Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Τσουκαντάς Α. Γιώργος (1904-1973)


  

Μολονότι όλη η δημιουργικότητα του Τσουκαντά τελικά στράφηκε στο επιστημονικό του έργο, εν τούτοις έγραψε αξιόλογα ποιήματα. Η ποίησή του, πηγαία και απέριττη, αγνή και ειλικρινής, εξωτερικεύει τα αισθήματα και βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο και μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση. Μια ρομαντική και νοσταλγική διάθεση – χωρίς να λείπει και ο ανθρώπινος απαισιόδοξος και αισιόδοξος στοχασμός – επιζητεί να τονίσει λυτρωτική έφεση. Πολλοί στίχοι του είναι εμπνευσμένοι από τα τοπία και την φύση της Αργολίδας, του τόπου που θεωρεί πραγματική του πατρίδα.

 

Γιώργος Τσουκαντάς

Ο Γιώργος Τσουκαντάς, γιατρός & λογοτέχνης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904 και απεβίωσε το 1973.  Σπούδασε ιατρική και από το  1927 εγκαταστάθηκε στη Λύρκεια της Αργολίδος, για λόγους υγείας. Εκεί έμεινε μέχρι το 1943 ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού. Ο πατέρας του ήταν από την Αθήνα και η μητέρα του από την Λυρκεία. Γι» αυτό την αγαπούσε σαν δεύτερη πατρίδα του. Από το 1943 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού ως ιδιώτης και ως ελεγκτής του Ι.Κ.Α. Στα 1935 παντρεύτηκε τη φαρμακοποιό Ελένη Παπανικολάου από τη Λυρκεία με την οποία έκανε δύο γιούς, το Θάνο που σπούδασε γιατρός και το Σπύρο που σπούδασε πολ. Μηχανικός. Στα 1942 φυλακίστηκε από τους Ιταλούς για εθνική δράση.

Υπήρξε σύμβουλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Γενικός Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Γιατρών Λογοτεχνών.

Φοιτητής εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Όρθρος» (Αθήνα 1923-24). Από το 1973 έως τo 1941 εξέδωσε το περιοδικό «Ηραία» στο Άργος σε συνεργασία με το λογοτέχνη Γ. Ξ. Λογοθέτη. Το έργο του Τσουκάντα είναι πολύπλευρο, ιστορικό, λογοτεχνικό, επιστημονικό, μυθολογικό, ποιητικό.

Σε φιλολογική εκδήλωση. Από αριστερά: Κ. Μεραναίος, Στρατής Μυριβήλης και Γ. Τσουκαντάς.

Ποιήματα δημοσίευσε σε περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Το 1947 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Πέστροφες». Το 1967 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη»„ με ποίηση μεστή και αξιόλογη, στην οποία περιέρχεται και το αριστουργηματικό του ποίημα «Πέταξες». Αυτό και μόνο φτάνει για να τον καθιερώσει σαν ποιητή. Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971. Είναι μια στροφή προς τον ελεύθερο στίχο χωρίς να καταστρέφει το λυρισμό και τη φιλοσοφία του: «Κοιτάω κατάματα το θάνατο, τις πλάτες εμπιστεύομαι στον Φοίβο», εξομολογείται στο «Παράπονο». Η ποίηση του είναι πηγαία, απέριττη, ειλικρινής. Εξωτερικεύει τα αισθήματα και τα βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο, που μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση.

Μία πλούσια εξωτερική απόκριση είναι ολόκληρη η ζωή του. Ποιητής στην ιδέα, στη φράση, στην απαγγελία και στους τρόπους ακόμα της ζωής. Παράλληλα με την ποίηση καλλιεργεί και την επιστήμη. Δημοσίευσε αξιόλογες εργασίες, επιστημονικές – ιστορικές, που φέρουν τη σφραγίδα της έρευνας του και προβάλλουν τον άνθρωπο με τις ανησυχίες και τη δίψα για πνευματικά επιτεύγματα.

  

Ενδεικτικά έργα του:


 

Στα 1923 , δηλαδή μόλις 19 ετών εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό » Όρθρος » ενώ ήταν ακόμα φοιτητής της Ιατρικής Σχολής. 

Την περίοδο 1934-1940 δημοσιεύεται η πρώτη σειρά με θέματα μυθολογίας & ιστορίας , ανάμεσά τους καταγράφονται τα ακόλουθα :

– Μυθολογία της αρχαίας Λυρκείας (1934)

– Γενεαλογία των Δαναών (1940)

– Γενεαλογία των Ατρειδών (1940)

– Άργος και Δωδώνη , οι ρίζες της φυλής μας (1940)

– Η Ωραία Ελένη και ο Τρωικός πόλεμος (1940)

– Ο Αργείος ήρως Μελάμπους , πρώτος ψυχαναλυτής (1940)

Το 1947 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή » Πέστροφες »

Το 1948 σε συνεργασία με τον Γ. Ξ. Λογοθέτη , συνεκδότη του περιοδικού » Ηραία » , εκδίδει την ανθολογία » Ποιηταί της Αργολίδας «. 

Το 1955 δημοσιεύει τις έρευνες:  » Ο Μελάμπους πρώτος μύστης » & » Ο ιατρομάντης Μελάμπους και το ψυχοσύμπλεγμα του Ιφίκλου». 

Το 1958 δημοσιεύει  το » Άλκαθος , ο τραγικός βασιλιάς των Μεγάρων «, και την ποιητική ανθολογία » Αναπλιώτες «.

Το 1958 έως 1961 δημοσιεύει ιστορικά άρθρα & μελέτες , όπως :

– Περίανδρος (1958)

– Οι μυθολογικές ρίζες της Ελληνικής ιστορίας (1960)

– Αίγισθος (1960)

– Η τραγική γενιά των Τανταλιδών (1961)

Το 1961 δημοσιεύεται στο περιοδικό » Κασταλία » , το άρθρο του » Η Ελληνική γραφή στις μυθικές μας παραδόσεις » και στην συνέχεια ακολουθούν τα μελετήματα :

– Η αρχαία Σπάρτη και η δυναστεία των Τυνδαριδών (1962)

– Η αρχαία Αρκαδία και η δυναστεία των Πελασγών (1963)

– Μυθολογικά μελετήματα (1965)

Το 1967 θα εκδώσει την δεύτερη ποιητική συλλογή , με τίτλο » Αμφιλύκη »   (η λέξη αμφιλύκη δηλώνει το τελευταίο μέρος της νύχτας) .

Το 1970 δημοσιεύει στην » Κασταλία «, το δοκίμιό του με τίτλο » Στρατής Μυριβήλης . Ο άνθρωπος «. 

Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971.

 

Πηγές


Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 3, Απρίλιος 2004.

Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.

Read Full Post »

Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους


  

Ένα νέο βιβλίο από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», με τίτλο « Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».  Βιογραφικά – γύρω από την έκδοση – συλλογή άρθρων του. Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς του δικηγόρου – ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη  και στόχο έχει να διαλευκάνει τον τρόπο και τις συνθήκες  συγγραφής της «Ιστορίας του Άργους» αφ ενός και αφετέρου να ρίξει φως στη ζωή, την προσωπικότητα και το συνολικό έργο του συγγραφέα.

 

Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέρχις Ημών. 

 

Το έτος 1892,  ο φιλόλογος Ιωάννης Κοφινιώτης, παρέδιδε στον Αργειακὸ λαὸ την ιστορία του. Το έργο αυτό αποτελούσε και αποτελεί σημαντική πρόδρομη εργασία για την  ιστορία και τοπογραφία του αρχαίου Άργους. Κι΄ αυτό ακριβώς μαρτυρά την ευθύνη και τον μόχθο του Ιωάννη Κοφινιώτη, να συγγράψει μία τεκμηριωμένη αλλά και γλαφυρή λεπτομερή ιστορία της πόλης.

«Πέραν τοῦ Ἄργους οὐδὲν δεικνύει τὸ ἱστορικὸν τηλεσκόπιον. Ἐκ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἀκροπόλεως τοῦ ἀγλαοθρόνου Δαναοῦ ἀνέτειλεν ἡ Ἠώς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ περεσκευάσθη ἡ κολυμβήθρα, ἐν ᾗ ἐτελέσθη τὸ μυστήριον τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ ἀπολυτρώσεως τῆς ἀνθρωπότητας ἐκ τοῦ σκότους τῆς ἀμαθίας καὶ  τοῦ πρότερον ἀγροίκου βίου». Με αυτὴν την μεστὴ πρόταση μάς εισάγει στην ιστορία του ὁ σπουδαίος αυτός δάσκαλος.

Η «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέρχις Ημών», το σπουδαίο αυτό  βιβλίο  επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» το 2008,  όπως ακριβώς κατετέθη στην Ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα του, πριν από 116 χρόνια.

Όμως ο αναγνώστης του βιβλίου σε κάποια στιγμή νοιώθει μετέωρος αφού ανακαλύπτει ότι μόνο μέχρι τους χρόνους της Ρωμαϊκής κατοχής τον « ξεναγεί» ο συγγραφέας.  Σαφώς και γνωρίζει ότι πρόκειται για τον Α΄τόμο. Το αίσθημα όμως του κενού και της έλλειψης της συνέχειας υπάρχει. Τι έγινε; Τι συνέβη; Πότε θα εκδοθεί ο Β΄τόμος; Αλλά και ερωτήματα σχετικά με τον συγγραφέα αναφύονται στην πορεία. Ποιος ήταν ο Κοφινιώτης; Τι τελικά γνωρίζουμε γι’ αυτόν;

 

Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».

 

Αυτή η ανάγκη απαντήσεων λοιπόν, οδήγησε τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» στη συγγραφή και έκδοση ενός «επίτομου πονήματος», που βάζει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά και στην επέκταση του σε ορισμένους άλλους Αργείους λογίους, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανά η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Οδήγησε στην συγγραφή και  έκδοση του βιβλίου,  Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».  Βιογραφικά – γύρω από την έκδοση – συλλογή άρθρων του.  Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη, από τον ερευνητή της ιστορίας και  διακεκριμένο δικηγόρο, Βασίλη Δωροβίνη.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου αναλύεται  το ιστορικό της γραφής της Ιστορίας του Άργους από τον Κοφινιώτη, ενώ στο  τέλος  παρατίθεται  παράρτημα  με κείμενα προδρομικά της «Ιστορίας», εργογραφία  του  Κοφινιώτη  και  τις  θέσεις  του για το « γλωσσικό ζήτημα» της εποχής. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί μια σύντομη  μελέτη για λογίους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες.

Το βιβλίο 104 σελίδων σχήματος (17 Χ 24), τιμάται 10 ευρώ και βρίσκεται σε όλα τα ενημερωμένα  βιβλιοπωλεία. Η κεντρική διάθεση γίνεται από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» στο Άργος  ( τηλ. 27510  20419 ).

 

 

Read Full Post »

Φλεβάρη Παναγιώτα, «Ο Αισθητής Όσκαρ Ουάιλντ και η πρόσληψη των έργων του», Πτυχιακή εργασία, Σχολή ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, Τμήμα φιλολογίας, 2009.

Αποθήκευση Έγγραφου: Oscar Wilde  

 

Read Full Post »

Μπουασονά Φρέντ – Frederic Boissonnas (1858-1946) 


 

O Φιλέλληνας  Ελβετός Fred Boissonnas είναι ο πρώτος ξένος φωτογράφος που περιηγήθηκε τόσο πολύ στον ελληνικό χώρο, από το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα. Ταξίδεψε από την Πελοπόννησο ως την  Κρήτη και τον Όλυμπο και από την Ιθάκη ως το Άγιο Όρος. Περιηγήθηκε, φωτογράφισε, έγραψε. Το έργο του, πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Η οικογένεια των Boissonnas κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το  Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία.  Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Fred – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Fred να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων που είχαν εγκατασταθεί εκεί, κοντά στις εκβολές του Ροδανού.[i]

Ο Henri-Antoine Boissonnas,  ο πατέρας του Fred,  ιδρυτής  της φωτογραφικής δυναστείας, άσκησε στην αρχή το επάγγελμα του χαράκτη στο ωρολογοποιείο του πατέρα του, η αδυναμία του , όμως, ήταν η φωτογραφία. Αυτή η αγάπη – που την κληρονόμησαν οι γιοι του- ήταν η αιτία που, αργότερα,  άνοιξε  στούντιο στη Γενεύη.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ο Fred(eric) Boissonnas γεννήθηκε στις 18-6-1858. Ήταν το πρώτο από τα  τέσσερα παιδιά του Henri-Antoine και της  Sophie, (Fred, Edmond-Victor, Caroline, Eva).[ii]  Πολύπλευρο ταλέντο, ο Fred κατάφερνε να συνδυάζει τα σπορ – ο αλπινισμός ήταν η μεγάλη του αγάπη- με τις σπουδές – παρακολουθούσε μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών- και τη μουσική- ήταν θαυμάσιος πιανίστας. Μια καρδιακή κρίση του πατέρα του τον υποχρέωσε, πριν   τελειώσει το γυμνάσιο, να αναλάβει για μερικούς μήνες το εργαστήριο. Παρά την απειρία του κατάφερε να τα βγάλει πέρα. Μετά από αυτό, ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει να βελτιώσει τις γνώσεις του, πρώτα στη Στουτγάρδη, στο στούντιο του Brandseph, και αργότερα στον Ούγγρο Kohler. Ο τελευταίος  επηρέασε αποφασιστικά τον Fred. Ο Fred επέστρεψε από την Ουγγαρία το 1880. Γρήγορα, μεταμόρφωσε το ατελιέ του πατέρα του σε μαγικό σκηνικό, χρησιμοποιώντας έπιπλα, διακοσμητικές συνθέσεις και σκηνογραφικά υπόβαθρα με απόλυτα νεωτεριστικό πνεύμα και ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα. Οι  φωτογραφίες  του χαρακτηρίζονταν για τη  ζωντάνια  τους και χάρισαν στον Fred διεθνή αναγνώριση. Το ατελιέ του ήταν διαρκώς γεμάτο. Από το 1896 και μετά κέρδισε, πολλά βραβεία στη Γενεύη, το Παρίσι, τη  Βέρνη, τη Βιέννη, το Σικάγο.

Τα επόμενα χρόνια πολλαπλασίασε τις μελέτες του γύρω από το φως.  Μελέτησε τον καλπασμό ενός αλόγου, χωρίζοντάς τον  σε πολύ μικρά  διαστήματα, της τάξης του  1/100 του δευτερολέπτου (αντίστοιχα με τη σχετική μελέτη του Maybridge)[iii]. Ανέλαβε φωτορεπορτάζ, διαφημίσεις  κλπ.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού του 1900 κέρδισε το πρώτο βραβείο. Μετά και από αυτό το θρίαμβό του, ο Fred άρχισε να εγκαινιάζει ατελιέ στο Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Το 1902 – μαζί με τον Γερμανό Eggler- αγόρασε το ατελιέ του Ιταλού Passeta, στην πλατεία Niefski της  Μόσχας. Ο Eggler κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει όλη την καλή κοινωνία της πόλης στο κατάστημα τους. Κυρίες επί των τιμών, δούκες, δούκισσες, βοεβόδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες άρχισαν συρρέουν για  ένα πορτρέτο.

Πριν φύγει για την Αμερική ο Edmond-Victor Boissonnas[iv] είχε ετοιμάσει για τον αδερφό του μερικές μεγάλες  φωτογραφικές πλάκες. Είχε καταφέρει να απομονώσει ένα φωτοευαίσθητο υλικό, την εωσίνη, και τη χρησιμοποίησε καθαρή, σε μεγάλες ποσότητες, με θεαματικά αποτελέσματα[v].

Τον ίδιο καιρό ο Fred φωτογράφησε από μακριά το Mont-Blanc, με τηλεφακό που κατασκευάστηκε στην Αγγλία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας ξεχώρισε το μπλέ (ουρανός) από το άσπρο (χιόνι). Η κορυφή από μόνη της κάλυψε μία πλάκα 15×16 εκ. Η φωτογραφία αυτή έκανε  το γύρο του κόσμου.

 

Ο Fred Boissonnas  στην Ελλάδα


 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα η Κέρκυρα.  Η παρέα θαμπώθηκε από τον πολιτισμό των Ιονίων. Εντυπωσιάστηκε πιο πολύ από τα πασχαλιάτικα έθιμα  του νησιού.  Έφτασαν τελικά στην Αθήνα και από εκεί στον Παρνασσό. Σχεδόν δυο  μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο αυτού του τιμημένου βουνού, που να  τον ικανοποιεί.

Τελικά, ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας  απ’ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού. Στο  χωριό, που  δεν είχε ξαναφανεί   φωτογράφος,  διοργανώθηκε γιορτή. Ο παπάς του χωριού τούς παραχώρησε το δωμάτιό του. Ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γάιδαρό του.

Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τη φωτογράφηση του Παρνασσού, ο Fred φωτογράφιζε τους χωρικούς στις καθημερινές  ασχολίες τους. Πέρασαν από την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, το Άργος, την Τρίπολη, τη Σπάρτη.

Από το πρώτο κιόλας ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Fred  σκέφτηκε να συνδέσει τη δουλειά του με την τουριστική προβολή της χώρας.[vii] Με  διαδοχικά υπομνήματά του πρότεινε στην  ελληνική κυβέρνηση τη χρηματοδότησή του για τη φωτογράφηση της Ελλάδας, αλλά και των περιοχών που επρόκειτο να ενσωματωθούν σ‘ αυτήν (Κρήτη, Μικρασιατικά παράλια, Ήπειρος, Μακεδονία).

Έθεσε τις υπηρεσίες του στην προβολή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό με τη δύναμη της φωτογραφικής εικόνας. (Δυστυχώς η πρωτοποριακή αυτή πρόταση δεν έγινε δεκτή παρά αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω για την περίπτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας)[viii].

Τον Οκτώβριο του 1907 ο Fred,  γυρίζοντας από την Αίγυπτο, βρέθηκε στην Ακρόπολη. Είχε πολλά να κάνει εκεί: χρειαζόταν πλάνα για το βιβλίο που ετοίμαζε με τον Daniel καθώς και για την καταγραφή των μνημείων της Αθήνας που του είχε ζητήσει ο εκδότης Eggimann από την Ευρώπη. Ο φωτισμός ήταν αξιοθαύμαστος, η θέα καταπληκτική, ο Παρθενώνας αποκλειστικότητά του[ix]: «…πραγματοποιώ ένα όνειρο, είμαι ολομόναχος… Είναι ωραίο να απολαμβάνω τέτοιο θαύμα…», έγραφε ο ίδιος .

Αργότερα, ανεβασμένος στην κορυφή μιας σκάλας 12 μ. που είχε παραγγείλει σε ένα ντόπιο ξυλουργό, φωτογράφισε την ζωφόρο  του Παρθενώνα. Κάποιοι θεώρησαν βλασφημία αυτή τη φωτογράφηση. Τα γλυπτά, έλεγαν, είχαν φτιαχτεί για να τα βλέπει κανείς από το έδαφος. Όλοι όμως επαίνεσαν τις φωτογραφίες που τράβηξε στον  Παρθενώνα μετά από μια δυνατή νεροποντή[x].

Το 1908 ο Fred ταξίδεψε και πάλι στην Ελλάδα. Αποβιβάστηκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στην Επίδαυρο, στην Αττική και  κατέληξαν  στα Μετέωρα. Τον Αύγουστο του 1910 κυκλοφόρησε το  λεύκωμα «En Grèce par monts et par vaux» (Στην Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια), με τις υπογραφές των Fred και Daniel. Παρά το γεγονός ότι ήταν πανάκριβο, το λεύκωμα, σύντομα  εξαντλήθηκε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

Ο Daniel έγραψε: «εκεί όπου οι άλλοι δεν ψάχνουν παρά μόνο για ερείπια εμείς ανακαλύψαμε μια φύση και ένα λαό». Από παντού έφθαναν συγχαρητήρια γράμματα.  Όλοι, από τον πιο ασήμαντο νεαρό Έλληνα φοιτητή ως τον  Ελευθέριο Βενιζέλο, έγραφαν για να εκφράσουν το θαυμασμό τους.

Στο «En Grèce par monts et par vaux», διαβάζουμε για το Ναύπλιο, τη φυλακή και τους δήμιους. 

 

  

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου - Frederic Boissonnas 1903

« Στο Ναύπλιο συνυπάρχουν η Δύση (Ιταλία) και η Ανατολή. Οι Βενετοί ονόμαζαν την πόλη Νάπολη της Ρωμανίας. Το κάστρο Ιτς Καλέ που δεσπόζει στο λιμάνι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης. Ο μόλος πάνω στον οποίο βρίσκεται μοιάζει με προέκταση του βράχου του Παλαμηδίου αγκυροβολημένη στη θάλασσα. Το ύψος του βράχου που φαίνεται απ’ όλη την αργολική πεδιάδα ξεπερνάει τα διακόσια μέτρα, πράγμα που δίνει την εντύπωση πως το Παλαμήδι βγαίνει από τη θάλασσα και φτάνει ίσαμε τον ουρανό. Χίλια σκαλοπάτια πάνω στον βράχο οδηγούν ίσαμε το οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή του και είναι διαμορφωμένο σε φυλακή.

Οι κρατούμενοι περνούν την ημέρα τους όλοι μαζί, στις τοιχισμένες χαμηλές αυλές, όμοιες με γούβες, ενώ οι φρουροί με το τουφέκι τους στον ώμο τους επιβλέπουν από ψηλά. Η πύρα του καλοκαιρινού ήλιου εισβάλει στα πέτρινα αυτά πηγάδια και επιδεινώνει την αφόρητη δυσωδία που βασιλεύει. Οι δυστυχισμένοι που ζουν εκεί δένουν σε μακριά κοντάρια τα μικροαντικείμενα που κατασκευάζουν και τα επιδεικνύουν στους επισκέπτες μέσα από τους άθλιους λάκκους που περνούν τις μέρες τους. Πρόκειται για μικροτεχνήματα από ξύλο ή μέταλλο στα οποία βάζουν όλη τους τη δεξιοτεχνία.

Στο οχυρό Μιλτιάδης έχουν συγκεντρώσει τους ισοβίτες και τους καταδικασμένους σε θάνατο. Η αυλή του είναι πολύ πιο βαθιά σκαμμένη, τα πρόσωπα που περιφέρονται πιο θλιμμένα και τα χειροτεχνήματα πιο λεπτοδουλεμένα. Από εκεί αγόρασα ένα δαχτυλίδι πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένη η λέξη Ελπίδα και μια ξυλόγλυπτη εικόνα του Ευαγγελισμού η οποία είχε κάτι το αληθινά συγκινητικό!

Πέντε θανατοποινίτες – μεταξύ των οποίων και ένας Αρκάδας που ξεχώριζε λόγω της κορμοστασιάς του, της ευγενικής φυσιογνωμίας του και του ιδιαίτερα περιποιημένου χτενίσματός του – περίμεναν ήρεμοι και σοβαροί, σαν άλλοι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, την τελευταία ημέρα τους˙ έκαναν υπομονή μέχρι να εμφανισθεί ο δήμιος!

Στην Ελλάδα, ο δήμιος είναι ο επονείδιστος, ο καταραμένος, αυτός που κουβαλάει πάνω του όλο το μίσος. Πρώην θανατοποινίτης – ο εδώ εκτελεστής – τον οποίο επέλεξαν και έθεσαν ενώπιον του διλήμματος: Ή θα δώσεις ή θα λάβεις θάνατο. Μεταξύ θανάτου και άθλιας ζωής που θα τον καθιστούσε, επιπλέον, αποδέκτη του μίσους και της περιφρόνησης ενός ολόκληρου λαού, επέλεξε να ζήσει.

Περνά τις μέρες του μέσα στο σιδερόφρακτο κελί του στο Μπούρτζι, στη θλιβερή νησίδα στην είσοδο του λιμανιού. Όταν πρόκειται να εκτελέσουν κάποιον κατάδικο, βγάζουν έξω τον δήμιο νύκτωρ και πάντα με φρουρά, για να μην αποδράσει, και τον συνοδεύουν ως το Παλαμήδι όπου πέφτουν τα κεφάλια˙ είκοσι πέντε περίπου εκτελέσεις γίνονται κάθε χρόνο.

Κατεβαίνοντας από το κάστρο πήραμε μια βάρκα που μας οδήγησε στη νησίδα χορεύοντας, κυριολεκτικά, πάνω στα κύματα. Ένας λοχίας μας πέρασε μέσα από τα ετοιμόρροπα τειχίσματα του παλαιού οχυρού και μας πήγε μέχρι το κατάλυμα του δημίου. Ήταν ένα κελί χαμηλοτάβανο, καθαρό, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και μια λάμπα αναμμένη κάτω από μια εικόνα. Το πρόσωπο του δημίου, με λεπτά χαρακτηριστικά, δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο ή το χαμερπές, μόνο μια έκφραση γεμάτη θλίψη και ντροπή που θα μου μείνει αξέχαστη.

Μας πρόσφερε τις καρέκλες που είχε στο κελί του κι εκείνος κάθισε στο πρεβάζι του παραθύρου. Επί οκτώ συνεχή χρόνια εκτελεί (ναι εκτελεί!) το καθήκον του (και τι καθήκον!) και επί οκτώ  χρόνια κάνει είκοσι με τριάντα περίπου φορές τον χρόνο τη μοιραία διαδρομή Μπούρτζι – Παλαμήδι». (Η Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα, 2007).

  

Τίρυνθα - Frederic Boissonnas 1903

 

Τον Οκτώβριο του 1911 ο Fred και ο Daniel ξανάρθαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά  προορισμός τους ήταν τα νησιά του Αιγαίου.  Περιόδευσαν στη Σκύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Νάξο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, τη Σίφνο, την Πάρο και την  Ίο και κατέληξαν στην Κρήτη. Ο Βενιζέλος τους άνοιξε όλες τις πόρτες.

Το 1912 ο Fred συνόδεψε  στο σκάφος «Καληδονία» τον ελληνιστή Victor Berard[xi] στο ταξίδι αναζήτησης της πορείας του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα σ’ όλη τη Μεσόγειο. Η «Καληδονία», πέρασε και από την Πάργα. Οι  τουρκικές αρχές δεν επέτρεψαν  τη φωτογράφηση κι έτσι ο Fred αρκέστηκε να τη φωτογραφίσει από τη θάλασσα. Λίγο καιρό μετά, όταν  ελευθερώθηκε η Πάργα, ο Fred πανηγύριζε που θα  μπορούσε, επιτέλους, να τη φωτογραφίσει από κοντά.[xii] Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το βιβλίο «Dans le sillage dUlysse», που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1932, με κείμενα του Victor Berard και φωτογραφίες του Fred.

Τον Ιούνιο  του 1913 επέστρεψε στην Ελλάδα με τον Daniel. Αυτή τη φορά  ήρθαν  «να περιηγηθούν στο Βορρά», με σκοπό τη δημιουργία ενός άλμπουμ.  Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, τελικά,  στο αίτημα του Fred να χρηματοδοτήσει τη φωτογραφική αποτύπωση των περιοχών της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος με τις νίκες στους βαλκανικούς  πολέμους[xiii].

Από αυτή την περιπλάνηση στην Ήπειρο προέκυψε το λεύκωμα «L’ Épire berceau des Grècs» ( Ήπειρος, το λίκνο της Ελλάδας), ενταγμένη στη σειρά  «L’ image de la Grècs».

Με το λεύκωμα γινόταν φανερό πως , παρά τη μακραίωνη δουλεία της,  η περιοχή είχε ακατάλυτους δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα. Έντονη ήταν η παρουσία και του βυζαντινού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα πλάνα ήταν διακριτική.

Τέλος,  η έξοχη ιδέα να επιλεγεί για το εξώφυλλο η φωτογραφία της Δωδώνης  με τις ιερές βελανιδιές σφράγισε την έκδοση αυτή, που αποτέλεσε τον πιο αυθεντικό εκφραστή των ελληνικών θέσεων  στο εξωτερικό! Μετά την Ήπειρο, ο Fred και ο Daniel ακολούθησαν τα βήματα του νικηφόρου ελληνικού στρατού και έφτασαν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα φωτογραφίζοντας τις «νέες χώρες» που απελευθερώθηκαν.

Στις 2 Αυγούστου 1913, με οδηγό το Χρήστο Κάκκαλο, κατέκτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου το Μύτικα (2918μ.), που μέχρι τότε παρέμενε απάτητη. (Στον Όλυμπο  ανέβηκαν άλλες δύο φορές:  το 1919  και το 1927.)

Στις 23 Αυγούστου ο Fred  και ο Daniel απέστειλαν μακροσκελή επιστολή στο Γενικό πρόξενο της Ελλάδας στη Γενεύη Πέτρο Καψαμπέλη, στην οποία πρότειναν την ίδρυση εκδοτικού καλλιτεχνικού οίκου για την εκτύπωση εικονογραφικών λευκωμάτων και «…εν γένει επιχείρησιν πάσης καλλιτεχνικής εργασίας, ήτις θα ηδύνατο να αναπαραστήση φωτογραφικώς και καταστήσει γνωστάς τας καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον…»[xiv]

Στις 14 Δεκεμβρίου 1918 υπογράφτηκε συμφωνία  μεταξύ του Fred  και του υπουργού των Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη για τη διοργάνωση μιας έκθεσης στο Παρίσι με θέμα την Ελλάδα. Το οριστικό συμβόλαιο, που υπογράφτηκε στις 27 Μαρτίου 1919, προέβλεπε την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων (Smyrne, La Thrace, Constantinople και L’ Hellénisme d’ Asie Mineure).[xv] Οι εκδόσεις που θα ακολουθήσουν πιστοποιούν την ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων  και – ταυτόχρονα – προλειαίνουν το έδαφος και για  τα επόμενα βήματα στην πραγματοποίηση της  «Μεγάλης Ιδέας».

Με την αμέριστη αρωγή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος γνώριζε και θαύμαζε το έργο του Fred Boissonnas, ο «προπαγανδιστικός μηχανισμός της εικόνας» έφθασε στο απόγειο του μέσα από εκδόσεις και εκθέσεις.

Το Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων, ο Fred στέλνει στη Σμύρνη τον πρωτότοκο γιο του Edmond να φωτογραφίσει την πόλη για την έκδοση του ομώνυμου λευκώματος. Ο ίδιος, μαζί με τον τρίτο του γιο τον Henri πήγε στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας, να εξασφαλίσει  υλικό για  την έκδοση των άλλων λευκωμάτων[xvi].

Μέσα στο 1919 κυκλοφόρησαν τα λευκώματα «Smyrne» και «Salonique, la ville des belles églises». Το 1920-21 εκδόθηκαν δύο τόμοι για την εκστρατεία στη Μακεδονία,  «La campagne de Macédoine, 1916-17» και «La campagne de Macédoine, 1917-18». Οι εκδόσεις αυτές στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες και σε κάθε σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής.

Στις 5 Ιουνίου του 1921 κατέφθασε στη Σμύρνη ο HenriPaul με σκοπό να καλύψει ως φωτορεπόρτερ την εκστρατεία του ελληνικού στρατού μαζί με τον έμπειρο συνταγματάρχη Fernand Feyler, που θα έγραφε τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Ο Fred είχε καταφέρει να πείσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική του Βενιζέλου ως προς το έργο που είχε αναλάβει, και την ομαλή ροή των συμφωνηθέντων ποσών[xvii].

Η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδότησε την οικονομική κατάρρευση των εκδόσεων Boissonnas.  Λίγο μετά το 1922  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου αγόρασε το ατελιέ Cherry-Rousseau.    Στην  πελατεία  συγκαταλέγονταν εκλεκτά ονόματα της διανόησης και των τεχνών αλλά οι καλές εποχές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ακούραστος Fred όμως, συνέχισε τα ταξίδια με τον ενθουσιασμό ενός εφήβου. Μαζί με τον μηχανικό Paul Trembley επισκέφτηκε την Αίγυπτο (1929) και τον επόμενο χρόνο το Φθινόπωρο φωτογράφισε το Άγιον Όρος[xviii]. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Le Tourisme en Grèce» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ’ όλη τη δουλειά του στην Ελλάδα και  δικά του κείμενα.

Τα οικονομικά του προβλήματα τον οδήγησαν στην πώληση, ανάμεσα στα άλλα, του ιστορικού ατελιέ της Γενεύης στο Quai de la Poste καθώς και του σπιτιού του. Από δω και στο εξής ο Fred ζούσε με τις  οικογένειες των παιδιών του. Η Augusta, η γυναίκα του Fred, δεν άντεξε τον ανεξήγητο θάνατο της κόρης τους Lilette. Έπαθε σοβαρό νευρικό κλονισμό και πέθανε,  το 1940. Ο Fred την ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του τις πέρασε  σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη μικρή του κόρη Daniele.

Από τα γραπτά των  δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιγράφουν παράξενα γεγονότα, φαίνεται ότι ο Fred έφτασε  στα όρια μεταξύ διαυγούς διάνοιας και τρέλας: πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα πορφυρένιο παλάτι, άκουγε παράξενες μουσικές και τραγουδούσε αποσπάσματα από το Μαγεμένο Αυλό…

Υποσημειώσεις

 


[i] Gad Borel, ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, BOISSONNAS, Ριζάρειο Ίδρυμα Αθήνα 2001  σ. 18.

[ii] Τα στοιχεία για τη ζωή του F. Boissonnas λήφθηκαν κυρίως από το έργο του NICOLAS BOUVIER, BOISSONNAS UNE DYNASTIE DE PHOTOGRAPHES 1864-1983, PAYOT LAUSANNE 1983.

[iii] βλ. Άλκης Ξανθάκης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ 1839-1975, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ Αθήνα 1994-99 σ. 59-60.

[iv]  O Edmond Boissonnas πέθανε στην Αμερική από τύφο. Μετά το θάνατο του  αδελφού του, ο Fred εργάστηκε  σκληρά μόνος του αυτή τη φορά, γύρω από τη οπτική και τη χημεία της φωτογραφίας.

[v]  O Edmond Boissonnas  δεν ανακάλυψε την εωσίνη.  Μερικοί φωτογράφοι  τη χρησιμοποιούσαν, ήδη. Η επιτυχία του ήταν  ότι τη χρησιμοποίησε σε καθαρή μορφή.

[vi] Ο Daniel BaudBovy ήταν κατά 12 χρόνια νεότερος από το  Fred. Γιος ζωγράφου, μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είχαν  συνεργαστεί με τον Fred στις εκδόσεις: «Οι ζωγράφοι της Γενεύης»  και «Το ημερολόγιο της Γενεύης» και τους συνέδεε βαθιά φιλία και κοινή καλλιτεχνική αίσθηση.

[vii] Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΑΣ, ΤΟΠΙΑ και ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ του FRED.BOISSONNAS, μια έκδοση του περιοδικού «Συλλογές» Αθήνα χ.χ.

[viii] βλ. HENRI-PAUL BOISSONNAS Μικρά Ασία 1921,Ειρήνη Μπουντούρη, Η Μικρά Ασία του H.P. Boissonnas, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

[ix] Την ίδια εποχή  τα μνημεία της Ελλάδας  τα φωτογράφιζε και ο συμπατριώτης του Boissonnas αρχαιολόγος Waldemar Deonna, που αργότερα θα συνεργαστεί μαζί του  (Δύο Ελβετοί αρχαιολόγοι φωτογραφίζουν την Ελλάδα Waldemar Deonna και Paul Collart 1904-1939, Αθήνα 2001).

[x] Ο Σπύρος Μελετζής, ακολουθώντας τα βήματα του Fred, μας έδωσε το «δικό του Παρθενώνα» (όπως και τον Όλυμπο και πολλές από τις «αγροτικές» σκηνές). Συνέντευξη στον Μ. Πασιάκο 2002.

[xi] Διάσημος Γάλλος ελληνιστής, ο οποίος μετέφρασε την «Οδύσσεια» στα γαλλικά.

[xii] βλ. ημερολόγιο F. Boissonnas.

[xiii] Το 1913-14 ο Fred έλαβε από τον τότε έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και πρώην υπουργό των Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο και το πενιχρό ποσό των 5.000 δρχ. που είχε εγκρίνει το 1907 ο Γεώργιος ο Α΄. βλ. Ειρήνη Μπουντούρη. Η οικογένεια Boissonnas και η «προβολή των ελληνικών θέσεων», Μικρά Ασία ο.π. σ. 35.

[xiv] Αποκαλυπτική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, αλλά και των προθέσεων του Fred είναι η επιστολή του Καψαμπέλη προς τον υπουργό των εξωτερικών: «…ότι η επιχείρησις αύτη καλώς οργανουμένη ηδύνατο να αποδώση ημίν ανεκτιμήτους υπηρεσίας από πολιτικής, οικονομικής και πάσης άλλης απόψεως, είνε αναμφισβήτητον. Οι αναλαμβάνοντες ταύτην δεν αποβλέπουσι κυρίως εις αυτήν ως εις κερδοσκοπικήν επιχείρησιν. Αναμφιβόλως δεν ρίπτονται εις αυτήν εξ απλής μόνον αισθηματολογίας αλλά κυρίως επιθυμούσι να συμπληρώσωσιν έργον, εις ό αφιερώθησαν ήδη από 15ετίας…».

Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Νο 553.

[xv] Το συμβόλαιο αυτό φυλάσσεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών.  (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Αριθ. Πρωτ. 2907.

[xvi] …Συγκροτούν το ιδεολογικό και το εικονογραφικό έρεισμα της «προβολής των ελληνικών θέσεων» και το τεκμήριο της ελληνικότητας των περιοχών μέσω της φωτογραφίας και των επιλεγμένων κειμένων…γράφει εύστοχα η Ειρήνη Μπουντούρη ο.π. σ. 37.

[xvii] Στο σημείο αυτό ο N. Bouvier γράφει λανθασμένα ότι: «…Τα σχέδια τους  ακυρώθηκαν από τα γεγονότα: ο Βενιζέλος έχασε την εξουσία..» Όπως βλέπoυμε όμως το εμπορικό δαιμόνιο του Fred τα είχε καταφέρει για τελευταία φορά, αν και οι καθυστερήσεις των συμφωνηθέντων ποσών από την ελληνική κυβέρνηση ήταν αφόρητες. Στις επιστολές του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γενεύη προς το υπουργείο του περιγράφεται με μελανά χρώματα η κατάσταση: «…Ευρισκόμεθα δ’ εν δυσχερεστάτη θέσει, διότι ο κ. Boissonnas δεν παύει απευθυνόμενος προς τε το Προξενείον και ημάς, αιτούμενος την  ταχίστην αποστολήν της ληξιπροθέσμου απαιτήσεώς του…» 24-12-1921 και «…ευαρεστούμενοι χορηγήση μοι σχετικάς οδηγίας, δυναμένας ίσως να λυτρώσωσι την Βασιλικήν Πρεσβείαν των απαύστων οχλήσεων του αναφερομένου καλλιτέχνου…» 19-6-1922,  Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas) .

[xviii] FRED BOISSONNAS, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1930, κείμενα BETRAND BOUVIÉR, ΑΜΜΟΣ, 1994.

Read Full Post »

Ρηγόπουλος Γιάννης


 

Ρηγόπουλος Γιάννης

Ρηγόπουλος Γιάννης

Γεννήθηκε στη Νεστάνη της Αρκαδίας το 1952. Μεγάλωσε στο Άργος, γιατί εδώ εγκαταστάθηκαν οι γονείς του και έτσι τα παιδικά και μαθητικά χρόνια συνδέθηκαν έντονα με τη ζωή και τις παρέες της πόλης. Τελειώνοντας το «Οικονομικό Γυμνάσιο», πηγαίνει στην Αθήνα έχοντας εγγραφεί στην ΑΣΟΕΕ και έρχεται σε επαφή με το κλίμα της πρωτεύουσας και τα στέκια της, ιδιαίτερα εκείνα που συχνάζουν οι μύστες των τεχνών και των γραμμάτων. Γυρνώντας στο Άργος έχει ήδη διαμορφώσει μια άποψη για το δρόμο που θα ακολουθήσει και παρότι η εργασία του ως λογιστής του επιτρέπει να λύσει το βιοποριστικό, οι κρυφοί έρωτες τον σπρώχνουν σε δρόμους περίπλοκων αναζητήσεων και τον βάζουν στον πειρασμό των δύσκολων περασμάτων.

Σε μια εποχή όπου τα κυρίαρχα ιδεολογήματα επέβαλλαν απόλυτη υποταγή στις διαστρεβλώσεις του ελληνοορθόδοξου δόγματος, χρειαζόταν σε κάποιον δύναμη ψυχής για να μπορέσει η σκέψη του να αντέξει τις δυσκολίες ελεύθερων περιηγήσεων στο λόγο και την τέχνη. Η εικόνα του τοίχου στο βιβλιοπωλείο του με τα συνθήματα «21-4-1967, φονιάδες, Ζήτω ο στρατός», θα συμβολίζει για μια περίοδο, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι τολμούσαν να σκεφτούν με τρόπο διαφορετικό.

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος συνεχίζει και το 1975 εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αναγέννηση» με παναργολική κυκλοφορία. Η εφημερίδα θα μετατραπεί, λίγα χρόνια μετά, σε μηνιαίο περιοδικό που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα. Βιβλιοπωλείο και περιοδικά θα αποτελέσουν τα στέκια ενός κόσμου που αναζητά νέες πνευματικές εκφράσεις και που βοηθά στην αναγέννηση του πολιτισμού στην Αργολίδα.

Παράλληλα, οργανώνονται οι εκδόσεις «Ελλέβορος» και εκδίδεται το πρώτο τριμηνιαίο περιοδικό επιστήμης, γραμμάτων και τεχνών στην Αργολίδα. Στις σελίδες του «Ελλέβορου» και της «Αναγέννησης» θα βρουν φιλοξενία δεκάδες άρθρα με θέματα πολιτισμού, πολιτικής, κοινωνίας. Στην αίθουσα της «Αναγέννησης» θα παρουσιαστούν δεκάδες κείμενα, μελέτες διηγήματα, θα ακουστούν άπειρες γνώμες, κριτικές, εξηγήσεις και αναλύσεις και θα αναδειχθούν τα σημεία των συνεχών αναζητήσεων στους κόσμους που οργανώνει η ψυχή και η σκέψη.

Η «Αναγέννηση» θα υπάρξει για περισσότερο από τριάντα χρόνια το ελεύθερο βήμα έκφρασης των ανθρώπων της καθημερινότητας αλλά και εκείνων της αναζήτησης «εκτός των τειχών». Ένα πραγματικό στέκι για τη ζωή, τα γράμματα και τις τέχνες.

Ο ίδιος ο Γιάννης Ρηγόπουλος μετράει μια πλούσια ποιητική παρουσία, γνωστή και εκτός Αργολίδας, με σημαντικές εκδόσεις και ποιητικές συλλογές.

Μερικές από αυτές είναι: «Χιμαιροπλόκος» (1969), «Παράσταση» (1971), «Πειράματα επί φασιόλων» (1981), «Μικρό ανθολόγιο Αργείων ποιητών» (1994), «Είναι κάτι καράβια φαντάσματα» (1996), «Ενδοφλεβίως» (1998), «Λη» (2005).

Το 2005 βραβεύτηκε για την παρουσία και την προσφορά του με το περιοδικό «Αναγέννηση» από τον ΟΠΑΝΑΑΡ και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους.

  

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009.

Read Full Post »

Λαμπέρ-Αδάμ Ιουλιέττα – Lambert-Adam Juliette (1836-1936)


 

 Γαλλίδα φιλέλληνας η οποία  επισκέφθηκε την Ελλάδα και το Άργος το 1901. Διάσημη συγγραφέας διέθετε σημαντική δύναμη επηρεασμού της διεθνούς κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των γυναικών.

 

Lambert-Adam Juliette

Lambert-Adam Juliette

Γαλλίδα συγγραφέας   και πολιτικός, γεννημένη στο Βερμπερί της Γαλλίας. Υπήρξε σύζυγος αρχικά του δικηγόρου Λα Μεσίν και ακολούθως του πολιτικού Εντμόν Αδάμ. Ήταν οπαδός του Γαμβέτα* και μετά το θάνατο και του δεύτερου συζύγου της ίδρυσε το περιοδικό Νέα Επιθεώρηση που εξέφραζε αντιγερμανικές τάσεις. Η Ιουλιέττα Λαμπέρ, φίλη του Δημητρίου Βικέλα,** ταξίδεψε αρκετά στην Ευρώπη και το 1901 επισκέφθηκε την Ελλάδα. Η επίσκεψη αυτή ήταν η αφορμή για τη θερμή φιλελληνική στάση της, καθώς ο ενθουσιασμός της για τη σύγχρονη Ελλάδα συνδυάστηκε με τη ρομαντική αποθέωση του κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Με την επιστροφή της μετέφερε στα παρισινά σαλόνια έναν αέρα φιλελληνισμού που οδήγησε στην υπεράσπιση τόσο των εθνικών μας ζητημάτων όσο και των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών. Η ίδια έγραψε το έργο Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές, ενώ μετέφρασε το θεατρικό έργο του Βασιλειάδη Γαλάτεια. Άλλα έργα της Ιουλιέτας Λαμπέρ ήταν Η Αγωγή της Λάουρας, Ελληνίδα, Το όνειρο του θείου, κ.ά. Έγραψε επίσης έργα με το ψευδώνυμο Κόμης Παύλος Βασίλης.

 

Η Ιουλιέττα Αδάμ στο Άργος


 

Η Ιουλιέττα Λαμπέρ έφτασε στο Άργος το Μάρτιο του 1901, στο σταθμό την υποδέχτηκαν τα μέλη του Συλλόγου «Ίναχος» με επικεφαλής τον πρόεδρο του συλλόγου Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Ας δούμε τη έγραψε η εφημερίδα «Ίναχος», του ομώνυμου συλλόγου, στις 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 4.        

Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές[…] Τη δε 6 τρέχ. μηνός η κ. Αδάμ επισκέφθη την πόλιν μας, συνοδευομένη υπό της κ. Κατίνας Ευστρατιάδου, της δεσποινίδος Ελένης Ρούσσου και του κ. Π. Φαρμακοπούλου, και ελθούσα έκ Ναυπλίου. Επέβησαν πάντες ανοικτών αμαξών, άς είχεν εις την διάθεσίν των ο Σύλλογος, και διηυθύνθησαν εις το αρχαίον Θέατρον, όπερ η κ. Αδάμ περιειργάσθη και επήνεσεν.  

Εκείθεν δ’ εξέδραμον εις τας πηγάς του χαριτοβρύτου Ερασίνου. Η κ. Αδάμ δεν εχόρταινε το κάλλος και τα θέλγητρα του Αργολικού ορίζοντος και καταφύτου πεδιάδος, ως και του μαγευτικού τοπείου του Ερασίνου. Περιειργάσθη  εκεί πάν άξιον λόγου. Εισήλθεν εις το εντός βράχου του Χάου ναΐδιον της Ζωοδόχου Πηγής και γονατίσασα προσηυχήθη˙ είπε δε ύστερον, ότι ουδεμίαν ουσιώδη διαφοράν ευρίσκει μεταξύ της Εκκλησίας μας και της δυτικής.

Είτα επεσκέφθη το μέγα σπήλαιον του Ερασίνου και εθαύμασε τον αιωρούμενον πελώριον βράχον, εξήτασεν ύστερον τάς εκροάς του ποταμού και συνέλεξε πολλάς ενδιαφερούσας πληροφορίας περί του Ερασίνου, της φυτουργίας αυτού και των κατεστραμμένων ήδη πυριτουργείων. Ανεχώρησε δ’ εκείθεν καταγοητευμένη και αποκομίζουσα ωραία άνθη, άτινα προσέφεραν αυτή φιλοφρόνως και πάση τη συνοδεία οι αυτόθι στρατιώται του Οπλοστασίου.  

Επανελθούσα εις το Άργος, η κ. Αδάμ επεσκέφθη την αρχαίαν αγοράν και το νεωστί ανακαλυφθέν άγαλμα του ανθυπάτου Φωσφορίου. Περιήλθε δε είτα την πόλιν, δεχομένη πολλαχού παρά Κυριών ανθοδέσμας, και κατέλυσεν εις την οικίαν του αντιπροέδρου κ. Παπαντωνοπούλου, όστις παρέθηκεν αυτή εξαίρετον γεύμα.

ΆστυΕις το γεύμα τούτο παρεκάθησαν εκτός της κ. Αδάμ και της ακολουθίας της και των οικοδεσποτών, ο πρόεδρος του ημετέρου Συλλόγου και η χαριτόβρυτος δεσποινίς Συκομανδροπούλου εκ των εις τον Ερασίνον εκδρομέων. Περί την 1 μ.μ. η κ. Αδάμ εξέφρασε τας εγκαρδίους ευχαριστίας της διά την φιλοξενίαν, συνεχάρη τω Συλλόγω Ινάχω δια την δράσιν και προόδους του και συνοδευομένη υπό των συνδαιτυμόνων, απήλθεν αφ’ αμαξίων εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου.

Καθ’ οδόν πάντες εχαιρέτιζον αυτήν μετά σεβασμού, την έρραινον με άνθη και τη προσέφερον ανθοδέσμας. Ιδιαιτέρως δ’ ευηρέστησεν αυτή κομψότατος στέφανος εκ πανσέδων, ον τη προσέφερεν, ως ενθύμιον της πατρίδος μας, η δεσποινίς Ελευθερία Αλήκουλη και όστις περιεβάλλετο δι’ ωραίων μεταξωτών ταινιών, φερουσών το Γαλλικόν και Ελληνικόν ενθόσημον. Η κ. Αδάμ περί την 2 μ.μ. ανεχώρησεν εις Ναύπλιον, αποχαιρετίσασα πάσας εγκαρδιώτατα.

 

Το Ιούλιου του 1902 η ίδια εφημερίδα γράφει:

Η επιφανής Γαλλίς κ. Ιουλιέττα Αδάμ, συγγραφεύς και δημοσιογράφος, απέστειλε προς τον κ. Δημ. Βαρδουνιώτην, πρόεδρον του Ινάχον, το ωραίον αυτής σύγγραμμα  «Η παιδική ηλικία και η νεότης μου», το δεύτερον ήδη εκδοθέν εν Παρισίοις˙ συνόδευσε δε την φιλόφρονα δωρεάν δια τιμητικωτάτης αυτογράφου επιγραφής, ότι προσφέρει τω κ. Βαρδουνιώτη το βιβλίον της αυτό, ως συναδελφικόν ενθύμιον.

 

Υποσημειώσεις


* Γαμβέτας Λέων. Γάλλος πολιτικός (1838 – 1882). Γεννήθηκε στο Κοάρ της Γαλλίας και σπούδασε στο Παρίσι δικηγόρος. Η μεγάλη μόρφωσή του, η ευγλωττία του και η θέλησή του τον ανέβασαν στην κορυφή των δικηγόρων της εποχής του. Το 1869 εκλέγεται βουλευτής του δημοκρατικού κόμματος.

Στο γαλλογερμανικό πόλεμο θεώρησε υπεύθυνη της αποτυχίας την κυβέρνηση και με τη σπάνια ρητορική του ικανότητα διαφώτισε τον κόσμο και κατόρθωσε να μεταβάλει το καθεστώς της χώρας σε δημοκρατία και στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε ανάλαβε ο ίδιος το Υπουργείο των Εσωτερικών και Στρατιωτικών.

Αρνήθηκε να υπογράψει τη συνθήκη ειρήνης και εγκατέλειψε τη βουλή. Επανεκλέγηκε, υποστήριξε το Θιέρσο εναντίον των μοναρχικών και ίδρυσε την εφημερίδα «Γαλλική Δημοκρατία«.

Το 1881 σχημάτισε καινούρια κυβέρνηση, αλλά κατηγορήθηκε ως φιλοπόλεμος και ανατράπηκε το 1882. Ήταν μεγάλος φιλέλληνας, τάχθηκε πάντα υπέρ των ελληνικών δικαίων και συνέλαβε στην παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα κατά τη διάσκεψη του Βερολίνου.

 ** Ο Δημήτριος Βικέλας (15 Φεβρουαρίου 1835 – 7 Ιουλίου 1908) ήταν έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του «Λουκής Λάρας», (1879), έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα, ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ. Ο Δημήτριος γεννήθηκε στη Σύρο αλλά από την ηλικία των τεσσάρων ετών εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές


  • Εφημερίδα, «Ίναχος», τεύχος 4, 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 8, 25 Ιανουαρίου 1902, τεύχος 9-10, 6 Ιουλίου 1902.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849) 


 

«Όμορφες νότες που η λύρα μου εμπνέει

ανταμώνουν μία σκέψη σκοτεινή και από πόνο βαριά:

διάβηκα το κατώφλι του τάφου του Αγαμέμνονα

Και σιώπησα στο βάθος της καταπακτής

Που με το αίμα τους το στυγερό λέρωσαν οι Ατρίδες

¨Πόσο είμαι θλιμμένος¨ η καρδιά μου κοιμωμένη, το όνειρό μου

ζωντανό»

 Με αυτά τα διαποτισμένα από λυρισμό λόγια ξεκινά ο Πολωνός ποιητής το ποίημά του «Ο Τάφος του Αγαμέμνονα», γραμμένο το 1836, με αφορμή την επίσκεψή στο Άργος και τις Μυκήνες.

 

Julius Słowacki

Julius Słowacki

Ο Julius Slowacki, φιλέλληνας, λυρικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυστικιστικός στοχαστής, γεννήθηκε σε επαρχία της Πολωνίας  το 1809, (θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ποιητές). Με πατέρα φιλόλογο και μητέρα που διατηρούσε ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, ο Slowacki είχε ήδη στα είκοσί του χρόνια αναπτύξει δεξιότητες συνειδητοποιημένης ποιητικής γραφής. Το 1830, λίγο καιρό αφού εγκατασταθεί στην Βαρσοβία, ξεσπά εθνικό επαναστατικό κίνημα που στοχεύει στην ανεξαρτησία της Πολωνικής γης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1795, η χώρα είχε χάσει την ανεξαρτησία της, και παρόλη τη δημιουργία Πολωνικού Βασιλείου το 1815, εξαπτόταν διοικητικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία. Ο νεαρός Julius στρατεύεται με μεγάλο ενθουσιασμό και δέχεται να μεταβεί στην Αγγλία, επιφορτισμένος από την επαναστατική κυβέρνηση με τη διεκπεραίωση μυστικής αποστολής.

Κατά τη διάρκεια όμως της απουσίας του, το κίνημα πνίγεται στο αίμα και οι ελπίδες ανάκτησης της εθνικής ελευθερίας χάνονται. Ο Slowacki αδυνατώντας να επιστρέψει στην πατρίδα, θα πάρει το δρόμο της εξορίας για το Παρίσι, τόπος διαφυγής των Πολωνών επαναστατών. Όμως, η ανάμνηση της εξέγερσης, η δίψα για ελευθερία και παλινόρθωση της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένουν τα κατ’ εξοχήν θέματα της ποίησης του Julius Słowacki.

Γνώστης της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματολογίας, ο Slowacki δεν εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Ενεργός παρατηρητής των σύγχρονων αγώνων των Ελλήνων και υποστηρικτής του Φιλελληνισμού, εκδίδει το 1832 το ποιητικό έργο του Lambró, όπου η ξεκάθαρη ελληνολατρία και ο φιλελληνισμός του αποτυπώνονται αφενός ως σταθερές συντεταγμένες της λυρικά και υποκειμενικά ρομαντικής ποιητικής υπερχείλισης, και αφετέρου ως ιδεολογικά πρότυπα της επιθυμούμενης Πολωνικής επανάστασης. Επιπρόσθετα, τον Αύγουστο του 1836, συνοδευόμενος από τον Zenon Brzozowski και τους αδελφούς Holynski ο Słowacki θα ξεκινήσει από την Νάπολη το ταξίδι του για την Ελλάδα.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1836, ο Slowacki φθάνει με την συντροφιά του στην Κέρκυρα και εκεί συναντά τον Διονύσιο Σολωμό. Μετά από τέσσερις μέρες, το καράβι τους δένει στην Πάτρα και εκεί θα επισκεφθούν μία πολύ σημαντική μορφή της Επανάστασης, τον Κανάρη. Εύλογο είναι ότι οι δύο αυτές επαφές του Słowacki με προσωπικότητες των οποίων η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία φαίνεται, καταδεικνύουν πρωτίστως το εύρος γνώσης του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία και ποίηση, και δευτερευόντως τα φιλελληνικά του συναισθήματα, μεθερμηνευόμενα όμως και ως εφαλτήριο για το όραμα της απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

19 Σεπτεμβρίου 1836 και ο Słowacki επισκέπτεται το Άργος και τις Μυκήνες. Τα απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος των Ατρειδών, μα πάνω από όλα ο τάφος του Αγαμέμνονα θα τον συγκλονίσουν. Θα τον σκιτσάρει στο περιηγητικό του ημερολόγιο, θα γράψει για αυτόν στην μητέρα του και, το πιο σημαντικό, θα εμπνευστεί από τον «Τάφο του Αγαμέμνονα».

  

Ο  Τάφος του Αγαμέμνονα


 

ΒιβλίοΤο ποίημα αποτελείται από 32 στροφές εξάστιχων σε δωδεκασύλλαβο ρυθμό, χαρακτηριστική επιλογή των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα. Αν προσπαθήσουμε να αναδύσουμε τη βασική θεματική του Τάφου του Αγαμέμνονα, θα επιμέναμε σε δύο άξονες: ο πρώτος, τοπιογραφικός και προσιτός στον ποιητή – αφηγητή, είναι αυτός της αργείας γης και του μυκηναϊκού τοπίου που, μέσω υποκειμενικών συνειρμών, μεταλλάσσεται σε εικόνες που διασταυρώνουν από την μια πλευρά ιστορικά γεγονότα και τόπους της αρχαίας Ελλάδας και  από την άλλη μυθικά πρόσωπα ή χώρους.

Ο δεύτερος άξονας, η ανάμνηση της Πολωνίας, που αν και επίσης τοπιογραφικός, ξεφεύγει από την εγγύτητα του ποιητή, καταλήγει σε μία μεγάλη ιδέα, στο όραμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης κατά το πρότυπο των αγώνων του ελληνικού έθνους. Κατ΄επέκταση, όλο το ποίημα, βασιζόμενο στην ασύμμετρη ζεύξη μεταξύ υπόδουλης Πολωνίας και επικής ηρωικής Ελλάδας, μοιάζει να είναι ένα όνειρο, μία φευγαλέα σκέψη, που ο ποιητής εμπνέεται χάρη στην κοινωνία του με τον κόσμο των Μυκηνών.

Αναπαράγοντας με ένα τελείως προσωπικό τρόπο τον ενδοσκοπικό αρνητισμό που διακήρυτταν οι Ρομαντικοί ποιητές, τον επονομαζόμενο και «κακό του αιώνα», ως ψυχική κατάσταση αναταραχής, απόγνωσης και μη ικανοποίησης βαθύτερων οραμάτων και προσδοκιών, ο Τάφος του Αγαμέμνονα ξεκινά με την επίκληση του λυρικού ποιητή στη Μούσα και την επίσκεψή του στο μακάβριο θέαμα του τάφου του Αγαμέμνονα. Το ποίημα παίρνει τις διαστάσεις μίας προσωπικής εξομολόγησης κατευθείαν βγαλμένης από την καρδιά.

Μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο, διχοτομημένο σε ζωή, που εκφράζεται μέσα από τη μυρωδιά της ρίγανης και το τραγούδι των γρύλων, και σε θάνατο, που εκφράζεται από την επίκληση στη γενιά των Ατρειδών, ο ποιητής θέλοντας συμβολικά να υπονοήσει την υποδούλωση των Πολωνών, στέκεται σιωπηλός μπροστά στη δόξα και την περηφάνια που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Και όμως, οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα μοιάζουν να ανασταίνονται, ενώ η ελπίδα, με τη μορφή λύρας της έμπνευσης του Ομήρου, αποκτά επική ορμή, λίγο πριν σβήσει και ρίξει τον αφηγητή σε κατάσταση σιωπής.

 

(απόσπασμα)

Φανταστικά συγκερασμένο το λαγούτο,

Ας συνοδεύει τον πικρό και μαύρο λογισμό’

Ότι να, μπήκα στου Αγαμέμνονα τον τάφο,

Και στον υπόγειο θόλο, από τον Ατρειδών

Το τρομερό το αίμα ραντισμένον, στέκω σιωπηλός.

Αποκοιμήθηκε η καρδιά, μα ονειρεύεται. Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Ω! μακρινά π’ ακούγεται τούτη η άρπα η χρυσή,

Που μόνο τον παντοτινό αχό της αγροικάω!

Είναι σπηλιά των δρυϊδών από μεγάλα βράχια,

Οπού ‘ρχεται στ’ ανοίγματα ο αέρας να στενάξει

Και της Ηλέκτρας έχει τη λαλιά – λευκαίνει

ετούτη το πανί Κι από τις δάφνες αποκρίνεται: Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Εδώ πάνω στις πέτρες, με την εργατική Αράχνη

Καυγαδίζει το αγέρι και της τσακίζει τον ιστό’

Εδώ μοσκοβολάνε μες στις καμένες ράχες τα θυμάρια λυπημένα’

Εδώ ο άνεμος το σταχτερό σωρό των ερειπίων μόλις ζώσει,

Τους σπόρους κυνηγάει των λουλουδιών – κι αυτά τα χνούδια

Παν και μες στον τάφο σάμπως ψυχές πλανιούνται.

 

Εδώ ανάμεσα στις πέτρες τα τζιτζίκια των αγρών,

Κρυμμέν’ από τον ήλιο που στους τάφους πάνω στέκει,

Σα να ‘θελαν σιωπή να μου επιβάλουν,

Τερετίζουν. Της Ραψωδίας η φρικαλέα η επωδός

Είν’ το τερέτισμα αυτό, που ακούγεται στους

τάφους – Είν’ αποκάλυψη, είναι ύμνος, τραγούδι της σιωπής.

 

Ω! είμαι σιωπηλός, όπως εσείς Ατρείδες,

Που η στάχτη σας κοιμάται φυλαγμένη απ’ τα  τζιτζίκια.

Ούτε η μικροσύνη μου εμένα τώρα με ντροπιάζει,

Μήτε οι λογισμοί σαν τους αητούς ζυγιάζονται.

Βαθιά είμαι ταπεινός και σιωπηλός

‘δω, στο μνημείο αυτό, της δόξας, του φονικού, της ξιππασιάς.

 

Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη

Μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά,

Τη φύτεψαν σπουργίτια ή περιστέρια,

Και με τα μαύρα φυλλαράκια πρασινίζει,

Και στο μνημείο το σκοτεινό τον ήλιο να ‘μπει δεν αφήνει’

Έκοψα από το μαύρο θάμνο ένα φύλλο.

 

Δεν τον προστάτεψε πνεύμα κανένα μήτε ξωτικό,

Κι ούτε μες στα κλωνιά γόγγυσε κάποια οπτασία’

Μόνο του ήλιου φάρδυνε το πέρασμα,

Και πρόστρεξε χρυσός στα πόδια μου να πέσει.

Νόμισα στην αρχή πως τούτη οπού περνά

Η λάμψη, ήταν χορδή από του Ομήρου την Άρπα,

 

Και άπλωσα το χέρι στα σκοτάδια,

Να την αδράξω, να την τεντώσω και όπως τρέμει

Να τήνε κάνω να βουρκώσει, να τραγουδήσει, να κακιώσει

Πάνω στο μέγα τίποτα των τάφων και στο βουβό

Σωρό της τέφρας: όμως μέσα στο χέρι μου

Τούτη η χορδή τρεμόπαιξε κι έσπασε δίχως βόγκο <…>

(Ο τάφος του Αγαμέμνονα, μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης, Γαβριηλίδης, 2006) 

 

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849)

Και πάλι το μακάβριο βασιλεύει, ο ποιητής βρίσκεται σε μία αποχαυνωτική και απαθή κατάσταση φύλαξης του τάφου, ξεκάθαρο σύμβολο της Πολωνίας που καταπλακώνεται από τον ξένο ζυγό. Ξαφνικά, ο ποιητής μεταμορφώνεται σε στρατηλάτη που δίνει το πρόσταγμα της μάχης και υποδεικνύει τους στόχους των υπόδουλων: το φως, τη δύναμη, τη γενναιότητα. Το ποίημα οδηγείται σε επική κορύφωση, μέσα από την ηρωική επέλαση του ποιητή. Ένα συμπαγές σημειωτικό πεδίο σχηματίζεται, αποτελούμενο από λέξεις όπως «δάφνες», «χείμαρρος», «λάμψη», «κατακλυσμός», και που υποδηλώνουν την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων.

Πλέον, στο όραμα του ποιητή η επανάσταση της Πολωνίας και η αρχαία Ελλάδα με τους ήρωες και τους θρύλους της έχουν αγγίξει το απόλυτο σημείο συγκερασμού. Πού σταματά το άλογο του ποιητή-αγωνιστή; Στις Θερμοπύλες; Στη Χαιρώνεια; Όχι! Ο ποιητής θα το πει πια ξεκάθαρα: στη χώρα από όπου κατάγεται, εκεί ανήκει το όνειρο. Ο τάφος του Αγαμέμνονα χάνει πια την σημαινόμενη αναφορά του και αποκτά διαστάσεις συμβολικές, υπέρ-ελληνικές.

Το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει τον ηρωϊσμό των αγωνιστών είναι ο τάφος, δηλαδή ο χαμός στο πεδίο της μάχης. Δεν πρόκειται όμως για έναν οποιοδήποτε τάφο, αλλά για ένα χώρο ισάξιο με αυτόν του Αγαμέμνονα, επικού, σχεδόν μυθικού ήρωα. Το σύμβολο έχει πια λυθεί και ο ποιητικός λόγος του ρομαντικού Słowacki ξεχύνεται με εξατομικευμένη υποκειμενικότητα, συναίσθημα, παλμό, συγκίνηση. Μιλάει καθαρά, χωρίς περιστροφές: «προέρχομαι από μία λυπημένη χώρα ειλώτων», δηλώνει ο ποιητής, πριν και πάλι ανακτήσει τη γενναιότητα του ονείρου. Η καρδιά του Πολωνού παραμένει ζεστή και αναφωνεί: « καλύτερα ο θάνατος παρά οι αλυσίδες» Τι απόλυτη ταύτιση με το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος»! Τα πνεύματα των πεσόντων στις Θερμοπύλες, με πρωτεργάτη τον Λεωνίδα, ανασταίνονται ωσάν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του ποιητή για βοήθεια στην υπόδουλη χώρα του. Από αυτό το σημείο και μετά η Πολωνία προσωποποιείται.

 

Η πύλη (εσωτερικά) της Καθολικής Εκκλησίας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Φραγκοκλησιάς στο Ναύπλιο. Δεξιά η προτομή του Πολωνού φιλέλληνα ποιητή Juliuz Słowacki (Ιούλιος Σλοβάτσκι, 1809-1849). Λήψη φωτογραφίας: 7-5-2024.

 

Γίνεται γυναίκα που δήμιοι τυραννούν το κορμί της, αδύναμη να υπερασπιστεί την οντότητά της, να εκδικηθεί και να τιμωρήσει. Ο ποιητής την καλεί να πετάξει από πάνω της τα παλιοκούρελα, να αναστηθεί, να εξαγνιστεί στα νερά της Στυγός και να αναδυθεί ως μία νέα και αθάνατη Πολωνία. Απέναντί της στέκεται εκείνος, ο ρομαντικός ποιητής, σε απόλυτη σύγχυση και συναισθηματική έξαρση. Είναι ο εξόριστος, ο εκπατρισμένος, ο σκλαβωμένος, ένας γιος του Προμηθέα που τον κατατρώει ο νόστος για την πατρίδα και η ανάμνηση της υπόδουλης γης. Δηλώνει την ασημαντότητά του, ακούει φωνές, βλέπει αντικατοπτρισμούς, αφήνει τη σκέψη του να πετάξει σαν πουλί πέρα από την Ελλάδα, θέλει να πολεμήσει, δακρύζει, πονάει, και τέλος επικαλείται ξανά την Πολωνία που εμφανίζεται με τον απόλυτο θηλυκό ρόλο της Μητέρας.

Το ποίημα πλησιάζει στη λήξη του και ο ποιητής, συνειδητοποιώντας την ρεαλιστική αδυναμία να πραγματοποιήσει έστω και ένα από τα όνειρά του, δεν βλέπει άλλο διέξοδο από την κατάληξη. Βρισκόμαστε εν μέσω σκηνής θανάτου, ψυχορραγήματος. Είναι το μακάβριο τέλος του ονείρου, το αντίο της ψυχής στην Πολωνία, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του κενού. Στην τελευταία στροφή, διαποτισμένη από λυρική απόγνωση και καταληκτική αποτυχία, ο ποιητής, παρουσιάζοντας τη συμβολική εικόνα ενός βουνού που το φεγγάρι έκαψε και το μεταμόρφωσε σε κόκκινο ενός αιματοβαμμένου κρατήρα, δηλώνοντας απευθυνόμενος στην Πολωνία ότι ξεγελάστηκε από τα τιτιβίσματα κάποιων σπουργιτιών και τα πρώιμα ξυπνήματα του κόκορα, θα ομολογήσει με πικρή διαύγεια και υποταγή: «ο θάνατος συχνά μιλά μετά τον θάνατο, με φράσεις ακατάληπτες, γεμάτες θλίψη». Και πράγματι, λόγια τόσο προφητικά για τον ίδιο τον ποιητή Słowacki, που θα πεθάνει δεκατρία χρόνια αργότερα στο Παρίσι, εξόριστος, χωρίς να έχει μπορέσει ποτέ πια να επισκεφθεί την Πολωνία και χωρίς να έχει γευθεί την ελευθερία της.

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής κι Συγκριτικής Γραμματολογίας Πανεπιστημίου Σορβόννης, PARIS IV.

Λέκτορας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Πηγή

  •  Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Χόρτον Τζωρτζ – George Horton (1859-1936)

 

  Αμερικανός διπλωμάτης, συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και φιλέλληνας. Συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα, 1898, στο βιβλίο, In Argolis (Folklore) 1902, (Στην Αργολίδα – Λαογραφικά).

 

George Horton

George Horton

O George Horton γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1859 στο Fairville της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε κλασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Michigan, όπου είχε καθηγητή τον γνωστό ελληνιστή Martin DOoge που του μετέδωσε την αγάπη του για τους Έλληνες κλασικούς. Μετά την αποφοίτησή του το 1878, ο Horton ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Chicago Times Herald και Chicago AmericanΗ ποίηση, αλλά και το μυθιστόρημα, τον απασχόλησαν σε όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του καριέρας και δημοσίευσε συνολικά δεκαοκτώ έργα, τα περισσότερα από τα οποία είναι μυθιστορήματα που εξελίσσονται στην Ελλάδα. Οι κριτικές που απέσπασε για το φιλολογικό του έργο μιλούν καθαρά για τη βαθιά δημοκρατικότητα και το αμέριστο ενδιαφέρον του για την «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Recollections Grave and Gay

Recollections Grave and Gay

Αν και βαθιά ρομαντικός στις αναζητήσεις του, ο Horton δεν ήταν ουτοπιστής και αντιμετώπιζε με ρεαλισμό τη σκληρή πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής του. Έτσι, με βάση τις δημοκρατικές του αρχές, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παροχή βοήθειας προς τους αδύνατους και στον αγώνα να καταστήσει κατανοητή τη σκληρή αυτή πραγματικότητα στους άρχοντες πολιτικούς. Στα απομνημονεύματα από τη διπλωματική του καριέρα, που κυκλοφόρησαν το 1927 με τίτλο Recollections Grave and Gay. The story of Mediterranean Consul (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές. Η ιστορία ενός Πρόξενου στη Μεσόγειο), διηγείται το τυχαίο περιστατικό που τον οδήγησε στη διπλωματία.

Έγινε Αμερικανός πρόξενος στην Αθήνα το 1893, όπου προώθησε ενεργά την αναγέννηση των ολυμπιακών αγώνων και ενέπνευσε τη συμμετοχή της Αμερικάνικης ομάδας.

Στην Αθήνα της εποχής, ζει και συναναστρέφεται με τους κατοίκους και δημιουργεί φιλίες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ταξιδεύει συνεχώς σε ολόκληρη την τότε μικρή Ελλάδα και μελετά με πάθος τα νέα ελληνικά που, σε μικρό χρονικό διάστημα, μαθαίνει όχι μόνο να μιλά αλλά και να γράφει. Έτσι, το 1896, κυκλοφορεί από το Τυπογραφείο Άστυ το πρώτο του μυθιστόρημα στα νέα ελληνικά Ο Κωνσταντίνος, με περιγραφές από την Ελλάδα, τα ήθη και τα έθιμα του λαού. Μετέφρασε στα αγγλικά τη Σαπφώ, έγραψε σχόλια στην Αγία Γραφή, αρκετά μυθιστορήματα, ένα λυρικό «οδηγό για τον επισκέπτη των Αθηνών» και συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων την ίδια χρονιά τον ενθουσιάζει και δημοσιεύει στις αμερικανικές εφημερίδες ανταποκρίσεις εξαίροντας την πολιτιστική σημασία του θεσμού. Ακόμη, γράφει με συγκίνηση για τις επαναστάσεις της Κρήτης που αργότερα θα τον εμπνεύσουν στο ιστορικό μυθιστόρημα του Like Another Helen (Σαν άλλη Ελένη) 1901, το οποίο θεωρείται το αριστούργημά του στον πεζό λόγο.

Το 1909 παντρεύεται την Αικατερίνη Σακοπούλου, κόρη του διπλωμάτη Νικόλαου Σακόπουλου και της Σμυρναίας Ουρανίας Ηλιάδη, και, ένα χρόνο αργότερα, μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη – ακόμη υπό οθωμανικό ζυγό – , όπου παραμένει μέχρι την τοποθέτηση του στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. στη Σμύρνη το 1911.

Η παραμονή του τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη, συμπίπτει με δύσκολες εποχές, επαναστάσεις, ξεσηκωμούς και διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους προσπαθεί να συντρέξει με κάθε μέσο. Η αγαθοποιός δράση του συνεχίζεται και από τη νέα θέση του στη Σμύρνη, όπου, στα πλαίσια της πολιτικής «εκτουρκισμού»της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεσμοθετεί η νεοτουρκική ηγεσία στην Κωνσταντινούπολη, εξαπολύονται απηνείς διωγμοί κατά των χριστιανών. Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Horton αναλαμβάνει και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας και αναπτύσσει πολυσχιδή διπλωματική και φιλανθρωπική δράση. Με την έξοδο του Η.Π.Α. στον πόλεμο και τη διακοπή των αμερικανοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων το 1917, ο Horton επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη όπου, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη την ίδια χρονιά, φροντίζει να αναληφθεί μέριμνα για την ανακούφιση των πληθυσμών της Μακεδονίας από τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Τον Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, ο Horton επιστρέφει στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. και παρακολουθεί την ελληνική μικρασιατική περιπέτεια βήμα προς βήμα. Στη διάρκεια των τελευταίων τραγικών ημερών στη Σμύρνη, ο Horton, μόνος ανάμεσα σε όλους τους ξένους συναδέλφους του, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με απίθανα τεχνάσματα, κατορθώνει να σώσει πολλές χιλιάδες χριστιανών από βέβαιο θάνατο.

The Blight of Asia

The Blight of Asia

Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής της, την οποία περιέγραψε στο βιβλίο του Η Μάστιγα της Ασίας (1926),* που έγραψε όταν είχε παραιτηθεί από τη διπλωματική αποστολή του κι έγραφε ως ιδιώτης. Παρά την εξασφαλισμένη εκδοτική επιτυχία, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε τότε στην Ελλάδα για να μη διαταραχτούν οι προσπάθειες ελληνο-τουρκικής προσέγγισης που είχαν ήδη δρομολογηθεί. Μόνο η Εστία δημοσίευσε σε συνέχειες το κείμενο, στα φύλλα από 25 Μαρτίου έως 9 Απριλίου του 1927). Αναχωρεί από τη Σμύρνη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, ενώ η πόλη καίγεται, και φτάνει στην Αθήνα με τριακόσια μέλη της παροικίας του, στην πλειοψηφία τους Έλληνες το γένος που είχαν πολιτογραφηθεί Αμερικανοί πολίτες και έφθαναν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, με την ελπίδα ότι θα έπαιρναν θεώρηση εισόδου για τις Η.Π.Α. Τοποθετείται δυσμενώς Πρόξενος των Η.Π.Α. στη Βουδαπέστη, όπου παραμένει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1924.

Το 1929, κυκλοφορεί το Home of Nymphs and Vampires (Άντρο νυμφών και βρυκολάκων) με ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τα ελληνικά νησιά και, τέλος, το 1932, το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Poems of an Exile (Ποιήματα ενός εξορίστου).

  

Συγγραφικό έργο

 

Songs of the Lowly, 1891(Τραγούδια του ταπεινού).

In Unknown Seas, (Poems) 1895 (Σε άγνωστες θάλασσες).

Constantine, (Novel) 1896 (Κωνσταντίνος).

Aphroessa, (Poem) 1897 (Άφρόεσσα).

A Fair Brigand, (Novel) 1898 (Η ωραία λησταρχίνα).

Like Another Helen, (novel) 1901 (Σαν άλλη Ελένη).

Modern Athens, 1901 (Η σημερινή Αθήνα).

The Tempting of Father Anthony, (novel) 1901 (Ο πειρασμός του πατρός Αντωνίου).

The Long Straight Road, (Novel) 1902 (Η μεγάλη ευθεία οδός).

In Argolis (Folklore) 1902 (Στην ΑργολίδαΛαογραφικά).

War and Mammon (Poems) 1904 (Πόλεμος και Μαμμωνάς).

The Monk’s Treasure (Novel) 1905 (Ο θησαυρός του καλόγερου).

The Edge of Hazard, (Novel) 1906 (To χείλος του πεπρωμένου).

Miss Schuyler’s Alias (Novel) 1913 (To άλλο όνομα της Μίς Σκάϊλερ).

The Blight of Asia, (History) 1926 (Η μάστιξ της Ασίας – Χρονικό της Μικρασιατικής καταστροφής).

Recollections Grave and Gay, (Biography) 1927 (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές).

The Home of Nymphs and Vampires: 1929 (Folklore) The Isles of Greece (Νεράιδες και βρυκόλακες στα νησιά της Ελλάδος-Λαογραφικά).

Poems of an Exile, (Poems) 1932 (Ποίημα ενός εξόριστου).

 

Υποσημείωση

 

* Σε άρθρο με τίτλο «Τζωρτζ Χόρτον: Ο λόγιος διπλωμάτης», Byzantine and Modern Greek Studies («George Horton: The literary diplomat»), Ο Μπράιαν Κόλμαν (Brian Coleman) γράφει: «Ο Τζωρτζ Χόρτον ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα και την Τουρκία σε μια εποχή κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών.

Γράφει για την επανάκτηση της Σμύρνης από τον Τουρκικό Στρατό το Σεπτέμβριο του 1922. Πάντως η διήγησή του πηγαίνει πέρα από την επίρριψη ευθυνών και τα γεγονότα σε μια δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων γενικά, και ειδικά των Τούρκων. Σε αρκετά μυθιστορήματά του που γράφτηκαν πάνω από δυο δεκαετίες πριν από τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, είχε ήδη προσδιορίσει τους Τούρκους ως το απόθεμα παλιανθρώπων του Δυτικού πολιτισμού. Την αφήγησή του για τη Σμύρνη δεν τη γράφει ως ιστορικός, αλλά ως πολιτικός αρθρογράφος».

Πηγές

 

  • Horton George, «Η Μάστιγα της Ασίας», Βήμα, βιβλιοθήκη, τόμος 4ος, 2009.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα» τ.61ος, σ.216
  • James L. Marketos, «GEORGE HORTON – AN AMERICAN WITNESS IN SMYRNA», AHI Noon Forum, September 14, 2006.
  • George Horton, «The Blight of Asia», (Bobbs-Merrill Co.: Indianapolis 1926).
  • Βίκυ Καλαντζοπούλου, «Α.Ρ. Ραγκαβής και George Horton. Μια απρόσμενη συνάντηση», Τα νέα του Ε.Λ.Ι.Α. Αρ, 58, θερινό αρχειοστάσιο.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης», Συλλογή Ταξιδιωτικής Γραμματείας, 15ος-19ος αιώνας. 


Read Full Post »

Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.)


Έλληνας ή εξελληνισμένος Λυδός που έτρεφε βαθύ σεβασμό και θαυμασμό προς τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Περιηγητής και συγγραφέας περιηγητικών κειμένων, καταγόμενος από την περιοχή της Λυδίας* στη Μικρά Ασία. Το δεκάτομο έργο του Ελλάδος Περιήγησις,** το οποίο σώζεται ολόκληρο, αποτελεί πολύτιμη πηγή αρχαιογνωσίας, καθώς καταγράφει και διασώζει τα μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας στο σύνολό τους. Αγάλματα, πίνακες, τάφοι, ναοί, παραδόσεις, έθιμα και προϊόντα, όλα περνάνε από τη γραφή του, η οποία με εξαίρετο ύφος αποδίδει την πραγματικότητα του ελληνικού χώρου και μαρτυρά την ελληνική ζωή της κλασικής εποχής.

Παυσανίας, Pausaniae Graeciae descriptio, Βιβλίο 2, 3, Leipzig 1899.

Παυσανίας, Pausaniae Graeciae descriptio, Βιβλίο 2, 3, Leipzig 1899.

Ταξίδεψε σε όλο τον ελληνικό χώρο και ουσιαστικά συγκρότησε τη βάση της αρχαιολογικής γνώσης.*** Παράλληλα με την παρατήρηση, ο Παυσανίας επεκτείνεται και στο ζήτημα της συνείδησης, καθώς αναφέρεται τόσο στις λαϊκές παραδόσεις όσο και στα γράμματα, παραδίδοντας έτσι μια πολύτιμη σύνθεση για την κλασική ελληνική γραμματεία και τέχνη.

Το ύφος του είναι λιτό και ακριβές. Ταξίδεψε**** επίσης και στην Ιταλία, τη βόρεια Αφρική και τη Συρία. Στέκεται κριτικά απέναντι στην παρακμή της σύγχρονής του Ελλάδας και αποδίδει στους καταστροφικούς εμφυλίους πολέμους καθώς και στον Φίλιππο Β΄ την αιτία για την παρακμή του κλασικού ελληνικού κόσμου.

Ο Παυσανίας αποτελεί ουσιαστικά τη βασική πηγή και το σημείο αναφοράς του κλασικού ελληνικού πολιτισμού και εκεί πάνω στηρίχθηκε η αναβίωση του κλασικού ιδεώδους της σύγχρονης Δύσης. Ένας ξένος μελετητής του, ο Τζέιμς Φρέιζερ (Frazer), ο οποίος παρήγαγε μια από τις διάφορες αγγλικές μεταφράσεις του έργου, θεωρεί ότι τα ερείπια της Ελλάδας, χωρίς τον Παυσανία, θα ήταν ένας απρόσιτος λαβύρινθος και ένα αίνιγμα χωρίς απάντηση.      

 

Ελλάδος Περιήγησις


«Η Ελλάδος Περιήγησις», είναι ένα οδοιπορικό με το οποίο ο Παυσανίας ξεναγεί τον αναγνώστη στην Πελοπόννησο, Αττική, Βοιωτία και Φωκίδα. Μνημονεύονται όλα τα αξιοθέατα – αγάλματα, ζωγραφικοί πίνακες, τάφοι, ιερά και καταγράφονται παραδόσεις. Υπάρχουν επίσης μακροσκελείς ιστορικές παρεκβάσεις, γίνεται μνεία πόλεων, ποταμών και οδών, τις οποίες ακλούθησε ο Παυσανίας, και καταγράφονται ιδιότυπα έθιμα ή δεισιδαιμονίες.       

Το έργο του χωρίζεται σε 10 βιβλία και σώζεται ακέραιο:

Βιβλίο 1: Αττικά

Βιβλίο 2: Κορινθιακά

Βιβλίο 3: Λακωνικά

Βιβλίο 4: Μεσσηνιακά

Βιβλίο 5: Hλιακών Α

Βιβλίο 6: Ηλιακών Β

Βιβλίο 7: Αχαϊκά

Βιβλίο 8: Αρκαδικά

Βιβλίο 9: Βοιωτικά

Βιβλίο 10: Φωκικά, Λοκρών Οζόλων

 

Η πρώτη έκδοση του Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις»


Μάρκος  Μουσούρος

Μάρκος Μουσούρος

Η πρώτη έκδοση του μοναδικού έργου του Παυσανία, που έφτασε ως τις μέρες μας με τον τίτλο Ελλάδος Περιήγησις, κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου στην Βενετία το1516, δηλαδή δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Άλδου, μια εποχή που το εργαστήρι του είχε περάσει στα χέρια του πεθερού του Andrea d’ Asola.  Την εκδοτική επιμέλεια είχε αναλάβει ο πιο σημαντικός συνεργάτης του Άλδου και σπουδαιότερος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης, ο Μάρκος Μουσούρος, κάτοχος της έδρας των ελληνικών στη Βενετία.

 

Η απήχηση της «Περιήγησις», 16ος – 17ος αιώνας


Ο 16ος και ο 17ος αιώνας είναι τα χρόνια της λαμπρής κυριαρχίας της Περιήγησις.  Πολλαπλές εκδόσεις και επανεκδόσεις επιβάλλουν το έργο ως αυθεντικό πρότυπο αρχαιογνωστικής περιγραφής και οδηγούν, παράλληλα, σε ένα θεαματικό εύρος νέος αναγνωσμάτων.  Ήδη στα 1517, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της editioprinceps ο Stefano Negri, μαθητής του Χαλκοκονδύλη και διάδοχός του στην έδρα των ελληνικών στο Μιλάνο, δημοσίευσε ένα είδος λατινικού reader’s digest  της Περιήγησης, ως παράρτημα των Ηρωικών του Φιλόστρατου.  Πρόκειται για ένα εκκεντρικό όσο και σχολαστικό διάλογο ανάμεσα στον συγγραφέα τον Χαλκοκονδύλη (+1511) και τρεις νεαρούς σπουδαστές των ελληνικών με αντικείμενο τους σπουδαστές του Παυσανία.  Σκοπός του εκτενέστατου αυτού διδακτικού έργου (350 σελίδες σε 8o) είναι να αποδείξει ότι η Περιήγηση είναι ένα πολύτιμο εκπαιδευτικό βοήθημα και ταυτόχρονα ένας πανδέκτης αρχαίας λογιοσύνης.  Η ανάγνωση της μπορεί να φωτίζει ποίκιλα σκοτεινά σημεία της ελληνικής μυθολογίας, ιστορίας και τοπογραφίας και να τα παρουσιάσει εύληπτα, υπό την μορφή εκπαιδευτικού ταξιδιού.  Η έκδοση περιλαμβάνει και εκτενέστατο εισαγωγικό ευρετήριο, ένα πρώιμο πλοηγό στο σύνθετο κείμενο του Παυσανία.

 

Χρονολόγιο


  

110 μ.Χ. περ.

Γεννιέται ο Παυσανίας στην περιοχή της Μαγνησίας του Σιτύλου, που βρίσκεται βόρεια της Σμύρνης και νότια της Περγάμου.

140 -180

Περιηγείται πολλές περιοχές της Μεσογείου, πιο συγκεκριμένα τον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία, τη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Ιταλία.

160 περ.

Επισκέπτεται την Αθήνα την εποχή του Ηρώδη του Αττικού. Ύστερα από λίγο χρόνο ολοκληρώνει και εκδίδει το έργο του «Αττικά», μια ταξιδιωτική περιγραφή της Αττικής.

173

Έχει ήδη ολοκληρώσει τα έργα του «Κορινθιακά», «Μεσσηνιακά» και «Λακωνικά». Παράλληλα έχει ξεκινήσει τη συγγραφή των «Ηλειακών».

174

Ξεκινά τη συγγραφή των «Αρκαδικών».

175-176

Ολοκληρώνει τα έργα του για τη Βοιωτία και τη Φωκίδα.

210 περ.

Ο Ρωμαίος Κλαύδιος Αιλιανός χρησιμοποιεί τη συνολική έκδοση των έργων του περιηγητή, γεγονός που φανερώνει ότι ήδη είχε πραγματοποιηθεί συνολική έκδοση του έργου.

6ος αι.

Ο Στέφανος Βυζάντιος χρησιμοποιεί τη συνολική έκδοση του έργου Ελλάδος Περιήγησις.

9ος – 1ος αι.

Το έργο αντιγράφεται από παλαιούς παπύρους σε περγαμηνές στην Κωνσταντινούπολη.

1453

Μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας, Έλληνες λόγιοι μεταφέρουν αντίγραφα του έργου στη Δύση.

1516

Το έργο του Παυσανία τυπώνεται για πρώτη φορά στη Βενετία από τον Άλδο Μανούτιο και με τυπογραφική επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου.

17ος – 19ος αι.

Οι Δυτικοί περιηγητές που επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο αξιοποιούν το έργο του Παυσανία, αντλώντας σημαντικές πληροφορίες για τους αρχαιολογικούς χώρους.

1854

Ο Σούμπαρτ εκδίδει το συνολικό έργο του Παυσανία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Καταγόταν από την περιοχή του όρους Σιπύλου της μικρασιατικής Μυσίας και συγκεκριμένα από την πόλη της Μαγνησίας, η οποία μετονομάστηκε σε Μανισά, βρίσκεται 32 χλμ. βορειανατολικά της Σμύρνης, όταν κατελήφθη από τους Τούρκους το 1313.

** Η πρώτη έκδοση του Παυσανία γίνηκε στη Βενετία το 1516 από τον Μάρκο Μουσούρο. Έκτοτε έγιναν επανειλημμένες εκδόσεις, που ήταν εξάλλου χρήσιμες στους πολύ νεότερους περιηγητές, και κυρίως στους λαθρανασκαφείς. Αυτοί με τον Παυσανία στο ένα χέρι και με την…αξίνα στο άλλο ρήμαξαν την Ελλάδα από τις αρχαιότητες.

*** Ο Ηρόδοτος, η πρώτη μεγάλη περιηγητική μορφή ως τον Παυσανία και τον Στράβωνα, ορίζει σκοπό της περιγραφής του «αυτά που έγιναν από τους ανθρώπους, να μη σβήσουν με τον καιρό, και μεγάλα και αξιοθαύμαστα επιτεύγματα (οικοδομήματα, ναοί κ.λπ.), εκτελεσμένα άλλα από Έλληνες άλλα από αλλόγλωσσους, να μη χάσουν τη φήμη τους». Στα ίχνη του Ηροδότου κινείται ο Παυσανίας. Ενδιαφέρεται για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που συναντά, όπως ο Ηρόδοτος. Θεωρεί (από αγάπη για τη γνώση) και περιγράφει τον τόπο, το τοπίο, τα μνημεία, τους ποταμούς, τη διαμόρφωση του εδάφους, τις καλλιέργειες, τα ήθη και τα έθιμα. Ενδεχομένως ο Παυσανίας να επηρεάστηκε και από άλλους περιηγητές, απ’ τον Διόδωρο τον Αθηναίο (έγραψε «Περί μνημάτων» και «Περί Αττικών Δήμων») και από τον Πολέμωνα (240; – 160; π.Χ.).

**** Τα ταξίδια όταν ζούσε ο Παυσανίας ήταν μάλλον ασφαλή από τους πειρατές. «Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που εκτείνονταν από τον Ατλαντικό ως τον Ευφράτη, και από τη Βόρεια θάλασσα ως τα σύνορα της Αιθιοπίας. Η Ρώμη, που είχε ανάγκη ταχύτατης επαφής με τις επαρχίες, οργάνωσε άριστο σύστημα επικοινωνιών για τη γοργή μεταφορά δυνάμεων και εφοδίων και για τη μετακίνηση των πολιτικών και στρατιωτικών διοικητών και των φοροεισπρακτόρων.

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιηγήσεις του Παυσανία», τεύχος 248, 12 Αυγούστου 2004.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Frazer, J. G., « Pausanias’ Description of Greece: Translated with a commentary by J. G. Frazer», 6 vols. New York: Biblio and Tannen, 1913.
  • Ανδρέου Α. Θεοχάρη, «Τα Κορινθιακά / Παυσανίου, μετάφρασις μετά σημειώσεων», Εν Κορίνθω: Βιβλιοχαρτοπωλείον Μιχ. Ν. Μιχαλοπούλου, 1895.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »