Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Μπάρακλη Ισμήνη


 

Ισμήνη Μπάρακλη

Ισμήνη Μπάρακλη

Η Ισμήνη Μπάρακλη κατάγεται από το Ναύπλιο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του συγγραφέα Χαράλαμπου Μπάρακλη (1935-2012).  Φοίτησε στο St George Commercial College στο τμήμα Ελληνοαγγλομαθών γραμματέων και Δημοσίων Σχέσεων-Marketing. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε μεγάλη οικονομική εφημερίδα ως υπεύθυνη Εκδηλώσεων και Συνεδρίων. Είναι παντρεμένη και μητέρα ενός παιδιού. Ασχολείται επίσης με την παιδική λογοτεχνία. Το πρώτο της παιδικό βιβλίο «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου Νο1» Εκδ. ΜΙΝΩΑΣ, απέσπασε το 2014 το βραβείο Εφηβικής Λογοτεχνίας. 

Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Από τα Gucci στο Ταγάρι», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 1», «Το Ημερολόγιο ενός Κακομαθημένου 2» και  «Λικέρ Τριαντάφυλλο», που είναι εμπνευσμένο από το αγαπημένο της Ναύπλιο και αποτελεί έναν μικρό φόρο τιμής στην πόλη αυτή, ένα κλαράκι μπουμπουκιασμένο γιασεμί αφιέρωμα στα σκαλοπάτια του.

Read Full Post »

Σοφοκλή Οικονόμου: «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας»


 

 Το ανέκδοτο χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου που παρουσιάζεται αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία για τη φυσιογνωμία του Ναυπλίου τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού βασιλείου. Γιός του «δασκάλου του γένους» Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων από την Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας, ο Σοφοκλής, σπουδάζει ιατρική στη Γερμανία και τη Γαλλία και νεαρότατος, 26 χρόνων (γεννημένος το 1808) εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, το Ναύπλιο.

Στα 3 χρόνια που θα ασκήσει την ιατρική εκεί, μέχρι να μετακομίσει στην Αθήνα, οριστική πια «καθέδρα» του βασιλείου, ο Σοφοκλής Οικονόμος θα έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει την πόλη και να σημειώσει όλα όσα την χαρακτηρίζουν. Η ματιά του, βλέμμα γιατρού που καθοδηγείται από την επιστήμη του, στέκεται σε ποικίλες όψεις της πόλης. Πέρα από την αναδρομή στο παρελθόν και την ιστορία της, κάτι που αποτελεί κοινό τόπο για παρουσιάσεις πόλεων, ο Σ. Οικονόμος θα εστιάσει σε παραμέτρους της καθημερινότητας των ανθρώπων που είναι οικείες σε ένα γιατρό. Η υγεία των ανθρώπων και οι παράγοντες που την επηρεάζουν, τα μέτρα που λαμβάνονται για την φροντίδα της, όσοι την υπηρετούν, όλα αυτά δεν ξεφεύγουν από την παρατήρηση του Οικονόμου.

 Συνταγμένη τον καιρό που ο Οικονόμος βρίσκεται στο Ναύπλιο, με αρκετές ωστόσο μεταγενέστερες προσθήκες, της ίδιας πάντως εποχής, η Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας, προοριζόταν για παρουσίαση στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών και κατόπιν για αυτοτελή έκδοση, ωστόσο ούτε το ένα ούτε το άλλο φαίνεται να πραγματοποιήθηκαν.

 Από μιαν άλλη οπτική γωνία, η μαρτυρία αυτή αντανακλά το πνεύμα της εποχής που θέλει τους γιατρούς να επιφορτίζονται και με καθήκοντα «ψυχρών παρατηρητών των ανθρωπίνων», όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι ιατροστατιστικοί πίνακες όλων σχεδόν των επαρχιών του βασιλείου, που συντάσσονται από γιατρούς και δημοσιεύονται στον Τύπο την εποχή εκείνη (1839). Ο Σ. Οικονόμος καταγράφει παράλληλα, εν τω γίγνεσθαι, τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του Ναυπλίου στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας, γεγονός που κάνει τη Σύνοψή του πολύτιμη και για τη μελέτη του αστικού φαινομένου στην Ελλάδα της εποχής αυτής.

 

Στο αρχείο Κωνσταντίνου και Σοφοκλή Οικονόμου, που φυλάσσεται στο Κέ­ντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθη­νών, περιλαμβάνεται ένα χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου με τίτλο «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας». [1] Το κείμενο που παραδίδεται στο χειρόγραφο, απαντά σε δύο εκδοχές: μία μικρής έκτασης και μία μεγαλύτερη. Η πρώτη φαίνεται πως προηγείται χρονολογικά και ύστερα ξαναδουλεύτηκε και προστέθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία, ώστε να προκύψει μια δεύτερη, βελτιω­μένη, εκδοχή, η οποία είναι και μεγαλύτερη σε έκταση. Σε αυτή τη δεύτερη, που αποτελείται από 68 αριθμημένες από τον ίδιο τον συγγραφέα σελίδες, ο Οικονόμος έχει συμπεριλάβει και κάποια άλλα λυτά φύλλα, χωρίς αρίθμηση, στα οποία φαίνεται πως είχε ξαναδούλεψει κάποια από τα θέματα που ανα­φέρονται στο κείμενο. Τέλος, υπάρχουν μερικά ακόμη φύλλα που φαίνονται να είναι γραμμένα από άλλο χέρι, πράγμα που δείχνει πως εκτός από τα στοι­χεία που συνέλεξε ο ίδιος, κάποιοι του έστελναν επιπλέον πληροφορίες για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.

Το κείμενο συντάχθηκε, στην πρώτη του μορφή, στα 1838 και ξαναδου­λεύτηκε την ίδια ίσως χρονιά ή και αργότερα.[2] Αρχικός σκοπός της συγγραφής του, όπως φαίνεται από το εξώφυλλο της πρώτης, συνοπτικής εκδοχής του, ήταν να παρουσιαστεί στην Ιατρική Εταιρεία των Αθηνών και να εκδοθεί κατόπιν το κείμενο, τίποτα όμως από αυτά τα δύο δεν φαίνεται ότι συνέβη.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος - γιατρός.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος – γιατρός.

Ο συγγραφέας του χειρογράφου Σοφοκλής Οικονόμος είναι γυιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Γεννήθηκε στην Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας λίγο πριν το 1810. Βαπτίστηκε Κυριάκος αλλά, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής να προτιμώνται τα αρχαιοελληνικά ονόματα, από μικρό τον φώναζαν Σοφοκλή. Στα 1810, η οικογένεια Οικονόμου, ακολουθώντας τον δρόμο του αρχηγού της Κωνσταντίνου, κατέφυγε στη Σμύρνη. Τη δεκαετία του 1810 ο Κωνσταντίνος Οικονόμος δίδασκε στο εκεί Φιλολογικό Γυμνάσιο και η διδασκαλία του αυτή του προσέδωσε τη φήμη του διδασκάλου του Γέ­νους.

Στη Σμύρνη ο Σοφοκλής πραγματοποίησε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα τον διασκορπισμό της οικογένειας: ο πατέρας Κωνσταντίνος κατέφυγε στην Πετρούπολη και η υπόλοιπη οικογένεια, μαζί με τον Σοφοκλή, βρέθηκε, στα 1825, ύστερα από περιπέτειες, στη Βιέννη. Στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας ο Σοφοκλής σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική. Τον Οκτώβριο του 1832 τελείωσε τις σπου­δές του στη Βιέννη και συνέχισε στη Λιψία και το Βερολίνο. Το 1833 έλαβε στο Βερολίνο και το δίπλωμα του ιατρού. Την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, όπου για ένα χρόνο εξειδικεύτηκε ως ασκούμενος, κυρίως στη χειρουργική. [3] Το 1834 ο Σοφοκλής μαζί με τον πατέρα του Κωνσταντίνο και την αδερφή του Ανθία – τα άλλα μέλη της οικογένειας, η μητέρα, η γιαγιά και ο θείος του Στέφανος είχαν πεθάνει σε επιδημία χολέρας στη Βιέννη το 1832- εγκαταστά­θηκαν στο Ναύπλιο. Στην πόλη αυτή άσκησε την ιατρική για τρία περίπου χρό­νια και στις αρχές του 1838 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Μέχρι τον θάνατο του πατέρα του, το 1857, άσκησε την ιατρική, κατόπιν όμως στράφηκε στην πραγματική του αγάπη, τη φιλολογία, μέχρι και τον θάνατο του στα 1877. Ενδιαφέρθηκε κυρίως για την Ιστορία της Παιδείας και της Εκκλησίας μετά την Άλωση, συνέταξε κατάλογο των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης (ο οποίος δεν εκδόθηκε), εξέδωσε όμως τα κατάλοιπα του πατέρα του.[4]

Το χειρόγραφο της «Ιατρικής χωρογραφίας» του Σοφοκλή, το οποίο απο­τελεί πολύτιμη μαρτυρία για μια σειρά από παραμέτρους της Νεοελληνικής Ιστορίας, δεν είχε την τύχη να εκδοθεί. Συντάχθηκε από παρατηρήσεις που ο ίδιος, κατά κύριο λόγο, συνέλεξε κατά τη διάρκεια της τριετούς παραμονής του στο Ναύπλιο. Κατά τη συγγραφή φαίνεται ότι ζήτησε διάφορα στοιχεία από φίλους του· κάποιοι από τους οποίους ανταποκρίθηκαν, ενώ άλλοι όχι. Ο κυριότερος συμπαραστάτης του ήταν ο φίλος του πατέρα του Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Ολύμπιος, ο οποίος φρόντισε να συλλέξει και να του αποστεί­λει κάποιες συμπληρωματικές πληροφορίες για να τις ενσωματώσει στη μελέ­τη του την εποχή που και ο ίδιος είχε πια μόνιμα εγκατασταθεί στην Αθήνα. [5]

Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες γράφτηκε το χειρόγραφο, και τα κίνητρα που τον ώθησαν στην ενέργεια αυτή, δεν μας είναι ξεκάθαρα. Στο προοίμιο του χειρογράφου της πρώτης –σύντομης – εκδοχής του κειμένου ο Σοφοκλής ομολογεί πως διατρίψας τρεις περίπου χρόνους εις την πόλιν της Ναυπλίας και περί την ιατρικήν περιγραφήν ταύτης φροντίσας συνήθροισα τας ακο­λούθους παρατηρήσεις, αίτινες δύνανται να δώσωσι υποτυπώδη σκιαγραφίαν τινά του κλίματος και των άλλων, όσα απαντώνται εις ιατρικήν περιγραφήν της πόλεως ταύτης. Στις προθέσεις του, όπως ο ίδιος ομολογεί, ήταν αφενός η ευχαρίστηση του κοινού και η ευμενής υποδοχή των «πρωτοφανών, παροδι­κών και νεανικών» αυτών παρατηρήσεων, αφετέρου η δημιουργία παραδείγ­ματος, για να παρακινηθούν οι συνάδελφοι του να «συντάξωσι και όλων των ελληνικών πόλεων τας περιγραφάς».[6]

Η σύνταξη αυτής της «Χωρογραφίας», η οποία, όπως προαναφέραμε, έμεινε ανέκδοτη, δεν αποτελούσε καινοτομία ως προς τη σύλληψη την οποία σκό­πευε να εισαγάγει ο Σοφ. Οικονόμος στην ελληνική επιστήμη και κοινωνία, ούτε πρόκειται για έργο που θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα. Τα χρόνια εκείνα, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, το νεοσύστατο Βασίλειο έκανε τα πρώτα του βήματα. Οι επιτελείς και οι σύμβουλοι που συνόδευαν τον νεοαφιχθέντα και νεαρό στην ηλικία βασιλιά Όθωνα, Βαυαροί στην πλειονότητά τους, μαζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους προσπαθούσαν να οργανώσουν τις υπηρεσίες και τους θεσμούς θέτοντας τα θεμέλια ενός σύγχρονου κράτους. Η προσπάθεια αυτή στηρίχτηκε, κατά κύριο λόγο, στην ευρωπαϊκή παιδεία και εμπειρία που διέθεταν οι πρωταγωνιστές της. Πολλοί από τους θεσμούς και τις «καινοτο­μίες» που εμφανίστηκαν και καθιερώθηκαν τότε, δεν αποτελούσαν παρά με­ταφορά των αντίστοιχων εμπειριών της Δύσης. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε το τοπίο και σε ό,τι αφορά στην οργάνωση της ιατρικής επιστήμης στη χώρα μας, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το υπόμνημα του Σοφ. Οικονόμου.[7]

Στις αρχές του 1834 με Βασιλικό Διάταγμα ορίστηκαν τα «περί συστά­σεως ιατρών κατά νομούς και περί των καθηκόντων αυτών».[8] Ανάμεσα στα καθήκοντα των ιατρών που επρόκειτο να καταλάβουν τις σχετικές θέσεις, περιλαμβανόταν και η καταγραφή όλων των συμβάντων που σχετίζονταν με την ιατρική, τη φυσική ιστορία και τη μετεωρολογία, «διά να δυνηθή όσον τά­χιστα να καταστρωθή εντελής ιατρική τοπογραφία του Νομού».[9] Είναι σαφές από το Β.Δ. ότι η διοίκηση προφανώς γνώριζε τα σχετικά με την ιατρική το­πογραφία και τη χρησιμότητα της. Τόσο οι Βαυαροί αντιβασιλείς, και κυρίως ο Μάουρερ που είχε επιφορτιστεί με την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, όσο και ο I. Κωλέττης που ήταν υπουργός Εσωτερικών (σε αυτό το Υπουρ­γείο υπαγόταν η ιατρική οργάνωση της χώρας), έστηναν ένα οικοδόμημα εφά­μιλλο των ευρωπαϊκών προτύπων. Συνδέοντας τον διοικητικό μηχανισμό με τη συλλογή στοιχείων και παρατηρήσεων γύρω από την υγεία των κατοίκων και τις ασθένειες που επικρατούσαν, εκδήλωναν σαφώς την πρόθεση τους για αξιοποίηση των στοιχείων αυτών με κρατικές παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας· αυτό, άλλωστε, θα όφειλε να πράξει κάθε χρηστή διοίκηση.

Η «ιατρική τοπογραφία», η συστηματική δηλαδή παρατήρηση και κατα­γραφή εκ μέρους των ιατρών των φυσικών συνθηκών (γεωγραφική θέση και περιγραφή, κλίμα, άνεμοι, διατροφή κ.λπ.) ενός τόπου και η σχέση τους με τη δημόσια υγεία και τις ασθένειες[10] δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε, καινούρ­για ιδέα. Η άποψη ότι ο τόπος επιδρά άμεσα στην υγεία των κατοίκων του ανήκει στον μεγάλο ιατρό του 5ου π.Χ. αιώνα Ιπποκράτη και εντοπίζεται στο έργο του Περί αέρων, υδάτων, τόπων. Εκεί υποστηρίζεται πως το κλίμα (και κυρίως οι άνεμοι), το ανάγλυφο του τόπου, τα νερά, η διατροφή και ο τρόπος διαβίωσης αποτελούν ουσιαστικούς παράγοντες στην εμφάνιση και την έντα­ση των διάφορων ασθενειών. Τις απόψεις αυτές ενστερνίστηκαν ήδη από την αρχαιότητα διάσημοι ιατροί όπως ο Κέλσος και ο Γαληνός. Με την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής σκέψης και γραμματείας στη δυτική Ευρώπη, που πα­ρατηρήθηκε από την Αναγέννηση και μετά, ήλθαν ξανά στην επιφάνεια αυτές οι μελέτες, κυρίως από τα τέλη του 16ου αιώνα, χάρη στον διάσημο ιατρό και αλχημιστή Παράκελσο και στη διδασκαλία του.[11]

Η αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών ασφαλώς και συνδέεται με τη γε­νικότερη ιστορική συγκυρία της εποχής. Από τα τέλη του 15ου αιώνα και για διακόσια περίπου χρόνια η ανθρωπότητα βίωσε αλλαγές μεγάλης εμβέλειας. Η μεγαλύτερη από αυτές, η διεύρυνση των ορίων του γνωστού κόσμου μετά τις ανακαλύψεις και τις εξερευνήσεις (που είχαν χαρακτήρα άλλοτε τυχοδιω­κτικό και άλλοτε οργανωμένης κατάκτησης) είχε πολλαπλές συνέπειες. Μία από αυτές ήταν και η ανακάλυψη καινούργιων ασθενειών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ «νέου» και «παλαιού» κόσμου, γεγονός που τροφοδότησε σιγά – σιγά τη συζήτηση για τη σχέση της γεωγραφίας και της ιατρικής, την επίδραση δηλαδή του τόπου στην εκδήλωση των ασθενειών. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα άρχισαν να καταρτίζονται μελέτες, στις οποίες η επίδραση των ιπποκρατικών ιδεών για το ζήτημα αυτό είναι φανερή.[12]

Η δημοσίευση του έργου του Charles Clermont (Carolus Claromontius) με τον ολοφάνερα «ιπποκρατικό» τίτλο De aere, locis et aquis terrae Angliae; deque morbis Anglorum vernacuiis, (Londres 1672), σήμανε ουσιαστικά την έναρξη της εποχής των ιατρικών τοπογραφιών. Τα χρόνια που ακολούθησαν η τάση αυτή απλώθηκε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.[13]

Προς το τέλος του 18ου αιώνα τα έργα που αναφέρονται σε περιγραφές διάφορων τόπων, θα αποκτήσουν νέα δυναμική. Πλάι στα κλασικά περιη­γητικά κείμενα, τα οποία πολλές φορές γράφονται από μνήμης ή ακόμη πε­ριγράφουν και σημεία που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ οι συγγραφείς τους, θα πλαισιωθούν και οι τοπογραφίες. Μέσα σε ένα πνεύμα εγκυκλοπαιδικής περιέργειας αλλά και θέλησης για πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, τα έργα αυτά θα συνδυάσουν την ιστορία, την περιγραφή των μνημείων και του τοπίου, την καταγραφή των παραγόμενων προϊόντων, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων οι συγγραφείς τους έχουν ζήσει στους τόπους που περιγράφουν, και τους έχουν γνωρίσει καλά. Σε αυτή τη βάση θα έλθει να προστεθεί, συστηματικότερα πια, και η περιγραφή των ασθενειών, για να δημιουργηθεί ένας νέος κλάδος της επιστήμης, η ιατρική τοπογραφία.

Ο νέος αυτός επιστημολογικός κλάδος σύντομα απέκτησε και πρακτικές προεκτάσεις, και μάλιστα στο πλαίσιο ενός νέου τύπου διοίκησης που μερι­μνούσε για την ευζωία των πολιτών της. Κάτω από την πίεση των κηρυγμάτων του Διαφωτισμού, αρχικά, και των κατακτήσεων της Γαλλικής Επανάστασης στη συνέχεια, η ιατρική τοπογραφία χρησιμοποιήθηκε για τον φωτισμό της διοίκησης σε θέματα δημόσιας υγείας και τη συνακόλουθη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των κακώς κειμένων. Κλασικό παράδειγμα αυτού του νέου τύ­που αντιλήψεων αποτελεί η μεγάλη έρευνα, την οποία, ήδη από το 1776, ξε­κίνησε η Βασιλική Εταιρεία Ιατρικής της Γαλλίας με σκοπό να καταγράψει την επίδραση των στοιχείων του Ιπποκράτη (αέρας, νερό, γη) στην παθολογία των γαλλικών πόλεων και χωριών.[14]

Στον χώρο του νεοσύστατου ελληνικού Βασιλείου η ιατρική τοπογραφία εισάγεται, σε επίπεδο θεσμικό τουλάχιστον, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η πρόθεση της διοίκησης για συλλογή πληροφοριών που θα οδηγούσαν στη δη­μιουργία «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας κάθε νομού, είναι σαφής, ωστόσο η υλοποίηση της δεν είχε τα αποτελέσματα που περίμεναν οι εμπνευστές της. Κάποια δειλά βήματα για την «καλλιέργεια» της πραγματοποιήθηκαν, τουλάχι­στον στα πρώτα χρόνια, έμειναν όμως μάλλον αποσπασματικά και η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη του ξεκινήματος. Σποραδικές προσπάθειες για ιατρικές χωρογραφίες διάφορων τόπων του ελληνικού Βασιλείου είναι σίγουρο πως έγιναν.

Ο νομαρχιακός ιατρός και μετέπειτα καθηγητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο I. Βούρος, για παράδειγμα, δημοσίευσε μια νοσολογική κατάσταση των Κυ­κλάδων το 1834,[15] ενώ και οι κατά τόπους «διοικητικοί ιατροί», όπως ονομά­στηκαν σε εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Βασιλικού Διατάγματος που προαναφέραμε, προέβησαν σε αντίστοιχες παρατηρήσεις για το σύνολο σχεδόν των δήμων του ελληνικού κράτους. Τα στοιχεία που συνέλεξαν, ήταν κατά πολύ γενικότερα, ασαφέστερα, και κυρίως συντομότερα από εκείνα του Οικονόμου, και πάντως δεν οδήγησαν στη σύνταξη «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας των τόπων στους οποίους αναφέρονταν. Παρ’ όλα αυτά δημοσιεύτηκαν από τα τέλη του 1838 μέχρι και το 1840 ως Παραρτήματα στην εφημερίδα Ελληνικός Ταχυ­δρόμος, υπό τον τίτλο «Ιατροστατιστικοί πίνακες» των Διοικήσεων του ελληνι­κού Βασιλείου[16] και αποτελούν πολύτιμες πηγές για την εποχή. Αν οι εκθέσεις αυτές συνέχισαν να συντάσσονται είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε προς το πα­ρόν. Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση του Αρχείου του Υπουργείου Εσωτε­ρικών στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ίσως το μάθουμε. Πάντως παρόμοιες δημοσιεύσεις δεν έγιναν κατά τον 19ο αιώνα. Σποραδικά κάποιοι, ευαίσθητοι σε τέτοια θέματα, ιατροί καταπιάνονταν με ζητήματα νοσολογίας διάφορων τό­πων, χωρίς, ωστόσο, να δημιουργηθεί ιδιαίτερη «σχολή».[17]

Το υπόμνημα του Οικονόμου και οι ιατροστατιστικοί πίνακες του 1838 ει­κονογραφούν τη σύνθετη πραγματικότητα της εποχής. Από τη μία πλευρά ένα κράτος που μόλις φτιάχνεται, και μια δημόσια διοίκηση που κάνει τα πρώτα βήματα της, και από την άλλη αυτοί που θα κληθούν να εφαρμόσουν στην πράξη τις προσταγές του, στην προκειμένη περίπτωση οι ιατροί. Στα 1825, όταν ξεκινάει τις σπουδές του στην ιατρική ο Σοφ. Οικονόμος, η ιατρική τοπογραφία (όρος που καθιερώθηκε από τους Γάλλους και τους Γερμανούς) με­τράει σχεδόν 150 χρόνια ύπαρξης και έχει ήδη διαμορφώσει ένα μεθοδολογικό corpus.[18] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι τα χρόνια 1785-1830 εκδόθηκαν περίπου 130 μελέτες ιατρικής τοπογραφίας μόνο στα γαλλικά, για να μη μι­λήσουμε για τα έργα που γράφτηκαν στην αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.

Ο Σοφοκλής είναι σίγουρο πως γνωρίζει την ευρωπαϊκή κατάσταση, όπως τη γνωρίζουν και οι υπόλοιποι ιατροί που συντάσσουν τους ιατροστατιστικούς πίνακες, αφού οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει στη Γερμανία, κατά κύριο λόγο, ενώ, επιπλέον, διαθέτουν και ισχυρή κλασική παιδεία. Με αυτό το δεδομένο οι εντολές του Υπουργείου δεν τους προκαλούν δυσφορία, αντι­θέτως, εντάσσονται στη λογική που γνώρισαν κατά την περίοδο των σπουδών τους. Μεταφέρουν, λοιπόν, στα καθ’ ημάς τις αντιλήψεις της εποχής τους γύρω από τα ζητήματα της ιατρικής τοπογραφίας (ή ιατρικής γεωγραφίας), εφαρμόζοντας στην πράξη αυτά που έμαθαν στη θεωρητική τους κατάρτιση.

Στο βιογραφικό σημείωμα που επισυνάπτει στη διατριβή του ο Σοφ. Οι­κονόμος, δεν αναφέρεται, ωστόσο, σε παρακολούθηση μαθημάτων ιατρικής τοπογραφίας. Από τις μελέτες για τα νοσολογικά φαινόμενα σε ελληνικές πε­ριοχές, που συγκροτούν το corpus της ελληνικής ιατρικής τοπογραφίας, είναι σαφές ότι γνωρίζει το παλαιότερο κείμενο του Μάρκου Φίλιππου Ζαλλώνυ για την Τήνο (1809) και ότι τα χρόνια εκείνα είχε εκδοθεί μία νοσολογία της Λευκάδας, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ακριβή στοιχεία γι’ αυτή.[19] Το αντίστοιχο έργο του Ιταλού ιατρού Κάρλο Μπόττα για την Κέρκυρα, που κυ­κλοφόρησε αρκετά χρόνια πριν, φαίνεται ότι το αγνοούσε, ενώ δεν είχε πλη­ροφόρηση και για σύγχρονα του έργα που αναφέρονται στην Πελοπόννησο, ακόμη και στο ίδιο το Ναύπλιο.[20]

Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί για τη σύνταξη της χωρογραφίας του, ποικίλλει. Ο ελάχιστος χρόνος που είχε περάσει από την εποχή των σπουδών του, του επιτρέπει να είναι ενημερωμένος ως προς τα πρόσφατα δημοσιεύμα­τα που αφορούν σε καθαρά ιατρικά θέματα. Για την ιστορία του Ναυπλίου μέχρι και την Επανάσταση του 1821 χρησιμοποιεί κυρίως συγγραφείς της αρ­χαιότητας και περιηγητές. Για την εποχή του Αγώνα, ωστόσο, και την περίοδο που ακολουθεί, παραπέμπει σε εφημερίδες και έργα της εποχής, ενώ γνωρίζει και σχολιάζει το άρτι τυπωθέν βιβλίο του Μάουρερ, τον οποίο, βέβαια, αντι­παθεί σφοδρά.[21] Σε κάποιες παραπομπές του, τέλος, χρησιμοποιεί τη νεότερη βιβλιογραφία της εποχής, πράγμα που αποδεικνύει ότι παρακολουθεί την εκ­δοτική παραγωγή.

Ερχόμαστε τώρα στο υπόμνημα. Είναι εμφανές – και από την έκταση του- ότι Σοφ. Οικονόμος έχει στο μυαλό του κάτι διαφορετικό από τη σύνταξη ενός απλού ιατροστατιστικού πίνακα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προσέγγιση του Ναυπλίου συνολικότερη. Η αναφορά που ο ίδιος κάνει στο έργο του Ζαλλώνυ για την Τήνο, στο Προοίμιο του κειμένου του, μας φανερώνει το πρό­τυπο που έχει κατά νου για την προσέγγιση του θέματος. Έτσι, υιοθετεί την οπτική του Ζαλλώνυ και τα αντίστοιχα κεφάλαια της ανάλυσης του, φροντίζει όμως να προσθέσει και άλλα για πιο σύγχρονα θέματα: τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν τόπο υπόδουλο και τουρκοκρατούμενο και σε μια πόλη ενός μοντέρνου και σύγχρονου κράτους.

Οι ενότητες στις οποίες οργανώνει την περιγραφή του, είναι οι ακόλουθες: «Χωρογραφία», «Ιστορία της πόλεως», «Επιγραφαί ελληνικαί», «Περί των ενδόξων ανδρών της Ναυπλίας», «Περί του αέρος», «Πολιτική κυβέρνησις της Ναυπλίας», «Κλίμα», «Περί των φυσικών προϊό­ντων», «Περί των κατοίκων», «Περί της φυσικής ανατροφής», «Περί γάμων, γεννήσεων και θανάτων», «Περί των επιχωριαζουσών ασθενειών», «Περί των λουτρών», «Περί Νεκροταφείων», «Περί των φαρμακοπωλείων», «Περί του εγκεντρισμού», «Περί των νοσοκομείων», «Περί των φυλακών», «Περί του Ορφανοτροφείου και των σχολείων», «Περί των ιατρών», «Περί των μαιών». Από αυτές τις ενότητες εκείνη που καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση είναι η σχετική με την ιστορία της πόλης, που άρχεται από αρχαιοτάτων χρόνων, κάτι που είναι απολύτως φυσικό και σύμφωνο με την ιδεολογία της εποχής, αλλά αφορά και στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του Οικονόμου, ο οποίος φαίνε­ται ότι προτιμά τη φιλολογία από την ιατρική. Από την άποψη αυτή ο Οικονό­μος μοιάζει να επιχειρεί ένα συγκερασμό της κλασικής «περιηγητικής» προ­σέγγισης ενός τόπου με τις καινούργιες αντιλήψεις της ιατρικής τοπογραφίας.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Το Ναύπλιο κατά την εποχή που ζει εκεί ο Σοφ. Οικονόμος βιώνει μια αντιφατική περίοδο. Όταν ο ίδιος φτάνει, τον Οκτώβριο του 1834, η πόλη είναι η πρωτεύουσα του νεοσύστατου Βασιλείου και το κέντρο της πολιτικής ζωής και των αποφάσεων που λαμβάνονται. Όταν φεύγει, τρία χρόνια αργό­τερα, την άνοιξη του 1837, η πρωτεύουσα έχει μεταφερθεί στην Αθήνα, όπου και σπεύδει να μετοικήσει η οικογένεια Οικονόμου – μαζί και ο Σοφοκλής-, ενώ το Ναύπλιο προσπαθεί σιγά-σιγά να συνηθίσει τη νέα πραγματικότητα και να προσαρμοστεί στον ρόλο μιας επαρχιακής πόλης του ελληνικού 19ου αιώνα. Ο Οικονόμος με οξυδέρκεια παρατηρεί την πόλη και τον περιβάλλο­ντα χώρο, το οικιστικό πλέγμα, τους κατοίκους και τις συνήθειές τους και την επίδραση των νέων πραγμάτων και των ιδεών που ήλθαν μετά την απελευ­θέρωση με την Αντιβασιλεία. Η ματιά του άλλοτε είναι απλώς καταγραφική και άλλοτε διεισδυτικότερη. Παρατηρητής και αυτόπτης μάρτυρας της πραγ­ματικότητας που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, δίνει πληροφορίες από «πρώτο χέρι» για τη διαμόρφωση της πόλης, χωρίς να διστάζει να προτείνει και λύσεις, ιδιαίτερα σε θέματα που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά.

Το Ναύπλιο του Οικονόμου είναι μια πόλη «εύκτιστος», με διώροφα σπί­τια «ου πάνυ ευρύχωρα», ενώ στο προάστιο της Πρόνοιας τα σπίτια είναι «χθαμαλά και πλινθόκτιστα ως επί το πλείστον». Οι δρόμοι είναι μάλλον στενοί, λιθόστρωτοι και φέρουν ονομασία, υπάρχουν δύο πλατείες, τέσσε­ρις εκκλησίες και αρκετά δημόσια κτήρια, για τα οποία φροντίζει να δώσει ιστορικές πληροφορίες.[22] Όλα δείχνουν ότι η πόλη σιγά – σιγά προσπαθεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που ταιριάζουν στην καινούργια πραγ­ματικότητα, εκείνη που διαφοροποιείται ριζικά από το οθωμανικό παρελθόν.

Γύρω από το Ναύπλιο η εξοχή είναι γεμάτη αμπέλια, νεόφυτα δένδρα και αρωματικά φυτά, έτσι ώστε η κοιλάδα χαρακτηρίζεται «αξιόλογος και τερ­πνή». Σε μικρή απόσταση, στην Τίρυνθα, ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» φρόντισε να ιδρυθεί «Αγροκήπιον χάριν της γεωργίας εν εσχάτι αθλιότητι ούσης». Η παραμέληση του Αγροκηπίου μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφο­νία του Καποδίστρια, αλλά και η πολιτική της Αντιβασιλείας προσφέρει στον Οικονόμο την ευκαιρία να επιτεθεί στους «ιδιωφελείς αλλοεθνείς» και τον «πανηγυριστή των αυτού βέβηλων εν Ελλάδι πράξεων Μαουρέρον».

Το κλίμα της Ναυπλίας είναι «μέτριον και ευχάριστον». Το άλλοτε νοσηρό κλίμα, που επικρατούσε τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνα, βελ­τιώθηκε χάρη κυρίως στα μέτρα που έλαβε ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» για την καθαριότητα της πόλης και τη δενδροφύτευση της ευρύτερης περιοχής. Τη βελτίωση αυτή «τρανότατα μαρτυρούσιν και η των επιδημιών έλλειψις και η των διαλειπόντων πυρετών ελάττωσις».[23] Επικρατέστεροι άνεμοι είναι κυρί­ως οι βοριάδες, ενώ οι νοτιάδες είναι κακοί για την υγεία των πολιτών, «αδυ­νατούντες τας τε του σώματος δυνάμεις και την φαντασίαν εκνευρίζοντες».[24]

Οι κάτοικοι της πόλης, μείγμα Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών, Κρητι­κών κ.ά., ανέρχονται περίπου στις 10.000. Φυσιογνωμικά ο Ναυπλιεύς διαφέ­ρει λίγο από τους κατοίκους της υπόλοιπης Αργολίδας. Είναι μετρίου αναστή­ματος, «ικανώς μυώδης και έχει τους οφθαλμούς μέλανες. Οι γυναίκες είναι μάλλον όμορφες, αγαπούν δε «την των ενδυμάτων επίδειξιν». Γενικότερα «εις το Ναύπλιον βλέπει τις το γοργόν της κρίσεως και το ενεργόν του νοός, και την περί την ραδιουργίαν ευχέρειαν, ήτις χαρακτηρίζει τον Πελοποννήσιον».[25] Βασικά είδη διατροφής είναι τα ψάρια, τα χόρτα, οι ελιές, το τυρί και το κρέας, ενώ καταναλώνεται «κατά κόρον» κρασί και μέτρια ρακί. Στην ιδιωτική τους ζωή οι κάτοικοι είναι εγκρατείς και ολιγαρκείς, ενώ, όταν φι­λοξενούν φίλους, αγαπούν «την επίδειξιν της τρυφής».[26] Κύρια ασχολία τους είναι το εμπόριο.

Σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ιατρικής και της δημόσιας υγείας, η ματιά του Σοφ. Οικονόμου είναι πιο αναλυτική. Η παρατήρηση των συνηθισμένων ασθενειών του τόπου συνοδεύεται και από υποθέσεις για τα αίτια που τις προ­καλούν, αλλά και από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέ­μησή τους. Αναφερόμενος στην πιο συνηθισμένη ασθένεια, τους διαλείποντες πυρετούς, δηλαδή την ελονοσία, κατά κύριο λόγο θεωρεί πως αυτή οφείλεται στο «ύφυγρον της Ναυπλίας», ενώ «οι από του Austro[27] πνέοντες άνεμοι και διά της Λέρνης ερχόμενοι συμβάλλουσι προς την των πυρετών γένεσιν».[28] Στους πυρετούς αυτούς πιο εκτεθειμένοι είναι όσοι ασχολούνται με γεωργικές εργασίες και οι χειρώνακτες. Από τις άλλες ασθένειες ιδιαίτερη εντύπωση του προκαλεί η «ελεφαντίασις των Ελλήνων», η λέπρα, που είναι συχνότατη στο γειτονικό Κρανίδι, τα θύματα της οποίας πολλές φορές αναζητούν θεραπεία στο Ναύπλιο, καθώς επίσης και τα κιρσώδη έλκη της κνήμης, από τα οποία πάσχουν οι χωρικοί των γειτονικών χωριών και των περιχώρων του Ναυπλίου.

Στα θέματα δημόσιας υγείας οι παρατηρήσεις του Οικονόμου είναι πο­λύτιμες. Όλα όσα σχετίζονται με αυτήν, ιδρύματα, άνθρωποι και πρακτικές, παρουσιάζονται, κρίνονται και σχολιάζονται. Οι αναφορές στα λουτρά (δημό­σια και θαλάσσια), τα νεκροταφεία, τα φαρμακοπωλεία, τα νοσοκομεία, τους ιατρούς, τις μαίες, τις πρακτικές εμβολιασμών και τις μεθόδους μαιευτικής που ακολουθούνται, είναι πλούσιες και συνδυάζουν τόσο την αποτύπωση της κατάστασης των πραγμάτων, όπως την βλέπει ο Οικονόμος, όσο και την κα­ταγραφή σπάνιων ιστορικών στοιχείων.

Η εξοικείωση με τη μέθοδο της επαγγελματικής του ζωής είναι εδώ εμ­φανής: πρώτα η διάγνωση των πραγμάτων και κατόπιν οι προτάσεις για θε­ραπεία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ζητήματα ιατρικής δεοντολογίας (ποιοι και κάτω από ποιες προϋποθέσεις ασκούν την ιατρική ή τη φαρμακευτική) και πρακτικής εφαρμογής. Η μαιευτική φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κρίνει κανείς από την έκταση που αφιερώνει στα σχετικά με την περιγραφή των τοκετών στο Ναύπλιο. Ο Οικονόμος, στηριζόμενος στις εμπειρίες του από τη Γερμανία, δεν διστάζει να καταθέτει τις προτάσεις του για τη βελτίω­ση των πραγμάτων, όπου το κρίνει αναγκαίο.

Από τα όσα σχετίζονται ευρύτερα με τη δημόσια υγεία, εκτεταμένη μνεία γίνεται στα νεκροταφεία του Ναυπλίου, και κυρίως στην ανάγκη ύπαρξης σύγχρονων νεκροθαλάμων (όπως εκείνοι που είχε εισαγάγει στη Γερμανία ο δάσκαλος του Ουφελάνδος), αλλά και στις φυλακές, οι οποίες από πλευράς υγιεινής βρίσκονται σε άθλια κατάσταση.[29]

Το χειρόγραφο του Οικονόμου είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο που βλέπει και κρίνει ο ίδιος τα πράγματα. Εδώ έχουμε, άλλωστε, να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο εκείνης της γενιάς των Ελλήνων (των ετεροχθόνων, όπως ονομάστηκαν λίγα χρόνια αργότερα), οι οποίοι ερχόμενοι από το εξωτερικό προσπαθούν να προσαρμόσουν τις όποιες εμπειρίες και σπουδές τους στην πραγματικότητα ενός κράτους που κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην περί­πτωση του Οικονόμου τα εφόδια και οι εμπειρίες που κουβαλάει είναι πολλές και μερικές φορές καθοριστικές. Η ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του και η σύνδεση που έχει εκείνος με τη Ρωσία και το ρώσικο ανακτοβούλιο φαί­νεται πως επηρεάζουν ουσιαστικά και τον ίδιο.[30] Οσάκις – και δεν είναι λίγες οι φορές – αποτολμά σχόλια γενικότερης πολιτικής φύσης στη χωρογραφία του, η κατεύθυνση είναι σαφώς ευνοϊκή προς τις απόψεις του Ρωσικού Κόμ­ματος, του επονομαζόμενου των Ναπαίων.

Υπό αυτό το πρίσμα παρουσιάζεται και η περίοδος του Καποδίστρια, ο οποίος θεωρείται ο «πατήρ της ελληνικής πολιτείας».[31] Στα μάτια του Σοφ. Οικονόμου το θαυμαστό έργο του αοίδιμου Κυβερνήτη ήλθε να το ανατρέ­ψει η Αντιβασιλεία, και κυρίως ο «μιαρός» και «λωποδύτης» Μάουρερ. Η αποστροφή αυτή προς τους Βαυαρούς και την Αντιβασιλεία ασφαλώς και δεν συνάδει με τη γερμανική παιδεία, της οποίας υπήρξε μέτοχος ύστερα από μα­κρόχρονη παραμονή σε γερμανόφωνο χώρο (Βιέννη) και στην ίδια τη Γερμα­νία. Υπάρχουν, ωστόσο, την εποχή εκείνη, εκκρεμότητες και αντιπαραθέσεις τέτοιες, ώστε ο όποιος φιλογερμανισμός περνά σε δεύτερη μοίρα. Η υπόθεση, για παράδειγμα, της ανακήρυξης του αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1834) δεν μπορούσε παρά να τον επηρεά­σει άμεσα. Ο Μάουρερ και οι Βαυαροί είχαν πρωταγωνιστήσει στην κίνηση αυτή, ενώ ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν ο ηγέτης όσων αντιδρούσαν.

Οι Βαυαροί δεν ήταν ο μόνος του «αντίπαλος». Πολλές φορές σημειώνει την ολέθρια επίδραση που έχουν στα ήθη και στις γενικότερες ασχολίες των κατοίκων οι συχνές επαφές με τους ξένους, το άνοιγμα στα νέα πράγματα, το οποίο φέρνει η ανεξαρτησία και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Βα­σιλείου. Αλλά η προς τους ξένους χάριν εμπορίου επιμειξία ως εκ της θέ­σεως της Ναυπλίας συνεπάγεται και ξένα μιάσματα φθοροποιά του ήθους, σχολιάζει, για να συμπληρώσει ότι ο εισαγόμενος ξένος πιθηκισμός περί τα των ευρωπαίων ήρξατο. Το αρρενωπόν εκείνο και σεμνόν και εμβριθές είδος του έλληνος χαλαρόν ποιείν και προς το της διαφθοράς κάταντες απωθείν και δούλον παρασκευάζειν, σημειώνει.

Η αντίθεση με τα ξενόφερτα πράγματα και η αίσθηση ότι οι ξενικές παρεμβάσεις έχουν ολέθρια αποτελέσματα στα ελληνικά πράγματα είναι διάχυ­τα στο κείμενο του. Οι αντιλήψεις του στα θέματα αυτά φαίνεται ότι συμπί­πτουν με εκείνες του πατέρα του, ο οποίος έχει επίσης τις ίδιες απόψεις κατά την εποχή εκείνη.[32]

Αλλού πάλι ομολογεί πως αυτολογοκρίνεται και αποσιωπά πράγματα της πρόσφατης ιστορίας της πόλης. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1827 το Ναύπλιο «απέβη θέατρον δραμάτων τραγικών. Η Φρουρά του Παλαμηδίου πολεμεί προς την της Ακροναυπλίας και πεισματώδης εμφύλιος πόλεμος δι’ όλου του Ιουνίου 1827 επικρατεί. Οικίαι κατακρημνίζονται, ο περίφημος προ της πόλεως ελαιών κατακαίεται, φυλακισμοί, μαστιγώσεις βίαιοι, δεσμοί και πολλά άλλα κακά καταπράττονται, επί των οποίων ρίπτοντες το κάλυμμα της λήθης αποσιωπώμεν την τραγικήν τούτων εξιστόρησιν».[33] Τα γεγονότα αυτά, στα οποία υπήρχε και πάλι «ξένος δάκτυλος», σύμφωνα με τον Οικονόμου, ήταν πολύ πρόσφατα και έτσι επιλέγει την πολιτική κριτική έναντι της ιστο­ρικής καταγραφής.

Ο Οικονόμος δεν είναι ένας συνηθισμένος επισκέπτης του Ναυπλίου. Η ματιά του ιατρού τον οδηγεί σε διάφορες παραμέτρους της πραγματικότητας, τις οποίες οι συνηθισμένοι περιηγητές του ελληνικού τοπίου προσπερνούν μάλλον γρήγορα και βιαστικά. Η «Χωρογραφία» του δεν αποτελεί μόνο μια απλή καταγραφή των πραγμάτων, αλλά μοιάζει περισσότερο με ένα φωτο­γραφικό λεύκωμα – ας μου επιτραπεί να την ονομάσω έτσι – του Ναυπλίου στα πρώτα βήματα του, στην παιδική του ηλικία. Αλλού αναγνωρίζουμε το στυλιζαρισμένο ύφος που οφείλουν να έχουν κάποιες «φωτογραφίες» αυτού του είδους, ενώ αλλού η πρωτοτυπία είναι εμφανέστατη. Το γεγονός πάντως ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες «φωτογραφίες» άλλων ελληνικών πόλεων την ίδια εποχή αλλά ούτε και του Ναυπλίου σε μεταγενέστερη εποχή, ίσως κάνει ακόμη πιο πολύτιμο αυτό το χειρόγραφο του Σοφ. Οικονόμου.

 

 

Γιάννης Μπαφούνης

Ιστορικός

 Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ακαδημία Αθηνών, Κ.Ε.Μ.Ν.Ε., Αρχείο Οικονόμου, φάκ. XXVIII, 12. Το χειρό­γραφο εντόπισε ο Κώστας Λάππας και έφτασε στα χέρια μου μέσω του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, που είχε πάρει παλαιότερα την άδεια έκδοσής του μαζί με τον Αριστοτέλη Κ. Σταυρόπουλο (1927-1994). Χωρίς τη βοήθειά τους η εργασία αυτή φυσικά και δεν θα είχε γίνει. Δικαιωματικά, λοιπόν, τους ανήκει η αφιέρωση του παρόντος άρθρου μαζί με τις ευχαριστίες μου.

[2] Ανάμεσα στις πηγές που χρησιμοποιεί ο Σ. Οικονόμος για τη συγγραφή της «Ια­τρικής Χωρογραφίας» του, είναι και ο Β’ τόμος του έργου του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, Ήτοι συλλογή των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι τέλους του 1832. Οι πρώτοι 7 τόμοι (από τους 11 συνολικά) του έργου αυτού εκδόθηκαν στον Πειραιά το 1839, γεγονός που προσδιορίζει χρονικά ότι τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη χρονιά ο Οικονόμος δούλευε το χειρόγραφό του.

[3] Λόγοι εκφωνηθέντες εν τη κηδεία Σοφοκλέους Κ. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, υπό Μ. Γεδεών εν τω ναώ και Τιμολέοντος I. Φιλήμονος εν τω νεκροταφείω, Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου «Παρνασσού», 1877, σ. 6.

[4] Στην εισαγωγή που προτάσσει ο Κώστας Λάππας στον πρώτο τόμο της αλληλογρα­φίας του Κωνσταντίνου Οικονόμου, αλλά και στα σχόλια που συνοδεύουν τις επιστολές, μπορεί να βρει κανείς πλήθος στοιχείων για την προσωπική πορεία του ίδιου και της οικο­γένειάς του. Βλ. Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, Αλληλογραφία, επιμέλεια Κ. Λάππας και Ρ. Σταμούλη, τ. Α’, 1802-1817, Αθήνα 1989 και τ. Β’, 1818-1822, Αθήνα 2002. Πλούσια στοιχεία περιέχει και η μελέτη του ίδιου «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου μέσα από την αλληλογραφία της (1821 -1832)», στο Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1995, σ. 393-419. Για τον Σοφοκλή Οικονόμο βλ. και Κωνσταντίνος I. Μανίκας, «Σοφοκλής Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Βιογραφικό διάγραμμα και συγγραφικό έργο», στην Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. Μ’, Αθήνα 2005, σ. 369-402.

[5] Βλ. τις χειρόγραφες σημειώσεις του Κ. Παπαδόπουλου Ολυμπίου στο τέλος της «Χωρογραφίας» του Σοφ. Οικονόμου, τις οποίες αναγνώρισε ο Κώστας Λάππας και μου τις γνωστοποίησε. Από τις σημειώσεις αυτές προκύπτει ότι ο Οικονόμος είχε απευθυνθεί σε διάφορους ζητώντας πληροφορίες για το Ναύπλιο, ανάμεσα στους οποίους αναφέ­ρονται οι Λάμπρος Σουλιώτης, Ν. Λουριώτης, ένας κουμπάρος του Οικονόμου ονόματι Ντανδρές κ.ά.

[6] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», Προοίμιον. Να σημειώσουμε εδώ ότι και ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, είχε ασχοληθεί με την περιγραφή πό­λεων δημοσιεύοντας στον Λόγιο Ερμή την «Αυτοσχέδιο διατριβή περί Σμύρνης» στα 1817 (15.10 και 1.11.1817), σ. 520-530 και 549-567 αντίστοιχα, όπου πραγματεύεται κυρίως την ιστορία της πόλης, αλλά κάνει και αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η δη­μοσίευση στον Λόγιο Ερμή κυκλοφόρησε και σε ανασελιδοποιημένο ανάτυπο αυτοτελώς (σ. 30 + 2.λ.) με τον τίτλο Πολιτειογραφία. Το κείμενο επανεκδόθηκε ως βιβλίο στα 1831 στη Μάλτα.

[7] Για την ιατρική πραγματικότητα της εποχής του Όθωνα βλ. Θαν. Μπαρλαγιάννης, «Η ταυτότητα του επίσημου ιατρικού σώματος στην Ελλάδα του Όθωνα: ανάμεσα στο ευρωπαϊκό επιστημονικό παράδειγμα και τις ντόπιες πολιτισμικές και πολιτικές πραγμα­τικότητες», στα Πρακτικά Συνεδρίου «Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα)», τ. Ε’, Αθήνα 2011, σ. 251-264.

[8] Φ.Ε.Κ. 7, 8/20.2.1834.

[9] Στο ίδιο, άρθρο 3, § θ’.

[10] Βλ. ένα πρόχειρο ορισμό της ιατρικής τοπογραφίας στο http://medconditions.net/ medical-topography.htm 1.

[11] Για την πορεία και τις τύχες των θεωριών του Ιπποκράτη στην αρχαιότητα αλλά και τον 17ο-18ο αιώνα βλ. Wesley D. Smith, The Hippocratic tradition, electronic edition, revised, 2002 (http://www.biusante.parisdescartes.fr/medicina/Hippo2.pdf. [πρώτη έκδοση: Cornell University Press, 1979]). To πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στην αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών τον 17ο και 18ο αιώνα.

[12] Για μια σύντομη παρουσίαση βλ. Mirco D. Grmek, «Geographie medicale et histoire des civilisations», Annales. Economies, Societes, Civilisations, 18e annee, N. 6 (1963), σ. 1071-1097.

[13] Μια βασική βιβλιογραφία (ανεπαρκή, ωστόσο, για τα ελληνικά πράγματα) των ανά τόπο μελετών της ιατρικής τοπογραφίας μπορεί κανείς να βρει στο έργο του Α. Pauly, Bibliographie des sciences medicates: bibliographic biographic, histoire, epidemics, to­pographies, endemics, Παρίσι 1872.

[14] Για μια παρουσίαση επιμέρους θεμάτων της έρευνας αυτής που κράτησε από το 1776 μέχρι το 1793, βλ. το συλλογικό έργο των J. P. Desaive, P. Goubert, Ε. Leroy Ladurie, J. Meyer, Ο. Muller, J. P. Peter, Medecins, climats et epidemies a la fin du I8eme siecle, Παρίσι 1972.

[15] Βλ. I. Βούρος, «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων κατά το 1834 έτος», Ασκληπιός, τ. Α’, φυλ. ΙΑ’ (1.6.1837), σ. 369-388.

[16] Βλ. Γ. Η. Πεντόγαλος και Γ. Α. Σταθόπουλος, «Οι ιατροστατιστικοί πίνακες των Διοικήσεων του Ελληνικού Βασιλείου (1838-1839)», στην Επιστημονική Επετηρίδα τον Τμήματος Ιατρικής του Α.Π.Θ., τ. 17, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 271-280.

[17] Ενδεικτικά σημειώνουμε: Θ. Αφεντούλης, «Ιατρική νοσογραφία της Ανδρου», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Π. Παλλάδιος, «Τοπογραφική νοσολογία τινών δήμων Κυνου­ρίας», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Αν. Γούδας, Έρευναι περί Ιατρικής Χωρογραφίας και κλί­ματος Αθηνών, Αθήνα 1858·Γ. Βάφας, Αι Αθήναι υπό ιατρικήν έποψιν. Μέρος πρώτον, Η Πόλις, Αθήνα 1878· Χ. Κορύλλος, Αι Πάτραι υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1888· Ανδρ. Κ Φραγκίδη, Η νήσος Σύρος υπό τοπογραφικήν, κλιματολογικήν και ιατρικήν έποψιν, Ερμούπολη 1894· Στεφ. Κ. Καλλία, Η Χαλκίς υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1896.

[18] Ο L. L. Finke στον πρόλογο του 3ου τόμου του έργου του Versuch einer allgemeinen medicinischpractichen Geographie, (3 τόμοι), Λιψία 1792-1795, παρουσιάζει ένα μεθοδολογικό κείμενο για το πώς πρέπει να συντάσσονται οι ιατρικές τοπογραφίες. Ο I. Βούρος, με σπουδές στη Γερμανία, γνωρίζει και παραπέμπει στο κείμενο αυτό. Βλ. «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων», ό.π., σ. 372. Αντίστοιχο υπόδειγμα σύνταξης ιατρικών τοπογραφιών δημοσιεύεται και στο έργο του J. Hennen, Sketches on the medical topography of the Mediterranean comprising an account of Gibraltar, the Ionian Islands and Malta to which is prefixed a plan for memoirs on medical topography, V.I-II, Λονδίνο 1830, σ.13-42.

[19] Μ. Zallony, Voyage a Tine, I’une des iles de Varchipel de la Grece, suivi d’un Traite de Vasthme, Παρίσι 1809. Στην πρώτη εκδοχή της τοπογραφίας του ο Οικονόμος σημειώνει χαρακτηριστικά: «έχουμε περιγραφάς της νήσου Τήνου υπό του ιατρού Μαρκάκη Ζαλλόνη (Voyage a Tine), της Λευκάδος υπό του Γάλλου». Ο Γάλλος αυτός είναι ο Alphonse Ferrara και πρόκειται για το βιβλίο του Coup d’ceil sur les maladies les plus importantes qui regnent dans une des iles les plus celebres de la Grece, ou Topographie medicale de I’He de Leucade, ou Sainte Maure, Παρίσι 1827 (68 σελίδες).

[20] Βλ. Carlo Botta, Storia naturale et medica dellisola di Corfu, που πρωτοκυκλοφορεί στο Μιλάνο στα 1798 και επανεκδίδεται στην ίδια πόλη στα 1823. Οι ιατροί που συνόδευαν το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Μαιζών στην Πελοπόννησο (την περί­φημη «Expedition scientifique de la Moree») δημοσίευσαν δύο τουλάχιστον έργα ιατρικής τοπογραφίας. Πρόκειται για τη διατριβή του Ε. Joudan, Considerations sur la topographie medicate de Patras, Στρασβούργο 1834, και τη μελέτη του Prosper Gassaud «Memoires et observations sur les fievres intermittentes pernicieuses qui ont regne a Nauplie pendant Pautomne de 1832, precedes d’ un apercu topographique de cette ville», η οποία δημο­σιεύτηκε στο περιοδικό Recited de memoires de medecine militaire (τ. 40, Παρίσι 1836, σ. 1-60). Βλ., επίσης, P. Ε. Gittard, Considerations generates sur la constitution physique du Peloponese, et son influence sur le caractere et les maladies de ses habitants, Παρίσι 1834. Ο Οικονόμος δεν φαίνεται να γνωρίζει το έργο του J. Hennen, ό.π.

[21] Αναφερόμαστε στο κλασικό έργο Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher undprivatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe his zum 31. Juli 1834, Χαϊδελβέργη 1835, στο οποίο ο Μάουρερ, εκτός των άλλων, αναφέρεται και στην εμπει­ρία από τη συμμετοχή του στην Αντιβασυλεία (1833-1834). Συχνά κάνει αναφορές στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (1825-1832) και στον Σωτήρα. Από τις άλλες εκδόσεις ση­μειώνουμε το έργο του Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία του τακτικού στρατού της Ελλάδος, από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι του 1832, Αθήνα 1837, σε εκείνο του Παλαιών Πατρών Γερμανού, Υπομνήματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1837, καθώς επίσης και σε εκείνο του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ό.π.

[22] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 2 κ. εξ. Η αναφορά στην ονοματοδοσία των οδών είναι χαρακτηριστική της πορείας που ακολουθεί μια πρώην οθωμα­νική πόλη που αποκτά πλέον καινούργια αντίληψη για την ταυτότητά της.

[23] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 36.

[24] Στο ίδιο, σ. 35.

25 Στο ίδιο, σ. 46.

[26] Στο ίδιο, σ. 48.

[27] Austro: νοτιοδυτικός άνεμος.

[28] Στο ίδιο, σελίδα χωρίς αρίθμηση, μεταξύ των σ. 52-53 του κειμένου.

[29] Στο ίδιο, σ. 56. Αναφερόμενος στους βαρυποινίτες που φυλακίζονται στο Παλα­μήδι, ο Οικονόμος προτείνει τη μεταφορά τους στη Γυάρο, όπως «το πάλαι», όπου ασχο­λούμενοι με την εργασία θα ωφελούνται οι ίδιοι, αλλά και η πολιτεία θα μένει «ήσυχος και ασφαλής»· στο ίδιο, σ. 62.

[30] Για την πορεία του Κωνσταντίνου Οικονόμου και για την επίδραση που ασκεί στα παιδιά του, πολύτιμες πληροφορίες προσφέρει η αλληλογραφία του κατά την περίοδο 1802-1822. Βλ παραπάνω, υποσ. 4.

[31] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 29.

[32] Βλ. Κ. Λάππας, «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου», ό.π., σ. 414 – 415.

[33] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 28.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)


 

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Ο Πλάτωνας [1](427-347 π.Χ.) ένας από τους διασημότερους φι­λοσόφους όλων των αιώνων, που το όνομά του σφράγισε την ιστορία της φιλοσοφίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη δίνη του Πελοποννησια­κού πολέμου (431- 404 π.Χ.) Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική· το γέ­νος του πατέρα του, Αρίστωνα, κρατούσε από το βασιλιά Κόδρο και της μητέρας του, Περικτιόνης, από το Σόλωνα. Ο Κριτίας, αρχηγός των τριάκοντα τυράννων, ήταν θείος της μητέρας του και ο Χαρμίδης, ένας από τους τριάκοντα, αδελφός της. Και οι δυο, καθώς και οι αδελφοί του Πλάτωνα, ο Αδείμαντος και ο Γλαύκωνας, εμφανίζονται σαν πρόσωπα των διαλόγων του.

Η στενή σχέση του Πλάτωνα με τον κόσμο της παλιάς αττικής αρι­στοκρατίας θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπι­κότητας και της βιοθεωρίας του. Έγινε φορέας και εκφραστής των αντι­λήψεων της αθηναϊκής αριστοκρατίας στην οποία ανήκε και μέσα στην ο­ποία ανατράφηκε και έζησε. Ιδανικά και επιδιώξεις της τάξης του και δι­κά του ήταν η διαφύλαξη των παραδόσεων με ευλάβεια, η αντίδραση σε κάθε καινοτομία και μεταβολή, ο περιορισμός της εξουσίας του Δήμου, η χερσαία και αγροτική ζωή και οικονομία, η δουλοκτησία και γενικά η αίσθηση της ανωτερότητας απέναντι στο λαό και στους ξένους.

Η γνωριμία του με το Σωκράτη, ο οποίος στον καθημερινό του διά­λογο επέκρινε τη δημοκρατία των χρόνων του, επαινούσε το συντηρητικό πολίτευμα των προγόνων (π.χ. του Σόλωνα) και χλεύαζε τους σοφιστές και τις νέες ιδέες τους, άσκησε αποφασιστική επίδραση στον Πλάτωνα και ενίσχυσε τις συντηρητικές του αντιλήψεις. Η καταδίκη και η θανά­τωση του αγαπημένου του δάσκαλου, του Σωκράτη, το 399 βάθυνε το χάσμα που χώριζε τον Πλάτωνα από τη δημοκρατία της Αθήνας.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

 

Μετά το θάνατο του Σωκράτη πήγε κοντά στο μαθητή του Σωκράτη Ευκλείδη στα Μέγαρα, όπου κυβερνούσαν οι ολιγαρχικοί και βρήκε ένα φιλικό και σύμφωνο με τις ιδέες του κλίμα. Η αρχαία παράδοση μας πλη­ροφορεί ότι κατά το 390 ταξίδεψε στην Αίγυπτο, όπου εντυπωσιάστηκε από το ιεροκρατικό και υπερσυντηρητικό της πολίτευμα. Μετά πήγε στην Κυρήνη και γνωρίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο. Τέλος έκανε τρία ταξίδια στη Σικελία (388, 367, 361 π.Χ.) για να πείσει τους τυράννους των Συρακουσών, Διονύσιο Α’ στο πρώτο ταξίδι και Διονύσιο Β’ στα άλλα δυο, να κάνουν τις μεταρρυθμίσεις που θα επανέφεραν τον παλιό αριστοκρατικό τρόπο πολιτικού βίου. Προσπάθησε δηλ. να εφαρμόσει στην πράξη την πολιτική του θεωρία, χωρίς όμως επιτυχία, γιατί οι τύ­ραννοι αυτοί δεν αποδείχτηκαν φιλομαθείς και πρόθυμοι να έχουν κοντά τους ένα σοφό για σύμβουλό τους, όπως ήλπιζε. Μετά την ειρήνη του Α­νταλκίδα (387), όταν στην Αθήνα δημιουργήθηκε κλίμα ευνοϊκότερο για τους ολιγαρχικούς, γύρισε στην Αθήνα και ίδρυσε φιλοσοφική σχολή – μια από τις πιο φημισμένες όλων των εποχών- την Ακαδήμεια, όπου συ­νέχισε να διδάσκει μέχρι το θάνατό του (347).

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό  του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

 

Το έργο του, που σώθηκε ολόκληρο αποτελείται από 42 διάλογους και 13 επιστολές. Πολλά απ’ αυτά δε θεωρούνται γνήσια. Οι ειδικοί τα ταξινομούν κατά χρονολογική σειρά σε τρεις ομάδες:

  • (α’) έργα νεανικά και πλησιέστερα στη μνήμη του Σωκράτη («Ευθύφρων», «Ιππίας», «Χαρ­μίδης», «Ίων» «Κρίτων» κ.ά.)
  • (β’) έργα της ώριμης ηλικίας,όπου η μορφή του Σωκράτη παραμένει ζωντανή και πρωταγωνιστεί στις συζητή­σεις, αλλά εκφράζει συχνά και τη σκέψη του Πλάτωνα («Πολιτεία», «Φαίδων», «Συμπόσιο» «Φαίδρος» κ.ά.)
  • (γ’) έργα της γεροντικής ηλι­κίας,λιγότερο λογοτεχνικά και περισσότερο λογικά και δύσκαμπτα («Τί­μαιος», «Κριτίας», «Νόμοι» κ.ά).

Όλα τα έργα του Πλάτωνα είναι σε διαλογική μορφή, εκτός από την «Απολογία» του Σωκράτη και τις επι­στολές του Πλάτωνα, και σ’ όλους τους διάλογους κύριο πρόσωπο είναι ο Σωκράτης, ο οποίος όμως φαίνεται ότι χάνει τη θέση του πρωταγωνι­στή στα προτελευταία έργα (Τίμαιο, Κριτία) και απουσιάζει εντελούς από τους «νόμους». Το όνομα του κύριου συνομιλητή του Σωκράτη απο­τελεί και τον τίτλο κάθε διαλόγου.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», σελ. 700.

-Flaceliere R.,«Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφρ. Γ. Βανδώρου, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, σελ. 294-296.

-Σακκά Δ., «Πλάτωνας», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1985, σελ. 31-36

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Αντιφών (ο Σοφιστής 5ος αι. π.Χ.)  


 
 

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon' Peri aletheias Bk. I

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon’ Peri aletheias Bk. I

Ο σοφιστής Αντιφώντας [1] έζησε στην Αθήνα τον 5° αι. π.Χ. και πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ολιγαρχικό ρήτορα Αντιφώντα και από τον τραγικό Αντιφώντα. Δεν α­ναφέρεται συνήθως στον κύκλο των πρώτων μεγάλων σοφιστών, αλλά η παρουσία του είναι ιδιαίτερα σημαντική μέσα στην όλη σοφιστική κίνη­ση. Έχουν σωθεί μάλιστα τόσο πολλά και τόσο περιεκτικά αποσπάσματα από το έργο του, όσο από κανέναν άλλο σοφιστή. Στη σκέψη του παρα­τηρούνται φανερές συγγένειες με απόψεις πρωιμότερων φιλοσόφων, ό­πως του Παρμενίδη, του Ξενοφάνη και του Εμπεδοκλή. Σε πολλές από­ψεις του θυμίζει το Δημόκριτο, ενώ στις πολιτικές του θεωρίες προσεγ­γίζει το σοφιστή Ιππία και κινείται παράλληλα μ’ αυτόν.

Η φιλοσοφία του αναπτυσσόταν κυρίως στο έργο του «Περί Αλη­θείας» (δυο βιβλία), που ήταν μια πολιτική πραγματεία. Από τα απο­σπάσματα που σώθηκαν φαίνεται ότι στο πρώτο βιβλίο αναπτυσσόταν μια γνωσιοθεωρία και προβλήματα φυσικής επιστήμης και στο δεύτερο βιβλίο ανθρωπολογικά προβλήματα και πολιτικές θεωρίες.

Άλλα έργα του ήταν το «Περί Ομονοίας», ένα βαθυστόχαστο έργο στο οποίο εξυμνεί την ομόνοια και καταδικάζει την αναρχία («ἀναρχίας οὐδέν κάκιον ἀνθρώποις» προσωκρ. Β. 61), η «τέχνη αλυπίας» με το οποίο εγκαινίασε τους παραμυθητικούς λόγους για την καταπολέμηση του ψυχικού πά­θους, και η «ονείρων κρίσις» με την οποία έφτανε στην ορθολογιστική εξήγηση των ονείρων.

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Βέικου θ., «Η Αρχαία Σοφιστική»Θεσσαλονίκη,1971, ό.π., σελ. 77-78.

Ντόκα Α ., «Ελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961, ό.π., σελ. 106-107

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Αριστοφάνης (445-385 π.Χ.)


 

Αριστοφάνης

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης, ο πιο ονομαστός κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, γεννήθηκε στο δήμο Κυδαθήναιον από Αθη­ναίους γονείς το 445 π.Χ. Για τη ζωή του ξέρουμε λίγα πράγματα από πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από το έργο του. Πολύ νέος άρχισε να γράφει κωμωδίες και διακρίθηκε για τη δυνατή σατιρική του φλέβα και τη λυρική του έξαρση. Οι περισσότερες κωμωδίες του γράφτηκαν στην ε­ποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και συνδέονται μ’ αυτόν. Για την πολιτικο­κοινωνική του στάση άλλοι [1] τον θεωρούν αντιδραστικό, που ανήκε στην ολιγαρχική παράταξη και εκφράζοντας τα ανώτερα στρώματα της αθη­ναϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας θεωρούσε υπεύθυνους για την ανώμαλη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί τότε, τον Περικλή, τους σοφιστές και γενικά τις νέες ιδέες, γι’ αυτό πολεμούσε τη δημοκρατία και προπαγάν­διζε την ειρήνη καλλιεργώντας έτσι την ηττοπάθεια. Άλλοι [2] δεν δέχονται ότι ήταν βασικά εχθρός της δημοκρατίας.

Το πιθανότερο είναι ότι ήταν ένας συντηρητικός δημοκράτης, [3] που θαύμαζε και νοσταλγούσε την επο­χή του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, δεχόταν ίσως το πολίτευμα του Κλεισθένη που εξασφάλιζε ισορροπία ανάμεσα στους αγρότες της υπαί­θρου και την οικονομική ολιγαρχία του άστεως, αλλά απέρριπτε την «ά­κρατο» δημοκρατία και τις λαϊκές παροχές του Περικλή.

Το πολίτευμα που πολέμησε άλλωστε δεν ήταν παρά τυπικά δημοκρατία, που για να ε­πιβάλλει την εξωτερική του πολιτική χρησιμοποιούσε την εξαγορά, την πολιτική διείσδυση, τον εξανδραποδισμό και την ωμή βία. Μέσα στο συν­τηρητισμό του ο Αριστοφάνης πολέμησε τις νέες ιδέες του Ευριπίδη, των σοφιστών, αλλά και τον Σωκράτη.

 

Έγραψε πάνω από 40 κωμωδίες, από τις οποίες σώθηκαν 11: Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Βάτραχοι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος. «Τη διάσωση έντεκα δραμάτων του Αριστοφάνη τη χρωστάμε όχι στο ότι εκτιμήθηκε σωστά η ικανότητα του, αλλά στους Αττικιστές, που υπερβολικά λογάριαζαν την κωμωδία του σαν την πιο καθαρή πηγή για την αρχαία αττική διά­λεκτο [4]» .

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορδάτου Γ., «Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία» ό.π., σελ. 258-261.

[2] Lesky Α., ό.π., σελ. «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 593.

[3] Γεωργουσόπουλου Κ., «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου 2», σελ. 150-152.

[4] Lesky A., ό.π., σελ. 594.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

Αττική κωμωδία

Read Full Post »

«Αργολικά Σημειώματα “Επίδαυρος ή Δαμαλάς;”,Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;” », Βούλα Κόντη, Σύμμεικτα, τόμος ένατος, Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού, Μέρος ‘Α, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1994


 

 

Επίδαυρος ή Δαμαλάς;

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Ο όσιος Νικών ο «Μετανοείτε», όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, αναχωρώντας από την Κρήτη με προορισμό την Πελοπόννησο, έφθασε στην[Ε]πίδαυρον, ον και Δαμαλάν ειώθασι καλείν οι εγχώριοι.Οιμελετητές που έχουν ασχοληθεί είτε με το Βίο του οσίου είτε με τα πελοποννησιακά πράγματα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αναφέρονται στο παραπάνω χωρίο, επισημαί­νοντας ότι ο βιογράφος, ταυτίζοντας λανθασμένα την Επίδαυρο με το Δαμαλά, συγχέει δύο γειτονικές περιοχές της βόρειας ακτής της Αργολίδας. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το λάθος, άλλοι υπο­στηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο χωρίο εννοείται η Επίδαυρος, η οποία κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο έφερε την επωνυμία Δαμαλάς, άλλοι ότι ο όσιος είχε αποβιβαστεί στην Επίδαυρο και ότι αργότερα, κατά την αναχώρησή του είχε μεταβεί στο Δαμαλά, από όπου είχε αποπλεύσει για την Αθήνα και άλλοι, άλλοτε δέχονται ότι παρά τη σύγχυση των τοπωνυμίων η μεσαιωνική ονομασία της Επιδαύρου ήταν Δαμαλάς και άλλοτε θεωρούν ότι ο όσιος είχε φθάσει στην Επίδαυρο και ότι από εκεί είχε μεταβεί στο Δαμαλά, όπου κήρυξε το θείο λόγο. Τέλος, ο Bon και ο Κορδώσης, χωρίς όμως και αυτοί να το τεκμηριώνουν, σημειώνουν ότι ο όσιος Νίκων είχε αποβιβαστεί στο Δαμαλά, τον οποίο θεωρούν ότι λανθασμένα ο βιογράφος του συγχέει με την Επίδαυρο, αντί για την αρχαίαΤροιζήνα.

 

Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;

 

Λίγο πριν από τα μέσα του 12ου αι., ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, Λέων, είχε ιδρύσει στην περιοχή της Αρείας γυναι­κεία μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστή σή­μερα ως Αγία Μονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λέων στο «Υπό­μνημα» της μονής, το οποίο είχε συντάξει τον Οκτώβριο του 1144, σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε, για το φόβο των θαλαττίων ληστών, κατά πάσαν άδειαν τα πάντα ληιζομένων, να απομακρύνει τις μοναχές από τη μονή τους, που δεν απείχε πολύ από τη θάλασσα. Έτσι, έκτισε, ειδικά για το λόγο αυτό, άλλη ομώ­νυμη μονή, της πανάγνου δεσποίνης ημών και θεομήτορος, στην ενδοχώρα (πόρρω διακείμενον της θαλάσσης), στην τοποθεσίαν του Βούζη, ενώ μετέτρεψε την πρώτη μονή σε ανδρώα. Η τοποθεσία αυτή απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν έχει ως σήμερα εντοπιστεί. Η πιθανότητα να διατηρείται και σήμερα το τοπωνύμιο, σε παρεφθαρμένη, όμως μορφή, φαίνεται μάλλον απίθανη, γιατί σε όλη την περιοχή του αργολικού κάμπου δε σώζεται κάτι παρεμφε­ρές. Αντίθετα, ο τύπος στη γενική, με τον οποίο παραδίδεται η ονομασία της τοποθεσίας, του Βούζη, παραπέμπει συνήθως σε ονό­ματα βυζαντινών οικογενειών και υποδηλώνει τον ιδιοκτήτη γης ή τοπικό άρχοντα. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ακριβώς τύπος του ονόματος (του Βούζη) μαρτυρείται, στα 1285, και στη νήσο Λήμνο· μνημονεύεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του δούκα και απογραφέα του νησιού, Μιχαήλ Μακρεμβολίτου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βούλας Κόντη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αργολικά Σημειώματα

 

Read Full Post »

Αισχύλος (525-456 π.Χ.)


 

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Ο Αισχύλος κατάγεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Ελευσίνας. Πατέρας του ήταν ο ευγενής γαιοκτήμονας Ευφορίωνας («ἐξ εὐπατριδῶν τήν φύσιν» γράφει ο Ανώνυμος βίος του). Πήρε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, όπου έπεσε και ο αδελφός του Κυναίγειρος, και πιθανό και σε άλλες μάχες των περσικών πολέμων[1], γι’ αυ­τό σ’ όλη τη ζωή του έφερνε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Νέος άρχισε να γράφει τραγωδίες. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώ­τη φορά το 500 π.Χ., πήρε το πρώτο βραβείο μόλις το 484 π.Χ. και συ­νολικά κέρδισε 12 πρώτες νίκες. Το 472 π.Χ. παρουσίασε τους «Πέρσες» με χορηγό το νεαρό τότε Περικλή και θριάμβευσε. Κατόπιν πήγε στη Σι­κελία φιλοξενούμενος του τύραννου Ιέρωνα, όπου γνώρισε τον Πίνδαρο, το Σιμωνίδη και το Βακχυλίδη. Γύρισε στην Αθήνα το 468 π.Χ. και τον επόμενο χρόνο κέρδισε την πρώτη νίκη με τους «επτά επί Θήβας». Το 458 πήρε την πρώτη νίκη με την τριλογία «Ορέστεια» (οι χρονολογίες των άλ­λων έργων του είναι άγνωστες) και κατόπιν έφυγε οριστικά για τη Σικε­λία και πέθανε στη Γέλα το 456 π.Χ.[2]

Οι λόγοι, που τον ανάγκασαν να φύγει στη Σικελία, είναι άγνωστοι. Άλλοι λένε ότι η φυγή του οφείλεται στον περήφανο χαρακτήρα του, που προσεβλήθη όταν το αθηναϊκό κοινό ευνοούσε το νεαρό αντίπαλο του Σοφοκλή ή όταν ηττήθηκε από το Σιμωνίδη στο διαγωνισμό για το ελε­γείο των Μαραθωνομάχων. Άλλοι ότι αναγκάστηκε να φύγει, γιατί σε μια παράστασή του αποκάλυψε μυστικά των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι έφυγε, όταν δυνάμωσε η δημοκρατική παράταξη της Αθήνας, γιατί αυτός ο «μετριοπαθής δημοκρατικός» δεν συμπαθούσε την «άκρατον δημοκρατίαν»[3].

Ο Αισχύλος έζησε σε μια με­ταβατική εποχή (α’ μισό του 5ου π.Χ. αι.), όταν το δημοκρατικό κόμμα (με αρχηγούς το Θεμιστοκλή και αργότερα τον Εφιάλτη και τον Περικλή) επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού (με αρχηγό τον Αριστείδη και τον Κίμωνα) και δεν πήρε ξεκαθαρισμένη θέση στις πολιτικές διαμάχες, «γι’ αυτό ούτε οι δημοκρατικοί τον θαύμαζαν, ούτε οι ολιγαρχικοί τον συμπαθούσαν. Είχε πολλούς εχθρούς και λίγους θαυμαστές και φίλους, γι’ αυτό μόνο λίγες φορές πήρε τα πρωτεία στους δραματικούς αγώνες»[4].

Ήταν πάντως ποιητής μεγαλόστομος με πλούσια φαντασία και πηγαία λυρική πνοή. Εκφράστηκε με ύφος υψηλό, βαρύ, δύσκολο και συ­χνά απότομο. Πρέπει να θεωρηθεί ο πραγματικός δημιουργός της αττικής τραγωδίας, που ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του και ως προς την ποίηση και ως προς «την σκευήν των υποκριτών και την του χορού σεμνότητα».

Από τις 90 τραγωδίες που έγραψε σώθηκαν ολόκληρες μόνο επτά: Πέρσες, επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία Ορέστεια, τη μόνη, που έχει σωθεί από την αρχαιότητα.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 350.

[2] Flaceliere R., Ιστορία της Αρχαίας Ελλην. Λογοτεχνίας σελ. 216-217.

[3] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελ. 655.

[4] Κορδάτου Γ., Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία, σελ. 200-201

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

Read Full Post »

Ξενοφών (περ. 430 π.Χ. – περ. 355 π.Χ.)


 

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.  Madrid, Museo Nacional del Prado.

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.
Madrid, Museo Nacional del Prado.

Ο Ξενοφώντας γεννήθηκε στην Αθήνα το 430 π.Χ. από πλούσιους γονείς, το Γρύλλο και τη Διοδώρα, που ανήκαν στην αριστοκρατική τάξη. Μεγά­λωσε σαν πλουσιόπαιδο και υπήρξε μαθητής του Σωκράτη. Η αγάπη και ο θαυμασμός που έτρεφε για το δάσκαλό του δε στάθηκαν ικανά να τον στρέψουν στην άσκηση της φιλοσοφίας. Τον τράβηξαν περισσότερο ο πρακτικός βίος, η δραστήρια και συχνά γεμάτη περιπέτειες ζωή. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά. Μετά την πτώση του ολιγαρχικού καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων εγκατέλειψε την Αθήνα και το 401 π.Χ. πήρε μέρος στην εκ­στρατεία του Κύρου εναντίον του Αρταξέρξη. Η συμμετοχή του σ’ αυτή την τυχοδιωκτική πολεμική επιχείρηση, που έγινε με τις ευλογίες της Σπάρτης, αναμφίβολα δεν ήταν πράξη φιλοαθηναϊκή.[1]

Μετά την «κάθοδο των Μυρίων» στην οποία πρωταγωνίστησε, έδειξε τα φιλολακωνικά του αισθήματα και ακολούθησε τους παλιούς εχθρούς της πατρίδας του. Πολέμησε με τους Σπαρτιάτες Θίβρωνα και Δερκυλίδα κατά των Περσών και το 396 π.Χ. γνώρισε το βασιλιά της Σπάρτης Α­γησίλαο, που πολεμούσε στη Μ. Ασία. Γοητεύτηκε από την προσωπικό­τητά του, τον θαύμαζε για τις πολιτικές και στρατιωτικές του αρετές και τον ακολούθησε πολεμώντας ακόμα και εναντίον της πατρίδος του στη μάχη της Κορώνειας το 394 π.Χ.

Για τη συμπεριφορά του αυτή οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για φιλολακωνισμό και τον καταδίκασαν σε εξορία και δήμευση της περιουσίας του. Οι Σπαρτιάτες όμως τον αποζημίωσαν, στην αρχή με «προξενία» και αργότερα μ’ ένα κτήμα στο Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία, όπου έμει­νε 20 χρόνια, τα πιο ειρηνικά και γόνιμα της ζωής του, περνώντας τον καιρό του σαν μορφωμένος και πλούσιος γαιοκτήμονας, επιβλέποντας καβάλα στ’ άλογό του την καλλιέργεια των χωραφιών του, κυνηγώντας, καλώντας τους φίλους του, γράφοντας τα βιβλία του.[2]

Το 370 π.Χ. οι Η­λείοι ξαναπήραν το Σκιλλούντα και ο Ξενοφών αναγκάστηκε να καταφύ­γει στην ουδέτερη Κόρινθο, όπου έζησε ως το θάνατό του, λίγο αργότερα από το 355 π.Χ. Στο διάστημα αυτό οι Αθηναίοι είχαν ανακαλέσει το διάταγμα της εξορίας του, αλλά είναι άγνωστο αν ξαναεπισκέφτηκε την πατρίδα του. Πάντως υποστήριζε το ολιγαρχικό κόμμα της Αθήνας και ήταν σύμβουλος του Εύβουλου σε οικονομικά κυρίως θέματα, προτείνοντας μέτρα που ενίσχυαν τη θέση των μεγάλων γαιοκτημόνων, στους ο­ποίους ανήκε και ο ίδιος.[3]

Ο Ξενοφώντας ήταν από πεποίθηση αριστοκρατικός, βρέθηκε έξω από το δημοκρατικό πνεύμα της Αθηναϊκής πολιτείας και θαύμαζε το πολιτικο-κοινωνικο-στρατιωτικό σύστημα της Σπάρτης, γι’ αυτό εξορίστηκε και θεωρήθηκε προδότης της πατρίδας του, την οποία όμως δεν έπαψε να θυμάται και να παρακολουθεί τη μοίρα της στους ταραγμένους εκεί­νους καιρούς. Στα έργα του εξιδανικεύει τη Σπάρτη προσπαθώντας πα­ράλληλα να κρατήσει νομιμόφρονα στάση απέναντι στην Αθήνα.[4]

Υπήρξε από τους πολυγραφότατους αρχαίους συγγραφείς και τα έρ­γα του, που σώθηκαν σχεδόν όλα, χωρίζονται:

α. Ιστορικά (Κύρου Ανάβασις, Ελληνικά, Αγησίλαος, Κύρου Παιδεία. Τα δυο τελευταία πλησιά­ζουν περισσότερο στο είδος της βιογραφίας και του ιστορικού μυθιστο­ρήματος αντίστοιχα).

β. Φιλοσοφικά – Πολιτικά (Απομνημονεύματα, Λακε­δαιμονίων πολιτεία, Απολογία Σωκράτους, Συμπόσιον, Ιέρων).

γ. Τεχνι­κά – διδακτικά εγχειρίδια (Ιππαρχικός, περί ιππικής, Κυνηγετικός, Οικο­νομικός, Πόροι).

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Κύρου Ανάβασις: Στο έργο του «Κύρου Ανάβασις» ο Ξενοφών διηγείται γεγονότα που έζησε ο ίδιος και δίνει πολλές γεωγραφικές και εθνογραφικές λεπτομέρειες. Η Ανάβαση, η πορεία δηλαδή προς το εσωτερικό του περσικού κράτους, παρουσιάζεται στα 6 πρώτα κεφάλαια, ακολουθεί η περιγραφή της μάχης στα Κούναξα, ενώ το κύριο μέρος του έργου καλύπτουν τα γεγονότα της υποχώρησης προς τη Μαύρη Θάλασσα μέσα από εχθρική χώρα και δύσβατα μονοπάτια (Κάθοδος των Μυρίων).

Τα «Ελληνικά»:Το κύριο ιστορικό έργο του Ξενοφώντα είναι τα «Ελ­ληνικά» που χωρίζονται σε 7 βιβλία. Τα δυο πρώτα βιβλία συνεχίζουν την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου από το σημείο ακριβώς που είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης (411 π.Χ.) μέχρι τη συμφιλίωση των δυο πολιτικών κομμάτων στην Αθήνα το 403 π.Χ. Στο τμήμα αυτό του έργου του ακολουθώντας το Θουκυδίδη εκθέτει τα γεγονότα με χρονολογική σειρά και κατά το δυνατόν απρόσωπα. Τα επόμενα 5 βιβλία συνεχίζουν την ελληνική ιστορία μέχρι τη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Εδώ α­πομακρύνεται από τον τρόπο και τη μέθοδο του Θουκυδίδη. Τα χρονο­λογικά στοιχεία παραμελούνται, η κατανομή της ύλης είναι άνιση, η σύν­θεση γίνεται χαλαρότερη, η συμμετοχή του προσωπικού παράγοντα εντο­νότερη. Ζωγραφίζει έντονα τις ηγετικές προσωπικότητες που δρουν στο προσκήνιο, διαπλάθει εντυπωσιακές μεμονωμένες σκηνές και μένει πάντα στην επιφάνεια των πραγμάτων. Τέλος δεν αναφέρει σπουδαία γεγονότα, όπως η ναυμαχία της Κνίδου, η ίδρυση της β’ Αθηναϊκής συμμαχίας το 378 π.Χ., η ίδρυση της Μεγαλόπολης[6] κ.ά. Έτσι με το έργο του αυτό ως ιστορικός κινείται στη σκιά του Θουκυδίδη.

Αγησίλαος: Το έργο «Αγησίλαος» αποτελεί το εγκώμιο του βασιλιά της Σπάρτης, τον οποίο ο Ξενοφών τόσο θαύμαζε, ώστε τον ακολούθησε στον πόλεμο ενάντια στην πατρίδα του.

Κύρου Παιδεία: Το έργο που αποτελείται από 8 βιβλία, πραγματεύεται την ιστορία της νεότητας, της ανόδου στο θρόνο και της βασιλείας του Κύρου του Πρεσβύτερου. Το έργο είναι πλούσιο σε ηθοπλαστικές ιστορίες, ενώ η επιλογή και παρουσίαση των γεγονότων οδηγούν όχι στην περιγραφή του Kύρου ως ιστορικού προσώπου, αλλά στην περιγραφή του ιδανικού βασιλιά.

Απομνημονεύματα: Στα 4 βιβλία του έργου «Απομνημονεύματα» περιέχονται σωκρατικοί διάλογοι και επεισόδια σχετικά με το Σωκράτη, τον οποίο ο Ξενοφών θαύμαζε και από τον οποίο επηρεάστηκε. Στα Απομνημονεύματα εντάσσεται και η «Απολογία Σωκράτους». Στην ίδια ομάδα ανήκει και το «Συμπόσιον», στο οποίο περιγράφεται ένα γλέντι στο σπίτι του Καλλία, όπου ο Σωκράτης με ένα ρητορικό λόγο αναφέρεται στον ηδονικό και ψυχικό έρωτα.

Λακεδαιμονίων Πολιτεία: Η συμπάθειά του προς τη Σπάρτη τον οδήγησε και στην ενασχόλησή του με το πολίτευμά της στο σύγγραμμά του «Λακεδαιμονίων Πολιτεία». Σ’ αυτό εξαίρει τις αρχές που έθεσε ο Λυκούργος και τις θεωρεί, μαζί με το θεσμό της διπλής βασιλείας που ίσχυε στη Σπάρτη, ως τις βάσεις στις οποίες στηρίχτηκε η δύναμη της πόλης. Αντίθετα, η απομάκρυνση από αυτά τα ιδεώδη οδήγησε στην κατάπτωσή της.
Εξαιτίας του θαυμασμού του Ξενοφώντα προς το σπαρτιατικό πολίτευμα θεωρήθηκε ότι και το σημαντικό σύγγραμμα «Αθηναίων Πολιτεία» είναι έργο του ιδίου, λόγω του επικριτικού του χαρακτήρα. Όμως γενική είναι η πεποίθηση ότι πρόκειται για έργο ανώνυμου ολιγαρχικού. Η σημασία του βεβαίως δεν είναι μικρότερη, γιατί ο ανώνυμος συγγραφέας μάς δίνει μια παραστατικότατη εικόνα για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα, εξηγώντας στο προοίμιο ότι αν και ο ίδιος διαφωνεί με το πολίτευμα, θα δείξει ότι οι Αθηναίοι, εφόσον το επέλεξαν, ορθώς πράττουν ως πράττουν.

Ιέρων: Ο «Ιέρων» είναι ένα διαλογικό σύγγραμμα στο οποίο ο Ξενοφών παρουσιάζει τον ποιητή Σιμωνίδη να μιλά με τον Ιέρωνα, τύραννο της Σικελίας, για τη φύση και τις δυνατότητες του μονάρχη.

Ο «Ιππαρχικός» και το «Περί Ιππικής» είναι οδηγίες το μεν πρώτο προς τον αρχηγό των ιππέων το δε δεύτερο προς τον κάθε ιππέα για την περιποίηση του αλόγου του.

Οικονομικός: Σημαντική πηγή για τους ερευνητές αποτελεί το έργο του Ξενοφώντα «Οικονομικός». Ο Ισχόμαχος, εύπορος κτηματίας και νιόπαντρος, περιγράφει στο Σωκράτη με λεπτομέρειες το καθημερινό του πρόγραμμα και την κατανομή των εργασιών στους δούλους του. Αν και από την περιγραφή αυτή συνάγονται πολλές λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής εκείνη την εποχή, σημαντικότερη είναι η προσφορά του έργου στην επισκόπηση της ζωής μιας Αθηναίας.

Πόροι: Με τις οικονομικές συνθήκες της Αθήνας ασχολείται το έργο «Πόροι», στο οποίο προτείνει τρόπους για την εξυγίανση των οικονομικών της πόλης.

 Το πλούσιο λογοτεχνικό του ταλέντο και η απλότητα του περιεχομένου, του ύφους και της γλώσσας του τον κάνουν τον πιο προσιτό από τους παλιούς συγγραφείς και πολύτιμο μάρτυρα μιας κρί­σιμης φάσης της Ελληνικής Ιστορίας.[5] Όμως το πνεύμα του ήταν μέτριο και ούτε στην ιστορία, ούτε στη φιλοσοφία μπόρεσε να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Ως ιστορικός δεν είναι ούτε οξύς κρι­τικός, ούτε αμερόληπτος, ενώ ως φιλόσοφος δεν είναι ούτε βαθύς, ούτε πρωτότυπος.

 

Υποσημειώσεις


[1] LeskyΑ., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 849.

[2] FlaceliereR., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 383.

[3] Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. III, σελ. 542, 553.

[4] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 25, σελ. 47, 49.

[5] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Γ2, σελ. 449.

[6] LeskyA., ό.π, σελ. 852-853.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού – http://www.ime.gr

 

Read Full Post »

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Read Full Post »

Νέα Έκδοση | Λυρικό Ημερολόγιο – Πάνος Λιαλιάτσης


 

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση ανακοινώνει την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Λυρικό Ημερολόγιο» του εκπαιδευτικού – λογοτέχνη Πάνου Λιαλιάτση. Παραδίδεται στον κόσμο ένας καλαίσθητος τόμος με τα άπαντα του ποιητή. Η έκδοση των ποιητικών απάντων ενός δημιουργού, δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να εντρυφήσει στο σύνολο του έργου του και στις κατά καιρούς πτυχώσεις του ποιητικού του οίστρου. Εμείς, στην Αργολική Βιβλιοθήκη, μόλις έφτασαν τα πρώτα βιβλία, αισθανθήκαμε την οσμή του νωπού ακόμη μελανιού σμιγμένη με την ευωδία του θυμιάματος και των αρωμάτων που η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση αναδύει.

 

Λυρικό Ημερολόγιο

Λυρικό Ημερολόγιο

 

Στην τιμητική βραδιά που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για τον ποιητή ο Δρ Κοινωνιολογίας κ. Γιώργος Κόνδης και η Καθηγήτρια – Λογοτέχνις κα Κατερίνα ΠαπαδριανούΘα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εισαγωγή στο βιβλίο είναι του Καθηγητή νέων ελληνικών στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού στο Παρίσι, Henri Tonnet.

Εδώ, παραθέτουμε ολόκληρη την εισαγωγή του Henri Tonnet και αποσπάσματα από τις ομιλίες των δύο διαπρεπών επιστημόνων.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

 

Με τον τόμο που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των ποιημάτων, στο «Βραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης». Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή – μερικές φορές κρυστάλλινη – ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες». Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη. 

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Ελευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής» (βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Μερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία – και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής – στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα – πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Αλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Ακόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Αγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση -την ψευδαίσθηση;- μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π. Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Ελένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς».

 

Μεταξύ άλλων ο Δρ. Κοινωνιολογίας κος Γιώργος Κόνδης είπε:

 

Δύσκολο, πολύ δύσκολο, να παρουσιάσει κανείς τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου όπως του Πάνου Λιαλιάτση διατηρώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην προσωπικότητα, το έργο και τη συμβολική της παρουσίας ενός ανθρώπου που αναζητά το αίτιο της ύπαρξής του στον αναχωρητισμό και ταυτόχρονα στην εγκοσμιότητα. Μόνο ως άσκηση πνευματική μπορεί κανείς να διανοηθεί μια τέτοια παρουσίαση και να ξεπεράσει το φόβο της απλουστευτικής καταγραφής μιας πορείας ζωής. Τον ευχαριστώ λοιπόν γιατί θέλησε χωρίς να δέχεται τον παραμικρό αντίλογο, να κάνω αυτή τη δύσκολη άσκηση υποδεικνύοντάς μου μάλιστα αρκετές φορές πως η παρουσίαση θα πρέπει να είναι απέριττη, σοβαρή, χωρίς ακρότητες.

Θα ξεκινήσω λοιπόν από αυτήν ακριβώς τη σπάνια αρετή του Δασκάλου με Δ κεφαλαίο. Την δημιουργική πορεία ζωής, όπου οι ανησυχίες, οι αναζητήσεις, τα συναισθήματα και οι στοχασμοί, αποτελούν μέρος μιας ήρεμης, αθόρυβης αν θέλετε στάσης, ενός αναχωρητισμού που επιτρέπει την κατάκτηση της αυτογνωσίας, του επίπονου διαλογισμού για το περιεχόμενο και τον σκοπό της ίδιας της ύπαρξης. Κι έπειτα, θα πρέπει να υπάρξει επιστροφή στα εγκόσμια. Στον βιοπορισμό. Στην οικογένεια. Στην εργασία. Στη βουή της πόλης. Το ίδιο ήρεμα και αθόρυβα. Αποδίδοντας το αποτέλεσμα της ψυχικής και διανοητικής διεργασίας που μόλις είχε περατώσει, στον κόσμο, στους γύρω του, στους μαθητές του. Γράφει ποιήματα, μεταφράζει λογοτεχνικά έργα, ασκείται στην ιστορία της λογοτεχνίας χαρίζοντας στον τόπο ένα εξαιρετικό έργο, την Αργολική Λογοτεχνία, αρθρογραφεί παρουσιάζοντας ένα μέρος της προσωπικής του πορείας, των δικών του αναζητήσεων και στάσεων ζωής…

Αυτή λοιπόν η πορεία ζωής, κατά την ταπεινή μου γνώμη, συνιστά κοινωνικό παράδειγμα. Και ο συμβολισμός του είναι τόσο πιο δυνατός όσο πιο θορυβώδης και επίπλαστη παρουσιάζεται και εξελίσσεται η περιρέουσα πραγματικότητα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης προέρχεται από την σπάνια εκείνη φύτρα ανθρώπων που έχουν ταχθεί να υπενθυμίζουν τις απαράβατες αρχές και τους όρους του εν κοινωνία βίου. Την ευγένεια, το ήθος, την εργατικότητα, την χρηστή προσωπικότητα ως αποτέλεσμα του αγαθού της παιδείας, την απόδοση στην κοινωνία των αποτελεσμάτων ενός έργου που του είχε ανατεθεί. Είναι ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν, ιδιαίτερα σήμερα, τον αξιοπρεπή από τον αυλοκόλακα, τον πεπαιδευμένο από τον απαίδευτο και τον ημιμαθή, τον σκεπτόμενο Πολίτη από τον πιθηκισμό της μάζας, την κριτική σκέψη από τον μηρυκασμό…

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Ο Πάνος Λιαλιάτσης είναι από τους ανθρώπους που αντιστέκονται στη γενικευμένη πλέον αγένεια μιας κοινωνίας που έμαθε να καταναλώνει χωρίς όρια και να εξισώνει χωρίς ηθικές αναστολές. Και γι’ αυτό το έργο του έχει ιδιαίτερη αξία. Είναι έργο ζωής. Έργο που διαμορφώνεται σε μια πορεία ζωής.

Η κλίση του για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση αρχίζει από τα εφηβικά του χρόνια κα εντείνεται στη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων. Όμως, είναι ο επαγγελματικός στίβος που θα κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να βρεθεί σε μαθητική τάξη διδάσκοντας και θα αναδείξει τις αρετές ενός πραγματικού Δασκάλου. «Γεννήθηκα ξημερώνοντας των Τριών Ιεραρχών» εξομολογείται και το επαναλαμβάνω μπροστά σας σαν για να πω πως ορισμένα πράγματα του βίου έχουν προ…καθοριστεί!

Περνά από το Δημοτικό Σχολείο Ασίνης και το Γυμνάσιο Ναυπλίου μέχρι το 1955 και στη συνέχεια εισάγεται στη Θεολογική Σχολή Αθηνών όπου φοιτά με υποτροφία του ΙΚΥ και παρακολουθεί ταυτόχρονα τη Φιλοσοφική Σχολή. Το 1963 -64 βρίσκεται στο Παρίσι με την υποτροφία της Καθολικής Εκκλησίας Oeuvred’Orient. Επιστρέφοντας την άνοιξη του 1964 η θέση του Επιμελητή ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου τον περιμένει. Αποκτά μια πρόσθετη επαγγελματική εμπειρία αλλά και γνώσεις σε νέα επιστημονικά αντικείμενα όπως τα νομικά και η εγκληματολογία.

Έτσι, μετά από βιοποριστική περιήγηση 10 ετών, φτάνει στο 1972 για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να διδάξει και να αναζωπυρώσει τη φλόγα που καίει μέσα του για την Εκπαίδευση.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δώσει ένα σοβαρό αγώνα για να ξεφύγουν εκπαιδευτικοί και μαθητές από την λογική μιας επαγγελματικής εκπαιδευτικής βαθμίδας που βρίσκεται σε κατώτερη θέση, υποβαθμισμένη δηλαδή, σε σχέση με την αντίστοιχη του γενικού λυκείου. Ολόκληρη η παρουσία του και η εκπαιδευτική του δραστηριότητα προσανατολίζονται στο να δημιουργήσουν ακριβώς μια αντίθετη εικόνα και να τονώσουν το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εκδρομές, οι σχολικές εορτές, οι ώρες οι αφιερωμένες στη λογοτεχνία και την ποίηση, δημιουργούν ένα σημαντικό ανάχωμα στην σκέψη «παιδιών ενός κατώτερου θεού».

Αλλά ο αγώνας του εκπαιδευτικού Λιαλιάτση στην επαγγελματική εκπαίδευση δεν αποτελεί τυχαία παρόρμηση ή έστω χαρούμενο ξέσπασμα από την αναπάντεχη πραγματοποίηση του ονείρου να δει εαυτόν διδάσκοντα. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς και γόνιμης διαδικασίας αυτογνωσίας και αυτοκαθορισμού στο σύνολο και ιδιαίτερα απέναντι στους νέους. Ήδη σε καιρούς περίεργους ο Πάνος Λιαλιάτσης τολμά να εκφράσει άποψη για τη σεξουαλικότητα των νέων και μάλιστα σε χριστιανικό περιοδικό με τόση και τέτοια καθαρότητα λόγου που προκαλεί έκπληξη αν αναλογισθεί κανείς τη χρονική περίοδο! Στη «Σύναξη» Νο 6 δημοσιεύει απάντηση στις αιτιάσεις ενός κ. Νέλλα :

«Αγαπητέ κύριε Νέλλα,

Το αφιέρωμα της «Σύναξης» στο ανθρώπινο σώμα ήταν πράγματι «ωραίο», γιατί έλειπε από τις σελίδες του το ανθρώπινο σώμα! Έλειπε δηλαδή ο έρωτας, η λειτουργική του, η συμβολική του, τούτη η materialgravis, η ξορκισμένη πραγματικότητα των θεολόγων ή, καλύτερα, των θρησκευομένων. Αφού ξεφύγαμε έτσι αυτή τη βασική λειτουργία του σώματος, καταφέραμε να το αποπνευματώσουμε και να το ωραιοποιήσουμε. Για άλλη μια φορά, η ορθόδοξη προβληματική απέφυγε τούτο το αγκάθι, που ματώνει ανέκαθεν το σώμα των θεολόγων. (…)

Πάντως οι νέοι μας σήμερα μεγαλώνουν ερήμην της Εκκλησίας. Έχουν τη γνώμη πως ξεμπέρδεψαν πια μ’ αυτήν και είναι ολότελα ελεύθεροι. Έτσι αρχίζει η δυστυχία τους: νέοι φανατισμοί, μίση, δουλείες, πάθη. Τούτη τη φορά δεν φτάνουν στο προγονικό τους «μέτρο». Τους προκαλεί η σιγή των χριστιανών για τα πεδία του σώματός τους που οι νέοι καταφάσκουν και γι’ αυτό κραυγάζουν. Αν τους είχαμε μιλήσει για την ερωτική ομιλία, που εικονίζει την καθολική δημιουργική λειτουργία και είναι προάγγελος της Αγάπης, όπου συναιρείται το εγώ και τα συ των σωμάτων μας στο εμείς του ποιητικού μυστηρίου, δε θα έφευγαν, ίσως, από την Εκκλησία. Θα έμεναν να φτιάξουν ζωντανά σπιτικά, σωστά παιδιά, λυτρωτική τέχνη και κατοικήσιμες πόλεις. Αλλά ποιος υπεύθυνος θα τους μιλήσει σ’αυτή τη γλώσσα;»

Ο Πάνος Λιαλιάτσης δεν σταμάτησε μόνο στη συγγραφή. Δεν περιορίστηκε απλά στη μνημόνευση. Συμμετείχε ενεργά στην πολιτισμική παραγωγή του τόπου και συνέβαλε στη διαμόρφωση και εξέλιξη δυο εξαιρετικών χώρων πνευματικής και επιστημονικής έκφρασης για το Ναύπλιο και την Αργολίδα: την Βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Και οι δυο χώροι αποτελούν ακόμα και σήμερα ζωντανούς οργανισμούς γενικότερης πολιτισμικής ανάπτυξης και έκφρασης.

Στη Γαλλία ο Πάνος Λιαλιάτσης θα έρθει με μεγαλύτερη ευκολία σε επαφή με τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής και τις σημαντικές φιλοσοφικές σκέψεις και αναζητήσεις. Ο Danieloux θα τον επηρεάσει σοβαρά ώστε να βιώσει ένα δυνατό δίλλημα ως προς τις πνευματικές του αναζητήσεις ανάμεσα στη λογοτεχνία ή την πατρολογία. Η φιλοσοφική Σχολή αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον αγαπημένο του χώρο για τον προσανατολισμό των φιλοσοφικών του αναζητήσεων.   Ανάμεσα στα πολλά έργα που θα μεταφράσει δυο είναι τα πιο σημαντικά και ταυτόχρονα ενδεικτικά των πνευματικών του αναζητήσεών. «Ο Ιησούς της Ναζαρέτ όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» του καθηγητή και Δημάρχου του Στρασβούργου Etienne Trocquet και «Η Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας» του Ηenri Τonnet που θα μεταφράσει μαζί με την καθηγήτρια της Γαλλικής γλώσσας Μαρίνα Καραμάνου.

Μπορεί το έργο του Πάνου Λιαλιάτση να χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να καταγράψει τη ζωή ως ένα διαρκές θαύμα στο δοκίμιο, όμως η μεγάλη του αγάπη για την ποίηση θα προσδώσει στην προσπάθεια αυτή ένα ξεχωριστό βηματισμό. Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια όταν πρωτοδημοσιεύει ποιήματα στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» αλλά και σε άλλες εφημερίδες της Αργολίδας· ως φοιτητής στη φιλολογική «Βραδυνή» που διευθύνει στη δεκαετία του 60 ο Μπάμπης Κλάρας και αργότερα στην Καθημερινή, τη Νέα Εστία, την Εποπτεία, τη Σύναξη και σε πολλά άλλα λογοτεχνικά βήματα, ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δημιουργήσει έναν βαθύ πνευματικό δεσμό με την Ποίηση, με το χώρο δηλαδή που του επιτρέπει και σήμερα ακόμα να βιώνει τον αναχωρητισμό και να χαίρεται την εγκοσμιότητα.

 

Τέλος, η κα Κατερίνα Παπαδριανού, στην εισήγησή της μίλησε για τον ερωτικό Πάνο Λιαλιάτση, προσεγγίζοντας το θέμα της με ιδιαίτερη λεπτότητα και ευαισθησία.

 

Ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης στην πλειοψηφία των ποιημάτων του είναι τρυφερός και ερωτικός. Ο Έρωτας στον οποίο αναφέρομαι αφορά στο τετράπτυχο Αγάπη-Ασίνη- Ανάπλι- Αγιόρος. Και οι τέσσερις λέξεις αρχίζουν από Α. Σύμπτωση; Ίσως.   Έρωτας για τον Κύριο, την Ορθοδοξία, τη Ζωή, τη Γυναίκα, τον Έρωτα για την Υπέρβαση και την Τελειότητα, τον Πλατωνικό έρωτα.

Παλικάρι είκοσι ετών ήρθε εξαίφνης τη νύχτα η αρρώστια να σου κλέψει το μισό φως της ημέρας και να κομίσει την ασχήμια στην όψη σου.Τότε πάλεψε με τον πόνο και τη θλίψη και τελικά συμβιβάστηκε με τον εαυτό του ανοίγοντας διάλογο με το έσω φως. Έτσι τον βρήκε και τον φίλησε ο θεός καταμεσίς στον κήπο των άστρων και από τότε γυρίζει τρελός στις στέρνες κυνηγώντας τα κοιμισμένα κουνούπια που φράζουν τον ουρανό και ύστερα άρχισε να σαλεύει τα πάντα που τον αφορούσαν και τον άγγιζαν και έγινε ο ποιητής σαλός. Ταράζει και ταράζεται. Ερωτεύτηκε την Ποίηση, την ποίηση στην οποία και βρήκε γιατρειά.

Μα εκεί που ο ποιητής φαίνεται να παλεύει πολύ, να αγωνίζεται σκληρά είναι στην προσπάθεια να ακουμπήσει, να πλησιάσει το Θεό. Ορέγεται να γευτεί τον ουράνιο παράδεισο και τεντώνει τα χέρια και το κορμί για το άπιαστο, την άλλη ύλη, την πνευματική. Και μετά από μεγάλο αγώνα και εκεί που ήλπιζε να βρει τη λύτρωση, αναδιπλώνεται και γυρνάει πάλι στη γη και στη σκληρή πραγματικότητα, φοβισμένος, αδύναμος, συντριμμένος από την απότομη πτώση κάνοντας αυστηρή κριτική στον εαυτό του…

Ο ποιητής στο ποίημα « Ο ΦΡΑΧΤΗΣ» που είναι της σχολής του Γιώργου Σεφέρη εκφράζεται με στίχους που εξιδανικεύουν τον Έρωτα   «της άλλης όχθης, όπου εκεί ακούς τη μουσική του Θεού και αφουγκράζεσαι την αναπνοή των αγγέλων». Θέλει ν’ ανέβει στα ύψη, κάνει πρόβες και δοκιμές, γυμνάζεται δυνατά για να ξεπεράσει τα εμπόδια για να πηδήξει το «ΦΡΑΧΤΗ» και να βρεθεί στον άλλο κόσμο, αυτόν που ονειρεύεται. Βλέπει όμως πως δεν μπορεί να τα καταφέρει όσο κι αν προσπαθεί όσο κι αν ματώνει και ύστερα απογοητεύεται και προσγειώνεται με κρότο. Πώς να πηδήξει το «Φράχτη», πώς να ξεπεράσει τα εμπόδια για να περάσει στην αντίπερα όχθη; Εδώ μοιάζει με τον Καβάφη γιατί μόνιμα έχει τη βάσανο που δεν τον αφήνει ήσυχο, υπάρχει ένας κόσμος που είναι όπως τον έχει φανταστεί ο ιδεατός, ο όμορφος, ο ερωτικός, ο αγνός και αμόλυντος αλλά η ζωή είναι αλλιώς και τον προσγειώνει ανώμαλα μέσα στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τα άπιαστα όνειρα και τα ιδανικά και να ζήσει στα καθημερινά, τα δύσκολα και τα ανούσια. Ίπταται, αιωρείται ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που πρέπει, έτσι απολογείται:

«Τι πληγή μετά την πρώτη μαγεία

να ξυπνήσεις σε μια μικρή πολιτεία

με την ομορφιά περιφραγμένη

και τα όνειρα αραδιασμένα σε ευθείες!»

Στο τέλος γέρνει με τους αδύναμους και καλοτυχίζει όλους όσους δεν διάβηκαν το φράχτη και έμειναν δεμένοι στις ρίζες τους, μακαρίζοντας όμως τους τολμηρούς οδοιπόρους. Εδώ, γιατί ο ποιητής άλλαξε γνώμη, τι συνέβη, γιατί δεν τόλμησε να πηδήξει το φράχτη και να περάσει στην αντίπερα όχθη; Μόνο ο ποιητής το γνωρίζει. Τέλος, απροσδόκητα σαν να θέλει να δικαιολογηθεί βγάζει το συμπέρασμα πως:

«Η απόσταση γεννά την Εδέμ…»

Και μετά γίνεται αυστηρός τιμωρός του «αδύναμου εαυτού του» λέγοντας πικρόχολα:

«πως ο θεός δε συμπαθεί τους βιαστικούς αγίους

και τους ειρωνεύεται κάποτε γκρεμίζοντάς τους

στο πρώτο σκαλί-λένε και πιο χαμηλά».

Αν θελήσει κάποιος να επιλέξει από τα ποιήματα του Πάνου Λιαλιάτση για να κάνει μια παρουσίαση των ποιημάτων του, πολύ γρήγορα θα αντιληφθεί πως είναι δύσκολο να διαλέξει. Είναι όλα ένα κι ένα, καλοδουλεμένα, προσεγμένα με απλά και καθαρά ελληνικά αφού ο ποιητής είναι ένας τέλειος γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της γλώσσας του Ευαγγελίου. Δεν είναι φλύαρος είναι φειδωλός, κατανοητός, λαγαρός και ήρεμος. Η ανάγνωσή τους δεν σε αγχώνει παρά σε ηρεμεί και σε λυτρώνει, αφού βρίσκεις πολλούς στίχους του, να σε αγγίζουν και να σε αφορούν. Σου κάνει καλό θαρρώ, στην ψυχή σου. Ναι η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση είναι ψυχοθεραπευτική!

  

Πάνος Λιαλιάτσης

«Λυρικό Ημερολόγιο»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Άργος, Μάρτιος, 2014.

192 σελίδες

ISBN 978-960-9650-10-6

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »