Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

Fichti Art Festival 2024 –  «Το Παλιό Ρολόϊ του Μικρού Σταθμού» – Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι


 

«Το Παλιό Ρολόϊ του Μικρού Σταθμού» – Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι, την Δευτέρα 15 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Άργους, με τους:

  • Χρυσή Παπαγιαννούλη – τραγούδι
  • Νίκο Πλιό – τραγούδι, κιθάρα
  • Γιώργο Παπαδόπουλο – ηλεκτρική κιθάρα
  • Αντώνη Τζίκα – κοντραμπάσο
  • Τάσο Γιαννούση – τραγούδι, μπουζούκι, μπαγλαμά

 

Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι.

 

Από τον Μάνο Λοΐζο ως τον Τάκη Μουσαφίρη, από τον Μίκη Θεοδωράκη ως τις Τρύπες και από τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι τον Νίκο Παπάζογλου, οι αναφορές του τρένου στο ελληνικό τραγούδι είναι πάμπολλες, φανερώνοντας έτσι την θέση και την ιδιαίτερη – ουσιαστική και συμβολική – σημασία που είχε στην ζωή του Έλληνα αυτό το μαγικό μέσο μεταφοράς, ιδίως πριν την επέλαση του Ι.Χ. αυτοκινήτου και την απαξίωση του μέσου…

Έτσι λοιπόν στην συναυλία θα ακουστούν τραγούδια… σιδηροδρομικά, τραγούδια για σταθμούς αλλά και για λιμάνια, τραγούδια για αποχωρισμούς και συναντήσεις, τραγούδια χαμένων ερώτων και εραστών που ξανασμίξαν, στον πιο ταιριαστό χώρο, τον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους.

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

33ο Φεστιβάλ Ναυπλίου |29 Ιουνίου – 7 Ιουλίου 2024


 

Το  Σάββατο 29 Ιουνίου ανοίγει την αυλαία του το 33ο Φεστιβάλ Ναυπλίου, το οποίο έχει φιλοξενήσει μερικά από τα λαμπρότερα σχήματα και καλλιτέχνες της διεθνούς κλασικής σκηνής και έχει τιμηθεί με τη διάκριση του καλύτερου φεστιβάλ από την Ένωση Ελλήνων Μουσικών Κριτικών.

Το Φεστιβάλ Ναυπλίου με καλλιτεχνικό διευθυντή τον διεθνούς φήμης πιανίστα και καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Γιάννη Βακαρέλη, είναι ένας θεσμός που στα τριαντατρία χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας του έχει προσφέρει στο ελληνικό και διεθνές κοινό αναρίθμητες στιγμές υψηλής απόλαυσης, συγκίνησης και χαράς.

 

Φεστιβάλ Ναυπλίου

 

Η φετινή 33η έκδοση του Φεστιβάλ, σε συνεργασία και με την υποστήριξη του Δήμου Ναυπλιέων περιλαμβάνει εκδηλώσεις αφιερωμένες στα πενήντα χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, όπως τη συζήτηση του Γιώργου Κουβαρά με την Άννα Διαμαντοπούλου στην Πρώτη Βουλή των Ελλήνων (Βουλευτικό)  και την συναυλία του Στέφανου Κορκολή και της Σοφίας Μανουσάκη με έργα Μίκη Θεοδωράκη  στο Μπούρτζι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γιαννούσης Τάσος


 

Τάσος Γιαννούσης

Ο Τάσος Γ. Γιαννούσης, δεξιοτέχνης του τρίχορδου μπουζουκιού, συνθέτης και τραγουδιστής, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Κατάγεται  από το Άργος. Πατέρας του είναι ο Αργείος, οικονομολόγος και πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού Γιώργος Α. Γιαννούσης  και μητέρα του η Όλγα Γιαννούση, με καταγωγή από την Κάτω Μέλπεια Μεσσηνίας.

Άρχισε να παίζει τρίχορδο μπουζούκι και μπαγλαμά στην ηλικία των εννέα ετών,  μαθητεύοντας δίπλα στον παλιό ρεμπέτη δάσκαλο Θανάση Μπάστα ή «Συριανό» και ύστερα θεωρητικές και πρακτικές σπουδές στην Jazz κιθάρα και αρμονία με τον Βασίλη Κώτσια.

Όλα ξεκίνησαν από την ελλιπή μόνωση του σπιτιού του στην Αργυρούπολη. Διπλανός του ήταν ο μπουζουξής Θανάσης Μπάστας, που γεννήθηκε το 1916 και είχε, λόγω καταγωγής, το παρατσούκλι «Συριανός». Απ’ τα εννιά και μέχρι τα είκοσι πέντε του χρόνια αυτός ο σκαπανέας του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού – φίλος του ρεμπέτη σαντουρτζή Κώστα Τζόβενου, του Σταμούλη του «Μπιρ Αλλάχ» και του «Αριστοκράτη» Στέλιου Κερομύτη – υπήρξε δάσκαλός του, σε μια σχέση παππού- εγγονού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης – Θρησκευτικές συνήθειες, μαγεία, προλήψεις, Τοπωνύμια – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, Αθήνα, 2024


 

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης

Κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της σειράς «Λαογραφικά της Ερμιόνης» το οποίο περιλαμβάνει τις θρησκευτικές συνήθειες, θέματα μαγείας, προλήψεων, δεισιδαιμονιών καθώς και τρία κεφάλαια που αναφέρονται στα τοπωνύμια, τα πηγάδια και τα πηλοτεχνήματα του τόπου μας. Θεωρώ, γράφει ο συγγραφέας κύριος Σπετσιώτης, πως και στο βιβλίο αυτό οι αναγνώστες θα βρουν ενδιαφέροντα στοιχεία για μια ζωή που πέρασε αλλά πάντοτε είναι παρούσα.

Έτσι, για μια ακόμη φορά, επιβεβαιώνεται ότι ο μεγάλος δαμαστής του χρόνου παραμένει ο γραπτός λόγος για χάρη της ιδιαίτερης πατρίδας και των παιδιών μας.

Το βιβλίο μπορείτε να το αναζητήσετε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κρανιδίου στη Βιβλιοθήκη Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Θέατρο Άργους με τα ευθύγραμμα εδώλια


 

Το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις της Ελλάδας με θέατρο στην κλασική εποχή, που χρονολογείται το 450 π.Χ. Το θέατρο αυτό, στους ΝΔ πρόποδες του λόφου Λάρισα και αριστερά του μεγάλου θεάτρου,   όπως και πολλά άλλα θέατρα της εποχής εκείνης, αποτελείτο από ευθύγραμμα εδώλια και από μια επίσης ευθύγραμμη ορχήστρα, πλάτους 25 μ. περίπου. Οι 37 σειρές εδωλίων ήταν μεν ευθύγραμμες, αλλά παρουσίαζαν μια πολύ ελαφρά καμπύλη και ήταν λαξευμένες στο φυσικό βράχο του λόφου της Λάρισας.

To ύψος μιας σειράς εδωλίων ανερχόταν στα 32 εκ., το πλάτος στα 90 εκ. και το μέγιστο μήκος στα 30 μ. Το κοίλο του θεάτρου, χωρητικότητας 2.300 – 2.500 ατόμων, διαιρούνταν σε δύο τμήματα από μια μεσαία κλίμακα, ενώ στο άνω μέρος του οριοθετούνταν από έναν οριζόντιο διάδρομο. Κανένα ίχνος σκηνικού οικοδομήματος δεν διατηρήθηκε.

 

Κάτοψη του θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια, που καλύφθηκε από το ρωμαϊκό ωδείο (J.-Ch. Moretti, Théâtres d’ Argos, Sites et Monuments X, Paris 1993, εικ. 23).

 

Η κύρια λειτουργία του θεάτρου, που χαρακτηρίζεται από την έρευνα ως «Πνύκα του Άργους», ήταν πολιτική. Ο χρόνος, άλλωστε, της κατασκευής του συνδέεται με την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Άργος το 460 π.Χ. Ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν το εν λόγω μνημείο με την Ἁλιαία ή τον Πρῶνα, όπου σύμφωνα με μια αρχαία πηγή (Schol. Eurip. Or. 871-872) λάμβαναν χώρα οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου και οι συγκεντρώσεις των Αργείων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ρωμαϊκό Ωδείο του Άργους


 

Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, και ενώ το μεγάλο θέατρο του Άργους ήταν σε λειτουργία, έγιναν εκτεταμένες μετατροπές στο κλασικό θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια:[1]  λαξεύτηκε ξανά ο φυσικός βράχος του λόφου της Λάρισας για να κατασκευαστούν καμπύλα εδώλια, που επενδύθηκαν με οπτόπλινθους, και οικοδομήθηκε ένα ρωμαϊκού τύπου σκηνικό οικοδόμημα στην άκρη της ορχήστρας. Οι αλλαγές αυτές έγιναν στο πλαίσιο ανοικοδόμησης ενός ωδείου, δηλαδή ενός μικρού στεγασμένου θεάτρου[2] (theatrum tectum), που είχε πολύ καλή ακουστική και προοριζόταν για τη διεξαγωγή δραματικών παραστάσεων και μουσικών θεαμάτων, ενώ δεν αποκλείεται να χρησίμευε και ως χώρος συνεδριάσεων.

 

Το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους από δυτικά (R.G. Chase, Ancient Hellenistic and Roman amphitheatres, stadiums and theatres: the way they look now, Portsmouth, N.H. 2002, σ. 579).

 

Το κοίλο του ρωμαϊκού ωδείου από βορειοανατολικά. Διακρίνονται τα καμπύλα εδώλια του ωδείου και τα ευθύγραμμα εδώλια του κλασικού θεάτρου (S. Moraw – E. Nölle, Die Geburt des Theaters in der griechischen Antike, Mainz am Rhein: Philipp von Zabern 2002, εικ. 43).

 

Ο Γάλλος ανασκαφέας του ωδείου – αλλά και του προγενέστερου θεάτρου με τα ευθύγραμμα εδώλια – René Ginouvès[3] διέκρινε δύο κύριες οικοδομικές φάσεις: στην πρώτη φάση (αρχές του 2ου αι. μ.Χ.) το ωδείο είχε τετράγωνο σχήμα. Το κοίλο του διαιρούνταν μέσω ενός οριζόντιου διαδρόμου (praecinctio) σε δύο μέρη: το κάτω μέρος (ima cavea) διέθετε δύο κερκίδες (cunei) και δέκα σειρές εδωλίων. Η πρώτη σειρά εδωλίων προοριζόταν για τα τιμώμενα πρόσωπα (προεδρία)· χωριζόταν από τις υπερκείμενες σειρές εδωλίων με ένα διάδρομο και είχε έναν πρόσθετο χώρο για τα πόδια των θεατών (υποπόδιο). Το άνω μέρος του κοίλου (summa cavea) διέθετε οκτώ (;) σειρές εδωλίων και τέσσερις κερκίδες (cunei) και ήταν προσβάσιμο μέσω δύο συμμετρικών εισόδων που είχαν δημιουργηθεί στο βόρειο και νότιο άνω μέρος του οικοδομήματος. Η χωρητικότητα του κοίλου ανερχόταν στα 1.105 άτομα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο λόφος Ασπίδας στο Άργος – Κοινωνιολογία του Αστικού και Περιαστικού Χώρου. Σπουδάστριες: Τσαζή Γεωργία – Μπίζα Μαρίνα


 

Η σχέση μας με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε , καθώς επίσης και το νόημα που του δίνουμε, βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία και την άμεση εμπλοκή μας με αυτό. Η παραδοχή αυτή βασίζεται σε φαινομενολογικές προσεγγίσεις οι οποίες δίνοντας σημασία στην κατανόηση και περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά βιώνονται και από το υποκείμενο ‘αντιμετωπίζουν το «τοπίο» (landscape), όχι ως κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν μια έννοια ανοιχτή που αναφέρεται στον κόσμο «εκεί έξω» όπως αυτός βιώνεται και γίνεται κατανοητός μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της ενεργής εμπλοκής με αυτόν.

Όπως κάθε τοπίο, έτσι και το τοπίο που θα μελετήσουμε, βρίσκεται συνεχώς υπό κατασκευή, σχηματίζεται και ανασχηματίζεται βάσει των διαφορετικών εμπειριών και δράσεων των υποκειμένων που έρχονται σε επαφή με αυτό. Ένα τοπίο δεν είναι ποτέ σταθερό και ομοιογενές, αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο, ζωντανό, πολυφωνικό και αντανακλά την δράση των υποκειμένων όπως την ίδια στιγμή αντανακλάται σε αυτήν.

Το τοπίο δηλαδή λειτουργεί παράλληλα ως το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της κοινωνικής δράσης. Το τοπίο αλλάζει καθώς παράγονται διαφορετικά νοήματα για τους τόπους, τόσο από τα διαφορετικά άτομα και ομάδες που ενσωματώνουν τους χώρους στην καθημερινή τους εμπειρία, όσο και ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες αυτά τα νοήματα αναπτύσσονται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως αν η σχέση μας με το τοπίο είναι αφ’ ενός υποκειμενική και αφ’ ετέρου πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη έχουμε σαν αποτέλεσμα να παράγονται από την σχέση αυτή διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι και ομάδες, αλληλεπιδρούν με το αστικό τοπίο και ταυτόχρονα το κατανοούν και το νοηματοδοτούν. Έτσι, οι ομάδες που κατοικούν και βιώνουν τους χώρους της πόλης τους διεκδικούν, αποδίδοντάς τους νοήματα που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τα κυρίαρχα, όσο και με τα νοήματα που άλλες ομάδες αποδίδουν στους ίδιους χώρους.

Στη μελέτη αυτή, προσεγγίζονται ο λόφος Ασπίδας ή λόφος Προφήτη Ηλία στο Άργος ως ένα βασικό μέρος του αστικού τοπίου και της ιστορίας του τόπου, το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση. Πώς επηρεάζει την εικόνα της πόλης και της ζωής, αντανακλώντας πολιτισμικές και αισθητικές επιλογές και ταυτόχρονα φέροντας επάνω του τα ίχνη της δράσης των υποκειμένων που τον χρησιμοποιούν.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα σημεία της μελέτης και στο τέλος, σε μορφή Portable Document Format (PDF), επισυνάπτουμε ολόκληρη την έρευνα για όσους επιθυμούν να τη μελετήσουν.

[…]  Ο λόφος του Προφήτη Ηλία ή λόφος Ασπίδας βρίσκεται στο Άργος Αργολίδας, βορειοδυτικά της σημερινής πόλης (Εικ. 1). Ο αστικός ιστός κυκλώνει τον λόφο, ενώ η πόλη ορίζεται από τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του Προφήτη Ηλία και τις ανατολικές υπώρειες του ψηλότερου λόφου της Λάρισας, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη ακρόπολη του Άργους. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο αυτούς λόφους ονομάζεται Δειράδα. (Εικ. 2)

 

Εικ. 1. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Εικ. 2. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Μουσικοθεατρική παράσταση στο Άργος: «Μια φωνή κι έναν καιρό…»


 

Μια φωνή κι έναν καιρό…

Ο Σύλλογος «Φίλοι του Δημοτικού Ωδείου Άργους» και η Μικτή Χορωδία Ενηλίκων του Συλλόγου παρουσιάζουν τη μουσικοθεατρική παράσταση σε πρωτότυπο κείμενο της Σοφίας Καψούρου «Μια φωνή κι έναν καιρό…», 1η  και 2α  Ιουνίου 2024, ώρα 21.00, στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος», Αγίου Κωνσταντίνου 29, στο Άργος, με τη συνεργασία του Δήμου Άργους – Μυκηνών.

Μια μουσικοθεατρική παράσταση, πνοή άλλης εποχής, βασισμένη σε τραγούδια των δεκαετιών 1920-1950. Δώδεκα ηθοποιοί, μέλη της χορωδίας Ενηλίκων του Συλλόγου και εξωτερικοί συνεργάτες, απαρτίζουν τη θεατρική ομάδα μαζί με τρεις ρόλους έκπληξη. Η Χορωδία του Συλλόγου είναι ο συνδετικός κρίκος και η καρδιά όλου του έργου. Σύνολο συμμετεχόντων περίπου 70 άτομα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »