Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

 


  

Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, καταγόταν όμως από τη Χίο. Η οικογένειά του είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους και λίγο καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Παράσχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι πληροφορίες για τη μόρφωσή του είναι λίγες και αβέβαιες. Έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον μεγαλύτερο αδερφό του Γεώργιο, επίσης ποιητή. Είχε επίσης δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου και μια αδελφή ακόμη την Αιμιλία, γνωστή για την ομορφιά της, η οποία πέθανε νέα και ενέπνευσε τους ποιητές Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν. 

 

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα. Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1838 στο Ναύπλιο όπου είχε μεταναστεύσει η οικογένειά του από την Χίο. Ο πατέρας του λεγόταν Παράσχος Νασάκης ή Νασάκογλους, οι δύο δε γιοι του, Αχιλλέας και Γεώργιος, κράτησαν το μικρό του όνομα ως επώνυμο, με το οποίο έγιναν γνωστοί.  Τα πρώτα γράμματα ο Αχιλλέας Παράσχος τα πήρε από τον αδελφό του και είναι αμφίβολο αν τελείωσε το σχολαρχείο. Η έλλειψη σπουδών δεν τον εμπόδισε να αποκτήσει φιλολογική κατάρτιση και μόρφωση από διάφορα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες που διάβαζε.

Διετέλεσε κατά διαστήματα υπάλληλος της Βουλής, του Γενικού Λογιστηρίου, πρόξενος στο Τηγάνιον και Έπαρχος Θήρας, διοριζόμενος πάντοτε για να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές του ανάγκες, τις οποίες κατά ένα μέρος κάλυπτε και από έκτακτες αμοιβές του από κατά παραγγελίαν επιγράμματα, επικήδεια, επιμνημόσυνα, και ερωτικά ποιήματα. Στην εμφάνιση ήταν ωραίος και υπέβαλε η παρουσία του με τον ενθουσιασμό και την επιβλητική του φωνή.

Ο Παράσχος αναμείχτηκε στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας», προκαλέσας με τους καυστικούς εναντίον του Όθωνος στοίχους του την σύλληψη και φυλάκισή του  στον Μεντρεσέ, μαζί με άλλους φίλους του της αντιοθωνικής ομάδας. Μετά την αποφυλάκισή του εξακολούθησε την πολεμική του κατά του θρόνου και πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση της 10 Οκτωβρίου 1862, που είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Όθων την Ελλάδα.  Ωστόσο, όταν  πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα.

Ποιήματα πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό «Αβδηρίτης» του Δ. Βρατσάνου και στην «Χρυσαλλίδα» με το ψευδώνυμο «Μαρία». Στα 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματα που είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Περιόδευσε στις Ελληνικές παροικίες της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, όπου διέδωσε τα ποιήματα του, οι δε διαλέξεις και απαγγελίες του στην Αθήνα δημιούργησαν μεγάλη συρροή κόσμου, ο οποίος μάλιστα, λέγεται συγκεντρωνόταν μέχρι της εξώθυρας του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» για να τον ακούσει.

Ο Αχιλλέας Παράσχος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρομαντισμού, ο οποίος χρονολογικά εκδηλώνεται στην Ελλάδα ύστερα από τον Γαλλικό ρομαντισμό, γύρο στα 1840, και σβήνει με τον θάνατο του ποιητή.

Είναι γνωστό ότι ο ρομαντισμός δέχτηκε κατά καιρούς τα πλήγματα βίαιης κριτικής, κατά τον Γάλλο δε Πιέρ Λασσέρ ο ρομαντισμός είναι «συναισθηματικός, χιμαιρισμός, άρρωστος πόθος μονώσεως, λατρεία των παθών, κυριαρχία της γυναίκας, υποταγή στο εγώ κλπ. κλπ.» (Κλ. Παράσχου : «Ο Ελληνικός Ρωμαντισμός και η Αθηναϊκή Σχολή», «Φιλολογικός Νέος Κόσμος» τόμ, 6, 1935, σελ. 18).

Άσχετα, όμως από τις γνωστές κρίσεις και επικρίσεις για τον ρομαντισμό, για να έρθουμε και στην Ελληνική ρομαντική σχολή, ο Αχ. Παράσχος είναι ο ποιητής που έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο στην άνθηση και στο μεσουράνημα της ρομαντικής ποίησης στο ποιητικό στερέωμα της περιόδου εκείνης.

Λυρικώτατος  ποιητής, έχοντας στην τεχνοτροπία και στην έμφυτη  συναισθηματική του  διάθεση όλα τα στοιχεία και χαρακτηριστικά των ρομαντικών, με πολύ μακρινές απηχήσεις απ’ το έργο του Ουγκώ, του Αλφρέ ντε Μυσσέ, και του Μπάϋρον, στάθηκε για την εποχή του ο ποιητής που κατόρθωσε να εδραιωθεί και να βρει αντανάκλαση  στην συνείδηση του λαού με τους στίχους του, που είναι πλημμυρισμένοι από θρηνωδία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, φραστική και ψυχική υπερβολή, απογοήτευση και ανία για τη ζωή.

Η μεγάλη αγάπη που έτρεφε ο λαός  στον Αχ. Παράσχο και στα ποιήματά του θα πρέπει να θεωρείται σαν φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας εν παρακμή ιστορικής περιόδου της χώρας, κατά την διάρκεια της οποίας ο κόσμος τρεφόταν με ιδανικά που αντιπροσώπευαν και ζωγράφιζαν στιγμές της τότε Ελληνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας «που ξεγελιόταν με τα λόγια, που έβρισκε στις πράξεις των άμεσων προγόνων της όχι ένα κέντρισμα για τη δράση αλλά και ένα προσκέφαλο αναπαυτικό» (Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β’ τόμ. σελ. 37).

Δηλαδή ο ρομαντισμός βρήκε κατάλληλο κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα, γι’ αυτό και πήρε την μεγάλη άνθησή του. Το αυτό, άλλωστε, με διαφορετικά – αλλά πάντοτε κοινωνικά – κίνητρα συνέβη και στις άλλες χώρες, όπως π. χ. με τον Γερμανικό ρομαντισμό που έχει τις ρίζες του «στην αρνητική στάση των πνευματικών εκπροσώπων του φεουδαρχισμού απέναντι στην αστικοποίηση της κοινωνίας» ( «Ο Γιόζεφ Αϊχεντορφ, ποιητής του Ελντοράντο»  – σύγχρονες σκέψεις σε μια μορφή του παρελθόντος, εφ. «Βήμα» 1-12–1957).

Το ποιητικό έργο του Αχ. Παράσχου, που πολλοί το επαίνεσαν και άλλοι τόσοι το κατέκριναν σαν ψεύτικο και χωρίς νόημα βαθύ, έχει το νόημα του ερμηνευτή των κοινωνικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων της εποχής εκείνης, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η αξία του με την ιστορική και στενή κοινωνιολογική του ταξινόμηση. 

Τραγούδησε τρία πράγματα ο Παράσχος: την πατρίδα, τον θάνατο και τον έρωτα. Στα πατριωτικά του ποιήματα πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία, γιατί εδώ ο ποιητής μιλάει με ειλικρίνεια και αλήθεια και πολλές φορές στέκεται σε ιστορικά περιστατικά που με επιτυχία εκφραστική τα αποδίδει. Χρησιμοποίησε και την δημοτική γλώσσα και την καθαρεύουσα, χωρίς όμως πλαστική ευχέρεια. Ο Αχιλλέας Παράσχος, για την εποχή του, στάθηκε πράγματι μεγάλος ποιητής και αποτελεί ποιητικό σχεδόν φαινόμενο η μεγάλη του δημοτικότητα και λατρεία του από τον λαό.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στην δυστυχία.   Πέθανε στις 26 Ιανουαρίου 1895 και η κηδεία του είχε παλλαϊκό χαρακτήρα. Τον νεκρό ποιητή αποχαιρέτησαν πάνω από είκοσι ρήτορες και ο τάφος του αρκετό καιρό ήταν γεμάτος από λουλούδια που έφερναν οι θαυμαστές του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν δυο τόμοι με ανέκδοτα ποιήματά του.

  

Πηγές

 


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας  1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα.                           
  • Ιωακείμ Βαλαβάνης, «Αχιλλεύς Παράσχος », περιοδικό Παρνασσός, τόμ. 17, αρ. 6, 1895.
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Read Full Post »

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)


  

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)

Καθηγητής Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε το 1804 στη Σμύρνη και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του, μετέβη στο Βερολίνο, όπου σπούδασε φιλολογία υπό τους Boeckh και Hermann, με τούς οποίους συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία.

Με την άφιξη του Καποδίστρια (1828) ο Βενθύλος ήρθε στην Ελλάδα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην οργάνωση της παιδείας του νεοσύστατου κράτους. Τον Μάιο του 1829 διορίστηκε διδάσκαλος στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, του οποίου συνέταξε και Σχέδιο οργανισμού, χρημάτισε μέλος μιας από τις επιτροπές που συγκρότησε ο Καποδίστριας για την παιδεία, και λίγο αργότερα, μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο, δίδαξε στο «Κεντρικόν Σχολείον» της Αίγινας ως το 1831, οπότε απολύθηκε εξαιτίας των αντικαποδιστριακών του αντιλήψεων.

Το 1833 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και το 1839, αφού προηγουμένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο με άδεια της Φιλοσοφικής Σχολής επί διετία φιλολογικά μαθήματα αμισθί, διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε ως το θάνατό του.

Δημοσίευσε αυτοτελώς έργα φιλολογικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων: Γραμματική της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης (1832), Στοιχεία μετρικής της των Ελλήνων και Ρωμαίων ποιήσεως (1851). Εξέδωσε επίσης τις Νεφέλες του Αριστοφάνη (1830) και την Ποιητική του Αριστοτέλη (1841).

 

Δαυίδ Αντωνίου

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, Επίτιμος Δρ. Παν/μίου Ιωαννίνων

Πηγές Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, «Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1883», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Σχινάς Κωνσταντίνος (1801-1857)


   

Κωνσταντίνος Σχινάς

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς γεννήθηκε στο Φανάρι, της Κωνσταντινουπόλεως το 1801. Ο πατέρας του, Δημήτριος Σχινάς, υπηρέτησε ως πρώτος Γραμματεύς της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως Γραμματεύς των ηγεμόνων Κωνσταντίνου και Αλεξάνδρου Μουρούζη της Μολδαβίας, ως καπουκεχαγιάς Μολδαβίας και Βλαχίας και τέλος, επί Ιωάννου Καρατζά, διετέλεσε Διερμηνεύς του Αυτοκρατορικού Στόλου και πρώτος καπουκεχαγιάς της Βλαχίας.[i] Η μητέρα του Μαρία, ήταν κόρη του Λογοθέτου Γαβριήλ Φεταλά και ανεψιά του Μητροπολίτου Νικομήδειας Μελετίου του Καντακουζηνού.[ii]

Ο Σχινάς παρακολούθησε τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του με δάσκαλο τον Πλάτωνα Φραγκιάδη και έναν Τούρκο που ονομαζόταν Λαμή. Μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως και την φυγή της οικογενείας του στην Βεσσαραβία αναχώρησε για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ὀπου σπούδασε Νομικά με δασκάλους τον Savigny, του οποίου την κόρη Elisabeth [ Μπεττίνα] παντρεύτηκε αργότερα[iii], τον Clenton κ.ά.

Στο διάστημα των σπουδών του στο εξωτερικό φαίνεται ότι συνδέθηκε με πολλούς αξιόλογους άνδρες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκαίτε. Σχετικό με την γνωριμία αυτή και τη μετάβασή του από το Βερολίνο στη Βαϊμάρη τον Οκτώβριο του 1825 είναι κι ένα γράμμα της ποιήτριας Μπεττίνας φόν Άρνιμ προς τον Γκαίτε όπου αναφέρονται και τα εξής σχετικά με το νεαρό Κωνσταντίνο Σχινά:

« ο κομιστής είναι, αριστοκράτης από γέννηση και από φρόνημα. Κατάγεται από μία των πρώτων οικογενειών της Ελλάδας. Το όνομά του είναι Σχινάς Μαυροκορδάτος και (ό) Υψηλάντης είναι γαμβρός του. Νέος ακόμα, αποδείχθηκε καλός κολυμβητής στα ταραγμένα κύματα της ζωής του. Με ψυχική γαλήνη είδε να ναυαγήσουν τα πλούτη και τα αξιώματα του. Με ψυχικό μεγαλείο αντιμετώπισε την πιο μεγάλη απώλεια πατέρα και φίλων και με αξιοπρέπεια επέρασε από τις μεγαλύτερες στενοχώριες.

Την γερμανική γλώσσα έμαθε με μια σπάνια εξυπνάδα σε πολύ λίγο καιρό. (Η επιστημονική του μόρφωση είναι πολύ γερή, ώστε προκαλεί σε κάθε συζήτηση αληθινό θαυμασμό. Καλός και ευγενής με όλους, απέχτησε τη συμπάθεια και την αγάπη όλων. . . Θα επιθυμούσα να πάρη ο ξενιτεμένος αυτός νέος μαζύ του, αν ποτέ γυρίση στην πατρίδα του, την πιο υψηλή ιδέα για σένα. Το βλέμμα σου πού είναι ο καθρέφτης της θείας φωτιάς, ας τον ευλόγηση».[iv]

Γνήσιος εκπρόσωπος Φαναριώτη διανοούμενου με εξαιρετική μόρφωση και αναμφισβήτητες ικανότητες, ο Κ. Σχινάς δεν άργησε να παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Αφού επέστρεψε από το εξωτερικό οπού είχε τελειώσει τις σπουδές του (1828), διορίσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια πρώτος Πάρεδρος της Γραμματείας των Εσωτερικών.

Το 1833 έλαβε μέρος στην μεγάλη επιτροπή πού συγκρότησε η Αντιβασιλεία για την διοργάνωση της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κ. Σχινά, Αλεξ. Σούτσο, Αναστ. Πολυζωίδη και άλλους, εργάστηκε συλλέγοντας στοιχεία σχετικά με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τόπου. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτής της επιτροπής υπήρξε ο Οργανικός Νόμος περί Εκπαιδεύσεως, με τον οποίον έγιναν γνωστές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του Κράτους που σε γενικές γραμμές ήταν:

 1) η σύσταση σχολείων Στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, Μέσης, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας

2) η προικοδότηση των σχολείων αυτών

3) η επιμόρφωση δασκάλων και καθηγητών για την επάνδρωση τους

4) η ανέγερση διδακτηρίων

5) η χορήγηση υποτροφιών

6) η ίδρυση Τεχνικών Σχολών

7) ο διορισμός προσωπικού σε όλα τα σχολεία κ.ά.

Παράλληλα με αυτό, στην προσπάθειά της να οργανώσει την νομοθεσία του νεοσυσταθέντος κράτους ή Αντιβασιλεία ανέθεσε το 1833 στον Πολυζωΐδη και στον Σχινά να μεταφράσουν στα ελληνικά τον Ποινικό Νόμο του Maurer που είχε στηριχθεί κυρίως στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813[v] και στις μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές εργασίες, των ετών 1822, 1827 και 1831. Ο ελληνικός Ποινικός Νόμος, χωρισμένος σε τρία βιβλία, περιέλαβε 708 άρθρα και δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1834 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Τον Οκτώβριο του 1833 ο Κ. Σχινάς διορίσθηκε, επί κυβερνήσεως Α. Μαυροκορδάτου, υπουργός Δικαιοσύνης, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.[vi] Κατά το διάστημα της υπουργίας του αυτής εξέδωσε πολλά διατάγματα ανάμεσα στα οποία και τα ακόλουθα:

1) περί διαιρέσεως των Επισκοπών

2) περί οργανισμού του Ορφανοτροφείου Αιγίνης

3) περί συστάσεως Γυμνασίου στο Ναύπλιο

4) περί ανεγέρσεως του Ναού του Σωτήρος στην Αθήνα

5) περί καθηκόντων πρωτοσυγγέλων και αρχιδιακόνων

6) περί συστάσεως δώδεκα ανέξοδων θέσεων στο Σχολείο θηλέων Ναυπλίου

7) περί συστάσεως Γερμανικής Σχολής στο Ναύπλιο

8) περί Δημοτικών Σχολείων

9) περί προνομίου εκδόσεως λεξικού του Σ. Βυζαντίου

10) περί γυναικείων μονών

11) περί αριθμού των γυναικείων μονών

12) περί ιδιοκτήτων μονών και εκκλησιών

13) περί διδασκαλίας δι’ εξόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου τριάντα ιερομόναχων και διακόνων και

14) περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων [vii]

Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών ο Κ. Σχινάς έλαβε μέρος στις εργασίες της επταμελούς επιτροπής που αποφάσισε την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».[viii] H οργάνωση της Συνόδου έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε ή εξάρτηση της Εκκλησίας από την Πολιτεία να είναι απόλυτη.

Όπως ήταν φυσικό, η στάση του Κ. Σχινά ως υπουργού Δικαιοσύνης στην πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη, οπού εξεβίασε τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδίκη [ix], η συμμετοχή του στην επιτροπή για την Ιερά Σύνοδο [x] και τέλος το διάταγμα περί διαλύσεως 412 γυναικείων μονών προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια και αντίδραση με αποτέλεσμα να παυθή από την θέση του και να αναχώρησει για την Ευρώπη απ’ όπου επέστρεψε και πάλι το 1836.

Κωνσταντίνος Σχινάς, ο πρώτος πρύτανης του Ιδρύματος.

Ένα χρόνο μετά την επάνοδό του (1837) διορίστηκε με Β. Διάταγμα Πρύτανις του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής της αρχαίας ιστορίας. Για την προσωρινή στέγαση του Πανεπιστημίου χρησιμοποιήθηκε τότε το σπίτι του Κλεάνθη. Επειδή, όμως, ο χώρος δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, τον δεύτερο χρόνο (1838 – 39) συγκροτήθηκε επιτροπή από τους Κ. Σχινά, Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη, Θ. Κολοκοτρώνη, C. Α. Brandis, [xi]  Γ. Α. Ράλλη, Θ. Ράλλη, Γ. Γεννάδιο και Ν. Βάμβα η οποία με Β. Διάταγμα (23 Φεβρουαρίου 1839) έλαβε επίσημο χαρακτήρα με την επωνυμία «η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν του ελληνικού Πανεπιστημίου επιτροπή». [xii] 

Ο Σχινάς εργάσθηκε με ενθουσιασμό για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες που είχε στο εξωτερικό. Χαρακτηριστική της προσπάθειας του αυτής είναι μία επιστολή πού απευθύνει από την Βιέννη (30 Ιουνίου 1842) στον Όθωνα και στην οποία αναφέρει….

« ό,τι τέλος αφορά το Πανεπιστήμιον εμόχθησα απιστεύτως και επέτυχον τέλος το αποτέλεσμα, ότι ενεθουσίασα ολόκληρον την οικογένειαν Σίνα και αυτόν τον γηραιόν βαρώνον Σίναν, όστις εις όμοιας περιπτώσεις λίαν δυσχερώς φθάνει εις αποφάσεις, αν όμως είπη άπαξ το ναι, κρατεί πιστότατα την υπόσχεσίν του. Ο βαρώνος Σίνας υπεσχέθη μοι ότι θα πράξη τα πάντα και θα υποκινήση και άλλους». . .

Ο ίδιος ζήλος σχετικά με την ανεύρεση πόρων για την ανέγερση του Πανεπιστημίου φανερώνεται και σ’ ένα σχέδιο επιστολής του προς τον Ζηνόβιο Πώπ που βρίσκεται στα κατάλοιπά του.

Ο  Κ. Σχινάς δίδαξε, συνολικά στο Πανεπιστήμιο επτά χρόνια: το 1837 (πρύτανις) το 1838 – 41 (αντιπρύτανις) το 1841 (επίτιμος καθηγητής) το 1844 (τακτικός) το 1846 – 47 βουλευτής του Πανεπιστημίου) και το 1851 (επίτιμος καθηγητής). Ανάμεσα στα έγγραφά του βρέθηκαν πολλές σημειώσεις ιστορίας που αφορούν στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις καθώς και αποσπάσματα της συγγραφής του Β’ βιβλίου του έργου του « Ιστορία των αρχαίων εθνών» που, όπως φαίνεται, έμεινε τελικά ανέκδοτο. [xiii] 

Αλλά η συμμετοχή του στα κοινά δεν περιορίστηκε εκεί. Από τα πρακτικά της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1837, φαίνεται ότι ο Σχινάς υπήρξε ιδρυτής — εταίρος και σύμβουλος σ’ αυτήν από το 1837 ως το 1843.

Τον Σεπτέμβριο του 1843 ο Σχινάς ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καθώς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο διάστημα της δεύτερης αυτής θητείας του (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 30 Μαρτίου 1844) εξέδωσε δύο διατάγματα: 1) περί προσδιορισμού των ορίων της επισκοπής Κυναίθης και 2) περί προσωρινού διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής.

Τέλος, το 1849 διορίζεται από τον Όθωνα πρεσβευτής στη Βαυαρία και αργότερα (1854) στη Βιέννη όπου και πέθανε στις 9/21 Ιουλίου 1857.

  

Έργα


 

  • Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως. Εν Αθήναις, 1837.
  • Λόγος εκφωνηθείς υπό του κυρίου Κωνστ. Σχινά κατά την γ’ Μαΐου , αωλη’ περιέχων την έκθεσιν των εν τω Οθωνικώ Πανεπιστημίω κατά την παύσασαν διοικητικήν περίοδον γενομένων. Εν Αθήναις, 1838.[xiv]
  • Ο πολιτικός της Γαλλίας νόμος μετενεχθείς εις την νεωτέραν ελληνικήν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως υπό Γ. Βέλλιου, Α. Πολυζωïδου, Π. Πιτζιπίου και Κωνστ. Δ. Σχινά. Εν Αθήναις, 1838.[xv]
  • Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή άρχοντος οίκου ερανισθείσα κατ’ επιτομήν εκ της του Μιλβιλέρου Ιστορίας η επιτέτακται εν παραρτήματι και περιληπτικωτάτη γενεαλογική πραγματεία περί του Ολδεμβουργικού οίκου. Εν Αθήναις, 1841.
  • Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις υπό Κωνσταντίνου Δ. Σχινά. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά καί Λιβυκά.  Αθήνησιν, 1845.[xvi]

  

Δήμητρα Ανδριτσάκη

Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., «Κατάλοιπα Κ. Σχινά – Π. Αργυρόπουλου», Αθήναι, 1974.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Οι πληροφορίες πού αφορούν σε ορισμένα μέλη της οικογενείας Σχινά έχουν ληφθεί από αρχειακά στοιχεία πού ανήκουν στην συλλογή του κ. Κ. Θ. Δημαρά.

[ii]  Για το πλήρες γενεαλογικό δέντρο της οικογενείας βλ. E. R. R[angabé], Livre cl’ or de la noblesse phanariote et des familles princières de Valachie et de Moldavie. 2ème éd. Athènes, 1904. Για άλλο κλάδο της οικογενείας Σχινά βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Οι λόγιοι αδελφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Γεωργίου Σχινά, περ. «Μνημοσύνη» τ. 2 (1969), σ. 174-218.

[iii] Εκτός από την Elisabeth Savigny ο Κ. Σχινάς παντρεύτηκε μια κόρη Σπανοπούλου και μετά τον θάνατο και αυτής την Αριστέα, κόρη τού Μεγάλου Λογοθέτη C. Balsche (1847) με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Δημήτριο και την Ελένη, σύζυγο αργότερα του Περικλή Π. Αργυρόπουλου.

[iv]  Βλ. Αλέξανδρος Στάϊνμετζ, Γκαίτε και η Νέα Ελλάς, στο περ. «Κρητικές σελίδες», έτος 1939, άρ. 10-12, σ. 684-685, όπου γίνεται η ταύτιση του Σχινά.

[v]  Έργο του Anselm von Feuerbach.

[vi]  Βλ. Σ. Κτεναβέα, Αι ελληνικαί κυβερνήσεις, αι εθνικαί συνελεύσεις και τα δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον. Αθήναι 1947, σ. 10.

[vii] Για κρίσεις και σχόλια σχετικά με τα διατάγματα αυτά βλ. Αναστασίου Παπαζαφειροπούλου, Παράλληλοι, δημόσιοι, βίοι των υπουργών του Βασιλείου της Ελλάδος, Βιβλίον Α’. Παράλληλοι, δημόσιοι βίοι των υπουργών της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Εκκλησιαστικών. Εν Τριπόλει, 1860. σ. 5-7, 17.

[viii]  Βλ. Τ. Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι- 1833-1843. Εν Αθήναις, 1932. σ. 75-81.

[ix]  Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα (αναστ. Γ. Βαλέτα) τ. Γ.’ Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, εκδ. 3η. ‘Αθήνα 1967. σ. 222 και 229.

[x]  Εκτός από τον Σχινά στην επιτροπή αυτή είχαν λάβει μέρος και οι Π. Νοταράς, θ. Φαρμακίδης, Σ. Βυζάντιος, Σ. Τρικούπης και δύο πρόσφυγες αρχιερείς.

[xi]  Ο Christian A. Brandis ήλθε το 1837 στην Ελλάδα και διετέλεσε επί τρία έτη σύμβουλος του βασιλέως Όθωνος.

[xii]  Βλ. Ι. Πανταζίδου, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού Πανεπιστημίου… Αθήνησι, 1889. σ. 17.

[xiii]  Ο πρώτος τόμος της « Ιστορίας των αρχαίων εθνών» κυκλοφόρησε στα 1845.

[xiv] Ο λόγος δημοσιεύεται στην ελληνική και γαλλική γλώσσα.

[xv] Ο Κ. Σχινάς μετέφρασε στο έργο αυτό τα άρθρα 1101-2231.

[xvi]  Το δεύτερο και τρίτο βιβλίο δεν εξεδόθησαν.

 

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009)


Κυκλοφόρησε ο 7ος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Η Συντακτική Επιτροπή των Ναυπλιακών Αναλέκτων του Ιδρύματος “Ιωάννης Καποδίστριας” του Δήμου Ναυπλίου ενημερώνει τους δημότες και τους φίλους του Ναυπλίου ότι τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009, εκτυπώθηκαν πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση.

Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται πρωτότυπες σημαντικές εργασίες και δημιουργίες που αναφέρονται σε ιστορικά, αρχιτεκτονικά, σύγχρονα και λογοτεχνικά θέματα.

Για την επέτειο συμπλήρωσης 180 χρόνων το έτος 2008 από την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1828, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού Κράτους, δημοσιεύεται σημαντικός αριθμός μελετών που αναφέρονται στον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο νεοεκδοθείς τόμος με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτελείται από 431 σελίδες και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μελέτες και δημιουργίες:

 

  • Κ. Κακαρίκος, Ναύπλιο- Ανάπλι: Επανεξέταση των θεωριών για την ετυμολογία του τοπωνυμίου.
  • Π. Λιαλιάτσης, Η άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.
  • Β. Δωροβίνης, Από τα τελευταία χρόνια του Στάϊκου Σταϊκόπουλου.
  • Τ. Σαλκιτζόγλου, Μια άγνωστη αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη.
  • Β. Α. Χαραμής, Οι παρακαταθήκες της πόλης του Ναυπλίου στο Νεοελληνικό Κράτος.
  • Αλ. Στούρτζας, Λόγος Επιτάφιος εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστρια.
  • Λ. Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Παράρτημα Ναυπλίου.
  • Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων “Ιωάννης Καποδίστριας”.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη.
  • Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
  • Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο, 1834/35.
  • Χ. Πιτερός, Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, φυλακή του Κολοκοτρώνη.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Το Ενετικό κτίριο και το πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως. Χ. Πιτερός, Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού.
  • +Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου Α΄ ημίσεως ΙΘ΄ αιώνα.
  • Ηλ. Μηναίος, Από την πιθανολογούμενη Επισκοπή Ασίνης, στην Επισκοπή Ορόβης Ασίνης και επέκεινα.
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Δύο επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη στον επίσκοπο Σύρου Αλούσιο M. Blancis.
  • Ι. Κοτίτσας, Αναμνήσεις μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού- με Άγγλους και Γερμανούς (27-4-1941).
  • Π. Κομιανός, Ιστορικό ανεγέρσεως Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Ναυπλίου.
  • Δ. Φιλιππίδης, Ακροναυπλία: Η κορώνα του Ναυπλίου.
  • Ευάγγ. Μαστέλλος, Ακροναυπλία, Γενική προσέγγιση θεμάτων ανάδειξης και προβολής της ως τμήμα και κορωνίδα του Ναυπλίου.
  • Κ. Γκόνης, Μελέτη-Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου.
  • Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο “κτίριο Άρμανσμπεργκ” στο Ναύπλιο.
  • Δ. Δερζέκος, Ιστορικό Κέντρο Ναυπλίου.
  • Θ. Φωτίου, Μ. Μαντουβάλου, Ε. Μαΐστρου, Συγκρότημα κατοικιών και επαγγελματικών Χώρων στο οικόπεδο  του Κύκνου στο Ναύπλιο.
  • Ι. Πετρόπουλος, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) Πανεπιστήμιο Harvard.
  • Σωκρ. Διδασκάλου, Αφουγκράσματα. Ελ. Κοβαντζή Στόϊκοβιτς, Ανθή Γκοκόρη. Γ. Ρούβαλης, Βέτο στην Ελβετία. Γ. Φίλης, Ωδές. Γ. Μουσταΐρας, Στη σκιά του “Μιλτιάδη”. Ελ. Κοβαντζή-Στόϊκοβιτς,Θάλασσα.
  • Δ. Δουλιγέρη-Σαλεσιώτη, 100 χρόνια από την γέννηση του αρχιμουσικού Βασίλειου Κ. Χαραμή.
  • Π. Λιαλιάτσης, Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934-Αθήνα 2005).
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος Μηλιδώνης, Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27-9-1934, 4-8-2005).
  • Χρ. Αποστολοπούλου-Σταυρουλάκη, Μνήμη Ελένης Κούκου-Καθηγήτριας Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών.
  • Β. Α. Χαραμής, Το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΝΠΔΔ “Ιωάννης Καποδίστριας” Δήμου Ναυπλίου.

 

Οι παραπάνω πρωτότυπες μελέτες δεν αναφέρονται απλώς σε ιστορικά μόνο θέματα αλλά και σε σύγχρονα θέματα με έντονο προβληματισμό γύρω από την πόλη του Ναυπλίου, η προστασία της οποίας είναι υπόθεση όλων των κατοίκων και φίλων της πόλης, και δίνουν το στίγμα της χρονικής στιγμής έκδοσης του περιοδικού.

Οι δημοσιευμένες μελέτες με αντικειμενικά κριτήρια κρίνονται σημαντικές και συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη και προβολή της πόλης του Ναυπλίου.

Η Επιτροπή Σύνταξης του περιοδικού ευχαριστεί εκ βάθους καρδίας όλους τους μελετητές και τους δημιουργούς, οι οποίοι με κόπο και παντελώς αφιλοκερδώς κατέθεσαν “εκ περιουσίας” το τάλαντό τους ή τον οβολόν τους, και αισθάνεται βαθειά ικανοποίηση για το αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας.

Τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009 διατίθενται στους ενδιαφερόμενους από το Δήμο Ναυπλίου.

Read Full Post »

Το Εμποροβιοτεχνικό Παρελθόν  του Ναυπλίου – Γιώργος Αντωνίου


 

Σημαντικές πτυχές της εμποροβιοτεχνικής, της βιομηχανικής αλλά και ευρύτερα της κοινωνικής ζωής του Ναυπλίου φέρνει στο φως το νέο βιβλίο – λεύκωμα με τίτλο «Το Εμποροβιοτεχνικό παρελθόν του Ναυπλίου», του δημοσιογράφου – ερευνητή Γιώργου Αντωνίου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «ΙΚΟΝΑ – Ν. Γ. Χριστόπουλος».

Το Ναύπλιο, ενώ ανέκαθεν αποτελούσε το διοικητικό κέντρο του νόμου, ανέπτυξε και σημαντικές παραγωγικές – εμπορικές δραστηριότητες. Από τα τέλη του 19ου αιώνα αλλά ιδιαίτερα από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, εκατοντάδες  μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και μεγαλύτερες εμποροβιοτεχνικές – παραγωγικές μονάδες εμφανίζονται με δυναμισμό.

Μέσα από τις 235 σελίδες του Λευκώματος, τις 300 κιτρινισμένες παλιές φωτογραφίες, τις δεκάδες επαγγελματικές διαφημίσεις της εποχής, την πληθώρα των παλαιών εγγράφων, των επαγγελματικών καταλόγων, των αρχειακών στοιχείων κ. λ. π., ο αναγνώστης θα νιώσει τη δημιουργική συμβίωση με το παρελθόν. Με το εικαστικό αυτό ταξίδι στο παρελθόν, ξαναέρχονται στο νου παραδοσιακά επαγγέλματα που έσβησαν ή σβήνουν στις μέρες μας, παλαιά καταστήματα της πόλης, εργαστήρια και εργοστάσια που έπαψαν πια να λειτουργούν, τέχνες και τεχνικές που ξεχάστηκαν, πλανόδιοι πωλητές ή τεχνίτες που χάθηκαν από τους δρόμους της πόλης.

Οι παλιές εικόνες αναβιώνουν επαγγελματικά στέκια όπως τα ψαράδικα και μανάβικα της οδού Αμαλίας, τις δεκάδες ταβέρνες της Πρόνοιας, τα χασάπικα της Δημοτικής αγοράς, τα μπακάλικα, τους καφενέδες, τα κουρεία, τα παπουτσάδικα και στιλβωτήρια της παλιάς πόλης και της Πρόνοιας, τα καφενεία της παραλίας.

Επίσης εργαστήρια και μικροβιοτεχνίες όπως ποτοποιίες, μαραγκούδικα και μηχανουργεία, καροποιεία, βαρελάδικα και πεταλωτήρια κ.α. που λειτουργούσαν έως τα μέσα του περασμένου αιώνα και σήμερα έχουν αφανιστεί. Ακόμα, τους πλανόδιους επαγγελματίες, όπως τους φωτογράφους, τους καραγωγείς, τους μανάβηδες με τα ζώα, το λατερνατζή, τους ψαράδες κ.ά.  

Πλούσιο φωτογραφικό υλικό υπάρχει και από τις βιομηχανικές δραστηριότητες της πόλης.

Ο «Κύκνος» με τους εκατοντάδες  εργάτες, το συσκευαστήριο «Ανθός», ο «Κρίνος», ο «Αργέας» και η «Αργέξ», ο Φραγκίστας, το σαπουνάδικο «ΕΛΒΙΝΑ» στο Συνοικισμό, οι καπναποθήκες και το Μεταξουργείο  της οδού Σιδηράς Μεραρχίας, το Μακαρονάδικο και το υφαντήριο της οδού Μπουμπουλίνας.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σχετικό ντοκιμαντέρ διάρκειας 50 λεπτών που συνοδεύει το νέο βιβλίο. Ντοκιμαντέρ στο οποίο οι εναπομείναντες παλαιοί παραδοσιακοί  επαγγελματίες της πόλης, θυμούνται και αφηγούνται στιγμιότυπα του παρελθόντος και μαρτυρούν μυστικά της τέχνης τους.

Το νέο βιβλίο – λεύκωμα απευθύνεται σε κάθε Ναυπλιώτη, και όχι μόνο, που νοσταλγεί και θέλει να επαναφέρει στη μνήμη εικόνες από το παρελθόν της πόλης  και στους νεώτερους, για να γνωρίσουν τη χθεσινή παραδοσιακή τοπική κοινωνία.

Οι Εκδόσεις «ΙΚΟΝΑ – Ν. Γ. Χριστόπουλος» και ο Γιώργος Αντωνίου προσφέρουν το νέο βιβλίο με την ελπίδα ότι το περιεχόμενο του θα συμβάλλει στη διατήρηση της ατομικής και συλλογικής μνήμης και στον κοινωνικό – οικονομικό πολιτισμό μας.  

Το βιβλίο πωλείται σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία και τιμάται 25 ευρώ.

Read Full Post »

Ηλίανθοι – Σπύρος Καραμούντζος


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» η νέα ποιητική συλλογή του δάσκαλου και ακάματου εργάτη του λόγου Σπύρου Καραμούντζου, Ηλίανθοι.

Ο ταξιδευτής του χρόνου, μας προσφέρει και πάλι ένα αντίδωρο ψυχής. Ένα βιβλίο γεμάτο από φως, νοσταλγία, ευαισθησία, ανθρωπιά, αγάπη κι έρωτα.

Ο Σπύρος Καραμούντζος, βαδίζει ξανά στους γνώριμους γι’ αυτόν δρόμους της ποίησης και επιχειρεί να μας μυήσει στα μυστικά των δικών του αναζητήσεων και στοχασμών, να μας ξεναγήσει στον δικό του ολάνθιστο, παυσίλυπο κήπο.

«Ο ποιητής στάζει στο έργο του τα μύρα της τρυφερότητάς του, στην κορυφαία ώρα της ωριμότητάς του» γράφει ο Θεολόγος και συγγραφέας Αντώνης Μεντές στο προλογικό του σημείωμα αγάπης.

Ηλίανθοι. Στρέφουν τα κεφάλια τους στον ήλιο κι ακολουθούν την πορεία του απ’ την ανατολή μέχρι το γέρμα του. Το ίδιο δρομολόγιο μας προτείνει ο Σπύρος Καραμούντζος. Να κοιτάξουμε προς την μεριά του ήλιου, μέσα από τους στίχους του, μέσα από την τρυφεράδα των λόγων του, μέσα από τα αποτυπωμένα στο χαρτί τραγούδια ζωής κι ελπίδας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες ποιημάτων:

Αναμνήσεις

Αφιερώματα

Του νερού γυρίσματα.     

Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει έτσι απλά. Ο Σπύρος Καραμούντζος, ένας ευγενής λόγιος και ποιητής, θέλει στις τελευταίες σελίδες του να μοιράσει το δικό του σπιτίσιο γλυκό σε όλους, όσοι τον τίμησαν κι έγραψαν γι’ αυτόν και το έργο του, λόγια καρδιάς κι αγάπης αλλά και σε όσους τον διάβασαν, μοιράστηκαν μαζί του συναισθήματα και αναμνήσεις και τον ενθάρρυναν στον ανηφορικό δρόμο της ποίησης και της συγγραφής.

Το Επίμετρο. Ένα αληθινό, ζεστό ευχαριστώ που θα μείνει ανεξίτηλο στο διηνεκές.  

Ηλίανθοι. Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο « Εκ Προοιμίου», τηλ.  27510 20419,  Νικηταρά 14, Άργος.

 

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βελεστινλής – Φεραίος Ρήγας  (1757-1798)


« Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»

 

Ο Ρήγας  υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους.

Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» :

               

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,

μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες  στα βουνά;

……………………………………………………..

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

………………………………………………….

 

Προσωπογραφία του Ρήγα, ελαιογραφία του Ανδρέα Κριεζή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές. Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.  Όταν επέστρεψε, δίδαξε για ένα χρόνο στο σχολείο άλλου πηλιορείτικου χωριού, του Κισσού.

Μετά τα πρώιμα θεσσαλικά του χρόνια, ο Ρήγας φύση ανήσυχη και τολμηρή, βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με τα φαναριώτικα περιβάλλοντα της κοινωνίας των Ρωμιών πιθανότατα με την οικογένεια του λόγιου Μεγάλου Διερμηνέα και αργότερα ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.        

Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς.

Η Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.

Στη Βιέννη τυπώνει, εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη « Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη  να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία  και δόξα.

Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα  το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα « Ελευθερία- Ισότης – Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος  και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο.

Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα.  Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία.

Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του.

Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας, έργο Νίκου Εγγονόπουλου.

Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην»  συγγραφέας του βιβλίου  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806.

Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα :

          « Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…

        Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…

       Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν  έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της.

       Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον  αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος  ελευθέρωσιν.»

Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος». Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο  και τη θυσία του ήταν μεγάλη. 

Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό»  ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό: Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του.

Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά,  ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας.  Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον».

Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα,  τιμώντας το μεγάλο τέκνο της  και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

                                                                      

Σπύρος Κ. Καραμούντζος 

 

 

 

Read Full Post »

Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου – Κ. Π. Δάρμος


 

Παντού και πάντοτε οι άνθρωποι έχτιζαν χωριά ή πόλεις δίπλα σε ποτάμια ή εκατέρωθεν αυτών. Κι αν μας ξαφνιάζει τώρα η θεοποίησή τους ή η απόδοσή τους σε θεότητες, δαίμονες και νύμφες, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμα μιλάμε – οι Έλληνες – για νεράιδες και ξωτικά που κατοικούν στα ποτάμια και στα ρυάκια.

Ο Κ. Π. Δάρμος (1956, Άκκρα Γκάνας, από Έλληνες γονείς, απόφοιτος του Χημικού Πάτρας και καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης) στο πρώτο του βιβλίο παρουσιάζει τους αρχαίους ποταμούς της Πελοποννήσου και επιχειρεί την ταυτοποίησή τους με σύγχρονες ονομασίες. Εγχείρημα όχι εύκολο ούτε ακίνδυνο λαθών καθώς, όπως σημειώνει, «το νεαρό κράτος που προέκυψε από την Επανάσταση του ’21, έψαξε στα αρχαία σεντούκια για να αντλήσει συνέχεια και αίγλη και σταδιακά νεκρανάστησε τα ελληνικά τοπωνύμια, διαγράφοντας άκριτα τα ανεπιθύμητα νεότερα, πολλά από τα οποία όμως επιβιώνουν σε πείσμα των αναβαπτιστών τους.

Στις έρευνες των ξένων περιηγητών και των Νεοελλήνων λογίων, οφείλεται η απόδοση του κατάλληλου ονόματος, αν και σε κάποιες περιπτώσεις η επαναφορά της αρχαίας ονομασίας είναι αμφισβητήσιμη. Σε πολλά ποτάμια συνυπάρχει παράλληλα με το επίσημο όνομα και κάποιο άλλο…

Οι ερμηνείες της καταγωγής των νεότερων ονομάτων ποικίλλουν και πολλές φορές οι σκοπιμότητες δίνουν ωραιοποιημένες όσο και ανεδαφικές απαντήσεις, που έρχονται σε σύγκρουση με τη δεδομένη ιστορική διαδρομή του τόπου».

Στο βιβλίο οι ποταμοί χωρίστηκαν σε 7 σύγχρονες γεωγραφικές περιοχές της Πελοποννήσου, «που όμως δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις ομώνυμές τους αρχαίες». Πάντως, όπου οι ταυτοποιήσεις έχουν γίνει, ο μελετητής δεν αρκείται στην παράθεση αρχαίων μύθων και πηγών, αλλά προσθέτει και ό,τι σχετικό θρυλείται στους νεότερους χρόνους. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και αρκούντως χρησιμοποιημένη. Πλούσια είναι και η εικονογράφηση του βιβλίου, αν και το αποτέλεσμα θα ήταν απείρως καλύτερο εάν είχε «δοθεί χρώμα και έμφαση στη θαυμάσια φυσική ομορφιά».

Κ. Π. Δάρμος, «Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »