Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Χαλέτ Εφέντης


Ο Χαλέτ Εφέντης καταγόταν από λαϊκή και άσημη οικογένεια. Γνώρισε ωστόσο μεγάλη δόξα, αφού διακρίθηκε ως πανέξυπνος, ρέκτης*, πανούργος, καιροσκόπος και επιτήδειος. Αρχικά έγινε γραμματέας του αρχικρεοπώλη της Κωνσταντινούπολης. Υπό την προστασία του αρχικουρέα και ευνοούμενου του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, διορίσθηκε το 1806 ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας στη Γαλλία, αλλά κατάφερε να αποκτήσει και άλλες επιφανείς θέσεις, υπηρετώντας το Σουλτάνο.

 
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Επί Μαχμούτ Β’, κυρίως από το 1815, σε ηλικία μόλις 40 ετών, ανήλθε δε στα πιο υψηλά αξιώματα της αυτοκρατορίας, απέκτησε  την τυφλή εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, έγινε μυστικός σύμβουλός του και σφραγιδοφύλακας του κράτους (Νισσαντζής) με υπέρτατη εξουσία, ή πιο σωστά παντοδυναμία, κυβέρνησε την Τουρκία για επτά συνεχή έτη, ως απόλυτος δεσπότης.

Υπήρξε ευεργέτης του ιερού μας αγώνα, αν και ήταν φανατικός μισέλληνας, και αυτό γιατί κατά το 1820 μόνο αυτός στο Διβάνιο ψήφισε τον πόλεμο κατά του Αλή πασά** των Ιωαννίνων, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα έβλαψε τις πολεμικές δυνάμεις της Τουρκίας και απομάκρυνε από την Πελοπόννησο τον φοβερό και πολύ επικίνδυνο σατράπη Χουρσίτ πασά, τον οποίο αντικατέστησε με τον υποδεέστερό του Δράμαλη και τον κατέστρεψε.

Το 1822 όμως οι παλιοί εχθροί του, οι Γενίτσαροι, εξεγέρθηκαν με λύσσα κατά αυτού κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που είχε σε αυτόν ο Σουλτάνος. Ο Χαλέτ εφέντης εξορίστηκε στην Προύσσα και στο Ικόνιο, καταδικάστηκε δε σε θάνατο. Ένας θηριώδης γενίτσαρος εκτέλεσε την εντολή και στις 22 Νοεμβρίου 1822 το κεφάλι του φοβερού μεγιστάνα της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην πύλη του Σουλτανικού Σεραγίου της Κωνσταντινούπολης.

  

Υποσημειώσεις


 

* ρέκτης : δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος

 ** […] Η εμπιστοσύνη και η εύνοιά του Μαχμούτ προς τον Χαλέτ εφέντη, τον έχοντα τον τίχλον του Δοβλέτ- Ναζιρή, πρώτου συμβούλου δηλαδή του σουλτάνου, και ο οποίος πράγματι είχε καταστή ισχυρότερος από τον μέγαν βεζύρην, έγινεν απεριόριστος, όταν κατά τό μυστικοσυμβούλιον, τό γενόμενον εις τα ανάκτορα δια την στάσιν της Πύλης απέναντι του Αλή πασσά, μόνο ο Χαλέτ συνέστησε τον πόλεμον εναντίον του αντάρτου, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν συνδιαλλαγής.

Με την γνώμην αυτήν είχεν συνταχθή τότε και ο ηγεμών της Μολδαυίας Σούτσος, ο κληθείς να μετάσχη του συμβουλίου και δια τας σχέσεις του με τον Χαλέτ και δια την εκτίμησιν που έτρεφε προς τον ορθολογισμόν του σουλτάνου. Η γνώμη αυτή ήτο θαρραλέα και συνέπιπτε με την θέληση του Μαχμούτ. Αλλά κανείς Τούρκος από τους μετασχόντας του συμβουλίου δεν ετόλμησε να δώση αυτήν την συμβουλήν. Διότι όλοι εφοβούντο τον Αλή. Ο αντάρτης της Ηπείρου ασκούσε την επιρροήν του εντός αυτής της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι γενίτσαροι, αλβανικής καταγωγής κατά τήν εποχήν εκείνην οι περισσότεροι, ήσαν όλοι υπέρ του Αλή και δεν ήθελαν την εξόντωσίν του. Και ήσαν μεν τότε οι γενίτσαροι παραγκωνισμένοι και ήτο φανερόν ότι ευρίσκοντο υπό δυσμένειαν, αλλ’ η δύναμίς των ήτο αναμφισβήτητος ακόμη. Ήρκεσεν εν τούτοις η υπό των γενιτσάρων ζωηρότατα επιδειχθείδα φιλική διάθεσης προς τον Αλή δια να δοθεί περισσότερα αξία εις την γνώμην του Χαλέτ. Και η εκστρατεία κατά του Αλή απεφασίσθη.

Οι γενίτσαροι τότε εφρύαξαν. Έβλεπαν εις την καταστροφήν του Αλή τον πρόλογον του ιδίου των αφανισμού. Και απειθάρχητοι όπως ήσαν και συνηθισμένοι να επικρίνουν τας αποφάσεις της Πύλης, χωρίς νά καταδιώκωνται, εξεδήλωσαν την δυσαρέσκειάν των. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να διαβιβάσουν εις τον σουλτάνον την γνώμην των, η όποια διετυπώθη ως εξής : « Αντί του πολέμου , τον οποίον επιχειρεί ο σουλτάνος εναντίον ενός ικανού και χρησίμου βεζύρη, του Αλή πασσά, ώφειλε να θανατώση τον Χαλέτ και να δαπανήση τα χρήματα του δια να παρασκευαστή δια τον πόλεμον που του ετοιμάζουν οι Ρώσσοι. »

(Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τομ. Α. σελ. 363-365).

  

 Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Κιαμίλ Μπέης Κορίνθου


 

Ο Κιαμίλη Μπέης ήταν επιφανέστατος Τούρκος της Πελοποννήσου και διάσημος για την καταγωγή του, την υψηλή περιωπή του, τα αμύθητα πλούτη και τα έξοχα προτερήματά του. Η οικογένειά του κυριάρχησε στην Κόρινθο από το 1717, για εκατό και πλέον χρόνια.

Χαλίλ μπέης λεγόταν ο γενάρχης της, ο οποίος και αναφέρεται ως πλουσιότατος δυνάστης της Κορίνθου κατά το 1778. Γιος και διάδοχός του ήταν ο Νουρή μπέης, ο οποίος πέθανε το 1815, αφήνοντας τον γιο του Κιαμίλ μπέη να τον διαδεχθεί στη δυναστεία της Κορίνθου. Υπήρξε ο τελευταίος Τούρκος διοικητής και δυνάστης της Κορίνθου.

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1784. Είχε σπάνια σωματικά και ψυχικά προτερήματα και είχε τη φήμη του πολύ όμορφου άνδρα, ήταν ευφυέστατος, δίκαιος, φιλάνθρωπος και άριστος σε όλα. Είχε όμορφη, όσο και αυτός, σύζυγο, μητέρα, αδελφή και τρεις γιους, εκτός των υπαλλήλων και των ακολούθων του και ζούσε σε μυθική αφθονία και χλιδή.

Ως δυνάστης της Κορίνθου, ο Κιαμίλ μπέης υπήρξε διαπρεπέστατος, κατάφερε να προάγει και να δοξάσει τη χώρα, την οποία κυβέρνησε ως πατέρας, την οικογένειά του και όλους τους προγόνους του και αύξησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλούτη και τη δύναμή του. Τον χαρακτήριζαν μάλιστα ως τον καλύτερο όλων των Τούρκων της Πελοποννήσου.

Δυνάστης της Κορίνθου και της Σικυώνας και μεγάλος φεουδάρχης της γης της Μεγαρίδος, πλούτιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη φορολογία των χωρών αυτών και των εσόδων της τεράστιας περιουσίας του, η οποία βρισκόταν σε αυτές και μέχρι τη Λιβαδειά, έως και τη Στυμφαλία, τη Νεμέα, την Αργολίδα και την Αρκαδία.

Απολάμβανε δε την εκτίμηση του σουλτάνου, ο οποίος του είχε παραχωρήσει το προνόμιο να κατοικεί όπου επιθυμούσε απεριόριστα. Γι’ αυτό τον λόγο κατείχε σε πολλές πόλεις μεγαλόπρεπα κτίρια, που έφθαναν σε αριθμό τα σαράντα, όπως λέγεται. Αλλά το πιο λαμπρό από όλα, αριστούργημα καλαισθησίας και ανατολίτικης τέχνης βρισκόταν στην Κόρινθο, την έδρα της διοίκησής του, στην παλαιά Ακροκόρινθο και περιβαλλόταν από το μαγευτικό τοπίο των Νερών της Αφροδίτης και από θαυμαστά άνθη και κήπους.

Τον αποκαλούσαν «Ενδοξομεγαλοπρεπέστατο Κιαμήλ μπέη, εφέντη, Νουρή εφέντη μπέη, ζαδέ*, βοεβόντα και ζαπίτη** της Κορίνθου, σαλαχώρα της κραταιάς βασιλείας***  και Αγιάννη του Μωριά».****

Ο τρισευτυχισμένος μπέης έζησε ευτυχισμένα χρόνια μέχρι την άλωση της Τρίπολης, στην οποία βρισκόταν και αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες. Η αιχμαλωσία του ήταν πολύτιμη για τον αγώνα λόγο της μεγάλης διασημότητάς του και του απέραντου πλούτου του. Έτσι ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για την φύλαξή του  με υπεύθυνο το στρατηγό Π. Γιατράκο ο οποίος τον κράτησε επί πέντε μήνες παρέχοντάς του κάθε δυνατή περιποίηση στην Τρίπολη, το Άργος, τη Νεμέα και στα Εξαμίλια της Κορίνθου, όπου τον μετέφεραν, έως της 19 Φεβρουαρίου 1822, που τον παρέδωσε στην Διοίκηση η οποία τον φυλάκισε στην Ακροκόρινθο.       

Από τότε πολλά υπέστη πολλά δεινοπαθήματα μέχρι την 7η Ιουλίου 1822, οπότε και έχασε τα πάντα και τη ζωή του.***** 

 

Υποσημειώσεις


* Υιός.

** Διοικητής και Δυνάστης.

*** Σαλαχώρας ή μαλλον σιλαχσόρ, επίτιμος υπερασπιστής και σωματοφύλακς του Σουλτάνου.

**** Πρόεδρος και επόπτης των προεστών της Πελοποννήσου.

*****  Ο ανάξιος φρούραρχος Ιάκωβος Θεοδωρίδης, παρά το ηχηρό προσωνύμιο που έφερε ως «Αχιλλέας», σαν είδε τη σκόνη που σήκωσαν τα λεφούσια του Τουρκικού στρατεύματος, δείλιασε, μάζεψε τους 150 άνδρες που είχε στις διαταγές του κι έφυγε από την Τενεατική πύλη (της Δραγονέρας).

Προηγούμενα όμως σε συμφωνία μαζί του, ο άλλοτε υπηρέτης του Κιαμήλ, Δημήτρης Μπενάκης, ο υποφρούραρχος Διαμαντής Λάλακας και ο ηγούμενος της μονής Φανερωμένης, Παρθένιος Βλάχος, εκτελούν εν ψυχρώ τον Κιαμήλ- Μπέη στο δωμάτιο που τον κρατούσαν φυλακισμένο.

Την επομένη ο Δράμαλης ανεβαίνει με επισημότητα στο Ακροκόρινθο ως ελευθερωτής. Του επιφυλάσσουν θερμή υποδοχή η χήρα και η μητέρα του Καμήλ, ντυμένες με πολυτελέστατα πέπλα ανάμεσα σε πλούσια στολισμένες θεραπαινίδες και του αποκαλύπτουν ένα πηγάδι με κρυμμένα 40.000 πουγκιά γεμάτα χρυσά νομίσματα. Για να τιμήσει τη χήρα του Κιαμήλ- Μπέη, την πανέμορφη Γκιούλ- Χανούμ ο Δράμαλης, την παντρεύτηκε πάνω στον Ακροκόρινθο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

 

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας – Ludwig I of Bavaria (1786-1868)


 

Φιλέλληνας, λάτρης της κλασσικής τέχνης, ο ηγεμόνας της Βαυαρίας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη.

 

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ο Κάρολος Αύγουστος Λουδοβίκος Α’, γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1786 στο Στρασβούργο, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του στο Μάνχαϊμ και Σβίτουγγεν εκπαιδευόμενος από τη μητέρα του Γουλιελμίνη της Εσσης – Ντάρμσταντ (Augusta Wilhelmine of Hesse-Darmstadt). Μετά το θάνατο του εκλέκτορα Καρόλου Θεοδώρου (Karl Theodor) της Βαυαρίας στις 16 Φεβρουαρίου 1799, μένοντας το στέμμα χωρίς κληρονόμο, η Βαυαρία περιήλθε στον πατέρα του Λουδοβίκου, δούκα Μαξιμιλιανό Ιωσήφ του Zweibrücken (Maximilian Joseph of Zweibrücken). Ο πατέρας του πήρε  τον τίτλο του βασιλιά της Βαυαρίας την 1η Ιανουαρίου 1806.

Ο Λουδοβίκος κάτοχος πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, γνώστης των Αρχαίων Ελληνικών, έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στη σπουδή της ιστορίας και το 1803 άρχισε τις  πανεπιστημιακές του σπουδές  στο Landshut, και στο Göttingen. Υπήρξε φανατικός συλλέκτης ελληνιστής και φίλος των τεχνών.  Τον Οκτώβριο του 1810, παντρεύτηκε την Θηρεσία της Σαξωνιας- Hildburghausen (1792-1854), κόρη του δούκα Φρειδερίκου της Σαξωνίας- Hildburghausen. Ο Λουδοβίκος απέρριψε έντονα τη συμμαχία του πατέρα του με τον Ναπολέοντα της Γαλλίας. Ανέβηκε στο θρόνο το 1825.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Σπουδαίος φιλέλληνας , υποστήριξε με πάθος την ελληνική επανάσταση του 1821 ενώ ο δευτερότοκος γιος του Όθων έγινε βασιλιάς της Ελλάδος το 1832. Παραιτήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1848 υπέρ του γιου του, Μαξιμιλιανού, αλλά   και μετά την  παραίτησή του ο Λουδοβίκος παρέμεινε σημαντικός χορηγός των τεχνών.

 

Η Μαριλίζα Μητσού καθηγήτρια Νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου γράφει:

 

Σύμφωνα με τις κοινωνιολογικές μελέτες, στους φιλέλληνες της Γερμανίας υπερισχύουν αριθμητικά τα μέλη της ανώτερης αστικής τάξης – κυρίως κρατικοί υπάλληλοι – και οι ευαγγελικοί πάστορες, ενώ σημαντική μερίδα από τους εθελοντές ήταν άνεργοι ή ξεπερασμένοι αγρότες, που γύρευαν στον νότο μια καλύτερη μοίρα. Η γερμανική αριστοκρατία εκπροσωπείται από ένα και μοναδικό μέλος της: τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Οπαδός της κοραϊκής «μετακένωσης», μολονότι αγνοούσε τον Κοραή, ο ηγεμόνας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη – στην πατρίδα της ιστορίας και της τέχνης. Έγινε μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και χαιρέτισε την Ελληνική Επανάσταση – μόνος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες – με εθνεγερτήρια άσματα ανάλογα του Τσοπανάκου και του Μπουγιουκλή.

Στον αγώνα συνέβαλε καθοριστικά, στέλνοντας χρήματα, πολεμικούς συμβούλους και ασκώντας πολιτική επιρροή στις Μεγάλες Δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Ως την εκθρόνισή του, το 1848, ενίσχυσε με υποτροφίες Έλληνες φοιτητές και με δωρεές την ελληνική παροικία του Μονάχου, δίνοντας τόσο ελληνικό χρώμα σε αυτή την πόλη, ώστε να ονομαστεί «Αθήνα του Ιζαρ».

Λάτρης της αρχαιότητας, ο Λουδοβίκος, πριν ακόμη ανέβει στον βαυαρικό θρόνο, δημιούργησε με βασικό σύμβουλο τον Γ. Μ. φον Βάγκνερ μια αξιοπρόσεκτη συλλογή ελληνικών γλυπτών, που στεγάζεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το σημαντικότερο απόκτημα ήταν τα αετώματα του ναού της Αφαίας, που τα αγόρασε για λογαριασμό του από τους Τούρκους, το 1812, ο βαρόνος φον Χάλλερσταϊν, έναντι 70.000 φιορινιών (περ. ένα εκατομμύριο σημερινά ευρώ).

Όψιμοι στίχοι του βασιλιά, που είχε συναινέσει στα 1831 να γίνει ο γιος του πρώτος μονάρχης της απελευθερωμένης Ελλάδας, επιβεβαιώνουν μια δεκαπενταετία αργότερα την αμείωτη φιλελληνική του διάθεση. Η καρδιά μου χτυπούσε για τον λυτρωμό της Ελλάδας, σημειώνει, αδιάφορο αν θα γινόταν μοναρχική η δημοκρατική. Σε τελική ανάλυση, οι ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του ’21 υπήρξαν καθ’ όλα εφάμιλλες με τους άθλους της αρχαιότητας.

«Απ’ αρχής σχεδόν του αγώνος μας το όνομα του βασιλέως Λουδοβίκου ήτον όχι γνωστόν μόνον, αλλ’ ιερόν εις έκαστον αληθή Έλληνα» γράφει ο πρώην υπότροφος του βασιλιά Α. Ρ. Ραγκαβής, όταν μεταφράζει τα Ποιήματα περί Ελλάδος  του Λουδοβίκου (1833).

Πράγματι με το «ιερό» αυτό όνομα βαφτίστηκε το 1884 η κεντρική πλατεία Κοτζιά, εν συνεχεία Εθνικής Αντιστάσεως. Σήμερα η πλατεία Λουδοβίκου βρίσκεται –λένε- απέναντι από το Α’ Νεκροταφείο.

  

Πηγές


  • Περιοδικό, «Απόλλων», τομ. 5, αρ. 51, 1888.
  • Καθημερινή, «Επτά Ημέρες», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)


  

Ενεργή φιλέλληνας, αιώνια ερωτευμένη με τον Καποδίστρια η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών στη Ρωσική Αυλή, υπήρξε το πιο καίριο στήριγμα του Κυβερνήτη μα και χιλιάδων Ελλήνων που έφταναν κατατρεγμένοι στα ρωσικά εδάφη.

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Αριστοκρατικής καταγωγής Ελληνίδα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του ευγενούς Σκαρλάτου Στούρτζα και της κόρης του πρίγκιπα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Μουρούζη, Σουλτάνας. Ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη και τοποθετήθηκε σύμβουλος στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου, ενώ η Ρωξάνδρα με εξαιρετικές σπουδές διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα ευγενική και στοχαστική προσωπικότητα που εντυπωσίασε τους αριστοκρατικούς κύκλους της Πετρούπολης και την οδήγησε στην τσαρική αυλή όπου έγινε κυρία επί των τιμών.

 «Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρεί τόση εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία. Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής, οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα το πληρώσω ακριβά».

Εκεί η Ρωξάνδρα γνωρίστηκε με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος διορίστηκε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας. Ο έρωτας της Ρωξάνδρας Στούρτζα με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν φλογερός και άφησε εποχή. Ωστόσο ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, καθώς ο Καποδίστριας έφυγε για την Ευρώπη αρχικά και μετά για την Ελλάδα ως Κυβερνήτης.

«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

Η Ρωξάνδρα παντρεύτηκε τον κόμη Εντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και αφιερώθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, προσφορά στη μόρφωση των νέων Ελλήνων.

Ήταν μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων και βοήθησε προσωπικά όλους τους Έλληνες φοιτητές της δυτικής Ευρώπης. Στα χρόνια της Επανάστασης βοήθησε αποφασιστικά στο ζήτημα της περίθαλψης των Ελλήνων προσφύγων της Οδησσού, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τον αγώνα στην Ελλάδα μέσω των υψηλών επαφών της στην Ευρώπη. Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1844.

  

Πηγές


  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.
  • Στούρτζα Ρωξάνδρα, «Απομνημονεύματα», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2006.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

Στεφανίτσης Πέτρος (1792-1863)


 

Ο Πέτρος Δ. Στεφανίτσης γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1792. Σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και γύρισε στο νησί του πριν από την ελληνική επανάσταση. Τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι (1821-26) να ζει όλες τις περιπέτειες και να σώζεται στην Έξοδο. Στο Ναύπλιο, που κατέφυγε, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Σώματος των Επτανησίων, που είχε σκοπό να βοηθήσει την πολιορκημένη Ακρόπολη (1826). Υπηρέτησε επίσης γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου (1827-33). Από τον Όθωνα διορίστηκε γιατρός στη Φάλαγγα. Πεθαίνοντας (1863) χάρισε την περιουσία του στην Ριζάρειο σχολή.

 

Γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου


 

Ο Πέτρος Στεφανίτσης διορίστηκε γιατρός και επιστάτης του νοσοκομείου Ναυπλίου στις 4 Ιουλίου 1827 με διαταγή της Γραμματείας Εσωτερικών και Αστυνομίας. Αλλά και πριν από την ημερομηνία αυτή συμμετείχε στη διακονία του νοσοκομείου. Από τη θέση του επιστάτη του νοσοκομείου, πέρα από τα εσωτερικά θέματα που αντιμετώπιζε, σχετικά με τη νοσηλεία και την τροφοδοσία των ασθενών του, είχε να φροντίσει και για την εξεύρεση και κατοχύρωση των πόρων του νοσοκομείου, γιατί οι νόμοι και οι διαταγές της διοίκησης, που έδιναν στο νοσοκομείο μερίσματα από τα κρατικά έσοδα, ήταν ανίσχυροι μπροστά στις αυθαιρεσίες των ισχυρών.

Ένα από τα έσοδα του νοσοκομείου ήταν το ενοίκιο από τη χρήση του δημοσίου στατήρα (κανταριού) των Μύλων και του Ναυπλίου.  Αλλά τη χρήση του κανταριού των Μύλων πούλησε παράνομα ο Δ. Βαφιόπουλος. Στις 12 Ιουλίου 1827, η Αντικυβερνητική Επιτροπή, αντιδρώντας στην παρανομία, διατάζει να πουλήσει το δικαίωμα ο επιστάτης του Νοσοκομείου Π. Στεφανίτσης και να παρευρεθεί στη δημοπρασία ο Κων/νος Μιχαλόπουλος, που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού.

Αλλά και πάλι το έσοδο από το καντάρι των Μύλων δεν αποδόθηκε στο νοσοκομείο. Νέο εμπόδιο ο Κ. Βέρης, αρχηγός της Φρουράς των Μύλων, που τοποθέτησε δικό του άνθρωπο για να εισπράττει το έσοδο, και έτσι ο νόμιμος αγοραστής, που πήρε το δικαίωμα από τη δημοπρασία του Στεφανίτση, εμποδίστηκε από την εκμετάλλευσή του και γι’ αυτό δε δίνει χρήματα στο νοσοκομείο.

Ο Στεφανίτσης απευθύνεται στην προϊσταμένη του Γραμματεία και ζητά τη βοήθειά της (5 Αυγούστου 1827). Στις 8 Αυγούστου 1827 ζητά και πάλι τη βοήθεια της ίδιας Γραμματείας, επειδή ο Βαφιόπουλος παρακρατεί το «κουτί του σπιταλιού», το κουτί – ταμείο του νοσοκομείου. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στις 9 Αυγούστου αναθέτει στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας να διατάξει το στρατηγό Βέρη να παραχωρήσει το δικαίωμα του κανταριού στον επιστάτη του νοσοκομείου.

Ο Αναστάσιος Λόντος εκτελεί τη διαταγή της Αντικυβερνητικής επιτροπής διατάζοντας τον Κ. Βέρη να παραχωρήσει στο νοσοκομείο τα έσοδα από το καντάρι των Μύλων˙ με δεύτερη διαταγή του καλεί τον Βαφιόπουλο να παραδώσει στον Στεφανίτση το «κουτί» του νοσοκομείου και κάθε έσοδο, που θα ανήκει μελλοντικά στο νοσοκομείο. Ένα άλλο έγγραφο αποκαλύπτει και άλλη πτυχή από την υπόθεση του κανταριού.

Το έστειλε (9 Σεπτεμβρίου) ο Κ. Μιχαλόπουλος, (που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού), για να ζητήσει την παραχώρηση των κανταριών του Ναυπλίου και των Μύλων, στην ίδια τιμή, που πουλήθηκαν από τον επιστάτη του Νοσοκομείου σε άλλον. Το παράλογο αίτημα του Μιχαλόπουλου στηρίζεται στο επιχείρημα ότι αυτός, που είχε και παλιότερα τη χρήση των κανταριών, μπόρεσε να αυξήσει το έσοδο του νοσοκομείου από 100 σε 300 γρόσια.

Ενώ όμως η αντιδικία για τα έσοδα νοσοκομείου συνεχίζεται, η διοίκηση αποφασίζει την αντικατάσταση του Στεφανίτση. Ο αμερικανός φιλέλληνας Howe, με αίτησή του στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας, ζητά για ένα χρόνο το σπίτι που χρησιμεύει για νοσοκομείο, καθώς και ένα άλλο, για τη διαμονή του γιατρού, επειδή έχει στη διάθεσή του χρήματα, από συνδρομές συμπατριωτών του, αρκετά για ετήσια συντήρηση ενός νοσοκομείου. Η αίτηση γράφτηκε γαλλικά στις 9/21 Σεπτεμβρίου 1827 στην Αίγινα.

Ο Α. Λόντος που πήρε την αίτηση του Howe αποφάσισε να παραχωρήσει το νοσοκομείο. Κυβερνητικό διάταγμα αναθέτει στον Howe την επιστασία του νοσοκομείου Ναυπλίου. Με έγγραφό του ο Λόντος αναγγέλλει στον προσωρινό διοικητή Ναυπλίου το διορισμό του Howe, ζητώντας κάθε διευκόλυνση στο έργο του. Επίσης διατάζει να γίνει έλεγχος στο λογαριασμό του Στεφανίτση και να εξοφληθεί από τα δικαιώματα του νοσοκομείου. Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων ανακοινώνεται στον Στεφανίτση μαζί με τη διαταγή να παραδώσει το νοσοκομείο. Παρ’ όλα αυτά, ο αμερικανός φιλέλληνας S. G. Howe δε φαίνεται να έγινε ποτέ επιστάτης του νοσοκομείου. Έφυγε για την Αμερική στις 13 Νοεμβρίου 1827.

Έτσι  επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου, παρέμεινε ο Στεφανίτσης. Γι’ αυτό μας πείθει και έγγραφό του στην Γραμματεία Εσωτερικών και Αστυνομίας που ζητά τη βοήθειά της, γιατί το νοσοκομείο δεν έχει πόρους και ο ίδιος δεν μπορεί να το βοηθήσει οικονομικά (2 Οκτωβρίου 1827). Το έγγραφο αυτό μας πείθει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η αντικατάστασή του. Έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τον ερχομό του Καποδίστρια.

Απευθύνθηκε τότε στον Κυβερνήτη και ζήτησε την προστασία και τη συνδρομή του. Η αναφορά του έχει ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1828. Δύο ημέρες αργότερα απάντησε ο Καποδίστριας με ευχαριστίες και επαίνους για την προσπάθεια του Στεφανίτση, καθώς και με υποσχέσεις για την ενίσχυση του έργου του.

Αλλά η υπόσχεση του Καποδίστρια – απάντηση στην αναφορά Στεφανίτση, «(…) ότι η Κυβέρνησις, όχι μόνον θέλει λάβη πρόνοιαν να φροντίσει να πληρώση  και τα όσα άχρι τούδε εξ’ ιδίων σου εξώδευσας, χωρίς να ζημιωθής εις το παραμικρόν», δεν πραγματοποιήθηκε.

Το οικονομικό πρόβλημα δυσχεραίνει τη λειτουργία του νοσοκομείου και ο Στεφανίτσης απευθύνεται και πάλι (17 Ιουνίου 1828) στον Καποδίστρια αφού εξαντλεί την οδό της κρατικής ιεραρχίας. Αναφέρεται στους λογαριασμούς του νοσοκομείου, που δείχνουν μηνιαία έξοδα 900 – 1000 γρόσια, στις προσπάθειές του να επιτύχει κάθε οικονομία. (Στην οικονομία αυτή αναφέρθηκε και στην πρώτη αναφορά του στον Κυβερνήτη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι μείωσε τα έξοδα του νοσοκομείου από 4.000 σε 1000 γρόσια).

Στο νέο εμπόδιο που παρουσιάζεται και το έσοδο από το δημόσιο στατήρα (καντάρι) δεν φτάνει ποτέ στο νοσοκομείο: Ο Έϊντεκ, με κάλυψη του Εκτάκτου Επιτρόπου, εισπράττει το εισόδημα του κανταριού. Οι εκκλήσεις του Στεφανίτση δεν έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Έτσι η εκκαθάριση των λογαριασμών του βράδυνε πολύ: έγινε έπειτα από τρεισήμισι χρόνια υπηρεσίας του στο νοσοκομείο. Μετά την οικονομική τακτοποίηση, ο Στεφανίτσης έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τη δολοφονία του Κυβερνήτη και την άφιξη του Όθωνα.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα συνεχίζει τη δράση του στο νοσοκομείο. Μικρό μα και συγκινητικό δείγμα της είναι μία έντυπη «ειδοποίησις» προς τους φτωχούς Έλληνες (2 Ιουνίου 1832). Υπόσχεται ότι όποιος έχει ανάγκη από ιατρική συμβουλή ή από φάρμακο, θα τα βρίσκει στο Α’ Εθνικό νοσοκομείο Ναυπλίου, χωρίς χρηματική επιβάρυνση.

 

Πηγή


  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Τομ. Α΄, περιοδικό «ΜΝΗΜΩΝ», Αθήνα, 1971.

Read Full Post »

Μάσσων Εδουάρδος (1800-1873)

 

  

Γεννήθηκε το 1800 στη Σκωτία. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Aberdeen θεολογία, φιλοσοφία και νομικά. Έμαθε τ’ αρχαία ελληνικά και κάτεχε τόσο καλά τα λατινικά, που υπερηφανευόταν πως μπορούσε να βγάλει εξάωρο λόγο σ’ αυτά. Το 1824 κατέβηκε στην Ελλάδα κι όπως είχε το ταλέντο για γλώσσες, γρήγορα κατάφερε να μιλάει και να γράφει στην εντέλεια τα νεοελληνικά.

Ο Δραγούμης λέει πως το 1825 έδινε στο Ναύπλιο πέντε φορές τη βδομάδα μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας.* Ο πραγματικός όμως ρόλος του είτανε άλλος˙ στάθηκε διαλεχτό όργανο της Ιντέλιτζανς Σέρβις στην Ελλάδα.

Όταν το 1827 έφτασε στον τόπο μας ο τυχοδιώκτης ναύαρχος λόρδος Κόχραν, που οι πολιτικάντηδές μας τον παρουσιάζανε πως θα στεκόταν ο σωτήρας μας, ο Μάσσων γίνηκε γραμματικός του. Βοήθησε κι αυτός, όσο πέρναγε από το χέρι του, ν’ αδικοχάσει τη ζωή του ο Καραϊσκάκης και να καταστραφεί το στρατόπεδό μας του Πειραιά στη μάχη του Ανάλατου.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Στη δίκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, του δολοφόνου του Καποδίστρια, ο Μάσσων στάθηκε δικηγόρος του, μια και τους Μαυρομιχάληδες τους έσπρωξαν οι Εγγλέζοι κ’ οι Φραντσέζοι να ξεκάνουν τον κυβερνήτη. «Απεκαλύφθη και τότε άπαξ, ενώπιον του ελληνικού λαού» γράφει ο Κυριακίδης «της αγγλικής κακοηθείας το θράσος, διότι ο αυτός ανήρ ο άγγλος Μάσσων όστις ως δικηγόρος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη επεζήτει την αθώωσιν αυτού, καίτοι είχε φονευθή ο ανώτατος άρχων της χώρας, επεζήτει εσχάτης προδοσίας επί τη ευτελεί κατηγορία ότι συνέταξε και υπέγραψεν αναφοράς προς ξένην δύναμιν εναντίον της υψηλής Αντιβασιλείας, η δε ξένη αύτη δύναμις, η Βαυαρία, ήτο ακριβώς εκείνη ήτις διώρισε την υψηλήν Αντιβασιλείαν».

Έπειτα από τη δίκη του Τερτσέτη και του Πολυζωΐδη για άρνηση υπηρεσίας όπου σ’ αυτή, ο Μάσσων εξευτελίσθηκε, διορίστηκε εισαγγελέας στο στρατοδικείο της Πύλου, κ’ έπειτα επίτροπος στο εγκληματικό δικαστήριο της Τριπολιτσάς. Αφού δικηγόρησε για μερικά χρόνια στ’ Ανάπλι, πιο ύστερα, το 1841, τον διόρισε  ο Όθωνας καθηγητή της Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Δεν έμεινε πολύ καιρό όμως γιατί έπειτα από την επανάσταση της Γ’ του Σεπτέμβρη 1843 ενάντια στην απολυταρχία και την ξενοκρατία, τον απόλυσαν. Ο Όθωνας όμως τον διόρισε τον άλλο χρόνο αεροπαγίτη. Το 1845 έφυγε από την πατρίδα μας, πήγε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας οπού έγινε καθηγητής της θεολογίας. Ύστερα από είκοσι χρόνια ξαναγύρισε. Γύρεψε να γίνει πάλι αεροπαγίτης, ο Κουμουνδούρος όμως που είτανε πρωθυπουργός αρνήθηκε να τον κάνει, μη θέλοντας να τιμήσει τον άνθρωπο που έπαιξε έναν τόσο άτιμο ρόλο στη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, στην οποία υπήρξε ανακριτής – εισαγγελέας και έκανε τα πάντα για να καταδικαστούν και να θανατωθούν.

Ο γερμανός ιστορικός Μέντελσον – Μπαρτόλντυ: «Ο εισαγγελεύς Μάσσων» γράφει «ο εμπαθής εκείνος πολέμιος της ρωσσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη, ο υπερασπισθείς τον φονέα Γ. Μαυρομιχάλην, ανέπτυξε πυρετώδη δραστηριότητα, όπως δι’ ηλίου φαεινοτέρων αποδείξεων πεισθή ο ελληνικός λαός περί της ενοχής των κατηγορουμένων(…) Ούτε δε πάσα η δίκη κατητάσσετο τουναντίον εις την σειράν των συκοφαντικών εκείνων στρεψοδικιών, δι’ ών αι μησηταί κυβερνήσεις προσπαθούσι να απαλλαγώσι της ολχηράς αντιπολιτεύσεως, και καταπνίγουσι τον ελεύθερον λόγον, πεποιθυίαι εις το ευάγωγον των δικαστών».

Όσο για τον αντιβασιλιά Μάουρερ, που βρισκόταν πίσω από τον Μάσσων, να τι γράφει γι’ αυτόν ο εγγλέζος ιστορικός Φίνλεϋ: «Επέδειξε οργή τυράννου, λησμονήσας νόμο και λογική πάνω στην αδημονία του να επιβάλει την αυστηρότερη τιμωρία στον Κολοκοτρώνη».

  

Υποσημείωση

 

* «Η πόλις του Ναυπλίου ευτύχησε κατ’ αυτάς τάς ημέρας μίαν σπανίαν, και, είς τάς παρούσας μάλιστα δεινάς της πατρίδος περιστάσεις, μεγάλην ευτυχίαν. Ο Κύριος Εδουάρδος Μάσσων άρχισε να διδάσκη δύο έν ταυτώ εις την πολιτικήν κοινωνίαν αναγκαιότατα και χρησιμώτατα μαθήματα, την Πολιτικήν Οικονομίαν, και την Ηθικήν φιλοσοφίαν εις πολυπληθές ακροατήριον. Της πρώτης η παράδοσις γίνεται τρίς της εβδομάδος, την β’, δ’ και στ’˙την ζ’ γίνεται εξέτασις και επανάληψειςּτης δε δευτέρας άπαξ της βδομάδος, την Κυριακήν».

(Γενική Εφημερίς, φ. 71,3 Ιουλίου 1826, σ. 284).

 

Πηγές

 

  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.
  • Βαρδουνιώτης Κ. Δημήτριος, «Εδουάρδος Μάσσων», Επετηρίς Παρνασσού 11, 1915.
  • Σκλαβενίτης Ε. Τριαντάφυλλος, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της πολιτικής οικονομίας του J.B.SAY», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Παράρτημα του περιοδικού «Μνήμων», αρ. 9, Αθήνα, 1994.



Read Full Post »

«Τριανόν» (ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου)


Τέμενος, Β’  μισό 16ου αι.

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το παλαιό τζαμί στην πλατεία Συντάγματος αποτελεί ίσως το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του β’ μισού αιώνα στην πόλη. Βρισκόταν  στη συνοικία του του Μεγάλου Βεζίρη ή στη συνοικία του χανιού του Σουλτάν Αχμέτ (φαίνεται ότι και οι δύο πήραν το όνομά τους από κάποιο τέμενος). Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί , η πλούσια πόλη του Ναυπλίου διέθετε πολλά τεμένη, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία δεν προέρχονταν από μετατροπή χριστιανικού ναού. Ο ίδιος περιηγητής αναφέρει δύο τεμένη με μεγάλους μιναρέδες στην αγορά της πόλης. Πιθανότατα το ένα από αυτά ήταν το γνωστό σε μας «Τριανόν». Ο Εβλιγιά δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία στο τέμενος αυτό, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα απλό, λιτό τέμενος, επαρχιώτικης τεχνοτροπίας, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφιερώματα ή διακοσμήσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα τεμένη της Πελοποννήσου.

Το τέμενος* μετατράπηκε κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας σε χριστιανικό ναό του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο. Κατά τη διάρκεια της Β’ Οθωμανικής περιόδου χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την απελευθέρωση στέγασε το πρώτο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων.

Το 1915 μετατράπηκε σε ωδείο και θέατρο, για να γίνει αργότερα δημοτικός κινηματογράφος με την επωνυμία «Τριανόν», μια επωνυμία με την οποία είναι γνωστό το μνημείο στους κατοίκους. Σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκθέσεων. Για τη μορφή του τεμένους περισσότερα στοιχεία αντλούμε από τις απεικονίσεις των Ευρωπαίων περιηγητών, ιδιαίτερα από την υδατογραφία του G. Haubenschmidt της Οθωμανικής περιόδου.

Το Παλαιό Τζαμί είναι ένα κτίριο με απλή ορθογωνική κάτοψη, το οποίο καλύπτεται από σχεδόν οκταγωνικό τρούλο. Το τέμενος, υπερυψωμένο στην αρχική του φάση, διέθετε μικρή αυλή στα δυτικά, που δεν σώζεται σήμερα, στην οποία οδηγούσε κλίμακα. Η είσοδος έχει κιονοστήρικτο προστώο που στεγάζεται από τρεις τρουλίσκους.

Πέντε θύρες στα δυτικά οδηγούν από το προστώο στον κεντρικό χώρο. Η τετράγωνη αίθουσα προσευχής στεγάζεται από τον μεγάλο κεντρικό τρούλο μέσω ημιχωνίων. Το χαμηλό τύμπανο του κεντρικού τρούλου διατρυπούν συμμετρικά διατεταγμένα μονόλοβα παράθυρα. Παράθυρα ανοίγονται σε όλες τις όψεις του μνημείου. Όλα τα παράθυρα ήταν μονόλοβα, τοξωτά.  Η συνήθης διάταξη είναι στην κάτω στάθμη τέσσερα ανοίγματα σε βόρεια και νότια όψη (αρκετά εκ των οποίων είναι σήμερα κλεισμένα ή τροποποιημένα) και δύο στην ανατολική όψη. Στην άνω στάθμη υπάρχουν τριάδες ανοιγμάτων, εκ των οποίων το μεσαίο είναι μεγαλύτερο και στέκει ψηλότερα από τα δύο εκατέρωθεν. Σήμερα υφίσταται μόνο το μεσαίο σε κάθε όψη, ενώ τα μικρότερα είναι φραγμένα.

Για τα υπερώα που πιθανότατα υπήρχαν καθώς και για τη μορφή και τον τύπο των κλιμακοστασίων δεν μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες, δεδομένου ότι, κατά τη μετατροπή του τεμένους σε θέατρο, προστέθηκε μεσοπάτωμα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η τοιχοποιία είναι κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα στο τύμπανο του τρούλου και σε επιλεγμένα σημεία (λ.χ. στην όψη του προστώου).

Η υπόλοιπη τοιχοποιία είναι από αδρά πελεκημένους λίθους, μικρού σχετικά μεγέθους, με παρεμβολή τεμαχίων οπτόπλινθου, όπως συμβαίνει και στα μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία της περιοχής. Στις γωνίες χρησιμοποιούνται καλά πελεκημένοι λίθοι, κυρίως πωρόλιθοι, ενώ τα περιθυρώματα όλων των ανοιγμάτων είναι ιδιαίτερα προσεγμένα στην όψη, με χρήση σχεδόν αποκλειστικά πωρόλιθου. Στην αρχική του φάση το τέμενος δεν φαίνεται να διέθετε άλλους χώρους πέραν των κυρίων. Αν και επρόκειτο για επαρχιακό τέμενος, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή για τα μέτρα της εποχής και της περιοχής όπου χτίστηκε.

Οι βασικές αρχές της οθωμανικής αρχιτεκτονικής τηρήθηκαν με ευλάβεια, ενώ δόθηκε και προσπάθεια για μια αρμονία στην αρχιτεκτονική έκφραση, όπως θα ταίριαζε σε μια πόλη φημισμένη όπως το Napoli di Romania των Βενετών.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, κατά τη Β’ Ενετοκρατία το τέμενος μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, δωρεά του Βενετού αρχιστράτηγου Φραγκίσκου Μοροζίνι στο φραγκισκανικό τάγμα, το 1687. Σε αυτή μάλλον τη φάση κλείσθηκαν ορισμένα από τα ανοίγματα, ιδιαίτερα στους πλάγιους τοίχους και πιθανότατα για καθαρά στατικούς λόγους. Κατά προτεραιότητα κλείστηκαν τα μικρά ανοίγματα, ενώ διατηρήθηκαν τα παράθυρα της ανώτερης στάθμης. Μετά την Απελευθέρωση (1828-1833), το κτήριο στέγασε το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων και κατόπιν – για μικρό διάστημα – αποτέλεσε μητροπολιτικό ναό του Ναυπλίου.

Στην υδατογραφία του Haubenschmidt** το μνημείο φαίνεται σε αυτή του τη φάση. Το προστώο και η δυτική αυλή αφέθηκαν ως είχαν, ενώ στον ανατολικό τοίχο το μιχράμπ διαπλατύνθηκε, ώστε να σχηματιστεί η αψίδα του ιερού βήματος στο πάχος του τοίχου. Δυστυχώς δε μας σώζονται στοιχεία για το μιναρέ. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τη θέση του, είναι δε πιθανό ο αρχικός να κατεδαφίστηκε από τους Ενετούς στην περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας.

 

Γεώργιος Τσεκές

 

Υποσημείωση


* τέμενος το [témenos] : 1α. ιερός χώρος που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα. β. χώρος μουσουλμανικής λατρείας· τζαμί. 2. (μτφ.) ίδρυμα αφιερωμένο στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, όπως π.χ. πανεπιστήμιο, ωδείο κτλ.: Iερό ~ των Mουσών. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη).

** Έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

 

 

Read Full Post »

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)


 

Karl von Heideck

Karl von Heideck

Γερμανός στρατιωτικός, γεννημένος στη Λορένη. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Μονάχου και το 1826, με υπόδειξη του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ήλθε στην Ελλάδα και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής εράνων στο Ναύπλιο. Πολέμησε με το βαθμό του συνταγματάρχη στον Πειραιά στον στρατό του Καραϊσκάκη. Επί Καποδίστρια έγινε φρούραρχος Ναυπλίου και διαδέχθηκε τον Φαβιέρο στη διοίκηση του τακτικού στρατού. Φρόντισε για την επισκευή ερειπωμένων φρουρίων, ίδρυσε οπλοστάσιο στο Ναύπλιο και συνέβαλε στην ίδρυση της Σχολής Ευελπίδων. Το 1829 αρρώστησε και επέστρεψε στην Βαυαρία. Ενημέρωσε πλήρως τον Λουδοβίκο για την κατάσταση του στρατού στην Ελλάδα, για τις συχνές ταραχές και τις καταχρήσεις, γεγονός που επηρέασε άμεσα τον Λουδοβίκο στο σχεδιασμό των επιλογών του στο ζήτημα της διάλυσης των ατάκτων.

Με την κάθοδο του Όθωνα διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας και τάχθηκε υπέρ της εκτέλεσης του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Λίγο πριν από την ενηλικίωση του Όθωνα επέστεψε στο Μόναχο και προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου. Τα απομνημονεύματα του Εϊδεκ δημοσιεύτηκαν το 1900 στο περιοδικό «Αρμονία». Τον συναντάμε και με τα ονόματα Έϊντεκ, Άιντεκ, Χάιδεκ και Χαϊδέγγερ.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο ελληνικός στρατός το 19ο αιώνα», τεύχος 70, 15 Φεβρουαρίου 2001.
  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »