Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Κουλιγκάς Βασίλης (1909- 2001)


 

Ο συγγραφέας Βασίλης Κουλιγκάς, με την οικογένειά του. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας το 1909. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Κουλιγκάς και η Αναστασία Σαρηβαλάση. Ο πατέρας του είχε παντοπωλείο στην Κίο, αλλά υπηρετούσε και στο λεγόμενο «Σεφκιέτι», Επιμελητεία στα Ελληνικά, υπηρεσία για το ψάρεμα και το πάστωμα της παλαμίδας για την προμήθεια του τουρκικού στρατού [1]. Συχνά ταξίδευε λοιπόν στην Πόλη και συνδύαζε την επίσκεψη αυτή με την ολοκλήρωση δουλειών για το μαγαζί που διατηρούσε στην Κίο. Έτσι, 5 χρονών ο Βασίλης, έκανε το πρώτο ταξίδι του με ελληνικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον πατέρα του [2]. Ο Παναγιώτης Κουλιγκάς επιπλέον μαζί με τον αδελφό του Ευστράτιο, είχαν αγοράσει στην Κίο οικόπεδο από τον πατέρα του Τζελάλ Μπαγιάρ, μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο ανέγειραν, Μεταξοσκωληκοτροφείο ( «Μποτζελίκι» στα τούρκικα ) [3] και μαγαζιά.

Το 1914-1915 ο Βασίλης Κουλιγκάς φοίτησε στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου στην Κίο. Συνέχισε τη φοίτηση στο Αρρεναγωγείο της Κίου με διευθυντή τον Παναγιώτη Πινάτση. Αφηγείται ο ίδιος στα βιβλία του, την καλή του επίδοση στα Τουρκικά, απαραίτητο μάθημα στα ελληνικά σχολεία της Κίου, για την οποία βραβεύτηκε με επαίνους [4]. Ήταν μέλος των προσκόπων αλλά και του Μουσικού Συλλόγου. Έψελνε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και συμμετείχε στην εκκλησιαστική λατρεία [5]. «Σαν παιδιά ζούσαμε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και ανεξάρτητα από την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας, ήμασταν όλοι Κιώτες», έλεγε συχνά στα παιδιά του. Το καλοκαίρι του 1918 , θυμάται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια, μητέρα και δύο παιδιά για παραθερισμό σε τουρκόφωνο χωριό με Έλληνες χριστιανούς κατοίκους κοντά στην Προύσσα, το Τεπετζίκι. Ο Βασίλης Κουλιγκάς έπαιζε με την μπάντα του Μουσικού Συλλόγου κατά την είσοδο στην πόλη του αγγλικού στόλου και του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού τον Ιούλιο του 1920. Η μέρα αυτή, όπως δήλωνε, ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του.

 

Κίος, τελευταία μέρα πριν από την εγκατάλειψη. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μετώπου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες περίμενε στο λιμάνι της Κίου, με τη μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, Γιώργο και Μανώλη, το πλοίο που θα τους μετέφερε στην Πόλη. Ο πατέρας του αρχικά έμεινε πίσω για να βρει μεγάλο μεταφορικό μέσο προκειμένου να φορτώσει τα είδη του σπιτιού και του μαγαζιού. Τελικά έφυγε την επόμενη μέρα ύστερα από πληροφορίες για την κατάσταση του Μετώπου. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1922,  δυο   μέρες  πριν  από   την αναχώρηση του ελληνικού στρατού, τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο υπό αγγλική σημαία, που είχαν στείλει Πολίτες συγγενείς τους.

 

Κίος, η παραλία του Μπαλουκπαζαριού, έρημη με τα δέματα εγκαταλειμμένα. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, στην Κίο, λίγο πριν από την καταστροφή. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Ήδη στην Κίο είχε φτάσει ο συνταγματάρχης Ζήρας με δύο τάγματα στρατού και είχε δημιουργήσει την ελπίδα στους κατοίκους ότι η αναχώρηση από την Κίο ήταν προσωρινή, αφού ο τουρκικός στρατός θα αναχαιτιζόταν από τον ελληνικό. Ο μικρός Βασίλης με θάρρος και τη σιγουριά της νίκης μίλησε σε Τούρκους ανώτερους υπαλλήλους που τον ρώτησαν για την κατάσταση στην Κίο. Το φθινόπωρο του ’22 ο Βασίλης Κουλιγκάς βρέθηκε με την οικογένειά του πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει ο ίδιος [6], η αναχώρηση των προσφύγων από την Προποντίδα έγινε σε δύο στάδια: τον Αύγουστο του 1922 από τις πατρίδες τους στην Ανατολική Θράκη ( Ρεδαιστός, Ηράκλεια, Συλίβρια ), πρώτο στάδιο και τον Σεπτέμβριο από την Αν. Θράκη στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δεύτερο στάδιο.

Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη

Έτσι, στη Ρεδαιστό είχε φτάσει αρχικά η Αναστασία Κουλιγκά με τους τρεις γιους της. Εκεί συναντήθηκε με το σύζυγό της, Παναγιώτη Κουλιγκά, που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή του από την Κίο. Όλοι μαζί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της οικογένειας Κουλιγκά και του μικρού Βασίλη ξεκινάει εκεί. Τραγικές ήταν οι πρώτες μέρες της εγκατάστασης στην πόλη, αγωνιώδεις οι προσπάθειες για προσωρινή στέγαση και για «επαγγελματική τακτοποίηση» στη συνέχεια. Η Θεσσαλονίκη, είχε μετατραπεί σε προσφυγούπολη, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου.

Φοιτά στο «Ανατόλια», το Αμερικανικό Κολλέγιο, και κερδίζει μετάλλια από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Καλλιεργεί την ατομική πειθαρχία και πλάθει έναν δυναμικό και γεμάτο θέληση χαρακτήρα, όπως αφηγείται σήμερα ο γαμπρός του, Κωνσταντίνος Παύλου. Αποφοιτά από το κολλέγιο το 1929 με επαίνους. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς δημιουργείται ένας σύλλογος αποφοίτων από τους πρώτους 25 μαθητές του «Ανατόλια» που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Όπως διηγούνταν ο ίδιος ο Κουλιγκάς, η τάξη του πραγματοποίησε εκδρομή στο τέλος του σχολικού έτους, στο ημιτελές κτίριο του νέου σχολείου. Φύτεψαν όλοι από ένα δέντρο. Τη συνήθεια αυτή ακολούθησαν οι απόφοιτοι και των επόμενων ετών.

Κίος η αλησμόνητη

«Οι δεσμοί μας με το αγαπημένο μας σχολειό, με το οποίο συνδεθήκαμε έξη ολόκληρα χρόνια (μπήκαμε παιδιά και βγήκαμε παλικάρια) ήταν τόσο μεγάλοι, που δεν θέλαμε να αποχωριστούμε οριστικά» λέει ο ίδιος. «Θέλαμε να διατηρήσουμε ένα δεσμό που να συνεχίζεται και μετά την αποφοίτησή μας. Για αυτό, αρκετό καιρό σκεπτόμασταν και μελετούσαμε για τη δημιουργία του Συλλόγου Αποφοίτων. Και το κατορθώσαμε το καλοκαίρι του 1929». Μαζί με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου βρήκαν και συμπεριέλαβαν στο Σύλλογο αποφοίτων και μαθητές παλιότερων ετών, που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια και το αρχικό κολλέγιο λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν κατορθώσει να αποφοιτήσουν μετά τα γεγονότα της Μ. Ασίας και τη μεταφορά του κολλεγίου Ανατόλια στην Ελλάδα [7].

Σκόρπιες μνήμες

Ο Κουλιγκάς μετά την αποφοίτησή του εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου παστών προϊόντων. Μετακομίζει στη συνέχεια στην Αθήνα. Εκεί ασχολείται με το εμπόριο καταναλωτικών προϊόντων και μετά από λίγο καιρό συνεργάζεται με το φίλο του από την Κίο, Φρίξο Θεοδωρίδη, στο ναυτιλιακό του γραφείο. Γνωρίζει και παντρεύεται τη Ζωζώ Αυγουστίνου, μια «αριστοκρατική νέα», όπως έλεγε ο ίδιος, από την Κίο, ήδη εγκατεστημένη στον Πειραιά. Η χαρά του ήταν μεγάλη, μια και η καταγωγή της ήταν από την Κίο. Παντρευτήκανε στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη και εγκατασταθήκανε στο Παλαιό Φάληρο. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Παναγιώτη και τη Μαρία Κουλιγκά.

Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, όπως και ο πατέρας του. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε 3 Ολυμπιάδες και αναδείχτηκε Ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Σήμερα διατηρεί σχολή ιστιοπλοΐας στο Παλαιό Φάληρο. Η Μαρία τον φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τρία εγγόνια του (Χριστιάνα, Βασίλη Κουλιγκά και Τζώρτζη Παύλου) διηγούνταν με λεπτομέρειες τη ζωή του στην Κίο, αλλά και όσα έζησε με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Όταν την έχασε, επέλεξε να ζει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Αφιερώνεται από τότε στην Κίο. Καταγράφει τις αναμνήσεις του, ψάχνει τα αίτια και τις αφορμές για την καταστροφή. Γράφει έτσι σταδιακά τρία βιβλία, γεμάτα μνήμες ζωής για την αλησμόνητη πατρίδα του. Τα αφιερώνει στη γυναίκα του.

  • Κίος, 1912-22, Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1988.
  • Κίος, 1912-22, Σκόρπιες μνήμες, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1993.
  • Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995.

Έλεγε, «Ποιος περίμενε ότι θα γίνω συγγραφέας;». Όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο, τον πίεσαν να γράψει και τα επόμενα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ένας λόγος που με ανάγκασε να γράψω είναι ότι οι περισσότεροι επιζήσαντες από την καταστροφή ολιγοστεύουν. Φεύγει ο ένας μετά τον άλλον και εμείς, τα παιδιά τότε , αποτελούμε την τελευταία γενιά. Θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα όπως φύγανε οι μεγαλύτεροί μας και δε θα υπάρχει κανείς επιζών για να διηγηθεί στους απογόνους μας περιστατικά και λεπτομέρειες από τη χαμένη μας πατρίδα. Για να μάθουν τα παιδιά των παιδιών μας, γεννημένα από Κιώτες γονείς, περισσότερα για το μικρασιατικό πολιτισμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια.»

Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης – Αινιάν, διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης που έδρευε στην Κίο, με τον Τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος στην Θράκη. Δημοσιεύεται στο: «Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1988.

Το 1988 σε εκδηλώσεις μνήμης για την Κίο της Μ. Ασίας λέει ο ίδιος: «Την περιγραφή την έκανα από τις αναμνήσεις μου. Από όσα θυμάμαι. Και θυμάμαι πολλά. Διότι αγαπούσα πολύ την πατρίδα μου. Και όποιος αγαπά, θυμάται. Γι’ αυτό, όσα γράφω, είναι όλα σωστά, όλα αληθινά». «Όπου κι αν πάγω, όπου κι αν βρεθώ, Κίο μου πάντα εσένα νοσταλγώ», γράφει το 1990 σε ποίημα αφιερωμένο στην Κίο με τον τίτλο «Νοσταλγία». [8] Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόταν συχνά τη Νέα Κίο. Αποτελούσε το τιμώμενο πρόσωπο σε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμμετείχε στο Σύλλογο Απανταχού Κιωτών. Είχε χαρίσει μάλιστα στο Λαογραφικό Μουσείο Ν. Κίου έναν πίνακα κεντημένο από τη μητέρα του, Αναστασία Σαρηβαλάση, με τα μαλλιά της. Διοργανώθηκε ειδικά από το Σύλλογο εκδήλωση για να τονιστεί η σημασία της δωρεάς αυτής.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του για το Αρχείο Μαρτυριών του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού [9], στις 14-3-1997, επί τρία χρόνια τουλάχιστον δεν κοιμόταν, αλλά ονειρευόταν πότε θα πάει να δει την Κίο. Όταν κάποια στιγμή ταξίδεψε στην πατρίδα του, το 1982, συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα, δε γύρισε στενοχωρημένος, αλλά με χαμόγελο , γιατί ξαναβρέθηκε στους χώρους στους οποίους μεγάλωσε, γιατί αντίκρισε ξανά την πολυαγαπημένη του Κίο. Πέθανε στην Αθήνα το 2001. «Βασίλης Κουλιγκάς» έχει προταθεί να ονομαστεί το Νηπιαγωγείο Ν. Κίου, που βρίσκεται μπροστά από την οδό Β. Κουλιγκά. Η οδός αυτή ονομάστηκε έτσι το 2001 μετά το θάνατο του Κουλιγκά. Είναι η τρίτη παράλληλος της παραλιακής οδού Ναυπλίου – Κίου – Μύλων.  Το Δημοτικό Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του για την συγκεκριμένη ονοματοδοσία της οδού, με το σκεπτικό ότι τα τρία βιβλία του Κουλιγκά αποτελούν «μεγάλη προσφορά για τους νεώτερους, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της αλησμόνητης πατρίδας» (Πρακτικά Δήμου Ν. Κίου, απ. 90/2001 ).

  

Υποσημειώσεις


[1] Η υπηρεσία στο Σεφκιέτι, καθαρά ελληνική υποχρέωση, ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να αποφύγουν τα λεγόμενα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Οι Κιώτες ψαράδες εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «ΧαμντίΜπεϊ» και με την εμπειρία τους, έφτιαξαν γρι γρι και γέμισαν, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995, ο Κουλιγκάς, την αγορά με ψάρια.

[2] Θυμάται ένα ζέπελιν στον ουρανό της Πόλης, γερμανικό αερόπλοιο, ενδεικτικό των καλών σχέσεων της Γερμανίας με την Τουρκία, όπως σχολιάζει και ο ίδιος. Θυμάται ακόμα ελληνικά πλοία στον Βόσπορο αλλά και τη βασιλική πομπή του Σουλτάνου, όταν περνούσε τη γέφυρα του Γαλατά.

[3] Το Μποτζελίκι βρήκε ανέπαφο στην επίσκεψη στην Κίο το 1982 ο Βασίλης Κουλιγκάς.

[4] Αναφέρει μάλιστα ότι η μητέρα του είχε προσλάβει μια Εβραία δασκάλα στο σπίτι. Σ’ αυτήν οφειλόταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας κατά το τέλος του πολέμου, τα διπλώματα αυτά ο Βασίλης Κουλιγκάς τα έσκισε όπως λέει ο ίδιος (Κίος η αλησμόνητη, σελ. 41).

[5] Οι γονείς του ήταν «Θεοφοβούμενοι», όπως αναφέρει ο ίδιος.

[6] «Κίος η αλησμόνητη», Δωδώνη, 1995.

[7] Επίσημα αναγνωρίστηκε ο Σύλλογος από το κράτος το 1937. Ουσιαστικά όμως ιδρύθηκε το 1929.

[8] σελ. 124, Βασίλη Κουλιγκά, Κίος 1912-1922, Σκόρπιες μνήμες, Εκδ. Δωδώνη.

[9] Ο Β. Κουλιγκάς το Μάρτιο του 1997 είχε δώσει συνέντευξη στο αρμόδιο τμήμα ιστορικών τεκμηρίων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Στη διεύθυνση http://www.ikaros.fhw.gr βρίσκονται τα video στα οποία ο Κουλιγκάς, αφηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του στην Κίο, αλλά και από το τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα της Μ. Ασίας.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Δελή Υπατία (1886-1972)


 

Υπατία Δελή, 1930.

Η ποιήτρια Υπατία Δελή, σύζυγος του δημοσιογράφου και ποιητή Χρήστου Δελή, γεννήθηκε το 1886 στο Βαφεοχώριο (Μπογιατζίκιοϊ) του Βοσπόρου. Κόρη της Σμαράγδας και του Ιωάννη Αδαμαντιάδη, φιλολόγου – γυμνασιάρχη. Είχε τρεις αδελφούς, και μια αδελφή, τη λογοτέχνιδα Τατιάνα Σταύρου [1]. Τα αγόρια είχαν τελειώσει τη Ροβέρτειο Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός της Αδαμάντιος μάλιστα ήταν από τους πρώτους στενογράφους της Βουλής των Ελλήνων. Η Υπατία σπούδασε δασκάλα στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο και δίδαξε σε σχολεία των Δαρδανελίων, της Σαμψούντας και της Χαλκηδόνας.

Η Υπατία Δελή παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη το δημοσιογράφο Χρήστο Δελή και απέκτησαν μια κόρη, την Εύα (1921). Δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια Αδαμαντιάδη, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Η Υπατία Δελή εγκαταστάθηκε στη Νέα Κίο μαζί με το σύζυγό της, και την κόρη της κατά την ίδρυσή της, το 1927. Έζησε από κοντά τον αγώνα των προσφύγων να φτιάξουν μια νέα πατρίδα. Άρχισε μια καινούργια ζωή στον αργολικό κάμπο δίπλα στο σύζυγό της που πρωτοστατούσε στα κοινά της κοινότητας. Καθοριστικά δυσάρεστα γεγονότα επηρέασαν τη ζωή και το έργο της. Η καταστροφή του Μεταξουργείου που ίδρυσε ο Χρήστος Δελής, από τους Γερμανούς και κυρίως ο θάνατος της κόρης της, Εύας, το 1940, σημάδεψαν την προσωπικότητά της και γενικότερα τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα.

Υπατία & Χρήστος Δελής

Στην κόρη της Εύα και τον πρόωρο χαμό της είναι αφιερωμένη η μοναδική της ποιητική συλλογή «Μηνολόγιο» (1966), που περιλαμβάνει σκόρπια ποιήματά της δημοσιευμένα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής («Νέα Εστία», «Νεοελληνικά Γράμματα», «Πνευματική Ζωή», «Τα Ηραία» κτλ.).  Επανέρχονται εδώ ημερομηνίες καθοριστικές απ’ τη ζωή της κόρης της, μνήμες απ’ το «κορίτσι με τα μεγάλα μάτια», πόνος, ερωτηματικά για το θάνατο και τη ζωή, υπαρξιακή αγωνία. Κείμενά της, ποιήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, άρθρα βρίσκουμε ακόμα σε τοπικές εφημερίδες, «Αργοναυπλία», «Σύνταγμα» κτλ. Στο περιοδικό Νέα Εστία δημοσιεύτηκαν 45 κείμενά της, από το 1943 έως το 1987 (μια και διηγήματα ή άλλα άρθρα της Υπατίας Δελή έδινε για δημοσίευση η αδελφή της Τατιάνα Σταύρου, που έμενε μαζί της τον τελευταίο καιρό).

Ήταν ο μορφωμένος άνθρωπος της Ν. Κίου. Ήξερε ξένες γλώσσες, Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά, λίγα Ισπανικά, σπάνιο πράγμα για την εποχή αυτή στην επαρχία. Έκανε λογοτεχνικές μεταφράσεις, αλλά και σ’ αυτήν προσέτρεχαν για σχετική βοήθεια οι κάτοικοι της περιοχής. Έδινε διαλέξεις, μαζί με την αδελφή της Τατιάνα Σταύρου, στο Άργος και στο Ναύπλιο. Διέθετε αξιόλογη βιβλιοθήκη. Λέγεται ότι χάρισε όλα τα βιβλία της στο Δημοτικό Σχολείο Ν. Κίου.

Διέθετε κοινωνική ευαισθησία. Παλιοί κάτοικοι της Κίου θυμούνται την Υπατία στο μπαλκόνι του σπιτιού της, που υπάρχει και σήμερα απέναντι στη Λεωφόρο Ελευθερίας, τα ξημερώματα να φωνάζει στους τσοπάνηδες να μην αφήνουν τα πρόβατα να τρώνε τα ευκάλυπτα, αφού τα δέντρα αυτά προστάτευαν τους κατοίκους από την ελονοσία. Τα χρόνια της Κατοχής μέσω των ποιημάτων της συμβουλεύει τους Κιώτες να μη λυγίσουν, να μείνουν περήφανοι και αξιοπρεπείς. Λέγεται ότι τη σέβονταν και οι Γερμανοί. Όταν ήρθαν οι Άγγλοι στην Κίο, γύρω στο 47- 48, ήταν η μόνη που τους μίλησε. Είχε ζητήσει να μπει στην πλατεία ένα πανώ που έγραφε με τεράστια γράμματα «Welcome» για να το δουν τα αγγλικά αεροπλάνα. Ζήτησε από τους Άγγλους να κάνουν κάτι για να αντιμετωπιστεί στην Κίο το πρόβλημα με τα κουνούπια και την ελονοσία. Αυτοί την άκουσαν, ψέκασαν κάθε σπίτι ξεχωριστά με ειδικό φάρμακο. Από τότε λέγεται ότι καταπολεμήθηκε η ελονοσία στην Κίο.

Τατιάνα Σταύρου

Μετά τον πόλεμο γράφει «Ανοιχτή Επιστολή προς τους απανταχού της Γης επιστήμονες» εκφράζοντας την ανησυχία της για την ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη και την αλαζονεία του ανθρώπου της εποχής. Προλέγει την καταστροφή. Κάτοικοι της Κίου τη θυμούνται να ακούει κλασική μουσική και να διαβάζει. Μετά το θάνατο του συζύγου της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στο σπίτι της αδελφής της Τατιάνας Σταύρου κοντά στον Ευαγγελισμό. Πέθανε στη Ν. Κίο το 1972. «Υπατία Δελή» προτάθηκε να ονομαστεί το Γυμνάσιο Ν. Κίου το 2008, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο για την ονοματοδοσία των σχολείων.

 

 

Υποσημείωση 


 [1] Η Τατιάνα Σταύρου γεννήθηκε στην Πόλη στα 1899. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Καστέλλα του Πειραιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο ΕΑΜ και στην Υπηρεσία Πρόνοιας των Στρατευομένων. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1958), μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με βραβεία από την Ακαδημία Αθηνών, την Εστία Νέας Σμύρνης, το Σύλλογο Κωνσταντινουπολιτών με κρατικά βραβεία.

Εντάσσεται στη λεγόμενη γενιά του 30. Το έργο της επικεντρώνεται στις περιπέτειες του Ελληνισμού από τον πόλεμο του 1897 μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο. Δημοσίευσε άρθρα, μελέτες, μεταφράσεις, ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, έγραψε συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα. Πέθανε στην Αθήνα το 1990. Ο Νίκος και η Σμαράγδα Αδαμαντιάδη, ανήψια της Τατιάνας Σταύρου και της Υπατίας Δελή, παιδιά του Χρήστου Αδαμαντιάδη, αδελφού τους, είναι αθλοθέτες σήμερα σε τιμητικό βραβείο στη μνήμη της Τατιάνας Σταύρου. Ο διαγωνισμός (ο 55ος το 2010) απευθύνεται σε συγγραφείς που προωθούν τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και προκηρύσσεται από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Σύμφωνα με την προκήρυξη, «τα έργα πρέπει να είναι λογοτεχνικά, προσεγμένα στη γλώσσα, να εμπνέουν αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή και να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα».

 

Βιβλιογραφία


  • Λουκάς Σταθακόπουλος – Γιάννης Γκίκας, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος και Κορινθίας 1798-1957», Αθήνα 1958.
  • Πάνος Λιαλιάτσης, «Η Αργολική Λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου « Ο Παλαμήδης».
  • Εφημερίδες, Αργοναυπλία, περ. «Τα Ηραία», Περ. «Νέα Εστία», «Αργειακόν Ημερολόγιον».
  • Παναγιώτης Δημ. Καραθανάσης, «Μικρασιάτες Λόγιοι και Συγγραφείς, Από το 10° αι. μ.Χ. ως το 1922», Μάιος 2008.

Μαρτυρίες

  • τ. Δημάρχου Νέας Κίου Γεωργίου Μανινή.
  • Ειρήνης Εσκιόγλου – Λαμπροπούλου.
  • Διαμαντή Ταράτσα – Βοναπάρτη.

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα  από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  11  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο  κ. Γιώργος Δημόπουλος

Νευρολόγος- Ψυχίατρος

Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής

με θέμα:

« Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα

 από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γιώργος  Δημόπουλος


  

Γεννήθηκε στον Ελαιώνα του Δήμου Διακοπτού. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός του Υγειονομικού. Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία-Ψυχιατρική και αργότερα στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει πλήθος Εκπαιδευτικών Ιατρικών συνεδρίων και σεμιναρίων τόσο εις την ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή. Από το 1977 είναι ειδικευμένος ιατρός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ως Νευρολόγος- Ψυχίατρος και Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής με έμφαση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003 με την «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ πρώτο μέλημα στη ζωή». Συνέχισε το 2006 με  την «ΑΛΗΘΕΙΑ πόση αλήθεια αντέχουμε» από τις εκδόσεις      «Αυτογνωσία». Το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο « Ελληνικά  Γράμματα» από τον οποίο εκδόθηκε το δοκίμιο «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ο καθρέφτης της ψυχής» και το 2009 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ. Το μυστικό της επιτυχίας». Το 2011  6 Απριλίου εκδόθηκε το δοκίμιο «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»  και  στις  11  Ιουλίου  του  ίδιου έτους το δοκίμιο «ΑΓΑΠΗ» λένε η αγάπη κατοικεί στ’ αστέρια.

Έχει τιμηθεί για την κοινωνική προσφορά του με το Χρυσό Σταυρό της Χιλιετηρίδος από την Παλαίφατο Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους το 2004. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της Ελληνικής  Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις σε Πνευματικά Κέντρα και Στελέχη Επιχειρήσεων με θέμα: « Αυτογνωσία Αυτοβελτίωση και επιτυχία στο επάγγελμα». Είναι έγγαμος με τη δικηγόρο Αναστασία Δημοπούλου και έχει  τρία παιδιά.

 

Read Full Post »

Η Δικαίωση – Γιάννης Φίλης


 

Ο συγγραφέας Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου και πήρε πτυχίο ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυ­τεχνείο. Ειδικεύθηκε στον έλεγχο συ­στημάτων στο πανεπιστήμιο UCLA Αμερικής, όπου και δίδαξε για λίγο. Σήμερα είναι Πρύτανης του Πολυτε­χνείου Κρήτης (β’ θητεία). Παράλλη­λα, ασχολείται με την οικολογία και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορή­ματα κ.ά. Πώς συνδυάζει επιστήμη και λο­γοτεχνία, εφηρμοσμένα μαθηματικά και ποίηση; Στην παρουσίαση του τε­λευταίου βιβλίου του «Η Δικαίωση» στο Βουλευτικό Ναυπλίου (24/9/2011) μας έδωσε πειστικές εξηγήσεις γι’ αυτό το συνδυασμό: «Η εκπαίδευσή μου είναι επιστημονική – με την πιο στενή έννοια. Προσπαθώ να κατανοήσω μια μικρή πλευρά της αλήθειας με φυσικές και μαθηματικές έννοιες […]. Θεωρώ ότι η επιστήμη και η τέχνη αλληλοσυμπληρώνονται. Γιατί χωρίς τη μία ή την άλλη η προσέγγι­ση του κόσμου είναι λειψή».

 

Η «Δικαίωση» του Γιάννη Φίλη

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Η Δικαίωση - Γιάννης Φίλης

«Η Δικαίωση» είναι το τρίτο μυθι­στόρημα του Γιάννη Φίλη και το πιο ώριμο. Εστιάζεται στην κρίσιμη δε­καετία του 1950, όταν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, με μι­κρές αναφορές στην προηγούμενη δεκαετία και την επόμενη. Έχει υ­πόψη του τρία υπαρκτά πρόσωπα – ήρωες, από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, άγνωστα μεταξύ τους, που καταδικάζονται σε θάνατο και κλεί­νονται, στις φυλακές μελλοθανάτων στο Καλάμι Χανίων: Ο Πάνος είναι νομικός, κατάγεται από την Αργολίδα και είναι πολιτικός κρατούμενος. Ο ξυλογλύπτης Οδυσ­σέας ζει και δρα στην Ήπειρο και ο βοσκός Μενέλαος, Μανιάτης, έχουν καταδικασθεί σε θάνατο γιατί δολο­φόνησαν τις συζύγους τους, κατηγο­ρίες που τις αρνούνται. Ο Πάνος και ο Οδυσσέας εκτελούνται ενώ η ποινή του Μενέλαου μετατρέπεται σε ισό­βια με τη μεσολάβηση ενός φίλου του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η αφήγηση είναι στρωτή και ήρε­μη, χωρίς εξάρσεις ή μεροληψί­ες. Διαρθρώνεται σε 19 άτιτλα κεφά­λαια με πλούσια παρουσίαση χώρων και προσώπων. Το στήσιμο των ηρώ­ων είναι πειστικό, καθώς βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα. Αρχικά, η διαδοχή των κεφαλαίων είναι άσχε­τη, αλλά στα τελευταία «δένει» η πλοκή και αποκαλύπτεται η παθογέ­νεια της αναλυόμενης εποχής. Δίπλα στα τρία βασικά πρόσωπα στέκονται οι γυναίκες τους και άλλα δευτερεύ­οντα που ζωντανεύουν τη δεκαετία του 1950: Τα μίση του εμφυλίου, τη φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας, τη μιζέρια και τις καταθλιπτικές συνθή­κες των φυλακών. Ο Πάνος έχει πολεμήσει στην Αντίσταση. Ο Οδυσσέ­ας αρνείται ότι σκότωσε τη γυναίκα του και λέει, έως την τελευταία του στιγμή, «είμαι αθώος».

Ο Μενέλαος, «δεξιός ως το κόκκαλο», έχει σκοτώ­σει πολλούς του ΕΛΑΣ και λέει τα ί­δια. 18 χρόνια αργότερα, ο πραγματι­κός δολοφόνος, ένας ετοιμοθάνατος, εξομολογείται σε παπά ότι αυτός σκό­τωσε τη γυναίκα του Μενέλαου. Έτσι, ελευθερώνεται ο Μενέλαος και γυρίζει στο χωριό του – σ’ ένα κόσμο που δεν καταλαβαίνει πια. Αυτή ήταν η δικαίωσή του.

Ο μυθιστοριογράφος, φαίνεται καθαρά πως είναι ποιητής. Δεν αφη­γείται με την καθάρια γλώσσα του ρε­αλισμού, αλλά χρησιμοποιεί και στοι­χεία του σουρεαλισμού. Αυτό συγχέ­ει κάπως την αφήγηση. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει ψυχολογική βαθύτητα στην πλοκή του μυθιστορήματος. Οι τρεις κατάδικοι – μελλοθάνατοι γνω­ρίζονται μέσα στη φυλακή και συνο­μιλούν.

Ο αφηγητής δεν παίρνει θέση απέ­ναντι στις ιδεοληψίες των ηρώων του: Φιλοσοφεί με περίσσεια σκέ­ψης, δείχνοντας τη θέση κάθε παρά­ταξης: «Δεν υπάρχουν μυστικά στην αυλή της φυλακής, όπως δεν υπάρ­χουν μυστικά στα χωριά (…), η ζωή του καθενός σε κοινή θέα. Είναι εύ­κολο να κρύψει κανείς τη συνείδησή του πίσω από λέξεις και άρθρα, αριθ­μούς. Μόνο οι νεκροί δεν αμφιβάλ­λουν.(…) Στα χρόνια που πέρασαν οι λέξεις, τα ονόματα άλλαξαν βαθμιαία. Ο συμμοριτοπόλεμος έγινε εμ­φύλιος, οι εθνικόφρονες, δωσίλογοι. Οι κομμουνιστές νομιμοποιήθηκαν. Απολιθωμένα χρέη της μνήμης που αποπληρώθηκαν σε λάθος αντίτιμο σε λάθος εποχή. Τώρα οι άνθρωποι κοίταζαν αλλού, έψαχναν αλλού», (σ. 204).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνιο­λογική ανάλυση της δεκαετίας του 1950 πραγματοποιείται σε μαθηματική σημειολογία – παρά την υφέρπουσα ποιητική ελευθερία. Η μυθιστορία του Γιάννη Φίλη είναι μια πραγμάτω­ση με την επιστημονική και λογοτε­χνική συμβολή, γεγονός που κάνει το βιβλίο του ενδιαφέρον και πολύτιμο για τους σοβαρούς και απαιτητικούς αναγνώστες.

 Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN: 978-960-9530-03-3
Σελίδες: 230

Εκδόσεις «Μελάνι», 2011

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011.

Read Full Post »

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Read Full Post »

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα, Ηλίας Γιαννικόπουλος, «Μνημοσύνη», Ετήσιον Περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Αθήνα.

Αποθήκευση Έγγραφου: Ειδήσεις του αρχείου Περούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα.

 

Read Full Post »

Κοφινιώτης Μιχαήλ (1888-1982)


 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888 και πέθανε το 1982. Υπήρξε φημισμένος λυρικός τενόρος και ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Ήταν γιος του φιλόλογου και θεολόγου Ευάγγελου Κοφινιώτη από την Νέα Τίρυνθα (Κοφίνι) Αργολίδας και ανεψιός του Ιωάννη Κοφινιώτη καθηγητή και ιστορικού. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τον κέρδισε το ελαφρό θέατρο. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Παναθήναια» με τον θίασο του Σαγιώρ το 1907 και αργότερα, ως τενόρος στην οπερέτα «Μαμζέλ Νιτούς». Στο διάστημα 1909-1920 συνεργάστηκε με την Οπερέτα Παπαϊωάννου: «Πικ Νίκ», «Βαφτιστικός», «Δαιμονισμένη», «Ένας Κλέφτης στον Παράδεισο», «Γυναίκα του δρόμου», «Το Κορίτσι της γειτονιάς», «Ονειρώδες βαλς», «Εύθυμη χήρα», «Κόμης του Λουξεμβούργου», «Έρως τσιγγάνων», «Έρως πριγκίπων», «Παγκανίνι», «Κοντέσα του χορού», «Κοντέσα Μαρίτσα», «Μάγισσα της φωτιάς», «Η νύφη του Συντάγματος», «Αγόρι ή Κορίτσι;», «Οι θεατρίνοι», κ.α. Το 1919 πήγε στο Μιλάνο με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, για μελοδραματικές σπουδές.

Στη συνέχεια συγκρότησε προσωπικό θίασο (1926-28). Συνεργάστηκε με τους: Ι. Ριτσιάρδη, Ολυμπία Καντιώτου – Ριτσιάρδη και την διετία 1928-1930 με την Ολυμπία Καντιώτου. Συνέπραξε επίσης με τον Μάνο Φιλιππίδη στο Θέατρο «Αλάμπρα» και «ανέβασαν» τις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη « Η κόρη της καταιγίδας» και « Δεσποινίς Σορολόπ».

Το 1935 έπαιξε στα «Ερωτικά γυμνάσια» στο Θέατρο της «Κυβέλης». Εμφανίστηκε επανειλημμένα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία, και την Αίγυπτο. Ανέλαβε τις θέσεις του πρωταγωνιστή τενόρου και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Τουρκικής Οπερέτας (Γαλλικό Θέατρο Κωνσταντινούπολης 1937-38).

Τελικά, το 1938, άφησε το θέατρο και ανέλαβε εκφωνητής στον νεοϊδρυόμενο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.).  Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 1917 μέχρι το 1929 – ο πρώτος από την ίδρυση του- και Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1945 έως το 1952 και τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Γεωργίου Β’.

 

Πηγή


  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

Read Full Post »

Τα νομικά περιοδικά στο Ναύπλιο τον 19ον αιώνα


 

Ο δέκατος ένατος αιώνας βρίσκει το Ναύπλιο πόλη καθαρά σχεδόν Τουρκική [i]. Τις παραμονές της Επαναστάσεως από τους 6 χιλιάδες περίπου κατοίκους του, οι χριστιανοί δεν ξεπερνούν τους 300, μολονότι η πόλη ήταν έδρα σπουδαίας μητροπόλεως, ο δε τότε μητροπολίτης Ναυπλίου Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους θερμότερους μύστες της Φιλικής Εταιρείας [ii]. Με την άλωσή του όμως το 1822 και τη μεταφορά των Τούρκων στη Μικρά Ασία το Ναύπλιο μένει στα χέρια των Ελλήνων άδειο σχεδόν από κατοίκους. Τα κτήρια εν τούτοις ήταν σε καλή κατάσταση και γρήγορα κατελήφθησαν από τους προκρίτους της περιοχής.

Το γεγονός δε ότι θεωρήθηκε το ασφαλέστερο μέρος της Ελλάδος και σ’ αυτό εγκαταστάθηκε το 1823 η Προσωρινή Διοίκηση και κατόπιν το 1827 η οριστική έδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής, το κατέστησε πόλο έλξεως προσφύγων από κάθε γωνιά του Ελληνικού χώρου αλλά και πολλών ξένων κυρίως Ευρωπαίων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Λαμπρυνίδης [iii] η πόλη «παρουσίασε την όψιν αυτόχρημα μωσαϊκού διαλέκτων, ηθών εθίμων, αμφιέσεων κ.λ.π., ων την εικόνα παρέχει ημίν εν μέρει ο αείμνηστος λόγιος Δ. Κ. Βυζάντιος εν τη υπ’ αυτού φιλοτεχνηθείση όντως πρωτοτυπώ κωμωδία «Βαβυλωνία», της οποίας η σκηνή υπόκειται εν Ναυπλίω και τα πρόσωπα εκ του πραγματικού ήσαν ειλημμένα».

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ανάμεσα σ’ αυτούς, που τότε συνέρρευσαν στο Ναύπλιο ήταν και αρκετοί, που ήσαν ή ισχυρίζονταν πώς ήσαν νομικοί. Μερικοί όντως ιδιαίτερα αξιόλογοι, εδίδαξαν αργότερα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή στελέχωσαν τη δικαιοσύνη και τους άλλους σημαντικούς τομείς του δημοσίου βίου. Αυτοί οι πρώτοι νομικοί είναι εκείνοι, που έθεσαν τις βάσεις της νεώτερης Ελληνικής νομικής επιστήμης [iv], η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανύπαρκτη. Ελάχιστα ήταν, όπως είναι φυσικό, και τα νομικά βιβλία. Για περιοδικά νομικά δεν γίνεται λόγος. Αυτά προϋποθέτουν ζωντανή νομική επικαιρότητα, γι’ αυτό και κάνουν την εμφάνισή τους μόνον όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή όταν δημιουργείται κράτος και αρχίζουν να λειτουργούν τα δικαστήρια και οι άλλοι θεσμοί.

Τα νομικά περιοδικά που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι τέσσερα [v]. Μερικά πιο αξιόλογα από τα άλλα, το καθένα δημιούργημα της εποχής και των συνθηκών που το γέννησαν. Πολύ ενδιαφέρον, περισσότερο ως δείγμα γραφής, γιατί ήταν πολύ βραχύβιο είναι «Ο Παρατηρητής», «Περιοδικόν Σύγγραμμα Φιλολογικόν και Νομικόν», που εκδόθηκε από τον Εδουάρδο Μάσσονα κατά το έτος 1838.

Ο Εδουάρδος Μάσσων [vi], ο διαβόητος εισαγγελέας της δίκης του Θ. Κολοκοτρώνη, ήταν Σκωτσέζος και είχε σπουδάσει στο Αμπερντήν Νομικά, Φιλοσοφία και Θεολογία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1824 και το πρώτο αξίωμα που κατέλαβε ήταν γραμματέας του ναυάρχου Κόχραν. Από το 1825 άρχισε να διδάσκει Πολιτική Οικονομία, αργότερα δε και Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Έγινε ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Ελλάδος μετά δε την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών διορίστηκε καθηγητής της Ιστορίας και για λίγο χρόνο Αρεοπαγίτης. Η ζωή του προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της Αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα, της οποίας ήταν εκφραστής και ακολούθησε τις διακυμάνσεις που γνώρισε η Αγγλική επιρροή στη χώρα. Αντικαποδιστριακός, ανέλαβε μάλιστα την υπεράσπιση του Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επί Αντιβασιλείας Εισαγγελέας των πολιτικών δικών, περιορίζει τις δραστηριότητές του αυτές όταν ο ευνοούμενος των Άγγλων Άρμασμπεργκ εκδιώκεται και τέλος φεύγει από την Ελλάδα το 1845 για 20 ολόκληρα χρόνια. Επιστρέφει το 1865 και το 1867 αρχίζει την έκδοση του περιοδικού «Μνήμων», δημοσιεύει δε και μερικές μελέτες μέχρι το 1873, οπότε πεθαίνει στην Αθήνα. Εντύπωση προκαλεί το ότι στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Μνήμων» γράφει άρθρο εγκωμιαστικό για τον Καποδίστρια.

Του περιοδικού «Παρατηρητής» φαίνεται πώς εκδόθηκαν μόνο τρία τεύχη. Το καθένα από ένα τυπογραφικό φύλλο «εκ της τυπογραφίας των Κωνσταντίνων Τόμπρα [vii] και Ιωαννίδου». Παρά το μικρό του μέγεθος όμως είχε θέσει υψηλούς στόχους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι κύριο αντικείμενό του ήταν η Φιλοσοφία του Δικαίου. Μάλιστα δε στα τρία αυτά τεύχη γίνεται προσπάθεια να εκτεθούν οι νομικοφιλοσοφικές θεωρίες του Ιερεμία Μπένθαμ. Στο πρώτο τεύχος δημοσιεύεται έργο του ίδιου του Μπένθαμ, μεταφρασμένο από χειρόγραφό του, στο οποίο ο συγγραφέας για να διαγράψει ζωηρότερα τις γενικές αρχές, που πρέπει να διέπουν τη νομοθεσία, παριστάνει βουλευτή που τις κηρύττει εν είδει ομολογίας και υποσχέσεως. Στα δύο άλλα τεύχη δημοσιεύεται έργο του Ιακώβου Μίλλ, «περί Νομικής», το οποίο στην ουσία είναι ανακεφαλαίωση των θεωριών του Μπένθαμ.

Η προβολή των θεωριών του Μπένθαμ, οι οποίες ως γνωστόν διακρίνονται για το φιλελευθερισμό τους, προκαλεί ερωτηματικά γιατί την εποχή που δημοσιεύονται αυτά τα άρθρα, έχει γίνει ήδη η νομοθεσία του Μάουερ και το ρεύμα υπέρ της εισαγωγής των δοξασιών του Μπένθαμ στην Ελληνική νομοθεσία έχει προ πολλού εξασθενήσει. Είναι άραγε καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα; Ίσως. Το πιθανότερο όμως είναι ότι απηχούν το γενικότερο πνεύμα της εποχής, δηλαδή την αντίδραση στην απολυταρχία του Όθωνα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο 1838 επί «πρωθυπουργίας» Ζωγράφου και ασύδοτης δράσεως της Καμαρίλας. Τα υπόλοιπα, επίσης ενδιαφέροντα άρθρα του περιοδικού ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ίδιο το Μάσσονα.

Στο πρώτο τεύχος αρχίζει η δημοσίευση, που συνεχίζεται και στα επόμενα, περιλήψεως ομιλίας, την οποία εξεφώνησε κατά την έναρξη των πρώτων Ελληνικών Δικαστηρίων. Το γενικό θέμα της ομιλίας είναι, ότι η εθνική πρόοδος εξαρτάται από την κοινή ησυχία, την ορθή νομοθεσία και την ακριβή ενέργεια της Δικαιοσύνης. Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύει άρθρο περί Ρητορικής, περί εκπαιδεύσεως και περί του δικηγορικού επαγγέλματος. Στο ίδιο επίσης τεύχος δημοσιεύονται δύο ακόμα άρθρα, το ένα με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της κοινωνικής οικονομίας» και το άλλο «Γενεαλογία και διαγραφή της προσωπικής αξίας». Τέλος στο τρίτο τεύχος δημοσιεύει άρθρο με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της Φιλοσοφίας». Όλα του τα άρθρα διαπνέονται από ιδέες ευγενείς και φιλελεύθερες και καταφάσκουν στις αιώνιες ανθρωπιστικές αξίες.

Άλλο περιοδικό που αρχίζει να εκδίδεται την ίδια περίπου εποχή, αλλά που ευτύχησε να γνωρίσει μακρότητα ημερών είναι η «Εφημερίς Νομική» του Κωνσταντίνου Αξελού. Ο Κωνσταντίνος Αξελός [viii], ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της εποχής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως κατέφυγε μαζί με τα αδέλφια του στα νησιά και πήρε μέρος στην ναυμαχία της Σάμου μέσα σε πλοίο της οικογενείας του, στη συνέχεια δε το 1825 κατετάγη στον τακτικό στρατό. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια και με το βαθμό του επιλοχαγού αναλαμβάνει την διεύθυνση της νεοσύστατης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο. Παράλληλα διορίζεται εισηγητής στο διαρκές Στρατοδικείο και με την ιδιότητα αυτή διεξάγει τις ανακρίσεις και υποστηρίζει την κατηγορία για τη δολοφονία του Καποδίστρια. Με την επικράτηση της αντιπολιτεύσεως φεύγει από το στρατό και μετά την ίδρυση των τακτικών δικαστηρίων μετέρχεται το επάγγελμα του δικηγόρου στο Ναύπλιο. Τότε είναι που αρχίζει να εκδίδει την «Νομική».

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

Το 1843 παίρνει μέρος στις δημοτικές και τις βουλευτικές εκλογές. Εκλέγεται σύμβουλος του Δήμου Ναυπλιέων και δύο φορές βουλευτής Ναυπλίας. Μέχρι το 1857 υπηρετεί ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Σ’ αυτή τη θέση ασχολήθηκε με τη στατιστική της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης από συστάσεως των Ελληνικών δικαστηρίων μέχρι το 1854 και με τη σύνταξη του ευρετηρίου των Εφημερίδων της Κυβερνήσεως από το 1833 μέχρι το 1854. Κατόπιν επανέρχεται στο στράτευμα και διορίζεται διευθυντής του δικαστικού τμήματος του Υπουργείου Στρατιωτικών και παράλληλα βασιλικός επίτροπος στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Από τη θέση αυτή προκάλεσε την υπέρ του Νόμου αναίρεση της αποφάσεως κατά του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Από το 1862 και προφανώς εξ αιτίας της εκθρονίσεως του Όθωνα, φεύγει για την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέρχεται το δικηγόρο και υπηρετεί ως σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας. Εν συνεχεία υπηρετεί ως πρόξενος στο Βουκουρέστι και στο Ραχτζούκιο. Στην Ελλάδα και στο Στράτευμα επιστρέφει μετά από αρκετά χρόνια.

Η «Νομική» εκδίδεται συνεχώς από τον Οκτώβριο του 1837 μέχρι το 1860, «άπαξ της εβδομάδος αορίστως», επίσης από το τυπογραφείο Τόμπρα – Ιωαννίδου. Όπως γράφει στο πρώτο φύλλο της «Νομικής», σκοπόν έχει την δημοσίευση της νομολογίας των εν Ναυπλίω Εφετών και του Αρείου Πάγου, αλλά όχι μόνον αυτό. Παράλληλα με τον πρακτικό αυτό σκοπό, ενδιαφέρεται εξ ίσου για την προαγωγή της νομικής επιστήμης με τη δημοσίευση επιστημονικών εργασιών. Και πράγματι πρόκειται για αξιόλογο περιοδικό. Ιδίως τα πρώτα 5-6 χρόνια, πριν ο Αξελός αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική, η «Νομική» φαίνεται να γράφεται με μεράκι. Η ύλη της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δημοσιεύει χιλιάδες αποφάσεις Ελληνικών αλλά και ξένων δικαστηρίων και μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών, επίσης Ελλήνων και ξένων. Στο νομικό και ιδιαίτερα τον ιστορικό του Δικαίου η «Νομική» παρέχει πολύτιμο υλικό, γιατί μέσα από τις σελίδες της μπορεί να παρακολούθηση την πορεία της Νεοελληνικής Νομικής επιστήμης κατά τα πρώτα χρόνια της υπάρξεώς της, κατά την περίοδο, η οποία σοφά έχει χαρακτηρισθεί από τον αείμνηστο καθηγητή μας Παν. Ζέπο ως περίοδος αναζητήσεως και προπαρασκευής [ix].

Η Ελληνική Νομική επιστήμη, που ακόμα δεν έχει βρει το δρόμο της, ταλαντεύεται μεταξύ διαφόρων τάσεων και τόσο οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της νομοθετικής πολιτικής, όσο και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούν το νομοθετικό πρότυπο που αρμόζει στην Ελλάδα. Και όταν ακόμα οι περισσότεροι τομείς του δικαίου εκαλύφθησαν από την νομοθεσία του Μάουερ, το πνεύμα της αναζητήσεως παρέμεινε ως προς το αστικό δίκαιο, το οποίο ο Μάουερ ως γνήσιος μαθητής του Σαβινώ δεν θέλησε να θίξει. Εξακολουθεί να δεσπόζει τόσο στην νεοϊδρυθείσα Νομική Σχολή Αθηνών όσο και στη διδασκαλία των αυτοσχεδίαν νομοδιδασκάλων [x], οι οποίοι παράλληλα προσπαθούν, καθώς φαίνεται με επιτυχία, να καλύψουν την ανάγκη παροχής νομικής παιδείας σε άλλες πόλεις της χώρας. Έτσι βλέπουμε άλλος να διδάσκει Ρωμαϊκό και άλλος Γαλλικό δίκαιο. Η «Νομική» δεν μένει αμέτοχη φυσικά. Ο Αξελός υποστηρίζει την εισαγωγή του Γαλλικού δικαίου, δεν διστάζει μάλιστα να δημοσιεύσει [xi] την άποψη του Γάλλου καθηγητού των Παρισίων Βροβάρ, «ότι το Ρωμαϊκό δίκαιο δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο όσο το θεωρούν σήμερα στην Ευρώπη»!

Πέρα από τα επιστημονικά θέματα, πολλές είναι οι πληροφορίες, που παρέχει η «Νομική» για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Δικαιοσύνη και η νεοσύστατη νομική οικογένεια της χώρας. Πολλά τα ευτράπελα αλλά και τα σοβαρά μπορεί κανείς να σταχυολογήσει από τις στήλες της. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τους λίγους, ακατάρτιστους πολλές φορές νομικούς, τους δικαστικούς κλητήρες, που πολλοί δεν ήξεραν ούτε το αλφάβητο, με αποτέλεσμα τις άκυρες επιδόσεις και τις επεμβάσεις των ξένων προστατών της χώρας. Για να περιοριστούμε σε μία μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, θ’ αναφερθούμε στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης του συνταγματάρχη Θ. Γρίβα, όπου ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι Γάλλος και η δίκη διεξάγεται σε δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα οι μεν κατηγορούμενοι να μην καταλαβαίνουν το κατηγορητήριο, οι δε δικαστές τι λέει η υπεράσπιση. Την παρ’ όλα αυτά αθώωση του κατηγορουμένου.

Αλλά δεν είναι μόνο η Ελληνική επικαιρότητα, που καλύπτεται από τις στήλες της «Νομικής». Πλήθος είναι οι πληροφορίες για τα διεθνή πράγματα, κυρίως βεβαίως στο νομικό και δικαστικό χώρο. Αυτές μαζί με τις μελέτες που αναφέρονται στο αλλοδαπό δίκαιο και σε αλλοδαπούς θεσμούς, από την Αμερική μέχρι την Ινδία, χαρίζουν στη «Νομική» ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της έχεις την εντύπωση ότι η Ελλάδα της εποχής δεν είναι μια απομονωμένη χώρα, αλλά αντίθετα τόπος ανοιχτός σε κάθε ρεύμα και κάθε καινούργια ιδέα.

Τη «Νομική» μόλις έπαυσε να εκδίδεται επιχειρεί να αντικαταστήσει η «Εφημερίς των Δικαστηρίων», η οποία εκδίδεται από τρεις δικαστές, τους εφέτες Μ. Οικονόμου και Δ. Σαράβα και τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Α. Αθανασιάδη. Κύριο σκοπό της η «Εφημερίς» έχει τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων για να βοηθηθεί η πρακτική εφαρμογή του δικαίου. Είναι αξιοπρεπές περιοδικό, αλλά δεν προκαλεί το ενδιαφέρον της «Νομικής» γιατί δεν έχει το δυναμισμό εκείνης, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο εκδόσεώς της. Η «Εφημερίς των Δικαστηρίων» εκδίδεται ανά δεκαπενθήμερο από 15 Απριλίου 1860 μέχρι το Σεπτέμβρη τού 1862.

Μετά 30 περίπου χρόνια, θα εκδοθεί ξανά νομικό περιοδικό στο Ναύπλιο. Είναι η «Δικαστική Εφημερίς», εκδιδόμενη από το δικηγόρο Σπύρο Γιαννόπουλο. Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε δοκιμαστικά την 1η Σεπτεμβρίου 1889 και μετά τακτικώς κάθε Σάββατο μέχρι 21 Σεπτεμβρίου 1891. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο Σωτηρίου Ε. Βίγγα «παρά τη πλατεία του Συντάγματος». Σκοπό της τάσσει πρωτίστως τη δημοσίευση των σπουδαιο­τέρων αποφάσεων των τοπικών δικαστηρίων, ιδίως δε του Εφετείου, καθώς και επιστημονικών διατριβών. Επί πλέον να παρέχει στους δικηγόρους πληροφορίες για την κίνηση των δικαστηρίων, όπως προσδιορισμό των δικών, έγγραφες στα πινάκια, την έκδοση των αποφάσεων, κατάλογο των ενόρκων και λοιπές πληροφορίες που θα ήταν πολύ χρήσιμες, κυρίως στους εκτός Ναυπλίου δικηγόρους. Στα δύο χρόνια της ζωής της η «Δικαστική Εφημερίς» εκπληρώνει με συνέπεια τους σκοπούς της. Αλλά συγκρί­νοντάς τη με τη «Νομική» ή τον «Παρατηρητή» νοιώθει κανείς την αλλαγή, που έχει συντελεσθεί και τη διαφορά του Ναυπλίου ως επαρχιακής πόλεως από την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Κράτους.

 

Κυριακή Θ. Ασημακοπούλου

Δικηγόρος

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Σ. Τρικούπη, «Ιστορία της  Ελληνικής  Επαναστάσεως», έκδ. β’, τ. Β’, σσ. 120-121. Αναλυτική περιγραφή και πλουσία βιβλιογραφία παρέχεται στην ιστορική μελέτη του Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήναι 1950 β’ εκδ.

[ii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 194.

[iii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 245.

[iv] Π α ν. Ζέπου,Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον, «Πελοποννησιακά», τ. Ις’ (1985-86), σ. 15, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.

[v] Ο αριθμός των περιοδικών πάσης φύσεως που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεπερνάει τα 30. Δ. Γ κ ί ν η. Κατάλογος Ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών 1811-1863. Για λίγα απ’ αυτά έχει γίνει έρευνα. Για τα περιοδικά «Ήώς» και «Αθηνά» βλ. Ε. Δ. Μ π ε λ ι ά, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 1976), Αθήναι 1979, σσ. 219-244.

[vi] Δ. Βαρδουνιώτης, Εδ. Μάσσων «Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού», τ. 11 (1915), σσ. 225-234.

[vii] Βιογραφικά του Κων. Τόμπρα βλ. στου Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο τύπος και η Νεοελληνική Αναγέννησις, λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς την 25ην Μαρτίου 1960 εις την Μεγάλην αίθουσαν τελετών του Παν/μίου Αθηνών, σσ. 20 επ.

[viii] Την αυτοβιογραφία του εδημοσίευσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Αξελός σε φυλλάδιο με τον ομώνυμο τίτλο κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και για την υστεροφημία του, αλλά και θέλοντας να δείξει ότι στο Ελληνικό Κράτος δεν αναγνωρίζονται, αντίθετα αντιμετωπίζονται δυσμενώς οι άξιοι δημόσιοι υπάλληλοι, όση και αν είναι η αξία ή η προσφορά τους.

[ix] Π α ν. Ζέπου.Η νεωτέρα Ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου,
Αθήναι 1954, όπου και πηγές και πλουσιωτάτη βιβλιογραφία.

[x] Η «Νομική» παρέχει πολλές πληροφορίες για τους αυτοσχέδιους νομοδιδασκάλους, που εδίδαξαν στο Ναύπλιο. Περισσότερα στην γλαφυροτάτη μελέτη του Παν. Ζέπου,    Απαρχές… (σημείωση 4 ανωτέρω).

[xi] «Νομική» τεύχος 13.

 

Πηγή


  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Αθήναι, 1989.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »