Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;


 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Εγκαινιάζουμε λοιπόν, το «Ελεύθερο Βήμα» με ένα ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Dr. Μαριέττας Ιωαννίδου, Καθηγήτριας του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με θέμα:

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;

 

« O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν’ ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός».

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα… Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?

Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».

Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.

Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

 

Θα αρχίσω με τη σχέση του Καζαντζάκη με τη Γυναίκα στην προσωπική του ζωή:

 

Για τη σχέση του με τη μητέρα του, Μαρία ή Μαριγώ, το γένος Χριστοδουλάκη, έχουμε αρκετές μαρτυρίες, κυρίως σε επιστολές του προς τους γονείς του και τις δύο αδελφές του, αλλά και προς τη γυναίκα του Ελένη και τον συγγραφέα κι αδελφικό του φίλο Παντελή Πρεβελάκη.

Τη μάνα του ο Καζαντζάκης την αναφέρει ως μια «άγια γλυκότατη γυναίκα» με «καλοσύνη κι αντοχή και κατανόηση», ενώ τον πατέρα του τον χαρακτηρίζει συχνά ως «ανήμερο θεριό». Στο θεριό αυτό ήταν τελείως υποταγμένη η Μαριγώ, που πέρασε τη ζωή της γεμάτη εγκαρτέρηση και υποταγή στη μοίρα της. Το τελευταίο της παιδί, ο Γιώργος, πέθανε σε παιδική ηλικία. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1932, τον βρήκε στην Τσεχοσλοβακία, κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει, όπως γράφει στον Πρεβελάκη. Το όραμα της μητέρας του τον κυνηγούσε μέχρι το τέλος του.

Οι δύο αδελφές του, η Αναστασία και η Ελένη, ήταν θύματα κι αυτές της δεσποτείας του πατέρα τους, καπετάν Μιχάλη. Πάντως είχαν την πολυτέλεια να ψωνίζουν τα προικιά τους στα καλύτερα καταστήματα του Ηρακλείου, όπου ο πατέρας τους είχε ανοιχτό λογαριασμό στο όνομά τους! Στο σπίτι της  στην Αθήνα, όπου έμενε μετά τον γάμο της για αρκετά χρόνια η μικρότερη αδελφή , η Ελένη, φιλοξενούσε συχνά τον αδελφό της.

Η Γαλάτεια  πάντως, αναφέρει στο βιβλίο της για τον Καζαντζάκη πως δεν παρατήρησε ποτέ κάποιο ίχνος αγάπης και στοργής ανάμεσα στον Νίκο και τις αδελφές του. Τον υπηρετούσαν μόνον κι αυτός δεν τις έβγαζε ποτέ περίπατο, όπως κάνανε οι αδελφοί για τις αδελφές… (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Οπωσδήποτε όμως αυτό που έδενε τα τρία παιδιά ήταν το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το σκληρό φέρσιμο του Δυνάστη-πατέρα τους.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το έργο «Καπετάν Μιχάλης» (σ. 197) Η Ρηνιώ, που πίσω από τη μορφή της κρύβεται μία από τις δύο αδελφές του Καζαντζάκη, περιποιείται τους καλεσμένους σ’ ένα γλέντι στο σπίτι τους και τραβάει την προσοχή του πατέρα της.

«…Κάπου την είχε δει την κοπέλα τούτη – ποια να’ ταν; Όλη τη βραδιά τι περιποίησες του είχε κάμει, πως ψυχανεμίζουνταν άσφαλτα το τι ήθελε, νερό, κρασί, μεζέ, τσιγάρα κι έτρεχε και του το’ φερνε! Έγνεψε στη γυναίκα του, που μοίραζε το ψητό στους καλεσμένους: – Ποια ‘ναι η καλή κοπέλα αυτή; τη ρώτησε δείχνοντας με το μάτι του τη Ρηνιώ, κάπου την έχω δει – μα πού; Η κυρά-Κατερίνα αναστέναξε.

– Είναι η κόρη σου…αποκρίθηκε…»

Ας δούμε τώρα τις γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε ο Καζαντζάκης, δύο συζύγους και μερικές φίλες. Ο πλατωνικός δεσμός του με τη Γαλάτεια Αλεξίου ξεκίνησε το 1901 στο Ηράκλειο. To λογοτεχνικό της ψευδώνυμο ήταν Πετρούλα Ψηλορείτη.

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Ήταν δύο ολότελα διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετική ιδιοσυγκρασία και κοινωνική προέλευση. Αυτό που τους ένωνε ήταν η αγάπη τους για τα γράμματα. Υπήρξαν το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι των νεοελληνικών γραμμάτων. Η σχέση τους ήταν ιδιότυπη: «Παράξενος έρωτας. Αγκαλιές, φιλιά, γλυκόλογα, όχι. Τίποτα. Τίποτα απ’ αυτά. Η ώρα περνούσε με κουβέντες γύρω από τα βιβλία» γράφει στο βιβλίο για τη σχέση τους η Γαλάτεια (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Ο Νίκος τής έστελνε βιβλία, που μέσα στα λόγια των ηρώων τους κρυβόταν τα δικά του τρυφερά μηνύματα. Η ίδια ανήσυχο πνεύμα, προοδευτικό και καλλιεργημένο, κολακευόταν από το ενδιαφέρον του. Ήταν όμως και αρκετά προσγειωμένη ώστε δυσκολευόταν να καταλάβει τις μεταφυσικές αγωνίες του. Ο ίδιος υπήρξε πολέμιος κάθε κοινωνικού θεσμού στην προσπάθειά του να κατακτήσει τις πιο ψηλές κορφές της ελευθερίας. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να επισημοποιήσουν με γάμο τον πολύχρονο δεσμό τους.

«Την Τοτώ και μίαν καλύβην», έλεγε, δεν αποφάσιζε όμως να την παντρευτεί και να εναντιωθεί στη θέληση του πατέρα του, που ούτε να ακούσει ήθελε για το γάμο αυτό. Το 1910 το ζευγάρι φεύγει στην Αθήνα (η Γαλάτεια εγκαταλείπει την ευθύνη του νοικοκυριού του σπιτιού της και τη φροντίδα των τριών μικρότερων αδελφών της που είχε αναλάβει μετά το θάνατο της μητέρας της) και συμβιώνουν, σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια. Mια μαρτυρική ζωή, όπως την περιγράφει η Γαλάτεια. Τελικά, ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφουν στην Κρήτη για να παντρευτούν στο εκκλησάκι ενός νεκροταφείου, το μόνο μέρος όπου ο Καζαντζάκης ελπίζει να μη διανοηθεί ο πατέρας του να τον κυνηγήσει…

Ακολούθησε μια κοινή ζωή 15 χρόνων χωρίς την τέλεια ένωση. Ο ίδιος ταξίδευε, συνολικά απουσίασε τρία χρόνια στο εξωτερικό, σε μερικά από τα ταξίδια του αυτά συνάπτει παροδικούς δεσμούς και παράλληλα στέλνει στη Γαλάτεια τα πιο φλογερά του γράμματα: «Μη με ξεχνάς. Σου ‘δοκα πολλές πικρίες μα Σ’ αγαπώ. Δε μπόρεσα ποτέ να βρω τα λόγια που θα μπορούσανε να Σε πείσουνε. Μα όταν κοιτάξεις με ησυχία και καλοσύνη τη ζωή μου, θα με πιστέψεις», της γράφει.  

Δύσκολο για τη Γαλάτεια να τον πιστέψει, φύση νευρική, δεν μπορούσε να αντέξει την κατάσταση κι η αρμονία δεν επήλθε ποτέ ανάμεσά τους. Εκείνη ζήλευε, αγανακτούσε, δεν επιδοκίμαζε τα έργα του, ενώ όλοι τα εγκωμίαζαν.

Η αδελφή της Γαλάτειας, η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, θα αποκαλύψει αργότερα: «Νίκος-Γαλάτεια, δέκα χρόνια είχαν ερωτικό δεσμό χωρίς συμβίωση. Δεκάξι χρόνια κάνανε παντρεμένοι. Εικοσιέξι χρόνια συνολικά, χωρίς σαρκικό δεσμό» ( Στο βιβλίο της : Για να γίνει μεγάλος).

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Στα 1924, που ο Καζαντζάκης επιστρέφει στην Ελλάδα, ζητάει μια καλή δαχτυλογράφο. Η συγγραφέας Λιλίκα Νάκου του συστήνει μια χλωμή, νέα κοπέλα, που υποκύπτει σαν υπνωτισμένη στη γοητεία του Καζαντζάκη. Η Ελένη Σαμίου είναι μια εξαίρετη δαχτυλογράφος, που δέχεται ευχάριστα τη μοίρα της αφανούς προσωπικότητας, εντελώς αντίθετη από τη Γαλάτεια. Γλυκιά, αφοσιωμένη, ιδανική σύντροφος γι΄αυτόν. Παρά τη διαφορά της ηλικίας (αυτή ήταν 20 χρόνια νεότερη) και της μόρφωσής τους, υπήρχε τέλεια αρμονία στη σχέση τους.

Συχνά οι μελετητές του Καζαντζάκη αναφέρονται με θαυμασμό στην απόφαση του  να ξαναγράψει επτά φορές την «Οδύσσεια», αναζητώντας την τελειότητα, (33.333 στίχους), αλλά προσπερνούν το γεγονός ότι και η Ελένη έπρεπε να την αντιγράψει επίσης εφτά φορές, στη γραφομηχανή της εποχής εκείνης!

Η γυναίκα αυτή θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του, θα την παντρευτεί, μετά από 20άχρονο δεσμό, το 1945, ώστε να μπορέσουν να βγάλουν διαβατήριο συζύγων και να ταξιδέψουν στην Αμερική, μαζί με τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Εντελώς διαφορετική από τη Γαλάτεια, η Ελένη, υπομονετική κι ακούραστη, στάθηκε στο πλευρό του φροντίζοντάς τον ακατάπαυστα. Δαχτυλογραφούσε τα έργα του, τον συνόδευε στα ταξίδια του και φυσικά είναι αυτή που του έκλεισε τα μάτια, όταν εκείνος έφυγε για πάντα στις 26 Οκτωβρίου 1957.

Έζησαν μαζί 35 χρόνια. Στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη έγραφε: «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου, χωρίς αυτήν θα ‘χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη, (…) γενναία συναθλήτρια, δροσερή πηγή στην απάνθρωπη ερημιά μας, παρηγοριά μεγάλη…». Για χάρη της περιόρισε τις σχέσεις του με γυναικεία πρόσωπα του παρελθόντος.

Από το 1933 μέχρι το 1946 το ζεύγος είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα, μια περίοδος ευτυχισμένη και δημιουργική, που τη σκιάζουν μόνο αρρώστιες (ο Καζαντζάκης υπέφερε από αλλεργίες), η Κατοχή και η αθεράπευτη δίψα του για τα ταξίδια. Η Ελένη τον ακολουθεί παντού και του συμπαραστέκεται με στοργή. Στο πλευρό του βρίσκεται επίσης κι όταν αυτός δέχεται διεθνείς τιμές, βραβεία διάφορα, την πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Jules Dassin. Δίπλα του θα είναι και στο νοσοκομείο στο Φράιμπουργ, όπου θα αφήσει την τελευταία του πνοή κι όπου του υποσχέθηκε να συνεχίσει το δρόμο που χάραξε εκείνος. Και την υπόσχεση αυτή την κράτησε ταξιδεύοντας σ’ όλο τον κόσμο για να μεταφέρει τη φλόγα της ψυχής του, κάνοντας διαλέξεις, γράφοντας προλόγους σε έργα του, δίνοντας στη δημοσιότητα αδημοσίευτο υλικό.

Η Ελένη Καζαντζάκη πέθανε το 2004, σε ηλικία 101 ετών, και σύμφωνα με τη θέλησή της τάφηκε δίπλα στον τάφο του άντρα της.

 

Ας αναφερθούμε τώρα εν συντομία τα άλλα γυναικεία πρόσωπα στη ζωή του Καζαντζάκη.

 

Το 1921 ο Κ. βρίσκεται σ’ ένα συνέδριο στο Βερολίνο. Εκεί γνωρίζει μια όμορφη Πολωνοεβραία φοιτήτρια, τη Ραχήλ Λίπσταϊν. Μαζί με τρεις φίλες της αποτελούν μια συντροφιά που ο Κ. θα ονομάσει «πύρινο κύκλο». Γίνονται φίλοι κι όπως αναφέρει ο Πρεβελάκης, με μια από τις κοπέλες αυτές, την Ιτκα Χόροβιτς, ο Κ. είχε και ερωτική σχέση. Με την Ραχήλ διατήρησε μακρόχρονη αλληλογραφία την οποία, μετά το θάνατό του, συνέχισε η γυναίκα του Ελένη (δες: Ο Ασυμβίβαστος).

Το καλοκαίρι του 1923 γνωρίζει στη Γερμανία τη Γερμανοεβραία Έλσα Λάνγκε. Μια μεγάλη φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσά τους και ακολούθησε πολυετής και θερμή αλληλογραφία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο πρώτο ταξίδι που κάνει στο εξωτερικό μαζί με την Ελένη Σαμίου, το 1926 στην Παλαιστίνη, έχει μια θερμή συνάντηση με την «πολυαγαπημένη» του Έλσα Λάνγκε, τη μοιραία γυναίκα της ζωής του. Η Ελένη δείχνει στην περίπτωση αυτή μεγάλη κατανόηση, όπως διαβάζουμε στη μελέτη του Σταματίου (σ. 105). Θα γράψει, χρόνια αργότερα: «Συλλογούμαι τους ανθρώπους που αγάπησα, τι χαρές και τι πίκρες τους έδωκα. Πικρότατη, χλωμότατη προβαίνει μέσα μου, χύνοντας όπως συνηθίζει, χοντρά, ζεστά δάκρυα απάνω στα χέρια μου, η Ελίζαμπεθ… Πάντα, όταν τη θυμούμαι, με κυριεύει σφοδρή, ακατανίκητη επιθυμία να πεθάνω…».

 

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Τις Εβραίες φίλες του ο Καζαντζάκης τις αποθανάτισε στο έργο του: θηλυκές, καλλιεργημένες, περήφανες. Όμορφες, λεπτές, αδάμαστες ψυχές. Ο έρωτας ως φυσική συνέπεια και ολοκλήρωμα μιας ανθρώπινης ζεστής σχέσης. Η Ίτκα και η Λεία στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Η Ραχήλ ως Ράλα στην «Οδύσσεια», ως Νοεμή στον «Καπετάν-Μιχάλη». Σύμφωνα με τη Λιλή Ζωγράφου, «Η Εβραία στάθηκε για τον Καζαντζάκη το σύμβολο της μητρότητας. Καμιά άλλη πριν απ΄αυτήν δεν του είχε ξυπνήσει τη λαχτάρα να την δει μητέρα του γιου του». (σ. 118)

Από ελληνίδες, γνωστή είναι η θυελλώδης, σύντομη σχέση του με τη μεταφράστρια, διηγηματογράφο και γνωστή χρονικογράφο της εποχής εκείνης Έλλη Λαμπρίδη. Στο προσωπικό του ημερολόγιο αναφέρεται συχνά στην «αγαπημένη Μουντίτα», όπως την αποκαλούσε. Η σχέση τους κράτησε μόνον έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 1918 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1919, διατήρησαν όμως μια βαθιά φιλία και στενή συνεργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαμπρίδη υπερασπιζόταν πάντα με πάθος τον Καζαντζάκη, ακόμα κι όταν κάποιος αμφισβητούσε τον αντρισμό του, έφτασε μάλιστα να ομολογήσει σε συνέντευξη στον Γιάννη Μαγκλή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 1993: «Γι’ αυτές που κατηγορούν τον Καζαντζάκη για ανίκανο, αν θες γράψτο, πες το, ο Καζαντζάκης μού πήρε την παρθενιά μου στην Ελβετία…».

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926.
Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ας δούμε όμως πιο διεξοδικά τις κυρίαρχες γυναικείες μορφές σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, αρχίζοντας από τον Καπετάν Μιχάλη (Ελευθερία ή Θάνατος) (1950) το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, μυθιστόρημά του, εκείνο στο οποίο δίνει τα βιώματα της πρώτης νιότης του. Μέσα στις σελίδες του ανασταίνεται μια Κρήτη αδάμαστη, φλογερή και αιώνια ανυπόταχτη, ώς και στο Θεό. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, με κυρίαρχη μορφή τον καπετάν-Μιχάλη, που αγωνίζεται για τη λευτεριά της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή – που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον πατέρα τού Καζαντζάκη – εμφανίζονται διάφορες γυναικείες φιγούρες: η κυρά Κατερίνα, η περήφανη καπετάνισσα, κυρά στο σπίτι του Καπετάν-Μιχάλη, που πίσω της κρύβεται η υπομονετική Μαριγώ Καζαντζάκη, η μάνα του συγγραφέα, ενώ στη Ρηνιώ αναγνωρίζουμε μια από τις αδελφές του.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ενώ ο Καπετάν Μιχάλης είναι αμείλιχτος στην τήρηση της ηθικής τάξης, υπάρχουν στο έργο δύο «κρούσματα» αιμομιξίας, που βέβαια δεν φτάνει στη σωματική πραγμάτωσή της, αλλά είναι αναμφίβολη ως πρόθεση και ως βαθύ, μύχιο γεγονός.

Το πρώτο αναφέρεται στην δίδυμη αδελφή του καπετάν Πολυξίγκη, την κυρά Χρυσάνθη, που «όλη τη ζωή της την είχε χαλαλίσει για τον κοτσονάτο αδελφό της, τον έπλενε, τον έραβε, τον συγύριζε, του μαγείρευε και τον καμάρωνε. (…) Κάθε φορά που γύριζε από τις μπερμπαντιές του, ξημερώματα, τινάζεται η κυρά Χρυσάνθη χαρούμενη από τον ύπνο της, του βγάζει τα στιβάνια (παπούτσια), του ζεσταίνει νερό να πλυθεί, του κάνει ένα καφεδάκι, πικρό πολύ, να συνεφέρει. Κι ως τον ζυγώνει, οσμίζεται κρυφά, λαχταριστά, στα μουστάκια του και στα μαλλιά, τις βαριές μυρωδιές που του’ χαν αφήσει οι γυναίκες. Έτσι μπόρεσε κι η κακομοίρα η κυρά-Χρυσάνθη να χαρεί στον κόσμον ετούτον τον έρωτα».

Μια φορά που ο καπετάν Πολυξίγκης τής μιλάει απότομα, αυτή σωριάζεται λιπόθυμη. Με ξίδι προσπαθεί αυτός να τη συνεφέρει και μόλις αυτή ανοίγει τα μάτια της και τον βλέπει σκυμμένο απάνω της τον αγκαλιάζει:

«- Γιωργάκη μου, Γιωργάκη μου, μουρμούριζε και τρίβουνταν απάνω του και γελούσε κι έκλαιγε και δεν ήθελε να τον αφήσει. Με αγαπάς, Γιωργάκη μου, πες μου ένα καλό λόγο… Κούνησε αυτός τα χείλη βαριεστημένος: – Θες να σου κάμω ένα καφεδάκι, της είπε, να συνεφέρεις? Η κυρά Χρυσάνθη έδωκε μια, ξεκούμπωσε το πολκάκι της, πλάνταζε.

– Δε μου αποκρίνεσαι σ’ αυτό που σε ρωτώ, φώναξε, ωχού, και χάθηκα η κακομοίρα! Κι έκανε πάλι να λιγοθυμίσει, μα ο αδελφός της πρόλαβε: – Σε αγαπώ, Χρυσάνθη μου, είπε, σήκω απάνω. Έφεξε με μιας το πρόσωπο της αδελφής, κούμπωσε το πολκάκι, πετάχτηκε απάνω. Πήγε κι ήρθε σβέλτα, σαν είκοσι χρονών, χτενίστηκε, συγυρίστηκε, έβαλε μυρωδιά, κρυφοκοίταζε τον αδελφό και δεν τον αποχόρταινε:

«Ε, και να μην ήμουν αδερφή του, συλλογίζουνταν βαθιά μέσα της, τι παιδιά θα ‘κανα μαζί του! Γίνηκε κατακόκκινη, ντράπηκε. «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!», μουρμούρισε. Μπήκε μέσα, έβαλε δυο τρία καρβουνάκια στο προύτζινο θυμιατό κι άρχισε να κάνει το σταυρό της και να θυμιατίζει το σπίτι».

Η ίδια συναισθηματική / σεξουαλική ένταση παιδεύει και την ανιψιά του καπετάν Πολυξίγκη Βαγγελιώ απέναντι στον αδελφό της Διαμαντή, προπάντων αφότου ο θείος της την πάντρεψε με το δάσκαλο Τίτυρο, αδελφό του καπετάν Μιχάλη. Μένουν μαζί κι οι τρεις, γιατί η Βαγγελιώ δεν αποχωρίζεται τον αδελφό της. Μια μέρα που αυτός χτυπούσε τον ταλαίπωρο σύζυγο, για να τον αναγκάσει να φύγει από το σπίτι, η Βαγγελιώ είχε λύσει τα μακριά μαλλιά της, είχε πάρει το φιλντισένιο της νυφιάτικο χτένι και χτενίζονταν. Έβλεπε, άκουγε και γελούσε. «Καμάρωνε τον αδελφό της, το φαρδύ γυμνωμένο στήθος όλο τρίχες, το δυνατό σηκωμένο μπράτσο, το μπόι του το κυπαρισσένιο. Και κοίταζε με σιχαμό τον άντρα της το βερέμη». Η ίδια ονειρευόταν έναν άντρα απαράλλακτο με τον αδελφό της «…αλλιώς ας έμενε ανύπαντρη, χίλιες φορές καλύτερα, να ζήσει, να σογεράσει με τον αδελφό της, να μην παντρευτεί κι αυτός. Μια γυναίκα θα τους χαλνούσε όλη τη γλύκα. Να πεθάνουν και να τους θάψουν μαζί και στο μνήμα τους να φυτέψουν δύο κυπαρίσσια: ένα αρσενικό λαμπάδα, κι ένα θηλυκό, ανοιχτόκλαρο και να σμίγουν κάτω από τη γη οι ρίζες τους» (σ. 137) Κι όταν ο Τίτυρος θα φαρμακώσει ύπουλα τον Διαμαντή, η Βαγγελιώ δεν θ’ αντέξει, θα κρεμαστεί στην αυλή της. Οι σελίδες που αναφέρονται σ’ αυτό το περιστατικό είναι, πιστεύω, από τις τελειότερες του βιβλίου.

Η γυναίκα όμως που οπωσδήποτε δεσπόζει στο επικό όσο και πρωτόγονο κλίμα του «Καπετάν Μιχάλη» είναι η Εμινέ-χανούμ, «…Κερκέζα, πεντάμορφη, άγρια, από εκείνες που τρώνε ανθρώπους» (σ. 21), το πιο άγριο θηλυκό πλάσμα που δημιούργησε η φαντασία του Καζαντζάκη. Μια γυναίκα-χίμαιρα που δεν υποτάσσεται παρά μόνο όταν αυτή θέλει, και μόνον στον πιο δυνατόν άντρα. Μεγαλωμένη ανάμεσα σε δυνατούς άντρες, η μόνη αρετή που θαυμάζει είναι η σωματική ρώμη. Η πρώτη της συνάντηση με τον καπετάν-Μιχάλη θα γίνει στο σπίτι του «αδελφοποιητού» του Νουρήμπεη – σε κανέναν άλλον δεν θα παρουσίαζε ο Νουρήμπεης την αγαπημένη του για να τραγουδήσει – :

«Στο περβάζι της πόρτας, στα μεσοσκότεινα, μια κοπέλα φεγγοβόλησε, φεγγαροπρόσωπη… κρυφοπαχιά, αφράτη, με μεγάλα λοξά μάτια, με βαμμένα μάγουλα, χείλια, φρύδια, τσίνουρα. Τα νύχια της κι οι απαλάμες βαμμένα με κινά, και κρατούσε, σα μωρό στην αγκαλιά της, ένα μικρό γυαλιστερό μπουζούκι» (σ. 29).

Όταν ο καπετάν-Μιχάλης ενθουσιάζεται από το τραγούδι της, σπάζει με τα δυο δάχτυλα το ποτήρι της ρακής που έπινε. Εντυπωσιασμένη από τη δύναμη του Κρητικού η Εμινέ ζητάει προκλητικά από τον Νουρήμπεη, να κάνει το ίδιο κι όταν αυτός αποτυχαίνει, τον περιπαίζει φανερά για την αναξιότητά του. Τον παλικαρά Καπετάν – Μιχάλη τον θέλει με όλη της την καρδιά και καταστρώνει σχέδια για να τον αποκτήσει. Δε διστάζει να βαφτιστεί Χριστιανή (παίρνει το όνομα μιας άλλης μοιραίας γυναίκας: της Ομηρικής Ελένης) και να παντρευτεί τον καπετάν-Πολυξίγκη, ελπίζοντας έτσι να πλησιάσει τον απρόσιτο άντρα που ποθεί και μισεί θανάσιμα επειδή δεν την πλησιάζει, τον Καπετάν-Μιχάλη.

Έχει συνείδηση της ομορφιάς της και προκαλεί όποιον της αρέσει, χωρίς ενδοιασμούς . «…Μα εγώ είμαι Μουσουλμάνα, έχω άλλο Θεό κι άλλο Νόμο. Εσύ τρως χοιρινό και δε μαγαρίζεις, μα αν δαγκάσεις κανέναν άντρα, μαγαρίζεις. Σε μας ανάποδα: με χοιρινό μαγαρίζουμε, με τον άντρα δε μαγαρίζουμε…». Όταν πληροφορείται τον τραυματισμό του Νουρήμπεη, στα γεννητικά όργανα, που του προκάλεσε κατά το θανάσιμο πάλαιμά τους ο Μανούσακας, ο αδελφός του Καπετάν Μιχάλη, σχολιάζει με σαρκασμό: «Κακόμοιρε Νουρήμπεη, ασικλή, γυναικά, λιοντάρι της Τουρκιάς, πού κατάντησες… μήτε θα γκαστρώνει, μήτε θα γκαστρώνεται, μουλάρι!»

Ο Καπετάν-Μιχάλης προσπαθεί να πνίξει τον καημό του για την Εμινέ και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η σκέψη της όμορφης Κερκέζας όμως θολώνει το μυαλό του και μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Κρήτη: «Όσο ζει αυτή, εγώ θα ’μαι άτιμος», αποφασίζει, και καρφώνει το μαχαίρι στον κόρφο της, υπογράφοντας έτσι και τη δική του καταδίκη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Στον «Τελευταίο πειρασμό» ο Καζαντζάκης δίνει τη ζωή του Χριστού μ’ ένα δικό του, ιδιόρρυθμο τρόπο. Τον παρουσιάζει στην αρχή Σταυρωτή, μετά για ένα διάστημα Ασκητή και τέλος τον δείχνει να επιστρέφει για να σώσει τους Ανθρώπους και να τους οδηγήσει στη λύτρωση. (Η ομώνυμη ταινία του Martin Scorsese το 1988, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών σ’ όλο τον κόσμο και τίναξε τις πωλήσεις της μετάφρασης του βιβλίου στα ύψη).

Πρωταρχικό ρόλο στο έργο κατέχουν η μάνα του Χριστού, η Μαγδαληνή, οι αδελφές του Λαζάρου και η γρια Σαλώμη, φίλη της Μαρίας. Η μορφή της Παναγίας μέσα στο έργο στερείται τη Θεϊκή δύναμη. Είναι απλά και μόνο η ΜΑΝΑ, σαν κάθε μάνα, που λαχταράει για το παιδί της: «… δεν το νιώθεις γέροντα, μουρμούρισε η Μαρία. Είμαι σαν όλες τις γυναίκες, αγαπώ όλες τις έγνοιες και τις χαρές της γυναίκας, μου αρέσει να πλένω, να μαγειρεύω, να πηγαίνω στη βρύση, να γλυκοκουβεντιάζω με τις γειτόνισσες και να κάθουμαι, το δειλινό στο κατώφλι, να κοιτάζω τους διαβάτες. Κι η καρδιά μου, σαν όλων των γυναικών, είναι κι εμένα γεμάτη πόνο». (σ. 69)

Αφαιρεί δηλαδή ο Καζαντζάκης ακόμα κι από τη μορφή της Παναγίας, την ικανότητα να σκεφτεί κάτι που να υπερβαίνει τα γήινα ενδιαφέροντά της. Δεν μπορεί να καταλάβει τον προορισμό του Θεανθρώπου γιου της, ούτε θέλει να πιστέψει ότι ο γιος της διαφέρει από τα άλλα παιδιά: «Δε θέλω εγώ τον γιο μου άγιο, μουρμούρισε. Άνθρωπο τον θέλω, σαν και τους άλλους, να παντρευτεί, να μου κάνει αγγόνια, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού» (σ. 176).

Και το οιδιπόδοιο σύμπλεγμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον γιο της φαίνεται ολοκάθαρα:

«… παρά τρίχα, όταν ο γιος της ήταν είκοσι χρόνων, το θεριό ετούτο – η Μαγδαληνή – να της τον αρπάξει, μα γλίτωσε… Γλίτωσε από τη γυναίκα, συλλογίζουνταν η Μαρία κι αναστέναξε, γλίτωσε από τη γυναίκα, μα από το Θεό?» (σ. 178).

Η Μαγδαληνή είναι η αγαπημένη γυναικεία φιγούρα στα έργα του (Αναφορά στον Γκρέκο, Ο τελευταίος πειρασμός, ο Χριστός ξανασταυρώνεται). Είναι η ενσάρκωση του ερωτικού πειρασμού, αυτή που βάζει σε δοκιμασία το Χριστό. Η Μαγδαληνή, κόρη ραβίνου, ξαδέλφη του Ιησού, έπεσε στην αμαρτία από ερωτική απογοήτευση: «… για να ξεχάσω έναν άντρα, να λυτρωθώ, παραδόθηκα σε όλους τους άντρες». (σ. 87) Με παραστατικό τρόπο ο Καζαντζάκης παρουσιάζει την «πόρνη» και τη θέση της στην κοινωνία. Ο κόσμος τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης και δεν τη συγχωρεί ποτέ. Γι’ αυτό εκείνη, βαθιά μετανιωμένη, πιστεύει στο Θεό και επιστρέφει στο δρόμο της αρετής. Πιστεύει και γίνεται σύμβολο της μετάνοιας.

Η Μαγδαληνή εξαγνίζεται με την αγάπη της, αλλά δεν παύει να είναι γήινη. Αγαπάει όπως θα αγαπούσε κάθε απλή γυναίκα. Δεν έχει μεταφυσικές αγωνίες. Είναι φτιαγμένη, όπως κάθε γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη, για την πρόσκαιρη ζωή: «… Δεν είμαστε εμείς άντρες, να ΄χουμε ανάγκη από άλλες αιώνιες ζωές, είμαστε γυναίκες και μια στιγμή με τον άντρα που αγαπούμε είναι αιώνια παράδεισο. Μια στιγμή μακριά από τον άντρα που αγαπούμε αιώνια Κόλαση. Ζούμε εμείς οι γυναίκες, εδώ στη γης ετούτη την αιωνιότητα!» (σ. 367)

Ένα κρυφό ερωτικό μαράζι τη βασανίζει, ο πόθος για τον άντρα που δεν της δόθηκε. Κι ο Χριστός όμως είναι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, που βασανίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για τη Μαγδαληνή, μέχρι να φτάσει στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό. Τις ώρες του μαρτυρίου του πάνω στο Σταυρό, λίγο πριν το τέλος, σ’ ένα φευγαλέο όραμα-πειρασμό, τον τελευταίο πειρασμό, ονειρεύεται πως κρατάει τη Μαγδαληνή αγκαλιά και τη γεμίζει φιλιά κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά…

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη  Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Η Κατερίνα,  η όμορφη χήρα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», παύει κι αυτή να αποτελεί κίνδυνο μόνον αφού τη σκοτώσει ο Αγάς, ο εραστής της. Στο μυθιστόρημα αυτό, γεμάτο από ποικίλους τύπους γυναικών, η ζωή τής Κατερίνας ανταποκρίνεται απόλυτα στον τρόπο ζωής της Μαγδαληνής. Στο μικρό χωριό που ζει, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αναβιώνουν κάθε πέντε χρόνια τα Πάθη και η Σταύρωση του Χριστού. Τα πρόσωπα που υποδύονται τους αντίστοιχους ρόλους, διαλέγονται σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους και την κοινωνική τους ζωή. Οι χήρες είναι οι αγαπημένες γυναικείες μορφές στον Καζαντζάκη. Είναι ο τύπος της γυναίκας που υπόσχεται, που διαθέτει πείρα, αλλά τής λείπει το αρσενικό. Η ελληνική παράδοση θέλει την αντρική φαντασία να οργιάζει στο άκουσμα του τίτλου της χήρας, που θρηνεί πάντα τον χαμένο της σύζυγο κι εκλιπαρεί για παρηγοριά. Πάντα βρίσκεται κάποιος που την παρηγορεί…

Η Κατερίνα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος χήρας στο έργο του Καζαντζάκη. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κολασμένης ζωής και τη λαχτάρα για εξαγνισμό: δύο αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα στην ψυχή της. Η σύναξη των γερόντων αποφασίζει πως αυτή θα υποδυθεί τον ρόλο της Μαγδαληνής. «Τη Μαγδαληνή την έχουμε… τη χήρα την Κατερίνα. Όλα τα ‘χει η κολασμένη: και πόρνη είναι κι όμορφη και μακριά μαλλιά έχει τετράξανθα, της φτάνουν ως τα γόνατα» (σ. 18).

Η ίδια αποδέχεται το ρόλο της. Συναισθάνεται ποια είναι η θέση της στην κοινωνία και δέχεται, αποσκοπώντας σαν την πραγματική Μαγδαληνή, να φτάσει στον εξαγνισμό και στη λύτρωση: «… με κάλεσε προχτές και μου ‘πε πως είναι θέλημα της Δημογεροντίας εγώ μεθαύριο να κάμω την Μαγδαληνή. Ντράπηκα. Έχω ακουστά τι θα πει Μαγδαληνή, κι εγώ είμαι – έτσι κατάντησα – η Μαγδαληνή του χωριού… Κι όμως, όταν μου το ‘πε, ντράπηκα. Μα τώρα Γιαννακό, δεν ντρέπουμε. Αν έβρισκα το Χριστό κι αν είχα ένα μπουκάλι λεβάντα, θα το ‘σπαζα και θα του ‘πλενα τα πόδια, κι ύστερα θα του τα σφούγγιζα με τα μαλλιά μου… Έτσι μου φαίνεται. Και θα στεκόμουν πλάι στην Παναγιά την Παρθένα και δεν θα ντρεπόμουν.

Μήτε κι αυτή θα ντρέπουνταν που θα μ’ έβλεπε κοντά της…» (σ. 99-100)

Το χωριό όμως τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης, κι όταν τη συναντούν το πρωί αναθεματίζουν το κακό συναπάντημα. Kι αυτοί όμως παραδέχονται πως η Κατερίνα είναι σωστός πειρασμός και δε βρίσκουν τη δύναμη να τής αντισταθούν: «Θεριό είναι τούτη», συλλογίζονται, «θεριό και τρώει ανθρώπους….». (σ. 38).

Η μόνη σωτηρία γι’ αυτήν είναι ένας αγαπημένος άντρας που με τη δύναμη της αγάπης θα μπορέσει να την οδηγήσει στο σωστό δρόμο. Αυτόν τον άντρα τον βρίσκει στο πρόσωπο του βοσκού Μανωλιού. Ο Μανωλιός, σαν άλλος Χριστός, θα αγωνιστεί για να γλιτώσει από τον πειρασμό της όμορφης χήρας, αλλά να σώσει και την ίδια. Κι όταν, για να σώσει τον Παναγιώταρο, θα πει ότι τάχα αυτός σκότωσε το αγαπημένο Γιουσουφάκι του Αγά, η χήρα θα τον υπερασπιστεί δημόσια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή των άλλων γυναικών, που θα της επιτεθούν. Η δυνατή αγάπη της για τον Μανωλιό δεν την αφήνει να ησυχάσει. Πηγαίνει στον Αγά και δηλώνει ότι εκείνη σκότωσε, από ζήλια, το Γιουσουφάκι. Προσφέρει ένα μαχαίρι στον Αγά και του ζητά να τη σκοτώσει. Εκείνος δεν θα διστάξει να το καρφώσει «ως τη λαβή, στην καρδιά της» (σ. 236).

Η όμορφη χήρα Κατερίνα, με την πράξη της αυτή όχι μόνον εξιλεώνεται για όλα της τα κρίματα, αλλά σίγουρα γίνεται παράδειγμα αυτοθυσίας για όλους τους ανθρώπους.

Η γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη κατέχει το μυστικό της αγάπης. Ο άντρας παλεύει σ’ όλη του τη ζωή να καλυτερέψει τον κόσμο κινούμενος όμως από φιλοδοξία ή υψηλή αντίληψη του καθήκοντος. Η γυναίκα κατέχει το μεγάλο μυστικό της αγάπης, η αγάπη της όμως δεν κατευθύνεται σε στόχους κοινωνικούς, δεν αποβλέπει στην καλυτέρευση του κόσμου. Οι ηρωίδες του αδιαφορούν για κοινωνικούς αγώνες. Εξαίρεση αποτελεί η μαύρη επαναστάτρια Ράλα, στο Κ’ της «Οδύσσειας» και η γυναίκα του λοχαγού, η αντάρτισσα, στο έργο «Αδερφοφάδες», έργο με φόντο τον Εμφύλιο. Μια γυναίκα που μισεί τον άντρα της εξαιτίας της διαφορετικής τους πολιτικής τοποθέτησης και αγωνίζεται για λευτεριά και ανεξαρτησία.

Στο πιο γνωστό έργο του, «Αλέξης Ζορμπάς», δύο γυναίκες παίζουν πρωτεύοντα ρόλο: η Μαντάμ-Ορτάνς και η χήρα Σουρμελίνα. Πολλές από τις φαλλοκρατικές ιδέες που ο συγγραφέας εκφράζει με το στόμα του Ζορμπά, μαζί με την μοίρα των γυναικών όπως αυτή περιγράφεται, κυρίως στην «Οδύσσεια», έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Η γαλλίδα Ορτάνς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα ελαττώματα που αποδίδονται στη γυναίκα: αφέλεια, ευκολοπιστία, στενοκεφαλιά. Στο πρόσωπό της σκιαγραφείται η εικόνα της παρακμής και της φθοράς. Η γριά γυναίκα, ζώντας μια πλούσια ερωτική ζωή στα νιάτα της – ήταν ευνοούμενη του συμμαχικού στόλου, με το λαχταριστό κορμί της να μυρίζει στρώματα-στρώματα αγγλική κολώνια, γαλλική βιολέτα, ρούσικο μόσχο και ιταλικό πατσουλί – κατέληξε κάπου στην Κρήτη ν’ αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Η αλλοτινή αρχόντισσα φιλάει τα πόδια του Ζορμπά, όταν εκείνος σκηνοθετεί έναν ψεύτικο αρραβώνα μεταξύ τους και της δίνει «το πρώτο τίμιο φιλί της ζωής της». Ο Καζαντζάκη σαρκάζει εδώ την κρυφή και έντονη λαχτάρα της γυναίκας για γάμο και η Ορτάνς, που όταν ήταν νέα, έβλεπε το γάμο σαν το όνειρο των μικροαστών γυναικών, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο από τέτοιους συμβιβασμούς, τώρα εκλιπαρεί τον Ζορμπά να την παντρευτεί.

Πρώην πόρνη κι αυτή – έστω πολυτελείας – διψάει για εξαγνισμό. Είναι περιφρονημένη από τους ανθρώπους, σπατάλησε μια ολόκληρη ζωή κυνηγώντας πάθη και χίμαιρες. Για την αγάπη του Ζορμπά ζει μέσα στην ψευδαίσθηση μιας τίμιας ζωής. Μετανοημένη, ελπίζει πως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί το μεγάλο της όνειρο – ο γάμος, αλλά, τραγική ειρωνεία, ταυτόχρονα πλησιάζει μοιραία και ο θάνατος. Η Ορτάνς πεθαίνει στην ξένη χώρα χωρίς να προλάβει να επανορθώσει τα όσα θα ήθελε.

Αντίποδας στην παρακμή της μαντάμ-Ορτάνς είναι η άλλη ηρωίδα του μυθιστορήματος, η χήρα Σουρμελίνα, η αποθέωση της θηλυκότητας. Είναι όμορφη και δεν είναι πόρνη, γι’ αυτό όλοι τη μισούν. Είναι ένα κράμα ανθρώπου και οράματος, έτσι όπως πρωτοεμφανίζεται στο μυθιστόρημα. Βρέχει κι οι άντρες του χωριού βρίσκονται στο μοναδικό καφενείο προσπαθώντας να διώξουν την ανία τους με τσίπουρο και χαρτί. Ξαφνικά, ανάμεσα από τις στάλες τις βροχής και τα θολά τζάμια του καφενείου προβάλλει σαν όραμα η χήρα: «… τη στιγμή εκείνη περνούσε τρεχάτη, με ανασηκωμένο το μαύρο της φουστάνι ως τα γόνατα, με μαλλιά χυμένα στους ώμους, μια γυναίκα. Στρουμπουλή, κουνιστή, τα ρούχα της κολνούσαν απάνω της και φανέρωναν προκλητικό, τραγανό, σαν ψάρι σπαρταριστό, το κορμί της…» (σ. 124).

Οι άντρες μένουν εκστατικοί και τρομαγμένοι στο πέρασμά της. Τους αναστατώνει, είναι μια ξένη κι απόμακρη οπτασία, που προκαλεί λυσσαλέο πόθο. «Ας είναι καλά η χήρα!», τολμάει να ομολογήσει ο καντηλανάφτης, «την έχει μαθές όλο το χωριό για πλάνος: σβήνεις το λυχνάρι και θαρρείς δεν αγκαλιάζεις τη γυναίκα σου, παρά τη χήρα. Κι έτσι βγάζει, που λες, όμορφα παιδιά το χωριό μας». (σ. 125).

Η παρουσία της όμορφης χήρας στο χωριό γίνεται επικίνδυνη. Ο Παυλής πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται επειδή δεν μπορεί να αντέξει την περιφρόνηση που αυτή τού δείχνει. Και το χωριό θα εκδικηθεί λιθοβολώντας τη χήρα μέχρι θανάτου, ανήμερα του Πάσχα, γιορτή της αγάπης… Πριν το τραγικό τέλος της όμως η Σουρμελίνα θα ενδώσει στη γοητεία που ασκεί επάνω της ο ξένος. Θα τον επιτρέψει να την κατακτήσει κι έτσι θα επιβεβαιωθεί η πίστη του Καζαντζάκη πως η ελευθερία στη γυναίκα είναι ουτοπία και η μοναξιά ιδανικό που δεν της ταιριάζει. Ο έρωτας, ο γάμος και η μητρότητα δεσμεύουν τη γυναίκα και δεν την επιτρέπουν να υπάρξει ως ελεύθερο άτομο, κορμί και ψυχή. 

Μετά την αναδρομή αυτή στις γυναίκες και στο ρόλο τους στη ζωή και στο έργο του Καζαντζάκη θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό  ερώτημα, αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν μισογύνης ή το αντίθετο: υμνητής της Γυναίκας.

Στην προσωπική του ζωή τα πράγματα, από όσα ανέφερα παραπάνω, είναι ξεκάθαρα πιστεύω: ερωτεύτηκε γυναίκες με έντονη προσωπικότητα, ανυπόταχτες, που δεν ήταν διατεθειμένες να απαρνηθούν τον εαυτό τους, να εναρμονιστούν ολοκληρωτικά στο δικό του τρόπο ζωής. Γι’ αυτό η τελευταία, η Ελένη, αποδείχτηκε η ιδανική του συντρόφισσα: Όπως παρατηρεί η Έλλη Αλεξίου: «Η Ελένη φρόντιζε για το κάθε τι του συντρόφου της με μοναδική αφοσίωση, με σωστή αυταπάρνηση, με αυτοθυσία… Ήταν ένας αφάνταστα πολύτιμος άνθρωπος, δοσμένος ολοκληρωτικά στη δημιουργική ευτυχία και τη συγγραφική ακτινοβολία του άντρα της». (σ. 194) Κοντά στην Ελένη ο Καζαντζάκης ξεκουράστηκε. Η Ελένη ήταν πλασμένη στα μέτρα του. Στα μέτρα αυτοθυσίας, που απαιτούσε η συμβίωση μαζί του.

 

Πώς θα μπορούσαμε όμως να τον χαρακτηρίσουμε μέσα από τα σπουδαιότερα έργα του?

 

Αυτό που είναι γενικά αποδεκτό είναι ότι  υπήρξε η πιο αντιφατική προσωπικότητα των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν να μην αντιφάσκει και στο θέμα «Γυναίκα», ένα θέμα που γύρω του, μαζί με το θέμα «θάνατος», περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής του?

Η Γυναίκα στα έργα του δεν έχει, όπως είδαμε, ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντα δευτερεύοντα. Είναι συνήθως ένα αδύναμο πλάσμα, υποταγμένη στη μοίρα της, που έχει ανάγκη προστασίας. Ζητά να βρει τον άντρα που θα την ολοκληρώσει, που θα την κάνει μάνα. Γιατί εκεί βρίσκει η γυναίκα τη λύτρωσή της, την απόλυτη ολοκλήρωσή της: στη μητρότητα. Τόσο όμως οι άντρες όσο κι οι γυναίκες στο έργο του μάχονται μ’ έναν εχθρό, τη σάρκα τους, κι αγωνίζονται για την εξουθένωσή της. Η γυναίκα είναι το πονηρό, η πρόκληση στην αμαρτία, η ζεστή, η αμαρτωλά επιθυμητή, που ο άντρας θα τη ρίχνει κάτω άγρια, θα τη χαίρεται βίαια, χωρίς ούτε μια φορά να αντισταθεί στον πειρασμό να τη σκοτώσει αφού τη χορτάσει, κάθε φορά με την ελπίδα πως λυτρώθηκε, κάθε φορά με την πεποίθηση πως τη νίκησε. Μέσα στις σελίδες του έργου του εκτυλίσσονται βίαιες ερωτικές σκηνές, πλούσιες σε πρωτογονισμό και κτηνωδία. Σκηνές χωρίς συναισθήματα, μόνον ο σαρκικός έρωτας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Στο έργο του δεν έχει σημασία αν η γυναίκα είναι Ευρωπαία ή Ανατολίτισσα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως φαίνεται να δείχνει προτίμηση στις Γιαπωνέζες και τις Κινέζες (Αναφορά στον Γκρέκο), στις γυναίκες της μαύρης ράτσας και πάνω απ’ όλες στις Εβραίες. Τις λευκές τις ονομάζει συχνά «υπεροπτικές και ξεδιάντροπες». (Βραχόκηπος σ. 199). Πάντα όμως η γυναίκα στέκεται εμπόδιο στον αγώνα του άντρα για λύτρωση, στην ανάβασή του από τον άνθρωπο στον Θεό, στην αποδέσμευσή του από την ύλη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ο Καζαντζάκης, πιστεύει στις δύο αμφίδρομες δυνάμεις που διέπουν την ανθρώπινη ζωή: η μία έχει τάση προς τα πάνω και ανεβάζει τον άνθρωπο, ενώ η άλλη τον σπρώχνει προς τα κάτω. Η δύναμη που σπρώχνει προς τα κάτω είναι η γυναίκα και ειδικότερα οι ηδονές που προκαλεί το γυναικείο κορμί. Αιώνια η θηλυκότητα σπρώχνει τον άντρα προς τη γήινη προέλευσή του, γίνεται πειρασμός για τον άντρα που θέλει να είναι λεύτερος, κι αυτός φτάνει στο σημείο να τη σκοτώσει, παρόλο που μετά πληρώνει με το σπαραγμό της αντρικής ψυχής του (Καπετάν Μιχάλης). Kαι για την ίδια τη γυναίκα όμως το κορμί της είναι ευλογία μαζί και κατάρα. Ευλογία όταν γίνεται φορέας της μητρότητας, κατάρα, όταν καταδυναστεύει με τις προσταγές του τη ζωή της γυναίκας και της κόβει το δρόμο για τον εξαγνισμό και τη λύτρωση. Αυτή η λαχτάρα εξαγνισμού φωλιάζει στα κατάβαθα της ψυχής κάθε γυναίκας, ακόμα και της πόρνης. Η ψυχή της γυναίκας όμως είναι η ίδια της η σάρκα, όπως λέει στον «Τελευταίο Πειρασμό» (σ. 97) κι αυτό δημιουργεί ένα «βαθύ γκρεμό» ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα: «γιατί η ψυχή του αντρούς αϊτοφωλιάει ψηλά στην κεφαλή του και της γυναίκας η ψυχή κλωσάει βαθειά στα δυο βυζιά της!» (Οδυσ. Ε’ 720-721). Ο άντρας μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, ενώ η γυναίκα σαρκώνει το πνεύμα.

Φράσεις που βάζει ο Καζαντζάκης στο στόμα των ηρώων του όπως «Είμαι άντρας…τυραννώ τα θηλυκά, αυτό θέλω» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 298), «Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος. Η γυναίκα δε θέλει να ΄ναι λεύτερη, είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος?» (Ζορμπάς, σ. 187) έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Υπάρχουν φυσικά και αγωνιζόμενες γυναίκες στο έργο του, αλλά αυτές συνήθως επιτυγχάνουν τη λύτρωσή τους με την υποταγή τους στον άντρα που αγαπούν. Ο Καζαντζάκης όμως πίστευε πως η πραγματική ελευθερία επιβάλλει την απάρνηση των κοινωνικών όρων ζωής, τη μοναξιά, την ερημική ζωή. Κατά την άποψή του λοιπόν δεν μπορούσε η γυναίκα να είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή εμποδίζεται σ΄αυτό από την ίδια της τη φύση.

Παρόλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μέσα στο ίδιο αυτό έργο συναντούμε και διαφορετικές φωνές: «Σκλάβα δεν είσαι εσύ, γυναίκα, να γονατάς μπροστά μου» λέει στην Οδύσεια (Ζ’, στ. 624) και παρακάτω: «Κι ό,τι καλό στον κόσμο χάρηκε και προκοπή είδε ο νους του, μονάχα στη γυναίκα το χρωστάει, την κορμιοκαταλύτρα» (Ψ΄ στ. 432-433) «Άλλο δεν είναι στον κόσμο τον απάνω, άλλο δεν είναι από τη γυναίκα» διαβάζουμε στον «Καπετάν Μιχάλη». Δε διστάζει ορισμένες φορές να παραδεχτεί και την υπεροχή της γυναίκας απέναντι στον άντρα ή καλύτερα τη δύναμη της αδυναμίας της. Η γοητεία της, το κλάμα της και πάνω απ΄ όλα η μητρότητα είναι τα σημεία υπεροχής της. Η Γυναίκα γεννάει ένα νέο «Σωτήρα του Θεού», συντελεί λοιπόν στη σωτηρία του Θεού που κινδυνεύει, αφού οι άνθρωποι πρέπει πολεμώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα, να σώσουν το Θεό της «Ασκητικής», -Salvatores Dei – .

Έτσι η γυναίκα γίνεται «ακριβή συνεργάτισσα» του Θεού, αφού κρατά στον κόρφο της και βυζαίνει αυτόν που θα σώσει το Θεό! Στην «Αναφορά στον Γρέκο», «η φωνή της γυναίκας τινάζεται αθάνατη» (σ. 443) και ο καλόγερος εξομολογείται «…(η γυναίκα) μας πηγαίνει από τον πιο σίγουρο, τον πιο σύντομο δρόμο στην Παράδεισο… Η γυναίκα, η γυναίκα κι όχι η προσευχή… κι όχι η νηστεία μου ‘δωκε τη σιγουράδα αυτή, μου ‘φερε το Θεό στην κάμαρά μου, ας είναι καλά (σ. 272-278). Ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να συμπαθεί ιδιαίτερα τις γυναίκες: «…όταν θα φτάσει η γυναίκα στην πόρτα της Παράδεισος, θα σταθεί και θα ρωτήσει: Θα μπουν μέσα και οι σύντροφοί μου, Κύριε? Ποιοι σύντροφοι? θα τη ρωτήσει ο Θεός. Να, η σκάφη, η κούνια, το λυχνάρι, η στάμνα, ο αργαλειός. Αν δεν μπουν, δεν μπαίνω. Κι ο Θεός καλόκαρδος, θα γελάσει: Γυναίκες είστε, θα πει. Μπορώ να σας χαλάσω χατήρι? Εμπάτε όλοι μέσα. Γέμισε σκάφες και κούνιες κι αργαλειούς η Παράδεισο. Δεν έχω πια πού να βάλω τους αγίους» (Ο τελευταίος πειρασμός σ. 478).

Νίκος Καζαντζάκης, ο Όμηρος της σύγχρονης Ελλάδας, όπως το αποκάλεσαν μερικοί! «Ένα ανώμαλο ρήμα» όπως άρεσε ο ίδιος να αποκαλεί τον εαυτό του. Ποτέ δεν απαρνήθηκε το ανδροκρατούμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Μια κοινωνία όπου παλικαράδες, άγριοι και ακατασίγαστοι πολεμιστές ήταν ο στόχος θαυμασμού. Ο ίδιος όμως από νωρίς έχασε την πεποίθησή του στον μέχρι παραλογισμό ηρωισμό που βίωνε γύρω του κι άρχισε να ψάχνει, να ψάχνει τον δικό του δρόμο, τον δικό του Θεό, κι έναν δαίμονα ίσως που ένιωθε μέσα του να τον τυραννάει. Στην πορεία του αυτή θα αναθεωρήσει τις ιδέες του και θα πέσει συχνά σε αντιφάσεις. Άντρας και γυναίκα όμως, αναφέρει συχνά, είναι δύο αντίμαχες δυνάμεις, δημιουργικές μαζί και καταστροφικές. Ο άντρας είναι το φως, η γυναίκα η φωτιά.

 

Ήταν μισογύνης ο Καζαντζάκης?

 

Θεωρώ πως το γεγονός ότι απέδιδε στη γυναίκα διαφορετικές από τον άντρα ιδιότητες, που καθιστούν δύσκολη τη σύγκρισή της με αυτόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί μισογυνισμός. Σίγουρα δεν ήταν φεμινιστής, μισογύνης όμως? Όχι! Μάλλον ο Καζαντζάκης λάτρεψε τη γυναίκα, σίγουρα στην προσωπική ζωή του. Όπως διαβάζουμε στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Αγάπησα γυναίκες, στάθηκα τυχερός, εξαίσιες γυναίκες μου έτυχαν στο δρόμο μου, ποτέ οι άντρες δεν μου ΄καμαν τόσο καλό και δεν με βοήθησαν τόσο στον αγώνα μου όσο οι γυναίκες ετούτες».

Το γεγονός τώρα ότι στο έργο του, οι ήρωές του, δεν αναφέρονται πάντα κολακευτικά στη γυναίκα, έχει νομίζω να κάνει με τις πολλές αντιφάσεις που χαρακτήριζαν το μεγάλο, ανήσυχο αυτό πνεύμα του συγγραφέα: αντινομία ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο φως και στο σκοτάδι, στην ύλη και στο πνεύμα, στο ανθρώπινο και το θείο, στη δειλία και στη μεγαλομανία, στον ορθολογισμό και το συναίσθημα, στην εξύμνηση και την περιφρόνηση της γυναίκας. Διάσπαρτο με αντινομίες, ολόκληρο το έργο του! (Όσο για το φαλλοκρατικό, όπως θεωρήθηκε, «η γυναίκα μας τραβάει προς τα κάτω» εννοεί πιστεύω πως η γυναίκα είναι βασικά πλασμένη για τη γήινη ζωή, προσωποποίηση της γονιμότητας, της φύσης, της ίδιας της Ζωής. Σίγουρα δεν εκφράζει μίσος προς το «αιώνιο θηλυκό».)

Χαρακτηριστική ίσως για το πώς έβλεπε τον άντρα και τη γυναίκα ο Καζαντζάκης είναι η ομολογία του στην «Ασκητική» (σ. 22-23):

«Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δύο αιώνια ρεύματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν. Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: …Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!

Και η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: Κάθομαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα. Δέχομαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη….. Είμαι η Μήτρα!

Αφουκράζουμε τις δυο φωνές τους. Δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι».

 Δρ. Μαριέττα Ιωαννίδου

Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κονομάρα Λίλα


 

Λίλα Κονομάρα

Λίλα Κονομάρα

Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε στην Αθήνα.  Η καταγωγή της είναι από το Άργος όπου και έζησε μέχρι τα επτά της χρόνια. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι (Université de Paris VII-Jussieu) και εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Συμμετείχε σε συνέδρια σχετικά με τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και εξέδωσε το 1991 το βιβλίο Travaux Pratiques de Civilisation Française (édit. Bordas) και το 1994 το Allô France – Livret complémentaire (Efstathiadis Group).

Ως λογοτέχνης πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο Μακάο, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω» το 2003. Το 2004 εξέδωσε το μυθιστόρημα Τέσσερις εποχές – Λεπτομέρεια (Μεταίχμιο, 2004) και το 2005 το παιδικό  μυθιστόρημα Στις 11 & 11′ ακριβώς (Παπαδόπουλος, 2005). Η αναπαράσταση (Μεταίχμιο, 2009) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω». Το δείπνο (Κέδρος, 2012) και Οι ανησυχίες του γεωμέτρη (Κέδρος, 2014) συμπεριλήφθηκαν αντίστοιχα στις βραχείες λίστες Μυθιστορήματος και Διηγήματος των Λογοτεχνικών Βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το μυθιστόρημά της Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου ενώ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε το 2022 Ο μπόγος και το 2025 το  Μία τρίχα που γίνεται άλογο.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διηγήματά της και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Τα Νέα, η Λέξη, Εντευκτήριο, Δέντρο, (δε)κατα, Εξώπολις). Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση Άγγλων και Γάλλων λογοτεχνών (Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Αντρέ Ζιντ, Μισέλ Κρεσπύ, Ζωρζ Σιμενόν κλπ.) Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Βήμα Ιδεών, Ελεύθερος Τύπος, Διαβάζω) και είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο Ο Αναγνώστης.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Τσιάκος Ανδρέας


 

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑΔΑ.

 

Νέος Οδηγός

Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς. Φωτογραφία Κατερίνα Σταματοπούλου.

Α ν δ ρ έ α ς Τ σ ι ά κ ο ς. Φωτογραφία Κατερίνα Σταματοπούλου.

Σπρώχνω το φορτηγό των ονείρων μου, στην μεγάλη ανηφόρα να το ανεβάσω θέλω, εκεί που γέρνει η πινακίδα προς τα κάτω, 0 χλμ., η μηχανή σβηστή, όχι τα φρένα λειτουργούν κανονικά άψογα μπορώ να πω έτοιμα να γδάρουν τα λάστιχα είναι, οι καθρέφτες είναι λίγο σπασμένοι αλλά εντάξει έχω συνηθίσει χωρίς να τους κοιτάζω, μια αντανάκλαση είναι όπως τα περισσότερα πράγματα στην ζωή, έλα μην στα λέω εγώ τώρα τα ξέρεις, κρεμάω πάνω τους τουλάχιστον ένα χαϊμαλί, μια φωτογραφία, όλα χρησιμεύουν και για άλλους σκοπούς και ομορφαίνω την καμπίνα μου, τα καθίσματα σχεδόν καινούρια, δεν  έχω καθίσει πότε στην θέση του οδηγού, ακυβέρνητο ήταν το φορτηγό μου και τα όνειρά μου στοιβαγμένα πίσω στην καρότσα ήταν, σαν ποιήματα στο συρτάρι ή σαν έπιπλα που τα μετακομίζεις από πόλη σε πόλη και από σπίτι σε σπίτι με το νάιλον τυλιγμένα, άθικτα, νέος οδηγός είμαι αν κατάλαβες, για χρόνια κοβόμουν στα σήματα, μπέρδευα τις πινακίδες, έλεγα προτεραιότητα αριστερά εκεί που έπρεπε να στρίψω δεξιά, γι’ αυτό με βλέπεις τώρα να σπρώχνω από μπροστά, να το ανεβάσω θέλω με την όπισθεν  και να το αφήσω να τρέξει στην κατηφόρα με ταχύτητα εθνικής οδού.

Τ ο   Γράμμα

Ασκήσεις Αναπνοής

Ασκήσεις Αναπνοής

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα τον φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ’ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πώς τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από την στιγμή που έφυγες για το καινούριο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως την νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι,  πως το γράμμα θα έρθει σε μένα.

Από την ποιητική συλλογή: «Ασκήσεις Αναπνοής», εκδόσεις Χαραμάδα 2011

 

Φθινόπωρο

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κοστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη
πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,… να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…, μονολογούσε,
να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με τη σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι
–την Κυριακή του Πάσχα—
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…», φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες

Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

 

 

Κρίση

Καμπυλωμένα φρύδια σκεπάζουν
υποτονικούς οφθαλμούς

Ο χορός έλαβε τέλος, εδώ
στη χώρα
του επιτραπέζιου καρναβαλιού.
Οι κριτές
– δείκτες που τρέμουν την ανυπαρξία-
παίζοντας ζάρια και καπνίζοντας
σαρκάζουν την πολυτέλεια της επιλογής.
Ιστορίες και μύθοι που μεταφέρονται
από στόμα σε στόμα η καθημερινή αλήθεια.
Καλοστημένες φωτογραφίες αρχείου
διαδέχονται η μία την άλλη
στο κολάζ της ουτοπικής μαλθακότητας.
Είναι η ψευδαίσθηση που μας
κάνει παρήγορους
ή
η τραμπάλα των άστρων
στα γιοφύρια της πλάνης;

Από την ποιητική συλλογή: «Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;» εκδόσεις Χαραμάδα 2007

Read Full Post »

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον Πατέρα της, 1836-1853


 

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας

Στο δίτομο αυτό έργο αυτό δημοσιεύονται για πρώτη φορά οι επιστολές που έστειλε η βασίλισσα Αμαλία στον πατέρα της από την Ελλάδα. Αποτελούν μοναδική ιστορική πηγή και συγχρό­νως γοητευτικό ανάγνωσμα που διαθέτει όλες τις χάρες του χρονικού. Είναι γραμμένες από μια νέα γυναίκα, δεκαοκτώ χρόνων στην πρώτη, τριάντα τεσσάρων χρόνων στην τελευταία επιστολή η βασίλισσα Αμαλία βρισκόταν στην καρδιά της εξουσίας όταν αλλη­λογραφούσε εμπιστευτικά με τον πατέρα της, ο οποίος ήταν και ο ίδιος ηγεμόνας.

Αναλύονται τα γεγονότα που συγκλόνισαν την εποχή, η 3η Σεπτεμβρίου, τα Μουσουρικά, τα Παρκερικά, καθώς και οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848, που άλλαξαν το πρόσωπο της Ευρώπης. Περιγράφονται διεξοδικά το κτήριο της σημερινής Βουλής στην πρώτη του μορφή ως βασιλικού ανακτόρου, άλλα σημαντικά κτί­σματα της Αθήνας, καθώς και η δημιουργία του σημερινού Εθνικού Κήπου. Συναρπαστι­κές είναι και οι ενθουσιώδεις περιγραφές της ελληνικής φύσης και των περιοχών της τότε ελληνικής επικράτειας.

Η μεταγραφή και η μετάφραση του κειμένου έγιναν από το χειρόγραφο, το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο του Ολδεμβούργου. Τη μετάφραση συνοδεύουν πολυάριθμες σημειώσεις που συμπληρώνουν και αποσαφηνίζουν το κείμενο. Έχει προταχθεί εισαγω­γή, η οποία σκιαγραφεί τη ζωή του Όθωνα και της Αμαλίας, εντάσσοντας την στην ιστορία της εποχής. Πλήρης βιβλιογραφία και αναλυτικό ευρετήριο συμπληρώνουν το έργο.

 

Αγαπημένε, καλέ, γλυκέ, αγγελικέ μου πατερούλη.

Πορτρέτο του μεγάλου δούκα του Ολδεμβούργου Παύλου Φρειδερίκου Αυγούστου, πατέρα της βασίλισσας Αμαλίας. Friedrich Wilhelm Graupenstein (1828-1897). Ελαιογραφία, 1876. Μουσείο της πόλης τον Ολδεμβούργου.

Πορτρέτο του μεγάλου δούκα του Ολδεμβούργου Παύλου Φρειδερίκου Αυγούστου, πατέρα της βασίλισσας Αμαλίας. Friedrich Wilhelm Graupenstein (1828-1897). Ελαιογραφία, 1876. Μουσείο της πόλης τον Ολδεμβούργου.

Η σημερινή είναι αποφράς ημέρα. Θα πρέπει όμως να την αντιμετωπίσει κανείς σαν μια ευλογιά ελαφράς μορφής που πέρασε δημιουργώντας ανοσία και τότε θα θαυμάσει τη σοφία της Θείας Οικονομίας. Είναι φανερό ότι εκείνη η ανατροπή είχε την ιστορική αξία ότι προηγήθηκε όλων όσων ακολούθησαν στην Ευρώπη και ότι δημιούργησε κάτι όχι βέβαια η 3η Σεπτεμβρίου, αλλά η σοφία του βασιλιά και η υγιής σκέψη του κόσμου. Δόθηκε ένα Σύνταγμα συντηρητικότερο από αυτά που δίνονται τώρα στην Ευρώπη, το οποίο εφαρμόστηκε και λειτουργεί.

Φυσικά ο Όθων τήρησε τον λόγο που έδωσε, δεν επέτρεψε ούτε τη σκέψη ότι θα μπορούσε να πάρει κάτι πίσω, υποχώρησε μόνο εκείνη τη μία φορά και μετά έμεινε ακλόνητος. Δεν ερωτοτροπούσε με την επανάσταση όσο ήταν αδύναμος, για να εκδικηθεί όταν θα ανακτούσε δύναμη. Τη μία φορά που υποχώρησε και συγχώρησε, συγχώρησε απόλυτα και ακολούθησε με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια τον καινούργιο δρόμο. Το θεώρησε θυσία, την οποία έκανε από αγάπη για τη χώρα και, όπως η αγάπη είναι απλή και αξιοπρεπής και στον πόνο και στη χαρά, έτσι είναι και η στάση του Όθωνα. Γι’ αυτό βλέπω με ευχαρίστηση τα ωραία αποτελέσματα. Αν λάβουμε υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες, τα πράγματα εδώ βαδίζουν καλύτερα από ότι στην Ευρώπη, όπου οι ηγεμόνες, οι οποίοι
είχαν αντιμετωπίσει την περίπτωσή μας με περιφρόνηση, ακολούθησαν άλλο δρόμο και ταπεινώθηκαν, παρόλο που οι στρατοί τους ήταν πιστοί.

Αθήνα, την 3η/15η Σεπτεμβρίου 1851

Την 16η [Σεπτεμβρίου]

Καλό είναι να επιμένει κανείς στα δικαιώματά του, αλλά πρέπει να επιδιώκει το εφικτό και ένας μη ορθόδοξος βασιλιάς είναι πράγμα αδύνατον, όπως και κάποιος που δεν θα έχει ανατραφεί εδώ. Χρειάζεται ένα παιδί, αυτό είναι. Πρέπει όμως να πουν κάτι οριστικό, αλλιώς το ζήτημα μπο­ρεί να πάρει κάποτε τέτοιες διαστάσεις, που δεν θα μπορούμε να το τιθασεύσουμε. Εγώ προειδο­ποίησα, τους εξήγησα πώς έχουν τα πράγματα.

Αν βρω ευκαιρία θα σου στείλω κάποτε την αλλη­λογραφία. Ωστόσο είναι αργά, άλλη φορά θα γράψω περισσότερα για το θέμα. Επικρατεί ησυχία, η ληστεία εξαλείφθηκε, οι πιο επικίνδυνοι ληστές είναι νεκροί ή πληγωμένοι. Έχε γεια λοιπόν, αγγελικέ μου πατέρα. Χίλιες φορές φιλάει τα χέρια σου

η κόρη σου που θα σε αγαπά αιώνια              

Αμαλία

 

Ανέκδοτες επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853
Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπουσέ, Μιχαέλ Μπουσέ 

 Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011
908 σελ.  ISBN 978-960-05-1506-0

Read Full Post »

Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.  Εφηβική Γυναικολογία Αναπαραγωγή και Εμμηνόπαυση, τόμος 19, τεύχος 3, 2007.


 

«Ο διάδοχος είναι υπνωτικό των επαναστάσεων. Ένα βασιλικό βρέφος μπορεί κι αποκοιμίζει έναν ολόκληρο λαό» γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στη βιογραφία του πρώτου βασιλιά του νεοελλη­νικού κράτους. Όμως ο τόσο αναμενόμενος γιος του ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας δεν ήρθε ποτέ και η έλλειψή του συνετέλεσε στην όξυνση της πολιτικής κρίσης και στη διόγκωση της λαϊκής δυσαρέσκειας με αποκορύφωση έναν έντονο αντιδυναστικό αγώνα και κατάληξη την έξωση της πρώτης δυναστείας από την Ελλάδα (11.10.1862).

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Τριάντα χρόνια πριν όμως, ο λαός του Ναυπλίου αρχικά και της Αθήνας στη συνέχεια, είχε υποδε­χθεί τον Όθωνα με ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες ότι η άφιξή του θα σηματοδοτούσε μια νέα ειρηνική περίοδο τερματίζοντας τις εμφύλιες έριδες. Ο 18χρονος βασιλιάς ήταν ο δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, τον οποίο οι Προστάτιδες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν εκλέξει ως ηγεμόνα του νεοϊδρυθέντος βασιλείου (Πρωτόκολλο Λονδίνου 7.5.1832). Η συνέχεια της δυναστείας απαιτούσε τη σύναψη ενός γάμου με σύζυγο που να μην προέρχεται από βασιλικό οίκο των ανωτέρω χωρών ώστε να μη διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ τους και ως καταλληλότερη υποψήφια ο Λουδοβίκος προτίμησε για το γιο του, Καθολικό στο θρή­σκευμα, την πρωτότοκη κόρη του δούκα του Όλντενμπουργκ, Μαρία-Φρειδερίκη-Αμαλία, γερμανί­δα και Διαμαρτυρόμενη στο θρήσκευμα.

Ο γάμος έγινε στις 10.11.1836 στο Μόναχο και μόνο ένα μήνα αργότερα τον πληροφορήθηκαν οι Έλληνες από τις στήλες του ευρωπαϊκού Τύπου με αποτέλεσμα ποικίλες αντιδράσεις. Τρεις μήνες αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα και σύντομα η νέα βασίλισσα κατέκτησε την κοινή γνώμη. Βαθμιαία όμως η άκαρπη αναμονή του λαού για ένα ορθόδοξο απόγονο μετατράπηκε σε αδημονία, ενόχληση, δυσφορία και εξελίχθηκε σε αντιπάθεια, ενώ οι σχέσεις του βασιλικού ζεύγους από αντικείμενο απλού κοινωνικού σχολιασμού έλαβαν τερά­στιες διαστάσεις, όπου περιλαμβάνονταν εξωσυζυγικές -πραγματικές ή φανταστικές- περιπέτειες και δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και απόρρητες πληροφορίες σχετικά με την υγεία τους.

Όθωνας

Όθωνας

Η ατεκνία τους έδωσε χώρο στην ανάπτυξη ευφάνταστων εικασιών, αποτέλεσε αντικείμενο μυστι­κών μελετών επιφανών επιστημόνων της εποχής και ιατρικών συμβουλίων, αποδίδοντας ποικίλες παθήσεις και στους δύο. Ο καθηγητής Νικόλα­ος Λούρος εξέδωσε μάλιστα τα ανέκδοτα έγγρα­φα τα σχετικά με τη στειρότητα Όθωνα και Αμαλίας που του παραχωρήθηκαν από την σύ­ζυγο του εγγονού του Νικολάου Κωστή, ιδρυτή και πρώτου καθηγητή της Γυναικολογίας και Μαιευτικής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών και προσωπικού ιατρού των βασιλέων. Πρόκειται κυρίως για την ιδιωτική αλληλογρα­φία των Γερμανών με τους Έλληνες συναδέλ­φους τους, ιατρούς του βασιλικού ζεύγους, που καλύπτει χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (1841-1853).

Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι ιατρικές, οι κοινωνικές και οι ιστορικές όψεις της ατεκνίας που επέσπευσε, εάν δεν προκάλεσε, τις δυναστικές περιπέτειες της χώρας. Το μοιραίο γεγονός που τροποποίησε την πορεία του κρά­τους μελετάται σε σχέση με τις συνθήκες που είχαν διαμορφώσει οι επιστημονικές δυνατότη­τες της εποχής, καθώς είναι προβλέψιμο το αί­σιο αποτέλεσμα που θα επέφερε σήμερα η εφαρμογή των συγχρόνων μεθόδων στην αντι­μετώπιση μιας ανάλογης περίπτωσης.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.

 

Read Full Post »

Ρούβαλης Τάκης (Παναγιώτης) Γ. (Ναύπλιο 1919 – Αθήνα 1984)


 

Τάκης Ρούβαλης

Τάκης Ρούβαλης

Δικηγόρος, δημοσιογράφος και συμβολαιογράφος. Ο Τάκης Ρούβαλης γεννήθηκε το 1919 στο Ναύπλιο. Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Π. Ρούβαλη και της Μαρίκας Μακρυπουκάμισου, από την Πυργέλα. Ήταν το τέταρτο παιδί, μόνο αγόρι, σε μια οικογένεια με πέντε κορίτσια. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και άρχισε σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος τις διέκοψαν. Επιστρατεύτηκε σαν νεοσύλλεκτος στο Έμπεδο Ναυπλίου και πήρε μέρος στη Μάχη της Κρήτης μετά την οποία αιχμαλωτίστηκε. Τα χρόνια της Κατοχής, στην Αθήνα, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και μετέπειτα στον ΕΛΑΣ. Συμμετείχε στην αποχώρηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μετά τα Δεκεμβριανά και έδρασε στη Μακεδονία, στην περιοχή της Βέροιας. Στην Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας, επιτελάρχης ήταν τότε ο πεθερός του Κώστας Γ. Παπαδόγιαννης, ο οποίος μαζί με τους Στέφανο Σαράφη και Ευριπίδη Μπακιρτζή απελευθέρωσε την Θεσσαλονίκη.

Το 1943 παντρεύτηκε την Τερέζα Παπαδόγιαννη. Μετά τη Βάρκιζα επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε αρχικά στον Ερυθρό Σταυρό και το Υπουργείο Επισιτισμού και μετέπειτα στο δικηγορικό γραφείο του Πέτρου Θηβαίου, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης και συγγενή του.

Το 1951 επέστρεψε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου δικηγόρησε για περίπου δεκαπέντε χρόνια (1951 – 1963). Το συντηρητικό πνεύμα της πόλης και του νομού δεν επέτρεπε εκφάνσεις αντιπολιτευτικής φύσεως εκείνη την εποχή. Οι δικηγόροι που υπήρχε υποψία ότι ήταν αριστεροί, υφίσταντο ένα είδος επαγγελματικού «μποϋκοτάζ», που τους λιγόστευε την πελατεία. Ο Τάκης Ρούβαλης στηρίχθηκε, τότε, στη σύζυγό του που ασκούσε με επιτυχία το επάγγελμα της οδοντιάτρου. Ο αποκλεισμός μιας ομαλής επαγγελματικής σταδιοδρομίας τον ριζοσπαστικοποίησε. Εννόησε ότι το μεταπολεμικό κράτος ήταν αποκλειστικά μονοκομματικό και οι αντιπολιτευόμενοι, πολίτες δευτέρας κατη­γορίας. Προσχώρησε στο Εθνικό Αγροτικό Κόμμα (ΕΑΚ), του οποίου Πρόεδρος ήταν τότε ο Κομνηνός Πυρομάγλου, ηγέτης της Εθνικής Αντίστασης (ΕΔΕΣ). Ο Ρούβαλης πίστευε ότι το κόμμα αυτό προστάτευε τα συμφέροντα των αγροτών που ήταν η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της Αργολίδος τότε. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1961 (εκλογές «βίας και νοθείας»), κατέβηκε υποψήφιος του ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικού Αγροτικού Μετώπου Ελλάδος) με την ΕΔΑ και άλλες δυνάμεις.

Το 1962 εξέδωσε στο Ναύπλιο την πολιτική εφημερίδα «Η Μάχη» (1962–63). Η εφημερίδα του άσκησε δριμεία κριτική στο μονοκομματικό κράτος της εποχής εκείνης και στην ανικανότητα των κυβερνώντων να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των αγροτών. Οι αρχές που πρότεινε ήταν ένα κοινωνικό κράτος δικαίου που θα σέβεται τους πολίτες. Πίστευε στην συμβολή του τύπου για την ανύψωση του μορφωτικού και ηθικού επιπέδου των αναγνωστών. Τόσο ο ίδιος όσο και η εφημερίδα του υπέστησαν παντός είδους διώξεις. Εγκατέλειψε την πολιτική και μετανάστευσε για λίγο στο Βελγικό Κονγκό. Αφού επέστρεψε στην Ελλάδα διορίστηκε συμβολαιογράφος αρχικά στο Λαύριο και κατόπιν στην Αθήνα, όπου και πέθανε. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο Ναυπλίου.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Τάκη Γ. Ρούβαλη, Άρθρα και Χρονογραφήματα στη «Μάχη», 1962-1963, Ναύπλιο, 2003.  

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή 


 

Μια από τις σημαντικότερες μορφές της επιστημονικής διανόησης του 20ου αιώνα, ο Έλληνας μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή έβαλε τα θεμέλια για πολυάριθμα λαμπερά επιτεύγματα, αλλά έζησε πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ η Ελλάδα, που τόσο πολύ αγαπούσε, κατάφερνε πάντα να τον πληγώνει. Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1873 στο Βερολίνο – εκεί εργαζόταν ως διπλωμάτης ο πατέρας του, Στέφανος Καραθεοδωρή, από την Ανατολική Θράκη – και πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου 1950 στο Μόναχο.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πέρα από την κλίση του στα μαθηματικά – «που έδειξε μαθητής ακόμη κερδίζοντας διάφορους διαγωνισμούς – είχε και την σπάνια τύχη να προέρχεται από μια πλούσια, κοσμοπολίτικη οικογένεια Φαναριωτών. Ο Στέφανος Καραθεοδωρή, εξάδερφος του πατέρα του, είχε ιδρύσει την Αυτοκρατορική Ιατρική Σχολή στην Τουρκία, ενώ ο γιος του (ξάδερφος δηλαδή του Κωνσταντίνου) διορίστηκε ηγεμόνας της Σάμου και αργότερα της Κρήτης.

Για να αφοσιωθεί όμως στα μαθηματικά έπρεπε να ξεπεράσει το εμπόδιο του πατέρα του, ο οποίος θεωρούσε ότι το επάγγελμα δεν είχε πολύ μέλλον. Η παραχώρησή του στο πατρικό πείσμα ήταν να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή του Βελγίου, από την οποία αποφοίτησε αξιωματικός του Μηχανικού. Ακολούθησαν σύντομη επίσκεψη στην Ελλάδα και μία εμπειρία δυο ετών στην Αίγυπτο – ως βοηθός μηχανικού- στο φράγμα του Ασουάν. Κι εκεί όμως συνέχισε να μελετά μαθηματικά συγγράμματα, ενώ έκανε και μετρήσεις στη κεντρική είσοδο της πυραμίδας του Χέοπα. Με την αυγή του 20ου αιώνα επιστρέφει στην Γερμανία, για να γραφτεί στο τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου του Βερολίνου.

Αυτό είναι το σημείο, που ένα από τα πιο λαμπερά μυαλά του 20ου αιώνα βρίσκεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή. Στο Βερολίνο είχε καθηγητές τους μεγάλους μαθηματικούς Φρομπένιους, Σβαρτζ, Σμιντ, ενώ παρακολουθούσε μαθήματα φυσικής από τον περίφημο Μαξ Πλανκ. Αργότερα στο Γκέντιγκεν ήταν μαθητής των Χίλμπερτ (για πολλά χρόνια ανταγωνιστής του Αϊνστάιν στη μάχη της θεωρίας της σχετικότητας), Κλάιν και τον Μινκόφκσι.

Το 1895 αποδέχτηκε την πρόσκληση του θείου του Αλέξανδρου Καραθεοδωρή, γενικού διοικητή Κρήτης, και πήγε στα Χανιά. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στη συνέχεια πήγε στη Λέσβο, όπου μετείχε στη κατασκευή έργων οδοποιίας. Αυτή ήταν η πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα.

Δέκα χρόνια αργότερα και αφού είχε δημοσιεύσει τη διδακτορική διατριβή του, χτύπησε τις πόρτες του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων ζητώντας να διδάξει. «Το πολύ πολύ να πας δάσκαλος σε ένα χωριό», τον πληροφόρησαν οι αρμόδιοι. Το 1908 παρουσιάζει την διδακτορική του διατριβή «Περί των ασυνεχών λύσεων στον λογισμό των μεταβολών», μία έρευνα που θα αποδειχτεί αργότερα πολύ σημαντική όχι μόνο για τα μαθηματικά, αλλά και για την επιστήμη γενικότερα.

Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε στην Πόλη την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, μακρινή συγγενή του. Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Δέσποινα και το Στέφανο. «Ήταν ένας γλυκός άνθρωπος με απύθμενες γνώσεις στη μουσική και στη ζωγραφική» θα θυμηθεί αργότερα η Δέσποινα. «Τα μαθηματικά δεν ήταν μόνο το όνειρό του, αλλά ο κόσμος του, η ζωή του όλη, για εμάς όμως ήταν απλώς ο πατέρας μας. Τρία χρόνια πριν πεθάνει συνειδητοποιήσαμε το μέγεθός του ως διάνοια…».

Το 1915 ο Καραθεοδωρή γνωρίστηκε με τον Αϊνστάιν, όταν ο δεύτερος επισκέφτηκε το Πανεπιστήμιο του Γκέτιγκεν για μια σειρά διαλέξεων επάνω στη θεωρία του για την βαρύτητα και τη σχετικότητα. Η αλληλογραφία τους ξεκινά με μια επιστολή του Αϊνστάιν στις 6 Σεπτεμβρίου του 1916, όπου ζητάει την γνώμη του Καραθεοδωρή για συγκεκριμένα προβλήματα. Ο Καραθεοδωρή απάντησε τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Ο Αϊνστάιν αναφερόταν συχνά στη θεωρία Καραθεοδωρή για τη θερμοδυναμική με ενθουσιασμό. Από την άλλη ο Καραθεοδωρή δημοσίευσε το 1924 τη μελέτη του «Σχετικά με την αξιωματική της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας». Η επικοινωνία τους δεν σταμάτησε ποτέ στο πέρασμα του χρόνου.

Το Σεπτέμβριο του 1919 συναντιέται ξανά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι και του αναπτύσσει της απόψεις του για την ίδρυση ενός ελληνικού πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Τα επιχειρήματά του πείθουν απόλυτα το Βενιζέλο και τον Αύγουστο του 1920 αποφασίζεται η ίδρυση Πανεπιστημίου της Ιωνίας με πρωτεργάτη τον ίδιο τον Καραθεοδωρή. Όταν παρουσιάστηκε στον αρμοστή της Σμύρνης, τον Αριστείδη Στεργιάδη, έναν ιδιόρρυθμο άνθρωπο, εκείνος τον αποπήρε λέγοντας: «Είσθε νέος, πολύ νέος».

Ο Καραθεοδωρή όμως του απάντησε με ετοιμότητα: «κύριε Αρμοστά, τούτο αποτελεί πράγματι μειονέκτημα. Να είσθε βέβαιος όμως ότι αυτό θα ελαττούται ημέραν την ημέρα».

Το «Ιωνικό Πανεπιστήμιο της Σμύρνης» ήταν ένα όνειρο που τελείωσε με την καταστροφή της Σμύρνης, δυο χρόνια μετά. Ο Καραθεοδωρή φυγάδευσε τη οικογένειά του και έμεινε πίσω για να σώσει ό,τι μπορούσε από τη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια του Πανεπιστημίου. Έπειτα ήρθε στην Αθήνα ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο. Άντεξε δυο χρόνια προσπαθώντας να διδάξει μαθηματικά σε πρωτοετείς φοιτητές, οι οποίοι συχνά ξεσπούσαν σε διαμαρτυρίες αδυνατώντας να καταλάβουν τις παραδόσεις του καθηγητή τους.

Το 1928 ο Καραθεωρή γίνεται ο πρώτος επισκέπτης καθηγητής στο Χάρβαρντ, ενώ ταυτόχρονα είναι προσκεκλημένος της Αμερικάνικης Μαθηματικής Εταιρίας για μια σειρά διαλέξεων σε 20 αμερικανικά πανεπιστήμια. Όταν τελειώνουν οι διαλέξεις το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ έχει έτοιμη την πρόταση για να τον κρατήσει στην Αμερική, αλλά εκείνος προτιμά να επιστρέψει στο Μόναχο το 1932. Συνέχισε μέχρι το τέλος να ζει και να εργάζεται στη Γερμανία. Η τελευταία επιστημονική τοποθέτησή του έγινε στο Μαθηματικό Συμπόσιο του Μονάχου το Δεκέμβριο του 1949, δυο μήνες πριν τον θάνατό του.

Το 1930 ο Βενιζέλος τον καλεί και πάλι στην Ελλάδα και του αναθέτει καθήκοντα κυβερνητικού επιτρόπου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και την οργάνωση του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Δυο χρόνια μετά η κυβέρνηση Βενιζέλου καταρρέει και ο Καραθεοδωρή επιστρέφει ξανά στην Γερμανία. Παρά τις δυσάρεστες εμπειρίες του από τη μακρινή πατρίδα, η αγάπη του γι’ αυτήν έμεινε αναλλοίωτη. Όπως αφηγείται η κόρη του: «Ο πατέρας μου μας μεγάλωσε σαν Έλληνες. Στη Γερμανία, όταν με ρωτούσαν από πού είμαι, έλεγα με καμάρι ότι είμαι από την Ελλάδα, γιατί τότε τη θαύμαζαν την Ελλάδα…».

Ο Καραθεοδωρή ασχολήθηκε με όλους του κλάδους των Μαθηματικών, ενώ σημαντική ήταν η συμβολή του στη φυσική σε τομείς όπως η θερμοδυναμική, η γεωμετρική οπτική και η μηχανική. Οι μελέτες του στη Γεωμετρική Οπτική οδήγησαν σε εφαρμογές τόσο αξιόλογες, ώστε ένα σύστημα τηλεσκοπίων στο γνωστό αστεροσκοπείο του όρους Πάλομαρ έχει βασιστεί σε αυτές. Ο Καραθεοδωρή ασχολήθηκε και με την Αρχαιολογία. Οι μελέτες του αναφέρονται σε κατασκευές της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Αιγύπτου. Μια πρωτότυπη εργασία του, που δημοσιεύτηκε το 1937 στην «αρχαιολογική εφημερίδα», αναφέρεται στις αρχιτεκτονικές καμπύλες του Παρθενώνα.

Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, το 1973, γιορτάστηκε σε όλο τον κόσμο της επιστήμης ως «Έτος Καραθεοδωρή». Ο Καραθεοδωρή «ανακαλύφτηκε» πια ακόμη και στην Ελλάδα, με μεγάλη φυσικά καθυστέρηση. Στις 30 Αυγούστου 2008 η πολιτεία με μια πανηγυρική τελετή παρέδωσε, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, 39 χειρόγραφες επιστολές του «σοφού του Μονάχου» στο Δήμο Κομοτηνής. Εκεί βρίσκεται το Μουσείο Καραθεοδωρή και περιμένει τα εγκαίνιά του. Ποτέ δεν είναι αργά.

 

Αλέξης Τότσικας

 «Η Έσχατη Πλάνη», έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2012.

Read Full Post »

Φροντιστής Αθανάσιος


 

 

Φροντιστής Αθανάσιος

Φροντιστής Αθανάσιος

Είναι Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, MBA του STERN SCHOOL OF BUSINESS, NEW YORK UNIVERSITY (Η.Π.Α.) στο οποίο πραγματοποίησε και το μεγαλύτερο μέρος των Διδακτορικών του Σπουδών, Πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και συγγραφέας. Υπήρξε μαθητής διάσημων Καθηγητών, όπως οι P. Drucker (Μάνατζμεντ) και E. Deming (Ποιότητα), ενώ έχει συνεργαστεί με τους επίσης διάσημους Καθηγητές J. Juran (Total Quality Management) και Philip Kotler (Μάρκετινγκ Μάνατζμεντ). Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά. Είναι ιδρυτής και Πρόεδρος του Δ.Σ. της  Εταιρίας ΕΜΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ-ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε., Μέλος του Δ.Σ. και Αντιπρόεδρος του ΕΛΛΗΝΟΚΙΝΕΖΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ, αρθρογράφος Οικονομικού Τύπου και Χρονογράφος τοπικής εφημερίδας. Γεννήθηκε στο Μώλο Φθιώτιδος, είναι έγγαμος και έχει τρεις κόρες.

Έχει διατελέσει, Πρόεδρος του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών (Ο.Π.Ε.), 1985-1988 και ιδρυτής του Ινστιτούτου Εξαγωγικών Σπουδών και του Κέντρου Συσκευασίας του ίδιου Οργανισμού. Μέλος του Δ.Σ. (1981-1985) και Αναπληρωτής Πρόεδρος (1988-1989) του Ο.Τ.Ε. Επί 30ετία ανώτερο και ανώτατο στέλεχος (Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος Δ.Σ. και Γενικός ή Κλαδικός Διευθυντής) εταιριών γνωστών πολυεθνικών ομίλων επιχειρήσεων για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή (UNILEVER, REVLON, NESTLE/L΄OREAL, ELI LILLY, GENKA).

Από το 1991, ήταν Σύμβουλος Διαχείρισης για το ΠΕΠ Κ. Μακεδονίας (1991-1995) και για το ΠΕΠ Στερεάς Ελλάδας (1995-2002). Έχει μετάσχει ως Συντονιστής σε πολλά διακρατικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως Μέλος Επιτροπών των Υπουργείων Οικονομίας και Ανάπτυξης. Για πολλά χρόνια Σύμβουλος-Εμπειρογνώμων του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΟΗΕ (ΙTC) για θέματα οργάνωσης του εξαγωγικού  εμπορίου. Έχει παράσχει σχετικές υπηρεσίες στην Κυβέρνηση των Φιλιππίνων και σε άλλους Οργανισμούς.Μέλος του EXPORT PROMOTION GROUP της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1989 έως το 1994 ήταν εκλεγμένο  μέλος του Δ.Σ., Αντιπρόεδρος και Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ECSB).

Επισκέπτης  Καθηγητής του Πανεπιστημίου ULSTER της Β. Ιρλανδίας, καθώς και Λέκτορας του STERN SCHOOL OF BUSINESS του NEW YORK UNIVERSITY των Η.Π.Α. και του DEREE COLLEGE στην Αθήνα. Αξιολογητής Business Plans του Υπουργείου Ανάπτυξης, Σύμβουλος πολλών επιχειρήσεων, Κλαδικών Συνδέσμων και Επιμελητηρίων. Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διονύσου. Πρόεδρος Μόνιμης Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Κρατικών Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Πρόεδρος του Δημ. Συμβουλίου του Δήμου Διονύσου.

Συγγραφική, δημοσιογραφική και λογοτεχνική δραστηριότητα

Έχει συγγράψει δύο βιβλία, το 3o κεφάλαιο του βιβλίου του γκουρού της Ποιότητας J. JURAN ‘’A History of Managing for Quality’’ και έχει προλογίσει τρία ακόμα επιστημονικά συγγράμματα.  Έχει δημοσιεύσει πάνω από 80 άρθρα και μελέτες πάνω στην Διοίκηση και την Οικονομία σε ελληνικά και αλλοδαπά περιοδικά και εφημερίδες και πάνω από 150 χρονογραφήματα. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα θεατρικό έργο. Ήταν βασικός ομιλητής σε πολλά Συνέδρια.

Λογοτεχνικά έργα:

  • Υπάρχω, Ποίηση, Α’ έκδοση, εκδ. Κουλουφάκος, 1978, Β’ έκδοση, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2007.
  • Πειραματόζωα, Ποίηση, Α’ έκδοση εκδ. Φιλιππότης, 1981, Β’ έκδοση, εκδ. Εμβόλιμον, 1999.
  • Ορφανές μνήμες, Ποίηση, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2006.
  • Ο Τρελός και η Προτομή, Θέατρο, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2007.
  • Ο Ασκός της Οργής, Ποίηση, εκδ. Ιωλκός, 2010.
  • Άγονη Γραμμή, Ποίηση, εκδ. Ιωλκός, 2012.

Επιστημονική – Επαγγελματική – Κοινωνική δράση

Είναι ή έχει διατελέσει μέλος ή μέλος της διοίκησης πολλών επιστημονικών, επαγγελματικών και κοινωνικών  οργανώσεων, μεταξύ των οποίων, το Οικονομικό Επιμελητήριο, η ΕΕΔΕ, η Ένωση Ανταποκριτών Ελληνόφωνου Τύπου της Αλλοδαπής, η Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Επιτροπή Εναλλακτικής Διαχείρισης του ΥΠΕΧΩΔΕ, Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΤΑΙΡΙΩΝ – ΚΕΝΤΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (ΕΛΣΕΚΕΚ), επί 15ετία μέλος του Δ.Σ., Αντιπρόεδρος και Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Αραβοελληνικού Επιμελητηρίου ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, Αντιπρόεδρος του ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ (ΙΝΚΑ), μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής και του Δ.Σ. του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ).

Read Full Post »

Προσωπογραφίες:Υψηλάντης Αλέξανδρος (1792 – 1828)


 

«Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

«… Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου».

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, «ο Υψηλάντης αναδέχεται την αρχιστρατηγίαν του υπερ ελευθερίας αγώνος».

Αλέξανδρος Υψηλάντης, «ο Υψηλάντης αναδέχεται την αρχιστρατηγίαν του υπερ ελευθερίας αγώνος». Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Έργο του Νικόλαου Ξυδιά Τυπάλδου (1826-1909). Λάδι σε καμβά, 85Χ104 εκ. Πινακοθήκη του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας, δωρεά του Αθανασίου Παπαδόπουλου με καταγωγή από το χωριό Πυργέλα του Άργους.

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Έργο του Νικόλαου Ξυδιά Τυπάλδου (1826-1909). Λάδι σε καμβά, 85Χ104 εκ. Πινακοθήκη του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας, δωρεά του Αθανασίου Παπαδόπουλου με καταγωγή από το χωριό Πυργέλα του Άργους.

Το 1960 ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος (1900- 1971), επιχειρηματίας που δραστηριοποιούνταν στην Αθήνα με καταγωγή από το χωριό Πυργέλα του Άργους, αποφάσισε να δωρίσει στο Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου τη συλλογή έργων τέχνης που είχε δημιουργήσει με τους γονείς του, μαζί με άλλα αντικείμενα αξίας που ανήκαν στην οικογένεια.

Η μεταβίβαση της δωρεάς ολοκληρώθηκε το 1968 και αποτελείται από 164 έργα τέχνης, από διακοσμητικά, χρηστικά και προσωπικά αντικείμενα, έπιπλα και αντικείμενα ιστορικής σημασίας, τα οποία σήμερα εκτίθενται στην ομώνυμη Πινακοθήκη Παπαδόπουλου και στον χώρο του Δεσποτικού του Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας…

 

 Διαβάστε ακόμη:

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »