Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο


 

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνονται και γενικότερες αναφορές στους Καθολικούς του Ναυπλίου, για λόγους ευρύτερης ενημέρωσης των αναγνωστών μας.

 

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum)

  

Ένας από τους τρεις κλάδους (Μικροί Αδελφοί, Καπουκίνοι ή Καπουτσίνοι, Κοινοβιακοί μοναχοί) Καθολικών μοναχών που ανάγουν την ίδρυση και πνευματικότητά τους στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, έργο του Ελ Γκρέκο.

Προέρχονται από το μοναστικό τάγμα των Φραγκισκανών που αναγνωρίστηκε το 1210 από τον πάπα Ινοκέντιο Γ΄. Το τάγμα των Καπουκίνων ιδρύθηκε από τον φραγκισκανό μοναχό Φραγκίσκο ντε Μπάσι και επικυρώθηκε από τον πάπα Κλήμη Ζ΄. To 1619 δημιούργησαν ξεχωριστό τάγμα με δικό τους αρχηγό. Οι Καπουκίνοι περιέβαλαν με ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή τους δυστυχείς και γρήγορα κέρδισαν την αγάπη και την εκτίμηση του λαού. Μολονότι είναι το φτωχότερο μοναστικό τάγμα της καθολικής Εκκλησίας, λόγω των κανόνων του περί ακτημοσύνης και πενίας, προσέλκυσαν πολλούς γόνους της ανώτερης κοινωνίας ενώ κατάφεραν να προσηλυτίσουν πολλούς διαμαρτυρόμενους, εντάσσοντάς τους στο καθολικό δόγμα.

Σχετικά με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, εμπνευστή και ιδρυτή του τάγματος των Φραγισκανών, ο  ιστορικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος γράφει: «έγινε με απόλυτο τρόπο, το γλυκύτατον έαρ που είχε ενσαρκώσει ο Ιησούς, η ανθρώπινα γλυκύτερη μορφή που έχει ως τα σήμερα γεννήσει η Ευρώπη» ενώ ο Φώτης Κόντογλου, παρά την αντιπάθειά του για κάθε τι το δυτικό, τον κατατάσσει «στους πιο αγνούς μαθητές του Ιησού».

 

Φραγκοκρατία ( 1212 -1389)

  

Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας οι Λατίνοι Κληρικοί κατέλαβαν πλήρως τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Αργολίδα. Οι Ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες παραγκωνίστηκαν ή εκδιώχτηκαν από τις έδρες τους και τις θέσεις τους πήραν καθολικοί Επίσκοποι. Αυτοί οι Κληρικοί που έστειλε η Ρώμη και που βίαια κατέλαβαν την εξουσία, κάποιες φορές δεν ήταν οι καλλίτεροι, ούτε οι καταλληλότεροι. Λόγω ακριβώς αυτού του λόγου η επίδρασή τους στους γηγενείς Ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο, το Άργος και η γύρω περιοχή υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του Λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απολύτως από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α΄Ενετοκρατία (1389- 1540)

  

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολι­κής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, με την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα από το 1397, το Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός Λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Secundus Nani. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, σείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημίες στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, με πρωτοβουλία του Λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο» αναφέρε­ται: «τω στλκθ’, νεμήσει ιδ’, Ιανουαρίου κα’, ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετεκόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυ­πλίου».

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421-1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου. Δέχθηκε δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλη­τος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμέ­νου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, κοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων.

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δι­καιοδοσίας του. Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται υποτιμητικά «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, επειδή θεωρούνται επίφοβοι αιρετικοί. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και Λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων.

Έτσι αυτό το πρόβλημα του Λατίνου Επισκόπου Αργολίδος, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρό­σεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπό λανθάνουσα μορφή, κρίση στις σχέσεις μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

  

Α΄Τουρκοκρατία (1540- 1685)

 

Στις 13 Μαΐου του 1630, οι Καπουκίνοι Ιάκωβος και Άγγελος, έφτασαν στο Ναύπλιο προκειμένου να ιδρύσουν σταθμό. Οι δύο μοναχοί κατάγονταν από τις κωμοπόλεις Οστούντο και Τρίκαζε, της περιοχής του Σαλέντο  της Μεσημβρινής Απουλίας, που παλαιότερα ήταν ελληνόφωνη. Δεν αποκλείεται συνεπώς να μιλούσαν την ελληνική, που εξακολουθούν να μιλούν μέχρι σήμερα δέκα χωριά νότια του Lecce. Οι δύο μοναχοί εκτιμώντας την περιοχή εισηγήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο, την μόνιμη παραμονή τους στο Ναύπλιο και την δημιουργία μόνιμου σταθμού με αιτιολογία την έλλειψη άλλων καθολικών κληρικών. Η Σύνοδος όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους και συμπεριέλαβε το Ναύπλιο στους σταθμούς της κινητής αποστολής των Καπουκίνων που ιδρύθηκαν το 1644 προσωρινά και το 1656 οριστικά.

Όσιος Ιωσήφ ο εκ Λεονίσης. Ιδρυτής της Αποστολής Καπουκίνων στην Ελληνική Ανατολή (1583).

Στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Ιταλών κληρικών για τον έλεγχο της περιοχής, υπήρξε έντονος. Όμως και μεταξύ ομοεθνών αλλά διαφορετικών ταγμάτων κληρικών, υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός. Οι σχέσεις των Γάλλων Ιησουιτών με τους επίσης Γάλλους Καπουκίνους ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένες.

To 1640, έφτασαν στο Ναύπλιο δυο Γάλλοι Ιησουίτες, ο Φραγκίσκος Bleseau και Ρενέ de SaintCosme, που ήρθαν μαζί με τον νεοδιορισμένο πρόξενο της Γαλλίας Ιωάννη Villere, για να εξετάσουν την δυνατότητα εγκατάστασής τους στην πόλη.

Σε σύγχρονη στα γεγονότα αναφορά που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και δημοσιεύτηκε το 1869 από τον αρχειοδίφη και βιβλιογράφο Αιμίλιο Legrand, πληροφορούμαστε ότι οι δυο Ιησουίτες πέρασαν στο Ναύπλιο το δεύτερο εξάμηνο του 1640 και τους τρεις πρώτους μήνες του 1641.

Εκτός από τις πνευματικές υπηρεσίες που προσφέρανε στην προξενική οικογένεια και στους ολιγάριθμους γηγενείς καθολικούς, κατήχησαν και μετέδωσαν τα μυστήρια σε κατάδικους, σε οθωμανικές γαλέρες που διαχείμαζαν στον Αργολικό.

Αν και η δραστηριότητα αυτή δικαιολογούσε την παρουσία τους στο Ναύπλιο, ο υπεύθυνος της αποστολής Φραγκίσκος Bleseau προτίμησε την ασήμαντη πολίχνη των Αθηνών, επειδή, λόγω της θέσης της, προσφέρονταν καλύτερα για τις επισκέψεις στην Αττική, Εύβοια, Βοιωτία και Πελοπόννησο, περιοχές που εστερούντο καθολικών ιερέων.

Ο π. Ουρβανός Παρισηνός, ηγούμενος των Καπουκίνων στο Ναύπλιο κατά την διετία 1660-1662, γράφει ότι την Μεγαλοβδομάδα του 1660, κήρυξε στην Μητρόπολη των Ελλήνων καλεσμένος από τον Επίσκοπο.

Το 1677 ο ίδιος κληρικός, ηγούμενος τότε στην Μονή Αγίου Γεωργίου στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στο Ναύπλιο. Στην μονή της Παναγίας, ηγούμενος ήταν ο π. Βαρνάβας, επίσης από το Παρίσι, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον εκδιωχθέντα από τους Τούρκους το 1674, π. Βασίλειο de Noyon. Με την ευκαιρία της επίσκεψής του, ο π. Ουρβανός που επέστρεφε από την Πάτρα κατευθυνόμενος προς την Κορώνη και Μεθώνη μέσω Ναυπλίου, συνέταξε για την Ιερά Σύνοδο Ευαγγελισμού των Λαών, μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την κατάσταση των μικρών καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου.

 Συγκεκριμένα για το Ναύπλιο γράφει:

« Από την Πάτρα ήρθα στη Νάπολι της Ρωμανίας όπου μένουν δύο πατέρες μας. Θα πρέπει να ενισχυθούν με ένα τρίτο ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται διαδοχικά την Πάτρα. Στο σχολείο μας συχνάζουν 40 με 50 μαθητές του ελληνικού και του λατινικού τυπικού. Οι πιο αξιόλογες οικογένειες που πριν την οθωμανική κατάκτηση ήταν καθολικές, μας εκτιμούν πολύ. Όπως στην Αθήνα, το κήρυγμα γίνεται στα σπίτια επειδή δεν διαθέτουμε εκκλησίες. Το καλό μεταδίδεται από το ένα σπίτι στο άλλο και οι πιστοί μορφώνονται χωρίς θόρυβο. Κατά την διαχείμαση των γαλερών στον Αργολικό, πολλοί καταδικασμένοι στα κάτεργα χριστιανοί, έρχονται να ακούσουν τη λειτουργία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Μερικοί οπαδοί αιρέσεων, έχουν αποκηρύξει την πλάνη και ασπαστεί την καθολική πίστη. Όταν παλαιότερα υπηρετούσα εδώ, είχα μεταστρέψει 30 αιρετικούς που έκαναν δημόσια ομολογίας πίστεως….».

Το 1675, μετά από παρέμβαση του μαρκησίου de Nointel, ο οποίος ήταν πρέσβης του Λουδοβίκου ΙΔ΄στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου, ο π. Βασίλειος de Noyon επέστρεψε στην έδρα του, αφού επισκευάστηκαν από τους Τούρκους όλες οι ζημιές που είχαν προκληθεί στη Μονή κατά την εποχή της δίωξής του.

Σε μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Καπουκίνου μοναχού Πλάκιδου από τους Ρήμους ( Reims) της ΒΑ Γαλλίας, που επισκέφτηκε το Ναύπλιο κατά την τετραετία 1684-1688, διαβάζουμε ότι:

«Στο Ναύπλιο ( Napoli de Romanie) έχουμε ένα μικρό αλλά ωραίο και αξιομνημόνευτο μοναστήρι. Η πόλη βρίσκεται σε μια μεγάλη πεδιάδα με ερείπια του παλαιού κάστρου του Άργους σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο οχυρωμένη πολιτεία στο Μωριά. Διαθέτει δύο πολύ καλά κατασκευασμένα φρούρια. Το ένα βρίσκεται στην πόλη και το άλλο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 8.000. το λιμάνι είναι πάρα πολύ καλό για τα πλοία και τις γαλέρες που διαχειμάζουν εδώ. Μερικές φορές, όταν μας επιτρέπουν οι μπέηδες, επισκεπτόμαστε τους δυστυχείς σκλάβους.

 Άλλοτε μας επισκέπτονται στο μοναστήρι αλυσοδεμένοι και συνοδευόμενοι από Τούρκο φύλακα, τον οποίο πληρώνουν με την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή με χρήματα που συγκεντρώνουν στην πόλη.

Η δυστυχία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αναγκάζονται να κλέβουν ότι βρουν. Γι’ αυτό όταν έρχονται σε μας, κλειδώνουμε τα πάντα και δεν τους αφήνουμε μόνους. Τους παρακολουθούμε συνέχεια. Τους εξυπηρετούμε γράφοντας στους συγγενείς τους ή κρατώντας γι’ αυτούς τα γράμματα που τους στέλνουν.

Κάποτε, δίνουμε λύτρα στους μπέηδες για την απελευθέρωσή τους. Είναι ευχαριστημένοι γιατί με τον τρόπο αυτό κερδίζουν χρήματα χωρίς κόπο. Υποχρεωμένοι μαζί μας, μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε χρησιμοποιώντας τις γαλέρες τους, έναντι ολίγων χρημάτων…».   

 

Β΄Ενετοκρατία (1685- 1715)

  

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Μοrea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί).

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επί­σκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίν­θου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλλη­λα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Την περίοδο αυτή, δύο Ιταλοί Καπουκίνοι διαδέχτηκαν τους Γάλλους. Για τους Καπουκίνους στο Ναύπλιο κατά την Β΄Ενετοκρατία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Στις πηγές αναφέρονται τα ονόματα του Ορατίου, δάσκαλου της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, του Βερναρδίνου d’ Ontella, με σημαντικές επιτυχίες στον τομέα μεταστροφής διαμαρτυρομένων εμπόρων, του π. Πατρίκιου από το Μιλάνο ο οποίος έφυγε το 1702 στη Ρωσία όπου, με την άδεια του Μεγάλου Πέτρου, ίδρυσε σταθμούς Καπουκίνων στην Πετρούπολη και το Αστραχάν.

Ένας άλλος Ιταλός Καπουκίνος, ο π. Ρόκος, διορίστηκε από την Ρώμη στις 29 Μαΐου του 1694, γενικός επιθεωρητής των καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου, με έδρα το Ναύπλιο όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, την 20η Δεκεμβρίου 1695.

Τον Ιούλιο του 1715, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, αλώθηκαν για δεύτερη φορά από τους Τούρκους. Οι Ενετοί έχασαν όλες τις κτήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο με εξαίρεση τα Επτάνησα τα οποία διατήρησαν μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας τους από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797. 

  

Η έκθεση Corner

 

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προ­βλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας. Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδο­ξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή.

Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυ­σμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξη τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησι­ών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

 

Β΄Τουρκοκρατία (1715- 1821)

  

Σχετικά με την περίοδο αυτή ο Δρ. Μάρκος Ρούσσος- Μηλιδώνης γράφει στα « ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (75 μ.Χ-2004)» τα εξής:

 «Από το 1716 έως το 1821, την πνευματική φροντίδα των ελαχίστων Καθολικών στο Ναύπλιο, είχαν ένας ή δύο – ενίοτε και κανένας – Γάλλοι Καπουκίνοι οι οποίοι υπάγονταν στη μεγαλύτερη Μονή της Αθήνας. Η τύχη τους εξαρτώνταν από την παρουσία των πρόξενων της Γαλλίας που συχνά εγκατέλειπαν το Ναύπλιο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη «φυγή» τους, τους ακολουθούσαν και οι εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς των Τούρκων, Καπουκίνοι.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ούτε ο τόπος στον οποίο κατοικούσαν μετά το 1716, μας είναι γνωστός. Βέβαιο είναι ότι η μητρόπολη των Ενετών Άγιος Γεώργιος, μετατράπηκε σε τέμε­νος μετά την αποχώρηση τους. Θα πρέπει, συνεπώς, να έφυγαν από εκεί οι ιερο­μόναχοι που υποτίθεται ότι έμεναν σε γειτονικό με το ναό κτίριο.

Όταν εξερρά­γη η Επανάσταση, στο Ναύπλιο υπηρετούσε ο Σμυρναίος π. Πολύκαρπος ο οποί­ος το εγκατέλειψε το 1822, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που είχε υποστεί η αγνώστου θέσεως κατοικία του. Οπωσδήποτε δεν ήταν στο χώρο της σημερινής καθολικής εκκλησίας η οποία λειτουργούσε το 1821, ως οθωμανικό τέμενος.

Με την επανάσταση και την απελευθέρωση του Ναυπλίου στις 29/30 Νοεμβρίου 1822, αρχίζει η νεώτερη ιστορία της πόλεως και μαζί της, της μικρής καθολικής κοινότητας, κυρίως εξ αλλοδαπών αλλά και ευάριθμων Κυκλαδιτών».

 

Ελεύθερη Ελλάδα

 

Ο Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος, στα ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΙΙ (1998) αναφερόμενος στην τύχη των καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδος γράφει:

«Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθή­να, το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιο παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1771-1822), μέχρι που ήλθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα, συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυα­ρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρω­τεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του ‘Οθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

To 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν Λατίνοι Επί­σκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρήθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμα­νικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακρο­ναυπλίας, για να μετατραπεί σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α. Κράτους, και στους φακέλους: ΔΗΜ 1.1/Π 35(1839) και ΔΗΜ 1.1./12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικη­τού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι «κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησια­στικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ’ αριθ. 12021 διαταγής της επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το πα­ραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού «κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως».

Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν». Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, απο­στέλλει κατάλογο των «όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου. Με το από 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, πα­ραχωρείται «εις τούς ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυ­πλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ιτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέ­τρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυ­πλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «διά την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέ­βαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνό­πουλος, διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ιτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματος τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζη­μιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κουκούλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιο συγκέντρωνε τριακοσίους (300) περίπου καθολικούς, Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα».

 

Σχετικά θέματα:

   

Πηγές


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στη Νάπολι της Ρωμανίας 1642-1821», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.
  • Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, «Οι καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.   
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

Read Full Post »

Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644) 


 

Ο Καθολικός ιερωμένος, Κανάκιος Ρώσης, στα λατινικά Russus, Rossius, απαντά και στην παραλλαγή Rubeus, που σημαίνει «Κόκκινος». Στους ίδιους τύπους συναντάμε το πολύ διαδεδομένο νεοελληνικό επίθετο «Ρούσσος», το οποίο φέρουν Καθολικοί (κυρίως στη Σύρο) και Ορθόδοξοι (Πάρος, Θήρα, Πελοπόννησος, Κύπρος κ.α.).

Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να πρόκειται για το ίδιο οικογενειακό επίθετο. Ο Κ. Ρώσης γεννήθηκε στο Ναύπλιο περί το 1592, εφόσον σε κατάλογο του 1622 γράφεται ότι είναι 30 ετών. Το 1614 έγινε δόκιμο μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας και το 1625, τακτικό.

Το Ελληνικό Κολλέγιο « Άγιος Αθανάσιος» της Ρώμης.

Στις 16.1.1622, «Ο Κανάκιος Ρώσιος ο εκ Ναυπλίας της Πελοποννήσου», όπως υπογράφει την ομολογία καθολικής πίστεως, ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Κατά την πενταετία, που ακολούθησε, δίδαξε τα ανθρωπιστικά γράμματα στον « Άγιο Αθανάσιο»* και υπηρέτησε ως πρώτος ψάλτης στο ναό του Κολλεγίου (AGGr τ. 1 φ. 49, τ. 53 φ. 73, τ. 3 φ. 91 – 94). Το 1625, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτεί, ως απεσταλμένος της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως**, την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών της Ανατολής και Δύσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439).

Κύριλλος Λούκαρις

Ήταν ακόμη η εποχή που ενώ ο Λούκαρης είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα φιλοκαλβινικά του αισθήματα, τα οποία κατέληξαν στην αιρετική «Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως» του έτους 1629, δεν αρνείτο να συνδιαλέγεται για ευνόητους λόγους , με τους Καθολικούς.

Όμως, παρόλους τους διπλωματικούς ελιγμούς του κατά τα άλλα ικανότατου καλβινοφρονήσαντος πατριάρχη, ο οποίος τελείωσε τις ημέρες του στην τουρκική αγχόνη (1638), ο Κανάκιος Ρώσης, από τους πλέον αξιόλογους έλληνες καθολικούς θεολόγους της εποχής, αντιλήφθηκε σύντομα τους πραγματικούς σκοπούς του Λούκαρη και έφυγε στη Ρώμη.

Επανήλθε και πάλι με πρωτοβουλία της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστης, το κρίσιμο έτος της διαμάχης Λούκαρη – Ιησουϊτών, 1628, που έληξε με τον προσωρινό θρίαμβο του πατριάρχη και το διωγμό των Ιησουϊτών και του συνεργάτου των Κανακίου. 11 μήνες πέρασε ο ναυπλιώτης λόγιος στις φυλακές τις Χίου. Η αλληλογραφία του με την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης, φωτίζει τα σκοτεινά παρασκήνια της ταραχώδους εκείνης περιόδου, που όπως αναφέραμε, τελείωσε με το βίαιο θάνατο του Λούκαρη.

Μετά την περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης, η Ρώμη ανέθεσε στον Κ. Ρώση νέα αποστολή στον Άθωνα για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης καθολικής Σχολής και ιατρείου στις Καρυές. Τις εντυπώσεις του από το αγιώνυμο Όρος περιέγραψε σε έκθεση του έτους 1629.

Του Κανακίου είχε προηγηθεί στον Άθωνα το 1627, ο φίλος και συμμαθητής του στον «Άγιο Αθανάσιο» Αλέξανδρος Βασιλόπουλος, πελοποννήσιος γεννημένος στη Ζάκυνθο. Και οι δύο συμφώνησαν για τη σκοπιμότητα λειτουργίας καθολικού Σχολείου στις Καρυές με δάσκαλους όχι τους «σκληρούς» Ιησουίτες  αλλά τους «μειλίχιους» μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου και μάλιστα της τάξεως των Καπουκίνων.

Επειδή όμως και η πρόταση  αυτή κρίθηκε τολμηρή για τον Άθωνα, ο Κανάκιος πρότεινε για το έργο αυτό τον ανιψιό του Ανδρέα Ρώση,*** που είχε επίσης σπουδάσει στον «Άγιο Αθανάσιο». Λόγω κωλύματος του Ανδρέα, δάσκαλου τότε στην Ελληνική Κοινότητα Βενετίας, τον αντικατέστησε ο αδελφός του Νικόλαος**** ο οποίος δίδαξε στις Καρυές μεταξύ των ετών 1635 και 1640.

Περισσότεροι από τους 25 ανά σχολική περίοδο μαθητές του, ήταν κελλιώτες και λιγότεροι μοναστηριακοί. Τους τελευταίους απέτρεπαν από τη σπουδή οι παλαιότεροι μοναχοί «για να μην απωλέσουν τον επ’ αυτών έλεγχον», όπως γράφει ο Νικόλαος Ρώσης.

Το 1640, ο Κανάκιος μετέφρασε στην καθομιλουμένη ελληνική το βιβλίο του φανατικά προσηλωμένου στο ρωμαϊκό πρωτείο Ι. Ματθαίου Καρυοφύλλη, ενωτικού***** ιερέα από τα Χανιά Κρήτης, «Contra Nilum». Σ’ αυτό, ο Κανάκιος έδωσε τον τίτλο «Αντίρρησις προς Νείλον Θεσσαλονίκης περί της αρχής του Πάπα».

Από το 1631 έως τον επισυμβάντα το 1644 θάνατό του, ο λόγιος Ναυπλιώτης δίδαξε αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Το 1637, επεχείρησε ανεπιτυχώς να ονομαστεί στον «Άγιο Αθανάσιο» επίσκοπος****** για την χειροτονία των σπουδαστών κατά το βυζαντινό τυπικό.

Απεβίωσε στη Ρώμη το 1644. Στη ζωή και το έργο του Κανακίου Ρώση, για τον οποίο θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο Χίος πανεπιστήμων Λέων Αλλάτιος, ο ιστορικός των βυζαντινορρύθμων Καθολικών Ν. Ιταλίας Πομπήλιος  Rοdota, o J. Carafa στην Ιστορία του Πανεπιστημίου «La Sapienza» Ρώμης και πολλοί άλλοι.

  

 

Υποσημειώσεις


  

* Το Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης. Το ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης που φέρει το όνομα του αγίου επισκόπου Αλεξανδρείας και πατρός της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, Αθανα­σίου (295-373), ιδρύθηκε από το γνωστό μεταρρυθμιστή του Ιουλιανού ή παλαιού Ημερολογίου, πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1577.

Πάπας Λέοντας Ι΄

Η ίδρυσή του συνέπεσε με την παρέλευση μισού περίπου αιώνα από την αναστολή της λειτουργίας ενός άλλου βραχύβιου ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (1513-1520), έργο του φιλόμουσου προστάτη των Ελληνικών Γραμμάτων και των Βυζαντινών λογίων της Δύσης, πάπα Λέοντος Ι, γόνου του λαμπρού γένους των Μεδί­κων.

Σκοπός του «Αγίου Αθανασίου» που με πολλές περιπέτειες συνεχίζει τη λειτουργία του στο κέντρο της αιώνιας πόλης μέχρι σήμερα, ήταν η καλλιέργεια των Ελληνικών Γραμμάτων, η μόρφωση των νέων και των δύο δογμάτων για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου γένους και η επαναπροσέγγιση των Χριστιανών Ανατολής και Δύσης.

Στη Σχολή αυτή φοίτησαν εκατοντάδες νέων του Λατινικού και Βυζαντινού τυπικού (ενωτικοί), από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία προέρχονταν από τη νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο στην οποία το καθολικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο μετά τη διαδοχή των Ενετών από τους Τούρκους.

Από τις πολλές μαρτυρίες αλλοδαπών και ημεδαπών ιστορικών για τον «Άγιο Αθανάσιο» και την ανεκτίμητη προσφορά του στο υπόδουλο γένος των Ελλήνων, αναφέρουμε την κρίση του αναγνωρισμένου μελετητή του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων για τον «φλογερό έρωτα» των “Γρηγοριάδων” προς το έθνος στο οποίο ανήκαν: «Έκτοτε βλέπομεν τους εξ Ελλάδος μαθητάς και διδασκάλους του Κολλεγίου τούτου, συν­δυάζοντας αληθώς εξαίρετον παιδείαν και την τήρησιν των πατρίων τύπων της ελληνικής εν τη Εκκλησία λειτουργίας, μετά της εις τον πάπαν αφοσιώσεως… Από τας εκατοντάδας των σπουδαστών του Ελληνικού Κολλεγίου, πολλοί διέ­πρεψαν ως πατριάρχες, αρχιερείς, πρυτάνεις Πανεπιστημίων, καθηγηταί, ιατροί, συγγραφείς κ.λπ., και εις όλους ανεξαιρέτως, ήταν φλογερός ο έρως προς την πατρίδα».

Από τους πλέον διαπρέψαντες «Γρηγοριάδες», όπως αποκαλούνται οι από­φοιτοι του «Αγίου Αθανασίου», αναφέρομε τον πολυγραφότατο πανεπιστήμονα Λέοντα Αλλάτιο το Χίο, το σημαντικότερο διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης στο μεταίχμιο του 17ου και 18ου αιώνα, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρή­των, τον Κερκυραίο θεολόγο και ρήτορα Πέτρο Αρκούδιο, τους Ναυπλιώτες δάσκαλους και διαπραγματευτές υποθέσεων της Αγίας Έδρας στην Κωνσταντι­νούπολη, Κανάκιο και Νικόλαο Ρώση, τον πολυπράγμωνα θεολόγο Πανταλέοντα Λιγαρίδη από τη Χίο, τον πολυγραφότατο Κρητικό θεολόγο Ιωάννη Ματθαίο Καριοφύλλη, το μητροπολίτη Παροναξίας Μελισσηνό Νικηφόρο, τους Ιησουίτες Μάρκο Λίμα και Μιχαήλ Νευρίδα από το Ρέθυμνο και τη Χίο, το Νικόλαο Παπα­δόπουλο Κομνηνό, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παταβίου, τον παρ’ ολίγον γενι­κό ηγούμενο των Ιησουιτών Ιωάννη Αντώνιο Τιμόνη από τη Χίο, και πλειάδα άλλων διαπρεψάντων στις επιστήμες, τα γράμματα και τα εκκλησιαστικά αξιώ­ματα.

Από το 1591, όταν ο Άγιος Αθανάσιος περιήλθε στη διοίκηση των Ιησουιτών, με πρώτο ελληνοδιδάσκαλο και μέλλοντα διευθυντή τον Χανιώτη Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη (1555-1625), εξελίχτηκε σε πρότυπο κέντρο ελληνοχριστιανικής παι­δείας στο οποίο η μάθηση άρχιζε περί το 12ο έτος της ηλικίας και τελείωνε στο 18ο. Οι καλύτεροι, έκλειναν τον κύκλο των σπουδών με απόκτηση διδακτορικού τίτλου στη φιλολογία, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Η απονομή του τίτλου γίνο­νταν κατά τη διάρκεια τελετής που συγκέντρωνε γύρω από τον τιμώμενο, μαθη­τές και διδάσκοντες. Το πρόγραμμα των 30-35 κατ’ έτος σπουδαστών, περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση της ελληνικής, ιταλικής και λατινικής γλώσσας, ιστορία της Εκκλησίας, φιλοσοφία και για τους προοριζόμενους στο ιερατείο, θεολογία και ποιμαντική.

Η απονομή του ενδεικτικού αποφοίτησης γίνονταν ενώπιον του καρδιναλίου προστάτου του ιδρύματος από τον διευθυντή. Γονατιστός ενώπιον τους, ο τελει­όφοιτος απήγγειλε την ομολογία πίστεως με ιδιαίτερη έμφαση στο «Filioque«, και εις την εκ του Υιού δηλαδή εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος, και στο πρω­τείο δικαιοδοσίας του Επισκόπου Ρώμης εφ’ όλων των Επισκόπων της Εκκλη­σίας, αδιακρίτως λειτουργικού τυπικού.

Οι χειροτονίες γίνονταν υποχρεωτικά κατά το βυζαντινό τυπικό από ενωτι­κούς Επισκόπους οι οποίοι διορίζονταν στον Άγιο Αθανάσιο για το σκοπό αυτό. Κατάλογο με βιογραφικά στοιχεία αυτών, κατήρτισε ο Τήνιος ιστορικός π. Μάρ­κος Φώσκολος, τελειόφοιτος του ιδίου Κολλεγίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Πρόταση του Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη, πρύτανη των θεολόγων της Ρώμης μετά την εκδημία του επίσης Ιησουίτου καρδιναλίου Ροβέρτου Βελλαρμίνου το 1621, για τη χειροτονία των αποφοίτων από φιλενωτικούς ορθόδοξους Αρχιε­ρείς, δεν έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή Καρδιναλίων.

Οι Πελοποννήσιοι μαθητές κατά την πρώτη εβδομηκονταετία λειτουργίας του Κολλεγίου (1576-1646), ανήλθαν σε 26. Ένδεκα ήταν από το Ναύπλιο, 4 από την Κορώνη, 3 από τον Οίτυλο της Μάνης, 2 από την Πάτρα, 2 από την Κυπαρισία, ανά ένας από τη Μονεμβασία ή Νεάπολη της Μαλβαζίας, το Λεοντάρι, και 2 από άγνωστη περιοχή.

 

Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄

 ** Η Ιερά Σύνοδος για την διάδοση της πίστης ( sacra Congregatio de propaganda fide) ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ το 1622, με κύριο σκοπό τον ευαγγελισμό των εκτός του καθολικού κόσμου, χωρών. Στην δικαιοδοσία της είχε περιέλθει έως την ίδρυση ανεξαρτήτου Κράτους, και η μικρή καθολική μειονότητα στους ελληνόφωνους χώρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, στα ρωμαϊκά Αρχεία της φυλάσσονται πολλά έγγραφα, που αφορούν στις ελληνοκαθολικές αλλά και ορθόδοξες κοινότητες επί Τουρκοκρατίας.

 

 *** Ανδρέας Ρώσης (Rossius, Rossi και Rubeus). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1609 από τον Αναστάσιο, αδελφό του Κανακίου Ρώση και την Μπιάνκα Σωλημά, επιφανείς  καθολικές Οικογένειες  στην πρωτεύουσα της Αργολίδας (ACGr τ. 1 φ. 5, τ. 8 φ. 200). Εισήλθε στο Κολλέγιο «Αγίου Αθανασίου» στις 10.1.1624, με συστατική επιστολή των Ναυπλιωτών εμπόρων στη Βενετία, Γεωργίου Κρές και Ιωάννη Μπαχατούρη.

Σπούδασε ένα χρόνο γραμματική, δύο χρόνια φιλοσοφία και τρία θεολογία. Το 1625 κατέθεσε ομολογία καθολικής πίστεως και έγινε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας. Από το Κολλέγιο απεφοίτησε το 1634, αφού δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνικά σε νεότερους μαθητές. Στη Βενετία όπου εγκαταστάθηκε το 1635, δίδαξε στο Σχολείο της Ελληνικής Κοινότητας έως το 1639. Στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, σειρά Acta τ. 10 φ. 304, φυλάσσεται επιστολή του, στην οποία αναφέρεται η αναχώρηση του αδελφού του Νικολάου για το Άγιον Όρος και η άφιξη του αρχιδιακόνου του φιλενωτικού αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Πατελάρου, ο οποίος έμελε να ταξιδέψει στη Ρώμη για να δώσει όρκο υπακοής στον Πάπα.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις, ο «δον Ανδρέ Ρώσιος», συνδέθηκε στη Βενετία με ορθόδοξους Έλληνες και ανέπτυξε αντιιησουϊτική δράση επειδή, όπως γράφει, «άλλο δεν σκοπούσιν ειμή πως να σβήνουν το ρητόν και την φήμην των εδικών μου, λέγω των Ρωμαίων»16.

Ο Λέων Αλλάτιος διέσωσε αρχαιοελληνικά επιγράμματα του Α. Ρώση ο οποίος απεβίωσε περί το 1640 στην Ισπανία όπου είχε αποκτήσει την εύνοια υψηλά ισταμένων προσώπων.

 

**** Νικόλαος Ρώσης ή Rubeus. Αδελφός και ανιψιός των Ανδρέα και Κανακίου Ρώση. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1592 και εισήλθε στον «Άγιο Αθανάσιο» το 1608. Παρακολούθησε όλα τα διδασκόμενα στη Σχολή μαθήματα και υπήρξε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας από το 1626 έως το 1634, έτος εξόδου του από το Ίδρυμα.

Το 1635, μετά τη χειροτονία του στη Βενετία κατά το βυζαντινό τυπικό, ταξίδεψε στον ‘Αθωνα όπου ίδρυσε Σχολείο Ανθρωπιστικών Σπουδών αντί 60.000 σκούδων το χρόνο, τα οποία κατέβαλε η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της πίστεως. Η Σχολή λειτούργησε από το 1635 έως το 1640, στον περίβολο του Πρωτάτου στις Καρυές. Από εκεί έστειλε στη Ρώμη 20 επιστολές τις οποίες δημοσίευσε ο ιστορικός των Ενωτικών Εκκλησιών της Ανατολής, Γεώργιος Hofmann. Το διδακτικό του έργο συνέχισε ο Νικόλαος Ρώσης στη Θεσσαλονίκη από το 1640 έως το έτος του θανάτου του 1642. Την ίδια εποχή οι Ιησουίτες επεχείρησαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κάτι το οποίο κατόρθωσαν μισό αιώνα αργότερα (1704).

Ο ίδιος ο Ν. Ρώσης, στις επιστολές του προς τις ρωμαϊκές εκκλησιαστικές Αρχές, αντί των «άκαμπτων» Ιησουϊτών, πρότεινε για την ιεραποστολή στον Ελληνικό βορρά τους πιο «συμφιλιωτικούς» φραγκισκανούς Καπουκίνους, που μια δεκαετία αργότερα, εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ναύπλιο όπου παρέμειναν έως τα χρόνια της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή, όπως και στο γειτονικό Άργος, πρόσφεραν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και μάθαιναν στα παιδιά γράμ­ματα.

Σε ανυπόγραφη επιστολή Καπουκίνου του Ναυπλίου με ημερομηνία 9.1.1658, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την εκπαιδευτική δραστηριότητα των συναδέλφων του: «Στο Σχολείο μας στη Νάπολι της Ρωμανίας έχουμε 35 παιδιά, που μαθαίνουν γραμματική και κατήχηση. Αρκετά άλλα τα συνοδεύουν στην κατήχηση. Πολλά παιδιά τα αρνούμαστε επειδή έρχονται χωρίς σκοπό και συνοδεία. Αν διδάξουμε αριθμητική, τότε όλα θα έρχονται σε μας. Θα αναγκαστούμε όμως να δεχτούμε όσα επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Τα παιδιά που διδάσκονται την κατήχηση, γίνονται κήρυκες της ορθής πίστης στις 4 συνοικίες της πόλης. Πρωί και βράδυ επαναλαμβάνουν το μάθημά τους σε γονείς και γείτονες. Με την επανάληψη, η γνώση μεταδίδεται σε όλους. Σταματούν στις πλατείες και στα σπίτια για να απαγγείλουν ό,τι έμαθαν το πρωί. Μεταξύ αυτών των νεοφύτων, οι πιο ένθερμοι πηγαινοέρχονται στα σπίτια και κάνουν κατήχηση. Τους ακούω με ευχαρίστηση όταν επανέρχονται στο σχολείο. Και οι παπάδες στέλνουν τα παιδιά τους στο μάθημα. Όλοι ομολογούν ότι ποτέ δεν έζησαν κάτι παρόμοιο».

 

*****  Στην καθολική Εκκλησία, εκτός του λατινικού λειτουργικού τυπικού, το οποίο ακολουθεί η μεγάλη πλειοψηφία των πιστών, χρησιμοποιούνται όλα σχεδόν τα τυπικά των Ανατολικών Εκκλησιών όπως το Βυζαντινό, Αρμενικό, Κοπτικό, Μαρωνικό κ.ά. Οι πιστοί των τυπικών αυτών, Καθολικοί καθόλα, αποκαλούνται « Ενωτικοί».

 

******  Στο αρχείο « Αγίου Αθανασίου» AGGr τ.6 φ.32, φυλάσσεται σχετική αίτηση του Κ. Ρώση στον πάπα Ουρβανό Η΄αλλά και ενδιαφέρον ανώνυμο υπόμνημα στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η χειροτονία του Κ. Ρώση σε ενωτικό επίσκοπο με έδρα το Κολλέγιο του « Αγίου Αθανασίου». Α) Έχει αφοριστεί από 4 πατριάρχες της Ανατολής. Β) Ο ανιψιός του Ανδρέας Ρώσης αναπτύσσει φιλορθόδοξη δράση μεταξύ των Ελλήνων της Βενετίας και εκθειάζει το « σχισματικό» επίσκοπο Γαβριήλ Σεβήρο και Γ) Ο αδελφός του Κανακίου Κωνσταντίνος ασπάστηκε το μωαμεθανισμό.

  

Πηγές

 


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ναυπλιώτες Μαθητές στο Ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης, Άγιος Αθανάσιος 1594-1646», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 1998.
  •  Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.

 

Read Full Post »

Το Νέο Βιβλίο του Γιώργου Αντωνίου, «ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980».


  

Ο Δημοσιογράφος- ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, μετά από μια πολύχρονη προσπάθεια αναζήτησης και συλλογής εκατοντάδων φωτογραφιών και ξεχασμένων σχολικών εγγράφων, παρουσιάζει το καινούριο του βιβλίο:

 

 ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980.

 

Το νέο, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο πόνημά του, θα παρουσιάσει στο Άργος και το Ναύπλιο, με την συνεργασία φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η πρώτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 5 Ιουνίου 2010, στον όμορφο και ειδικά διαμορφωμένο αύλειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου, στις 8.30 το βράδυ. Στο Ναύπλιο, η παρουσίαση θα επαναληφθεί στις 12 Ιουνίου 2010, στο γνωστό μας ΤΡΙΑΝΟΝ, στην πλατεία Συντάγματος, την ίδια ώρα.

Στις εκδηλώσεις, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου, θα προβληθεί σχετικό ντοκιμαντέρ που συνοδεύει το βιβλίο, αλλά και έκθεση φωτογραφικού και άλλου αρχειακού υλικού.

Στις 260 σελίδες του νέου βιβλίου- λευκώματος, αναδύεται το κοινωνικό και  πολιτιστικό πλαίσιο των τελευταίων εκατό χρόνων, ενώ τα στοιχεία που περιέχει, αποτελούν μια σημαντική συμβολή στην εκπαιδευτική ιστορία του τόπου.

Read Full Post »

 

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ'). Ελαιογραφία - Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ’). Ελαιογραφία – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αντώνιο FiguerradAlmeida(1783-1847)


 

Για τον πιο διακεκριμένο φιλέλληνα της Ιβηρικής χερσονήσου, τον πορτογάλο Αντώνιο Figuerra d’ Almeida (1783 – 1847), τα πληρέστερα βιογραφικά στοιχεία οφείλουμε στον ελβετό Ερρίκο Fornesy. Το φυλασσόμενο στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών χειρόγραφό του αρ. 1697, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πειραϊκό περιοδικό «Εβδομάς» του έτους 1884.

Το κείμενο για τον Almeida στο τεύχος του Ιανουαρίου 1884, έχεις ως εξής: «Αρχαίος αξιωματικός εις τον στρατόν της πατρίδος του Πορτογαλίας κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας της Ιβηρικής χερσονήσου κατά των Γάλλων της Α’ Αυτοκρατορίας πολέμους (του Μ. Ναπολέοντος), έλαβε το 1823 ενεργόν μέρος εις την συνταγματικήν  πάλην της Ισπανίας κατά της εισβολής των Βουρβώνων.

Εις την Ελλάδα διεδέχθη εις την αρχηγίαν του τακτικού ιππικού τον κόμητα Regnault de Saint – Jean d’ Angely, και διεκρίθη την 1η Αυγούστου 1826 εν Τριπολιτσά εις πεισματώδη μάχην, όπου επικεφαλής μιας δρακός ιππέων διεσκόρπισεν ισχυρόν τετράγωνον τακτικών Αράβων, απάντων φονευθέντων. Εν συνεχεία συνόδευσε  τον Φαβιέρο εις τινας ακολούθους εκστρατείας και εχωρίσθη αυτού εις την της Χίου.

Ένεκα της αναρχίας, ήτις επηκολούθησε την δολοφονία του κυβερνήτου Καποδιστρίου, ηναγκάσθη μετά μακράν πάλην να εγκαταλείψη την αρχηγίαν των πολεμικών θέσεων και φρουρίων του Ναυπλίου, όπου η πολιτική επιρροή της Γαλλίας και Αγγλίας ενίκησε την της Ρωσίας.

 

Έγγραφο του φρουράρχου Αντώνιο Figuerra d’ Almeida στο ιστορικό Αρχείο Ναύπλιου.

 

Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν εφείσθη μάλλον των άλλων του φιλέλληνος  Αλμέϊδα. Τον ηδίκησαν , του αρνήθηκαν τα δικαιώματα του, άτινα εντίμως και νομίμως απέκτησε και μόλις περί τα τέλη του 1835, τον επανέφερον εις την υπηρεσίαν με την μισθοδοσία του διαθεσίμου, και του ανέθηκαν την στρατιωτικήν διοίκησιν του Μεσολογγίου. Το μέτρον τούτο ενέπνευσε εις την αντιβασιλείαν η προαίσθησις του κινδύνου της στιγμής μάλλον, ή η ιδέα της επανωρθώσεως αδίκου παραγκωνίσεως γενναιοτάτου, ακεραίου και δραστηρίου στρατιώτου.

Πράγματι, διάφοροι στάσεις εν Πελοποννήσω δυσκόλως περισταλείσαι, μετέδωσαν γενικήν δυσαρέσκειαν εις όλην την Στερεά Ελλάδα, παροργισθείσαν κυρίως εκ της αποτόμου και εντελούς διαλύσεως των παλαιών ατάκτων στρατευμάτων και παλληκαρίων , χωρίς ποσώς ν’ αμειφθώσι, δια τας υπερανθρώπους  θυσίας και τας ηρωικάς υπηρεσίας , ας προσήνεγκον εις την πατρίδα.

Άνθρωπος πεπειραμένος, ο συνταγματάρχης Αλμέιδας ταχέως κατενόησεν εις την κυβέρνησιν αλλ’ αύτη εκώφευσεν εις την συμβουλήν του. Ούτω, τέσσαρας ημέρας μετά την ακατανόητον ελάττωσιν των δυνάμεων, ήτοι την 5 Ιανουαρίου 1836, εξερράγη η φοβερά επανάστασις εν Μσολογγίω επί κεφαλής της οποίας ήσαν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζέρβας και πλήθος παλαιών αξιωματικών αδικηθέντων υπό της εξουσίας. Εν συντόμω μετά τριμήνου προσπαθείας και με ατομικούς ως επί το πλείστον κινδύνους, ο γενναίος πορτογάλος κατόρθωσε να εξέλθη νικητής κρίσεως ήτις έθετε την δυναστείαν του Όθωνος εις το χείλος της απωλείας. Του απέδωκαν τότε ολόκληρον τον μισθόν του βαθμού του και τον επανέφερον εις την παλαιάν και έντιμον θέσιν του διοικητού του Ναυπλίου. Μετά ταύτα επροβιβάσθη εις αντιστράτηγον.

Είχε τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος, τον σταυρόν του Χριστού, έφερε δε και το μετάλλιον του ελληνικού αγώνος.  Απέθανεν υπό σύνταξιν εν Bataglia της Ενετίας την 21ην Ιουλίου 1847.

Από τα ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τρεις είναι οι ανεκτίμητες υπηρεσίες που πρόσφερε στην αναγεννόμενη Ελλάδα ο Αντώνιος D’ Almeida, ο κατά τον Fornesy«γενναιότατος, ακέραιος και δραστήριος στρατιώτης»: η ηρωική υπεράσπιση της Τριπολιτσάς από της ορδές των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ την 1η Αυγούστου 1826, η σωτηρία του Ναυπλίου από τον κίνδυνο εμφύλιου σπαραγμού φίλων και αντιπολιτευομένων του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, και η καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Συνταγματάρχη Ζέρβα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1836.

Για τη λιγότερο γνωστή συμφιλιωτική επέμβαση του Αλμέιδα μεταξύ Καποδιστριακών και Αντικαποδιστριακών αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, έχουμε τη μαρτυρία του φίλου του Καποδίστρια από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ιταλία και γιατρού του στο Ναύπλιο από της 20ης Ιανουαρίου 1828 έως την δολοφονία του, Zecchini.

Κατά τα Απομνημονεύματά του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος», και πιο συγκεκριμένα  το κεφάλαιο που αφορά στη δολοφονία του Καποδίστρια το οποίο του παρουσίασε στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα» V (2004) σελ. 249 – 253, ο Κ. Καιροφύλας ο Zecchini πέρασε την παραμονή του αποτρόπαιου εγκλήματος στην Τίρυνθα. Την επομένη το πρωί, επιστρέφοντας πεζός στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το έγκλημα. Στο κυβερνείο διαπίστωσε τον ακαριαίο θάνατο του νεκρού από πυροβολισμό στον κρόταφο.

«Μετά την δολοφονία», γράφει Zecchini και μεταφράζει ο Καιροφύλας «ο Γιώργης Μαυρομιχάλης έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας  Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκανε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού (σ. σ., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Αύγουστο Ι. Touret, χορηγό του Μνημείου Φιλελλήνων στην Καθολική Εκκλησία Ναυπλίου)… Από εκεί ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία που του έδωσε καταφύγιο.

Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε  εκεί ζητώντας  από τον πρεσβευτή να του τον παραδώσει. Αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε, ευτυχώς επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες εις την επαναστατημένη Ελλάδα, και ήτο στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάστηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρευσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβης κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέιδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν τον δολοφόνο, ο δε Αλμέιδα εγγυήθηκε ότι ο λαός δεν θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάσει το νόμιμο δικαστήριο.

Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδόθηκε στον Αλμέιδα ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέιδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια…» 

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Morandi Αντώνιος (Ιταλός Φιλέλληνας)


  

Αντώνιος Morandi. Από τους πιο διαπρεπείς Ιταλούς φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα του Εικοσιένα, ο Α. Morandi έζησε για πολλά χρόνια στο Ναύπλιο. Μαζί με το Γάλλο συνταγματάρχη Α. Touret, και τον Πορτογάλο φρούραρχο A. DAlmeida, εργάστηκε για την διοργάνωση της καθολικής ενορίας. Εκτενείς πληροφορίες γι’ αυτόν μας δίνει ο Μπ. Άννινος  στα «Ιστορικά Σημειώματα», Αθήνα 1925 σελ. 332 – 335.

Γράφει μεταξύ άλλων ο Άννινος: Περί του ανδρός τούτου παραδόξως  αι περί Φιλελλήνων σημειώσεις του Φορνέζη περιέχουν ελαχίστας και συνοπτικωτάτας πληροφορίας. Λέγουν  ότι κατήγετο εκ του Μεγάλου Δουκάτου της Μοδένης, ότι έλαβε μέρος εις διαφόρους εκστρατείας του Φαβιέρου, ότι παραιτηθείς της ελληνικής υπηρεσίας το 1859, κατετάγη εις τον σαρδηνικόν στρατόν και ουδέν πλέον.

Εξ εναντίας, και ο Δουκάν εις τας Αναμνήσεις του και ο Αμπού εις το βιβλίο του, ομιλούν περί αυτού μάλλον δια μακρών και υπό πνεύμα ευμενές. Τα περιστατικά σε όσα αναφέρουν μαρτυρούν ότι ο πολύπλαγκτος  βίος του δεν ήτο άμοιρος ενδιαφέροντος και η εν Ελλάδι δράσις του ουχί ασήμαντος.

Παραθέτω όσα περί αυτού γράφει ο Δουκάν: «Εις των αγωνισθέντων ανδρείως κατά των στρατευμάτων του Ιβραήμ πασά εν Πελοποννήσω, ευρίσκετο τότε εις Αθήνας άεργος και περίλυπος. Ήτο ούτος  ο στρατηγός Μοράντι, καταγόμενος εκ Μοδένης, τον οποίον συνήντων συχνάκις εις τον οίκον του συνταγματάρχου Τουρέ, όπου εύρε την φιλοξενίαν ην οι παλαιοί συναγωνισταί ουδέποτε αρνούντο προς αλλήλους. Ο Τουρέ και ο Μοράντι ήρχοντο ενίοτε και συνεμερίζοντο το γεύμα μας εν τω ξενοδοχείω της Αγγλίας, η συνδιάλεξις δε μεταξύ μας παρετείνετο πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.

Ο Μοράντι ήτο θαυμάσιος τύπος γενναίου περιπλανωμένου ιππότου, προσέτρεχε πανταχού προμύθως όπου αντήχει η φωνή της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας… Κατήλθεν εις την Ελλάδαν και μετέσχε του επαναστατικού αγώνος…ανέλαβε υπερεσίαν διορισθείς ανώτατος διοικητής Χωροφυλακής αλλά εγκατέλιπεν άνευ αδείας την θέσιν του το 1848, υπηρέτησεν ως υποστράτηγος εις το πεντεδεμονιακόν στρατόν και μετέβη κατόπιν εις  Βενετίαν δια να ρίψη τας τελευταίας βολάς κατά των Αυστριακών, διεσώθη δε μετά την άλωσιν της πόλεως εκ νέου εις την Ελλάδα διασχίσας την Ήπειρον. Ήλπιζε να επανεύρη το βαθμόν του, αλλά εύρεν απεναντίας στρατιωτικόν δικαστήριον συνελθόν εν Ναυπλίω δια να τον δικάση.

Ενεφανίσθη προ αυτού, υπερίσπησεν αυτοπροσώπως την υπόθεσίν του και ηθωώθη. Αλλά η Αυστριακή διπλωματία παρενέβη, και δια των ενεργειών της ετέθη εις αργίαν. Η απραξία τον κατέθλιβε και επωφελείτο αυτής δια να συγγράψη τα Απομνημονεύματά του. ’Ητο άψογος την περιβολήν , η δε υπερβολική ζωηρότης της ομιλίας του δεν εζημίωνε ποσώς την χάριν της συμπεριφοράς του. Όχι μόνον δε ηυχαριστούμεθα να ακούωμε διηγούμενον τα συμβάντα της ζωής του, αλλά και συχνάκις τον ηρωτώμεν περί αυτών, διότι υπήρξε φίλος του λόρδου Βύρωνος μετά του οποίου συνεπολέμησεν εις Μεσσολόγγιον… 

Ο Αμπού πλέκει επίσης το εγκώμιον του ιταλού Μοράντι μετά θερμοτέρων μάλιστα εκφράσεων και υπερθεματίζων εις τας θέσις του, ανευρίσκει δε μετά χαράς αφορμήν και εις το θέμα τούτο να χλευάση και να εξυβρίση τους Έλληνας…»

Έως το 1848, έτος προσωρινής επιστροφής του Μοράντι στη Βενετία, ο γνωστός επίσης φιλέλληνας Αντώνιος Macchia, ήταν ο πιστότερος φίλος του στο Ναύπλιο. Ο θάνατος του Α. Macchia αναφέρεται στις ληξιαρχικές πράξεις του καθολικού ναού στις 26 Αυγούστου 1858, με την ένδειξη ότι ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο Καθολικών, ευρισκόμενο άνωθεν του προαστείου της Πρόνοιας (στα λατινικά: Quod est in superiori parte Proeniae).  

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Παρουσιάστηκε η νέα ποιητική συλλογή του Σπύρου Κ. Καραμούντζου «Ηλίανθοι»


 

 

Στην κατάμεστη από κόσμο, φίλους της ποίησης και συμπατριώτες, θεατρική αίθουσα του Μπουσουλοπούλειου Γυμνασίου στο Άργος, παρουσιάστηκε το Σάββατο 22-5-2010 η νέα ποιητική συλλογή του Σπύρου Κ. Καραμούντζου «Ηλίανθοι» από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Πρόκειται για το έκτο έργο που παρουσιάζει τιμώντας τα τοπικά γράμματα και εμπλουτίζοντας τα εθνικά με μια βιωματική οπτική που την χαρακτηρίζει η αμεσότητα, το συναίσθημα και η αγάπη για την φύση και τον τόπο του.

 

 

Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε πως ο Σπ. Καραμούντζος ανήκει στην ομάδα των «ντόπιων λογοτεχνών- ποιητών» και γι’ αυτό η γενέτειρά του η Καρυά αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία στην ποίησή του. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Αλκυόνες» εκδίδεται το 2000 και ακολουθούν τα «Δοξαρίσματα» (2006) και τα «Φυλλοβολήματα – Τετράστιχα» το 2008. Με τη συλλογή αυτή αρχίζει να καταγράφεται πληρέστερα ο νατουραλισμός ως πηγή έμπνευσης αλλά και ως ψυχική διάθεση τάση που θα παγιωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα.

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Εικόνες του αγροτικού βίου και πρόσωπα αποτελούν τις εναλλασσόμενες διαστάσεις όπου αρθρώνει τον ποιητικό του λόγο κινούμενος σε γνώριμους χώρους του βιώματος και της εμπειρίας. Ο λόγος του καταγράφει και αναδεικνύει περισσότερο παρά συμβολίζει τις εσωτερικές διαστάσεις του κόσμου του: αξίες, δράσεις, τόπους, διαδρομές. «Τιμές και λούλουδα πολλά/στα ροζιασμένα χέρια/που με κρατούσαν απαλά/με σήκωναν στ’αστέρια» (Ροζιασμένα χέρια, 2006). Συνεχίζει την προσπάθειά του με την έκδοση το ίδιο έτος (2006) της συλλογής «Δροσοσταλίδες – Χάικου», ενώ το 2007 παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα πεζογραφική δουλειά με τίτλο «Λόγια Καρυάς» όπου συνδυάζει λαογραφική καταγραφή και ιστορική έρευνα.

 

Η Κατερίνα Ψυχογιού στην παρουσίαση.

 

Η τελευταία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ηλίανθοι» επαναφέρει τον ποιητή Καραμούντζο σε γνώριμες αποχρώσεις του ποιητικού λόγου και δρόμους όπου φύση και αξίες ενός κόσμου που γνωρίζει πολύ καλά συνδυάζονται με τρόπο απλό, κατανοητό, αφτιασίδωτο. Η ρομαντική του διάθεση συναντά τον νατουραλισμό και διαμορφώνουν μαζί πίνακες μιας συμβολικής ζωγραφικής : «Του ήλιου σπόρια έσπειραν/στους γόνιμους κήπους/ και στο λευκό χαρτί/σ’αράδες./ Τα πότισαν, τα σκάλισαν/με υπομονήκαι τέχνη/κι είδαν τα φύτρα με χυμούς/της ποίησης το λόγο/ν’αναζητούν ολημερίς/στον ουρανό το λόγο».

 

Ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Διογένης Μαλτέζος

 

Στη ρομαντική αυτή διάθεση και τον ποιητικό συναισθηματισμό αναφέρθηκε ο πρώτος βασικός ομιλητής που παρουσίασε τη συλλογή ο κ. Διογένης Μαλτέζος, ενώ ο δεύτερος ομιλητής, Μυτιληνιός φιλόλογος Γιάννης Χατζιβασιλείου ανέλυσε περισσότερο τα γλωσσολογικά στοιχεία της ποίησης του Σπ. Καραμούντζου. Προλόγισε το έργο ο Πρόεδρος του Συλλόγου Καριωτών «Αρτεμίσιο» κ. Κ. Τρίχας.

 

Ο Νικόλας Ταρατόρης και η Βασιλική Πιπέρου - Λάμπα της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης

 

Ο Νικόλας Ταρατόρης και η Βασιλική Πιπέρου – Λάμπα της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης ανέλαβαν με εξαιρετική επιτυχία τη δραματοποίηση μέρους της συλλογής, ενώ η Κατερίνα Ψυχογιού είχε την επιμέλεια της παρουσίασης. Την επιμέλεια της βραδιάς  είχε η εταιρεία επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων ALPHA LINE.

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Παρόντες ο Δήμαρχος Άργους κ. Β. Μπούρης, ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου μιας και η ΔΗΚΕΠΑ συνδιοργάνωσε την εκδήλωση, δημοτικοί σύμβουλοι, ο κ. Δ. Καμπόσος, ο κ. Κ. Τσούρνος και όλα τα ΜΜΕ της Αργολίδας. Επίσης παρόντες ο κ. Π. Ουλής των εκδόσεων «Εκ Προοιμίου» και ο κ. Α. Τσάγκος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης, εμψυχωτές της έκδοσης, πράγμα που ανέφερε πολλές φορές ο κ. Καραμούντζος. Η βραδιά συνεχίστηκε στον αύλειο χώρο της αίθουσας όπου το κρασί που προσφερόταν φρόντισε να οργανώσει μια χαρούμενη συνάντηση με κεφάτες συζητήσεις.

 

Read Full Post »

Τιμητική Εκδήλωση για τον Μεγάλο Έλληνα Μουσικό Μίκη Θεοδωράκη


  

Την Κυριακή  30   Μαΐου   2010  και  ώρα 8  μ.μο  Σύλλογος Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ» στην αίθουσα του Μπουσουλοπούλειου Θεάτρου στο Άργος, ανακηρύσσει σε ειδική εκδήλωση  ΕΠΙΤΙΜΟ ΜΕΛΟΣ του, τον Μεγάλο Έλληνα και Παγκόσμιας αναγνώρισης Μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη.

Στην εκδήλωση που συνδιοργανώνεται από τον Σύλλογο «ΔΑΝΑΟ» και την ΔΗ.ΚΕ.ΠΑ Άργους, ο συμπολίτης μας, κ. Δημήτρης Καραχάλιος, Δικηγόρος, επιστήθιος φίλος του συνθέτη και βαθύς γνώστης του έργου του, θα αναφερθεί στην ζωή και την μακρά καλλιτεχνική πορεία του. Θα ακολουθήσει μουσικό πρόγραμμα, στο οποίο συμμετέχουν: ο Μουσικός Όμιλος Άργους  «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», και  η υψίφωνος της Ε.Λ.Σ. ΄Ελλη Αναστασοπούλου.

Πρόγραμμα  


 

Χ Ο Ρ Ω Δ Ι Α

  • ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ                                    

Στίχοι: Οδυσσέα Ελύτη      

Εναρμόνιση: Γ. Καρκάλα

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  • ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΥ

Στίχοι:  Οδυσσέα Ελύτη

Εναρμόνιση: Γ. Καρκάλα

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  • ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ

Άξιον Εστί:  Οδυσσέα Ελύτη

Εναρμόνιση: Γ. Καρκάλα

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  • ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ            

Στίχοι:  Μίκη και Γιάννη  Θεοδωράκη

Διασκευή: Θ. Μιμίκου

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  • ΜΑΡΙΝΑ                                                    

Στίχοι:  Οδυσσέα Ελύτη

Εναρμόνιση: Δ. Αποστολάτου

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη   

  •  Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ                            

Στίχοι: Γιάννη Θεοδωράκη

Εναρμόνιση:  Μ. Διαμαντή

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  •  ΕΠΙΦΑΝΙΑ                                              

Στίχοι: Γιώργου Σεφέρη

Εναρμόνιση: Γ. Κακίτση

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη    

  •  ΣΤΡΩΣΕ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΔΥΟ

Στίχοι: Ιάκωβου Καμπανέλλη

Εναρμόνιση: Μ. Διαμαντή

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

  •    ΑΡΓΟΣ ΕΣΥ

Στίχοι: Κ. Γιαννόπουλου

Εναρμόνιση- Μουσική: Μ. Διαμαντή

S O P R A N O

1. ΑΠΡΙΛΗ ΜΟΥ             

Στίχοι: Μίκη Θεοδωράκη

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη  

2. ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΟ          

Στίχοι: Λευτ. Παπαδόπουλου

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη 

3. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΡΓΑΡΩ       

Στίχοι: Μίκη Θεοδωράκη

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη 

4.  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΓΙΟΠΟΥΛΑ           

Στίχοι: Ιάκωβου Καμπανέλλη

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη 

5.  ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ   

Στίχοι: Μίκη Θεοδωράκη

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη

Read Full Post »

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»


 

 

Η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού του Δήμου Άργους, οι Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» και ο Σύλλογος Καρυάς « Το Αρτεμίσιο» σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας Ποιητικής Συλλογής του Δάσκαλου και Λογοτέχνη Σπύρου Καραμούντζου «ΗΛΙΑΝΘΟΙ» που θα πραγματοποιηθεί στο Μπουσουλοπούλειο θέατρο Άργους, το Σάββατο, 22 Μαΐου 2010, στις 8.00 το βράδυ.

Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο  φιλόλογος καθηγητής κ. Γιάννης Χατζηβασιλείου, πρώην Σχολικός Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, συγγραφέας, εκδότης του περιοδικού «ΑΓΙΑΣΟΣ» του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγιασωτών Λέσβου, τακτικό μέλος και πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και βιβλιοκριτικός.

Για τον ποιητή θα μιλήσουν ο κ. Διογένης Μαλτέζος, διαπρεπής Αργείος, Δάσκαλος και λογοτέχνης, καθώς και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Καρυάς « Το Αρτεμίσιο» δάσκαλος κ. Κων/νος Τρίχας.

Ποιήματα θα διαβαστούν από την θεατρική ομάδα της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης, με την επιμέλεια του Σκηνοθέτη της κ. Νικόλα Ταρατόρη.

Η Παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση.

 

Λίγα Λόγια για το βιβλίο


Ηλίανθοι

Ο ταξιδευτής του χρόνου, μας προσφέρει και πάλι ένα αντίδωρο ψυχής. Ένα βιβλίο γεμάτο από φως, νοσταλγία, ευαισθησία, ανθρωπιά, αγάπη κι έρωτα.

Ο Σπύρος Καραμούντζος, βαδίζει ξανά στους γνώριμους γι’ αυτόν δρόμους της ποίησης και επιχειρεί να μας μυήσει στα μυστικά των δικών του αναζητήσεων και στοχασμών, να μας ξεναγήσει στον δικό του ολάνθιστο, παυσίλυπο κήπο.

«Ο ποιητής στάζει στο έργο του τα μύρα της τρυφερότητας του, στην κορυφαία ώρα της ωριμότητας του» γράφει ο Θεολόγος και συγγραφέας Αντώνης Μεντές στο προλογικό του σημείωμα αγάπης.

Ηλίανθοι. Στρέφουν τα κεφάλια τους στον ήλιο κι ακολουθούν την πορεία του απ’ την ανατολή μέχρι το γέρμα του. Το ίδιο δρομολόγιο μας προτείνει ο Σπύρος Καραμούντζος. Να κοιτάξουμε προς την μεριά του ήλιου, μέσα από τους στίχους του, μέσα από την τρυφεράδα των λόγων του, μέσα από τα αποτυπωμένα στο χαρτί τραγούδια ζωής κι ελπίδας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες ποιημάτων:

Αναμνήσεις

Αφιερώματα

Του νερού γυρίσματα.    

Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει έτσι απλά. Ο Σπύρος Καραμούντζος, ένας ευγενής λόγιος και ποιητής, θέλει στις τελευταίες σελίδες του να μοιράσει το δικό του σπιτίσιο γλυκό σε όλους, όσοι τον τίμησαν κι έγραψαν γι’ αυτόν και το έργο του, λόγια καρδιάς κι αγάπης αλλά και σε όσους τον διάβασαν, μοιράστηκαν μαζί του συναισθήματα και αναμνήσεις και τον ενθάρρυναν στον ανηφορικό δρόμο της ποίησης και της συγγραφής. Το Επίμετρο. Ένα αληθινό, ζεστό ευχαριστώ που θα μείνει ανεξίτηλο στο διηνεκές. 

Ηλίανθοι. Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Κωνσταντίνος (1800; – 1864;)


 

Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας, το χρόνο εκείνο, που ο πατέρας του Κωνσταντίνος, κλεφταρματολός, έπεσε σε μια συμπλοκή Ελλήνων και Τούρκων έξω από την Αθήνα, γύρω το 1800, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του. Αδελφό είχε τον Παναγιώτη, μεγαλύτερο και περισσότερο εγγράμματο.

Θεωρείται ο σπουδαιότερος και βασικότερος Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Διατηρούσε ομάδα Αχλαδοκαμπιτών και ξένων στρατιωτών και βρισκόταν πάντα κοντά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου κατά των Τούρκων.

Οι σπηλιές του Ντούσια

Σαν κρησφύγετο είχε τις δυο σπηλιές στα «Κόκκινα Βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά», απρόσιτα καταφύγια στρατιωτών και γυναικόπαιδων, που μέχρι σήμερα ονομάζονται «σπηλιές του Ντούσια». Μετά το θάνατο του Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, πιθανόν να διετέλεσε και προεστός του Αχλαδοκάμπου. 

Σχετικά για το πρόσωπο και τη δράση του ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, αναφέρει τα ακόλουθα στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73:

«Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι. Ο δε Κωσταντής ευρίσκετο παντού εις τους πολέμους με τους γειτόνους του και ήτον αγαπητός του Θ. Κολοκοτρώνη».  

Επίσης από ένα πιστοποιητικό του Θ. Κολοκοτρώνη σκιαγραφείται και η προσωπικότητα και η δράση του. Το παραθέτουμε αυτούσιο, χάρη της Ιστορίας:

« Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προς τον Κωσταντίνον Ντούσιαν.

Ο Κωστής Ντούσιας από Αχλαδόκαμπον απ’ αρχής της Επαναστάσεως υπηρέτησε στρατιωτικώς με πίστιν και πατριωτισμόν. Είχε υπό την οδηγίαν του από μέρους των συγχωρίων του· παρευρέθη εις πολλάς μάχας και επολέμησε με ανδρείαν, όθεν γνωρίζων την καλήν διαγωγήν εις πιστοποίησιν δίδω το παρόν, δια να του χρησιμεύση όπου ανήκει.

Εν Ναυπλίω τη 25η Απριλίου 1833

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ομοίως με το παρακάτω έγγραφο του απενεμήθη Ο Αργυρός Σταυρός:

 «Αριθ. 96

Εν Κορίνθω τη 27η Μαρτίου 1836

Η Διοίκησις της 9ης Τετραρχίας της Ελληνικής Φάλαγγος,

Προς τον υπολοχαγόν κον Κωσταντίνον Δούσαν

Εις Κόρινθον

Το Γενικόν Αρχηγείον της Πελοποννήσου …. δια της υπ’ αριθ.  2187 Διαταγής του, κατά την διαταγήν της επι των στρατιωτικών Β’ Γραμματείας  υπ’ αριθ. 4690, έπεμψεν εις υμάς τον Αργυρούν Σταυρόν, τον οποίον η Α. Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς,  ευαρεστήθη να σε δώση, δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις  σου εις τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας .

Ο Διοικητής κ.τ.λ.

Δ. Τσώκρης». 

Στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών ειδικός φάκελος με έγγραφα, σχετικά με την αποζημίωση, από τις διάφορες Επιτροπές, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν υπάρχει.

Στο Νέο Μητρώο των αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 589 σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Κώστας, Υποχιλίαρχος τω 1824. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 65). (Οφειλόμενα γρόσια 10.420. Φοίνικες 523). Παρατήρηση: Τα γρόσια 10.420 επ’ ονόματι αυτού και των υπ’ αυτού. Δια τους φοίνικας 523 αναφοράς επροικοδοτήθη υπολοχαγός γρόσια 4.320».

Το «κελί του Ντόυσια» στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Κυνουρία.

Ο Αγωνιστής Κωσταντίνος Ντούσιας δεν επέτυχε κανένα άλλο υλικό όφελος  από το Κράτος, εκτός ορισμένα στανοτόπια στον Αχλαδόκαμπο και ελάχιστα κτήματα στο κάμπο της «Μηλιάς» στη Μαντινεία, τα οποία τελικά διαμοιράστηκαν σε φτωχούς. Τιμητικά του παραχωρήθηκε ένα κελί στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στην Κυνουρία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται: «Κελί του Ντούσια».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Ο Αγωνιστής Κωνσταντίνος Ντούσιας, για τους απογόνους του, μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαφυλάττουν, το σπαθί, την μπιστόλα και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, είναι σύμβολο και καύχημα, γεγονός που τους προσδίδει μια έκδηλη οικογενειακή υπερηφάνεια.

 

 Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »