Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Armstrong, Isabel J.  Το πέρασμα από το Άργος

 

Η Αγγλίδα Ιζαμπέλ Άρμστρογκ με μια φίλη της περιηγήθηκαν στην Ελλάδα περίπου το 1886. Να, πως περιγράφουν το πέρασμά τους από το Άργος στο βιβλίο τους*, «Two roving Englishwomen in Greece»  (Δύο Αγγλίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα), by Isabel J. Armstrong. London, 1892.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Μετά διασχίσαμε τον κάμπο πηγαίνοντας προς το Άργος, μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα «μουσείο» ενός δωματίου όπου υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ανάγλυφα, δοχεία, κεραμικά, κορμοί αγαλμάτων και θραύσματα παντός είδους. Οι ακαμάτηδες της γειτονιάς συνέρρευσαν, ολοφάνερα με την εντύπωση ότι οπωσδήποτε κάποια αντικείμενα ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο μουσείο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Συνεχίσαμε το δρόμο μας προς ένα σημαντικό Ρωμαϊκό ερείπιο, βρήκαμε τυχαία το μερικώς ανασκαμμένο θέατρο πίσω του, αλλά στην παρούσα κατάσταση του δίνει μία πολύ φτωχή εντύπωση του μεγέθους του, διότι ήταν ικανό να χωρέσει 20.000 θεατές ωστόσο 10.000 λιγότερους απ’ ότι το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Κοιτάξαμε ψηλά στη Λάρισα, την Ακρόπολη του Άργους, απ’ την κορυφή της οποίας πρέπει να υπάρχει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα θέα του Κόλπου της Ναυπλίας και ολόκληρου του Αργολικού κάμπου, αλλά ήταν πολύ αργά για να επιχειρήσουμε την ανάβαση, και καθώς οι βραδινές σκιές έπεφταν γρήγορα, στρέψαμε τα κεφάλια των αλόγων προς τα νότια, αψηφώντας το σκοτεινό βράχο του κάστρου Λάρισα να ξεχωρίζει πάνω απ’ το ωραίο Άργος λουσμένο στην περικαλλή ομίχλη.

 

 

Υποσημειώσεις

 

Δρομολόγιο: Patras, Olympia, Andritsaena, Krestena, Phigaleia, Sikyon, Corinth, Mykenae, Argos, Nauplia, Epidauros, Tiryns, Athens, Volo, Larissa, Meteora, Khalkis.

 

* Eικονογράφηση: (τοπία ,αρχαιότητες ,άλλα θέματα).

 

Πηγές

  • Isabel J. Armstrong, «Two roving Englishwomen in Greece», London, 1892.

  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος»,  τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες 


 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.

Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Άργος


Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

 

Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησία, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά … Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βουλιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν … Τους τρώει το σαράκι – ποιος είσαι; Τι καπνό φουμάρεις; Τι ήρθες στον τόπο τους, να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις … Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταήδες κάθουνται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει.

Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοαναθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινό της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπαναριό της. Καταφεύγω στην άκρα της πλατείας, στο αρχαίο θέατρο. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, η θάλασσα γυαλίζει μαυλίστρα, ο βράχος του Ναυπλίου σηκώνεται ψηλά, απειλητικά στον αέρα. Πιο πάνω από το αμφιθέατρο, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στη θέση όπου μια φορά ήταν ο ναός της Αφροδίτης. Πιο πέρα, το Κριτήριον, όπου ο Δαναός καταδίκασε τη θυγατέρα του Υπερμνήστρα, γιατί μόνη αυτή από τις πενήντα αδερφάδες αρνήθηκε να σκοτώσει τον άντρα της. Είχαν έρθει πρόσφυγες από τη χώρα του Νείλου, με τον πατέρα τους έμαθαν τους Αργείτες ν’ αρδεύουν τα χωράφια τους, έκαμαν τη χέρσα γης, περβόλι. Έγιναν νεράιδες, τις πήρε η ποίηση, μπήκαν στην αθανασία.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο εκδότης Κώστας Ελευθερουδάκης στο Άργος τον Ιούλιο του 1927.

 

Μαζί με το σούρουπο κατέβηκαν και τα ελληνικά παραμύθια και γέμισαν τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου ίσκιους. Πήρε ξαφνικά ευγένεια το χώμα τούτο, κι οι νταήδες, οι παπάδες, οι μουστακαλήδες που κάθουνταν πέρα στην πλατεία έλαμψαν. Αγε δη, λέξωμεν επ’ Αργείοις ευχάς αγαθάς, αγαθών ποινάς … Κι έτσι συμφιλιωμένος πήρα το δρόμο της ζωντανής πολιτείας, κάθισα κι εγώ στο καφενείο, στον ίσκιο της Μητρόπολης, και διέταξα μαζί με τους Νεοέλληνες καφέ και δυο νερά και τέσσερις καρέκλες. Μα έκαιγαν τα χείλια μου οι στίχοι του Αισχύλου.

 

Μυκήνες


Μυκήνες – Η πύλη των Λεόντων (Αχρονολόγητη φωτογραφία).

 

Την άλλη μέρα, μεσημέρι, κινήσαμε για τη Μυκήνα. Είναι η πυρωμένη ώρα, η κάθετη, πού ταιριάζει για τούς φοβερούς τούτους βράχους και θρύλους. Το πρωινό φώς τούς δίνει μιαν αγνότητα πού δεν μπορούν να έχουν, το σούρουπο τούς δίνει μια ρομαντική μελαγχολία πού δεν καταδέχουνται να έχουν. Δε φωλιάζουν εδώ, στους ξακουστούς άνυδρους γκρεμούς, πρωινοί κορυδαλλοί μήτε βραδινά ερωτόπαθα νυχτοπούλια. Μα άγρια σαρκοβόρα όρνεα, αητοί και γεράκια, πού ζυγαριάζουνται μεσημέρι στην κορφή του αέρα και σημαδεύουν στον κάμπο τι να φάνε. Κάψα πνιχτική, το αίμα άναψε, το λαρύγγι στεγνώνει. Καλοί σωματικοί όροι για το προσκύνημα τούτο.

Ανεβαίνουμε από το Χαρβάτι τον ανηφορικό δρόμο: έχω στηλωμένα τα μάτια ανάμεσα στ’ άγριόθωρα βουνά της Ζάρας και του Προφήτη  Ηλία και προσπαθώ να ξεχωρίσω μέσα στο πυρακτωμένο φώς τη φωλιά των Ατρειδών. Είναι βράχος μέσα στους βράχους και δεν μπορείς να τη διακρίνεις. Μα από τα χτυπήματα της καρδίας νιώθεις πώς ολοένα ζυγώνεις. Στρίψαμε δεξιά, κι ορθώθηκε μπροστά μας ή φοβερή καστρόπορτα με τις δυό όρθιες λιόντισσες.

 – Εδώ είναι το χασάπικο ! είπε ό σοφέρ σταματώντας.

Χάρηκα πού ήταν μαζί μου το χοντροκομμένο χιούμορ του λαού, το έφταβόδινο σκουτάρι, πού δεν το διαπερνούν εύκολα ό ρομαντισμός κι ή ευαισθησία. Τα ζυγιάζει όλα με τη ζυγαριά του πρακτικού στέρεου νου, πού ξέρει, κι έχει πια δεχτεί σα νόμιμο, πώς ή ζωή είναι γεμάτη αίματα κι απιστίες, μα δεν πρέπει να πολυτρομάζουμε  όπως δεν τρομάζουμε όταν μας διηγούνται ένα παραμύθι γεμάτο δράκους. «Η ζωή είναι ισόβια», θα πεθάνουμε, και τότε θα δούμε πώς ὀλα ήταν αέρας” έτσι όλη ή ζωή δεν είναι κι αυτή παρά ένα παραμύθι. Κι ό Γιάννης ό σοφέρ ζούσε την προαιώνια τούτη λαϊκή κοσμοθεωρία και δεν ένιωσε καθόλου τα γόνατα του να λυγίζουν όταν δρασκελούσε το φοβερό κατώφλι των Ατρειδών.

Μόλις μπήκαμε, αριστερά από τη σκαλισμένη στον τοίχο κρύπτη, όπου κάθουνταν ο αρχαίος θυρωρός, πετάχτηκε ο μοντέρνος φύλακας. “Ένας καλόκαρδος γεροντάκος με το μπαστουνάκι του, με το τσιγαράκι του, με μια λάμψη στα μάτια πού φανέρωνε πώς ήξερε τί θησαυρούς από παραμύθια κι αίματα και κοτρόνια του είχαν εμπιστευτεί να φυλάει.

– Είναι μέσα ό κ. Αθανασόπουλος, τον ρωτά ο σοφέρ με σοβαρότητα.

– Ο κ. Αθανασόπουλος; έκαμε ό φύλακας γουρλώνοντας τα μάτια  δεν τον γνωρίζω.

– Ο Αγαμέμνονας, ντε ! εξήγησε ό σοφέρ σκώντας στα γέλια.

Τα μούτρα του φύλακα κατσούφιασαν δεν του άρεσε καθόλου να κοροϊδεύουν τ’ αφεντικό. Γιατί τότε πήγαινε κι αυτός χαμένος” όλο του το μεγαλείο να φυλάει τρομερά πράματα αφανίζεται.

– Να ξέρεις που μπαίνεις, είπε θυμωμένος, και να σέβεσαι!

– Τον κακομοίρη! στράφηκε ό σοφέρ και μου λέει, τον κακομοίρη, τον έχουν παλαβώσει οι αρχαιολόγοι!

Χιούμορ, κέφι, προπόσες χαρούμενες και θυέστεια δείπνα σαιξπήρειες ομάδες με τα κρανία των ανθρώπων. Κι έτσι πού προχωρούσα με το Γιάννη και κοίταζα την άγρια δρακοφωλιά, εγώ γεμάτος δέος, αυτός γεμάτος κέφι, φαντάστηκα έναν Αισχύλο μοντέρνο, πού παίρνει ακόμα πιο τραγικά τη ζωή και τούς θρύλους και γδύνει χωρίς μεγάλους μονολόγους, με ανήλεο χέρι, τούς παμπάλαιους μπαμπούλες. Βαρέθηκε ό σοφέρ ν’ ανεβεί στο παλάτι και χώθηκε σ’ έναν ίσκιο. “Έβγαλε τα τσιγάρα του, φίλεψε το γερο-φύλακα.

–   Έλα, είπε, μην τα παίρνεις προσωπικά…

Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, πού τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ό νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τούς θεούς ! Τοις  δ‘ όλβίοις γε και τό νικάσθαι πρέπει.»

Ανέβαινα μαζί με το μεγάλον ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δώ τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκαμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν πρόβαλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πώς τα έβλεπαν. Με ποιόν πρωτόγονο χοχλασμό.

 Είχε δίκιο ό Γερμανός ζωγράφος, ο Φράντς Μάρκ, όταν ζωγράφιζε ένα τοπίο πού το κοίταζε ένα θεριό, να προσπαθεί ν’ αποδώσει το τοπίο όπως θά τό έβλεπε το θεριό. Κι όχι όπως το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Και το φαντάζουνταν ένα καταπληχτικό δράμα, πλημμυρισμένο χρώματα, πηχτό, αξεδιάλυτο, χωρίς σύνορα ανάμεσα θεριού και δάσους. Πρέπει ν’ ανεβείς εδώ απάνω στο παλάτι του Αγαμέμνονα κυριεμένος από άγριο πάθος — μίσος, έρωτα, πόλεμο, τρόμο— για να μπορέσεις κάπως να δεις τον αργίτικο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα όπως τα έβλεπαν οι Ατρείδες. Έτσι πρέπει να δεις και να παραστήσεις και τις τραγωδίες του Αισχύλου. Με τέτοιο μάτι θεριού όλα τ’ άλλα, κλασικές ισορροπίες, ρυθμικοί χοροί, στυλιζαρισμένες από αρχαία αγγεία  χειρονομίες, είναι φιλολογία και μονολογίτικες θυσίες στην απούσαν Άφροδίτην.

– Είδες τί ληστές; μου είπε ό σοφέρ με θαυμασμό όταν κατέβηκα κάτω. Λεβεντιά! Είδες τί ληστές, Νταβέληδες! Σήμερα εμείς μπροστά τους είμαστε λωποδύτες.

 

Διαλογισμοί για την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού


 

Όταν πια τελείωνα το ταξίδι και περίμενα στο σταθμό του Άργους, κάτω από τις μεγάλες λεύκες, το τρένο, ένας νέος με τουριστική στολή απόθεσε το σακίδιό του στο παγκάκι όπου καθόμουν κι έπιασε κουβέντα. Έγραφε τραγούδια υπερρεαλιστικά, είχε γυρίσει την Ευρώπη, μα τώρα πιάστηκε στη φάκα και πήρε το σακίδιό του, το κοντό παντελονάκι του και το ραβδί του και περιεργάζεται την Ελλάδα. Υψηλή παραστρατημένη διάθεση, ευγένεια και ανικανότητα, αγνότητα ψυχική και νοητική διαφθορά. Από λόγο σε λόγο φτάσαμε στο μεγάλο πρόβλημα που αρχίζει και συνειδητά να μας απασχολεί και να μας τρώει: Πώς να δημιουργήσουμε κι εμείς, που να στηρίξουμε κι εμείς ένα δικό μας Νεοελληνικό πολιτισμό; Είχε διαβάσει το Δραγούμη και το Γιαννόπουλο, είχε μελετήσει το βαθύ βιβλίο του Δανιηλίδη, είχε συζητήσει με τους φίλους του, είχε σκεφτεί μόνος του: μα δε βρήκε γαλήνη ο νους του. Αρχαιολατρία, φραγκολατρία. Ανατολή – όλα τα ένιωθε μέσα του, μα δεν αρμονίζουνταν μεταξύ τους και δε δίναν καμιάν ενότητα στη ζωή του.

– Εσείς τι λέτε;

Συχνά έχω δεχτεί κατάστηθα το ερώτημα τούτο μα τόσο ορμητική, πολύπλοκη, ανυπόμονη τινάζουνταν η απάντηση, που παντούσα. Μα σήμερα το τρένο αργούσε να έρθει, ο ίσκιος κάτω από τις λεύκες ήταν χαϊδευτικός και πράος, και το ρώτημα του νέου τόσο αγνό και ανήσυχο, που για χατίρι του προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στην απάντηση και να διατυπώσω όσο μπορούσα πιο στεγνά τη σκέψη μου.

Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨,  είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό.

Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία.

Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας;

Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.

– Δύσκολο έργο, είπε ο νέος.

– Έγινε κάποτε, αποκρίθηκα, και σηκωθήκαμε.

Το τρένο έφτανε, αποχαιρέτησα το νέο γελώντας.

– Νερό κι αλάτι όσα είπαμε, του κάνω. Ξεχάσετέ τα. Μην κατσουφιάζετε, μην πολυσκαλίζετε, αφήσετε τη θεωρία. Κιντινεύετε έτσι, να μελετάτε το πρόβλημα χωρίς να το ζείτε. Μην πάθετε ό,τι λεν για να κοροϊδέψουν τους φιλόμαθους, λεπτολόγους Γερμανούς: Αν δουν δυο πόρτες και στη μια είναι γραμμένο ¨Παράδεισος¨ και στην άλλη ¨Διάλεξη περί Παραδείσου¨, όλοι θα τρέξουν στη δεύτερη πόρτα.

«Ζείτε μέσα σας όλες τις δυνάμεις που σας έδωκε η Ελλάδα, δουλεύετε μέρα και νύχτα, κατορθώστε να κάμετε ένα στίχο γεμάτο ουσία και με τέλεια φόρμα. Έτσι μονάχα θα λύσετε, στην περιοχή σας, το πρόβλημα και θα δημιουργήσετε, στην περιοχή σας, νεοελληνικό πολιτισμό. Αγαπάτε κι εσείς, όπως κι εγώ, το Δραγούμη. Ας θυμηθούμε λοιπόν μια φράση του κι ας την πούμε τώρα που χωρίζουμε: «Μου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του Ελληνισμού και πρέπει να περάσει κι από μένα ο Ελληνισμός για να προχωρήσει».

 

Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας», σελ. 319-329, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1969.

Read Full Post »

 

 

Quinet Edgar – Αργολίδα του 1829

 

Roger Milliex*

 

Η μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Edgar Quinet για την Αργολίδα του 1829.

 

Στις 3 Μαρτίου του 1829, η γαλλική πολεμική φρεγάτα με το αρχαίο όνομα CYBELE που, 22 μέρες πριν σαλπάρισε από την Τουλώνη,  πιάνει τον όρμο του Ναυαρίνο, όπου αποβιβάζονται τα 18 μέλη της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέα (EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE ) που, μετά το εκστρατευτικό σώμα του MAISON, η Γαλλική Κυβέρνηση στέλνει για μια πρώτη – πρώτη συστηματική μελέτη της μόλις απελευθερωμένης Πελοποννήσου.

 

Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτούς τους 18 επιστήμονες – γεωγράφους, τοπογράφους, φυσιοδίφες, αρχαιολόγους, φιλολόγους, ως και σχεδιαστές και ζωγράφους – υπάρχει κι ένας 26 χρόνων φιλόλογος, μαθητής μετεκπαιδευτικά στη Χαϊδελβέργη του Ελληνιστή CREUZER, από το BOURGENBRESSE της Γαλλίας EDGAR QUINET που ανήκει στο αρχαιολογικό τμήμα της Αποστολής.

Ξέρουμε τώρα, χάρη στις σχετικές πληροφορίες που μας χάρισε ο JEAN-TUCCO CHALA στην εισαγωγή της μνημειώδους επανέκδοσης του οδοιπορικού του QUINET που επιμελήθηκε σε συνεργασία με τον VILLY-AESCHIMANN. ( Introduction σελ. XXXVIII, XXXIX, XLEdgar Quinet LA GRECE MODERNE ET SES RAPPORTS AVEC L’ ANTIQUITELes Belles Lettres, Paris, 1984), ότι ο νεαρός διανοούμενος – συγγραφέας κιόλας από τα 19 του χρόνια – και θερμός φιλέλληνας στάθηκε και ο επίμονος εισηγητής το 1828 στη Γαλλική Κυβέρνηση του σχεδίου της Επιστημονικής Αποστολής και με την ίδια επιμονή πάλεψε να συμπεριληφθεί ο ίδιος στον κατάλογο της.

 

Επειδή όμως στη διάρκεια του ταξιδιού δεν εκτίμησε και συμπάθησε και πολύ τα άλλα μέλη, αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί αμέσως από τους συναδέλφους του και να πραγματοποιήσει μόνος του την αρχαιολογική του αποστολή. Έτσι, στις 12 Μαρτίου, ξεκινάει από τη Μεθώνη και αρχίζει τον περισσότερο καιρό την μοναχική του περιήγηση και διασχίζει διαδοχικά τη Μεσσηνία, Δυτική Αρκαδία, Λακωνία, Ανατολική Αρκαδία, Αργολίδα, Κορινθία και Επιδαυρία. Όλη η διαδρομή στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μοριά θα κρατήσει 39 μέρες, εκ των οποίων 6 στην Αργολίδα, από τη 1 ίσαμε τις 6 Απριλίου.

 

Για τη διαδρομή αυτή, τις μετακινήσεις, τις παρατηρήσεις και σκέψεις του έχουμε, όπως και για άλλες περιοχές, μια διπλή πηγή:

 

Το καθημερινό ημερολόγιο του που είχε μείνει ανέκδοτο ίσαμε το 1984 και που για την Αργολίδα γεμίζει 7 σελίδες, ( LA GRECE MODERNE...σελ. 359-366), στην επανέκδοση που αναφέραμε πιο πάνω. Σ’ αυτά τα τετράδια ο ταξιδιώτης με το μολύβι του συνήθως με συντομία καταγράφει αυθόρμητα και θα’ λεγε κανείς αχόρταγα, εκτός από τα αρχαιολογικά μνημεία και τοπία, τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ορογραφίας, της υδρογραφίας – θ’ άξιζε τον κόπο ένας σημερινός γεωγράφος να ελέγξει βήμα προς βήμα αυτές τις παρατηρήσεις του ξένου ταξιδιώτη – της χλωρίδας και της ορνιθολογίας, της γεωργίας και γενικά της σημερινής ανθρώπινης παρουσίας.

 

Το τυπωμένο λογοτεχνικό οδοιπορικό που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1830, δηλαδή περίπου 16 μήνες μετά την επιστροφή του ταξιδιώτη στη Γαλλία, κάτω από τον τίτλο «DE LA GRECE MODERNE DANS SES RAPPORTS AVEC LANTIQUITE». Μια δεύτερη έκδοση θα βγει το 1857 που το κείμενο της αναπαρίσταται στην επανέκδοση του 1984 των BELLES LETTRES. Σ’ αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας και αφαιρεί πολλά στοιχεία από την πρώτη ύλη του ημερολογίου και προσθέτει κυρίως σκέψεις και γενικές θεωρήσεις. Στη GRECE MODERNE ( επανέκδοση του 1984) η Αργολίδα πιάνει 28 σελίδεςLA GRECE MODERNE, σελ. 167-195. Έτσι οι δυο πηγές αλληλοσυμπληρώνονται.

 

 

Διαδρομή και μετακινήσεις

 

 

 

 

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Αφού συνάντησε στις 31 Μαρτίου τον Πρόεδρο με τη συνοδεία του (Νικήτα Κολοκοτρώνη, Δημητράκη Κολιόπουλο) «κάτω από μια μουριά» πάνω από τον Αχλαδόκαμπο (γράφει Aglavo- Campo), κατεβαίνει στον κάμπο και μπαίνει στο Άργος όπου μένει για «ανάπαυση»  ολόκληρη την 1η Απριλίου. Χρειαζόντουσαν ανάπαυση εκείνος και ο υπηρέτης του που είχε φέρει από τη Γαλλία γιατί τους είχαν πειράξει οι πυρετοί και είχαν πάθει εξάντληση από τη λιτοδίαιτη διατροφή που τους είχαν προσφέρει ίσαμε τότε οι φιλόξενοι μεν, αλλά εξαθλιωμένοι κάτοικοι του ρημαγμένου Μοριά. Επίσης είναι η πρώτη φορά από τη μέρα που ξεκινήσανε, που χάρη στη φιλοξενία του «astinome» του Άργους, κοιμούνται όχι πια σε καλύβια ή τρύπιο χάνι, αλλά κάτω από πραγματική στέγη και ανασαίνουν. Στις 2 Απριλίου ξεκινά για  εκδρομή στις Μυκήνες κάτω από βροχή. Σημειώνει ο Quinet ότι χρειάζονται τρείς ώρες  δρόμου, οπωσδήποτε με άλογο, για να φτάσει στα υψώματα του «CARVATHI» και στις 3 Απριλίου επισκέπτεται την Τίρυνθα και το Ναύπλιο (NAPOLI). Τις επόμενες δύο μέρες ο πυρετός τον αναγκάζει να μην κινηθεί και να συμβουλευθεί τον ιατρό του Καποδίστρια Διον. Ταγιαπιέρα (D. Tagliapietra). Στις 6 Απριλίου ξενικά επιστημονική έρευνα στο Άργος και την επομένη  φεύγει για Νεμέα – Κόρινθο από το δρόμο των Μυκηνών, κάτω) από βροχή.

 

 

Το φυσικό αργολικό περιβάλλον

 

Σαν άνθρωπος που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην εξοχή, ο νεαρός μας ταξιδιώτης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις οπτικές και ακουστικές συναλλαγές της φύσης. Καταγράφει με ακρίβεια τις αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ στην Αργολίδα, του μπλε στα μακρινά, με απομεινάρια από χιόνια, των βουνών που μερικές φορές σχεδιάζει στο χαρτί τις μορφές τους. Αν ο Ίναχος είναι ξερός, μόλο που χειμώνας ήταν βροχερός, αναφέρει σαν ευχάριστη έκπληξη «τα ρυάκια με νερό» που συνάντησε. Σημειώνει τα μπουμπουνητά της βροντής όπως και τα γαυγίσματα τον σκύλων. Αν εδώ είναι πιο λιτός στην χλωρίδα παρά σε προηγούμενες διαδρομές και αναφέρει μόνο το φλόμο, τα πουλιά εξακολουθούν και τραβάνε την προσοχή του – κορυδαλλοί, πελαργοί και γερανοί που «φώναζαν στην κορυφή της Λάρισσας», αγριόχηνες. Σαν γράφει το βιβλίο θα θυμηθεί και θα προσθέσει κι άλλα ζώα που θα κάνουν ακόμα πιο άγριο το τοπίο των Μυκηνών: άκουσε εκεί τσακάλια, είδε κουκουβάγιες, δεντρογαλιές. Την γκρίζα Ελλάδα σαν βρέχει και χάνεται το φως, θα την χαρακτηρίσει ως «αξιοθρήνητη» (miserable). Ωστόσο καταγοητεύθηκε ο φυσιολάτρης αρχαιολόγος μας από το σύνολο του Αργολικού τοπίου που στους περιπάτους του σχεδιάζει κάθε φορά από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Σαν γυρίσει στη Γαλλία θα το ξαναδεί με τα μάτια της μνήμης και θα ξανασυνθέσει με λυρισμό το φυσικό αμφιθέατρο, που αποτελεί ο κάμπος ανοιγμένος στον κόλπο προς το άπειρον, και θα συμπεράνει «απ’ όλα τα τοπία της Ελλάδας είναι αυτό που έχει την περισσότερη μεγαλωσύνη και που αναπαριστά καλύτερα το πλατύ σχέδιο των ομηρικών μορφών». Γιατί την αρχαιότητα τη συνδέει στενότατα με το φυσικό περιβάλλον όπως το τοπίο των Μυκηνών με τις τραγωδίες του Αισχύλου.

 

Αρχαιολογική έρευνα

 

Μια από τις αποστολές του αρχαιολογικού τμήματος της Επιστημονικής Εκστρατείας είναι η συλλογή επιγραφών απ’ όλες τις εποχές της ιστορίας της Πελοποννήσου. Μ’ όλο που δεν ήταν καθόλου ειδικός, o Quinet ασχολήθηκε τακτικά, ευσυνείδητα μ’ αυτή την αναζήτηση, κι ακόμα όταν στο Άργος ο πυρετός και η εξάντληση τον ανάγκασαν να συρθεί πάνω σε στέγες εκκλησιών για να αντιγράψει μερικά απ’ αυτά τα γραπτά τεκμήρια του παρελθόντος. Συνολικά μάζεψε 5 επιγραφές στο Ναύπλιο και 12 στο Άργος, τις περισσότερες ελληνικές, μερικές νεολατινικές βενετσιάνικες, και μια νεοελληνική από το 1702 πάνω σε μια εκκλησία.

Απ’ αυτή τη συλλογή 5-6 μόνο ήταν ανέκδοτες. Αλλά, καθώς μας πληροφορεί o Jean Tueco-Chala, ( La Grece Moderne-Quinet epigraphiste σελ. 394), δεν ευθύνεται o νεαρός επιστήμονας για τις άλλες άχρηστες: είχε ζητήσει από το Γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών, που είχε αναλάβει την οργάνωση της Επιστημονικής Εκστρατείας, να του στείλουν για οδηγό της επιγραφικής έρευνας τούτη μεγάλη γερμανική συλλογή CORPUS INSCRIPTIONUM GRAECO-RUM του BOECKH (1828), αλλά οι γαλλικές υπηρεσίες δεν προλάβανε κι έτσι αφέθηκε ο ερευνητής στην ερασιτεχνική του προσπάθεια. Ωστόσο το ανέκδοτο δίστιχο έξι γραμμών για τον Ερμή που αντέγραψε σ’ ένα τοίχο εκκλησίας στο Άργος (αυτόθι σελ. 396) αποτέλεσε τότε σημαντική φιλολογική ανακάλυψη.

 

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις και οι συλλογισμοί του προσκυνητή της Αργολίδας. Ελάχιστα τα αρχαία στο Άργος – «το πραγματικό αρχαίο του Άργους είναι ο Ίναχος», αλλά φτάνουν να μας γυρίσουν στην εποχή των Αχαιών. Το θέατρο, που είναι μισοσκαμμένο και που οι κερκίδες είναι ένα πράγμα με τους βράχους του λόφου, σαν «έργο μάλλον της φύσης και όχι των ανθρώπων», εμπνέει στον περιηγητή μια συνθετική θεώρηση και του αρχαίου θεάτρου και της ιστορίας του Άργους. Και το μάτι του χαίρεται πάνω ψηλά στην κορφή του βουνού «τις λεπτές δαντέλες του κάστρου του Άργους». Στις Μυκήνες και στην Τύρινθα, με την ίδια ευσυνειδησία που αντέγραψε τις επιγραφές, μετράει εξαντλητικά τις αποστάσεις και τις πέτρες. Αλλά στο βιβλίο θα κρατήσει μόνο μερικούς αριθμούς από τους πιο εντυπωσιακούς.

 

Οι Μυκήνες που αποκαλύπτουν στον περιηγητή κάτι ίσαμε τώρα εντελούς πρωτόγνωρο, «μια άγνωστη Ελλάδα», απασχολούν ιδιαίτερα τα μάτια και την σκέψη του (στο βιβλίο θα πιάσουν 11 σελίδες από τις 28 της όλης περιγραφής της Αργολίδας).

Όπως σ’ όλη την περιοχή, του κάνει εντύπωση η σφιχτή ένωση του γεωλογικού βράχου και της κτισμένης πέτρας, ο ανταγωνισμός και τελικά η αρμονία ανάμεσα στη φύση και στην αρχιτεκτονική. Ιστορικά οι κυκλώπειες οικοδομές δεν είναι «βάρβαρες», εκδηλώνουν τη ρώμη της ηρωικής εποχής και το πνεύμα του ομηρικού έπους. Ωστόσο στην εκεί αρχιτεκτονική διαβλέπει μια «μεταφύτευση» της Αιγύπτου, της Ανατολής και πιστεύει γενικά ότι η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου συναντιούνται Ασία και Ευρώπη και ότι ιδιαίτερα η Αργολίδα ήταν γεωγραφικά καμωμένη για να δεχθεί το πνεύμα της Ανατολής. Πιο λιτός στην Τύρινθα, υπογραμμίζει κυρίως το γιγαντιαίο χαρακτήρα της – εκεί δίνει και στο βιβλίο χαρακτηριστικούς αριθμούς- και αναρωτιέται για τον προορισμό του μυστηριώδους «μεγάλου πολυγώνου», υποθέτοντας ότι επρόκειτο, όχι μόνο για φρούριο – καταφύγιο, αλλά και για τέμενος.

 

Η σύγχρονη Ελληνική παρουσία

 

 

 

 

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Ο ουμανιστής και φιλέλληνας ταξιδιώτης μας δεν ήρθε στο Μοριά για να κοιτάξει αποκλειστικά τις σεπτές πέτρες του αρχαίου παρελθόντος. Οι σημειώσεις του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ μάς δείχνουν την ανεξάντλητη προσοχή του το ανθρώπινο περιβάλλον. Αρχίζοντας από τις γεωργικές δραστηριότητες των κατοίκων, σημειώνει σχολαστικά σχεδόν τις εναλλαγές των δύο κύριων καλλιεργειών: κριθάρι και σιτάρι. Και μέσα στα αρχαία τοπία παρατηρεί την ανθρώπινη παρουσία: όπως τις δύο γυναίκες που αποκοιμηθήκανε στο βάθος των ερειπίων της Τύρινθας και πιο κάτω τους τσοπαναραίους με τις καρδάρες γεμάτες γάλα. Όπως και σε όλο το οδοιπορικό του, υπογραμμίζει και την ποιμενική ζωή – στο θησαυρό του Ατρέα άκουγε συνέχεια κουδουνάκια από κατσίκια- καθώς και το σκληρό μόχθο των Μοραϊτισσών: αυτές οι ξυπόλυτες κοπέλες ζαλωμένες «πράσινο κριθάρι» που τα κοτρόνια του ξερού Ίναχου τους πληγώνουν τα πόδια ή αυτές οι εξουθενωμένες γυναίκες που κουβαλάνε χώμα μέσα στα φουστάνια τους για να γεμίσουν κάποιο έλος και ο μισθός τους το βράδυνα είναι μερικές ελιές, ενώ κάτι νεαροί ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι, κάτω από λεμονιές, τραγουδάνε, παίζοντας κιθάρα. Δυο-τρία καινούρια στοιχεία χαρακτηρίζουν την Αργολική γεωργική ζωή: τα μαγγανοπήγαδα (pompes a chapelets) που συμπληρώνουν τους λίγους μύλους της Λέρνας κι ένα εξωτικό γομάριο: η καμήλα. Άλλο εντελώς καινούριο στοιχείο, θαλασσινό αυτό: τέσσερα καράβια στην άμμο του Ναυπλίου.

 

 Εκτός από τα έργα των κατοίκων, η θρησκευτική τους ζωή προκαλεί την περιέργεια του ξένου Δυτικού. Σαν τελειώνει την επιστημονική του δουλειά, συχνά μπαίνει στις εκκλησίες, την ώρα που λειτουργούνται και ακούει «προσευχές που λένε τα παιδιά για τους βασιλιάδες της Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας». Τακτική η παρουσία του λαού, και του αρέσει μια σχετική ομοιότητα ανάμεσα στις μορφές των σημερινών ναυτικών με τις βυζαντινές φιγούρες.  Δεν του αρέσουν πολύ όμως οι «έρρινοι και γερασμένοι» ορθόδοξοι ύμνοι και «χάος» βλέπει στις ετερόκλητες τελετουργίες. Μόνο τη στιγμή που ο ίσαμε τότε κρυμμένος μέσα στο ιερό  ιερέας τραβάει τις κουρτίνες και ανοίγει ιεροτελεστικά «τας θύρας» ξαναβρίσκει τη «μεγαλοπρέπεια της Ελλάδας και την καλλιτεχνική της έφεση», όπως πρωτοεμφανίστηκε την εποχή του πολυθεϊσμού.

 

Κυρίως, επειδή βρίσκεται πια ο ταξιδιώτης στην καρδιά του αναγεννώμενου Ελληνικού κράτους, εκμεταλλεύεται τις μέρες της ανάπαυσης για να κάνει μια συστηματική έρευνα για τη σημερινή κατάσταση και οργάνωση του τόπου. Έμαθε λ.χ. ότι το θέατρο του Αργούς αναμένει τη συνέλευση των βουλευτών. Ήρθε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση (αναφέρει τον ανάπηρο διοικητή Εμμανουήλ Βασιλειάδη) και την 1η Απριλίου, που κάθεται στο Αργός, συγκεντρώνει στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  αρκετές και ποικίλες πληροφορίες, από επίσημες φαίνεται πηγές, που θα τις συμπληρώσει μερικά στις 6 Απριλίου, πριν αναχωρήσει για την Κορινθία.

 

Πληροφορίες και στατιστικές είναι ανακατεμένες . Τις παρουσιάζουμε εδώ πιο συστηματικά.

 

Πληθυσμός του Άργους: 10.000, έκτων οποίων 6.000 μόνιμοι, οι άλλοι πρόσφυγες.

 

Διοίκηση: Τέσσερις δημογέροντες και στο Ναύπλιο ένας νομάρχης. Υπάρχει ένας έκτακτος κυβερνήτης που έχει στη δικαιοδοσία του το σύνολο: Ναύπλιο, Αργός, Κόρινθο (που έχει και κυβερνήτη), Κρανίδι.

 

Οικονομική ζωή και φόροι: Σε εθνικοποιημένες ιδιοκτησίες πληρώνουν 30% φόρους, οι ατομικές 10%. Στο Αργός υπάρχουν 12.000 στρέμματα εθνικοποιημένων ιδιοκτησιών που 5.000 καλλιεργούνται το 1829 (προϊόντα: κρασί και κριθάρι). Το 1823 τα χωράφια του Ναυπλίου και του Άργους αξίζανε 40 εκατομμύρια άσπρα. Το 1829η πόλη εισέπραξε 64.000 άσπρα από φόρους. Το λιμενικό τελωνείο παίρνει 4% για εξαγωγές από θάλασσα.

 

Στρατός: Παραπάνω από 3.000 άντρες στον τακτικό κι ένας λόχος ιππικού με 150 άντρες. Ο στρατιώτης παίρνει 25 άσπρα το μήνα.

 

Δικαιοσύνη: Υπάρχουν τρεις βαθμοί δικαιοδοσίας ανάλογα με το ποσό του πρόστιμου «ίσαμε 100 άσπρα, δικάζει η αστυνομία, παραπάνω από 100 οι δημογέροντες, ύστερα η κυβέρνηση». Ο «astinomos», που φιλοξένησε τον Quinet, έκανε χρέη ταυτόχρονα ειρηνοδίκη και αστυνόμου, και απαιτούσε απ’ όλους τους ταξιδιώτες, έστω και αγωγιάτες και για μικρές αποστάσεις, «διαβατήρια».

 

Εκκλησία: Επτά εκκλησίες, ένα μοναστήρι, 20 – 25 ιερείς, ένας επίσκοπος στο Ναύπλιο.

 

Εκπαίδευση: Μια αλληλοδιδακτική σχολή με 250 μαθητές και μια σχολή θηλέων. (Ο Quinet είδε «πάνω στο μονοπάτι του Αγαμέμνονα» 300- 400 παιδιά την ώρα που μπαίνανε στο αλληλοδιδακτικό σχολείο.

 

Αν το Ναύπλιο με «τους μικρούς μαύρους δρόμους» και το «Λοιμώδη μαρασμό» του και παρ’ όλα τα Βενετσιάνικα απομεινάρια, μάλλον απώθησε τον Quinet που χάρηκε σαν γλίτωσε από τα έλη του, απεναντίας το σχεδόν ανέπαφο και ζωντανό Άργος τον γέμισε ελπίδα για το μέλλον. Σαν φτάνει στην πόλη, με το φεγγάρι να κάθεται πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου, ο ταλαιπωρημένος από την ερειπωμένη Μεσσηνία περιηγητής γοητεύεται αμέσως από το θέαμα που προκαλείτο θαυμασμό και των οδηγούν του. Από την αντίδραση τους πείθεται ότι η πόλη δε διαφέρει πολύ απ’ ό,τι ήταν πριν από τον πόλεμο. «Σκέφτηκα ότι πολύ γρήγορα το ίδιο θα γινόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα».  Από την προηγούμενη συμπόνια περνάει τώρα στην αισιοδοξία και την ελπίδα για το μέλλον του τόπου.

 

Έτσι η ολιγοήμερη διαμονή στην Αργολίδα, ειδικά στο Αργός, του φιλέλληνα περιηγητή συνέβαλε στο να πιστέψει στον ανοικοδομητικό δυναμισμό του νεαρού Ελληνικού κράτους. Μια πίστη που σ’ όλη τη ζωή θα την κρατήσει άσβεστη μέσα στην ψυχή του.

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Ο Ροζέ Μιλλιέξ γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1913 στη Μασσαλία. Ξεκίνησε την καριέρα του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1936 ως καθηγητής και στη συνέχεια ως αναπληρωτής Διευθυντής στο πλευρό του Οκτάβου Μερλιέ. Οι δύο μεγάλοι αυτοί φιλέλληνες δημιούργησαν ένα μορφωτικό ίδρυμα με σημαντικότατη δράση στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας στην Ελλάδα, και φιλοξένησαν και στήριξαν τις ελληνικές τέχνες και τα γράμματα με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η βοήθεια που προσέφεραν στους Έλληνες καλλιτέχνες την εποχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου όταν τους φυγάδευσαν με το πλοίο «Ματαρόα» για τη Γαλλία, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα υποτροφίες. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1982, μέλος της Ακαδημίας της Μασσαλίας από το 1986 και επίτιμο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

Η δράση του υπήρξε επίσης το ίδιο σημαντική και στην Κύπρο όπου υπηρέτησε για 12 χρόνια μεταξύ άλλων και ως Πολιτιστικός Ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας στη Λευκωσία. Πολλά από τα έργα του έχουν γραφεί απευθείας στα ελληνικά ή μεταφραστεί από τον ίδιο, όπως : «Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ένας σταθερός φίλος της Ελλάδος» (1953), «Φόρος τιμής στην Ελλάδα 1940-1944» (1980), «Ημερολόγιο πολέμου και κατοχής στην Ελλάδα και άλλες μαρτυρίες» (1982), κ.α.

 

Μαζί με τη σύζυγο του συγγραφέα Τατιάνα Μιλλιέξ ανέπτυξαν σημαντικότατο έργο τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Κύπρο. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν αξιωματούχος του Τάγματος της Λεγεώνος της Τιμής, Ιππότης του Ακαδημαϊκού Φοίνικα, Ταξιάρχης του Τάγματος του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ είχε παρασημοφορηθεί και με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγές

 

 

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 27 – 33, τεύχος 11, 1994.
  • Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

 

 

 

 

Read Full Post »

William Haygarth

 

 

 

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Γιος γιατρού, συμφοιτητής του Βύρωνα στο Trinity College, o λογοτέχνης και ζωγράφος W. Haygarth (1782-1825/30), ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1810 την περιήγησή του προς τις ελληνικές γαίες και έφυγε πλημμυρισμένος εντυπώσεις τον Ιανουάριο του 1811. Φορτισμένος με το αρχαιόφιλο πνεύμα της εποχής του, από το αγγλικό περιβάλλον των γραμμάτων και των Τεχνών, και πιο πλούσιος με το φιλελληνικό συναίσθημα, που αποκόμισε μετά τη δυσκολοτάξιδη εμπειρία του στον ελλαδικό χώρο, συνέθεσε ένα μοναδικό έργο, ποιητικό και εικαστικό,

Greece a poem in three parts; with notes, classical illustrations, and sketches, of   the scenery, by William Haygarth, Esq. A. M. London: printed by W. Bulmer and Co., Cleveland-Row; and sold by G. and W. Nicol, Booksellers to His Majesty. Pall Mall, London, 1814, όπου καταφέρνει να περιγράψει το ελληνικό τοπίο και περίλαμπρες αρχαιότητες σε πολύ πετυχημένες συνθέσεις, μη παραλείποντας και τα ηθογραφικά στοιχεία.

 

 

 

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Τα Ιόνια νησιά, η Ηπειρος, η Πίνδος, η Στερεά Ελλάδα, η Αττική και ο Σαρωνικός, καθώς και η Πελοπόννησος* είναι οι τόποι της περιοδείας του. Οι δύο χιλιάδες τετρακόσιοι περίπου στίχοι του ποιήματός του, που γράφηκαν κυρίως στην Αθήνα, με λεπτομερή σχόλια και παραπομπές, το ημερολόγιό του αλλά και οι εκατόν είκοσι ακουαρέλες καθώς και τα σχέδιά του τον καθιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιηγητικές μορφές. «Διακινδύνεψε στο στιχούργημα την πρόβλεψη για την ηθική αναγέννηση της Ελλάδας», γράφει ο ίδιος, και το ρομαντικό ύφος με αναπολήσεις, προεκτάσεις και λυρικά στοιχεία σε συνδυασμό με ρεαλιστικά και φανταστικά δεν απουσιάζουν ούτε από τη γραφίδα του ούτε απο τον χρωστήρα του. «Περήφανο μνημείο, παλαιάς μεγαλοπρέπειας», αναφωνεί για το Θησείο, «η νιότη σου είδε τη φήμη της χώρας σου», τα γηρατειά σου την αγωνία της».

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

 

*Δρομολόγιο: Suli, Pindus, Thessaly, Thermopylae, Parnassus, Delphi, Thebes, Athens, Marathon, Aegina, Nauplia, Argos, Mycenae, Arcadia, Laconia, Sparta, Achaia, Corinth.

 

Πηγές

  • ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ( 15ος – 20ος αιώνας). Το Ανθολόγιο των χρονικών των Ξένων Περιηγητών – (Συλλογή Δ. Κοντομηνά) στηρίζεται στον κατάλογο της Εκθεσης (16 Μαΐου – 16 Ιουνίου 2005) με τίτλο «Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας)».
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές VΙΙΙ», τεύχος 146, 8 Αυγούστου 2002.

 

Read Full Post »

Λάρισσα και Ασπίς Άργους – Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου

 

 

Αι δύο Ακροπόλεις του Άργους – Λάρισσα και Ασπίς.

 

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ιωάννου Κοφινιώτου, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ  ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» στο Μηνιαίον  Περιοδικόν Σύγγραμμα «ΑΠΟΛΛΩΝ», του Δ. Κ. Σακελλαρόπουλου.

 

Τόμος 5, αριθμός 60, σελίδες 813-815. ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ 1889.

 

ΑΠΟΛΛΩΝ

Ψηφιακές Συλλογές – Αποθήκευση Έγγραφου     

Λάρισσα και Ασπίς Άργους – Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Πρωτοπαπάς Αργυρός

 

 

 

Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας – Ποιητής. Ο Αργυρός Πρωτοπαπάς κατάγεται από το Κρανίδι Αργολίδας, από οικογένεια ναυτικών και καραβοκύρηδων του 19ου αιώνα, με παλαιότερες ρίζες στα νησιά του Αιγαίου.  Είναι  εκπαιδευτικός Αγγλικής Γλώσσας και Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διατριβή του είναι πάνω στο ποιητικό γλωσσικό ιδίωμα και τη γνωσιολογία (epistemology) του Άγγλου Ρομαντικού P.B. Shelley. Είναι επίσης κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts του Πανεπιστημίου του Southampton (U.K.), με θέμα τη σχέση Ρομαντισμού, Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού και τις μεταπολεμικές πολιτισμικές θεωρίες. Υπήρξε ερευνητής στον πολιτισμό και την ποιητική έκφραση της Ρομαντικής περιόδου με υποτροφία της Βρεταν. Ακαδημίας και Λέκτορας Αγγλικής Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (1990-1996). Δίδαξε, κυρίως, τους Ρομαντικούς ποιητές και, παράλληλα, Shakespeare και T.S. Eliot.* Επίσης δίδαξε Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο Westminster, στο Λονδίνο. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και κριτικά δοκίμια σχετικά με το έργο των Shelley και Byron, W. B. Yeats και T. S Eliot, αλλά και προσωπικό ποιητικό έργο.

 

Η ποίηση του ανέβηκε επανειλημμένα, σε μουσική Rio Graebner, στο Turner Sims Conoert Hall, στο Southampton. Γράφει και στις δύο γλώσσες, με ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάφορες χρονικές περιόδους, όπως: Του Γλυκού Φλεβάρη (1966-76), Εγκλωβισμένοι (1969-79), Η Ερμηνεία των Ανοίξεων (1980-87), Φάος (1983-90), The Bassett Notebook of Occasional Verse (1988-95), Οδυσσεύς Άναξ (1995-99), Ελύμνια Σίβυλλα (1999-2003), To Απόλυτο κι Άφθαρτο (2004-07), ενώ δύο ακόμα ποιητικές συλλογές βρίσκονται σε εξέλιξη: Lost Arion (2004- ) και το Δάσος με τις Ζωγραφιές (2007-).

 

Τα ενδιαφέροντά του βρίσκονται, αφ’ ενός, στην περιοχή μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και, αφ’ ετέρου, λογοτεχνίας, πολιτισμού και κοινωνικών επιστημών, αφού είναι επίσης πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2004-5 ανέλαβε τη θέση του Εθνικού Εκπροσώπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (CEDEFOP). Από το 2006 είναι αποσπασμένος, από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου τα διδακτικά του αντικείμενα περιλαμβάνουν γλωσσικά θέματα, τη λογοτεχνική μετάφραση και την θεωρία και γνωσιολογία της ποιητικής σύνθεσης.

 

 

Υποσημείωση

* Eliot Thomas Stearns

 

Γεννήθηκε στον Άγιο Λουδοβίκο του Μισσούρι το 1888 από πουριτανή αριστοκρατική οικογένεια διαπρεπών επιστημόνων και ανατράφηκε με τις αρχές του παππού του που ήταν θεολόγος. Σπούδασε στην Ακαδημία Σμιθ της Μασσαχουσέτης, βραβεύτηκε με χρυσό μετάλιο στα λατινικά από την Milton Academy. Σπούδασε τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά και συνάμα μεσαιωνική ιστορία, συγκριτική φιλολογία και ιστορία νεώτερης φιλοσοφίας. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ από τον Μπ. Ράσελ, το 1914 καθώς και σανσκριτική και νεώτερη ινδική φιλοσοφία. Γνώστης της γαλλικής φιλολογίας επιδόθηκε στην ποίηση. Το 1915 ο Έλιοτ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο παραδίνοντας μαθήματα σε σχολεία και αργότερα διορίστηκε στη Lloyd’ s Bank του Λονδίνου όπου εργάστηκε οχτώ χρόνια. Η ποίηση του κατατάσσεται σε πέντε περιόδους. Η πρώτη περίοδος (1909-1919) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αγάπης του Άλφρεντ Προύλφροκ», «Το πορτραίτο μιας κυρίας», «Πρελούδια», κ.ά. Η δεύτερη περίοδος (1920-1925) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Γερόντιον», «Ιπποπόταμος», «Η έρημη χώρα», κ.ά. Στην τρίτη περίοδο ανήκουν «Οι άδειοι άνθρωποι», ενώ στην τέταρτη περίοδο (1927-1934) περιλαμβάνονται τα ποιήματα: «Το ταξίδι των Μάγων», «Ένα τραγούδι για τον Συμεών», «Animula», «Βράχος», κ.ά. Στην πέμπτη περίοδο (1935-1942) ανήκουν τα «Τέσσερα κουαρτέτα». Τα θεατρικά του έργα είναι τα «Φονικό στην εκκλησιά» («Murder in the cathedral»), «Sweeny Agonistes», «Κοκτέιλ πάρτυ» κ.ά. Ως δημοσιογράφος και κριτικός έδωσε αξιόλογα δείγματα. Από το 1922 που ήταν εκδότης του περιοδικού «Κριτήριον» σκοπό είχε να δημιουργήσει μια θέση για τις νέες τάσεις της λογοτεχνίας και την κριτική. Στα δοκίμια και τις μελέτες ανήκουν: «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1919, «Η χρήση της ποίησης και η χρήση της κριτικής», 1933, «Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας», 1948, «Ποίηση και δράμα», 1951, κ.ά. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1965.

 

 

Πηγή

 

  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Read Full Post »

Emerson James (1804-1869)

 

 

 

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson by Richard Austin Artlett 1836

Sir James Emerson Tennent. Άγγλος που είχε στρατολογηθεί στην ταξιαρχία πυροβολικού που είχε συγκροτήσει ο λόρδος Βύρων. Μετά το θάνατο του ποιητή, ο Emerson έφυγε στην πατρίδα του για να επιστρέψει στον ελληνικό χώρο στις αρχές του 1825. Μέσω των νησιών του Ιονίου έφτασε στην Πελοπόννησο, όπου και περιηγήθηκε σε όλη τη διάρκεια του 1825. Αμέσως αναγνωρίστηκε ως λοχαγός του πυροβολικού από τις ελληνικές αρχές, που εκτίμησαν προφανώς την προϋπηρεσία του Emerson στο στρατό του Βύρωνα. Στην Ύδρα και στις Σπέτσες, όπου παρέμεινε, κατέγραψε τη λειτουργία του ναυτικού των νησιών, συνέλεξε πληροφορίες για τη δράση των πυρπολικών στη θάλασσα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση ιστορικών μαρτυριών για το ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Στον Emerson οφείλεται επίσης η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Μιαούλη. Το Ημερολόγιο του κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1826 και αναμφισβήτητα συνέβαλε στη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε προσέθεσε πολλά στοιχεία για την οικονομία, την τοπική παραγωγή, την κοινωνία και τη ζωή των Ελλήνων. Ο Emerson φάνηκε πολύ αισιόδοξος για την προοπτική της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα διέκρινε τις αδυναμίες των Ελλήνων να οικοδομήσουν ένα σύγχρονο κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Έργα του για την Ελλάδα: a Picture of Greece (1826), Letters from the Aegean (1829), and a History of Modern Greece (1830).

 

Πηγές

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙ», τεύχος 44, 17 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Φλέσσας  Μ. Κωνσταντίνος (1919 -1982)

 

 

Γεννήθηκε το 1919 στο Ναύπλιο Αργολίδας. Ήταν το τρίτο στη σειρά παιδί του δάσκαλου  Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα από την Καρυά Αργολίδας και της Κωνσταντίνας Νικολάου Ζουγλή από το Κοφίνι. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο Ναυπλίου το 1930 μετοικεί στην Αθήνα λόγω μεταθέσεως του πατέρα του. Το 1939 αποφοιτά από την Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία με βαθμό λίαν καλώς 8,50 . Το ίδιο έτος διορίζεται στο δημοτικό σχολείο Κολχικής Φλωρίνης.

 
 

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Το 1941 έπειτα από επιλογή κατατάσσεται στην σχολή εφέδρων αξιωματικών Σύρου. Ένα χρόνο αργότερα λαμβάνει φύλλο πορείας από την παραπάνω σχολή για να καταταγεί στο  τάγμα πεζικού Ιωαννίνων. Μετά την εισβολή του Γερμανικού στρατού και την κατάρρευση του μετώπου καλείται να επιστρέψει στην υπηρεσία του. Έπειτα από ένα ταξίδι το οποίο κράτησε δέκα έξι ημέρες και κάτω από άθλιες συνθήκες οι οποίες του προκάλεσαν ισχυρό αναπνευστικό πρόβλημα ζητά απόσπαση την οποία και πέτυχε για το δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού Αργολίδας στο οποίο διδάσκει τα σχολικά έτη 1942-1943 & 1943-1944. Μετά την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους το 1945 καλείται να υπηρετήσει το υπόλοιπο της στρατιωτικής του θητείας. Ενώ υπηρετεί, κατηγορείτε για: α) συναναστροφές με αριστερούς, β)  βιαιοπραγία κατά ανωτέρου, δικάζεται και στέλνεται στη Μακρόνησο* για περίπου ένα χρόνο, με τον επίσης δάσκαλο και συντοπίτη του Χρήστο Δωροβίνη από το Άργος. Μεσολαβεί ο εμφύλιος πόλεμος . Για τις νικηφόρες μάχες και τις επιτυχίες του στρατού εναντίον των ανταρτών στο Γράμμο και στο Βίτσι, προτάθηκε και τιμήθηκε με το δίπλωμα του πολεμικού σταυρού. Ο ίδιος δεν θεώρησε ηρωική πράξη και επιτυχία την εξόντωση «πολεμικών αντιπάλων» σε περίοδο αδελφοκτόνου πολέμου και αρνήθηκε να το παραλάβει, αν και αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις της άρνησης που θα σηματοδοτούσαν την μετέπειτα πορεία του. Απολύεται από τον στρατό το 1949 έχοντας συνολική θητεία πέντε έτη με τον βαθμό του έφεδρου Υπολοχαγού Πεζικού. Με το τέλος του Εμφυλίου παρουσιάζεται και πάλι στην Κολχική Φλωρίνης. Το 1950 μετατίθεται στο 1/τάξιο δημοτικό σχολείο Κουρκουλών, της εκπαιδευτικής περιφέρειας Ιστιαίας.

 

 

 
 

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Το ίδιο έτος συγγράφει με τον δάσκαλο πατέρα του Μιχαήλ και την επίσης  δασκάλα αδελφή του Θεοδοσία ,το αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού με τίτλο «ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ», που λόγω του αιφνιδίου θανάτου του πατέρα του δεν εκδόθηκε.. Στο προσωπικό του αρχείο υπάρχει και μια σειρά ανέκδοτων εργασιών με τους τίτλους 1) Ο παιδικός φόβος, 2) Η ανάγνωσις είς τάς Β.Γ.Δ.! τάξεις, 3)Επωφελής χρησιμοποίησις του εκτός της κυρίως διδασκαλίας χρόνου.. «Διαλείμματα, ελεύθερα απογεύματα, εκδρομαί» 4) Περί διανοίας, 6) Ανάπτυξις και Ισχύς της μνήμης  καθώς και ένα χειρόγραφο ορθογραφικό και ερμηνευτικό λεξικό της δημοτικής. Το 1956 μετατίθεται στο δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας . Το ίδιο έτος παντρεύεται την Καλλιόπη Αγγελή Τζουτζά και το 1957 αποκτούν δύο παιδιά.

 

 
 

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Ο δάσκαλος πέρα από την πνευματική του κατάρτιση διέθετε και εξαιρετικό ταλέντο και αγάπη στην μουσική. Χρησιμοποιούσε με ιδιαίτερη ικανότητα τα έγχορδα κυρίως μουσικά όργανα και σε συνδυασμό με την  δυνατή σε ένταση και καλλιεργημένη φωνή του διοργάνωνε αξέχαστες μουσικές βραδιές με τις παρέες του . Είτε αυτό γινόταν κάτω από το φεγγαρόφωτο στον πλάτανο της Ελιτσάς στην Καρυά, η στα παλιά ταβερνάκια της Πλάκας στην Αθήνα παρέα με τον συνεξόριστο  και φίλο του Γρηγόρη Μπιθικότση (στο ξεκίνημα του ),  ή στη Λίμνη Ευβοίας την δεύτερη πατρίδα του συντροφιά με ανθρώπους κάθε ηλικίας. Συνταξιοδοτείτε έχοντας περίπου τριάντα χρόνια υπηρεσίας  το 1973 με τον βαθμό του Διευθυντή. Πεθαίνει το 1982 στην Αθήνα σε ηλικία 63 ετών δημιουργώντας μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια του, στα αδέλφια του αλλά και στον κοινωνικό και φιλικό του περίγυρο αφήνοντας σε όλους μια γλυκιά και συγκινητική ανάμνηση.

 

 

 

Υποσημείωση

 

* Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού».

Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι «σκαπανείς» που θα υλοποιούσαν το έργο και την «προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος» με διαφόρους «επωφελείς εργασίας». Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.

Ο Υπουργός Εσωτερικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Χριστόφορος Στράτος. Ο Στράτος ανήκε στη γνωστή οικογένεια που στη συνέχεια κατείχε την Πειραική – Πατραϊκή. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «Εθνική κολυμβήθρα» και «Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».

Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ενός παράδοξου για την εποχή θεσμού, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.

Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας» και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σα στόχο την πλήρη καταρράκωση του «μεταμεληθέντος», ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

Να σημειωθεί ακόμη ότι η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον «ανανήψαντα» προς τους «αμετανόητους» πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων «γενιτσάρων» (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε «εθνικά αναβαπτισμένοι» στο μέτωπο. (Βικιπαίδεια)

 

Πηγή

 

 

  • Ελένη Φλέσσα, « Φλεσσαίικες  ρίζες από την Πολιανή Μεσσηνίας στην Καρυά Αργολίδας και η Ιστορία του τέως Δήμου Λυρκείας »,  υπό Έκδοση.

 

  

Read Full Post »

Τσακόπουλος Π. Αναστάσιος  (1876-1967)

 

 

ΤσακὀπουλοςΓεννήθηκε στο Άργος το 1875 ή κατά μία άλλη εκδοχή το 1876. Πέθανε στις 8 Αυγούστου του 1967 σε ηλικία 92 χρονών. Ο Τάσος Τσακόπουλος ήταν δάσκαλος και είχε σύζυγο την επίσης δασκάλα Ελευθερία Τσίγκα από την Ύδρα. Απέκτησαν τρία παιδιά. Δυο αγόρια και μια κόρη. Τον Αρίσταρχο, την Έλλη και τον Πέτρο. Η Έλλη πέθανε βρέφος και ο Πέτρος σε μικρή ηλικία. Απέμεινε ο Αρίσταρχος ως παρηγοριά και στήριγμα των πικραμένων γονέων του. Η καταγωγή του Τσακόπουλου ήταν από την Νεστάνη της Αρκαδίας. Μακρινοί πρόγονοι του ήταν αγωνιστές της επανάστασης του 1821. Μπορεί να έζησε, να αγάπησε και να έγραψε για το Άργος αλλά πάντα ενδιαφερόταν για την Αρκαδία και έγραφε και γι᾽αυτήν και την ιστορία της.

 

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Υπάρχουν δημοσιευμένα άρθρα του στον τοπικό τύπο του  Άργους, αλλά και σε εφημερίδες του Ναυπλίου και της Τρίπολης. Άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του πολύ νωρίτερα από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο ενώ παραμένει άγνωστο το πλήθος των δημοσιευμάτων του. Ο Τσακόπουλος ήταν προσωπικός φίλος με έναν άλλο σπουδαίο Αργείο. Τον Δημήτρη Βαρδουνιώτη. Εκείνος παρακίνησε τον Τσακόπουλο να ασχοληθεί με την ιστορία και την Λαογραφία του Άργους. Υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας. Έζησε για πολλά χρόνια στο νοικιασμένο από τον Παπαμήτσο παλιό σπίτι, που βρισκόταν νοτιότερα από τον Κινηματογράφο Ορφέα ενώ στα βαθιά του γεράματα μετακόμισε με την σύζυγο του σε διαμέρισμα οικοδομής, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της εκκλησίας Αγίας Αικατερίνης, στην πλατεία Βλάσση, όπου και πέθανε.

« …ο Τάσος Τσακόπουλος θα πρέπει να θεωρηθεί, τώρα με την απόσταση του χρόνου, ως ένας πολύτιμος ιστοριοδίφης που μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη κράτησε αναμμένη την λαμπάδα του ενδιαφέροντος για την τοπική και τη γενική ιστορία, ενώ διέσωσε, σε εποχή μάλιστα λήθης και αδιαφορίας, πλήθος στοιχείων της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας».

( Βασίλης Δωροβίνης. Νομικός –Ιστορικός).

 

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Τα αρχεία του πατέρα του διατήρησε ως κόρη οφθαλμού ο μονάκριβος γιος του Αρίσταρχος ή Μπέης, και τα οποία στην συνέχεια και λίγο πριν τον θάνατό του, εμπιστεύθηκε στον οικογενειακό φίλο του και εκλεκτό πολίτη του Άργους, Δικηγόρο, Πολιτικό Επιστήμονα και Ιστορικό Βασίλη Δωροβίνη.  Ο Βασίλης Δωροβίνης, αφού τα αρχειοθέτησε κατά είδος, τα δώρισε στο Γενικό Αρχείο του Κράτους- Αρχεία Ν. Αργολίδας και το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα , ανάλογα με την θεματολογία κάθε ενότητας. Τα αρχεία είναι στην διάθεση όλων των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να πληροφορηθούν ότι έχει σχέση με τον Τάσο Τσακόπουλο, τα άρθρα του και γενικά το έργο του.

 

Έργα του:

 

Περιεχόμενα: α) Ο Παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου β) Ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Πέτρου γ) Ο Ναός του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Άργους δ) Ο Αργείος όσιος Λεόντιος ο Μυροβλήτης ε) Ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους

Περιεχόμενα: α) Ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους β) Ο Ναός των Εισοδίων  της Θεοτόκου – Πορτοκαλλούσας γ) Ο Ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

Περιεχόμενα: Ο Εν Κεφαλαρίω Άργους Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού»  γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Στα Αρχεία του Κράτους και μάλιστα στο κουτί 3 (Σύνολο 15) υπάρχει ο Α΄τόμος από τα « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα. Συμβολαί εις την Ιστορίαν- Λαογραφίαν». Εκεί περιέχονται σημειώσεις για τον Β΄τόμο του « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα»  που δεν εκδόθηκε ποτέ.

 

Πηγή


 

Ένθετο αφιέρωμα στην εφημερίδα «Τα Νέα της Αργολίδας» Ιούλιος 2004. Κοινή εκδήλωση Π.Λ.Ι. Ναυπλίου & Γ.Α.Κ.- Αρχείου Νομού Αργολίδας με θέμα: Τάσος Τσακόπουλος. Το αρχείο του, ιστορική μνήμη και ιστορία. ( Δωρεά του αρχείου από τον Βασίλη Δωροβίνη). Εισηγητής: Βασίλης Δωροβίνης – Επιμέλεια: Μαρία Βελιώτη –   Προλογίζει: Μιμή Φυρογένη

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »