Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Παλαιών Πατρών Γερμανός Palaion Patron Germanos (1771-1826)


 

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Κληρικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Σπούδασε στη φημισμένη σχολή της πατρίδας του και στο πρώτο σχολείο των Περουκαίων στο  Άργος το οποίο  λειτουργούσε από το 1798 στη Μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονήθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός.

 « Η Δημητσάνα, ορεινή κωμόπολις της Γορτυνίας, εφημίζετο κατά τους επί Τουρκοκρατίας χρόνους, δια τε το εύανδρον αυτής, την δραστηριότητα και την παιδείαν των κατοίκων, τον πλούτον εκ τε της εγχωρίου βιομηχανίας, ιδίως της κατασκευής νίτρου και πυρίτιδος, και εκ των εισφορών των αποδήμων, …

Εις ταύτην και τοιαύτην πόλιν εγεννήθη ο ιεράρχης Γερμανός την 25ην  Μαρτίου 1771, συνέπιπτε δε τότε προς την μεγάλην Παρασκευήν, εξ ενός χαρά Ευαγγέλια, ετέρωθεν ο Θεάνθρωπος κρεμάται επί ξύλου , ημέρα πένθους, μάλλον συνάδουσα προς τας περιστάσεις… Ο πατήρ του ιεράρχου, χρυσοχόος το επάγγελμα, ωνομάζετο Ιωάννης Γκόζιας ή Γκοζιόπουλος κατά την εγχώριον συνήθειαν, έλκων πιθανώς το γένος αυτός ή πρόγονοι αυτού εκ ομωνύμου χωρίου του δήμου Μαλευρίου της Λακωνίας…

 Η δε μήτηρ του Ιεράρχου ωνομάζετο Κανέλλα εκ του γένους Κουκουζοποπούλου…Τας δ’ αρετάς και τον βίον του Ιεράρχου Γερμανού περιέγραψαν και επήνεσαν πάντες αναξαιρέτως ημέτεροι τε και ξένοι συγγραφείς, ιδίως δε ο φίλος αυτού Πουκεβίλ εξήρε τον χαρακτήρα, παραμοιάσας αυτόν προς τον Σωκράτην …» (Προλεγόμενα- Γ. Ι. Παπούλας- Αθήνα 1900- Παλαιών Πατρών Γερμανός- Απομνημονεύματα).

Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το Μάρτιο του 1806 ο Γερμανός, εκλέχτηκε σε ηλικία 36 ετών μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και η ενθρόνισή του στην Πάτρα έγινε τον Μάιο του 1806. Κατά τον ερχομό του Γερμανού στην Πάτρα, οι πιστοί του επιφύλαξα θερμή υποδοχή. Η ποιμαντορία του στην Πάτρα ήταν επιτυχημένη και ο λαός τον περιέλαβε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση. Κατά τα έτη 1815-1817, ο Γερμανός διετέλεσε και μέλος της πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Το Νοέμβριο του 1818 ο Γερμανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τα χρόνια της προετοιμασίας του αγώνα είχε δυναμική συμβολή. Την 23η Μαρτίου, επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων της Αχαΐας, μπήκε  στην Πάτρα. ο Γερμανός οργάνωσε και πραγματοποιήθηκε τελετή ύψωσης και ευλογίας των επαναστατημένων όπλων στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Την επομένη, ο Γερμανός έστειλε εγκύκλιο στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων με τον σκοπό της εξέγερσης, ζητώντας υποστήριξη και προστασία.

Τον Οκτώβριο του 1822 μετέβη στη Ρώμη μαζί με τον Γ. Μαυρομιχάλη, σαν απεσταλμένος του αγωνιζόμενου Έθνους για την ενημέρωση της γειτονικής Ιταλίας και του Βατικανού, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1824. Παράλληλα οι δύο άνδρες είχαν την αποστολή να ενημερώσουν όλους τους επιφανείς πατριώτες του εξωτερικού, μεταδίδοντας και διαδίδοντας την επιθυμία των Ελλήνων για αποτίναξη του ζυγού και ελευθερία και αποκομίζοντας κάθε είδους υποστήριξη από αυτούς και από τα ξένα κράτη. Η αποστολή του Γερμανού εξέφρασε εκείνη την περίοδο την επίσημη φωνή της επαναστατημένης Ελλάδας στο εξωτερικό και απέφερε αρκετά οφέλη στην επανάσταση .

Όταν επέστρεψε ο Γερμανός στην Ελλάδα, μαινόταν ο εμφύλιος σπαραγμός. Αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας. Εκεί, με εντολή του Γκούρα, οι στρατιώτες τον απήγαγαν με βία και τον έσυραν πεζό μέχρι τη Γαστούνη, το χειμώνα του 1825. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο σοβαρός κλονισμός της υγείας του.

Έλαβε μέρος στις εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στα 1826 και διορίστηκε μέλος της επιτροπής για εξωτερικές υποθέσεις. Στο Ναύπλιο ο Γερμανός προσεβλήθη από λοιμώδη νόσο από την οποία και απεβίωσε στις 30 Μαΐου 1826. Τάφηκε με τιμές και τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραψε τα απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το τέλος του 1822.

 

Πηγές


 

  • Αινιάν Δημήτριος, «Γερμανός ο Παλαιών Πατρών», της Βιβλιοθήκης του Λαού παράρτημα πρώτον, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Αθηνάς,1854.
  • Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, «Απομνημονεύματα: Επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινα της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, καί τινων πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον», έκδοσις υπό Γ. Ι. Παπούλα μετά προλεγομένων υπό του ιδίου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900.
  • Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος, 2004.
  • Petter Von Hess, «1821 Η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Χαλέτ Εφέντης


Ο Χαλέτ Εφέντης καταγόταν από λαϊκή και άσημη οικογένεια. Γνώρισε ωστόσο μεγάλη δόξα, αφού διακρίθηκε ως πανέξυπνος, ρέκτης*, πανούργος, καιροσκόπος και επιτήδειος. Αρχικά έγινε γραμματέας του αρχικρεοπώλη της Κωνσταντινούπολης. Υπό την προστασία του αρχικουρέα και ευνοούμενου του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, διορίσθηκε το 1806 ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας στη Γαλλία, αλλά κατάφερε να αποκτήσει και άλλες επιφανείς θέσεις, υπηρετώντας το Σουλτάνο.

 
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Επί Μαχμούτ Β’, κυρίως από το 1815, σε ηλικία μόλις 40 ετών, ανήλθε δε στα πιο υψηλά αξιώματα της αυτοκρατορίας, απέκτησε  την τυφλή εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, έγινε μυστικός σύμβουλός του και σφραγιδοφύλακας του κράτους (Νισσαντζής) με υπέρτατη εξουσία, ή πιο σωστά παντοδυναμία, κυβέρνησε την Τουρκία για επτά συνεχή έτη, ως απόλυτος δεσπότης.

Υπήρξε ευεργέτης του ιερού μας αγώνα, αν και ήταν φανατικός μισέλληνας, και αυτό γιατί κατά το 1820 μόνο αυτός στο Διβάνιο ψήφισε τον πόλεμο κατά του Αλή πασά** των Ιωαννίνων, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα έβλαψε τις πολεμικές δυνάμεις της Τουρκίας και απομάκρυνε από την Πελοπόννησο τον φοβερό και πολύ επικίνδυνο σατράπη Χουρσίτ πασά, τον οποίο αντικατέστησε με τον υποδεέστερό του Δράμαλη και τον κατέστρεψε.

Το 1822 όμως οι παλιοί εχθροί του, οι Γενίτσαροι, εξεγέρθηκαν με λύσσα κατά αυτού κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που είχε σε αυτόν ο Σουλτάνος. Ο Χαλέτ εφέντης εξορίστηκε στην Προύσσα και στο Ικόνιο, καταδικάστηκε δε σε θάνατο. Ένας θηριώδης γενίτσαρος εκτέλεσε την εντολή και στις 22 Νοεμβρίου 1822 το κεφάλι του φοβερού μεγιστάνα της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην πύλη του Σουλτανικού Σεραγίου της Κωνσταντινούπολης.

  

Υποσημειώσεις


 

* ρέκτης : δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος

 ** […] Η εμπιστοσύνη και η εύνοιά του Μαχμούτ προς τον Χαλέτ εφέντη, τον έχοντα τον τίχλον του Δοβλέτ- Ναζιρή, πρώτου συμβούλου δηλαδή του σουλτάνου, και ο οποίος πράγματι είχε καταστή ισχυρότερος από τον μέγαν βεζύρην, έγινεν απεριόριστος, όταν κατά τό μυστικοσυμβούλιον, τό γενόμενον εις τα ανάκτορα δια την στάσιν της Πύλης απέναντι του Αλή πασσά, μόνο ο Χαλέτ συνέστησε τον πόλεμον εναντίον του αντάρτου, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν συνδιαλλαγής.

Με την γνώμην αυτήν είχεν συνταχθή τότε και ο ηγεμών της Μολδαυίας Σούτσος, ο κληθείς να μετάσχη του συμβουλίου και δια τας σχέσεις του με τον Χαλέτ και δια την εκτίμησιν που έτρεφε προς τον ορθολογισμόν του σουλτάνου. Η γνώμη αυτή ήτο θαρραλέα και συνέπιπτε με την θέληση του Μαχμούτ. Αλλά κανείς Τούρκος από τους μετασχόντας του συμβουλίου δεν ετόλμησε να δώση αυτήν την συμβουλήν. Διότι όλοι εφοβούντο τον Αλή. Ο αντάρτης της Ηπείρου ασκούσε την επιρροήν του εντός αυτής της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι γενίτσαροι, αλβανικής καταγωγής κατά τήν εποχήν εκείνην οι περισσότεροι, ήσαν όλοι υπέρ του Αλή και δεν ήθελαν την εξόντωσίν του. Και ήσαν μεν τότε οι γενίτσαροι παραγκωνισμένοι και ήτο φανερόν ότι ευρίσκοντο υπό δυσμένειαν, αλλ’ η δύναμίς των ήτο αναμφισβήτητος ακόμη. Ήρκεσεν εν τούτοις η υπό των γενιτσάρων ζωηρότατα επιδειχθείδα φιλική διάθεσης προς τον Αλή δια να δοθεί περισσότερα αξία εις την γνώμην του Χαλέτ. Και η εκστρατεία κατά του Αλή απεφασίσθη.

Οι γενίτσαροι τότε εφρύαξαν. Έβλεπαν εις την καταστροφήν του Αλή τον πρόλογον του ιδίου των αφανισμού. Και απειθάρχητοι όπως ήσαν και συνηθισμένοι να επικρίνουν τας αποφάσεις της Πύλης, χωρίς νά καταδιώκωνται, εξεδήλωσαν την δυσαρέσκειάν των. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να διαβιβάσουν εις τον σουλτάνον την γνώμην των, η όποια διετυπώθη ως εξής : « Αντί του πολέμου , τον οποίον επιχειρεί ο σουλτάνος εναντίον ενός ικανού και χρησίμου βεζύρη, του Αλή πασσά, ώφειλε να θανατώση τον Χαλέτ και να δαπανήση τα χρήματα του δια να παρασκευαστή δια τον πόλεμον που του ετοιμάζουν οι Ρώσσοι. »

(Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τομ. Α. σελ. 363-365).

  

 Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Κιαμίλ Μπέης Κορίνθου


 

Ο Κιαμίλη Μπέης ήταν επιφανέστατος Τούρκος της Πελοποννήσου και διάσημος για την καταγωγή του, την υψηλή περιωπή του, τα αμύθητα πλούτη και τα έξοχα προτερήματά του. Η οικογένειά του κυριάρχησε στην Κόρινθο από το 1717, για εκατό και πλέον χρόνια.

Χαλίλ μπέης λεγόταν ο γενάρχης της, ο οποίος και αναφέρεται ως πλουσιότατος δυνάστης της Κορίνθου κατά το 1778. Γιος και διάδοχός του ήταν ο Νουρή μπέης, ο οποίος πέθανε το 1815, αφήνοντας τον γιο του Κιαμίλ μπέη να τον διαδεχθεί στη δυναστεία της Κορίνθου. Υπήρξε ο τελευταίος Τούρκος διοικητής και δυνάστης της Κορίνθου.

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1784. Είχε σπάνια σωματικά και ψυχικά προτερήματα και είχε τη φήμη του πολύ όμορφου άνδρα, ήταν ευφυέστατος, δίκαιος, φιλάνθρωπος και άριστος σε όλα. Είχε όμορφη, όσο και αυτός, σύζυγο, μητέρα, αδελφή και τρεις γιους, εκτός των υπαλλήλων και των ακολούθων του και ζούσε σε μυθική αφθονία και χλιδή.

Ως δυνάστης της Κορίνθου, ο Κιαμίλ μπέης υπήρξε διαπρεπέστατος, κατάφερε να προάγει και να δοξάσει τη χώρα, την οποία κυβέρνησε ως πατέρας, την οικογένειά του και όλους τους προγόνους του και αύξησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλούτη και τη δύναμή του. Τον χαρακτήριζαν μάλιστα ως τον καλύτερο όλων των Τούρκων της Πελοποννήσου.

Δυνάστης της Κορίνθου και της Σικυώνας και μεγάλος φεουδάρχης της γης της Μεγαρίδος, πλούτιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη φορολογία των χωρών αυτών και των εσόδων της τεράστιας περιουσίας του, η οποία βρισκόταν σε αυτές και μέχρι τη Λιβαδειά, έως και τη Στυμφαλία, τη Νεμέα, την Αργολίδα και την Αρκαδία.

Απολάμβανε δε την εκτίμηση του σουλτάνου, ο οποίος του είχε παραχωρήσει το προνόμιο να κατοικεί όπου επιθυμούσε απεριόριστα. Γι’ αυτό τον λόγο κατείχε σε πολλές πόλεις μεγαλόπρεπα κτίρια, που έφθαναν σε αριθμό τα σαράντα, όπως λέγεται. Αλλά το πιο λαμπρό από όλα, αριστούργημα καλαισθησίας και ανατολίτικης τέχνης βρισκόταν στην Κόρινθο, την έδρα της διοίκησής του, στην παλαιά Ακροκόρινθο και περιβαλλόταν από το μαγευτικό τοπίο των Νερών της Αφροδίτης και από θαυμαστά άνθη και κήπους.

Τον αποκαλούσαν «Ενδοξομεγαλοπρεπέστατο Κιαμήλ μπέη, εφέντη, Νουρή εφέντη μπέη, ζαδέ*, βοεβόντα και ζαπίτη** της Κορίνθου, σαλαχώρα της κραταιάς βασιλείας***  και Αγιάννη του Μωριά».****

Ο τρισευτυχισμένος μπέης έζησε ευτυχισμένα χρόνια μέχρι την άλωση της Τρίπολης, στην οποία βρισκόταν και αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες. Η αιχμαλωσία του ήταν πολύτιμη για τον αγώνα λόγο της μεγάλης διασημότητάς του και του απέραντου πλούτου του. Έτσι ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για την φύλαξή του  με υπεύθυνο το στρατηγό Π. Γιατράκο ο οποίος τον κράτησε επί πέντε μήνες παρέχοντάς του κάθε δυνατή περιποίηση στην Τρίπολη, το Άργος, τη Νεμέα και στα Εξαμίλια της Κορίνθου, όπου τον μετέφεραν, έως της 19 Φεβρουαρίου 1822, που τον παρέδωσε στην Διοίκηση η οποία τον φυλάκισε στην Ακροκόρινθο.       

Από τότε πολλά υπέστη πολλά δεινοπαθήματα μέχρι την 7η Ιουλίου 1822, οπότε και έχασε τα πάντα και τη ζωή του.***** 

 

Υποσημειώσεις


* Υιός.

** Διοικητής και Δυνάστης.

*** Σαλαχώρας ή μαλλον σιλαχσόρ, επίτιμος υπερασπιστής και σωματοφύλακς του Σουλτάνου.

**** Πρόεδρος και επόπτης των προεστών της Πελοποννήσου.

*****  Ο ανάξιος φρούραρχος Ιάκωβος Θεοδωρίδης, παρά το ηχηρό προσωνύμιο που έφερε ως «Αχιλλέας», σαν είδε τη σκόνη που σήκωσαν τα λεφούσια του Τουρκικού στρατεύματος, δείλιασε, μάζεψε τους 150 άνδρες που είχε στις διαταγές του κι έφυγε από την Τενεατική πύλη (της Δραγονέρας).

Προηγούμενα όμως σε συμφωνία μαζί του, ο άλλοτε υπηρέτης του Κιαμήλ, Δημήτρης Μπενάκης, ο υποφρούραρχος Διαμαντής Λάλακας και ο ηγούμενος της μονής Φανερωμένης, Παρθένιος Βλάχος, εκτελούν εν ψυχρώ τον Κιαμήλ- Μπέη στο δωμάτιο που τον κρατούσαν φυλακισμένο.

Την επομένη ο Δράμαλης ανεβαίνει με επισημότητα στο Ακροκόρινθο ως ελευθερωτής. Του επιφυλάσσουν θερμή υποδοχή η χήρα και η μητέρα του Καμήλ, ντυμένες με πολυτελέστατα πέπλα ανάμεσα σε πλούσια στολισμένες θεραπαινίδες και του αποκαλύπτουν ένα πηγάδι με κρυμμένα 40.000 πουγκιά γεμάτα χρυσά νομίσματα. Για να τιμήσει τη χήρα του Κιαμήλ- Μπέη, την πανέμορφη Γκιούλ- Χανούμ ο Δράμαλης, την παντρεύτηκε πάνω στον Ακροκόρινθο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

 

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας – Ludwig I of Bavaria (1786-1868)


 

Φιλέλληνας, λάτρης της κλασσικής τέχνης, ο ηγεμόνας της Βαυαρίας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη.

 

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ο Κάρολος Αύγουστος Λουδοβίκος Α’, γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1786 στο Στρασβούργο, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του στο Μάνχαϊμ και Σβίτουγγεν εκπαιδευόμενος από τη μητέρα του Γουλιελμίνη της Εσσης – Ντάρμσταντ (Augusta Wilhelmine of Hesse-Darmstadt). Μετά το θάνατο του εκλέκτορα Καρόλου Θεοδώρου (Karl Theodor) της Βαυαρίας στις 16 Φεβρουαρίου 1799, μένοντας το στέμμα χωρίς κληρονόμο, η Βαυαρία περιήλθε στον πατέρα του Λουδοβίκου, δούκα Μαξιμιλιανό Ιωσήφ του Zweibrücken (Maximilian Joseph of Zweibrücken). Ο πατέρας του πήρε  τον τίτλο του βασιλιά της Βαυαρίας την 1η Ιανουαρίου 1806.

Ο Λουδοβίκος κάτοχος πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, γνώστης των Αρχαίων Ελληνικών, έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στη σπουδή της ιστορίας και το 1803 άρχισε τις  πανεπιστημιακές του σπουδές  στο Landshut, και στο Göttingen. Υπήρξε φανατικός συλλέκτης ελληνιστής και φίλος των τεχνών.  Τον Οκτώβριο του 1810, παντρεύτηκε την Θηρεσία της Σαξωνιας- Hildburghausen (1792-1854), κόρη του δούκα Φρειδερίκου της Σαξωνίας- Hildburghausen. Ο Λουδοβίκος απέρριψε έντονα τη συμμαχία του πατέρα του με τον Ναπολέοντα της Γαλλίας. Ανέβηκε στο θρόνο το 1825.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Σπουδαίος φιλέλληνας , υποστήριξε με πάθος την ελληνική επανάσταση του 1821 ενώ ο δευτερότοκος γιος του Όθων έγινε βασιλιάς της Ελλάδος το 1832. Παραιτήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1848 υπέρ του γιου του, Μαξιμιλιανού, αλλά   και μετά την  παραίτησή του ο Λουδοβίκος παρέμεινε σημαντικός χορηγός των τεχνών.

 

Η Μαριλίζα Μητσού καθηγήτρια Νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου γράφει:

 

Σύμφωνα με τις κοινωνιολογικές μελέτες, στους φιλέλληνες της Γερμανίας υπερισχύουν αριθμητικά τα μέλη της ανώτερης αστικής τάξης – κυρίως κρατικοί υπάλληλοι – και οι ευαγγελικοί πάστορες, ενώ σημαντική μερίδα από τους εθελοντές ήταν άνεργοι ή ξεπερασμένοι αγρότες, που γύρευαν στον νότο μια καλύτερη μοίρα. Η γερμανική αριστοκρατία εκπροσωπείται από ένα και μοναδικό μέλος της: τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Οπαδός της κοραϊκής «μετακένωσης», μολονότι αγνοούσε τον Κοραή, ο ηγεμόνας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη – στην πατρίδα της ιστορίας και της τέχνης. Έγινε μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και χαιρέτισε την Ελληνική Επανάσταση – μόνος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες – με εθνεγερτήρια άσματα ανάλογα του Τσοπανάκου και του Μπουγιουκλή.

Στον αγώνα συνέβαλε καθοριστικά, στέλνοντας χρήματα, πολεμικούς συμβούλους και ασκώντας πολιτική επιρροή στις Μεγάλες Δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Ως την εκθρόνισή του, το 1848, ενίσχυσε με υποτροφίες Έλληνες φοιτητές και με δωρεές την ελληνική παροικία του Μονάχου, δίνοντας τόσο ελληνικό χρώμα σε αυτή την πόλη, ώστε να ονομαστεί «Αθήνα του Ιζαρ».

Λάτρης της αρχαιότητας, ο Λουδοβίκος, πριν ακόμη ανέβει στον βαυαρικό θρόνο, δημιούργησε με βασικό σύμβουλο τον Γ. Μ. φον Βάγκνερ μια αξιοπρόσεκτη συλλογή ελληνικών γλυπτών, που στεγάζεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το σημαντικότερο απόκτημα ήταν τα αετώματα του ναού της Αφαίας, που τα αγόρασε για λογαριασμό του από τους Τούρκους, το 1812, ο βαρόνος φον Χάλλερσταϊν, έναντι 70.000 φιορινιών (περ. ένα εκατομμύριο σημερινά ευρώ).

Όψιμοι στίχοι του βασιλιά, που είχε συναινέσει στα 1831 να γίνει ο γιος του πρώτος μονάρχης της απελευθερωμένης Ελλάδας, επιβεβαιώνουν μια δεκαπενταετία αργότερα την αμείωτη φιλελληνική του διάθεση. Η καρδιά μου χτυπούσε για τον λυτρωμό της Ελλάδας, σημειώνει, αδιάφορο αν θα γινόταν μοναρχική η δημοκρατική. Σε τελική ανάλυση, οι ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του ’21 υπήρξαν καθ’ όλα εφάμιλλες με τους άθλους της αρχαιότητας.

«Απ’ αρχής σχεδόν του αγώνος μας το όνομα του βασιλέως Λουδοβίκου ήτον όχι γνωστόν μόνον, αλλ’ ιερόν εις έκαστον αληθή Έλληνα» γράφει ο πρώην υπότροφος του βασιλιά Α. Ρ. Ραγκαβής, όταν μεταφράζει τα Ποιήματα περί Ελλάδος  του Λουδοβίκου (1833).

Πράγματι με το «ιερό» αυτό όνομα βαφτίστηκε το 1884 η κεντρική πλατεία Κοτζιά, εν συνεχεία Εθνικής Αντιστάσεως. Σήμερα η πλατεία Λουδοβίκου βρίσκεται –λένε- απέναντι από το Α’ Νεκροταφείο.

  

Πηγές


  • Περιοδικό, «Απόλλων», τομ. 5, αρ. 51, 1888.
  • Καθημερινή, «Επτά Ημέρες», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.

Read Full Post »

Ελληνική κοινότητα των Κιανών στο Ρεστ της Περσίας


 

 Η οικονομική ακμή των Κιανών στο Ρεστ, προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

 

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Μία από τις βασικές επαγγελματικές και γεωργικές επιδόσεις των Κιωτών ήταν η σηροτροφία και η παραγωγή μεταξοσπόρων. Η μεγάλη ανάπτυξη και η κατανάλωσή τους στον Καύκασο, στην Περσία (Ιράν), στο Τουρκεστάν και στη Βουχάρα συντέλεσε στο να δημιουργηθεί στην Περσία μια ευημερούσα κοινότητα των Κιανών. Μετά από τη μεγάλη κατανάλωση στην Περσία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων κουτιών μεταξοσπόρων, άρχισαν οι Κιώτες από το 1886 να εγκαθίστανται εκεί, ιδρύοντας εμπορικά γραφεία με κέντρο το Ρεστ του Γκιλάν. Εκείνο όμως που συνετέλεσε στη μεγάλη οικονομική ευρωστία των Κιανών εμπόρων στην Περσία – και κατά συνέπεια και της Κίου – ήταν το ότι με την καλή απόδοση των μεταξοσπόρων από την Κίο αυξήθηκε πολύ η παραγωγή τους στην Περσία. Τα κουκούλια αυτά μετά από την αποξήρανσή τους στέλνονταν στα δυο μεγάλα κέντρα μεταξιού της Ευρώπης, στη Λυών της Γαλλίας και στο Μιλάνο της Ιταλίας. Την εξαγωγή αυτή των κουκουλιών από την Περσία στην Ευρώπη την είχαν στα χέρια τους κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί. Με την εγκατάσταση όμως των Κιανών στην Περσία το εμπόριο αυτό περιήλθε στα χέρια τους οι οποίοι εκτόπισαν εντελώς τους Ευρωπαίους.

Από όλη την ποσότητα των 1.000.000 και πλέον κιλών κουκουλιών της ετήσιας παραγωγής, τα 75-80% εξάγονταν από τους Κιώτες και τα υπόλοιπα από τους ξένους. Με την αύξηση των εργασιών τους οι έμποροι από την Κίο επάνδρωναν τα γραφεία τους στο Ρεστ με υπαλλήλους από την Κίο, οι οποίοι μορφώνονταν σε διάφορα σχολεία στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Γαλλική σχολή της Προύσας, όπου διδάσκονταν λογιστικά και ξένες γλώσσες, ιδίως τη Γαλλική, η οποία την εποχή εκείνη ήταν η επικρατέστερη στην εμπορική αλληλογραφία.

Η οικονομική ακμή των Κιανών εκεί προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Ρεστ. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

Η εκτίμηση που απολάμβανε η ελληνική παροικία των Κίων στο Ρεστ τόσο από τους Πέρσες όσο και από τη διεθνή κοινωνία ήταν εξαιρετική. Οι Κίοι πέτυχαν με την πολιτεία τους να αποκτήσουν πλήρως την εμπιστοσύνη των κατά τα άλλα δύσπιστων Περσών.

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα όλοι οι Κιανοί στην Περσία βρίσκονταν σε άριστη οικονομική κατάσταση. Η αύξηση του ελληνικού στοιχείου έφερε και την ανάγκη για ίδρυση ελληνικής εκκλησίας και σχολείου. Με την πρωτοβουλία των Κιανών χτίστηκε στην πιο κεντρική θέση της πόλης του Ρεστ εκκλησία, σχολείο και κοινοτικό κατάστημα, τα οποία στοίχισαν πάνω από 2000 χρυσές λίρες, χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους εκεί εγκαταστημένους Κιώτες. Πρώτος εφημέριος της εκκλησίας ήταν ο αρχιμανδρίτης Χαρίτων, δάσκαλος ο Ι. Ανανιάδης, τον οποίο διαδέχτηκε ο Γιαννακός. Οι συμπολίτες μας στην Περσία κατέβαλλαν και τα έξοδα για τη συντήρηση των κοινοτικών ιδρυμάτων αυτών.

Η Τουρκική κυβέρνηση, εκτιμώντας το έργο των Ελλήνων υπηκόων της στην Περσία, διόρισε επίτιμο πρόξενό της στο Ρεστ τον Χαρίλαο Παπαδόπουλο. Το Γαλλικό προξενείο υπεράσπιζε τα συμφέροντα των Ελλήνων υπηκόων. Όταν δε καταργήθηκε, η Γαλλική πρεσβεία της Τεχεράνης διόρισε Έλληνα προξενικό πράκτορα στο Ρεστ. Οι διαφορές με τους ντόπιους εκδικάζονταν σε ειδικά δικαστήρια, τα λεγόμενα «Καρκουζαράτα», λόγω των διομολογήσεων που ίσχυαν τότε στην Περσία.

Η ευημερία και η άνθηση του εμπορίου των συμπατριωτών μας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το 1914. Επειδή η Τουρκία και η Ρωσία κατά τον πόλεμο αυτό ανήκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, η δε μεταφορά των μεταξοσπόρων γίνονταν διά του ρωσικού Καυκάσου, ήταν πια αδύνατη η εισαγωγή μεταξοσπόρων από την Κίο στην Περσία. Αλλά ούτε και τα κουκούλια από την Περσία ήταν δυνατόν να σταλούν στην Ευρώπη.  

Μετά τη Ρωσική επανάσταση του 1917, οπότε πέθανε και ο Χαρίλαος Παπαδόπουλος, η ελληνική κοινότητα Ρεστ προβλέποντας ότι θα ακολουθήσουν δύσκολες μέρες, με πρακτικό της παραχώρησε την ακίνητη περιουσία της στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κοινοποιώντας ταυτοχρόνως σε αυτό την απόφασή της.

Αργότερα, μετά την τοπική επανάσταση στη βόρεια Περσία, η οποία προκλήθηκε από Ρώσους κομμουνιστές, λεηλατήθηκαν το σχολείο και η εκκλησία. Μετά την ανακωχή του 1918, οι περισσότεροι από τους ομογενείς αναχώρησαν οριστικά από την Περσία. Παρέμειναν ελάχιστοι, οι οποίοι ασχολούνταν με εμπόριο εισαγωγών από την Ευρώπη και με άλλα ελευθέρια επαγγέλματα.

Μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή και την ομαδική έξοδο του ελληνικού πληθυσμού από την Κίο έπαψε τελείως το εμπόριο των μεταξοσπόρων, διότι οι Τούρκοι, αν και το επεχείρησαν, δεν μπόρεσαν να το συνεχίσουν, επειδή δεν υπήρχαν ειδικοί που να γνωρίζουν ακριβώς την μικροσκόπηση των μεταξοσκολήκων.

Από τους εγκατασταθέντες Κιανούς στη Μακεδονία ο Αναστ. Πινάτσης, ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους μεταξοσπόρων της Παλαιάς Κίου, για τρία συνεχώς χρόνια ασχολούνταν στην Αγυιά της Θεσσαλίας με την παραγωγή μεταξοσπόρων με το σύστημα Pasteur, τους οποίους έστελνε στην Περσία. Και ο Θεολόγος Βαρβάκης από την Κίο παρασκεύασε μεταξοσπόρους στη Βέροια και τους έστειλε στην Περσία. Δεν μπόρεσε όμως κανείς από τους δύο να συνεχίσει και να αναπτύξει και πάλι το εμπόριο αυτό, γιατί τα έξοδα παρασκευής στην Ελλάδα ήταν πολλά και τα ναύλα μεταφοράς στην Περσία μεγάλα. Δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις τιμές των μεταξοσπόρων της τοπικής παραγωγής, αφού οι Πέρσες ασχολήθηκαν με την παραγωγή τους κατά τα μεταπολεμικά έτη.

Αργότερα οι Πέρσες, θέλοντας να οργανώσουν διάφορες καλλιέργειες, κάλεσαν από την Ελλάδα ιδιώτες ειδικούς, ιδίως Ποντίους, για καπνοκαλλιέργεια, κάλεσαν τυροκόμους, εργοδηγούς για έργα οδοποιίας και για σιδηροδρομικές γραμμές. Όλοι αυτοί σήμερα χρησιμοποιούν την εκκλησία μαζί με τους εγκατεστημένους στο Ρεστ Ρώσους, διότι είναι η μοναδική χριστιανική εκκλησία στην περιοχή αυτή.

Από το εμπόριο λοιπόν αυτό της Κίου με την Περσία μέχρι το 1914, ευημερούσαν οικονομικά οι κάτοικοι της Κίου. Εξαιτίας αυτής της οικονομικής ευημερίας των Κιανών και της επικοινωνίας με τον πολιτισμένο κόσμο – γιατί πολλοί πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από την Περσία περνούσαν από την Κεντρική Ευρώπη ή τη Ρωσία – ήρθε και η πνευματική και κοσμοπολιτική τους πρόοδος.

  

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

 

 

Read Full Post »

Φλεβάρη Παναγιώτα, «Ο Αισθητής Όσκαρ Ουάιλντ και η πρόσληψη των έργων του», Πτυχιακή εργασία, Σχολή ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, Τμήμα φιλολογίας, 2009.

Αποθήκευση Έγγραφου: Oscar Wilde  

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Γιάννης (1914-1972)

 


 

Χαράματα τρίτης Αυγούστου 1972, σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα έφυγε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δημιουργούς του Λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο σεμνός, τίμιος ειλικρινής άνθρωπος και καλλιτέχνης, που αποτύπωσε στα τραγούδια του τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα σκιρτήματα του ελληνικού λαού. Γιατί στη ζωή του ο Γιάννης Παπαϊωάννου έζησε όλη τη μοίρα της Ελλάδας, τον 20ο αιώνα: μικρασιατική καταστροφή, πείνα, φτώχεια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένας εμφύλιος, κατοχή, δύο δικτατορίες, ξενιτιά.

Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Κιώτης δημιουργός:

«Γεννήθηκα στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914. H καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Aττάλεια. Eίχε φύγει 22 χρόνων από κει και είχε μπαρκάρει στα καράβια κι έκανε δρομολόγια Kωνσταντινούπολις – Mουδανιά – Kίος, (αυτή τη γραμμή δούλευε από πολλά χρόνια κι έτσι γνώρισε τη μητέρα του Γιάννη Παπαϊωάννου στην Kίο, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν). H μητέρα μου λεγόταν με το πατρικό της όνομα Xρυσή, το γένος Bονομπάρτη και ο πατέρας μου Παναγιώτης. O πατέρας της μητέρας μου είχε μεγάλη περιουσία, επί το πλείστον ελαιώνες. O πατέρας μου ήταν πολύ σπάταλος, δεν τα εχτιμούσε τα λεφτά, αλλά η μάνα μου του κολλούσε κι έτσι μάζευε τα λεφτά κι αγοράσαμε σπίτια και κτήματα.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Ήμουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ― τη μάνα της μάνας μου ― φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα.  Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

Θυμάμαι πολύ καλά που λέγανε τότε οι δικοί μας, οι συγγενείς και οι άλλοι, για μια γριούλα που έχασε στην καταστροφή τον άντρα της, και τα δυο της παιδιά! Άργησαν να φύγουν φαίνεται και τους έσφαξαν οι Tούρκοι. Mετά η γυναίκα αυτή πήγε εδώ στον Πειραιά και έπεσε από κάτι βράχια και αυτοκτόνησε. Δεν μπορούσε να αντέξει, φαίνεται τόσους θανάτους. Tη γυναίκα αυτή την ήξερε κι η μάνα μου. Εκείνη μας το έλεγε και δεν μπορούσε να κρατήσει μέχρι τελευταία που το θυμόταν τα δάκρυά της.

Mετά πήγαμε στον Άγιο Διονύση, εκεί είχε πεύκα και ήταν πρώτα νεκροταφείο. Kάναμε τσαντήρια και μείναμε. Άλλα μαρτύρια. Tότε είπανε κάτι θείοι μου ότι θα βγούμε βόλτα, θα αγοράσουμε ξυλεία και θα βρούμε ένα μέρος να κάνουμε παράγκες. Kαι πράγματι έτσι έγινε. Aγοράσανε ξυλεία κι ήρθαμε στις Tζιτζιφιές. Kάναμε 8 παράγκες στη γραμμή. Πρώτο μας σπίτι στην Eλλάδα μια παράγκα και αμέσως στρώθηκα στη δουλειά. Eίχα να θρέψω τον εαυτό μου, τη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Φτώχεια, δυστυχία, κατατρεγμός, άσχημα χρόνια για τους Mικρασιάτες, που ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Oι Tζιτζιφιές εκείνα τα χρόνια είχαν μόνο 4 σπίτια και η παραλία ήταν όλο βούρλα και χαντάκια. Tέλος, είχα φτάσει τα 14 χρόνια μου. Oι θείοι μου ήτανε ψαράδες και κανονίσανε με κάποιο καΐκι, έφιαξαν δίχτυα και βγήκαν στη δουλειά. Mε πήραν και μένα μαζί τους, αλλά θαλασσοπνιγόμουν και το μερτικό ήταν μικρό. Έφυγα και πήγα σε έναν άλλο θείο μου, που ήταν μαραγκός. Έκατσα λίγο καιρό, αλλά περισσότερο ήταν το ξύλο παρά το ψωμί που έτρωγα! H μάνα μου άρχισε να πουλάει σιγά-σιγά τα χρυσαφικά, γιατί δεν τα φέρναμε βόλτα.

Mε πήρε η μάνα μου μετά και με έβαλε σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων εδώ στον Άγιο Διονύση, στο γκαράζ του Άννινου. Eκεί μέσα ήταν το συνεργείο του Γιάννη Kότσια.  Δούλεψα ένα διάστημα και όσο έπαιρνα τα έδινα στο σαπούνι για να βγάζω τη μουτζούρα από πάνω μου. Ήμουνα και ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής. Γιατί από μικρό παιδί στην Kίο έπαιζα φυσαρμόνικα.

Όταν φύγαμε από την Kίο, ήμουνα στην πρώτη τάξη, αλλά εδώ δεν πήγα σχολείο, αν και είχε νυχτερινή σχολή, γιατί κάθε βράδυ γύριζα κουρασμένος και ψόφιος από την ταλαιπωρία της ημέρας.

Bγήκα μετά στις οικοδομές. Kουβάλαγα ζεμπίλια, έκανα κάθε λογής δουλειά. Ήμουνα σκληραγωγημένος, γιατί είχα τραβήξει τόσα πολλά. Aγώνας για τη φασολάδα. Eίχα όρεξη να φάω 10 φασολάδες κι έτρωγα μία. Bλέπετε φτώχεια. Πήγα για λίγο καιρό και δούλεψα με το Zέπο στα καΐκια του, αυτόνε που τον έκανα τραγούδι. Mεγάλος αυτός ο άνθρωπος, μεγάλη ιστορία. Φίλος μου.

Συνέχισα τη δουλειά μου στις οικοδομές. Kουβάλαγα άμμο, κάθε μέρα στο γιαπί, κάθε μέρα κούραση. Mετά σιγά-σιγά πήρα και το μυστρί, άρχισα να γίνομαι μάστορας. Έτσι πέρασε λίγος καιρός κι αρχίσαμε να ανασαίνουμε με τη γριά.

Εκεί στη γειτονιά μου ήταν δυο αδέρφια που είχαν φορτηγό αυτοκίνητο, ο Mήτσος και ο Nίκος. Eίχα κι εγώ από τότε νοσταλγία με τη ρόδα. Πήγα μαζί τους. Tσούλαγε το αυτοκίνητο, τσουλάγανε και οι μέρες. Kουβαλάγαμε τσιμέντα και σίδερα στο Mαραθώνα. Στο γυρισμό κουβαλάγαμε κόσμο από το δρόμο. Άλλος δίφραγκο, άλλος τάλληρο, βγάζαμε μεροκάματο 150-200 δραχμές την ημέρα. Ήμουνα καλά. H δουλειά αυτή κράτησε κανένα χρόνο. Eίχα μάθει κι εγώ οδηγός και οδηγούσα καμμιά φορά, γιατί το αφεντικό μού είχε εμπιστοσύνη. Ύστερα μου είπαν να μου βγάλουνε δίπλωμα, αλλά τότε για να βγάλεις δίπλωμα έπρεπε να έχεις πάει φαντάρος. Φτάσαμε έτσι στο 1928.

Ήμουνα και τερματοφύλακας του «Φαληρικού». Επειδή χτύπησα άσχημα σε κάποιο παιχνίδι φώναζε η μάνα μου να σταματήσω την μπάλα. Συμφωνήσαμε να μου πάρει πρώτα ένα μαντολίνο. Μου το πήρε και αργότερα πήρα κιθάρα που την έκανα χαβάγια. Ένα μεσημέρι άκουσα τυχαία το «Μινόρε του τεκέ» του Χαλκιά. Τρέλλα. Αυτό ήταν η αιτία να πάρω το μπουζούκι και να γίνω Παπαϊωάννου. Τόχα κρυμμένο το μπουζούκι σε κάποιου φίλου το σπίτι και πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα.

Τζιτζιφιές, 1947

Τζιτζιφιές, 1947

Αυτό το όργανο με τράβαγε. Είναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο. Ένας τρελλός γέρος ζητιάνος που κατέβαινε στις Τζιτζιφιές και έπαιζε μπουζούκι ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Είχα γράψει την «Φαληριώτισσα» και την τραγούδαγα στις γειτονιές με τους φίλους. Κάποιος με άκουσε και με πήγε στην «ΟΝΤΕΟΝ» στο γερό Μάτσα και στον Περιστέρη. Όταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο ασβέστες. Έβαλα τη «Μοδιστρούλα», το «Ραντεβού σαν περιμένω» και τ’ άλλα.

Το 1935 πήγα φαντάρος. Μετά κάναμε κομπανία και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη γιατί εδώ μας κυνήγαγε η αστυνομία, εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Κερομύτης και το Ανεστάκι. Ύστερα με την ίδια κομπανία έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό. Αργότερα έγραψα το «Λόγια σου λεν», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Λουλουδάκι», «Σαλονικιά», «Απόψε έλα κοντά μου» κ.α.

Μετά τον πόλεμο εγώ και ο Μάρκος κάναμε πρώτα τις Τζιτζιφιές στέκι. Κάθε βράδυ εκεί χάλαγε ο κόσμος. Τότες έγραψα το «Άνοιξε-άνοιξε», «Ζέπος», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Πριν το χάραμα», «Λεβεντόπαιδο», «Περικλής», «Αλανιάρικο», «Σβήσε το φως», «Είμαστε φίλοι», «Παναής», «Καψούρης», «Γυναίκα του μπελά», «Άσε με άσε με», «Πέντε Έλληνες» κ.α.

Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του».  

Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διφωνία).

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.

 

Πηγές

 


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.
  • Γιάννης Παπαϊωάννου, «Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία,  επιμέλεια Χατζηδούλης Κώστας, Κάκτος, Αθήνα,1982.

Read Full Post »

Κίος 1914 – Η Γυναίκα της Κίου


  

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πολέμου 1914-1918, επειδή όλοι οι άνδρες από 19-50 ετών στρατευθέντες υπηρετούσαν στα περιώνυμα «Εργατικά Τάγματα»* (Αμελέ Ταμπούρ), τα οποία επινόησε ο μέγας διώκτης του Ελληνισμού γερμανός στρατηγός Φον Ντε Γκολτ Πασάς, για την εξόντωση του Ελληνισμού, άλλοι δε από τους άνδρες της Κίου φυγοδικούντες κρύβονταν σε κάθε είδους κρυψώνες μέσα στην πόλη, το εμπόριο και οι γεωργικές εργασίες, στην Κίο τουλάχιστον, πέρασαν στις γυναίκες.

Η Γυναίκα της ΚίουΟ πόλεμος εκείνος ο Ευρωπαϊκός έγινε αιτία να διαπιστωθεί η αντοχή των γυναικών και στις εξωτερικές εργασίες, αντοχή που θα την ζήλευαν και οι εργατικότεροι και οι πιο ακούραστοι άντρες. Η γυναίκα λοιπόν της Κίου κατά τα έτη 1914-1918 άφησε κατά μέρος το καπέλο, το δερμάτινο γάντι, τα πολυτελή φορέματα, τη μεταξωτή κάλτσα, το γοβάκι με ψηλό τακούνι, το κραγιόν, την πούδρα, τις παντόφλες που κατασκεύαζε η ίδια από σπάγκο, ακόμη και το τσαρούχι και αντικατέστησε σε όλα το στρατιωτικό ή φυγόδικο ή λιποτάκτη πατέρα, σύζυγο και αδελφό της. Τα ελαιοτόπια, οι συκομουριές, τα αμπέλια και γενικώς όλα τα κτήματα της Κίου καλλιεργούνταν από τις γυναίκες. Αυτές μάζευαν τις ελιές, αυτές μετέφεραν τα φύλλα της μουριάς για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων, αυτές πήγαιναν στην Προύσα όπου πουλούσαν τα κουκούλια. Αυτές με τα ζώα και με τα κάρα πήγαιναν στα χωριά του εσωτερικού και διενεργούσαν το εμπόριο ανταλλαγής. Δίνοντας βιομηχανικά προϊόντα ή εργόχειρα (κεντήματα κλπ.) έναντι γεωργικών προϊόντων (σιτάρι, πληγούρι κλπ.).

Αυτές καλλιεργούσαν τους λαχανόκηπους, αυτές έσπερναν, θέριζαν και μαζεύανε τα δημητριακά. Ο κάμπος της Κίου βομβούσε από τη γυναικεία εργασία. Η τσάπα, το λισγάρι, το σκαλιστήρι, το κλαδευτήρι και η ποτιστήρα δεν έλειψαν ολόκληρη την τετραετία του πολέμου από τα χέρια της Κιώτισσας γυναίκας, η οποία σαν μέλισσα εργαζότανε νύχτα και ημέρα κάτω από το δριμύ ψύχος το χειμώνα και τον καυτερό ήλιο το καλοκαίρι. Αυτές διενεργούσαν και το εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη. Αγόραζαν από την Κίο ελιές, λάδι, όσπρια, πουλερικά, μέλι, πετμέζι, άσπρα (χάσικα) ψωμιά, οπωρικά και διάφορα άλλα τρόφιμα και τα μετέφεραν στην Πόλη για να τα μεταπουλήσουν κερδίζοντας έτσι αρκετά χρήματα. Οι γυναίκες αυτές καθ’ όλο το διάστημα του πολέμου ενεργούσαν και το εμπόριο των δημητριακών, τα οποία η Κίος στερούνταν.

Η Γυναίκα της ΚίουΓι’ αυτό, επειδή το χρήμα στα χωριά του εσωτερικού δεν είχε τόση αξία όσο τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, οι γυναίκες μας πήγαιναν στην Προύσα, με τα πόδια βέβαια, ελείψει μέσων συγκοινωνίας, και αγόραζαν διάφορα αντικείμενα, όπως είδη μαγειρικής χάλκινα, διάφορα γυάλινα είδη, δοχεία από πορσελάνη, υφάσματα για τούρκικους φερετζέδες, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά, τραπεζομάντιλα, ρολόγια, κομπολόγια και παντός είδους υφάσματα.

Εφοδιασμένες με τα ανωτέρω είδη, σχημάτιζαν ομάδες από τη γειτονιά τους και ξεκινούσαν για τα σιτοπαραγωγά χωριά του Παζάρ-Κιοϊ, του Γενή-Σεχήρ, του Μπιλετζίκ και έφθαναν ως το Εσκή-Σεχήρ. Εκεί πουλούσαν το εμπόρευμά τους με ανταλλαγή σιταριού, κριθαριού, αραβοσίτου, οσπρίων, αλευριού, διαφόρων ζυμαρικών, πουλερικών και παντός είδους τροφίμων, τα οποία φορτώνονταν σε βοδάμαξες με τις οποίες τα έφερναν στην Κίο.

Τα ταξίδια αυτά γίνονταν πάντα με τα πόδια, διαρκούσαν δε περίπου 15 μέρες. Τόση δε ασφάλεια υπήρχε τότε στην ύπαιθρο, ώστε ποτέ δε σημειώθηκε κλοπή ή ληστεία σε βάρος των γυναικών αυτών, επικρατούσε δε την εποχή εκείνη τέτοια τιμιότητα και ηθική, ώστε δεν έγινε κανένα επεισόδιο σε βάρος της τιμής των γυναικών που ταξίδευαν ολομόναχες από την Κίο μέχρι το Εσκή-Σεχήρ, απόσταση μεγαλύτερη από 150 χιλιόμετρα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της Τουρκίας από 19-50 ετών ήταν στρατευμένος στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Το εμπόριο αυτό της ανταλλαγής που διεξήγαγαν οι γυναίκες της Κίου είχε τόσο αναπτυχθεί και προοδεύσει, ώστε κατά τα τελευταία έτη του πολέμου 1917-1918, είχε λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της Κίου, όπου υπήρχε άφθονο ψωμί και ότι άλλο τρόφιμο που σπάνιζε στις άλλες περιοχές της Τουρκίας. Γι’ αυτό και οι τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τον επισιτισμό της Κίου κατά τα πρώτα έτη του πολέμου, μετά παρείχαν κάθε ευκολία και υποστήριξη στις εμπορευόμενες γυναίκες της πατρίδας μας Κίου.

Η γυναίκα της Κίου κατά τον Ευρωπαϊκό εκείνο πόλεμο επιδόθηκε σε κάθε κοπιαστική, επίμοχθη, επίφοβη και επικίνδυνη εργασία, σπρωγμένη από τη σκληρή ανάγκη της ζωής για τη διατροφή της οικογένειάς της. Η κιώτικη γυναικεία αντοχή θριάμβευσε τότε.

 

Υποσημείωση    


* Την υποχρεωτική κατάταξη των αντρών στα διαβόητα «Εργατικά Τάγματα» (Αμελέ Ταμπουρού), που στην πραγματικότητα ήταν Τάγματα θανάτου. Οι επιστρατευμένοι στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας και ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από την άγρια επιτήρηση κτηνωδών τσαούσηδων, να δουλεύουν 18 ώρες το 24ωρο. Έσπαζαν πέτρες, μετέφεραν υλικά, άνοιγαν διαβάσεις, κάτω από το αφόρητο ψύχος, τη βροχή ή τον καυτό ήλιο, χωρίς επαρκή τροφή και ιατρική περίθαλψη. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από τις κακουχίες, τους ξυλοδαρμούς και τις επιδημίες.

                                                                                            

Πελοπίδας Ε. Πινάτσης

Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »