άρια, Προφήτη Ηλία, Μύλους Ταμπακόπουλου (σημερινές εργατικές κατοικίες), Κατσίγκρι, (Άγιος Ανδριανός), Τολό, Χαϊδάρι (Δρέ­πανο), και στη συνέχεια το σταδιακό σφίξιμο του Ναυπλίου με την πτώση των παραπάνω θέσεων και την πυρπόληση της Πρόνοιας.

Καταγράφονται οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, η δύναμη των εμπολέμων και εξαίρεται ο ηρωισμός στο πεδίο της μάχης. Διατρέχει γρήγορα τις μέρες που δεν έχουν σπουδαία γεγονότα και κάνει λεπτομερή πε­ριγραφή των αξιόλογων μαχών και των πολε­μικών κατορθωμάτων. Αναφέρεται διεξοδικά στο διχασμό των επα­ναστατών μετά τον αποκλεισμό τους μέσα στα τείχη αλλά και στον ενθουσιασμό μετά τη συμφιλίωση των πολιτών.

Περιγράφει συγκινητικά και με αξιοπαρατήρη­τες κρίσεις τις τελευταίες μέρες, όταν εκκενώνεται η πόλη από τις οικογένειες και η Επιτροπή αποφασίζει την παράδοση της πό­λης, παρόλο που η αμνηστία που έδωσε ο Όθωνας δεν ήταν Γενική, όπως ήταν ο όρος των διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα συγκινητική εί­ναι η περιγραφή των σκηνών που εκτυλίχθηκαν στην πόλη τις τελευταίες δύο μέρες πριν την παράδοση. Η γνώση της ανθρώπινης ψυχολο­γίας του επιτρέπει να ζωγραφίζει στην εντέλεια τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τη στάση του πλήθους. Ο επίλογος είναι από τις ωραιότερες σελίδες του έργου. Περιέχει μια έξοχη επανεκτίμηση – επιβεβαίωση των αιτιών της επανάστασης και έναν κλαυθμό για τους γενναίους που χάθηκαν στα πεδία της τιμής. Και, όπως συχνά συμβαί­νει στο έθνος μας, στρέφει το νου και τις ελπίδες του στους εκτός Ελλάδος Έλληνες.

 

Ο συγγραφέας

 

Ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που αφηγείται. Πρόκειται μάλλον για αξιωματικό που πήρε μέρος στην επανάσταση, και μάλιστα από θέση που του επέτρεπε να έχει καλή πληροφόρηση. Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΕΞΩΣΗ» πιθανολογεί ότι «το ανώνυμο αυτό βιβλιαράκι, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, ίσως γράφτηκε από τον ταγματάρχη της Στρατιωτικής Οικονομίας Σπυρ. Κυδωνάκη που ήταν τότε επιμελητής της φρουράς του Αναπλιού». Από όποιον, όμως, και να γράφτηκε αποτελεί μαρτυρία πολύτιμη για τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, που συγκλόνισαν το θρόνο του Όθωνα τόσο, ώστε λίγους μήνες αργότερα δεν χρειάστηκε παρά μια αναίμακτη εξέγερση για την οριστική εκθρόνισή του.

Γιατί όμως ανώνυμος; Η επιλογή της ανωνυμίας ενισχύει την άποψη ότι ήταν αξιωματικός (πως ήταν επαναστάτης το δηλώνει άμεσα και έμμεσα ο ίδιος). Πιθανόν συνεχίζει τη σταδιοδρομία του, αφού δόθηκε αμνηστία, και έχει λόγους να μην προκαλεί «το σύστημα». Ο σπουδαιότερος όμως λόγος είναι ότι θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά του. Είναι χαρακτήρας αμερόληπτος, παρόλο που βρέθηκε στη μια πλευρά, και θέλει ν’ αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αν έγραφε επώνυμα ή θα δυσαρεστούσε τους πιο θερμόαιμους από τους συναγωνιστές και φίλους του, ή θα παρασυρόταν σε τόνους υπερβολικούς. Προτίμησε λοιπόν την ασφάλεια της ανωνυμίας που του επέτρεψε να εκθέσει τα γεγονότα και να αξιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Όταν δεν αφηγείται, αλλά κρίνει, αιτιολογεί γίνεται περισσότερο φανερή η δύναμη της σκέψης του και η αντικειμενική του διάθεση. Δεν διστάζει, για παράδειγμα, ν’ αναγνωρίζει αρετές στον αρχηγό του αντίπαλου στρατοπέδου, Ελβετό στρατηγό Χαν, ή να επικρίνει ενέργειες του ηρωικού υπολοχαγού και φίλου του (κατά δήλωση του) Δ. Γρίβα, που υπήρξε η ψυχή της επανάστασης. Μια κάποια εντύπωση προκαλεί η συντομότατη αναφορά του στην Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, πρωτεργάτιδα στην προετοιμασία της επανάστασης. Φαίνεται πως ενοχλείται από τη συμμετοχή γυναικών στα πολιτικά ζητήματα και δεν το κρύβει. «Εν γένει δε το γυναικείον φύλον παρατηρείται έχον μεγίστην τάσιν να εξέλθει του προορισμού του και να λάβη θέσιν επίφοβον εις τα περί ελευθερίας ζητήματα», γράφει στη σελίδα 51.

Η αναφορά του στους πολίτες είναι πολύ περιορισμένη και γίνεται κυρίως για να αναφέρει τη συμμετοχή τους στην επανάσταση. Δεν ασχολείται με τις άλλες όψεις της ζωής στην πόλη, αυτές τις 67 μέρες. Ακόμα και για την εφημερίδα της επανάστασης, το «Συνταγματικό  Έλληνα», κάνει μόνο μια σύντομη μνεία. Το ύφος του συγγραφέα είναι μάλλον λιτό και λυρικό, μολονότι η χρήση της καθαρεύουσας δίνει την εντύπωση μιας μεγαλοπρέπειας. Διακρίνεται για τη σαφήνειά του, την παραστατικότητα της έκφρασής του και τη γλωσσική του επάρκεια. Ξέρει να αφηγείται, ξέρει να στοχάζεται, ξέρει να αξιολογεί.

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία θα λειτουργήσει στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.   

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)


 

Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος

 

Ο Λέο φον Κλέντσε γνωρίζει τον Λουδοβίκο το 1814 και μένει στην υπηρεσία της Βαυαρίας ως το 1859. Γέννημα θρέμμα της εποχής του Κλασικισμού, ο Κλέντσε οραματίζεται την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδίως του δωρικού ναού. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσαν τα ταξίδια του στη Μεγάλη Ελλάδα με τους δωρικούς ναούς στο Πέστουμ, την αρχαία Ποσειδωνία, στον Ακράγαντα, τη Σεγέστα, τον Σελινούντα. Ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε αφήνεται να καθοδηγηθεί από τα ίδια τα μνημεία που σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια επί ώρες. Στους τέσσερις μήνες που πέρασε στην Ελλάδα το 1834, ο Κλέντσε σχεδίασε τον αρχαϊκό ναό στο Καρδάκι της Κέρκυρας, το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, άποψη της Χαλκίδας, τους Αέρηδες στην Πλάκα, ενώ η ελαιογραφία με τη φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης έγινε αργότερα στο Μόναχο.

Ο Κλέντσε στην Αθήνα κίνησε τη διαδικασία για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Για πρώτη φορά τοποθετούνται φύλακες σε αρχαιολογικούς χώρους ενώ, και πάλι με δική του ενέργεια, αρχίζει η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη. Η επίσημη έναρξη, που εποπτεύει ο ίδιος, γιορτάστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή του λαού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη ύστερα από αιώνες.

 

Πορτρέτο του Λέο φον Κλέντσε.

Ο Γερμανός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, συγγραφέας και φιλέλληνας  Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1784, σε μια μικρή πόλη του Χάρτς της κεντρικής Γερμανίας. Το 1800 άρχισε τις σπουδές του στο Βερολίνο, παρακολουθώντας μαθήματα νομικής, λίγο αργότερα όμως, επηρεασμένος ίσως από τη συνάντησή του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly, αποφάσισε να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Το 1803 συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Στα 1806-1807 επισκέφθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα την Ιταλία (Ρώμη, Νεάπολη, Βενετία), όπου για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τα μνημεία της αρχαιότητας. Εργάσθηκε για λίγο καιρό στην πόλη Κάσσελ, στην αυλή του βασιλιά Ιερώνυμου, όπου κατασκεύασε το θέατρο της πόλης (στην Wilhelmshohe). Το 1813 παντρεύτηκε την Φελίτσιτας Μπλαντζίνι, από το Τουρίνο.

Το 1814 συναντάται για πρώτη φορά με το Λουδοβίκο. Η συνάντησή του αυτή επρόκειτο να γίνει καθοριστική για την όλη του εξέλιξη, γιατί δύο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος τον καλεί στο Μόναχο, προτείνοντάς του να γίνει αρχιτέκτονας της αυλής και να συνεργασθεί με άλλους μαζί, για το πολεοδομικό σχέδιο του Μονάχου. Ήδη από τις αρχές της παραμονής του στην πόλη αυτή αρχίζει παράλληλα και η δραστηριότητά του για την αγορά αρχαίων. Σαν ειδικός απεσταλμένος του Λουδοβίκου, πηγαίνει στο Παρίσι για να λάβει μέρος στη δημοπρασία της συλλογής του καρδιναλίου Φες.

Πολυάριθμοι αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, συλλέκτες και μεσίτες έργων τέχνης είχαν συγκεντρωθεί, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, την εποχή εκείνη στο Μόναχο. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως ο Μάρτιν φον Βάγκνερ, ο Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, ο Φρίντιχ φαν Γκαίρτνερ κ.α. διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του. Ο Κλέντσε είναι, όμως, ίσως ο μόνος που – φερόμενος με ιδιαίτερη διπλωματία- κατόρθωσε να διατηρήσει σχεδόν συνέχεια ακλόνητη την εμπιστοσύνη του μονάρχη, μη διστάζοντας μερικές φορές και να παραμερίσει τους ανταγωνιστές του. Ταξίδεψε με τον Λουδοβίκο δύο φορές στην Ιταλία, όπου επισκέφθηκαν τη Ρώμη, τη Νεάπολη, τη Φλωρεντία και τη Σικελία. Μετά την ενθρόνιση του Λουδοβίκου το 1825, ανακηρύχτηκε βασιλικός σύμβουλος για τα αρχιτεκτονικά θέματα.

Την Ελλάδα επισκέφθηκε ο Κλέντσε μόνο μια φορά ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1834. Όμως, στο ταξίδι αυτό θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω. Ο Κλέντσε παρέμεινε στην υπηρεσία της Βαυαρίας έως το 1859. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του κτίσθηκαν πάνω από 50 οικοδομήματα, σύμφωνα με δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ ένας επίσης μεγάλος αριθμός σχεδίων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Λέο φον Κλέντσε αρχιτέκτονας, της εποχής του Κλασικισμού, οραματίστηκε την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής και τη δημιουργία μιας νέας Αθήνας στο Μόναχο, όπου πολυάριθμα κτίριά του σφράγισαν οριστικά το πρόσωπο της πόλης αυτής. Στην ίδια την Αθήνα, μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του είναι η καθολική εκκλησία (Άγιος Διο­νύσιος) δίπλα στο Οφθαλμιατρείο. Όμως και εδώ ο Κλέντσε έπαιξε ση­μαντικό ρόλο κάνοντας βασικές τροποποιήσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, δημιούργημα των Κλεάν­θη και Σάουμπερτ. Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα αρχαιολογικό μουσείο κοντά στην Ακρόπολη, έργο επίσης του Κλέντσε, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως η δημιουργικότητα του Κλέντσε δεν περιορίσθηκε σε όρια αυστηρά αρχιτεκτονικά – πολεοδομικά.

Σ’ αυτόν οφείλεται η Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όχι μόνο σε ό,τι έχει σχέση με την εξωτερική της μορφή. Και η ίδια η διαμόρφωση των αιθουσών ως εκθεσιακών χώρων, αλλά ακόμη και η επιλογή των εκθεμάτων, είναι έργο δικό του. Ως σύμβουλος του διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Λουβοδίκου σε θέματα τέχνης, στον οποίο ο Λουδοβίκος είχε πολλές φορές τυφλή εμπιστοσύνη, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο Μόναχο ένα σημαντικό αριθμό γλυπτών, αγοράζοντάς τα από διάφορες συλλογές και δημοπρασίες, όπως π χ. τον Απόλλωνα της Τενέας, την Ει­ρήνη του Κηφισοδότου, τον λεγόμενο «βασιλιά του Μονάχου». Εδώ επέδειξε πολλές φορές ένα πολύ σωστό αισθητικό κριτήριο και γνώση της ελληνικής γλυπτικής, αν και όπως άλλωστε είναι φυσικό για την εποχή του, δεν ήταν πάντοτε απαλλαγμένος από την επίδραση που ασκούσε ακόμη ο Βίνκελμαν και οι απόψεις του σχετικά με την αρχαία τέχνη.

Παράλληλα με τον εμπλουτισμό της Γλυπτοθήκης, ο Κλέντσε κατόρθωσε να δημιουργήσει και συλλογή αγγείων, στην οποία συγκαταλέγονται πολλά αριστουργήματα της ελληνικής αγγειογραφίας. Η συλλογή αυτή, που αρχικά δεν ήταν επισκέψιμη παρά μόνον από λίγους ειδικούς, έμελλε να στεγασθεί αργότερα σε κτίριο που κτίσθηκε επίσης στην Καίνιγκςπλατς, τη μεγάλη κλασικιστική πλατεία του Μονάχου, απέναντι ακριβώς από τη Γλυπτοθήκη.

Εμπλουτισμένο και με πολλά άλλα αντικείμενα από χαλκό και διάφορα πολύτιμα και μη μέταλλα, πήρε την ονομασία «Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας». Τον πυρήνα, λοιπόν, της έκθεσης αποτελεί η προσπάθεια μιας προσέγγισης της ως τώρα άγνωστης πλευράς του Κλέντσε ως αρχαιολόγου.

 

Ο Αρχαιολόγος

 

Ίσως κανένας από τους συγχρόνους του Κλέντσε να μην προσανατολίστηκε, σε τέτοιο βαθμό, στην ελληνική τέχνη, όσο αυτός. Οι νέες κλασικιστικές τάσεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, και με τις οποίες γαλουχήθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Βερολίνο και στο Παρίσι, φαίνεται ότι τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα. Έτσι, η ελληνική αρχιτεκτονική γίνεται γι’ αυτόν «μέτρο πάντων», ιδίως η αρχέτυπη μορφή της, που είναι ο δωρικός ναός, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να τον απασχολεί. Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η θεωρία, οι νόμοι της αναλογίας και η γνώση των συμβόλων που κρύβει μέσα του. Από την έντονη απασχόληση του με τον δωρικό ναό προέκυψαν διάφορα γραπτά κείμενα, όπως το «Μελέτες και αποσπάσματα σαν σκέψεις πάνω στη δημιουργία, την ιστορία και τους κανόνες της αρχιτεκτονικής».

Η προσπάθεια της θεωρητικής προσέγγισης και κατανόησης της εξελίξεως των μορφών χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την εποχή αυτή, αλλά και την ίδια την αρχαιογνωστική επιστήμη. Σκοπός του Κλέντσε, όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά μνημεία, δεν ήταν η επαναφορά τους στην αρχική τους μορφή αλλά η επανάκτηση των νόμων κατασκευής τους, έτσι ώστε να γίνει δυνατή και στην εποχή του η ανοικοδόμηση τέλειων ελληνικών ναών. Σε ένα από τα γραπτά του διαβάζουμε: «Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτο­νικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυ­τό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα.»

 

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

 

Αποκαλυπτικά στάθηκαν, σίγουρα, τα ταξίδια του στην Ιταλία και η επαφή του με τους πολυάριθμους δωρι­κούς ναούς, στη Σικελία και στη Μεγάλη Ελλάδα. Το Πέστουμ, δηλαδή η αρχαία Ποσειδώνια, καθώς και οι πόλεις της Σικελίας Ακράγας. Σεγέστα και Σελινούς, αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία του, αφού εδώ του δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να εμβαθύνει τις γνώσεις του, αναπτύσσοντας συγχρόνως και το αισθητικό του κριτήριο. Τα σχέδια και οι ελαιογραφίες του εκτός των άλλων παρουσιάζουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας δείχνουν πόσο είχε ήδη προχωρήσει η κατανόηση της, ως τότε, κάπως ξένης ακόμη, αρχαϊκής δωρικής τέχνης.

Ο δωρικός ναός είχε κινήσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, ήδη τον 18ο αι. Ο Λε Ρουά, στο πολύ δημοφιλές εικονογραφημένο έργο του, που είχε κυκλοφορήσει το 1758, είχε ήδη χωρίσει κατά περιόδους την εξέλιξη του δωρικού ρυθμού. Πραγματικό σταθμό, όμως, απετέλεσε η έκδοση του έργου των Stuart και Revett (Αρχαιότητες των Αθηνών), γιατί για πρώτη φορά έκανε γνωστούς τους δωρικούς ναούς της ίδιας της Ελλάδας. Η αντίδραση στους κύκλους των διανοουμένων ήταν μεικτή. Εδώ φάνηκε πόσο δύσκολο ήταν να συνδυασθούν οι καινούργιες γνώσεις με την αισθητική ισορροπία, όπως την είχε εκφράσει και θεμελιώσει ο Βίνκελμαν. Χαρακτηριστικά ήταν αυτά που αυθόρμητα είπε ο Γκαίτε, όταν στις 23 Μαρτίου 1787 επισκέφθηκε την Ποσειδώνια: «Βρέθηκα σε έναν τελείως ξένο κόσμο». Αμέσως μετά, όμως, συμπλήρωσε: «Σε λίγο, πάντως, συνήλθα, θυμήθηκα την ιστορία της τέχνης, έφερα στο νου μου τον αυστηρό ρυθμό της γλυπτικής, και πριν περάσει μια ώρα είχα συμφιλιωθεί».

Ο Κλέντσε κατόρθωσε σύντομα να ξεφύγει από τη μονομερή έρευνα των αναλογιών και άφησε να τον καθοδηγήσουν τα ίδια τα μνημεία. Και σ’ αυτήν ακριβώς την αντιμετώπιση κρύβεται ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε. Μέρες ολόκληρες, και με σκληρές συνθήκες, εργαζόταν στους ναούς σχεδιάζοντας με κάθε λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικά για τον τρόπο της δουλειάς του είναι τα σχέδια και οι μετρήσεις του από τα ερείπια του Ακράγαντα.

 

Στην Ελλάδα

 

Ο πρώτος ναός που ο Κλέντσε επισκέφτηκε και σχεδίασε μετά την άφι­ξή του στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1834, είναι ο αρχαϊκός ναός που βρίσκεται στο Καρδάκι της Κέρκυρας, μέσα στον κήπο του MON REPOS. Η αποστολή του στη χώρα μας είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα: έπρεπε να ανακληθούν δύο από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας, οι φον Μάουρερ και φον ‘Αμπελ, λόγω διαφορών που είχαν ξεσπάσει μεταξύ τους. Δεύτερος στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν και η διευθέτηση του ζητήματος που είχε προκύψει σχετικά με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, έργο των Κλεάνθη και Σάουμ­περτ, ενάντια στο οποίο είχαν διατυπωθεί διάφορες αντιρρήσεις. Το διάστημα των τεσσάρων μηνών, όμως, που παρέμεινε στην Ελλάδα ο Κλέντσε, το χρησιμοποίησε για να γνωρίσει τον τόπο και τους ανθρώ­πους του.

Αξίζει να διαβάσει κανείς τις απόψεις του για τους Έλληνες:

 

«Πνευματική υπεροχή σε υψηλό βαθμό, ίσως πάνω από όλους τους λαούς της γης, αφάνταστη ευπλασία του χαρακτήρα, περιφρόνηση προς το θάνατο και την φιλοκτημοσύνη, μεγάλη αυτοπεποίθηση και εθνική υπερηφάνεια – δηλαδή η ελληνική φιλαυτία, που χαρίζει και στους βοσκούς και στους αγρότες μια εμφάνιση αξιοπρόσεκτη, που ακόμη και εκείνο τον τυφλό ζητιάνο έξω από τις πύλες του Ναυπλίου τον κάνει να μοιάζει με Πατριάρχη της φτώχειας- όλα πρέπει να θεωρηθούν σαν εθνικές ιδιότητες των Ελλήνων, όλων των κοινωνικών στρωμάτων (Από το βιβλίο του: «Αφοριστικές σημειώ­σεις»).

 

Από την Κέρκυρα ο Κλέντσε έφθασε με πλοίο στην Πάτρα, απ’ όπου συνέχισε το ταξίδι του με κυβερνητικό πλοίο ως την Κόρινθο. Η πρώτη του συνάντηση με το ξερό καλοκαιριάτικο τοπίο της Κορινθίας τον ξένισε κάπως, όπως διαφαίνεται από τα γραπτά του. Αφού επισκέφθηκε τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα συνέχισε, διασχίζοντας την Αργολίδα, για το Ναύπλιο.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

Επειδή το πρώτο μέρος του ταξιδιού του ήταν κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στα θέματα της αποστολής του, πρέπει το σχέδιο του, που αποδίδει με ακρίβεια και ευαισθησία την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύ­πλιο, να προέρχεται από το δεύτερο ταξίδι του στην πόλη αυτή. Στο μικρό αυτό διάστημα της παραμονής του στο Ναύπλιο, κατόρθωσε να διεισδύσει σε μεγάλο βαθμό στα προβλήματα του νέου τότε κράτους. Στις 12 Αυγούστου συνέχισε το ταξίδι του για την Αθήνα, μέσω Επιδαύρου, Πάρου και Αίγινας, όπου τον απασχόλησαν ιδιαίτερα τα ίχνη χρώματος στα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού της Αφαίας που είχε ανασκαφεί το 1811. Από την περίοδο της παραμονής του στην Αθήνα ενδιαφέρον παρουσιάζει μια γραφική άποψη από την περιοχή των Αέρηδων. Η πολύ γνωστή ελαιογραφία με την φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης στη ρωμαϊκή εποχή είναι έργο υστερότερο, που έγινε στο Μόναχο.

 

Αναπαράσταση της Ακρόπολης και του Αργείου Πάγου (1846). Neue Pinakothek (Gallery), Munich.

 

 

Η προστασία των αρχαιοτήτων

 

Μια από τις βασικότερες ενέργειες του Κλέντσε ήταν η διαδικασία, που έθεσε σε κίνηση, για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Ως τότε η διαφύλαξή τους ήταν έργο φιλάρχαιων ιδιωτών και της Φιλομούσου Εταιρείας. Γνωστή είναι η αυτοθυσία και ο απέραντος ενθουσιασμός του Κυριάκου Πιττάκη για την προστασία των μνημείων της Αθήνας.

Με διάταγμα της 28ης Αυγούστου του 1834 τοποθετήθηκαν, για πρώτη φορά φύλακες στους εξής αρχαιολογικούς χώρους: Αθήνα, Αίγινα, Ελευσίνα, Δελφούς, Ραμνούντα, Σούνιο, Επίδαυρο, Κόρινθο, Μυκήνες, Φιγάλεια – Βάσσες, Μεσσήνη, Δήλο και Ολυμπία.

Λέο φον Κλέντσε, φωτογραφία του Franz Hanfstaengl, 1856

Επίσης, σε ενέργεια του Κλέντσε οφείλεται η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και η αίτηση προς την κυβέρνηση για διεξαγωγή αναστηλωτικών εργασιών στην Ακρόπολη, με κρατική ευθύνη. Αποκορύφωμα της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν η επίσημη έναρξη των αναστηλωτικών εργασιών, με εποπτεία του ιδίου, που γιορτάσθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου επάνω στον ιερό βράχο, με συμμετοχή του λαού. Σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Αθήνας ανέβηκε σε πομπή, τον ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη, για να παραβρεθεί στην ανασύνδεση ορισμένων σπονδύλων από κίονες του Παρθενώνα, το πρώτο βήμα στην αναστήλωση του μνημείου αυτού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη μετά από αιώνες. Ανάμεσα    στις    προτάσεις    του Κλέντσε για τη διαμόρφωση του χώρου ήταν και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη απομάκρυνση των ύστερων κτισμάτων και τειχών. Όμως μόνο μετά την αποχώρηση της βαυαρικής φρουράς από την Ακρόπολη, στις 30 Μαρτίου 1835, είχαν οι αρχαιολόγοι και συντηρητές πραγματικά ελεύθερο πεδίο δράσεως.

Όσον αφορά τη σχέση που είχε ο Κλέντσε με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, εδώ έπαιξε, με τις τροποποιήσεις που έκανε, ένα ρόλο συμφιλιωτικό στα προβλήματα που είχαν προκύψει. Αντίθετα με τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ο Κλέντσε πίστευε ότι η πολεοδομία δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται σε ελεύθερες, καλλιτεχνικές ιδέες, και σε συμβολικές θεωρίες. Τις προτάσεις του, που πραγματοποιήθηκαν τελικά θέλησε να τις στηρίξει στα τοπογραφικά και ιστορικά δεδομένα του χώρου. Αυτό βέβαια θα ήταν αποδοτικό μόνο αν η πόλη αυτή μεγάλωνε «οργανικά».

Η ανάδειξη όμως, της Αθήνας σε πρωτεύουσα του κράτους είχε σαν αποτέλεσμα την πολύ γρήγορη ανάπτυξη και τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού της, πράγμα που οδήγησε στο χάος. Αν είχε ακολουθηθεί το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο με τους φαρδείς δρόμους και το ιπποδάμειο σύστημα, η εξέλιξη αυτή ίσως είχε αποφευχθεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Κλέντσε αναχωρεί από την Αθήνα για την Πελοπόννησο απ’ όπου, θα καταλήξει στη Ζάκυνθο, μετά από ένα περίπου μήνα, για να πάρει πια το δρόμο της επιστροφής. Στη διάρκεια της περιοδείας του, επισκέφθηκε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες όπου εντυπωσιάσθηκε από την Πύλη των Λεόντων την Τεγέα, τη Μαντινεία, τη Μεγαλό­πολη και τη Λυκόσουρα. Μέσα από την ορεινή Αρκαδία από την Καρύ­ταινα και τη Δημητσάνα έφθασε τελικά στην Ολυμπία, που βρισκόταν όμως ακόμη θαμμένη κάτω από7 μέτρα άμμου από τις προσχώσεις του Αλφειού. Πληροφορίες να τις περιηγήσεις του μας δίνουν σημειώσεις και κείμενα. Τα τελευταία του σχέδια προέρχονται από τον σταθμό του στη Ζάκυνθο.

Ο Κλέντσε δεν έμελλε να έρθει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα. Στους τέσσερις μήνες που έμεινε εδώ κατόρθωσε να γνωρίσει από κοντά την πραγματικότητα του νέου κράτους να εξοικειωθεί με τα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα να καταλάβει το χώρο και τους ανθρώπους πράγμα που τον οδήγησε σε εμφανή κριτική κατά της βαυαρικής κυριαρχίας. Από το Μόναχο προσπάθησε να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη, δεν θέλησε όμως να δεχθεί την πρόταση του Λουδοβίκου να έρθει σαν μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα στην Ελλάδα. Πέθανε ακριβώς 30 χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1864 στο Μόναχο.

  

Αλίκη Μουστάκα

Αρχαιολόγος ΚΕΑ Ακαδημίας Αθηνών

 

Βιβλιογραφία


  • Κατάλογος έκθεσης Μονάχου: Ein grie­chischer Traum Leo von Klenze. Der Arcnaologe Ausstellung von 6 Dezember 1985 – 9 Februar 1986 GlyplotheK München.
  • Η Η. Russack Deutsche bauen in Athen (1942).
  • Κατάλογος της έκθεσης Leo von Klenze als Maler und Zeichner. Bayerische Aka­demie der Schonen Künste. Ausstellung vom 2 Oktober 1977 – 29 Januar 1978.
  • Κατάλογος: Glyptothek Muncnen 1830-1980.  Jubiläumsausstellung zur Entslehungs-und   Baugeschichle,17 September-23 November 1980.
  • W Seidl. Βαυαροί στην Ελλάδα (1984).
  • Α Κόκκου. Η μέριμνα για τις αρχαιότη­τες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, σ. 202-206 (1977).
  • Κατάλογος έκθεσης: Αθήνα, Πρωτεύου­σα Πόλη (1985) Τομ. II σ. 58-65.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986. 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τριτάκης  Ν. Διονύσιος  (1827-1902)


 

Διονύσιος Τριτάκης

Ο Διονύσιος Τριτάκης, στρατιωτικός,  γεννήθηκε στις 24-5-1827* στα Μέθανα, την ημέρα που λύθηκε η πολιορκία της Ακρόπολης στην οποία ο πατέρας του, συνταγματάρχης Νικόλαος Τριτάκης, πήρε μέρος και πολέμησε με τον Φαβιέρο. Σπούδασε στη Σχο­λή Ευελπίδων και εντάχθηκε στο Ιππικό του ελληνικού στρατού. Στην Ναυπλιακή επανάσταση μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα έπαιξε πρω­ταγωνιστικό ρόλο.

Στη Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται:

 «Αι πρώται αψιμαχίαι και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού ήρξαντο από τα Δερβένια της Κορινθίας, όπου ο εκ των στασιαστών αξιωματικός του Ιππικού Τριτάκης, ηγούμενος ιππέων, επεζήτησε να αναστείλη την κάθοδον των κυβερνητικών».

Η μαχητική θέση του και η στιβαρή αντίσταση του προς τα βασιλικά στρατεύματα, ήταν και ο λόγος που εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

 

Πορτραίτο του υποστράτηγου Διονύσιου Τριτάκη, τέλη 19ου αιώνα, έργο του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928).

 

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίθαλψη των αποστράτων φτωχών αξιωματικών και υπαξιωματικών του Ιππικού. Το 1866 συγκρότησε Σώμα εθελοντών στην Αθήνα και κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό. Η Κρήτη αναγνωρίζοντας τους αγώνες του γι’ αυτήν, τον ανέδειξε πρώτο πληρεξούσιο της Επαρχίας Κυδωνίας εκ του Δήμου Ακρωτηρίου, από την οποία καταγόταν. Κάποιες αντίξοες συνθήκες όμως τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από το στρατό και να ιδιωτεύσει. Έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου και πέθανε στην Αθήνα στις 15-2-1902. Είχε τιμηθεί με τον Ελληνικό Ταξιάρχη.

  

Υποσημείωση


 * Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών αναφέρει ότι ο Διονύσιος Τριτάκης γεννήθηκε το έτος 1826 ή 1828 και πέθανε το 1902 ή 1905.

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνική εικονογραφημένη επετηρίς, Αθήνα, 1912.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »