Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

 

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

 

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δεν υπέγραψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

 

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε: 

 

 

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

 

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.


Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης. 

 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

 

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

Read Full Post »

Πολυζωίδης Αναστάσιος (1802-1873)

 

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Πολιτικός και δικαστικός. Ο δικαστής που αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Πολυζωΐδης γεννήθηκε το 1802 στο Μελένικο* κι έλαβε γενική μόρφωση στα σχολεία της πόλης. Σε πολύ νεαρή ηλικία πήγε στην Ευρώπη για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε νομικά και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γοτίνγκης (Γκαίτινγκεν), στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Διέκοψε τις σπουδές του στο Βερολίνο το 1821, όταν είχε αρχίσει η Ελλην. Επανάσταση και κατέβηκε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (τέλη του 1821 – αρχές του 1822). Αν και νεότατος τότε (μόλις 20 ετών), υπήρξε ο κύριος συντάκτης του Συντάγματος και συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου την περίφημη Διακήρυξη του 1822, με την οποία επιδιωκόταν να δειχτεί στην απολυταρχική Ευρώπη, ότι ο πόλεμος των Ελλήνων ήταν εθνικός και ιερός, έξω από δημαγωγικότητες και ιδιοτελείς αρχές. Έγινε τότε γραμματέας του εκτελεστικού (υπουργικού) συμβουλίου με Πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πολυζωΐδη πήγε στο Λονδίνο και πέτυχε να συνάψει δάνειο για τους πολιορκούμενους.

Ο ίδιος συμμετείχε στην τελευταία φάση της πολιορκίας του Μεσολογγιού και στην Έξοδο. Ο Πολυζωΐδης είναι εκείνος, που, μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και την καταστροφή του, σε μια επίσημη ομιλία του στο Ναύπλιο παρουσία και αρκετών αγωνιστών που σώθηκαν στην Έξοδο, – ήταν και δεινός ρήτορας – ονόμασε το Μεσολόγγι “ΙΕΡΑΝ ΠΟΛΙΝ”, ονομασία που επεκράτησε. Το 1827 πήρε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

Το 1828 πήγε στο Παρίσι και συμπλήρωσε τις σπουδές του. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα. Κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που προσπαθούσε να νοικοκυρέψει το νέο ελληνικό κράτος. Ο Πολυζωΐδης προσχώρησε στην αντιπολιτευτική παράταξη των φιλελευθέρων συνταγματικών. Από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831 εξέδιδε την εφημερίδα «Ο Απόλλων» στην Ύδρα, η οποία εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη.

 

Μαρμάρινη προτομή του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην πλατεία Νικηταρά στο Ναύπλιο. H προτομή βρίσκεται στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου. Δημιουργός του έργου είναι ο γλύπτης Νικόλας (Νικόλαος Παυλόπουλος 1909 – 1990). Ο Πολυζωίδης αναπαρίσταται με ενδυμασία Ευρωπαϊκού τύπου δηλαδή παπιγιόν γιλέκο και σακάκι και παραπέμπει σε άντρα επιφανή και μορφωμένο μιας άλλης εποχής.

 

Αργότερα (1832) η βαυαρική Αντιβασιλεία τον διόρισε πρόεδρο** στο πενταμελές δικαστήριο (Πρωτοδικείο) του Ναυπλίου. Επειδή όμως αρνήθηκε να υπογράψει μαζί με το δικαστή Γ. Τερτσέτη την απόφαση καταδίκης εις θάνατον “επί εσχάτη προδοσία” του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα, του Κίτσου Τζαβέλλα και άλλων γενναίων αγωνιστών, καταδιώχτηκε και φυλακίστηκε. Όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, οι αγωνιστές έλαβαν χάρη(…!!!), ελευθερώθηκαν και παρασημοφορήθηκαν. Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης διορίστηκε Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Σύμβουλος Επικρατείας.

Το 1837 (νέος 35 ετών), διορίστηκε Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Εσωτερικών. Ως αρμόδιος Υπουργός, συνέβαλε τα μέγιστα στην οργάνωση και λειτουργία του πρώτου πανεπιστημίου του ελεύθερου ελληνικού κράτους με τη σύνταξη των Διαταγμάτων “Περί συστάσεως του Πανεπιστημίου” και “Περί προσωρινού κανονισμού του Πανεπιστημίου”. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), διορίστηκε Νομάρχης Αττικοβοιωτίας και αργότερα αποτραβήχτηκε απ’ τη δημόσια ζωή. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

Εκτός από το Σύνταγμα του 1822 του οποίου υπήρξε ο κύριος συντάκτης και τη Διακήρυξη του 1822, την οποία συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου, άλλα έργα του είναι: “Σύντομος πραγματεία περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών της Αγγλίας”, “Γεωγραφικά”, “Ελληνικά”, “Νεοελληνικά” και “Γενική Ιστορία”.

 

 Υποσημειώσεις

 

* Το πάλαι ποτέ Μελένικο, η πλούσια εμπορική πόλη και το αξιολογότερο κέντρο του ελληνισμού στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, είναι σήμερα ένα πολύ όμορφο τουριστικό χωριό της Νότιας Βουλγαρίας. Τα πανέμορφα αρχοντικά, χτισμένα με τη ντόπια μακεδονίτικη αρχιτεκτονική, είναι σήμερα ξενώνες και ταβερνεία που το εσωτερικό τους θυμίζει βαυαρέζικες μπυραρίες. Κι όσο για το ξακουστό κόκκινο κρασί, που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εξακολουθεί να παράγεται, αλλά θα πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει την καλή ποιότητα.

Το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η ξακουστή πόλη επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία. Εκείνο που έμεινε ατόφιο είναι το τοπίο. Η πόλη κρύβεται σε μια εκπάγλου κάλλους βαθιά χαράδρα με ασβεστολιθικά πετρώματα. Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης, οι Έλληνες με θαυμαστή αξιοπρέπεια άφησαν τα αρχοντικά τους, άδειασαν τα κρασοβάγενά τους από το περιλάλητο κρασί που το διατηρούσαν δροσερό στις «τρυπητές», τις υπόγειες στοές κάτω από τα σπίτια τους, πήραν λίγο χώμα στις χούφτες τους και εγκαταστάθηκαν, πρόσφυγες αυτοί οι άρχοντες, στο Σιδηρόκαστρο οι πιο πολλοί, λιγότεροι στις Σέρρες κι ακόμη λιγότεροι στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις. Πίσω έμεινε η λαμπρή ιστορία της πόλης με το πρότυπο σύστημα αυτοδιοίκησης (ονομαστό είναι το «Κοινόν του Μελενίκου», με το οποίο καταργούνταν οι κοινωνικές τάξεις και δινόταν η δυνατότητα ανεξαιρέτως «στους εκλεκτούς, στους φρόνιμους και ικανούς από τους πολίτας πάσης τάξεως» να συμμετέχουν ισότιμα στη διοίκηση του «Κοινού»), τα πέντε σχολεία, τις εβδομήντα εκκλησιές και τα εκπληκτικά σπίτια.

 

** Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης ως Πρόεδρος του δικαστηρίου στη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και των λοιπών αγωνιστών

 

Ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Πλαπούτας και ο Κίτσος Τζαβέλλας μαζί με μερικούς άλλους ηρωικούς αγωνιστές συνελήφθησαν το Σεπτέμβριο του 1834 ως δήθεν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της βαυαρικής Αντιβασιλείας και κλείστηκαν για εννιά μήνες στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το κατηγορητήριο όριζε να δικαστούν στις 25 Μαΐου 1834 “επί εσχάτη προδοσία”, πράγμα που επέσυρε την επιβολή της ποινής του θανάτου.

Η πολύκροτη δίκη άρχισε με καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που είχε επιβληθεί από τη νύχτα της σύλληψης των αγωνιστών. Παρουσιάζονται εγκάθετοι ψευδομάρτυρες, για να βοηθήσουν στη λήψη της εκ των προτέρων παρμένης απόφασης. Να όμως που παρουσιάζονται σοβαρά και απροσδόκητα εμπόδια στο δρόμο της διατεταγμένης δικαιοσύνης. Ο Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωΐδης (μόλις 32 ετών) Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερός του Ζακύνθιος Γεώργιος Τερτσέτης (δικαστικός και λόγιος, 1800 – 1874) αρνούνται να συμπράξουν στο ανοσιούργημα της βαυαρικής Αντιβασιλείας και των εντόπιων υπηρετών της.

Αναμφίβολα έχει αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του δικαστή Γ. Τερτσέτη. Σίγουρα όμως έχει αυξημένη αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του Αναστ. Πολυζωίδη, επειδή: α) Ο Πολυζωΐδης είναι Πρόεδρος του δικαστηρίου και ο Τερτσέτης απλός δικαστής και β) Ο Τερτσέτης έχει στενές σχέσεις με το δικαζόμενο κορυφαίο αγωνιστή Θ. Κολοκοτρώνη, αφού γράφει τα απομνημονεύματά του “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής” κατά τις αφηγήσεις του Γέρου του Μωριά.

Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωΐδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”.

Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Θέλει να είναι “ομόφωνη” η απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά παίρνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”.

Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωΐδη.

Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο, συγγενή του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας.

“Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”. (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα).

Η καταδίκη αυτή προκάλεσε κύμα λαϊκής αγανάκτησης και η Αντιβασιλεία αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη και αργότερα σε εικοσαετή κάθειρξη. Τελικά, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, δόθηκε στους γενναίους αγωνιστές χάρη(…!!!). Αποφυλακίστηκαν και αργότερα παρασημοφορήθηκαν. Αναγνωρίστηκε η αξία και του ήθος του Αναστ. Πολυζωίδη και τοποθετήθηκε σε διάφορα υψηλά αξιώματα.

 

Πηγή

 

Read Full Post »

Τερτσέτης Γεώργιος (1800- 1873)

 

  

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, δικαστικός και νομικός, γιος του Ναθαναήλ Τερτσέτη και της Κατερίνας Στρούντζα, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Μασσαλία και θρησκευτικά ανήκε στο ρωμαιοκαθολικισμό. Πρώτος δάσκαλός του στάθηκε ο ιερέας Lorenzo di Remo. Σπούδασε νομικά στη Μπολώνια και την Πάντοβα, όπου παρακολούθησε επίσης μαθήματα ιταλικής φιλολογίας και εντάχθηκε στο κίνημα του καρμποναρισμού. 

Όταν επέστρεψε στον ελλαδικό χώρο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στάλθηκε στην Πελοπόννησο για την οργάνωση του Αγώνα, επέστρεψε όμως σύντομα για λόγους υγείας στη Ζάκυνθο, όπου ήρθε σ’ επαφή με το Μάρκο Μπότσαρη και τον κύκλο του Σολωμού. Την περίοδο του Καποδίστρια πολέμησε στη δυτική Ρούμελη και από το 1832 καθηγητής γαλλικών και ιστορίας στο προκαταρκτικό σχολείο και αργότερα καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στη στρατιωτική σχολή του Ναυπλίου.  Το 1833 έγραψε το ποίημα Το φίλημα, αφιερωμένο στον Όθωνα, σε γλώσσα εμπνευσμένη από το δημοτικό τραγούδι. Κατά την Αντιβασιλεία του Όθωνα έγινε δικαστής και πήρε μέρος στη δίκη του Κολοκοτρώνη* στο Ναύπλιο  (1833). Επειδή αρνήθηκε με γενναιότητα, μαζί με το συνάδελφό του Α. Πολυζωίδη, να προσυπογράψει την καταδίκη του «Γέρου» σε θάνατο διώχτηκε, παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά αθωώθηκε (1834). Παραιτήθηκε ωστόσο κι έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε ως το 1844. Εκεί συνδέθηκε με το Φλωριέλ, τον Γκιζώ και άλλους. Γύρισε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αρχειοφύλακας της Βουλής των Ελλήνων. Το 1847 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Απλή γλώσσα με ποιήματα δικά του και άλλων και το 1856 δύο μεγάλα σε έκταση ποιήματα με τίτλους Οι γάμοι του μεγάλου Αλεξάνδρου και Κορίννα και Πίνδαρος. Άλλα έργα του: La morte di Socrate (δράμα), διάφορα πεζά, ποιήματα, λόγοι, διαλέξεις μια κωμωδία του 1858 και μεταφράσεις (του Πλατωνικού Κρίτωνος κ.α.).

 

Το 1861 ταξίδεψε στην Ιταλία ως απεσταλμένος του Όθωνα και το 1866 στην Ευρώπη απεσταλμένος της ελληνικής κυβερνήσεως, με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού παντρεύτηκε στο Παρίσι τη γαλλίδα λογογράφο Adelαide Germain.

 

Ο Τερτσέτης είναι γνωστός κυρίως για τα απομνημονεύματα που συνέγραψε καθ’ υπαγόρευση, ιδιαίτερα εκείνα του Κολοκοτρώνη, αλλά και του Νικηταρά και άλλων αγωνιστών. Στα ποιητικά του έργα είναι εμφανής η σολωμική επίδραση, καθώς και επιδράσεις από το δημοτικό τραγούδι. Ο Τερτσέτης στάθηκε ένας από τους λόγιους που συνέδεσαν την Επτανησιακή Σχολή με την Α΄ Αθηναϊκή. Πέθανε το 1873 στην Αθήνα.

 

 

Παραθέματα

 

Βέβαιον πράγμα είναι η ποινή, βεβαιότατο πρέπει να είναι και το έγκλημα, αλλέως η αδικία ακμάζει όπου αρμόσεις το βέβαιο της τιμωρίας εις το αβέβαιο της ενοχής.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 12. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 158.

 

 

Τα γενναία έθνη, καθώς το εδικόν μας, δέχονται τα έργα των προδοτών, καθώς η γη δέχεται την βροχή. Βροντούν, βρέχουν οι νεφέλες και η γη μένει ατάραχη. Μαραίνονται τα άνθη της, αλλ’ αφού σχολάσει η τρικυμία, αναφύονται εις την όψιν της ευωδέστερα άνθη.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 66, ε΄. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 169.

 

Και τι άλλο μπορεί να καλοτυχήσει τα έθνη από την σοφία, μάλιστα όταν εις το ίδιο υποκείμενο εντέσει και η πολεμική αξιάδα; Και μ’ όλον οπού είμαι αμαθής, μου έρχεται να ειπώ ένα λόγο: ότι, αν εζημιώθηκαν τα ελληνικά, εζημιώθηκαν εξ αιτίας που τα καλά παλληκάρια ανταμώς με την παλληκαριά δεν αντίκρυσε να ’χουν τα γράμματα.

 

Επιστολή προς τον Δημήτρη Μπότσαρη, 1827. Μιχ. Περάνθης, Ελληνική πεζογραφία, Β΄. Εκδόσεις έργων Περάνθη, χ.χ. 463.

 

  

* Δίκη Κολοκοτρώνη

 

 Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κράτησε πολλές μέρες και τελείωσε στις 26 Μαϊου 1834. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρέθηκαν ο Γέρος του Μοριά, ο εξάδελφός του Δημήτρης Πλαπούτας, πρωτεργάτης κι αυτός της επανάστασης του 1821, ο Κίτσος Τζαβέλας και μερικοί ακόμα αγωνιστές. Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκουσμά της ο πρώτος σταυροκοπήθηκε, ο δεύτερος αναλύθηκε σε λυγμούς. Το ακροατήριο έμεινε άναυδο. Οι Βαυαροί αντιβασιλείς είχαν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Ήθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Όθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.


Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης καταγόμενος από το Μελένικο Σερρών, Μακεδόνας. Μέλη του δικαστηρίου ήταν ο εξ Ζακύνθου Γ. Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης. Ο αντιβασιλέας Μάουερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει να πάρει τα κεφάλια των δύο ηρώων. Για την ευόδωση των σκοπών του χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και τον εισαγγελέα της έδρας, κάποιον Μάσoν. Οταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Πολυζωίδης ως πρόεδρος κάλεσε το δικαστήριο σε διάσκεψη. Ο Μάουερ ήθελε να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες η διάσκεψη.
Συνέβη, όμως ο Πολυζωίδης να έχει σχηματίσει ακλόνητη δικαστική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.


Πρώτος πήρε τον λόγο ο Τερτσέτης και μίλησε για την αθωότητα των δύο πολέμαρχων. Ο Σούτσος που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της καταδίκης σε θάνατο. Το ίδιο και οι Βούλγαρης, Φραγκούλης. Μέχρι στα γόνατά τους έπεσαν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης για να τους μεταπείσουν.

 

Εκείνοι έσπευσαν στον υπουργό Δικαιοσύνης για να δουν τι θα κάνουν. Έγινε έξαλλος. Τους διέταξε να επιστρέψουν στην αίθουσα συσκέψεων. Ταυτόχρονα έστειλε αστυνομικούς κλητήρες για να φέρουν πίσω τους δύο αντιρρησίες, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει στα σπίτια τους. Ο Σχινάς συνεννοείται με τον Μάουερ, σπεύδει με την επίσημη στολή του στο δικαστήριο και διατάσσει τους δύο διαφωνούντες να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη.
 
«Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει. 
 
«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απαντά ο Πολυζωίδης.


«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης.


Έξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης παραγγέλλει στους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα.

 

Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.

 

Πηγές

 

  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.
  • Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) - Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους.

Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα.

Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό. Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.

Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1821-Ιανουαρ. 1822)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.

Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.

Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.

Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.

Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).

Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.

 

Η οικογένεια Υψηλάντη στο Κίεβο

 

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Τον Αύγουστο του 1807 ήρθε στο Κίεβο ο πρωτεργάτης του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος κατά του Οθωμανικού ζυγού φαναριώτης πρίγκιπας Κωνσταντίνος Υψηλάντης (1760-1816). Αυτός υπηρετούσε στην Υψηλή Πύλη, κατείχε πόστο του Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης (1796-1799), του ηγεμόνα της Μολδαβίας (1799-1802) και της Βλαχίας (1802-1806). Για την παροχή από πλευράς του πολιτικών υπηρεσιών στη Ρωσία στον αγώνα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βοήθεια στους Σέρβους η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τον Κ. Υψηλάντη για προδοσία και του στέρησε το αξίωμα.

 

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, έργο του Alexander Molinari (1772-1831) υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο μέσο δεξιά: Molinari de[l;] / 1815.Yδατογραφία, κάρβουνο και αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 31,5 x 25,5 cm.

 

Ο Κ. Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση της Πύλης να τον συλλάβει, εγκατάλειψε τη Βλαχία και ήρθε στο Κίεβο με όλη την οικογένειά του και τη συνοδεία 30 ατόμων. Στο Κίεβο ο Κ. Υψηλάντης αγόρασε από τον Φ. Βίγκελ, πρώην διοικητή του φρουρίου της Αγ. Λαύρας των Σπηλαίων, την οικία κοντά στη Λαύρα, το οποίο έκτοτε είναι γνωστό στις ιστορικές πηγές ως «Κτήμα Υψηλάντη». Το κτίριο αυτό είναι μνημείο αρχιτεκτονικής, κτίσθηκε το 1799 σε κλασικό ρυθμό για τον Φ. Βίγκελ.

Στο σπίτι αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι γιοι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη – Αλέξανδρος, Δημήτρης, Γεώργιος, Νικόλαος και Γρηγόρης. Ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος το 1819 έγιναν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας», ο Αλέξανδρος έγινε ο επικεφαλής της από το 1820.  Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πέθανε στο Κίεβο στις 27 Ιουνίου (10 Ιουλίου) 1816 και ενταφιάσθηκε στην εκκλησία Αγ. Γεωργίου κοντά στο ναό της Αγ. Σοφίας, ενώ το μνημόσυνο έλαβε χώρα στην ίδια την Αγ. Σοφία. Το μνημείο του, που φιλοτέχνησε ο γνωστός γλύπτης Στεπάν Πίμενοβ, εγκαταστάθηκε στον τάφο του Κ. Υψηλάντη το 1818. Η τύχη του μνημείου ήταν και αυτή τραγική. Το 1934 η εκκλησία κατεστράφη, το μνημείο του Κ. Υψηλάντη ως μοναδικό έργο τέχνης μεταφέρθηκε πρώτα στον χώρο της Αγ. Σοφίας και μετά στο ναό της Κοιμήσεως στην Αγία Λαύρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1941 κατά την έκρηξη του ναού καταστράφηκε και το μνημείο.

Στα 1952-54 βρέθηκαν ξεχωριστά κομμάτια του, αλλά μόνο το 1995 ξεκίνησε η αναστήλωσή του (με την πρωτοβουλία της ουκρανής επιστήμονα ελληνικής καταγωγής Σβετλάνα Μαζαράτη και τη χρηματοδότηση του έργου από τον ελληνικό φορέα – την «Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» (τότε επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης, ενώ από το 1997 ο Γιώργος Τσαλουχίδης), που ανακοίνωσε στην Ελλάδα ειδικό έρανο για το σκοπό αυτό. Τον Ιούνιο 1997 το κενοτάφιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή της Αγ. Λαύρας του Κιέβου. Στην τελετή των εγκαινίων του παρέστησε μεγάλη αποστολή από την Ελλάδα. Την Οικία Υψηλάντη αγόρασε η Λαύρα το 1833 και το μετέτρεψε σε μετόχι της Μονής. Από το 1860 έως το 1870 στο σπίτι στεγαζόταν το εργαστήριο αγιογραφίας της Λαύρας. Η πάροδος από την πίσω πλευρά του σπιτιού από το 1869 έφερε την ονομασία Υψηλάντιεβσκιϊ (δηλαδή, του Υψηλάντη).

Στα σοβιετικά χρόνια η πάροδος πήρε την ονομασία Άιστοβσκιϊ (από το Άιστοβ – επίθετο ενός εργάτη που σκοτώθηκε στη μάχη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917). Η σημερινή διεύθυνση του σπιτιού είναι: οδός Ιβάνα Μαζέπυ, 6.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουκρανία.
  • Σχινάς Μιχαήλ Γ., «Λόγος επιτάφιος εις Δημήτριον Υψηλάντην, / εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Σχινά εν τη του Ναυπλίου εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την 6 Αυγούστου 1832». Έκδοση,1832.
  • Παμπούκης, Χ., «Λόγος επιτάφιος εις το μνημόσυνον του αειμνήστου Δημητρίου του Υψηλάντου, / εκφωνηθείς εν Ναυπλίω την 13 Μαΐου 1843, Υπό Χ. Παμπούκη». Έκδοση, 1843. 

 

Read Full Post »

Φαράκος Κωνσταντίνου Γρηγόρης (1923-2007)

 

 

ΦαράκοςΓρηγόρης Φαράκος (Ναύπλιο, 11 Ιανουαρίου 1923 – Αθήνα, 23 Μαρτίου 2007), πολιτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε  και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τελείωσε Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, το 1946. Μεταπτυχιακές σπουδές το 1956, στη Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών Μόσχας. Από σπουδαστής του ΕΜΠ, εντάσσεται στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Μέλος του ΚΚΕ, στέλεχος της ΕΠΟΝ, συμμετέχει στις κινητοποιήσεις και τους αγώνες του λαού της Αθήνας.

Ως καπετάνιος του φοιτητικού λόχου ΕΛΑΣ «Λόρδος Μπάιρον«, παίρνει μέρος στις συγκρούσεις και μάχες του Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα και τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Συνεχίζει την πολιτική του δράση στις γραμμές του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ, εξορίζεται στην Ικαρία. Μετά την απόδρασή του, εντάσσεται στο «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας», παίρνει μέρος σε μάχες του Εμφυλίου πολέμου, όπου, επίσης, τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Ζει επί αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας στις ανατολικές χώρες. Με την κήρυξη της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, εισέρχεται «παρανόμως» στην Ελλάδα, όπου αγωνίζεται κατά της Χούντας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται (1968-1974). Αποφυλακίζεται με τη μεταπολίτευση.

Επί 13 χρόνια (1974-1987) είναι Διευθυντής της καθημερινής πρωινής εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Αναδεικνύεται στέλεχος του ΚΚΕ και εκλέγεται Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του, το 1989. Από το 1987 επιδίδεται πιο συστηματικά σε προσπάθεια ανανέωσης των δομών της σκέψης του ΚΚΕ. Με την αποτυχία της ανανεωτικής κίνησης, διακόπτεται η συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, το 1991. Συνεχίζει την πολιτική του δράση ως στέλεχος της Αριστεράς.

Επί 19 συνεχή χρόνια (1974-1993) εκλεγόταν πρώτος σε σταυρούς βουλευτής της Αριστεράς (του ΚΚΕ και, κατοπινά, του «Συνασπισμού») στην Α’ Περιφέρεια της Αθήνας για το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Το 1985 είχε εκλεγεί και Ευρωβουλευτής, αλλά παραιτήθηκε για να μείνει στην Ελληνική Βουλή. Από πολύ νωρίς (1943), έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, έχει δημοσιεύσει πολλά πολιτικά και επιστημονικά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, έχει εκδώσει πολλά βιβλία σε διάφορα θέματα. Πέθανε το 2007 στην Αθήνα και ετάφη στην γενέτειρά του το Ναύπλιο.

 

 

Έργα του

·         Ενεργειακή οικονομία και πολιτική.

·         Επιστημονικοτεχνική επανάσταση και εργατική τάξη.

·         Ένας αιώνας του Κεφαλαίου.

·         Θέματα του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

·         Η Νεολαία και το εργατικό κίνημα.

·         Μαρτυρίες και στοχασμοί, 1941-1991: 50 χρόνια πολιτικής δράσης, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα, 1993. Εισαγωγή – ιστορική επιμέλεια Παύλος Β. Πετρίδης.

·         Δεκέμβρης του 44: νεότερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης.

·         Η μάχη των συμβόλων: το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την αρχαία Ολυμπία, εκδόσεις Φιλίστωρ.

·         Άρης Βελουχιώτης: το χαμένο αρχείο, άγνωστα κείμενα, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στον Άρη Βελουχιώτη, 1941-1945, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1997.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία Ι – Το αντάρτικο-στρατός για τώρα και για μετά, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία ΙΙ – Μυστική έκθεση 1946 και άλλα ντοκουμέντα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, 2004.

·         Σχετικά με το ΚΚΕ και το Κομμουνιστικό Κίνημα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005.

Πηγή

  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

Read Full Post »

Μπελίνος Πέτρος – Pietro Bellino (1781-1872)

 

 

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Ο Πέτρος Μπελίνος με τη σύζυγό του Μαρία.

Φιλέλληνας από το χωριό Πινερός του Πεδεμοντίου της ΒΔ Ιταλίας. Ο πατέρας του Ιωσήφ Μπελίνος Δεανουά τον έστειλε στο Τουρίνο, την πρωτεύουσα του Πεδεμοντίου, για να λάβει γενική μόρφωση. Ήταν η εποχή που ανθούσε ο διαφωτισμός και τα φιλελεύθερα μηνύματα των διαφωτιστών και εγκυγκλοπαιδιστών έφταναν παντού. Η έκρηξη της γαλλικής επανάστασης (1789) και οι διακηρύξεις των Γάλλων επαναστατών για ισότητα, ελευθερία και δημοκρατία επηρέασαν τον νεαρό τότε Μπελίνο. Υπό το κλίμα του γενικού ενθουσιασμού, που προερχόταν από τις διακηρύξεις του Μ. Ναπολέοντα για ελευθερία, ισότητα και ανεξαρτησία, ο Πέτρος Μπελίνος κατετάγη εθελοντής στο γαλλικό στράτευμα, όταν κατελήφθη η ιδιαίτερή του πατρίδα και έγινε γαλλική επαρχία (1796). Έκτοτε ακολούθησε τα γαλλικά στρατεύματα μέχρι τελικής πτώσεως του μεγάλου στρατηλάτη. Έτσι φέρεται να έλαβε μέρος σε πολλές μάχες: Αούστερλιτς 1805, Ιένα 1806, Βάγγραμ 1809, κατά της Ρωσίας και στη μάχη της Σμολένσκης το 1812 και τέλος στο Βατερλώ το 1815, όπου ο Μ. Ναπολέων έλαβε το τελειωτικό χτύπημα.

 

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, ο Μπελίνος επανήλθε στο Πεδεμόντιο, αλλά υπέστη διωγμούς ως γαλλόφρων από τη φιλοαυστριακή κυβέρνηση και τέλος καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο ως συνωμότης και διέφυγε για το λόγο αυτό στην Ισπανία και κατόπιν στην Αγγλία. Εκεί τον βρήκε η είδηση της ελληνικής επανάστασης.

 

Ο Π. Μπελίνος ήλθε στην Ελλάδα το 1826 με το βαθμό του υπολοχαγού και κατατάχθηκε στο ελληνικό στράτευμα υπό τον Κάρολο Φαβιέρο. Έλαβε μέρος στις μάχες του Χαϊδαρίου (6 και 8 Αυγούστου 1826), στην επιχείρηση ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τον Κιουταχή στην Ακρόπολη, στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Χίου (1827-28), στην επιχείρηση κατά του Αιτωλικού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, που το κατείχαν οι Τούρκοι (1828). Ο Μπελίνος τότε τραυματίστηκε στην ωμοπλάτη.

 

Στη συνέχεια ο Μπελίνος διορίστηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του ιππικού και ιπποφορβείου Άργους. Όσο υπηρετούσε στο Άργος, αποκάλυψε ότι βαυαροί στρατιώτες είχαν καταχραστεί το δημόσιο χρήμα και για τον λόγο αυτό περιέπεσε σε δυσμένεια, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1838 με τον βαθμό του ταγματάρχη.

 

Ο Μπελίνος, αφού ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, παντρεύτηκε το 1832 σε ηλικία 51 ετών τη Μαρία Φανδρίδου, κόρη του αγωνιστή της κρητικής επανάστασης Νικ. Φανδρίδου. Η Μαρία ήταν επίσης εγγονή του γνωστού επαναστάτη στην Κρήτη, Βασιλείου Χάλη, ο οποίος ήλθε στο Ναύπλιο το 1830, διετέλεσε δήμαρχος του νεοσύστατου τότε Δήμου Μινώας και πέθανε στο Ναύπλιο το 1846.

 

Ο Μπελίνος πέθανε πλήρης ημερών σε ηλικία 92 ετών. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Άγιο Πέτρο και ο νεαρός τότε Δημ. Βαρδουνιώτης χαιρέτησε τον ένδοξο νεκρό με έναν ιδιαίτερα εκτενή επικήδειο. Ο Μπελίνος αναπαύεται στο κοιμητήρι του Αγ. Βασιλείου μαζί με τον εγγονό του Θεοδόσιο Καραμουτζά, ο οποίος πέθανε το 1941.

 

Το Άργος τίμησε τη μνήμη του, δίδοντας το όνομά του σε οδό της λαϊκής αγοράς (Πλ. Δημοκρατίας). Τιμήθηκε από τη Γαλλία με το χρυσό παράσημο της Αγίας Ελένης και από την Ελλάδα με τον αργυρό αριστείο των αγωνιστών του 1821. Επίσης τιμήθηκε με τον σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρος. Τέλος, η ιταλική κυβέρνηση του χορήγησε μικρή σύνταξη.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Πέτρος Μπελίνος: Ένας Φιλέλληνας στο Άργος», Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 357, 1998. 

 

 

 

Read Full Post »

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

 

 

Ο πίνακας του Νικόλαου Γύζη*, που είναι σήμερα γνωστός ως Το Κρυφό Σχολειὀ, εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888 με τίτλο Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας. Το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος, όπως δήλωνε ο ίδιος, από τον πίνακα του Γύζη, έγραψε και δημοσίευσε το πασίγνωστο ποίημα του «Το Κρυφό Σχολειό», τίτλος που – χάρη στη δημοτικότητα που απέκτησε γρήγορα το ποίημα- αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη.

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

 

Ώστε ο όρος «Κρυφό Σχο­λειό» είναι πρόσφατος, αν και η σχετική παράδοση ανάγει την αρχή της στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Όχι όμως παλαι­ότερα. Γιατί δεν υπάρχει καμιά ιστορική πηγή που να μαρτυρεί ότι οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν τη λειτουργία ελληνικών σχολείων. Άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι καθόλη την Τουρκο­κρατία λειτουργούσαν – φανερά βέβαια- εκατοντάδες σχολεία σε πόλεις και χωριά δηλώνει ότι δεν υπήρχε λόγος λειτουργίας κρυφών σχολείων. Η σχετική υστερογενής παράδοση, ωστόσο, μπορεί να γίνει δεκτή όχι ως ιστορική πραγματικότητα, αλλά ως δραματοποιημένος συμβολισμός των δυσμενών συνθηκών, υπό τις οποίες λειτουργούσαν τα σχολεία κατά την Τουρκοκρατία.

« Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας », Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, σελ. 217, Αθήνα 1999.

 

Υποσημείωση

* Ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης (1842-1901) σπούδασε αρχικά στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα και ακολούθως στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Μόναχο, με τη σύζυγό του Αρτέμιδα Νάζου και τα πέντε τους παιδιά. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα του εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως Σχολή του Μονάχου. Από το 1870 έως το 1900 συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις. To 1880 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Πέθανε στο Μόναχο το 1901 από λευχαιμία.

 

Read Full Post »

Το Άργος προτείνεται ως πρωτεύουσα της Ελλάδας (1833 -1834)

 

 

Λίγο πριν μεταφερθεί η πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, μεγάλη έκταση πήρε το ενδεχόμενο να οριστεί ως πρωτεύουσα το Άργος.

 

Ο Πρώσος αντιπρόσωπος Λούσι, ήταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της πρότασης. Έγιναν πολλές και μεγάλες συζητήσεις ενώ οι εφημερίδες του Ναυπλίου υποστήριζαν ότι το Άργος έπρεπε να γίνει πρωτεύουσα και όχι η Αθήνα. Πρόβαλαν διάφορα επιχειρήματα και κυρίως το γεγονός ότι η Αθήνα είναι περιοχή φυσικά αφρούρητη και ανασφαλής ενώ το Άργος έχει ως φυσικό οχύρωμα το Ναύπλιο, που είναι και το λιμάνι του.

 

Ακόμη επικαλούνταν ότι η Αθήνα δεν διαθέτει κρατική γη εκτός της εκκλησιαστικής περιουσίας και της όποιας ιδιοκτησίας έχουν τα τζαμιά της περιοχής. Επομένως για κάθε κατασκευή στην Αθήνα ( ανάκτορα ή άλλα κυβερνητικά κτίρια) θα έπρεπε να αγορασθούν εδάφη ή οικόπεδα, με αποτέλεσμα να σπαταληθούν πολλά χρήματα από την Κυβέρνηση.

 

Το Άργος, με την θαυμάσια φύση και την εύφορη γη του, αλλά και του μεγάλου ιστορικού παρελθόντος, διαθέτει ιδιαίτερα μεγάλες δημόσιες εκτάσεις, που επαρκούν για την οικοδόμηση των απαραίτητων κρατικών εγκαταστάσεων και την διάθεση πολύ λιγότερων χρημάτων.

 

Την υποψηφιότητα της πόλης απέρριψε ο πατέρας του Όθωνα, Λουδοβίκος, που πεισματικά επέμενε για την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Πράγμα που έγινε. Μια ακόμα ευκαιρία για το Άργος χάθηκε.    

 

 

Πηγή

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

 

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Δ΄ (Άργος, 11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) 


 

Τα γεγονότα πριν από την Εθνοσυνέλευση

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με το αγγλικό πολεμικό Γουωρσπάιτ στις 6 Ιανουαρίου 1828, για να καταλήξει στην Αίγινα στις 11 του ίδιου μήνα, είχε δώσει από την αρχή την υπόσχεση ότι εντός του Απριλίου 1828 θα λογοδοτούσε για τα μέχρι τότε πεπραγμένα του ενώπιον εθνικής συνέλευσης. Εν τούτοις, απέφυγε να τηρήσει την υπόσχεσή του, γιατί πίστευε ότι έπρεπε ν’ αγωνιστεί πρωτίστως για την οργάνωση κράτους και να δώσει μάχη στον διπλωματικό τομέα. Εξάλλου, ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Και κατά συνέπεια, δεν ήταν εφικτή η διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη πληρεξουσίων ενόψει της τέταρτης κατά σειρά εθνοσυνέλευσης.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne. Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Κυρίως για το λόγο αυτό εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια σε βάρος του. Τελικά, η πίεση τον ανάγκασε να ζητήσει από το Πανελλήνιο –27 μέλη, που ασκούσαν μαζί του τη νομοθετική εξουσία– να συντάξει νόμο περί εκλογής πληρεξουσίων. Όμως, ο Καποδίστριας δε συμφώνησε με το νομοσχέδιο του Πανελληνίου και θέλησε να δημοσιεύει άλλο εκλογικό νόμο με προσωπική του ευθύνη. Τότε ο Γραμματέας της Επικρατείας (πρωθυπουργός) Σπυρ. Τρικούπης διαφώνησε και παραιτήθηκε. Μετά από λίγες μέρες διόρισε σ’ αυτή τη θέση το Νικ. Σπηλιάδη. Οι πληρεξούσιοι για την εθνοσυνέλευση, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί ύστερα από εκλογές, κατέφθασαν στο Άργος τέλη Ιουνίου – αρχές Ιουλίου 1829, συνολικά 236. Από αυτούς 81 αντιπροσώπευαν την Πελοπόννησο, 56 τη Στερεά Ελλάδα, 16 τη Βόρεια Ελλάδα, 41 τα νησιά, 4 την Εύβοια και 38 τη Σάμο, Χίο και Κρήτη.

Στις εργασίες συμμετείχαν ως πληρεξούσιοι από το Άργος ο Δημ. Τσώκρης και ο Δημ. Περούκας.

 

Η συνέλευση

Πριν από τις εργασίες έγινε δοξολογία από τον πρώην Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως Άνθιμο Κομνηνό στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, παρόντος και του Ι. Καποδίστρια, και οι πληρεξούσιοι έδωσαν τον εξής όρκο:

 

«Ορκίζομαι εν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Πατρίδος, μήτε να προβάλω μήτε να ψηφίσω τι εναντίον των συμφερόντων του Έθνους, κινούμενος από ιδιοτέλεια ή πάθος, να μην αποβλέπω εις πρόσωπον, και να μην παραβλέπω το νόμιμον και το δίκαιον».

 

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829

Κατόπιν πορεύθηκαν στο αρχαίο θέατρο Άργους, που είχε διασκευάσει ειδικά για το σκοπό αυτό ο Θ. Κολοκοτρώνης. Η προκαταρκτική συνεδρίαση έγινε την ίδια μέρα (11 Ιουλίου) με Πρόεδρο τον πιο ηλικιωμένο Γεώργιο Σισίνη. Ο Ι. Καποδίστριας προσφώνησε τους παρισταμένους με λίγα λόγια και στη συνέχεια ο Γραμματέας της Επικρατείας Νικ. Σπηλιάδης ανέγνωσε από χειρόγραφο μακροσκελέστατη έκθεση του Κυβερνήτη, η οποία αναφερόταν σε όλες τις ενέργειες και τα επιτεύγματά του στον πολεμικό, πολιτικό και διπλωματικό τομέα από τότε που πληροφορήθηκε στο εξωτερικό για την εκλογή του από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως κυβερνήτη του έθνους έως την ημέρα εκείνη. Η έκθεση τελείωνε στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κυβερνηθεί η χώρα στο άμεσο μέλλον.

Οι κανονικές εργασίες της εθνοσυνέλευσης άρχισαν την επομένη, αφού οι σύνεδροι εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γ. Σισίνη και Γραμματείς τον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό και Νικ. Χρυσόγελο. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 20 συνεδρίες από 12 Ιουλίου έως 5 Αυγούστου. Στη δεύτερη συνεδρία (13 Ιουλίου) συστάθηκε επταμελής Επιτροπή για τις επαφές των πληρεξουσίων με τον Κυβερνήτη και άλλη μία πενταμελής «επί των αναφορών». Η συνέλευση στην ουσία ενέκρινε τα σχέδια ψηφισμάτων που συντάσσονταν από τον Κυβερνήτη και μεταβιβάζονταν στους συνέδρους από την επταμελή επιτροπή, η οποία είχε λάβει την εντολή να σχεδιάζει τα ψηφίσματα με τις οδηγίες του Κυβερνήτη. «Τούτων ούτως εχόντων – σημειώνει ο Σπυρ. Τρικούπης στην ιστορία του – επανελάμβανον προσφυώς οι αστειότεροι των πληρεξουσίων το «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει»».

 

Το έργο της Εθνοσυνέλευσης

 

Τα σημαντικότερα από τα θέματα, με τα οποία ασχολήθηκε η Εθνοσυνέλευση, ήταν σε γενικές γραμμές τα εξής:

  • Εγκρίθηκαν 13 ψηφίσματα, που αναφέρονταν στην οργάνωση της δημόσιας διοίκησης.
  • Εγκρίθηκε η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια.
  • Εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις του με τις Μεγάλες Δυνάμεις για την αναγνώριση ελεύθερου και ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
  • Στη θέση του Πανελληνίου, το οποίο αυτοδίκαια είχε καταργηθεί, συστάθηκε 27μελής Γερουσία. Τους 21 από τους 27 Γερουσιαστές θα επέλεγε ο Κυβερνήτης από τριπλάσιο αριθμό υποψηφίων που θα του υποδείκνυε η Συνέλευση, ενώ τους υπόλοιπους έξι θα όριζε μόνος του. Αποστολή της Γερουσίας ήταν μόνο να γνωμοδοτεί για όλα τα μη διοικητικής φύσεως ψηφίσματα.
  • Καθορίστηκαν οι βάσεις για την αναθεώρηση του συντάγματος.
  • Εγκρίθηκαν ψηφίσματα για την τακτοποίηση οικονομικών θεμάτων (προϋπολογισμό ενός έτους, σχέδια για την απόσβεση δανείων, θέματα για την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα και για το «Γενικόν Φροντιστήριον» κ.ά.).
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την αγορά πλοίων και τη συγκρότηση εθνικού στόλου.
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την κοπή εθνικού νομίσματος με μονάδα τον Φοίνικα, υποδιαιρούμενο σε 100 λεπτά.
  • Ψηφίστηκε ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων για τον Καποδίστρια – ύστερα από έγγραφη αίτηση του Κολοκοτρώνη-, την οποία όμως ο Κυβερνήτης αρνήθηκε να δεχθεί.
  • Απαγορεύτηκε η εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα.
  • Θεσπίστηκαν μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπό τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου Αίγινας και της παιδείας.
  • Ψηφίστηκε νόμος για την εκδίκαση των υποθέσεων από τα δικαστήρια κ.ά.π.

Στις 6 Αυγούστου έληξαν πανηγυρικά οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, παρουσία και πάλι του Καποδίστρια, ο οποίος χαιρέτισε τους συνέδρους. Επίσης, απηύθυνε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό, την οποία διάβασε ο Γραμματέας της Επικρατείας.

 

Πολιτική σημασία – συμπεράσματα

Με τις εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης εγκρίθηκε η μέχρι τότε πολιτική του Ι. Καποδίστρια και τέθηκαν οι βάσεις για τη νέα οργάνωση του κράτους. Η άσκηση των εξουσιών και η μορφή του κράτους είχαν προσαρμοστεί στις τότε δυνατότητες και ανάγκες του έθνους. Όμως, οι πολλές αρμοδιότητες του Κυβερνήτη, η πρόσληψη Επτανησίων σε σημαντικές δημόσιες θέσεις, ο διορισμός των αδελφών του Αυγουστίνου και Βιάρου σε υψηλά αξιώματα, καθώς επίσης και ο παραγκωνισμός των προκρίτων, τροφοδότησαν τη συνεχώς αυξανόμενη αντιπολιτευτική διάθεση.

Ο συγκεντρωτισμός και η αυταρχικότητα του Ι. Καποδίστρια – μολονότι οι προθέσεις του ήταν αγνές και αποσκοπούσαν στην οργάνωση του κράτους – ώθησαν ακόμη πολλούς φιλελεύθερους προς την αντιπολίτευση, που μέχρι τότε την αποτελούσαν κυρίως οι μεγαλονοικοκυραίοι της Ύδρας και πολλοί πρόκριτοι. Η μεγάλη πολιτική νίκη, την οποία είχε κερδίσει ο Ι. Καποδίστριας το καλοκαίρι 1829 στο Άργος, προκάλεσε σύντομα μία ισχυρή και συνεχώς εντεινόμενη αντιπολίτευση μέχρι τη δολοφονία του.

 

Πηγές


 

  • «Πρακτικά της εν Άργει Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη, Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, 1829.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »