Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Γιαννηκέσης Άγγελος (1787;-1863)


 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στην τελευταία δεκαετία της ενετικής κυριαρχίας, γύρω στα 1787, και κει θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, σε μια εποχή δύσκολη για την ιστορία του νησιού, όπου η μια ξένη κατοχή διαδέχεται την άλλη. Προικισμένος με οξύ και τολμηρό επιχειρηματικό μυαλό, ύστερα από μια σύντομη παραμονή του στη Μάλτα – όπου θα σχηματίσει και την πρώτη του περιουσία – θα φύγει, μαζί με τούς αδελφούς του Αναστάσιο και Διονύσιο, για την Τεργέστη, σπουδαίο τότε εμπορικό και οικονομικό κέντρο.

Είμαστε στα 1821, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, κι ο Γιαννηκέσης γρήγορα θάρθει σ’ επαφή με τους πατριωτικούς κύκλους για την προετοιμασία του αγώνα. Ο αδελφός του Αναστάσιος, κυνηγημένος απ’ τις αυστριακές αρχές στην Τεργέστη και στην Ανκώνα, θα περάσει, μαζί με άλλους Ζακυνθινούς πατριώτες, στην Πελοπόννησο, για να πάρει ενεργό μέρος στους αγώνες. Ο Άγγελος θα κινηθεί στους κύκλους της Τεργέστης, της Ανκώνας, της Βενετίας και της Ζακύνθου, με το σκοπό να εξασφαλίσει οικονομικά μέσα και ηθική υποστήριξη για την ελληνική υπόθεση. Οι σχέσεις του με τον ευγενή Ζακυνθινό Διονύσιο Ρώμα – ψυχή της Φιλικής Εταιρείας – εγκαταστημένο στη Βενετία, είναι γνωστές· μέσω του Ρώμα άλλωστε εξηγείται και ο ιδιαίτερος ιδεολογικός και πολιτικός του δεσμός με τον Καποδίστρια. Αλλά η δυναμική του συμμετοχή στα ελληνικά πράγματα δεν θα τον εμποδίσει στις επιχειρηματικές του πρωτοβουλίες.

 

Άγγελος Γιαννηκέσης, έργο του A. Henning, 1858. Τεργέστη, Εταιρεία R.A.S.

 

Η Τεργέστη – όπου στα 1823 θα παντρευτεί την Δέσποινα Ράλλη -, μόνιμη πια κατοικία του, θα γίνει το κέντρο της οικονομικής του δραστηριότητας. Στα 1826 ιδρύει την «Αδριατική Τράπεζα Ασφαλειών» (Adriatico Banco di Assicurazioni) και το 1838 επεκτείνει το πρόγραμμα των εργασιών του με την «Αδριατική Ασφαλιστική Εταιρία» (Riunione Adriatica di Sicurta = R.A.S. ), που στη γενική του διεύθυνση και την αδιάκοπτη παρουσία του μέχρι το θάνατό του, στα 1863, οφείλει τη διεθνή της προβολή [1].

Με πρόταση του Γιαννηκέση, ιδρύονται στην Ελλάδα – σε μια μάλιστα περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους, ύστερα από αιώνες τουρκικής δουλείας – τα πρώτα υποκαταστήματα της εταιρίας· κι όχι μόνο στην Αθήνα, μα και στην Πάτρα και στο Ναύπλιο και στη Ζάκυνθο [2]. Αλλά οι δεσμοί του με την πατρίδα δεν σταματούν εδώ· ο Γιαννηκέσης ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Τεργέστη για πολλά χρόνια και δεν έλειψε ποτέ η γενναιόδωρη υλική και ηθική του συμμετοχή στα εσωτερικά της λαμπρής ελληνικής Κοινότητας [3]. Μια αξιέπαινη δραστηριότητα [4], για την οποία η Ελλάδα θα τον τιμήσει στα 1851 με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος. Η τιμητική αυτή διάκριση λαμπρύνει το στήθος του στην προσωπογραφία που του έκανε ο Α. Henning στα 1858, η οποία ακόμη και σήμερα κοσμεί την αίθουσα συνεδριάσεων της έδρας της R.A.S. στην Τεργέστη [5]. Αλλά στην προσωπογραφία του Γερμανού ζωγράφου, δύο ακόμα λεπτομέρειες τραβούν την προσοχή μας: το φύλλο του χαρτιού πάνω στο τραπέζι, δεξιά, με τη γραπτή ένδειξη «Service Royal Consulat Grecque (sic) a Trieste» και η παρουσία της μαρμάρινης προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, στο βάθος της κόγχης, αριστερά.

Ο πίνακας, είναι δική του παραγγελία, για την κεντρική έδρα της εταιρίας R.A.S., με την παράκληση να διατηρηθεί πάντα στην αρχική του θέση. Ιδιαίτερα, λοιπόν, ενδιαφέρον είναι ότι, αν και πρόκειται για μια δημόσια και όχι ιδιωτική χρήση της προσωπογραφίας του, ο Γιαννηκέσης θεληματικά προβάλλει δύο στοιχεία που τα θεωρεί ουσιώδη και σχεδόν συμβολικά για την προσωπικότητά του: την ένδειξη μιας λειτουργίας στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους απ’ την μια μεριά, και ενός ιδανικού και συναισθηματικού δεσμού με τον Καποδίστρια απ’ την άλλη.

Το 1850 ο σπουδαίος ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος έχει ολοκληρώσει το έργο  «Η δολοφονία του Καποδιστρία», λάδι σε καμβά, διαστάσεων 1,85Χ1,24, παραγγελία από την Τεργέστη του Άγγελου Γιαννηκέση [6],  όταν το επίσημο Ελληνικό κράτος, πολύ αργότερα, στις 25 του Μάρτη 1933, θα τιμήσει τον πρώτο κυβερνήτη, μ’ ένα άγαλμα του Μιχ. Τόμπρου στο Ναύπλιο. Ο πίνακας βρίσκεται στα  γραφεία της Ελληνικής Κοινότητας της Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πέθανε, στις 27 του Ιούνη 1863,  αφήνοντας στη γυναίκα του Δέσποινα Ράλλη τους πίνακες, μαζί με όλα τ’ άλλα κινητά αγαθά του και την επικαρπία των ακινήτων. Η χήρα Γιαννηκέση, που το 1878 θ’ αφιερώσει στη μνήμη του συζύγου της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία του ελληνορθόδοξου νεκροταφείου της Τεργέστης, έργο του γλύπτη Filippo Spaventi [7], πεθαίνει στις 30 του Δεκέμβρη 1892. Στη διαθήκη της [8] ορίζει, ανάμεσα στ’ άλλα, να πουληθεί όλη της η περιουσία με το σκοπό να συσταθεί «Ίδρυμα Αγγέλου και Δέσποινας Γιαννηκέση» που θα διαχειρίζεται η Ελληνική Κοινότητα της Τεργέστης σαν γενική κληρονόμος. Το πλούσιο διαμέρισμα των Γιαννηκέση στην οδό Campanile (σήμερα Genova) αριθ. 7 αγοράστηκε απ’ την Κοινότητα, η οποία με έξοδά της φρόντισε την εκτίμηση και την πώληση των πινάκων. Τότε πρέπει να πέρασε στην ιδιοκτησία της Κοινότητας και το έργο του Διονύσιου Τσόκου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Η R.A.S. το  1964. Έγκριση των 125ων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας: η παραλαβή των ασφαλίστρων RAS ξεπέρασε τα 45 δισεκατομμύρια ITL, ενώ η συνολική αξία του ομίλου ανήλθε σε 140,3 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες.Το οργανωτικό δίκτυο του ομίλου RAS περιλαμβάνει 260 τμήματα, υποκαταστήματα και γραφεία, 8500 υπαλλήλους, 12.000 γραφεία, 31.000 εργαζόμενους.

[2] Βλ. Nel Primo Centenario κ.τ.λ., ό.π. σελ. 376 κ.ε.

[3] Βλ. τις φορητές ασημένιες εικόνες του Αγίου Σπυρίδωνος κα του Αγίου Νικολάου, στο τέμπλο της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγ. Νικολάου της Τεργέστης, του εργαστηρίου του G.B. Fantini της Βενετίας, αφιερώματα του Α. Γιαννηκέση στα 1839 και 1856 (Δελτ. Χριστ. Εταιρίας, 1911, σελ. 63 και Νέα Σιών, Ζ’, 1910, σελ. 433).

[4] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Όταν το 1851 το Δημοτικό Συμβούλιο Ανδρίτσαινας αποφάσισε την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου και γι’ αυτό το λόγο όρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, Κωστή και Χαράλαμπο Χριστόπουλο, για διενέργεια εράνου. Η επιτροπή με ενέργειες πάντα του Χαράλαμπου Χριστοπούλου, έλαβε ως πυρήνα τη δωρεά Γιαννηκέση. Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πρόξενος της Ελλάδος στην Τεργέστη είχε διαθέσει το μισθό του στον Ραγκαβή, που τον είχε διορίσει πρόξενο. Ο Ραγκαβής κατάθετε το μισθό του Γιαννηκέση στην Τράπεζα. Ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας εκπαιδεύσεως, πέτυχε η δωρεά Γιαννηκέση να διαθέτει αποκλειστικά στην Ανδρίτσαινα. Γι’ αυτό προκάλεσε το από 15 Ιουλίου 1858 Διάταγμα. Στις 12 Ιουλίου 1861 έγινε άλλο διάταγμα, που ο μισθός Γιαννηκέση 18 χιλιάδες δραχμές, «διετίθετο υπέρ αποκαταστάσεως της δωρηθείσης εις τον Δήμον Ανδριτσαίνης βιβλιοθήκης υπό του Αγαθόφρονος Νικολοπούλου και της ιδρύσεως εκπαιδευτηρίου». Η επιτροπή διενέργησε πανελλήνιο έρανο και συνέλεξε το ποσό των 50.000 δραχμών και το κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα. (Ιωάννης θ. Γαργαλιάνος, «Η βασική εκπαίδευση στην Ηλεία τον 19ο αιώνα», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2014, σελ. 182).

[5] Βλ. Nel Primo Centenario, ό.π., πίνακας ε.κ. Ο πίνακας ( 0,88Χ1,09 ) έχει την υπογραφή του καλλιτέχνη (Thieme Becker, ό.π., XVI, 1923, σελ. 405 κ.ε.) δεξιά με κόκκινο χρώμα.

[6] Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που η χήρα και οι κόρες του ζωγράφου Διονύσιου Τσόκου άφησαν στον εγγονό τους κ. Ιωάννη Καζιλάρη.

[7] Βλ. Thime-Becker, ό.π., XXXI, 1937, σελ. 338.

[8] Η διαθήκη γράφτηκε στις 4 του Ιούλη 1889 και δημοσιεύτηκε στις 30 του Σεπτέμβρη 1892 στην I.R. Pretura Urbana Civile της Τεργέστης. Αντίγραφο της υπάρχει στην Ελλ. Κοινότητα. Το άρθρο 29 είναι σχετικό με τους πίνακες, για τους οποίους βλ. και Πρωτ. 2313 της 17/2/1893, 2348 της 4/3/1893, 2393 της 27/4/1893, και 3142 της 28/12/1895 του αρχείου της Κοινότητας. Βλ. Archivio di Stato di Trieste, Tribunale Provinciale Atti Civili, Busta 1004: Κατάλογος πινάκων όπου αναφέρεται και η «Δολοφονία» της Τεργέστης.

 

Πηγή


  • Κατερίνα Σπετσιέρη – Beschi , «Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος», περιοδικό Ζυγός αρ.22-23, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, 1976.

 

Read Full Post »

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Read Full Post »

Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα – Η Αγαπημένη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

«Ιωάννη, δεν ξέχασα ποτέ τον όρκο που κάναμε μαζί εκείνη την οδυνηρή ώρα της ζωής μας… Τον τήρησα, στην ουσία. Η αθέτησή μου ήταν αναγκαστική. Το ξέρεις. Ήταν ακόμη μια θυσία για σένα. Αν δεν δεχόμουν να παντρευτώ τον εξάδελφο της αυτοκράτειρας, θα σου προκαλούσα προβλήματα στο ύψιστο και υπεύθυνο αξίωμα που σου προσέφερε ο τσάρος. Ήταν μια αναγνώριση της αξίας σου. Η τιμή ήταν για εκείνον, που την αξιοποίησε για το καλό της χώρας του… Για μένα όμως ήταν μεγάλη θυσία!..», έγραφε η Ρωξάνδρα σε ένα από τα «σκόρπια φύλλα» του ημερολογίου της. Ο όρκος που είχαν πάρει, τη στιγμή που αποφάσιζαν να μη δικαιώσουν την αγάπη και την απέραντη εκτίμηση που τους συνέδεε με ένα γάμο, γιατί εκείνος είχε αποφασίσει να αφιερώσει όλες του τις ενέργειες για την απελευθέρωση και την ανοικοδόμηση της Ελλάδας, ήταν να αφιερώσουν τη ζωή τους «στη μόρφωση των Ελληνοπαίδων και στην απελευθέρωση της Πατρίδας». [1]

Ρωξάνδρα Στούρτζα.

Κόρη του Σκαρλάτου Στούρτζα, πάμπλουτου Έλληνα από το Ιάσιο της Μολδαβίας, και της Σουλτάνας Μουρούζη, κόρης του ηγεμόνα της Μολδαβίας, πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη, η Ρωξάνδρα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Οκτωβρίου 1786. Σύντομα ο Σκαρλάτος Στούρτζας αποφάσισε να εγκαταλείψει το Ιάσιο και να εγκατασταθεί στη Λευκορωσία, σε πύργο που έκτισε για την πολυμελή οικογένειά του, μέσα σε τεράστια εδαφική έκταση. Όταν τα πέντε του παιδιά μεγάλωσαν αρκετά, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη, ώστε να μπορέσουν να τελειοποιήσουν τις σπουδές τους. Ο ίδιος διορίστηκε στη θέση του συμβούλου Επικράτειας στην Αυλή του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α’. Όταν η Ρωξάνδρα έκλεισε τα 19 της χρόνια, ο πατέρας της τη σύστησε στην αυτοκρατορική Αυλή του Αλεξάνδρου και της Γερμανίδας συζύγου του Ελισάβετ. Η συγκροτημένη προσωπικότητά της και η ευγένεια του χαρακτήρα της κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση όλων των αυλικών. «Στους υψηλούς κύκλους της Αυτοκρατορικής Αυλής… Πρίγκιπες και Δούκες και αξιωματούχοι και σοφοί ζητούσαν τη γνώμη της και τη φιλία της… Έλεγαν ότι κατείχε ένα μυστηριώδες κλειδί, που άνοιγε όλων τις καρδιές και ότι η εμπιστοσύνη που ενέπνεε επάξια τη δικαίωνε στην εκτίμηση όλων…», έγραφε ο κατά πέντε χρόνια νεότερος αδελφός της Αλέξανδρος στις αναμνήσεις του για την αδελφή του Ρωξάνδρα. Η κόμισσα Λίβεν (Lieven) επισήμανε αμέσως την αξία της Ρωξάνδρας και εισηγήθηκε να προσληφθεί ως κυρία επί των τιμών στα ανάκτορα.

Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας και παππούς της Ρωξάνδρας Στούρτζα. Ελαιογραφία, έργο της Ελένης Προσαλέντη, 1904. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατόπιν προσκλήσεως του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος εκτιμούσε τις σπάνιες διπλωματικές του ικανότητες, έφτασε το 1809, για πρώτη φορά στην Πετρούπολη, ο Κερκυραίος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας. Ο τσάρος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας γνώρισε τη Ρωξάνδρα. Η οικογένεια Στούρτζα παρέθετε, στο μέγαρό τους στην Πετρούπολη, δύο επίσημα γεύματα την εβδομάδα, στα οποία συχνά παραβρισκόταν και ο Καποδίστριας. Το ίδιο συχνά φιλοξενούνταν και στους ξενώνες του μεγάρου μαζί με άλλους φιλοξενούμενους. Η Ρω­ξάνδρα ερωτεύθηκε αμέσως το νεαρό Έλληνα διπλωμάτη με τη μελαγχολική έκφραση και την απόμακρη συμπεριφορά. Τον θεωρούσε όμως τόσο ανώτερό της, ώστε δεν τόλμησε ποτέ να του εκφράσει τα συναισθήματά της. «Ο κόμης Καποδίστριας», έγραφε στα Απομνημονεύματά της, [2] «ανήκει στους σπάνιους ανθρώπους, των οποίων η γνωριμία σημειώνει σταθμό στη ζωή εκείνων που τον γνωρίζουν». [3] Επί τρία ολόκληρα χρόνια οι δύο νέοι έκαναν μακρές συζητήσεις και γνωρίζονταν όλο και καλύτερα. Η σχέση τους όμως δεν ξεπέρασε τα όρια μιας βαθιάς φιλίας και μιας ακόμη βαθύτερης αλληλοεκτίμησης. Ο νεαρός Καποδίστριας είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από ένα γράμμα προς τον πατέρα του, όπου γράφει ότι δεν θα ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στη Ρωσία, αλλά να υπηρετήσει τα συμφέροντα της πατρίδας του. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λιψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. [4]

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Μετά την αναχώρηση του Καποδίστρια από την Πετρούπολη, η Ρωξάνδρα ένιωθε «απέραντη μοναξιά… Εκείνος, ο Ένας, ο Μόνος είναι τόσο μακριά μου…» έγραφε στα Απομνημονεύματά της. Ένιωθε την ανάγκη να φύγει από την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αυλής, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να Βρεθεί κοντύτερα στον αγαπημένο της, να τον ιδεί ακόμη μία φορά. Σύντομα ο πόθος της πραγματοποιήθηκε, όταν συνόδευσε την αυτοκράτειρα Ελισάβετ στο ταξίδι της στη Γερμανία για να συναντήσει την οικογένειά της. Στην πόλη Brouchsal η Ρωξάνδρα έλαβε το πρώτο γράμμα από τον Καποδίστρια, έπειτα από το μακρόχρονο χωρισμό τους, θα ακολουθούσαν και άλλα. Το φθινόπωρο του 1814 θα άρχιζε στη Βιέννη το Συνέδριο για την τύχη της μεταναπολεόντειας Ευρώπης. Εκεί, της είχε γράψει, θα τη συναντούσε. Η Ρω­ξάνδρα έφτασε πρώτη στη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με τους γονείς της. Στο μέγαρο της οικογένειας Στούρτζα τη συνάντησε ο Καποδίστριας. Εκεί γράφτηκε ο δραματικός επίλογος της ανεκπλήρωτης αγάπης τους: η συμφωνία τους να μείνουν πάντα φίλοι, να συνεχίσουν τους αγώνες τους για την απελευθέρωση της πατρίδας και για τη μόρφωση των Ελληνοπαίδων, να προετοιμάσουν το μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό που θα επάνδρωνε το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση. Εκείνος τη βεβαίωσε ότι δεν θα παντρευόταν ποτέ καμία άλλη γυναίκα, γιατί πίστευε ότι έπρεπε μόνος να βαδίσει το δρόμο «της προσφοράς και της θυσίας προς την Πατρίδα», έγραφε η Ρωξάνδρα στα Απο­μνημονεύματά της. [5] Εκείνη όμως έπρεπε να παντρευτεί. «Απόφαση αβάσταχτης θυσίας» από τη δική της πλευρά. Παντρεύτηκε τον κόμητα Εντλινγκ (Edling), εξάδελφο της τσαρίνας, υπουργό των Εξωτερικών στην Αυλή της Βαϊμάρης, έναν άνθρωπο που δεν αγάπησε ποτέ της. Έπεισε το σύζυ­γό της να εγκατασταθούν στη Λευκορωσία, όπου βρίσκονταν τα πατρικά της κτήματα, μακριά από την Πετρούπολη, τη γεμάτη με τις αναμνήσεις του αγαπημένου της Ιωάννη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μεγάλος πλατωνικός έρωτας της Ρωξάνδρας. Προσωπογραφία από το Ρώσο ζωγράφο Orest . A. Kiprenski (1782-1836), Ρώμη 1819.

Όσο διάστημα έμενε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Ρωξάνδρα συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, δημιουργικά και αποτελεσματικά, για την πραγμάτωση του όρκου τους που αφορούσε την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων. Η Ρωξάνδρα έγινε από τα ενεργά και δραστήρια μέλη της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης, την οποία είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας το 1815, με κύριο στόχο την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και την απελευθέρωση της πατρίδας με τη διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος, που οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να παραμερίσουν για να μη συγκρουστούν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ρωξάνδρα έγινε η στοργική μητέρα όλων των Ελλήνων που σπούδαζαν με χορηγίες του Καποδίστρια και της «Φιλομούσου Εταιρείας» σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το μέγαρό της στη Βαϊμάρη έγινε κέντρο συγκέντρωσης των Ελλήνων σπουδαστών. Φρόντιζε για τη διαμονή τους και τις σπουδές τους, για την υγεία τους και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ενδεικτικό παράδειγμα της δραστηριότητας αυτής είναι η ιστορία του σπουδαστή Ιωάννη Παπαδόπουλου. Όταν ο νέος μετέφρασε από τα γερμανικά στα ελληνικά το έργο του Γκέτε Ιφιγένεια η εν Ταύροις, το 1818, η Ρωξάνδρα χορήγησε την έκδο­σή του, και όταν τον επόμενο χρόνο ο νέος αρρώστησε από φυματίωση, τον φρόντισε και του παρείχε όλα τα μέσα θεραπείας. Ο θάνατός του τη συγκλόνισε σαν μητέρα, εκείνη που δεν βίωσε ποτέ τη μητρότητα σε προσωπικό επίπεδο. [6]

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

 

Μετά το γάμο της, με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος παραχώρησε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα – Εντλινγκ δέκα χιλιάδες ρωσικές δεκατίνες (100 χιλιάδες στρέμματα) «ερήμου και ακάρπου» γης, πέρα από τις κοιλάδες του Δνείπερου ποταμού, στη Βεσσαραβία, όπου κατοικούσαν νομάδες λαοί και σκηνίτες Τάρταροι σε πρωτόγονες συνθήκες ζωής, ως «ανταμοιβήν των υψηλών υπηρεσιών της στην αυτοκρατορικήν Αυλήν». Σε αυτή την άγονη έκταση, στην οποία προστέθηκαν ακόμη 60 χιλιάδες στρέμματα, τα οποία ο τσάρος είχε παραχωρήσει στον αδελφό της Αλέξανδρο και τα οποία η ίδια είχε αγοράσει, αφιέρωσε η Ρωξάνδρα τις ενέργειές της και μετέτρεψε «τον πόνο της καρδιάς της… σε έργο αγάπης για τους συνανθρώπους της…», έγραφε ο αδελφός της. Πράγματι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, «η μεγαλεπήβολος εκείνη ψυχή» μετέτρεψε την άγονη εκείνη γη σε ένα εύφορο και προσοδοφόρο κτήμα, γνωστό με το όνομα Μανζύριο. Τεράστιες φυτείες με οπωροφόρα δένδρα, αμπελώνες, λαχανόκηποι, καλλιέργειες με σιτάρια και όσπρια, μελισσοκομεία, λιβάδια, όπου έβοσκαν χιλιάδες αιγοπρόβατα και αγελάδες, άλλαξαν το πρόσωπο της έρημης εκείνης γης. «Εκχέρσωσε ακαλλιέργητες εκτάσεις, έφερε νερό στην ακατοίκητη περιοχή, έκτισε κατοικίες στις κοιλάδες, ανάμεσα στους λόφους, και εγκατέστησε στις εκτάσεις αυτές πλήθος από οικογένειες εργατών, που τους πλήρωνε, γεωργούς, κτηνοτρόφους, φυτοκόμους, ποιμένες, εργάτες, οικοδόμους, τεχνίτες και άλλους παντοίας φυλής και γλώσσης κατοίκους και την ανέδειξεν καλήν αποικία», έγραφε για τη Ρωξάνδρα ο βιογράφος του αδελφού της Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων. [7] Μέσα σ’ αυτή την αποικία, η Ρωξάνδρα έκτισε ορθόδοξο ναό για τον εκκλησιασμό των οικογενειών του κτήματος και των κατοίκων από τα γύρω χωριά της Βεσσαραβίας. Νοσοκομείο με γιατρούς και φαρμακείο, στο οποίο νοσηλεύονταν δωρεάν οι ένοικοι του Μανζυρίου και οι περίοικοι, σχολείο, όπου φοιτούσαν δωρεάν αγόρια και κορίτσια, ξενώνα, πτωχοκομείο και γηροκομείο, όλα ανοικτά για ασθενείς, ανάπηρους και πτωχούς.

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Όταν η ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε, η Ρωξάνδρα περίμενε με αγωνία τα γράμματα του Ιωάννη και του αδελφού της που την πληροφορούσαν για τις εξελίξεις. Όταν, περί τα μέσα του 1822, η είδηση ότι πρόσφυγες από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στην Οδησσό έφτασε στο Μανζύριο, η Ρωξάνδρα δεν δίστασε στιγμή. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και οργάνωσε την περίθαλψη των προσφύγων. Με τη βοήθεια του αδελφού της Αλεξάνδρου, η Ρωξάνδρα μεθόδευσε το γιγάντιο έργο της διατροφής των προσφύγων με κρέατα και τρόφιμα που έρχονταν από το κτήμα της. Φρόντιζε για τη διαμονή τους, την εξεύρεση εργασίας για τους δυναμένους να εργαστούν, την περίθαλψη των γερόντων και την εκπαίδευση των παιδιών. Με φλογερά γράμματα επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις υψηλές γνωριμίες της για συμπαράσταση στον αγώνα των Ελλήνων. Με την πρωτοβουλία του υπουργού της Παιδείας διενεργήθη έρανος, ο οποίος απέδωσε ένα εκατομμύριο ρούβλια για τη μονιμότερη περίθαλψη των προσφύγων και την εξαγορά από τη φοβερή αιχμαλωσία στην Αίγυπτο χιλιάδων Ελλήνων, κυρίως Χιωτών και Κρητικών. Με την προτροπή της Ρωξάνδρας, οι κυρίες της ανώτερης τάξης στη Μόσχα ίδρυσαν την «Ευεργετικήν Εταιρείαν», την προεδρία της οποίας ανέλαβε η ίδια. Η Εταιρεία συγκέντρωσε σημαντικά ποσά, με χα οποία έκτισαν ορφανοτροφείο για τα ορφανά Ελληνόπουλα σε προάστιο της Μόσχας. Μέσα στο χώρο του ορφανοτροφείου λειτουργούσε σχολείο για την εκπαίδευση των ορφανών. [8] Με δική της χορηγία και τη συμπαράσταση της «Ευεργετικής Εταιρείας» χτίσθηκε γυναικείο μοναστήρι, κοντά στον ελληνορθόδοξο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Μόσχα, μέσα στο οποίο λειτουργούσε παρθεναγωγείο για τις κόρες των ορθοδόξων ιερέων, Ελλήνων και Ρώσων. Τα κορίτσια αυτά θα παντρεύονταν όσους από τους σπουδαστές των Εκκλησιαστικών Φροντιστηρίων της Οδησσού θα ακολουθούσαν το ιερατικό στάδιο. Με δική της πρωτοβουλία χτίστηκε σε προάστιο της Οδησσού, σε έκταση 100 στρεμμάτων, που η ίδια είχε αγοράσει, κοιμητήριο, στο οποίο ενταφιάστηκε και η ίδια, όταν πέθανε στις 16 Ιανουάριου 1844.

Εμπνευσμένη από το θάρρος του Καποδίστρια, ο οποίος τον προηγούμενο χρόνο είχε συμπαρασταθεί στα θύματα της πανούκλας, που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν μεταδώσει στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Σαρωνικού, η Ρωξάνδρα έμεινε κοντά στους κατοίκους του Μανζυρίου, όταν ξέσπασε και εκεί πανούκλα το 1829. Την ίδια γενναία στάση έδειξε και όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Οδησσό. Με την παρουσία της και την ενθάρρυν­σή της, μα πάνω απ’ όλα με την οργάνωση συνεργείου περιθάλψεως των ασθενών και την ενημέρωση, η Ρωξάνδρα κατάφερε να εμψυχώσει τον κόσμο να αντιμετωπίσει την επιδημία. «Σε ολόκληρη την περιοχή του Μανζυρίου και σε όλη την επαρχία της Οδησσού, το όνομα της κόμισσας Ρωξάνδρας Στούρτζα – Εντλινγκ βρισκόταν στα χείλη όλων των ανθρώπων. Το πρόφεραν με αγάπη αληθινή, με σεβασμό και με το αίσθημα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας» γράφουν οι βιογράφοι της. [9]

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, που διαισθανόταν να έρχεται, η Ρωξάνδρα έγραψε μια σύντομη βιογραφία της μητέρας της (Vie de ma mere) και ελάχιστα σκόρπια σημειώματα. Σε κάποιο από αυτά σημείωσε με τρεμάμενο χέρι: «Ιωάννη! Δεν υπήρξες ποτέ εραστής μου!.. Τώρα, όμως, που η ζωή μου τελειώνει, μπορώ να σου ειπώ: Είσαι ο μοναδικός Άνδρας, που αγάπησα βαθιά και αιώνια. Ποτέ δεν αγάπησα άλλον, σε όλη μου τη ζωή!..». [10]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα. Ιστορική Βιογραφία, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 404.

[2] Memoires de la Comtesse R. Edling, Μόσχα 1888.

[3] Περισσότερα για τα όσα γράφει η Ρωξ. Στούρτζα για τον Καποδίστρια, Βλ. Ελένης Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας- Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, Ιστορική Βιογραφία, ό.π., σ. 82 κ.ε.

[4] Για 10 τεράστιο διπλωματικό έργο του Καποδίστρια στη Βιέννη, στο Βουκουρέστι και στην Ελβετία, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο Άνθρωπος- ο Διπλωμάτης (1800-1828), Αθήνα 2001, σ. 39 κ.ε.

[5] Για λεπτομέρειες, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, ό.π., σ. 130-180.

[6] Για την τεράστια προσφορά του Καποδίστρια και της Ρωζάνδρας Στούρτζα προς τους Έλληνες σπουδαστές, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, Α’ : Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα 1958.

[7] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 403.

[8] Όσα από αυτά τα παιδιά είχαν έφεση στα γράμματα αποστέλλονταν αργότερα στην Ελληνοεμπορική Σχολή Οδησσού.

[9] Βλ. Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 411.

[10] Στο ίδιο, σ. 628.

 

Δρ. Μαρία Αναστασοπούλου

Καθηγήτρια Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας

Πανεπιστημίου Αθηνών και Μέριλαντ.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Read Full Post »

Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του – Κώστας Λάππας, Μνήμων, τομ. 7, 1979. 


 

Στα 1839 ο Μακρυγιάννης έχει έτοιμες τις εικονογραφίες του Αγώνα κι αποφασίζει να τις δώσει για εκτύπωση. Γράφει στ’ Απομνημονεύματά του: «Τότε βρίσκω κι έναν, Ησαΐα τον έλεγαν, ήταν στενός φίλος του Καποδίστρια· τον είχε δάσκαλο ο Κυβερνήτης εις τ’ Αναπλιού το σκολείον. Αυτόν τον αγαθόν Ησαΐα εγώ δεν τον γνώριζα· μου τον σύστησαν φίλοι. Έρχεται ο Σαΐγιας εις το σπίτι μου και συμφωνούμεν να του δώσω της εικονογραφίες να πάει εις Παρίσια να της τυπώση». Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή: ο δάσκαλος Αλέξανδρος Ησαΐας αντί να πάει στο Παρίσι, πήγε στην Ιταλία (Βενετία, Τεργέστη) όπου τύπωσε μια σειρά λιθογραφίες, με θέματα από την Επανάσταση του ’21, που όμως δεν είχαν καμμιά σχέση με τις εικόνες του Μακρυγιάννη. Αρκετές απ’ αυτές τις λιθογραφίες σώζονται και σήμερα και φέρουν την υπογραφή του Ησαΐα. Έτσι αποκαλύπτεται ότι o Hσαΐας εκτός από δάσκαλος ήταν και ζωγράφος.

 

Μάχη των Αθηνών, επιχρωματισμένη λιθογραφία αγνώστου Ιταλού ζωγράφου ( κατά παραγγελία και υποδείξεις του Α. Ησαΐα.

 

Η δεύτερη αυτή ιδιότητα του Ησαΐα αμφισβητήθηκε τελευταία από τον Γ. Πετρή: σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Ο Μακρυγιάννης και η εικονογραφία του Ησαΐα» υποστήριξε την άποψη ότι οι παραπάνω λιθογραφίες δεν έχουν γίνει από τον Ησαΐα, αλλά από κάποιον άγνωστο Ιταλό ζωγράφο. Η επιχειρηματολογία του Γ. Πετρή στηρίχτηκε: α) στην εικαστική ανάλυση των λιθογραφιών – που αποδεικνύει ότι είναι καμωμένες σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής και β) στην έλλειψη μαρτυριών που να πιστοποιούν ότι ο δάσκαλος Ησαΐας είχε και γνώσεις ζωγραφικής. Εδώ θα σταθούμε και θα εξετάσουμε κυρίως τα επιχειρήματα της δεύτερης κατηγορίας.

Κατά τη γνώμη του Γ. Πετρή, ένας απλός δάσκαλος της εποχής του Ησαΐα δεν εννοείται να γνωρίζει ούτε σχέδιο, ούτε ιχνογραφία. «Το ότι ο Ησαΐας είναι δάσκαλος, γράφει, θα μπορούσε, με τα σημερινά μέτρα, να δημιουργήσει την εντύπωση πως είχε και κάποια γνώση σχεδίου, γιατί οι σημερινοί δάσκαλοι αποκτούν γνώσεις, μερικά γενικά τεχνικά στοιχεία, που τους επιτρέπει να διδάσκουν τα παιδιά ιχνογραφία και χειροτεχνία. Μα τέτοια πράγματα είναι πολύ αμφίβολο πως ακολουθούσαν την ίδια πορεία σ’ εκείνη την εποχή. Οι δάσκαλοι, όσο νομίζουμε πώς ξέρουμε, της εποχής εκείνης, διδάσκανε κατά κανόνα μονάχα γράμματα. Αυτά μαθαίνανε». Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στην εποχή του Καποδίστρια· πιστεύει ωστόσο, ότι η κατάσταση της εκπαίδευσης έχει μείνει αμετάβλητη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου ο δάσκαλος δεν μπορούσε να ξεφύγει «από τα καθιερωμένα: το ψαλτήρι, το κτωήχι, το μηναίο, ή τις προφητείες».

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Τουλάχιστο στην εποχή του Καποδίστρια, που μας ενδιαφέρει εδώ, η δομή του σχολείου έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Στα πλαίσια του υπό οργάνωση κράτους μπαίνουν τα θεμέλια ενός πρώτου σχεδιασμού της κατώτερης σχολικής εκπαίδευσης: καινούριες μέθοδοι διδασκαλίας εισάγονται ή καθιερώνονται σε ευρεία κλίμακα (αλληλοδιδακτική), γράφονται ή μεταφράζονται σχολικά εγχειρίδια, μερικά καινούρια μαθήματα αντικαθιστούν ή προσθέτονται στα παλιά, και γενικά ο ρόλος και η αποστολή του σχολείου πάνε τώρα να διαφοροποιηθούν. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι κόβονται οι δεσμοί με την Ιδεολογία και τη σχολική πρακτική του παρελθόντος.

Σημειώνω εδώ ότι σ’ αυτά ακριβώς τα χρόνια είναι που μπαίνουν, επίσημα, στα σχολεία και διδάσκονται συστηματικά η καλλιγραφία και η ιχνογραφία. Ο σκοπός των μαθημάτων αυτών είναι προφανής: η καλλιγραφία θα βελτιώσει τη γραφή και βέβαια θα δώσει στο κράτος καλούς γραφιάδες, ενώ η ιχνογραφία θα εξοικειώσει το παιδί με το σχέδιο. Η διδασκαλία του πρώτου μαθήματος γίνεται με βάση πίνακες καλλιγραφίας· για τη διδασκαλία της γραμμικής ιχνογραφίας μεταφράζεται στα 1831, με την επιμέλεια του Ιω. Κοκκώνη, ειδικό εγχειρίδιο. Κάθε άλλο λοιπόν παρά προβολή των «σημερινών μέτρων» στο παρελθόν, όπως γράφει ο Γ. Πετρής, αποτελεί η διδασκαλία τέτοιου είδους μαθημάτων στα χρόνια του Καποδίστρια…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Μάγερ Ιωάννης Ιάκωβος (17981826)


 

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Συλλεκτική σειρά γραμματοσήμων των ΕΛΤΑ, αφιερωμένων σε επιφανείς δημοσιογράφους, 2015.

Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Johann Jacob Meyer) ήταν Ελβετός φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε φαρμακευτική και κατόπιν ιατρική στο Φράιμπουργκ αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Με τη βοήθεια του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βέρνης έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1822 έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Κορινθιακού. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση.   Συνδέθηκε στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο όταν ήταν εκεί (1824) ως «γενικός διευθυντής» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Για ένα διάστημα υπήρξε μέλος της τριμελούς επιτροπής του Μεσολογγίου.

Το 1824 τυπώνει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία, με τυπογράφο τον Θεσσαλονικέα Δημήτριο Μεστανέ ή Μεσθενέα.  Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 1826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ, με φόντο την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».

 

Διορίστηκε το 1824 μέλος της Τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσέφεραν τα μέγιστα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν η γυναίκα και τα δύο παιδιά τους. Το πτώμα μετέφεραν στην πόλη Μεσολογγίτες αιχμάλωτοι και ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

Πάνου Γεώργιος (1770- 1863)


 

Γεώργιος Πάνου (από το αρχείο Ανδρέα Κουμπή, Σπέτσες)

Ο Γεώργιος Πάνου, πλοιοκτήτης, φιλικός, αγωνιστής και πολιτικός της επανάστασης του 1821,  γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1770 και ήταν γιος του προεστού Νικολάου Πάνου. Από την παιδική του ηλικία έλαβε ναυτική εκπαίδευση και πραγματοποίησε διάφορα ταξίδια στο πλευρό πρώτα του πατέρα και μετά του θείου του. Το καράβι τον έφερε μακριά από τα σπετσιώτικα νερά, σε νέους κόσμους, νέους ανθρώπους, νέες συνήθειες. Έξυπνος, δραστήριος, εργατικός, αποκτά εκτίμηση και εμπιστοσύνη και με τη ναυτική του αξία αρχίζει να επιβάλλεται.

Ο Γεώργιος Πάνου ταξιδεύει με σπετσιώτικα καράβια ως τους μεγάλους ωκεανούς. Βγαίνει στην Ευρώπη, από την Ιταλία ως την Ισπανία και την Πορτογαλία και μαθαίνει ότι σκλαβωμένος λαός δεν είναι μόνο ο δικός του και πως η ελευθερία θέλει θυσίες και αίμα. Ύστερα από σκληρή δουλειά και μεγάλη θέληση, κατόρθωσε να αποκτήσει δικό του καράβι το «Σόλων» το 1813, ο Πάνου ήταν πια ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, ένας έμπειρος ναυτικός, που δεν άργησε να αποκτήσει την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τις ικανότητές του αυτές και την ασύγκριτη τιμιότητά του.

Είχε εξοπλίσει το καράβι του «Σόλων» με πυροβόλα τέλεια και όταν κάποτε πειρατές του επιτέθηκαν στο πέλαγος αιφνιδιαστικά και παρόλο που ήταν ασύγκριτα ανώτεροι σε αριθμό και πυροβόλα, κατόρθωσε να τους τσακίσει κυριολεκτικά και να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Έτσι, μαθήτευσε στο θαλασσινό πόλεμο με τους πειρατές κι απέκτησε τέτοια φήμη, ώστε έγινε γνωστός για τα κατορθώματά του στην Οθωμανική Πύλη, που δεν άργησε, το 1814, να τον διορίσει Μπέη – Κοτζάμπαση, δηλαδή Διοικητή στις Σπέτσες. Το αξίωμα αυτό το κράτησε μέχρι το 1817, οπότε παραιτήθηκε για άγνωστους λόγους. Ίσως γιατί το χρόνο αυτό η Φιλική Εταιρεία, με ειδικό μανιφέστο μέσω του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, τον κάλεσε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πάνου ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και σύντομα βρέθηκε στην Πόλη, κοντά στον Παναγιώτη Σέκερη. Εκεί, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κατήχησε στα μυστήρια της Φιλικής Εταιρείας και τελικά τον όρκισε αφού του πρόσφερε μικρό σταυρό που σώζεται στο Ναυτικό πολεμικό Μουσείο. Διέθεσε στο ταμείο που είχε η Φιλική Εταιρεία ιδρύσει στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, σαν πρώτη εισφορά του 1000 τάλληρα ισπανικά. Με επιστολή του προς τη Μονή αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά τα προσφέρει στη μνήμη της μητέρας του για την ανακαίνιση της Αγίας Μονής, και εννοούσε την Επανάσταση.

Το 1818, ορίστηκε μαζί με τους Μπόταση και Φατζιολάτη, έφορος της Φιλικής Εταιρείας στις Σπέτσες, ενώ το 1819, φυγάδευσε από την Ερμιόνη Αργολίδας τον Τσακάλωφ μετά τη δολοφονία του Νικόλαου Γαλάτη. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη της επανάστασης, όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στις Σπέτσες τάχτηκε υπέρ των επαναστατικών κελευσμάτων του ιερωμένου.

Παίρνει μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας, επί κεφαλής μοίρας και ύστερα από τρεισήμισι μηνών πολιορκία, κάτω από τη στρατηγική διεύθυνσή του, το μεγάλο φρούριο πέφτει. Πήρε ακόμη μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε πολλές άλλες ναυτικές επιχειρήσεις και διακρίθηκε για την τόλμη και το θάρρος του. Το 1823, πηγαίνει πληρεξούσιος των Σπετσών στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ενώ το καράβι του ο «Σόλων» – κι όταν ο ίδιος είναι στη στεριά – δεν παύει να μάχεται.

Αργότερα αρρωσταίνει. Η αρρώστια του, όμως, δεν τον εμποδίζει να γίνει Λιμενάρχης, Ειρηνοδίκης και Αστυνόμος στο νησί. Το 1827  μετείχε με το άλλο καράβι του, «Θησεύς», στην αποτυχημένη επιχείρηση του Τόμας Κόχραν κατά του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Γεώργιος Πάνου, με το τέλος της Επανάστασης και όταν η νίκη είχε στέψει τα όπλα της Ελλάδας και οι θάλασσες και τα βουνά της ήταν πια ελεύθερα, αποσύρθηκε στο νησί του. Από την τεράστια περιουσία του μόνο ο «Σόλων» του είχε απομείνει. Ασχολήθηκε και πάλι με ναυτιλιακές εργασίες για να επανορθώσει τα οικονομικά του. Αλλά κατά κακή τύχη, το ένδοξο και ιστορικό καράβι ναυάγησε και ο άλλοτε προύχοντας κατάντησε φτωχός. Στα 1836 του απονεμήθηκε μία μικρή σύνταξη και μέχρι τα βαθιά του γηρατειά έζησε στις Σπέτσες κοντά στα παιδιά του με τη φωτογραφία του «Σόλωνα» και άλλα ενθυμήματα από τον αγώνα μέσα στο αρχοντικό του, που στολίζει σήμερα το νησί. Εκεί πέθανε, σε ηλικία 93 χρόνων, την 1η Ιουνίου 1863, τη μέρα ακριβώς που η Πολιτεία, για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφορε στον αγώνα, τον τίμησε με το  αργυρό παράσημο του Σωτήρος.

Ο τάφος του βρίσκεται στα κοιμητήρια των Αγίων Πάντων με την επιγραφή:

«Πρώτος ναύαρχος Σπετσών»

Γεώργιος Ν. Πάνου 1770 – 1863.

Αρχών της νήσου Σπετσών,

πολλά υπέρ της Εθνικής παλιγγενεσίας μοχθήσας και δαπανήσας».

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Στορνάρης (ή Στουρνάρης) Νικόλαος (1775;-1826)


 

Νικόλαος Στουρνάρης

Ο Νικόλαος Στορνάρης ή Στουρνάρης ήταν Φιλικός, Αγωνιστής της Επανάστασης, οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και υπερασπιστής του Μεσολογγίου. Έδρασε στη Δυτική Στερεά. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή του Ασπροποτάμου και ήταν στην εποχή του Αλή πασά ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδας στη Λευκάδα στις αρχές του 1821. Μετείχε στην επανάσταση στον Ασπροπόταμο και πολέμησε στη Στερεά και την Πελοπόννησο διακριθείς ιδιαίτερα στο Βουλγαρέλι το 1824.

Μετά την καταστολή της επανάστασης στον Όλυμπο το 1822 συγκέντρωσε δίπλα του όσους επαναστάτες και φιλέλληνες διέφυγαν. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη την άνοιξη του 1823 στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν το προσκύνημα των αρματολών στη Στερεά και τη Θεσσαλία και συμμετείχε στις μάχες εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στα 1823 και 1824 στη Δυτική Στερεά.

 

Νικόλαος Στουρνάρης. Δημοσιεύεται στο Xρ. Bλασσόπουλος, «Hμερολόγιον του Aγώνος», Αθήνα, 1930.

 

Πήρε ενεργό μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου και έγινε ονομαστός για τον πατριωτισμό και την ανδρεία του. Ως αρχηγός του φρουράς της πόλης, παρέμεινε στο Μεσολόγγι καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του και έπεσε ηρωικά κατά τη μεγάλη έξοδο.  Κατατάχθηκε στον βαθμό του στρατηγού (Α.Μ. 2086).

 

Πηγές


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.
  • Γιαννούλης, Ν. Κ., «Το αρματολίκι Ασπροποτάμου και οι Στορναραίοι», Αθήνα, ΕΜΟΤ, 1981.

Read Full Post »

Η ζωή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι


 

Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές του, το Μεσο­λόγγι, στην αρχή της Επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια των πολιορκιών του, είχε μια κοινωνία – και μια ζωή – αρκετά οργανωμένη (με τα μέτρα βέ­βαια της κατάστασης και της εποχής). Μέσα στα χαμηλά πρόχειρα τείχη, που έγιναν βιαστικά πριν από την πρώτη πολιορκία και ενισχύθηκαν αργό­τερα πριν από τη δεύτερη, ζούσαν οι ντόπιοι κάτοι­κοι της πόλης (προύχοντες, μικροκτηματίες, έμπο­ροι, καραβοκύρηδες και ψαράδες), αλλά και «πρόσφυγες» από τις γύρω περιοχές, καθώς και Σουλιώτες πολεμιστές, που είχαν έρθει να προσφέ­ρουν τις – έμμισθες – υπηρεσίες τους.

Χρησιμοποίησα σχηματικά τη λέξη «προύχο­ντες» – που παραπέμπει σε έχοντες περιουσία και μόνο – γιατί δεν έχω άλλη. Οι προύχοντες όμως του Μεσολογγίου (Παλαμάδες, Τρικούπηδες, Ραζη-Κότσικες, Καψάληδες, Βάλβηδες) δεν καλύπτονται εντελώς από τη λέξη αυτή, γιατί ήταν κυρίως άνθρωποι υψηλής μόρφωσης, σπουδασμένοι στην Ευρώπη. Γιατί το Μεσολόγγι, πρώτο ιστορικό λιμάνι της Ελλάδας, με ναυπηγεία και μεγάλο εμπορικό στό­λο το 18ο αιώνα, είχε μεγάλες εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της Δύσης και οι εύπορες οικογένειες έστελναν εκεί για σπουδές τα παιδιά τους.

Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις μικρές χα­μηλές νησίδες μέσα στη λιμνοθάλασσα, έτσι που οι δρόμοι της ήταν συχνά πνιγμένοι στο νερό. Τα σπίτια των πλούσιων οικογενειών, πολλά απ’ τα οποία σώζονται ως σήμερα, είχαν δύο ή τρεις ο­ρόφους (θεωρώντας για πρώτο το χαμηλό – όχι ό­μως υπόγειο – «κατώι»), χοντρούς τοίχους και μπαλκόνια ή τοξωτές «γαλαρίες», δηλαδή δωμά­τια κλεισμένα με τζάμια. Τα λιγότερο αρχοντικά σπίτια – σ’ αυτά ίσως πρέπει να εντάξουμε και το πανδοχείο της πόλης («Λοκάντα», όπως το έλεγαν, μια και το μεσολογγίτικο ιδίωμα είναι γεμάτο λέ­ξεις ιταλικές) – ήταν κι αυτά πέτρινα, ασοβάτιστα, και τα πιο φτωχικά με αρμούς από λάσπη. Αυτό ε­ξηγεί και την ευκολία με την οποία, όταν τα πράγ­ματα δυσκόλεψαν, οι Μεσολογγίτες γκρέμιζαν ολόκληρα δωμάτια απ’ τα σπίτια τους και πήγαιναν τις πέτρες στα τείχη, να κλείσουν τις ρωγμές που ά­νοιγαν εκεί τα εχθρικά κανόνια. Οι πιο πολλοί ψα­ράδες, τέλος, έμεναν στις χαρακτηριστικές λιμναί­ες κατοικίες (πελάδες), δηλαδή σπιτάκια ξύλινα με στέγες από ψαθί και καλάμι, στηριγμένες πάνω σε πασσάλους, στην άκρη – ή και στη μέση – της θά­λασσας.

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Καίτοι ο πόλεμος – ή η αναταραχή της προετοι­μασίας του – κράτησε τέσσερα χρόνια, η πόλη δεν αποδιοργανώθηκε. Η Διοικούσα Επιτροπή φρόντιζε γι’ αυτό όσο μπορούσε, αλλά και ο πληθυσμός κρατούσε όσο ή­ταν δυνατόν το ρυθμό της ζωής του. Η περίφημη Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει το 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς και που είχε μορφώσει πλήθος επιφανών Ελλήνων, ανέστειλε βέβαια τη λειτουργία της το 1821, υπήρχαν όμως στην πόλη ακόμη δύο Σχολές: μια Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας (μέθοδος που ήταν της μόδας τότε στην Ευρώ­πη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου την είχαν σπου­δάσει Μεσολογγίτες δάσκαλοι) και μια «Γραμματι­κή» Σχολή, όπου διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά και τα ιταλικά. Στα σχολεία αυτά φοιτούσαν όχι μό­νο τα παιδιά και οι νέοι του Μεσολογγίου, αλλά δί­νονταν ξεχωριστά μαθήματα και στα παιδιά των προσφύγων, που δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο γνώσε­ων με τους μαθητές της πόλης γιατί δεν υπήρχαν σχολεία στα μέρη τους.

Απόδειξη του μορφωτικού επιπέδου του Μεσο­λογγίου είναι και το γεγονός πως στις 10 Αυγούστου του 1821 (2 μήνες δηλαδή από τότε που κηρύ­χτηκε στο Μεσολόγγι η Επανάσταση) κυκλοφόρη­σε εκεί – χειρόγραφη – εφημερίδα (με τον τίτλο «Αιτωλική») και στα 1823-24, με τυπογραφικά μηχανή­ματα που ήρθαν από τη Γαλλία και την Αγγλία, η τρίγλωσση εφημερίδα «Telegrapho Greco» και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μάγερ, που κυκλοφόρη­σαν μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του κατά την Έξοδο και με τα οποία συνεργαζόταν και μια γυναίκα, η ποιήτρια Αγγελική Πάλλη.

Άλλη λεπτομέρεια που δείχνει την ευνομία και την τάξη που επικρατούσαν στην πόλη – μέσα σε τόσο ταραγμένες μέρες – είναι και η λειτουργία σ’ αυτή δύο δικαστηρίων: του πρώτου Δικαστηρίου Αιτωλίας – με Μεσολογγίτες «κριτές» (δικαστές) – που ιδρύθηκε το 1823 και του Δικαστηρίου των Εκκλήτων (Εφετείο), που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1824. Παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός ντό­πιων αγωνιστών και πολιτών ίδρυσαν την Αδελ­φότητα των Φιλοδικαίων για να μεριμνά για τη δί­καιη διαχείριση των τροφίμων και των χρημάτων που στέλνονταν – τον πρώτο καιρό – ως βοήθεια.

Η καθημερινή ζωή και ο πόλεμος ήταν σφιχτά κι αξεδιάλυτα πλεγμένα μεταξύ τους. Και πώς μπορούσε να γί­νει διαφορετικά, αφού οι οικογενειάρχες που πολεμούσαν στα τείχη έπρεπε να τρέχουν, μόλις έβρισκαν μια α­νάπαυλα, μια ευκαιρία, να φροντίζουν για τα σπί­τια τους – ή και να κοιμηθούν στα κλεφτά -, οι γυ­ναίκες που μαγείρευαν – το λίγο στην αρχή και υ­ποτυπώδες στο τέλος – φαγητό τους να πηγαίνουν στα τείχη φυσέκια, που οι ίδιες τύλιγαν, επιδέ­σμους για τους τραυματίες, απ’ τα σεντόνια τους που έσκιζαν, πέτρες απ’ τα σπίτια τους που οι ίδιες γκρέμιζαν, για να επιδιορθωθούν τα τείχη, ξύλα για ν’ ανάβουν φωτιές να ζεσταίνονται οι πολεμι­στές, ή και να αλλάξουν καμιά φορά για λίγο βάρ­διες μ’ αυτούς. Οι πολίτες ήταν πολεμιστές και οι πολεμιστές πολίτες.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Όλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους, δεν υπήρχαν στρατώνες και οι στρατηγοί είχαν διαλέξει για ντά­πια τους αυτή που ήταν πιο κοντά στα σπίτια τους. Και οι μη ντόπιοι πολεμιστές (όπως π.χ. οι Σου­λιώτες) στρατωνίζονταν κι αυτοί στα σπίτια της πό­λης. (Και είναι μια εξαίσια λεπτομέρεια από την περίφημη μάχη της Κλείσοβας, του θαλάσσιου ο­χυρού του Μεσολογγίου, πως ο νικητής Κίτσος Τζαβέλας, αφού κράτησε ώρες τους Τούρκους μα­κριά κι έβαψε γύρω κατακόκκινα τα νερά απ’ το αίμα τους, γύρισε μετά μες στην πόλη και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του).

Ο στίχος του Σολωμού «δεν τους βαραίνει ο πόλεμος αλλ’ έγινε πνοή τους» φαίνεται να συνοψίζει – με μοναδικό, βέβαια, ποιητικό τρόπο – την τό­τε πραγματικότητα. Γιατί ο πόλεμος κράτησε – με διακοπές – σχεδόν τέσσερα χρόνια, κι όλοι μες στην πόλη είχαν συνηθίσει πια την αντάρα του.

Γεννιούνταν, αγαπιούνταν ή πέθαιναν μέσα σ’ αυτή. Τόσο πολύ την είχαν συνηθίσει που, όπως α­ναφέρει ο Κασομούλης, όταν καμιά φορά, με την πολλή ζέστη τα μεσημέρια, σταματούσε για λίγο το «κανόνισμα», έπιανε τον κόσμο μια αθυμία, σαν κάτι να τους έλειπε.

Ο πόλεμος δεν τους ήταν «εμπόδισμα» σχε­δόν σε τίποτε. Πήγαιναν στις εκκλησίες, έκαναν τις γιορτές τους, έβαζαν οι κοπέ­λες το καλό τους φόρεμα, «τον σέρσηγκα», τις Κυριακές, οι νέοι παντρεύονταν. Στο γάμο του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την Ευπραξία Ραζη – Κότσικα, που έγινε στις 7 Ιανουα­ρίου, δηλαδή τρεις μήνες πριν από την Έξοδο, γλένταγαν ως το πρωί κι έριχναν μπαταρίες, τόσο, που οι Τούρκοι έξω απ’ τα τείχη ρώτησαν τι συμβαίνει. Κι όταν οι φρουροί απ’ τις ντάπιες τούς είπαν τι συ­νέβαινε, ευχήθηκαν κι εκείνοι: «Αντε, ωρέ, να ζήσουνε και καλή προκοπή», τους είπανε. Ανάμεσα στα παράξενα – και τα μαγικά – που συνέβαιναν μέσα στην πολιορκημένη πόλη, θα ‘πρεπε να σταθούμε ιδιαίτερα σε μερικά.

Το πρώτο ήταν ο ρόλος που κλήθηκαν – ή ανα­γκάστηκαν, ή θέλησαν – να παίξουν οι γυναίκες. Ρόλος πρωταγωνιστικός και που δεν τον έπαιξαν μόνο γυναίκες μεμονωμένες ή ξεχωριστές -όπως αλλού ας πούμε η Μαντώ Μαυρογένους ή η Μπουμπουλίνα αλλά όλες, ανεξαρτήτως κοινω­νικής, οικονομικής τάξης ή μόρφωσης.

Πρώτα πρώτα, πριν ακόμη κλείσει ο κλοιός από τη θάλασσα, πήγαν πολλές μαζί σαν «πρεσβευτές» της πόλης στα Επτάνησα να ζητήσουν απ’ τον κό­σμο εκεί «χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους», όπως λέει και η πολύτιμη μαρτυρία του Σολωμού – πρωτοβουλία παράτολμη, αν σκεφτεί κανείς τα τό­τε ήθη και τη θέση της γυναίκας.

Άλλος ρόλος – πρωτότυπος – που ανέλαβαν οι γυ­ναίκες ήταν να σχηματίζουν μια ζωντανή αλυσίδα από την πόλη ως τα τείχη της, όχι μόνο για να με­ταφέρουν εκεί από φαγητά μέχρι πέτρες, αλλά και για να παίρνουν από κει χώμα. Όταν δηλαδή οι πο­λιορκητές ύψωναν έξω απ’ τα τείχη μεγάλα προ­χώματα για να μπορούν να χτυπάνε μέσα στην πό­λη, αυτές όλη τη νύχτα, μέσα από λαγούμια που έσκαβαν, έπαιρναν και μετέφεραν, δίνοντας η μία στην άλλη, χέρι με χέρι, το χώμα μέσα, κι έτσι τα περίφημα «υψώματα» όλο και χαμήλωναν.

Κι όταν ο κλοιός έσφιξε πιο πολύ κι εξάντλησαν όλες τις αρμυρήθρες της θάλασσας, όλα τα σιχασμένα ζώα της γης για να θρέψουν τα παιδιά τους, κι αφού ακόμη κάποιες έψησαν (υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό) μέλη των νεκρών παιδιών για να θρέψουν τ’ άλλα, προχώρησαν, «σαν έτοιμες από καιρό», ως το φοβερό τέλος. Άλλες βγήκαν με τη φρουρά, ντυμένες σαν άντρες και με τα κοιμισμένα μ’ αφιόνι μωρά τους στην αγκαλιά, άλλες αυτοκτόνησαν πέφτοντας πάνω στα εχθρικά σπαθιά ή κό­βοντας με τα δόντια τη γλώσσα τους, άλλες σκότω­ναν τα παιδιά τους και μετά σκοτώνονταν κι άλλες τέλος ανατινάζονταν μαζί με τον Καψάλη ή τον ε­πίσκοπο Ιωσήφ στις πυριτιδαποθήκες. Δεκάδες ονόματα, που έμειναν όχι μόνο στα χαρ­τιά, αλλά και στη συλλογική μνήμη: Αλεφαντώ, Γυφτογιάνναινα, Πιτούλαινα, Σάνα, Διαμάνταινα, Τσιμπερλένιαινα, Αλτάνη Μάγερ, Ειρήνη Στασινόπουλου.

Οι ίδιες που λίγους μήνες πριν έκλεβαν τη νύ­χτα χώμα ή γέλαγαν με τα παθήματα των Τούρκων και των Ευρωπαίων εκπαιδευτών τους. Γιατί, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές – κι αυτό είναι το δεύτερο περίεργο -, το χιούμορ δεν έλειψε ποτέ απ’ το Μεσολόγγι. Όταν, στις εφόδους που έκαναν έξω απ’ τα τείχη, διέλυαν το τουρκικό στρατόπεδο και κυνηγούσαν α­πό πίσω τους Τούρκους, αυτοί φώναζαν «αμάν καπιτάν», ενώ οι Γάλλοι εκπαιδευτές τους (σαν τους ήρωες του Τσάρλι Τσάπλιν που τρώνε κλοτσιά στα οπίσθια) φώναζαν «παρντόν», «παρντόν»! Οι πο­λιορκημένοι, λοιπόν, όταν έπιαναν κανέναν απ’ τους εκπαιδευτές – που εύλογα αντιπαθούσαν – τον έσερναν κάτω και του έλεγαν γελώντας: «παρντόν, παρντόν». Κι όταν τους έβλεπαν έξω απ’ τα τείχη να κάνουν ασκήσεις στους Τούρκους σε παράταξη, μπροστά – πίσω – πράγματα που οι πολιορκημένοι δεν είχαν δει ποτέ- τους φώναζαν: «Πού πάτε ωρέ προς τα κει; Από δω είναι το Μεσολόγγι».

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Κάθε πρωί ανέβαινε στα τείχη ένας πυροβολη­τής ονόματι – ή μάλλον με το παρατσούκλι – Γουρνάρας και φώναζε: «Αλέστα! του Κιουταχή τα γέ­νια χέστα!». Αυτό σύγχυζε πολύ τον Κιουταχή. «Δεν βρίσκεται κανένας να τον κάνει να σωπάσει;» έλεγε. Ένας Μεσολογγίτης πάλι απ’ το σώμα του Μακρή έκανε μονομαχία με βρισιές μ’ έναν Τούρ­κο απέναντι, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και ήξερε καλά τα ελληνικά, και τον νίκησε, γιατί βρήκε πολύ περισσότερα σημεία «να επιτεθεί» (τους βεζίρηδες, τους μπιμπασιάδες τους, τους λουλέδες τους, τις καπνοσακούλες τους).

Μια Μεσολογγίτισσα, όταν ένα εχθρικό βόλι πα­ρά λίγο να τη σκοτώσει τρυπώντας τελικά μόνο τη βαρέλα με το νερό που κουβαλούσε, γύρισε ατάρα­χη προς αυτό και είπε: «Μπα κακό χρόνο να ‘χεις κι εσύ κι αυτός που σ’ έριξε· κιο δεν έχω άλλη βαρέλα»· ενώ ένας άντρας που έσκασε μια βόμβα έξω απ’ το σπίτι του όπου έ­φτιαχνε με το γουδί «αλιάδα» (σκορδαλιά), γύρισε κι αυτός – απαθής – και την έβρισε: «Πουτάνα!», της είπε και συνέχισε να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα που έπεσε μια βόμβα μες στην αγορά και δεν έσκασε με την πρώτη, ένας σκύλος που ή­ταν εκεί κοντά την πήρε για παιχνίδι κι άρχισε να την κυλάει. Όσοι ήταν λοιπόν γύρω στέκονταν και γελούσαν· προπαντός τα παιδιά.

Αυτή η σκηνή συνοψίζει, θα ‘λεγε κανείς, το τρίτο «περίεργο»: τη θέση των παιδιών στο Μεσολόγγι. Τα πιο μικρά, αφού είχαν γεννηθεί μες στον πόλεμο, τον είχαν πά­ρει για μέρος της καθημερινής ζωής, και δεν καταλάβαιναν το φόβο του, ενώ τα μεγαλύτερα είχαν εξοικειωθεί μ’ αυτόν. Τα πρώτα έπαιζαν τον πόλεμο, τα δεύτερα συμμετείχαν σ’ αυτόν.

Πρώτα πρώτα συμμετείχαν στον πετροπόλεμο που έκαναν συχνά οι αγωνιστές, για ν’ απομακρύνουν τους πολιορκητές απ’ τα περιχαρακώματα, και δεύτερον έπαιρναν πολλές φορές μέρος και σε μάχες κανονικές. Άλλο έπιανε τη θέση του πατέρα του, αν αυτός πληγωνόταν, άλλο ορμούσε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Έχουμε πολλά ονόματα παιδιών, που σαν τον Γαβριά του Ουγκό γύριζαν απ’ τις μά­χες με λάφυρα (όπλα σκοτωμένων, ακόμη και… ά­λογα), ενώ ο δεκαεξάχρονος Νταής Βορίλας έσω­σε την Κλείσοβα, περνώντας μέσα από τον εχθρικό στόλο του Ιμπραήμ, για να ειδοποιήσει τον Κίτσο Τζαβέλα.

Όμως το «παιχνίδι» του πολέμου είχε και τη φοβερή όψη του. Ο δεκαπεντάχρονος Αντώνης Μπάκας, για παράδειγμα, ο οποίος στην πρώτη του εξόρμηση είχε φέρει πίσω τα τουφέκια δύο Χαλτούπηδων, στη δεύτερη πληγώθηκε και, λίγες μέ­ρες μετά, πέθανε. Κι αν το παιχνίδι του Αντώνη Μπάκα ήταν μοιραίο για κείνον, αυτό του μικρού Σπύρου Παπαλουκά απέβη δυστυχώς μοιραίο για το Μεσολόγγι. Στο Βασιλάδι δηλαδή, που ήταν το ισχυρότερο προπύργιο του Μεσολογγίου απ’ τη με­ριά της θάλασσας, ενώ η τελευταία μάχη έκλινε υ­πέρ των πολιορκημένων, ο δεκάχρονος γιος του στρατηγού Αναστασίου Παπαλουκά, μέσα στο ζή­λο του να βοηθήσει, έριξε κατά λάθος ένα κομμάτι αναμμένο δαδί στα βαρέλια με το μπαρούτι κι ανα­τινάχτηκε όλο το οχυρό, μαζί με τις τελευταίες ελπίδες της πόλης.

Έτσι, ακροβατώντας ανάμεσα στο παιχνίδι και στο θάνατο, έφυγαν τα παιδιά του Μεσολογγίου. Τα μεγαλύτερα. Τα πιο μικρά, αυτά δηλαδή που δεν είχαν γνω­ρίσει την ειρήνη, πρέπει να ‘φυγαν μισοδιασκεδάζοντας αλλά και μισοαπορώντας για το – ακατα­νόητο γι’ αυτά – παιχνίδι που παιζόταν γύρω τους, όπου οι μανάδες τους ξαφνικά μασκαρεύονταν με ρούχα αντρικά κι έκαιγαν τα κρεβάτια τους, όπου όλοι έσκυβαν και φιλούσαν τα κατώφλια απ’ τα σπίτια τους, όπου τους έδιναν κάτι να πιουν και ζα­λίζονταν και, «σαν σε όνειρο του ονείρου», θαμπόβλεπαν, άλλα έναν γέρο, άλλα έναν παπά να βάζει φωτιά σε κάτι βαρέλια και να τινάζονται όλοι μαζί στον αέρα.

 

Βιβλιογραφία


  1. Σπυρομήλιος, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  2. Αύγουστος Φαμπρ, «Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου» (μετάφραση απ’ τα γαλλικά Ακακίας Κορδόση – η πρώτη χωρίς λογοκρισία), εκδ. «Πολύπλευρο», Μεσολόγγι 1983.
  3. Νικόλαος Δ. Μακρής, «Ιστορία του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  4. Κ.Α. Στασινόπουλος, «Το Μεσολόγγι», τόμος Α, Αθήνα 1926.
  5. Στέφανος Τσίντζος, «Το Μεσολόγγι, κοιτίς της Ελευθερίας», Αθήνα 1936.
  6. Κ. Σ. Κώνστας, «Άπαντα», Α’ τόμος, Αθήνα 1991.
  7. Κωνσταντίνος Π. Πετρόπουλος: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου», Αθήνα 1971.
  8. Σπύρος Κανίνιας, «Η Δικαιοσύνη στο Μεσολόγγι 1821-1826», Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1985.
  9. Εκδόσεις Εθνικής Τράπεζας, «Μεσολόγγι», Αθήνα 1976.

Ακακία Κορδόση

Συγγραφέας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός – Παναγιώτης Γ. Κρητικός, «Ο Ερανιστής», έτος Γ’, τεύχος 15/16, Αθήνα, 1965.


 

Εις προηγουμένην μας μελέτην περί Φιλικής Εταιρείας και τεκτονισμού εγράφομεν ότι, καίτοι η τεκτονική παράδοσις, μεταβιβαζομένη προφορικώς και διά της παλαιοτέρας και νεωτέρας τεκτονικής βιβλιογραφίας, μας φέρει τους ιδρυτάς της Φιλικής Εταιρείας, και τα πλείστα των μελών της Αρχής και των Αποστόλων της ως τέκτονας, την δε όλην οργάνωσίν της, στηριζομένην επί τεκτονικών βάσεων, δεν κατέστη δυνατή μέχρι σήμερον, παρά τας υπαρχούσας σαφείς ενδείξεις, ή υπό της συγχρόνου ιστορικής επιστήμης απαιτουμένη τεκμηρίωσις διά πολλούς εξ αυτών. Αυτό τούτο συμβαίνει και με πολλούς εκ των δρασάντων ιεραρχών, οπλαρχηγών, πλοιάρχων, χορηγών, αγωνιστών και άλλων, δι’ ούς διατηρείται ωσαύτως αντίστοιχος τεκτονική παράδοσις.

Πολλοί σύγχρονοι, τέκτονες και μη, ιστορικοί πιστεύουν ότι στενή υφίσταται σχέσις μεταξύ της Φ. Ε. και του τεκτονισμού, αλλ’ αι περί αυτής γνώσεις μας δεν είναι πλήρεις διότι δεν ηρευνήθη ως έδει, από πλευράς τεκτονικής, το όλον θέμα. Ο τεκτονισμός είχεν ήδη επεκταθή εις τον Ελληνικόν και γενικώς τον Βαλκανικόν χώρον και εις την περι­οχήν της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι της Συρίας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.

 

Υπογραφές του Ι. Καποδίστρια

 

Η έρευνα της σχέσεως του τεκτονισμού μετά της Φ. Ε. θα συνετέλει εις την εκκαθάρισιν της ιστορίας της Εταιρείας ταύτης και του Αγώνος του 1821, θα εξετιμάτο δε επακριβώς έν προκειμένη και η τεκτονική εισφορά. Η έρευνα αυτή θα ήτο ευχερής εάν εφίσταντο τα αρχεία των ελληνικών τουλάχιστον τεκτονικών στοών, ότε θα ήτο δυνατή, τόσον από της πλευράς της τεκτονικής ιδιότητος των φιλικών και των αγωνιστών, όσον και από της καθαυτό ομαδικής έν προκειμένω δράσεως των στοών τούτων. Δυστυχώς, αφ’ ενός αί συνεχώς πλήττουσαι την περιοχήν μας πολεμικαί επιχειρήσεις, έκτοτε και μέχρι σήμερον, προκαλέσασαι την καταστροφήν των τεκτονικών αρχείων και αφ’ ετέρου το απόρρητον τούτων, όπερ δεν επέτρεψεν ίσως εις παλαιοτέρους ερευνητάς την προς την ανωτέρω κατεύθυνσιν διερεύνησίν των, συνετέλεσαν ώστε το έργον της αμέσου εκ των αρχείων των στοών μελέτης του θέματος, εν τω συνόλω του, να καθίσταται δυσχερέστερον.

Ακτίνες φωτός διαχέονται από καιρού εις καιρόν εκ τινων στοιχείων προερχομένων εκ των παλαιοτέρων τεκτονικών στοών, του «Φοίνικος» της Κερκύρας· και του «Αστέρος της Ανατολής» της Ζακύνθου, ως και εκ μεμονωμένων τεκτονικών διπλωμάτων ή στοιχείων, προερχομένων εξ επισήμων ή ιδιωτικών αρχείων.

Ήδη ηρχίσαμεν ερευνώντες και προς την κατεύθυνσιν των Μεγάλων Ανατολών ή Στοών, εις ας υπήγοντο αι κατά την περίοδον του Αγώνος ελληνικαί τεκτονικαί στοαί, σημαντικαί δε ελπίδες ήρξαντο προκύπτουσαι όσον αφορά εις την ανεύρεσιν πολυτίμων στοιχείων, περί το υπό έρευναν θέμα. Aι δημοσιεύσεις άλλωστε των Ρωσσικών, Ρουμανικών, Αυστριακών (παλαιότερον) και Γερμανικών αρχείων και καταλόγων μελών των διαφόρων τεκτονικών στοών, καταλλήλως προς τον σκοπόν τούτον αξιοποιούμεναι, πολύτιμα θα ηδύναντο να μας παράσχουν στοιχεία προς τούτο.

Μεταξύ των δρασάντων κατά την περίοδον ταύτην προσώπων, ων η τεκτονική ιδιώτης ημφισβητείτο μέχρι σήμερον είναι και ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του Παναγιώτη Γ. Κρητικού πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: O Ιωάννης Καποδίστριας Τέκτων κανονικός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή | Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »