Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πετιμεζάς Αναγνώστη Γεώργιος (1816-1884)


 

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς γεννήθηκε στα Καλάβρυτα. Ήταν δικαστικός και πολιτικός. Γόνος της μεγάλης οικογένειας των Πετιμεζαίων η οποία διέπρεψε κατά τους αγώνες για την απελευθέρωση. Ο πατέρας του Αναγνώστης και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήριος έπεσαν στην μάχη των Βασιλικών Κορινθίας, μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του το 1823.

Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε, με την προσωπική μέριμνα του Καποδίστρια, αποπεράτωσε τις σπουδές του και κατόπιν εστάλη από την Αντιβασιλεία- μαζί με άλλους νέους- στο Μόναχο, όπου σπούδασε Νομικά. Το 1836 επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε στο Δικαστικό Σώμα, όπου κατά την θητεία του διακρίθηκε για την μόρφωσή του, το ήθος, την ευθυκρισία  και την παροιμιώδη τιμιότητά του.

Τον Φεβρουάριο του 1862 υπηρετούσε στο Ναύπλιο ως εφέτης. Οι ασύστολες καταπατήσεις των ελευθεριών του λαού και ο απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης της χώρας από τον Όθωνα και τους αυλικούς του, οδήγησαν τον Πετιμεζά στην ενεργό δράση κατά του καθεστώτος. Υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της Ναυπλιακής Επανάστασης και ίσως είναι ο εμπνευστής της ιδέας της εξέγερσης. Εξελέγη μέλος της προσωρινής επαναστατικής επιτροπής. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (Οκτώβρης 1862), ο Πετιμεζάς απέκτησε δύναμη και φήμη. Θα μπορούσε να διεκδικήσει την υψηλότερη θέση της Πολιτείας. Όταν στάλθηκε ως μέλος στην Εθνοσυνέλευση, πολλές φορές απέρριψε την θέση του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης ή την θέση υπουργού. Μόνο μία φορά εκλέχτηκε υπουργός εν αγνοία του. Έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και Εισαγγελέας Εφετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου του 1884 σε ηλικία 68 ετών.

 

 Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνικόν Ημερολόγιον 1885, Αθήνα, 1884.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)


 

Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος

 

Ο Λέο φον Κλέντσε γνωρίζει τον Λουδοβίκο το 1814 και μένει στην υπηρεσία της Βαυαρίας ως το 1859. Γέννημα θρέμμα της εποχής του Κλασικισμού, ο Κλέντσε οραματίζεται την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδίως του δωρικού ναού. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσαν τα ταξίδια του στη Μεγάλη Ελλάδα με τους δωρικούς ναούς στο Πέστουμ, την αρχαία Ποσειδωνία, στον Ακράγαντα, τη Σεγέστα, τον Σελινούντα. Ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε αφήνεται να καθοδηγηθεί από τα ίδια τα μνημεία που σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια επί ώρες. Στους τέσσερις μήνες που πέρασε στην Ελλάδα το 1834, ο Κλέντσε σχεδίασε τον αρχαϊκό ναό στο Καρδάκι της Κέρκυρας, το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, άποψη της Χαλκίδας, τους Αέρηδες στην Πλάκα, ενώ η ελαιογραφία με τη φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης έγινε αργότερα στο Μόναχο.

Ο Κλέντσε στην Αθήνα κίνησε τη διαδικασία για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Για πρώτη φορά τοποθετούνται φύλακες σε αρχαιολογικούς χώρους ενώ, και πάλι με δική του ενέργεια, αρχίζει η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη. Η επίσημη έναρξη, που εποπτεύει ο ίδιος, γιορτάστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή του λαού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη ύστερα από αιώνες.

 

Πορτρέτο του Λέο φον Κλέντσε.

Ο Γερμανός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, συγγραφέας και φιλέλληνας  Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1784, σε μια μικρή πόλη του Χάρτς της κεντρικής Γερμανίας. Το 1800 άρχισε τις σπουδές του στο Βερολίνο, παρακολουθώντας μαθήματα νομικής, λίγο αργότερα όμως, επηρεασμένος ίσως από τη συνάντησή του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly, αποφάσισε να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Το 1803 συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Στα 1806-1807 επισκέφθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα την Ιταλία (Ρώμη, Νεάπολη, Βενετία), όπου για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τα μνημεία της αρχαιότητας. Εργάσθηκε για λίγο καιρό στην πόλη Κάσσελ, στην αυλή του βασιλιά Ιερώνυμου, όπου κατασκεύασε το θέατρο της πόλης (στην Wilhelmshohe). Το 1813 παντρεύτηκε την Φελίτσιτας Μπλαντζίνι, από το Τουρίνο.

Το 1814 συναντάται για πρώτη φορά με το Λουδοβίκο. Η συνάντησή του αυτή επρόκειτο να γίνει καθοριστική για την όλη του εξέλιξη, γιατί δύο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος τον καλεί στο Μόναχο, προτείνοντάς του να γίνει αρχιτέκτονας της αυλής και να συνεργασθεί με άλλους μαζί, για το πολεοδομικό σχέδιο του Μονάχου. Ήδη από τις αρχές της παραμονής του στην πόλη αυτή αρχίζει παράλληλα και η δραστηριότητά του για την αγορά αρχαίων. Σαν ειδικός απεσταλμένος του Λουδοβίκου, πηγαίνει στο Παρίσι για να λάβει μέρος στη δημοπρασία της συλλογής του καρδιναλίου Φες.

Πολυάριθμοι αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, συλλέκτες και μεσίτες έργων τέχνης είχαν συγκεντρωθεί, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, την εποχή εκείνη στο Μόναχο. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως ο Μάρτιν φον Βάγκνερ, ο Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, ο Φρίντιχ φαν Γκαίρτνερ κ.α. διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του. Ο Κλέντσε είναι, όμως, ίσως ο μόνος που – φερόμενος με ιδιαίτερη διπλωματία- κατόρθωσε να διατηρήσει σχεδόν συνέχεια ακλόνητη την εμπιστοσύνη του μονάρχη, μη διστάζοντας μερικές φορές και να παραμερίσει τους ανταγωνιστές του. Ταξίδεψε με τον Λουδοβίκο δύο φορές στην Ιταλία, όπου επισκέφθηκαν τη Ρώμη, τη Νεάπολη, τη Φλωρεντία και τη Σικελία. Μετά την ενθρόνιση του Λουδοβίκου το 1825, ανακηρύχτηκε βασιλικός σύμβουλος για τα αρχιτεκτονικά θέματα.

Την Ελλάδα επισκέφθηκε ο Κλέντσε μόνο μια φορά ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1834. Όμως, στο ταξίδι αυτό θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω. Ο Κλέντσε παρέμεινε στην υπηρεσία της Βαυαρίας έως το 1859. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του κτίσθηκαν πάνω από 50 οικοδομήματα, σύμφωνα με δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ ένας επίσης μεγάλος αριθμός σχεδίων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Λέο φον Κλέντσε αρχιτέκτονας, της εποχής του Κλασικισμού, οραματίστηκε την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής και τη δημιουργία μιας νέας Αθήνας στο Μόναχο, όπου πολυάριθμα κτίριά του σφράγισαν οριστικά το πρόσωπο της πόλης αυτής. Στην ίδια την Αθήνα, μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του είναι η καθολική εκκλησία (Άγιος Διο­νύσιος) δίπλα στο Οφθαλμιατρείο. Όμως και εδώ ο Κλέντσε έπαιξε ση­μαντικό ρόλο κάνοντας βασικές τροποποιήσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, δημιούργημα των Κλεάν­θη και Σάουμπερτ. Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα αρχαιολογικό μουσείο κοντά στην Ακρόπολη, έργο επίσης του Κλέντσε, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως η δημιουργικότητα του Κλέντσε δεν περιορίσθηκε σε όρια αυστηρά αρχιτεκτονικά – πολεοδομικά.

Σ’ αυτόν οφείλεται η Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όχι μόνο σε ό,τι έχει σχέση με την εξωτερική της μορφή. Και η ίδια η διαμόρφωση των αιθουσών ως εκθεσιακών χώρων, αλλά ακόμη και η επιλογή των εκθεμάτων, είναι έργο δικό του. Ως σύμβουλος του διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Λουβοδίκου σε θέματα τέχνης, στον οποίο ο Λουδοβίκος είχε πολλές φορές τυφλή εμπιστοσύνη, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο Μόναχο ένα σημαντικό αριθμό γλυπτών, αγοράζοντάς τα από διάφορες συλλογές και δημοπρασίες, όπως π χ. τον Απόλλωνα της Τενέας, την Ει­ρήνη του Κηφισοδότου, τον λεγόμενο «βασιλιά του Μονάχου». Εδώ επέδειξε πολλές φορές ένα πολύ σωστό αισθητικό κριτήριο και γνώση της ελληνικής γλυπτικής, αν και όπως άλλωστε είναι φυσικό για την εποχή του, δεν ήταν πάντοτε απαλλαγμένος από την επίδραση που ασκούσε ακόμη ο Βίνκελμαν και οι απόψεις του σχετικά με την αρχαία τέχνη.

Παράλληλα με τον εμπλουτισμό της Γλυπτοθήκης, ο Κλέντσε κατόρθωσε να δημιουργήσει και συλλογή αγγείων, στην οποία συγκαταλέγονται πολλά αριστουργήματα της ελληνικής αγγειογραφίας. Η συλλογή αυτή, που αρχικά δεν ήταν επισκέψιμη παρά μόνον από λίγους ειδικούς, έμελλε να στεγασθεί αργότερα σε κτίριο που κτίσθηκε επίσης στην Καίνιγκςπλατς, τη μεγάλη κλασικιστική πλατεία του Μονάχου, απέναντι ακριβώς από τη Γλυπτοθήκη.

Εμπλουτισμένο και με πολλά άλλα αντικείμενα από χαλκό και διάφορα πολύτιμα και μη μέταλλα, πήρε την ονομασία «Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας». Τον πυρήνα, λοιπόν, της έκθεσης αποτελεί η προσπάθεια μιας προσέγγισης της ως τώρα άγνωστης πλευράς του Κλέντσε ως αρχαιολόγου.

 

Ο Αρχαιολόγος

 

Ίσως κανένας από τους συγχρόνους του Κλέντσε να μην προσανατολίστηκε, σε τέτοιο βαθμό, στην ελληνική τέχνη, όσο αυτός. Οι νέες κλασικιστικές τάσεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, και με τις οποίες γαλουχήθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Βερολίνο και στο Παρίσι, φαίνεται ότι τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα. Έτσι, η ελληνική αρχιτεκτονική γίνεται γι’ αυτόν «μέτρο πάντων», ιδίως η αρχέτυπη μορφή της, που είναι ο δωρικός ναός, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να τον απασχολεί. Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η θεωρία, οι νόμοι της αναλογίας και η γνώση των συμβόλων που κρύβει μέσα του. Από την έντονη απασχόληση του με τον δωρικό ναό προέκυψαν διάφορα γραπτά κείμενα, όπως το «Μελέτες και αποσπάσματα σαν σκέψεις πάνω στη δημιουργία, την ιστορία και τους κανόνες της αρχιτεκτονικής».

Η προσπάθεια της θεωρητικής προσέγγισης και κατανόησης της εξελίξεως των μορφών χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την εποχή αυτή, αλλά και την ίδια την αρχαιογνωστική επιστήμη. Σκοπός του Κλέντσε, όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά μνημεία, δεν ήταν η επαναφορά τους στην αρχική τους μορφή αλλά η επανάκτηση των νόμων κατασκευής τους, έτσι ώστε να γίνει δυνατή και στην εποχή του η ανοικοδόμηση τέλειων ελληνικών ναών. Σε ένα από τα γραπτά του διαβάζουμε: «Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτο­νικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυ­τό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα.»

 

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

 

Αποκαλυπτικά στάθηκαν, σίγουρα, τα ταξίδια του στην Ιταλία και η επαφή του με τους πολυάριθμους δωρι­κούς ναούς, στη Σικελία και στη Μεγάλη Ελλάδα. Το Πέστουμ, δηλαδή η αρχαία Ποσειδώνια, καθώς και οι πόλεις της Σικελίας Ακράγας. Σεγέστα και Σελινούς, αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία του, αφού εδώ του δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να εμβαθύνει τις γνώσεις του, αναπτύσσοντας συγχρόνως και το αισθητικό του κριτήριο. Τα σχέδια και οι ελαιογραφίες του εκτός των άλλων παρουσιάζουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας δείχνουν πόσο είχε ήδη προχωρήσει η κατανόηση της, ως τότε, κάπως ξένης ακόμη, αρχαϊκής δωρικής τέχνης.

Ο δωρικός ναός είχε κινήσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, ήδη τον 18ο αι. Ο Λε Ρουά, στο πολύ δημοφιλές εικονογραφημένο έργο του, που είχε κυκλοφορήσει το 1758, είχε ήδη χωρίσει κατά περιόδους την εξέλιξη του δωρικού ρυθμού. Πραγματικό σταθμό, όμως, απετέλεσε η έκδοση του έργου των Stuart και Revett (Αρχαιότητες των Αθηνών), γιατί για πρώτη φορά έκανε γνωστούς τους δωρικούς ναούς της ίδιας της Ελλάδας. Η αντίδραση στους κύκλους των διανοουμένων ήταν μεικτή. Εδώ φάνηκε πόσο δύσκολο ήταν να συνδυασθούν οι καινούργιες γνώσεις με την αισθητική ισορροπία, όπως την είχε εκφράσει και θεμελιώσει ο Βίνκελμαν. Χαρακτηριστικά ήταν αυτά που αυθόρμητα είπε ο Γκαίτε, όταν στις 23 Μαρτίου 1787 επισκέφθηκε την Ποσειδώνια: «Βρέθηκα σε έναν τελείως ξένο κόσμο». Αμέσως μετά, όμως, συμπλήρωσε: «Σε λίγο, πάντως, συνήλθα, θυμήθηκα την ιστορία της τέχνης, έφερα στο νου μου τον αυστηρό ρυθμό της γλυπτικής, και πριν περάσει μια ώρα είχα συμφιλιωθεί».

Ο Κλέντσε κατόρθωσε σύντομα να ξεφύγει από τη μονομερή έρευνα των αναλογιών και άφησε να τον καθοδηγήσουν τα ίδια τα μνημεία. Και σ’ αυτήν ακριβώς την αντιμετώπιση κρύβεται ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε. Μέρες ολόκληρες, και με σκληρές συνθήκες, εργαζόταν στους ναούς σχεδιάζοντας με κάθε λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικά για τον τρόπο της δουλειάς του είναι τα σχέδια και οι μετρήσεις του από τα ερείπια του Ακράγαντα.

 

Στην Ελλάδα

 

Ο πρώτος ναός που ο Κλέντσε επισκέφτηκε και σχεδίασε μετά την άφι­ξή του στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1834, είναι ο αρχαϊκός ναός που βρίσκεται στο Καρδάκι της Κέρκυρας, μέσα στον κήπο του MON REPOS. Η αποστολή του στη χώρα μας είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα: έπρεπε να ανακληθούν δύο από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας, οι φον Μάουρερ και φον ‘Αμπελ, λόγω διαφορών που είχαν ξεσπάσει μεταξύ τους. Δεύτερος στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν και η διευθέτηση του ζητήματος που είχε προκύψει σχετικά με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, έργο των Κλεάνθη και Σάουμ­περτ, ενάντια στο οποίο είχαν διατυπωθεί διάφορες αντιρρήσεις. Το διάστημα των τεσσάρων μηνών, όμως, που παρέμεινε στην Ελλάδα ο Κλέντσε, το χρησιμοποίησε για να γνωρίσει τον τόπο και τους ανθρώ­πους του.

Αξίζει να διαβάσει κανείς τις απόψεις του για τους Έλληνες:

 

«Πνευματική υπεροχή σε υψηλό βαθμό, ίσως πάνω από όλους τους λαούς της γης, αφάνταστη ευπλασία του χαρακτήρα, περιφρόνηση προς το θάνατο και την φιλοκτημοσύνη, μεγάλη αυτοπεποίθηση και εθνική υπερηφάνεια – δηλαδή η ελληνική φιλαυτία, που χαρίζει και στους βοσκούς και στους αγρότες μια εμφάνιση αξιοπρόσεκτη, που ακόμη και εκείνο τον τυφλό ζητιάνο έξω από τις πύλες του Ναυπλίου τον κάνει να μοιάζει με Πατριάρχη της φτώχειας- όλα πρέπει να θεωρηθούν σαν εθνικές ιδιότητες των Ελλήνων, όλων των κοινωνικών στρωμάτων (Από το βιβλίο του: «Αφοριστικές σημειώ­σεις»).

 

Από την Κέρκυρα ο Κλέντσε έφθασε με πλοίο στην Πάτρα, απ’ όπου συνέχισε το ταξίδι του με κυβερνητικό πλοίο ως την Κόρινθο. Η πρώτη του συνάντηση με το ξερό καλοκαιριάτικο τοπίο της Κορινθίας τον ξένισε κάπως, όπως διαφαίνεται από τα γραπτά του. Αφού επισκέφθηκε τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα συνέχισε, διασχίζοντας την Αργολίδα, για το Ναύπλιο.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

Επειδή το πρώτο μέρος του ταξιδιού του ήταν κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στα θέματα της αποστολής του, πρέπει το σχέδιο του, που αποδίδει με ακρίβεια και ευαισθησία την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύ­πλιο, να προέρχεται από το δεύτερο ταξίδι του στην πόλη αυτή. Στο μικρό αυτό διάστημα της παραμονής του στο Ναύπλιο, κατόρθωσε να διεισδύσει σε μεγάλο βαθμό στα προβλήματα του νέου τότε κράτους. Στις 12 Αυγούστου συνέχισε το ταξίδι του για την Αθήνα, μέσω Επιδαύρου, Πάρου και Αίγινας, όπου τον απασχόλησαν ιδιαίτερα τα ίχνη χρώματος στα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού της Αφαίας που είχε ανασκαφεί το 1811. Από την περίοδο της παραμονής του στην Αθήνα ενδιαφέρον παρουσιάζει μια γραφική άποψη από την περιοχή των Αέρηδων. Η πολύ γνωστή ελαιογραφία με την φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης στη ρωμαϊκή εποχή είναι έργο υστερότερο, που έγινε στο Μόναχο.

 

Αναπαράσταση της Ακρόπολης και του Αργείου Πάγου (1846). Neue Pinakothek (Gallery), Munich.

 

 

Η προστασία των αρχαιοτήτων

 

Μια από τις βασικότερες ενέργειες του Κλέντσε ήταν η διαδικασία, που έθεσε σε κίνηση, για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Ως τότε η διαφύλαξή τους ήταν έργο φιλάρχαιων ιδιωτών και της Φιλομούσου Εταιρείας. Γνωστή είναι η αυτοθυσία και ο απέραντος ενθουσιασμός του Κυριάκου Πιττάκη για την προστασία των μνημείων της Αθήνας.

Με διάταγμα της 28ης Αυγούστου του 1834 τοποθετήθηκαν, για πρώτη φορά φύλακες στους εξής αρχαιολογικούς χώρους: Αθήνα, Αίγινα, Ελευσίνα, Δελφούς, Ραμνούντα, Σούνιο, Επίδαυρο, Κόρινθο, Μυκήνες, Φιγάλεια – Βάσσες, Μεσσήνη, Δήλο και Ολυμπία.

Λέο φον Κλέντσε, φωτογραφία του Franz Hanfstaengl, 1856

Επίσης, σε ενέργεια του Κλέντσε οφείλεται η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και η αίτηση προς την κυβέρνηση για διεξαγωγή αναστηλωτικών εργασιών στην Ακρόπολη, με κρατική ευθύνη. Αποκορύφωμα της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν η επίσημη έναρξη των αναστηλωτικών εργασιών, με εποπτεία του ιδίου, που γιορτάσθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου επάνω στον ιερό βράχο, με συμμετοχή του λαού. Σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Αθήνας ανέβηκε σε πομπή, τον ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη, για να παραβρεθεί στην ανασύνδεση ορισμένων σπονδύλων από κίονες του Παρθενώνα, το πρώτο βήμα στην αναστήλωση του μνημείου αυτού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη μετά από αιώνες. Ανάμεσα    στις    προτάσεις    του Κλέντσε για τη διαμόρφωση του χώρου ήταν και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη απομάκρυνση των ύστερων κτισμάτων και τειχών. Όμως μόνο μετά την αποχώρηση της βαυαρικής φρουράς από την Ακρόπολη, στις 30 Μαρτίου 1835, είχαν οι αρχαιολόγοι και συντηρητές πραγματικά ελεύθερο πεδίο δράσεως.

Όσον αφορά τη σχέση που είχε ο Κλέντσε με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, εδώ έπαιξε, με τις τροποποιήσεις που έκανε, ένα ρόλο συμφιλιωτικό στα προβλήματα που είχαν προκύψει. Αντίθετα με τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ο Κλέντσε πίστευε ότι η πολεοδομία δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται σε ελεύθερες, καλλιτεχνικές ιδέες, και σε συμβολικές θεωρίες. Τις προτάσεις του, που πραγματοποιήθηκαν τελικά θέλησε να τις στηρίξει στα τοπογραφικά και ιστορικά δεδομένα του χώρου. Αυτό βέβαια θα ήταν αποδοτικό μόνο αν η πόλη αυτή μεγάλωνε «οργανικά».

Η ανάδειξη όμως, της Αθήνας σε πρωτεύουσα του κράτους είχε σαν αποτέλεσμα την πολύ γρήγορη ανάπτυξη και τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού της, πράγμα που οδήγησε στο χάος. Αν είχε ακολουθηθεί το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο με τους φαρδείς δρόμους και το ιπποδάμειο σύστημα, η εξέλιξη αυτή ίσως είχε αποφευχθεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Κλέντσε αναχωρεί από την Αθήνα για την Πελοπόννησο απ’ όπου, θα καταλήξει στη Ζάκυνθο, μετά από ένα περίπου μήνα, για να πάρει πια το δρόμο της επιστροφής. Στη διάρκεια της περιοδείας του, επισκέφθηκε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες όπου εντυπωσιάσθηκε από την Πύλη των Λεόντων την Τεγέα, τη Μαντινεία, τη Μεγαλό­πολη και τη Λυκόσουρα. Μέσα από την ορεινή Αρκαδία από την Καρύ­ταινα και τη Δημητσάνα έφθασε τελικά στην Ολυμπία, που βρισκόταν όμως ακόμη θαμμένη κάτω από7 μέτρα άμμου από τις προσχώσεις του Αλφειού. Πληροφορίες να τις περιηγήσεις του μας δίνουν σημειώσεις και κείμενα. Τα τελευταία του σχέδια προέρχονται από τον σταθμό του στη Ζάκυνθο.

Ο Κλέντσε δεν έμελλε να έρθει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα. Στους τέσσερις μήνες που έμεινε εδώ κατόρθωσε να γνωρίσει από κοντά την πραγματικότητα του νέου κράτους να εξοικειωθεί με τα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα να καταλάβει το χώρο και τους ανθρώπους πράγμα που τον οδήγησε σε εμφανή κριτική κατά της βαυαρικής κυριαρχίας. Από το Μόναχο προσπάθησε να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη, δεν θέλησε όμως να δεχθεί την πρόταση του Λουδοβίκου να έρθει σαν μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα στην Ελλάδα. Πέθανε ακριβώς 30 χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1864 στο Μόναχο.

  

Αλίκη Μουστάκα

Αρχαιολόγος ΚΕΑ Ακαδημίας Αθηνών

 

Βιβλιογραφία


  • Κατάλογος έκθεσης Μονάχου: Ein grie­chischer Traum Leo von Klenze. Der Arcnaologe Ausstellung von 6 Dezember 1985 – 9 Februar 1986 GlyplotheK München.
  • Η Η. Russack Deutsche bauen in Athen (1942).
  • Κατάλογος της έκθεσης Leo von Klenze als Maler und Zeichner. Bayerische Aka­demie der Schonen Künste. Ausstellung vom 2 Oktober 1977 – 29 Januar 1978.
  • Κατάλογος: Glyptothek Muncnen 1830-1980.  Jubiläumsausstellung zur Entslehungs-und   Baugeschichle,17 September-23 November 1980.
  • W Seidl. Βαυαροί στην Ελλάδα (1984).
  • Α Κόκκου. Η μέριμνα για τις αρχαιότη­τες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, σ. 202-206 (1977).
  • Κατάλογος έκθεσης: Αθήνα, Πρωτεύου­σα Πόλη (1985) Τομ. II σ. 58-65.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986. 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τριτάκης  Ν. Διονύσιος  (1827-1902)


 

Διονύσιος Τριτάκης

Ο Διονύσιος Τριτάκης, στρατιωτικός,  γεννήθηκε στις 24-5-1827* στα Μέθανα, την ημέρα που λύθηκε η πολιορκία της Ακρόπολης στην οποία ο πατέρας του, συνταγματάρχης Νικόλαος Τριτάκης, πήρε μέρος και πολέμησε με τον Φαβιέρο. Σπούδασε στη Σχο­λή Ευελπίδων και εντάχθηκε στο Ιππικό του ελληνικού στρατού. Στην Ναυπλιακή επανάσταση μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα έπαιξε πρω­ταγωνιστικό ρόλο.

Στη Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται:

 «Αι πρώται αψιμαχίαι και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού ήρξαντο από τα Δερβένια της Κορινθίας, όπου ο εκ των στασιαστών αξιωματικός του Ιππικού Τριτάκης, ηγούμενος ιππέων, επεζήτησε να αναστείλη την κάθοδον των κυβερνητικών».

Η μαχητική θέση του και η στιβαρή αντίσταση του προς τα βασιλικά στρατεύματα, ήταν και ο λόγος που εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

 

Πορτραίτο του υποστράτηγου Διονύσιου Τριτάκη, τέλη 19ου αιώνα, έργο του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928).

 

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίθαλψη των αποστράτων φτωχών αξιωματικών και υπαξιωματικών του Ιππικού. Το 1866 συγκρότησε Σώμα εθελοντών στην Αθήνα και κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό. Η Κρήτη αναγνωρίζοντας τους αγώνες του γι’ αυτήν, τον ανέδειξε πρώτο πληρεξούσιο της Επαρχίας Κυδωνίας εκ του Δήμου Ακρωτηρίου, από την οποία καταγόταν. Κάποιες αντίξοες συνθήκες όμως τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από το στρατό και να ιδιωτεύσει. Έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου και πέθανε στην Αθήνα στις 15-2-1902. Είχε τιμηθεί με τον Ελληνικό Ταξιάρχη.

  

Υποσημείωση


 * Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών αναφέρει ότι ο Διονύσιος Τριτάκης γεννήθηκε το έτος 1826 ή 1828 και πέθανε το 1902 ή 1905.

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνική εικονογραφημένη επετηρίς, Αθήνα, 1912.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Λαμπρυνίδης Μιχαήλ (1850 ή 1851 -1915)


 

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης: Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι».

Η Ευτυχία Λιάτα, στον πρόλογό της για την τέταρτη έκδοση της «Ναυπλίας», 2001, σημειώνει: «Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, μοιράζοντας τη ζωή του κατά διαστήματα ανάμεσα στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, δεν αποκόβεται από τον επιστημονικό περίγυρο, τις πνευματικές ζυμώσεις και τον επαγωγικό διάλογο του κέντρου. Η ευρυμάθεια, η καλλιέργεια και η μεθοδικότητά του θα αποτυπωθούν στο πλούσιο και θεματικά ποικίλο έργο του, που ξεπερνάει κατά πολύ τα τοπικά όρια και επεκτείνεται σε θέματα γενικότερης εμβέλειας, όπως είναι για παράδειγμα οι οικονομολογικές του μελέτες».

Από τα πιο σημαντικά του έργα αναφέρουμε:

  • «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς»*, ιστορική μελέτη. Εν Αθήναις: Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 1898.
  • «Οι θεσμοί παρ’ Έλλησιν», Ιστορική επισκόπησις. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου,1903.
  • « Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / Ύδρα –Σπέτσαι. Η χερσόνησος του Αίμου και οι κάτοικοι αυτής (Επίμετρον)».** Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάϊσνερ και Ν. Καργαδούρη,1907.

 

Υποσημειώσεις


 

* Ένα μόνο χρόνο αργότερα από την έκδοση της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης ξεκινά έρευνα, για την συλλογή νέων στοιχείων, που οδηγεί σε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένης και βελτιωμένης (υπερδιπλάσιας), σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, με σκοπό να κυκλοφορήσει το 1914. Το 1949 η κόρη του συγγραφέα Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη τη δώρισε στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», με το ρητό όρο της δημοσίευσης. Δυστυχώς έως σήμερα παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου.

** Μία από τις πρώτες απόπειρες ιστορικής σύνθεσης για τον αλβανικό εποικισμό του νοτιοελλαδικού χώρου κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Ο συγγραφέας,  τοποθετεί την πρώτη αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1370-1380 και εξιστορεί τη συμμετοχή των Αλβανών στους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού Γένους μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Ασπάζεται την «πελασγική θεωρία», δηλαδή τη «συγγένεια αίματος» και τις «κοινές ρίζες» Ελλήνων και Αλβανών. Οι Αλβανοί «απετέλουν απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας». Η πραγματεία του για την «εθνολογική καταγωγή των Αλβανογενών Ελλήνων», όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε ιδιαίτερη σημασία την αυγή του 20ού αιώνα, όταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια είχαν κορυφωθεί και η προοπτική συμπερίληψης της (αγέννητης) Αλβανίας στην επικράτεια του ελληνικού κράτους ήταν ακόμη ανοικτή.

 

Πηγές


  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », έκδοση 4η, Ναύπλιο, 2001.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / ‘Υδρα-Σπέτσαι», Αναστατικές Εκδόσεις, Διονύσιος Νότη Καραβίας, Αθήνα, 1987.

 

Read Full Post »

Ιατρού Ι. Γεώργιος (19ος αι.)


 

Γεώργιος Ιατρού

Γεώργιος Ιατρού του Ιωάννου (19ος αι.): Κτηματίας από το Ναύπλιο, πολιτικός και Δήμαρχος. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας κατά την περίοδο 1856-1859. Δεν πήρε μέρος στον αγώνα εναντίον του Όθωνος και αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος στο Ναύπλιο, του γνωστού ως «Ναυπλιακά», εκλέχθηκε Δήμαρχος Ναυπλίου το 1862. Παρέμεινε στο δημαρχιακό αξίωμα έως την εκθρόνιση του Όθωνος στις 12 Οκτώβριου 1862. Με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη δημοτικότητά του, κατόρθωνε να μετριάζει τις διαφορές που δημιουργούντο κατά την ανώμαλη εκείνη περίοδο, μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κορωναίος Ν. Πάνος  (1809-1899)


 

Πάνος Κορωναίος

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1808 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς κυθηραϊκής καταγωγής.  Η αδελφή του Κλεοπάτρα, η οποία παντρεύτηκε τον Κυθήριο ριζοσπάστη βουλευτή (Κοινοβούλιο Ιονίου Πολιτείας) Δημήτριο Ραπτάκη ήταν η γιαγιά του μουσικού Κλέωνος Τριανταφύλλου γνωστού ως Αττίκ. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία και σε ηλικία 17 περίπου χρονών κατατάχθηκε εθε­λοντικά στον τακτικό στρατό υπό τον Φαβιέρο στο Ναύπλιο και πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και στην άτυχη απόπειρα του τελευταίου να καταλάβει τη Χίο (1827). To επόμενο έτος τέθηκε υπό τις διαταγές ενός άλλου Γάλλου αξιωματικού, του στρατηγού Μαιζόν. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Ιούλιος, 1828), που διασφάλιζε διεθνώς την ελληνική ανεξαρτησία, έστειλαν ένα γαλλικό στρατιωτικό σώμα υπό τον στρατηγό Μαιζόν για να εκδιώξει τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ.

 

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

 

Ο Κορωναίος, έχοντας αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία καθώς και πολλά τραύματα από τις μάχες, εισήλθε ως υπότροφος στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Ευελπίδων με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 ήταν μόλις 23 ετών όταν αποφοίτησε ανάμεσα στους οκτώ πρώτους της σχολής, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Την 1η Δεκεμβρίου 1833 προήχθη σε υπολοχαγό και τοποθετήθηκε Υπασπιστής του Πυροβολικού Σώματος. Το 1837 έγινε λοχαγός και τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο. Στην επανάσταση του 1843 τάχθηκε υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών της Ελλάδας. Σύντομα εναντιώθηκε στο καθεστώς του Όθωνα και ετέθη από το Βασιλιά σε αργία δια απολύσεως από το 1853 έως το 1859. Έφυγε στο Παρίσι και ασχολήθηκε με στρατιωτικές μελέτες.

Πάνος Κορωναίος, Ξυλογραφία, 1899.

Το 1854 κατατάχθηκε στα ρωσικά στρατεύματα και ορίστηκε αρχηγός του εθελοντικού σώματος Επτανησίων Ελλήνων. Συμμετείχε στον πόλεμο της Κριμαίας 1853 – 1856 με τους Ρώσους ενάντια στους Τούρκους. Με τη μαχητικότητά του και τις επιδόσεις του στην ιστορική διάβαση του Δουνάβεως και άλλες νικηφόρες μάχες του απονεμήθηκε παράσημο από τη Ρωσία. Το 1860 πολέμησε με το γαλλικό στρατό στην εκστρατεία της Συρίας. Παρασημοφορήθηκε επίσης από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

Υπήρξε οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης το Φεβρουάριου του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα (Ο­κτώβριος του ίδιου χρόνου). Στους μήνες της Μεσοβασιλείας (1862 – 63) αναδείχτηκε ηγετικό στέλεχος της παράταξης των Ορεινών (του Κωνσταντίνου Κανάρη) και – ως υπουργός Στρατιωτικών – αντιμετώπισε τις εμ­φύλιες συγκρούσεις του Ιουνίου 1863 («Ιουνιανά»).

Πάνος Κορωναίος, Ποικίλη Στοά, 1899.

Μετά την άνοδο του Γεωργίου Α’ στο θρόνο (Οκτώβριος 1863), ο Κορω­ναίος ανέλαβε διάφορα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα και το 1866 συμμετέσχε στην εξέγερση της Κρήτης. Κατά την περίοδο που ακολούθησε αναδείχτηκε σε σημαίνου­σα πολιτική φυσιογνωμία της χώρας (το 1868 εξελέγη βουλευτής Αττικής, το 1875, 1879 και 1885 βουλευτής Κυθήρων), ασκώντας παράλληλα και τα στρα­τιωτικά του καθήκοντα. Αποστρα­τεύτηκε το 1880 με το βαθμό του αντιστράτηγου του πυροβολικού και κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πρωταγωνίστησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση πατριωτικών σωματείων και οργανώσεων. Έχει συγγράψει στρατιωτικές με­λέτες, καθώς και το Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός της Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου (1863). Πέθανε στις 17 Νοέμβρη του 1899 στην Αθήνα.

  

Πηγές


  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, τομ. 5, 1986.
  • Βαγγέλης Γεωργίου, «Ο Εμφύλιος πόλεμος του 1863»,  Ιστορία εικονογραφημένη, Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 493, Ιούλιος 2009.
  • Τρύφων Ευαγγελίδης, «Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)», Αθήνα 1893.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »