Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες. Urquhart David 1830.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σκοτσέζου διπλωμάτη,  Urquhart, David, Spirit of the East. 1830: Argos, Corinth, Patras, Missolonghi, Anatolico, Prevesa, Albania, Arta, Janina, Meteora, Triccala, Larissa, Monastir, Tempe, Ambelakia, Salonica, Cassandra, Olynthus, Chalcidice, Mount Athos, ArgyroCastro, Tepedelene, Durazzo, Scodra.

 

urquhart-david1805-1877cΣτις αρχές του 1830 ήμουν στο Άργος, επιστρέφοντας στην Αγγλία από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας περάσει περίπου τρία χρόνια στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ήμουν έτοιμος να επιβιβαστώ και να αποχαιρετήσω τn γη, για τη μοίρα της οποίας ενδιαφερόμουν βαθιά – μια γη όμως που απογυμνώθηκε πια από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της και ότι ελκυστικό είχε κατατέθηκε με τιμές υπό τα προστατευτικά φτερά των τριών μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου – τη στιγμή που ένα σκάφος, ένα βασιλικό πλοίο, προσέγγισε την ακτή για να «ξεφορτώσει» ένα Πρωτόκολλο, το οποίο με μια μαγική δύναμη κινητοποίησε τους πάντες.

 

Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν, δημηγορούσε και χειρονομούσε, πώς οι φουστανέλες τινάζονταν δεξιά και αριστερά και πώς τα μουστάκια στρίβονταν. Αυτά συνέβαιναν στο Άργος.

 

 

Διάσκεψη του Λονδίνου*

 

 

Και σε άλλα μέρη όμως ήταν εξίσου εντυπωσιακές οι συνέπειες της πρόσφατης αυτής «εισαγωγής». Καθημερνά τα νέα μάς ακολουθουσών από επαρχία σε επαρχία και από πόλη σε πόλη. Παντού, όπως και στο Άργος, οποιαδήποτε άλλη σκέψη και ασχολία είχε μπει κατά μέρος. Ο κόσμος έβγαινε από τα μαγαζιά και τα σπίτια του και καθώς δεν υπήρχε αγορά για να συγκεντρωθεί, γέμιζαν οι καφενέδες και μετατρέπονταν σε πεδία ζωηρής αντιπαράθεσης, αλλά και επίδειξης των ικανοτήτων ευφραδών ρητόρων.

 

Όλα τούτα, όπως θα φαντάζεστε, είναι ιδιαίτερα ευχάριστα για τους ταξιδιώτες. Παραμένει όμως γρίφος πώς ένα κομμάτι χαρτί με τρεις υπογραφές έμελλε να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε ανα­βρασμό. Εκείνο που μας δυσκόλεψε στην προσπάθεια μας να αποτιμήσουμε τις ασυνήθιστες σκηνές που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας, ήταν ότι το έγγραφο αυτό κατέληγε με τους υπογράφοντες να συγχαίρουν αλλήλους – καθώς είχε από όλους συμφωνηθεί το Πρωτόκολλο που επρόκειτο να οδηγήσει την Ελλάδα σε μία νέα και λαμπρή τάξη πραγμάτων. Ο ορυμαγδός των όπλων θα σταματούσε, οι φωνές των φατριών θα κατευνάζονταν και ε­φεξής οι Έλληνες θα κούρδιζαν τις καρδιές και τις άρπες τους στους τόνους της τριπλής Συμμαχίας.

 

Ήταν όμως σαφές πως όλα τούτα δεν θα τελείωναν μόνο με λόγια. Δεν θα φθάναμε σε ικανοποιητική διέξοδο, διότι άνδρες ίδιας ικανότητας, που είχαν πρόσβαση στα ίδια μέσα πληροφόρησης, διαμόρφωναν αντίθετες απόψεις. Σε κάθε περίπτωση – κατ όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό – τα συγχαρητήρια για το Πρωτόκολλο ήταν πρόωρα. Το σημείο αυτό συχνά επικαλούνταν κάποιοι για να αποδείξουν το βαθμό άγνοιας της Διάσκεψης του Λονδίνου. Άγνοια η οποία, όπως ισχυρίζονταν, δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παραπληροφόρησης από την Ελλάδα.

 

Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στο Άργος όταν έφθασε η είδηση ότι οι Σουλιώτες στην Αλβανία πήραν και πάλι τα όπλα και μετά ότι και οι Αλβανοί έκαναν το ίδιο. Ορισμένοι είπαν ότι ήταν τρόπος αντίδρασης στο Πρωτόκολλο. Άλλοι πάλι ότι ετοιμάζονταν για γενικευμένη επίθεση στην Ελλάδα. Η επικρατούσα άποψη όμως ήταν ότι μια μεγάλη ομοσπονδία χριστιανών Αλβανών και μουσουλμάνων, υπό την ηγεσία του τρομερού πασά της πόλης Σκόδρα, ετοιμαζόταν να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία και τη Θράκη και να υψώσει, μιμούμενη τον Μουσταφά Μπαϊρακτάτ , την ιλλυρική σημαία στα υψίπεδα που δεσπόζουν της αυτοκρατορικής πόλης.

 

Η χρονική αυτή σύμπτωση, από τη μια δηλαδή το Πρωτόκολλο που προκάλεσε πάλι φουρτούνες στην Ελλάδα και από την άλλη η Αλβανία που απειλούσε ακόμη και αυτή την ύπαρξη της Πύλης αλλά και τον υφιστάμενο ιστό της ευρωπαϊκής εξουσίας, με έπεισαν να αναβάλω την επιστροφή μου στην Αγγλία, ώστε στο βαθμό του εφικτού αποκτήσω ιδία γνώση των πραγμάτων.

 

 

Αποφάσισα λοιπόν να επισκεφθώ την ηπειρωτική Ελλάδα τα διαφιλονικούμενα σύνορα. Αισθανόμενος εξάλλου ότι το ενδιαφέρον μου για την Ελλάδα και η γνώση μου για τη χώρα πήγαζαν από το γεγονός ότι είχα και εγώ μερίδιο στον αγώνα της, αποφάσισα να καταβάλω μια προσπάθεια να γνωρίσω και την Αλβανία με τον ίδιο τρόπο, να μπω στον πρώτο καταυλισμό που θα ρίξει μπροστά μου η τύχη και να συναντηθώ με τον αρχηγό.

 

 

Από τη Λάρισα του Άργους στον τάφο του Αγαμέμνονα

 

 

Την 7η Μαΐου ξενικήσαμε από το Άργος μαζί με τον Κ. Ρος του Μπλαντενσβούργου και φτάσαμε στις Μυκήνες.

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Σκυμμένοι καθώς ήμασταν για το προσκύνημα στους πύργους και τους τάφους (για καιρό ανενόχλητους από τα βήματα των περιπλανώμενων υπερβόρειων) των ηρώων που συγκεντρώθηκαν από μακριά και από κοντά στις ακτές της Αυλίδας και δήλωσαν υποταγή στον «Βασιλέα των Ανθρώπων», δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε παρά από τον τάφο του σπουδαίου Αγαμέμνονα, περιφερόμενοι με ευλάβεια στα γκρίζα ερείπια των Μυκηνών, – αντιπάλου της Τροίας.

Τα ερείπια αυτά βρίσκονται οε απόσταση μερικών μιλίων από το Άργος και εκεί αποφασίσαμε να καταλύσουμε το πρώτο βράδυ. Το αντίσκηνο μας, που με περηφάνια θα πρέπει να πω ότι ήταν χειροποίητο, είχε σταλεί μαζί με τους υπηρέτες και τα φορτωμένα άλογα από το πρωί.

 

Έτσι, είχαν πια απλωθεί οι ακτές του σούρουπου πάνω από την πεδιάδα όταν εγκαταλείψαμε τα δρομάκια του Άργους και αποχαιρετήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους του. Περάσαμε κάτω από τον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το παλιό οχυρό (ονομάζεται Λάρισα) κατ μετά, διασχίζοντας πεζή το ρυάκι του «Πατέρα Ίναχου», φθάσαμε στο θαυμαστό κάμπο που φέρει ακόμη το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Αφού περάσαμε την πρώτη νύχτα του ταξιδιού μας στα ερείπια των Μυκηνών, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κόρινθο. Καθώς διασχίζαμε τα Δερβενάκια, ξακουστά για την αναχαίτιση του Δράμαλη, παρατηρήσαμε με αρκετό ενδιαφέρον τα ταμπούρια (προμαχώνες) που στήθηκαν τότε, και ακούσαμε διάφορες εκδοχές για τη σύναξη και την επιτυχία των Ελλήνων. Λίγα μίλια πιο κάτω χάρηκα που ξαναντίκριζα τη μικρή πεδιάδα της Νεμέας, καθαγιασμένη από τα γραφικά της ερείπια. Όμως με λύπη μου διαπίστωσα ότι ένας ολόκληρος χρόνος δεν είχε επιφέρει καμιά βελτίωση, ούτε στις καλλιέργειες ούτε στην κατάσταση των περιπλανώμενων βλάχων (βοσκοί). Ο ίδιος μήνας τους βρήκε κατ πάλι να φτιάχνουν βούτυρο κάτω από το ίδιο δέντρο, με τα απλοϊκά εργαλεία τους κρεμασμένα στην ίδια κολόνα. Ούτε ένα φορτίο λιγότερο και, δυστυχώς, ούτε μια ανέφελη προοπτική.

 

 

Καλλιέργειες

 

 

Η παρούσα κατάσταση της χώρας απέχει πολύ από την εκπλήρωση των προσδοκιών που είχα καλλιεργήσει μετά την πρόοδο που παρατήρησα ταξιδεύοντας στα ίδια χώματα την περασμένη χρονιά. Όλες οι προτάσεις για την καλλιέργεια των εθνικών γαιών, για τη σύσταση αγροτικών και άλλων  οργανισμών, για την κατασκευή δρόμων, όλες είχαν αποθαρρυνθεί ή απορροφηθεί από την κυβέρνηση, η οποία ανέστελλε κάθε επιχείρηση καταφεύγοντας ακόμη και σε εκφοβισμό και απειλές.  Άφηνε έτσι στο σκοτάδι τους απώτερους σκοπούς της και τα μέτρα που θα ελάμβανε. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε κυβέρνηση, είχε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς δώσει ζωή σε όλη τη χώρα, το δε αποτέλεσμα ήταν απολύτως αξιοθαύμαστο.

 

Όταν όμως τέθηκε σε εφαρμογή το σύστημα που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, επήλθε η καταστολή κάθε δραστηριότητας. Και τώρα δεν είχε προστεθεί ούτε μια καλύβα, δεν είχε φυτευτεί ούτε ένα δέντρο, δεν είχε χαραχτεί ούτε ένα χωράφι, δεν είχε ανοικοδομηθεί ούτε μια γέφυρα, δεν είχε αποκατασταθεί ούτε ένας δρόμος. Και δεν ήταν μόνο αυτά.

 

Από τις δημόσιες γαίες, που περιελάμβαναν τις πιο εύφορες και ομαλές πεδιάδες, η κυβέρνηση αποσπούσε τα τρία δέκατα της παραγωγής. Οι αγρότες ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσαν χρήματα που δανείζονταν με τόκο 2,5 τοις εκατό το μήνα, ή έπαιρναν σπόρο για τον οποίο δεσμεύονταν να αποδώσουν το μισό του καθαρού κέρδους. Την εποχή της σποράς, η τιμή του σιταριού ήταν πολύ υψηλή λόγω του αποκλεισμού των Δαρδανελίων**, ενώ ο σπόρος είχε ακόμη υψηλότερη τιμή εξαιτίας της παγκόσμιας προκατάληψης ότι κανένας σπόρος δεν αποδίδει αν δεν είναι εγχώριος κι ο εγχώριος ήταν πολύ λίγος. Κατά το θερισμό, και λόγω της άρσης του αποκλεισμού, οι τιμές έπεσαν στο μισό. Αυτή ήταν αξιοσημείωτη ένδειξη της επίδρασης των Δαρδανελίων στις γύρω χώρες.

 

Το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Αγγλίας. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία είναι τραχιά και δυσκίνητα. Όλες οι μεταφορές γίνονται με μουλάρια. Η γη πρέπει να οργωθεί τρεις φορές πριν από τη σπορά. Τα άροτρά τους σπρώχνουν το χώμα χωρίς να το γυρίζουν ή να σπάνε τους σβόλους. Στο χωράφι δεν απλώνουν κοπριά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν συνήθως μόνο δύο σοδειές κάθε τρία χρόνια, ενώ για τη σπορά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σπόρου. Με όλα τούτα τα έξοδα και τα μειονεκτήματα, το ένα τρίτο της σοδειάς (συν δώδεκα τοις εκατό φόρος επί του συνόλου της παραγωγής και των προϊόντων) πηγαίνει στην κυβέρνηση και από το υπόλοιπο το μισό στον προμηθευτή των ζώων και του σπόρου. Έτσι, τελικά, ο αγρότης λαμβάνει τα τρία δέκατα του καθαρού προϊόντος για να μειώσει τον τόκο της προκαταβολής, να καλύψει τα έξοδα καλλιέργειας, να συντηρήσει την οικογένεια του και να εκπληρώσει της προσδοκίες που έτρεφε για μια καινούργια και πιο ευτυχέστερη ζωή.

 

Οι καλλιεργητές βρίσκονται παρά ταύτα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους γαιοκτήμονες. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν, παρά της αντιξοότητες της Επανάστασης, να διασώσουν κάτι και βιάστηκαν να ξεφορτωθούν ό,τι πολύτιμο είχαν και τα λεφτά που πήραν, μαζί με κάτι προκαταβολές, τα διέθεσαν για την αποκατάσταση των χωραφιών τους. Τα έσοδα τους όμως δεν ήταν αρκετά και οι προσδοκίες τους πάντοτε υπερβολικές. Αφού έχτισαν σπίτια και αγροικίες, αφού αγόρασαν κοπάδια και καθάρισαν τα χωράφια, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν δεκάρα στην τσέπη για να αγοράσουν σπόρο.

 

Τα ελαιόδεντρα και κυρίως οι μουριές, που καρποφορούν χωρίς δαπάνες ή φροντίδα και είναι οι πιο σίγουροι πόροι για μια χώρα σε αναταραχή, είχαν κατά ένα μεγάλο βαθμό κοπεί για καύσιμη ύλη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αμπέλια και η σταφίδα μπορούσαν να αποκατασταθούν μόνο με σημαντικά έξοδα και αφού είχαν χαθεί πολλές σοδειές.

 

Έτσι, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, τους υπολογισμούς διαδέχθηκε ο πανικός. Η επιβολή και κατόπιν η άρση του αποκλεισμού των Δαρδανελίων προκάλεσε καταστροφική διακύμανση στην τιμή, που μαζί με τη σπανιότητα ξένων κεφαλαίων (εξαιτίας της πολικής του Καποδίστρια)  έκανε τους γαιοκτήμονες να περιέλθουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και απόγνωσης, που δεν προοιωνίζεται τη μελλοντική ηρεμία της χώρας. Ο εκνευρισμός τους επίσης πρέπει να αποδοθεί και στην εισαγωγή νόμων αμφιβόλου χρησιμότητας, άρα αντιδημοφιλών και από τους πολλούς κατακριτέων. Για να μην αναφερθούμε στην απώλεια των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, τα οποία, υπό την παλαιή  διοίκηση, θα τους επέτρεπαν να επωφεληθούν από την ηρεμία που είχε επικρατήσει ή να αντιμετωπίσουν τα προσωρινά κακά που προέκυψαν από τις ατυχίες των εποχών και τις διακυμάνσεις του εμπορίου.

 

Η απόσταση από το Άργος στην Κόρινθο είναι μόνο οχτώ ώρες. Έτσι το πρωί της δεύτερης μέρας του ταξιδιού μας διακρίναμε τη σκηνή μας (που είχαμε στείλε από την προηγούμενη μέρα) να λάμπει ανάμεσα στα ερείπια του σαραγιού του Κιαμίλ Μπέη στην Κόρινθο.

Υποσημειώσεις

 

* Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.  Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

** Αποκλεισμός των Δαρδανελίων από το ρωσικό στόλο. Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.

 

Πηγές

 

 

  • Urquhart, David, « Spirit of the East » τόμος Ά, σελ. 2- 15, London, 1838.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙΙ», τεύχος 45, 24 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821

 

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Αλλοίμονο στους λαούς που λησμονούν την ιστορία τους. Αλλοίμονο στους γιούς και τις κόρες που ξεχνούν την φύτρα τους. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο σε εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και θυσιάστηκαν για την ανεξαρτησία του γένους των Ελλήνων.

 

Η ιστορία του Άργους στην μακραίωνη πορεία της έχει αναδείξει πολλούς επιφανείς άνδρες. Σε αυτή την αναφορά μας όμως, θα καταθέσουμε τα ονόματα των αγωνιστών του 1821, γιατί πιστεύουμε ότι ήταν η στιγμή που η Ελλάδα, ως φοίνιξ, αναγεννήθηκε εκ της τέφρας της και απέκτησε ζώσα πνοή.

 

Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι νεότεροι αγωνιστές του έπους του ᾽40. Ίδια και ίσα τους τιμούμε κι αυτούς. Κι άλλους αργότερα.

 

Ο κατάλογος που ακολουθεί, ίσως να είναι σχετικά ελλιπής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί αγωνιστές δεν υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των υπηρεσιών τους στις επιτροπές που  συγκροτήθηκαν τα έτη 1834, 1846 και 1865.

 

 

  • Αθανασίου Βασίλειος από το Άργος (1792-1849). Πολέμησε με τον Καν. Δεληγιάννη, τον Νικηταρά και τον Δ. Τσώκρη. Διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς.

 

  • Αθανασίου Χατζηγιάννης από το Άργος. Πολέμησε με τον Νικηταρά, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και πέθανε πολύ γέρος μετά το 1870.

 

  • Αθανασόπουλος Ιωάννης από το Άργος. Πολέμησε στον Μοριά με τον Νικηταρά και στη Στερεά Ελλάδα με τον Μπούσγο σαν μπουλουξής (μικροκαπετάνιος).

 

  • Αιγιατλής. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Αλίκουλης Ανδρέας. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Ήταν μικροκαπετάνιος.

 

  • Αλίκουλης Γεώργιος, αδελφός του προηγουμένου. Σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά (1821).

 

  • Αλμπάνης Ανδρέας. Υπηρέτησε στο πλοίο του Α. Μιαούλη και ως οπλοποιός στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

 

  • Αλμπανόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναγνώστης από τον Αχλαδόκαμπο. Από τουρκόφιλος έγινε φλογερός αγωνιστής μετά τη λεηλασία του χωριού του από τους Τούρκους (Απρ. 1821).

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναστάσης από τον Αχλαδόκαμπο. Έγινε υποχιλίαρχος (1823). Σκοτώθηκε στον εμφύλιο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Χριστόφορος ή Χρυσικός, μικροκαπετάνιος, αξιωματικός Ζ΄ τάξης. Πληγώθηκε δύο φορές. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

 

  • Ασημάκης Ιωάννης, πρόκριτος Άργους. Πέθανε στη φυλακή της Τρίπολης (1821). Πολέμησαν οι τρεις γιοι του.

 

  • Ασημακόπουλος Αθανάσιος από το Άργος, φιλικός, μικροκαπετάνιος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, υπερασπίστηκε με τον Παπαρσένη τα γυναικόπαιδα στο μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, όπου τραυματίστηκε. Ίσως ήταν γιος του Ι. Ασημάκη.

 

  • Ασημακόπουλος Δημήτριος, γιος του Ασημάκη Ι., μικροκαπετάνιος. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και τον Τσώκρη.

 

  • Αργέντος Γεώργιος. Από το χωριό Πασά. Έλαβε μέρος στην πολιορκία και έφοδο του Παλαμηδιού, όπου και τραυματίστηκε. Πολέμησε στα Δερβενάκια, στο γεφύρι της Αλαμάνας και σε πολλές άλλες μάχες.

 

  • Βαρβάρας Γεώργιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Βαρβερόπουλος Δημήτριος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ.Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βασιλείου Γιανν., δήμαρχος Μυσίας (Κουτσοποδίου). Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βισβίκης Αθανάσιος, υπολοχαγός φάλαγγας.

 

  • Βλάσσης Θεόδωρος, πρόκριτος Άργους, υπουργός Δικαιοσύνης (1822).

 

  • Βλάσσης Ιωάννης, γιος του προηγουμένου, γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής.

 

  • Βλάσσης Χρήστος, αδελφός του προηγουμένου, φιλικός και πρώτος δήμαρχος Άργους.

 

  • Γατσόπουλος Μήτρος από το Χαρβάτι (Μυκήνες). Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Γκιριμόζης Παναγιώτης από το Άργος. Έλαβε μέρος στον αγώνα από την αρχή. Σκοτώθηκε στη Σφακτηρία (1825).

 

  • Γρόσης ή Γκρόσιος Αδριανός από το Γυμνό. Πολέμησε με τον Δημ. Υψηλάντη και τον Νικηταρά.

 

 

  • Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

  • Δαγρές Σωτήρης από την Καρυά. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι πτώσεως, σε όλες κατά του Δράμαλη μάχες, στην πολιορκία της Κορίνθου μέχρι πτώσεως, στην μάχη της Πολιανής, σε όλες κατά του Ιμπραήμ μάχες και τελευταία στην εκστρατεία των Αθηνών .

  

  • Δαλάκης Ευάγγελος. Σκοτώθηκε κοντά στην Πάτρα το 1824.

 

  • Δαλαμαναριώτης Παναγής από τη Δαλαμανάρα, ναυτικός και πυρπολητής σε υδραίικα πλοία.

 

  • Δανόπουλος Γεώργιος από το Άργος, οπλαρχηγός. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες και με τον Καραϊσκάκη στην Αττική. Πέθανε στην Αθήνα το 1853.

 

  • Δανόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Δήμου Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από το Τάτσι (Εξοχή). Έγινε λοχαγός.

 

  • Δαρίβας Αντώνιος. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Νοταρά.

  

  • Διαμαντόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Έμενε στην Ύδρα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις.

 

  • Δούσιας Παναγιώτης. Από τον Αχλαδόκαμπο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατετάγη στους αξιωματικούς ε΄τάξεως. Αδελφός του Κων/νου Δούσια.

 

  • Δούσιας Κωνσταντίνος από τον Αχλαδόκαμπο. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια και αλλού.

 

  • Δράμαλης Ευστράτιος από το Άργος. Έμοιαζε του Δράμαλη, γι’ αυτό και τον έλεγαν έτσι. Πολέμησε με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1860.

 

  • Διβάνης Πέτρος. (1799-1862). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα. Υπηρέτησε ως υπασπιστής του Φαβιέρου και το 1824 έγινε υπολοχαγός της Φάλαγγας. Αργότερα εξελέγη Δημογέροντας και Δήμαρχος Άργους.

 

  • Ζαφείρης Αναγνώστης από το Άργος. Πληγώθηκε στο Χαϊδάρι (1826) και τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου.

 

  • Ζαχαρίας Σπυρίδων ή Σκουριάς από το Άργος. Έγινε αξιωματικός.

 

  • Ζεγκίνης Ανδρέας, οπλαρχηγός από το Άργος. Το 1824 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Ιωάννης, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1824 έγινε υποχιλίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Νικόλαος, προεστός Άργους, εξάδελφος του προηγουμένου και σύγγαμβρος του Δ. Τσώκρη. Αργότερα έγινε ειρηνοδίκης.

 

  • Ζωγράφος Αντώνιος από το Άργος. Έγινε αξιωματικός Δ΄ τάξης.

 

  • Ηλιάδης Γεώργιος. Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη, του Ιμπραήμ και του Κιουταχή στην Αττική.

 

  • Ηλιάδης Αθανάσιος, μεγαλοκτηματίας, πατέρας του προηγουμένου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση μαζί με τους κoλίγους του, μέχρι που τραυματίστηκε. Αργότερα έγινε δημόσιος υπάλληλος. Γιοι του ήταν και οι επόμενοι δύο.

 

  • Ηλιάδης Αναστάσιος. Τραυματίστηκε στη μάχη της Γράνας (1821). Πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε χωλός. Έγινε καλόγερος και αρχιμανδρίτης.

 

  • Ηλιάδης Ιωάννης. Πολέμησε σε πολλές μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στον Μοριά, εναντίον του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Τραυματίστηκε στη μάχη της Αράχοβας και του Ανάλατου. Αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή.

 

  • Θεοδωρόπουλος Ηλίας ή Λιάκος. Διακρίθηκε στις μάχες γύρω από την Τρίπολη, όπου και πληγώθηκε.

 

  • Θεοφανόπουλος Δημήτρης, οπλαρχηγός από το Άργος. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Ιατρός Μιχαήλ από το Άργος. Συνεργάστηκε με τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους πρόκριτους. Έγινε βουλευτής και χιλίαρχος (1825).

 

  • Ιωαννίδης Ανδρέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ιωάννου Παναγιώτης. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για το βαθμό του χιλίαρχου.

 

  • Κάββας Μιχαήλ, οπλαρχηγός και γιατρός. Επί τουρκοκρατίας ήταν γιατρός των βεζύρηδων στην Τρίπολη, όπου και φυλακίστηκε μέχρι την άλωση της πόλης. Ήταν φιλικός και διετέλεσε βουλευτής το 1824.

 

  • Κάβρας Μερκούρης, πολέμησε με τον Νικηταρά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Ζάκυνθο, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Σκοτώθηκε το 1832 σε εμφύλια συμπλοκή.

 

 

  • Καλαράς Ιωσήφ, μοναχός από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ.Τσώκρη, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και πολέμησε επίσης με τον Ι. Νοταρά στην Αττική και στον Ανάλατο. Αργότερα πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη, για να μονάσει.

 

  • Καλλιοντζής Γεώργιος από το Άργος. Πρόβαλε αντίσταση στο ασκέρι του Κεχαγιάμπεη μέσα από το σπίτι του. Οι εχθροί έβαλαν φωτιά και τον έκαψαν (1821).

 

  • Καλλιοντζής Δημήτριος από το Άργος, γιος του προηγουμένου. Σκοτώθηκε και αυτός πολεμώντας στο Άργος. Αργότερα ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε τη γυναίκα του και τις κόρες του, οι οποίες ελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση του Κόδριγκτον.

 

  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος, καπετάνιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Καραμουτζάς Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κατσαρός Μήτσος από το Άργος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, στα Δερβενάκια και αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ. Αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο το 1825 και πέθανε στην αιχμαλωσία.

 

  • Κιάφας Λάζαρος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κλαδούρης Αδριανός, πρωτοπαλίκαρο του Δαγρέ από το Μπέλεσι. Διακρίθηκε ιδιαίτερα εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Κλειώσης Αγγελής, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Κλειώσης Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και του Ιμπραήμ σε διάφορες μάχες.

 

  • Κοκκαλιάρης Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κολοπανάς Παναγιώτης. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Κονταξής Πέτρου Δημήτριος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, ήταν γενναίος αξιωματικός.

 

  • Κορδίας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κωνσταντίνου Μιχαήλ. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Κουγιάρης Αθανάσιος από το Μπογιάτι. Διακρίθηκε τον Ιούλιο 1826 στη Σκοτεινή, όπου οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία του Ιμπραήμ προς άλλα χωριά της Αργολιδοκορινθίας.

 

  • Κωτσιάκος Κωνσταντίνος ή Δριμούρας. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ και αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Καλαματιανός Νικόλαος. Αγωνιστής και άξιος πολεμιστής. Κατετάγη στους αξιωματικούς στ΄τάξεως.

 

  • Κυριάκου Νικόλαος. Πολέμησε σε πολλές μάχες, έχοντας πολλούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του.

 

  • Λαλουκιώτης Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Λάμπας Νικόλαος, μικροκαπετάνιος από την Καρυά. Έγινε υποχιλίαρχος. Επί Καποδίστρια ήταν αξιωματικός της εθνικής φρουράς.

 

  • Μανσουρίδης Ηλίας, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μαντάς, μικροκαπετάνιος από την επαρχία Άργους. Διακρίθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου και σκοτώθηκε.

 

  • Μαρίνος Σπύρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Το 1825 έγινε εκατόνταρχος και στην συνέχεια αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Μελετόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μεντής Μήτρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό ιππικό και είχε τη φήμη σπουδαίου ιππέα. Τραυματίστηκε στη Γλυκειά τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε στους Μύλους, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία.

 

  • Μούλος Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Μπεκιάρης Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από τα Μπούτια. Έπεσε στη μάχη του Φαλήρου (1827).

 

  • Μπιλιαράς Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Μπουλτώρης Παναγιώτης, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μπούρας Α. από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μπουχέλης Συμεών ή Ξηροκαστελιώτης, οπλαρχηγός και μοναχός. Πέθανε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή αργότερα τον κατέταξε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μουσταίρας ή Τζίριος Κυριάκος. Από την Δαλαμανάρα. Εκατόνταρχος. Πολέμησε κατά του Δράμαλη στην πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στο Ναυαρίνο κατά του Ιμπραήμ και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας.

 

  • Μουλόπουλος Αναστάσιος. Από το Κουτσοπόδι. Έγινε χιλίαρχος..

 

  • Νέζος Τάσος, μικροκαπετάνιος. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και το καλοκαίρι του 1822 στη φύλαξη των στενών στα Μεγάλα Δερβένια, στα Γεράνεια όρη της Μεγαρίδας. Το 1823 έγινε υποχιλίαρχος. Πέθανε το 1859.

 

  • Νέζος Κων/νος. Από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες. Το 1825 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Νικολαΐδης Ευστράτιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ντάκαρης Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Νυστάζος Ιωάννης, σημαιοφόρος και μικροκαπετάνιος. Πληγώθηκε δυο φορές. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Νικόλαος, στρατιωτικός ιερέας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Πάνος ή Παπανικολόπουλος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Δ΄ τάξης.

 

  • Πάγκαλος Κων/νος, γραμματέας του Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ε΄ τάξης.

 

 

  • Παπαδόπουλος Π. Ψάλτης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παπαμιχαλόπουλος Σωτήριος, φροντιστής στρατοπέδου στο Άργος. Κατατάχθηκε στους αξιώματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Πασχάλης Ιωάννης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παναγιώτου Αντώνιος. Πολέμησε σε διάφορες μάχες με τον βαθμό του πεντηκόνταρχου

 

  • Περούκας Δημήτριος από το Άργος.

 

 

  • Περούκας Χαράλαμπος, αδελφός των προηγουμένων.

 

  • Πυρλάς Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Ρετσίνας Θεόδωρος. Έπεσε στη μάχη του Ξεριά. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος. Για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σκαρπέντζος Παναγιώτης από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημ. Τσώκρη. Αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών του έκανε ο γιος του Γεώργιος το 1865, ο οποίος σημειώνει ότι ήταν ορφανός και πάμπτωχoς.

 

  • Σουρήλος Δημήτριος ή Αναγνώστης από το Αβδήμπεη (Ηραίο). Έλαβε μέρος στην άλωση του Παλαμηδιού, διετέλεσε υπασπιστής του Καραϊσκάκη και έγινε αξιωματικός Β΄ τάξης. Δεν είχε καλές σχέσεις με τον Δημ. Τσώκρη. Πέθανε φτωχός και αβοήθητος.

 

  • Σταθόπουλος Παναγιώτης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σταμπολής Γεώργιος. Έγινε υποχιλίαρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Στίγκας Γεώργιος. Πολέμησε ως μπουλουξής έχοντας πολλούς στρατιώτες μαζί του.

 

  • Τασσόπουλος Αναγνώστης, μικροκαπετάνιος από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε άλλες μάχες. Έγινε υπολοχαγός.

 

  • Τριγγούνης ή Τριγγουνόπουλος Θεόδωρος. Πολέμησε με τον Τσώκρη και τον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στο Ναύπλιο και αλλού. Ονομάστηκε λοχαγός της Φάλαγγος.

 

  • Τσιρίκος Αναστάσιος. Έγινε εκατόνταρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Τσώκρης Αναστάσιος, αδελφός του στρατηγού. Για τις υπηρεσίες του έγινε λοχαγός της Φάλαγγας (1845). Πέθανε το 1849.

 

 

  • Τζωτανίτης Παναγής. Πολέμησε ως σημαιοφόρος κατά την διάρκεια όλου του αγώνα.

 

  • Φιλιππόπουλος Αθανάσιος από το Γυμνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Φλόκας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Φράγκας  Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία της Τρίπολης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Ψωμάς Αναγνώστης ή Μαρίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 1855– 22 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Μπονιφάτσιο Μποναφίν – Bonifaccio Bonafin (1800-1893)


 

Ιταλός φιλέλληνας, φαρμακοποιός. Γεννήθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας το 1800 και πέθανε στο Ναύπλιο το 1893. Μετά από 3 χρόνια παραμονής του στην Ύδρα, το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και παντρεύτηκε Υδραία. Προσπάθησε, όπως αυτό προκύπτει από τρεις επιστολές που έχουν διασωθεί, να διοριστεί ως φαρμακοποιός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Αρχικά προτάθηκε από τον Ν. Καλογερόπουλο, ο οποίος με επιστολή του προς τον Φρούραρχο Ναυπλίου Χάιντεκ του συνιστούσε τον Μποναφίν ως τον πλέον κατάλληλο για την συγκεκριμένη κενή θέση. Τον πληροφορούσε ακόμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, και τον διαβεβαίωνε ότι ο προτεινόμενος ήταν πρόθυμος να περάσει από ειδικές εξετάσεις. (Η επιστολή είναι γραμμένη στη Γαλλική γλώσσα). Ο Φρούραρχος Χάιντεκ, με την σειρά του απευθύνεται προς το Γενικό Φροντιστήριο και αφού αναφέρεται στην διαφωνία του Μποναφίν σχετικά με τον προβλεπόμενο μισθό, τον προτείνει ως καταλληλότερο για την θέση του Φαρμακοποιού. (Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα).

Παράλληλα ο Μποναφίν απευθύνει προσωπική επιστολή προς κάποιο σημαίνον πρόσωπο και ενημερώνει για τις σπουδές του και την αξιοσύνη του, τονίζοντας ότι τα προβλεπόμενα χρήματα ήταν λίγα.( Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ιταλική γλώσσα).

Από πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Μποναφίν δεν διορίστηκε στην επίζηλη θέση του Νοσοκομείου, αλλά άνοιξε δικό του φαρμακείο στο Ναύπλιο και υπήρξε από τους πρωτοπόρους της φαρμακευτικής τέχνης.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Μποναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Τον Μποναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

Τέλος  ήταν και ο άνθρωπος που ταρίχευσε τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια.

Με τον Μπονιφάτσιο Μποναφίν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα, ο φαρμακοποιός και λογοτέχνης Θεόδωρος Κωστούρος. Αγαπητή και αξέχαστη μορφή τ᾽ Αναπλιού. Το βιβλίο του « Βονιφάτιος Μποναφίν»  έχει εκδοθεί με την φροντίδα του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος το 1979.

Πηγή


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις  Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης – Ο Λόγος του στην Πνύκα (1838)

 

 

«Κατά την 7 ‘Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ’ όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν». Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Παιδιά μου!

dervenakiaΕις τον τόπο* τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ’ ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
 

 

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, «μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε». Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

 

 

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

 

Υποσημείωση

 

 

* Με το όνομα Πνύκα φέρεται η περιοχή όπου συνεκαλείτο η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η Συνέλευση των Αθηναίων στην αρχαιότητα, από τον 6ο αιώνα μέχρι το τέλος του 4ο αιώνα π.Χ.. Βρίσκεται στο μέσον της κατά διεύθυνση Βορά Νότου λοφοσειράς έναντι και Δυτικά της Ακρόπολης και μεταξύ των ακραίων υψωμάτων, του λόφου Νυμφών (βόρειο άκρο) και λόφου Μουσών ή Φιλοπάππου (νότιο άκρο). Από το αρχαίο «βήμα» του ιερού χώρου αυτού αγόρευσαν σπουδαίοι πολιτικοί, στρατηγοί και ρήτορες όπως ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης κ.ά.

 

Πηγή

 

  •  Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »