Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Ζέρβας Χρ. Γιώργος  


 

Γεννήθηκε το 1960 στην Πρόσυμνα Αργολίδας. Στην Αθήνα σπούδασε χημεία (Πανεπιστήμιο Αθηνών) και κινηματογράφο (Σχολή Σταυράκου). Στο Παρίσι συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στον κινηματογράφο (Sorbonne, Paris I) και σκηνοθεσία δημιουργικού βίντεο (Ecole Nationale Superieure des Arts Decoratifs). 

Εργάζεται ως σκηνοθέτης – παραγωγός ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες του έχουν παρουσιαστεί σε διάφορα τηλεοπτικά κανάλια και φεστιβάλ ανά τον κόσμο όπως για παράδειγμα στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Παρίσι, Μασσαλία, Στρασβούργο, Μόναχο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βαρκελώνη, Κάρλοβυ Βάρυ, Κωνσταντινούπολη, κ.α.  

  

Επιλεκτική Φιλμογραφία  


  

  • 1996  « ΟΤΑΝ  Ο  ΣΑΓΚΑΛ  ΚΟΣΤΙΖΕ  ΛΙΓΟΤΕΡΟ  ΑΠΟ  ΕΝΑ  ΚΙΛΟ  ΠΑΤΑΤΕΣ – Η διαδρομή της συλλογής Γ. Κωστάκη»,  70′.

 Παραγωγή  Εθνικής Πινακοθήκης, Ελληνικού  Κέντρου Κινηματογράφου, Φαντασίας Οπτικοακουστικής .

( συνεργασία με τον Γ . Παπακωνσταντίνου) 

Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ καλύτερου ντοκιμαντέρ στο 37ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ καλύτερου ντοκιμαντέρ ΥΠ. ΠΟ. 1996)  

Συμμετοχή στο διεθνές φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Μασσαλίας, Ιούνιος 1997  

Συμμετοχή στο διεθνές φεστιβάλ Κόρκ, Ιρλανδία Οκτώβριος 1997  

Συμμετοχή στο διεθνές φεστιβάλ Amascultura, Πορτογαλία Νοέμβριος 1997  

Συμμετοχή στο διεθνές φεστιβάλ «film sur l’ art», Κέντρο Ζωρζ Πομπιντού Παρίσι, Δεκέμβριος, 1998)  

  • 2000  «Μ’ αρέσουν οι καρδιές σαν τη δική μου- ΜΑΡΚΟΣ  ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ» 68′  

Παραγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΕΡΤ, LUMIERE SERVICES, ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΗ, EURIMAGES, MEDIA.  

Υποστήριξη: ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΥΚΛΑΔΩΝ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ, ΔΗΜΟΣ ΑΝΩ ΣΥΡΟΥ  

Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ Ελλήνων Δημοσιογράφων στο 2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ  Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ου αιώνα Μάρτιος 2000  

Συμμετοχή στη 3η Εβδομάδα Ευρωπαϊκού Δημιουργικού Ντοκιμαντέρ,Στρασβούργο, Νοέμβριος 2000  

Συμμετοχή στο 16° Διεθνές Φεστιβάλ Μονάχου, Απρίλιος 2001  

Συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Κάρλοβυ Βάρη, Ιούλιος 2001  

Συμμετοχή στο 5° Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Κωνσταντινούπολης, Οκτώβριος 2001  

  • 2002  « Μου λένε να μη σ’ αγαπώ – ΤΟ ΣΜΥΡΝΑΙΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ», 89′  

Παραγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS,  ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΝΕΤ (ΕΡΤ), ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΗ, UNDERGROUND FILMS & TV PRODUCTIONS (ΚΥΠΡΟΣ).  

Με την υποστήριξη: ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ.  

Χορηγία: HEALTHCARE SOLUTIONS Α.Ε.  

Β’ ΒΡΑΒΕΙΟ στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ο αιώνα, Μάρτιος 2003  

Συμμετοχή στο 23° Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης, Απρίλιος 2004  

Συμμετοχή στη 4η Διεθνή Συνάντηση για το Ρεμπέτικο Τραγούδι, Ύδρα, Οκτ. 2004  

Συμμετοχή στη 5η Διεθνή Συνάντηση Αρχαιολογικής Ταινίας του Μεσογειακού Χώρου, Νοέμβριος 2004  

  • 2005 «ΤΩΡΑ ΚΑΝΩ ΟΝΕΙΡΑ» – 18 ΑΝΩ: ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ, 77′  

Συμμετοχή στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ο αιώνα, Μάρτιος 2005.  

Παραγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS, ΟΤΟΕ  

Με την υποστήριξη : ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ, ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ- ΠΕΙΡΑΙΑ  

Συμμετοχή στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ο αιώνα, Απρίλιος 2005.  

  • 2006-7  ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, σειρά 15 ημίωρων ντοκιμαντέρ.   

Παραγωγή:ΕΤ1, εκτέλεση παραγωγής: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ  FILM PRODUCTIONS  

Συμμετοχή στο 9ο&10ο  Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ο αιώνα, Μάρτιος 2007-8.  

  • 2008   ΟΔΥΝΗ: μικρές ιστορίες ανεργίας, 53′  

Παραγωγή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΕΡΤ, VOX DOCUMENTARIES.  

Συμμετοχή στο 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Εικόνες του 21ο αιώνα, Απρίλιος 2009.  

  •  2006-8  ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΝΕΩ – Μουσικοί του κόσμου στην Κρήτη», 89′  

Παραγωγή: VOX DOCUMENTARIES, ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS  

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ  

ΒΡΑΒΕΙΟ Σκηνοθεσίας στο 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού ντοκιμαντέρ, Χαλκίδα 2009.   

  • 2009 Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ – αγάπη και πόνος για το πορτοκάλι, 76′  

Παραγωγή ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS  

Υποστήριξη: ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ, ΤΕΔΚ Ν. ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ, ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΟΥΣ, ΔΗΜΟΣ ΜΥΚΗΝΑΙΩΝ, ΔΗΜΟΣ ΜΙΔΕΑΣ, ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΕΩΠΟΝΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ, ΦΥΤΩΡΙΑ ΦΑΚΛΑΡΗ.

Read Full Post »

Δήμαρχοι του Άργους (1834–1951)


 

Οι Δήμαρχοι του Άργους – Τάσου Τσακόπουλου (1834-1930)

 Άρθρο του Δικηγόρου και Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη

στο περιοδικό «ελλέβορος» του 1988.

Πρόκειται για τρία άρθρα του Τάσου Τσακόπουλου, τα ο­ποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» στις 15 Ιουνίου και στις 6 και 13 Ιουλίου 1930. Θέμα τους ήταν οι δήμαρχοι του Άργους, από το 1834 που καθιερώθηκε ο θε­σμός μέχρι και το 1930.

Για τους αναγνώστες που θα εν­διαφέρονταν τυχόν για περισσότερες πληροφορίες, σημειώ­νουμε ότι ως προς τις οικογένειες των Δημ. Τσώκρη, Περρούκα και Βλάσση παραπέμπουμε στις σελίδες 249-260 της «Κα­ταστροφής του Δράμαλη» του Βαρδουνιώτη όπου, σε παράρ­τημα, παρατίθενται πολύτιμες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί και από το αρχείο Περρούκα, που δια­σώθηκε χάρη στο Βαρδουνιώτη και με φροντίδες του κατατέ­θηκε και φυλάγεται στην «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος».

                                                                                            

ΟΙ ΑΠΟ ΤΑ 1834 ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ

ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

και ο ήδη διατελών τοιούτος Κωνσταντίνος Μπόμπος αδελφός του ανωτέρω.

Εις προηγούμενο φύλλον της «Αγροτικής Αργολίδος» εδημοσιεύσαμεν κατά σειράν όλα τα ονόματα των διατελεσάντων Δημάρχων της πόλεως Άργους. Σήμερον δε, προσφέρομεν μεγαλυτέραν συμβολήν εις την πολιτικήν ιστορίαν της πόλεώς μας και μάλιστα επ’ ευκαιρία των εορτών της Εκατονταετηρίδος, δημοσιεύοντες κατά χρονολογικήν περίοδον τους εκλεγέντας και διατελέσα­ντας δημάρχους μέχρι σήμερον.

Ο πρώτος «περί συστάσεως των Δήμων» νόμος υποβληθείς παρά της Βαυαρικής αντιβασιλείας εις την βάσανον ιδιαιτέρας επιτροπής πρώτον, και είτα του Υπουργικού Συμβουλίου, επεκυρώθη τη 27 Δεκεμβρίου 1833, ως νόμος του Κράτους και εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 3 φύλλον της Εφημερί­δος της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Η εφαρμογή του ήρξατο τον Μάϊον του 1835, και αι πρώται δημοτικαί εκλογαί ενηργήθησαν τότε.

Οι δε κατά χρονολογικήν σειράν διατελέσαντες Δήμαρχοι είνε οι εξής:

1835-1838. Πρώτος Δήμαρχος Χρίστος Βλάσσης. Η οικογένεια Βλάσσιδων μετώκησε εν Άργει προ του 1770, εκ της παρά την Σπάρτην ακμασάσης άλλοτε και νυν ερήμου κωμοπόλεως Κοτίτσας. Ανεδείχθησαν όμως εν Άργει πλουσιώτατοι, δυνατοί και διάσημοι προύχοντες.

1838-1841. Κωνσταντίνος Βώκος. Προύχων, μέγας γαιοκτήμων, και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη.

1841-1848. Γεώργιος Τσώκρης, αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Όστις εκ παιδικής ηλικίας εξεπατρίσθη εις Κωνσταντινούπολιν, επανήλθεν εις το Άργος τον Ιούλιον 1817, και τη χρηματική αρωγή του και άλλων συγγενών εστρατολόγησε το πρώτον εξ Αργείων πολεμικόν σώμα.

1848-1852. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, έγκριτος, επιφανής και μεγαλοκτη­ματίας κατήγετο εκ Βυτίνης (της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) αδελφός του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου, ου τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του Ναού του Τιμίου Προδρό­μου, και σύγγαμβρος του στρατηγού Δ. Τσώκρη.

1852-1855. Κωνσταντίνος Βώκος, περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1855-1858. Ιωάννης Βλάσσης, αδελφός του Χρίστου, περίφημος ιατρός, σπουδάσας εν Παταβίω της Ιταλίας, μέλος της εν Ναυπλίω φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825 και βουλευτής τω 1844, 1859 και 1861.

1858-1861. Πέτρος Διβάνης ιατρός σπουδάσας εις Ιταλίαν, και πενθερός του ιατρού και επανειλημμένως διατελέσαντος Δημάρχου Αργείων Σπήλιου Καλμούχου.

1861-1866. Λάμπρος Λαμπρυνίδης δικηγόρος, πατήρ του φιλομούσου, του μουσοτραφούς του ευφυολόγου, και ικανοτάτου υπαλλήλου του ΣΠΑΠ Γεωργίου Λαμπρινίδου, κατήγετο εκ Κυνουρίας της Αρκαδίας, ηπίου και ευ­θύτατου χαρακτήρος, εις ον οφείλεται το υδραγωγείον δι ου και σήμερον ακόμη υδρεύεται η πόλις, Κεφαλαρίου – Άργους, ο ελαιών της Άκοβας, η γέ­φυρα εις θέσιν Καρακάξα, ήτις και σήμερον είνε γνωστή υπό το όνομα «Γεφύ­ρι του Λαμπρινίδη». Ως λέγεται ήτο αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας, έφιπ­πος περιήρχετο τας αγροτικάς περιφερείας προς καταδίωξιν των ποιμένων.

Κατά την μεταπολίτευσιν καταδιωχθείς ως Οθωνιστής παρητήθη του Δημαρχικού αξιώματος, και ανέλαβεν ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς. Παρ’ όλας τας προσπαθείας μας, δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν πόσον χρόνον διετέλεσεν ούτος δήμαρχος, είναι γνωστόν ότι λόγω της ανωμά­λου πολιτικής καταστάσεως παρετάθη η Δημαρχιακή περίοδος μέχρι του 1866. Η οικογένεια Καραμουτζά είναι μία εκ των αρχαιοτέρων του Άργους, μάλι­στα επί Τουρκοκρατίας το Ν.Α τμήμα της πόλεώς μας έφερε το όνομα Καραμουτζά-Μαχαλέ.

Μετά την μεταπολίτευσιν ανεδείχθησαν δήμαρχοι οι εξής:

1866-1870. Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος, πατήρ της ευγενεστάτης και φιλευ­σπλάχνου επιτίμου προέδρου των Κυριών, (ήτις ανελλιπώς διατελεί τοιαύτη από του θανάτου της αειμνήστου Ελένης Ανδρέου Καρατζά, θυγατρός του στρατητού Τσώκρη) επί του φιλοπτώχου ταμείου, Κατίνας Ν. Μπόμπου. Ως δήμαρχος λέγεται αφήκεν εποχήν, σοβαρός, επιβλητικός και αυστηρός εις τα της διοικήσεως του Δήμου.

1870-1874. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος, κατήγετο εκ του ορεινού χωρίου της Αρκαδίας Κανδήλα, ιατρός συμπληρώσας τας σπουδάς του εν Παρισίοις, ευ­γενής, σοβαρώτατος, καλοκάγαθος, είχε το φανταστικώτερον κόμμα.

1874-1875. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός, διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητι­κός, ευφυής, εύστροφος, είρων δε, απαράμιλλος, ήσκει επιρροήν εις την πολιτικήν όλης της Επαρχίας. Ακάματος, αφιλοκερδής, δεν υπήρξεν Αργείος α­σθενής όστις να μην ησθάνθη ευεργετικώς την ιατρικήν του περίθαλψιν, ανε­δείχθη και πληρεξούσιος. Έργα του Καλμούχου εισίν, η σημερινή αγορά, το γυμνάσιον, (εις το κτίριον προ εικοσαετίας εστεγάζοντο τα Ειρηνοδικεία Β.Ν. πλευράς) η εκ πιπερών δενδροστοιχία της οδού Τριπόλεως, ο εξωραϊσμός της Δημαρχίας, και των τότε Ελληνικών Σχολείων κ.τ.π. Δυστυχώς ο εν Αθήναις διαπρεπής ιατρός μικροβιολόγος υιός του, Πέτρος Καλμούχος, άπαξ αναδει­χθείς Βουλευτής δεν ηδυνήθη να κράτηση το μέγα κόμμα του αειμνήστου πατρός του.

 

Σπήλιος Καλμούχος

 

1879-1883. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος· περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1883-1891. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός κ.λπ.

1891-1893. Χαράλαμπος Μυστακόπουλος μεγαλέμπορος, κατήγετο εκ Λογανίκου της Λακωνίας, εις τον Μυστακόπουλον οφείλεται η δια σιδηρών σω­λήνων διοχέτευσις του ύδατος εντός της πόλεως. Ανήρ σθένους και τόλμης, έσωσε την πόλιν από τα κακοποιά στοιχεία των εμφυλίων σπαραγμών και της αναρχίας του 1862. Πρότυπον και τιμίου δημάρχου, δείξαντος εξαιρετικόν ενδιαφέρον δια τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Χαρακτηριστικόν δε του ενδιαφέροντός του δια το δημοτικόν χρήμα είνε και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικόν συμβούλιον τω εψήφισε δραχμάς 700 δια την μετάβασίν του εις Αθήνας προς παραλαβήν των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν εδέχθη ει μη μόνον δραχμάς 15 δι εισιτήριόν του Γ θέσεως. Απέθανε το δεύ­τερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

 

1893-1899. Σπήλιος Καλμούχος.

1899-1903. Εμμανουήλ Ρούσσος ιατρός εκ των ευδοκιμωτέρων, ευγενής, ειλικρινής φειδωλός του δημοτικού χρήματος, μανιώδης εις την φύτευσιν διαφόρων δένδρων. Οι αδελφοί Ρούσσοι, επιστήμονες εκ των εγκριτοτέρων της πόλεώς μας, αν και δεν ανήκουν εις οικογένειαν πολιτευομένην, εν τούτοις η προσωπικότης των, ο χαρακτήρ των και τα όλως εξαιρετικά προσόντα των, τους επέβαλον εις την δημοσίαν συνείδησιν ώστε να αναδειχθώσιν εις την πολιτικήν και οι τρεις ο Δημήτριος ως Βουλευτής κατά Αύγουστον 1910, ο Μανωλάκης Δήμαρχος 1899-03 και ο Γεώργιος, ο ευφυέστερος και νοημονέστερος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Άργους κατ’ επανάληψιν.

1903-1907. Δημήτριος Κούζης ο ήδη γερουσιαστής αναδειχθείς και βου­λευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων, με ατομικήν πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέ­ψεως, βαθύτατης. Διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου.

1907-1914. Ανδρέας Καρατζάς δικηγόρος, υιός του εν Πάτραις διαπρεπούς νομομαθούς αειμνήστου Νεοκλέους Καρατζά. Εγκατασταθείς ενταύθα από του γάμου του, μετά της θυγατρός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη Ελέ­νης, και πολιτευόμενος ανεδείχθη πολλάκις βουλευτής της Επαρχίας Άργους 1894-1895 και 1899-1903, ικανός, λόγιος μεγάλης μορφώσεως, εις ον η πόλις εκτός των άλλων έργων οφείλει και εσαεί θα ευγνωμονεί, το μέγιστον και εκπολιτιστικόν αγαθόν, τον ηλεκτροφωτισμόν αυτής.

Επί Καρατζά η δημαρχική περίοδος παρετάθη από το 1911-1914 ένεκα στρατιωτικού κινήματος κατά 1909, και των ενδόξων και νικηφόρων πολέμων 1912-1913.

1914-1925. Εγένετο η πόλις Άργους κοινότης, ως έχουσα πληθυσμόν έλαττον των 10 χιλ. κατοίκων, ένεκα της πλημμελώς ενεργηθείσης απογραφής των κατοίκων. Μετά εγένετο πάλιν δήμος και κατά Οκτώβριον του 1925 εξελέγη Δήμαρχος Αργείων ο Αγγελής Μπόμπος  (192528) έμπορος τίμιος, δραστή­ριος, χρηστός πολίτης, ήσυχος, συνετός, ολιγόλογος· λόγω του ησύχου και διαλλακτικού χαρακτήρος του, προετάθη ως δήμαρχος υφ’ όλων των κομμά­των. Ο εξωραϊσμός της πόλεως, οι δρόμοι, η αποξήρανσις του βάλτου, η επι­σκευή του υδραγωγείου, και τόσα άλλα έργα έτυχον της αμερίστου προσοχής του. Απέθανεν κατά το δεύτερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

1928-1930. Ο Κωνσταντίνος Μπόμπος έμπορος· διαδεχθείς τον αποθανό­ντα αδελφόν του Αγγελήν Μπόμπον. Όστις εξακολουθεί το χαραχθέν υπό του αδελφού του πρόγραμμα. Την δε εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των συμπολιτών του ο δημωφελέστατος Δήμαρχος, την θεωρεί υποχρέωσίν του, την θεωρεί καθήκον του επιβεβλημένον.

 

Κωστής Μπόμπος στο σπίτι του, 1937. μπλοκ

 

Είχε δοθεί για δημοσίευση στον «Ε» το άρθρο του Τ. Τσακόπουλου, όταν βρήκα στα χειρόγραφα κατάλοιπά του, σημείωμα με τα ονόματα των δημάρχων μέχρι το 1930, αλλά και των μετέ­πειτα, μέχρι και τον Στάθη Μαρίνο. Το σημείωμα είναι αχρονολόγητο. Δημοσιεύω από αυτό πιστά όλες τις αναγραφές για την περίοδο μετά τον Αγγελή Μπόμπο.

 «Κωνσταντίνος Μπόμπος, αδελφός του Αγγελή.

Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης, 1941-1943, δικηγόρος.

Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, δικηγόρος, 1943-1944. Ούτος προσέφερε πολλάς εκδουλεύσεις και υπηρεσίας εις την πόλιν κατά την επάρατον εκείνην εποχήν της κατοχής. Χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πληγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι σκληροί και απαίσιοι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι.

Ευστάθιος Μαρίνος, ιατρός, όστις εκλέγεται δήμαρχος από της 15ης Απριλίου του 1951 μέχρι σήμερον. Εις τον κ. Μαρίνον οφείλεται η δια σιδηρών σωλήνων ύδρευσις της πόλεως και ού­τω υδρεύεται δι’ αφθόνου ύδατος το πολυδίψιον ‘Αργος (Ιλιάς 4.171)».

 Σημειώνω για την ιστορία ότι το αιωνόβιο πλατάνι του Κεφαλαριού κό­πηκε από τους «ευαίσθητους» ντόπιους, με απόφαση του κοινοτικού Συμβουλίου Κεφαλαριού και με πρόεδρο Κοινότητας τον κ. Μπουντούρη, το 1983. Δεν ξέρω τι θα έγραφε για την πράξη αυτή ο προδρομικά οικολόγος Τσακόπουλος, όπως άλλωστε και για την άθλια ποιότητα του νερού του Άργους, που πλέον ξεδιψάει με μεταλλικό νερό εμφιαλωμέ­νο…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Read Full Post »

Ηλίανθοι – Σπύρος Καραμούντζος


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» η νέα ποιητική συλλογή του δάσκαλου και ακάματου εργάτη του λόγου Σπύρου Καραμούντζου, Ηλίανθοι.

Ο ταξιδευτής του χρόνου, μας προσφέρει και πάλι ένα αντίδωρο ψυχής. Ένα βιβλίο γεμάτο από φως, νοσταλγία, ευαισθησία, ανθρωπιά, αγάπη κι έρωτα.

Ο Σπύρος Καραμούντζος, βαδίζει ξανά στους γνώριμους γι’ αυτόν δρόμους της ποίησης και επιχειρεί να μας μυήσει στα μυστικά των δικών του αναζητήσεων και στοχασμών, να μας ξεναγήσει στον δικό του ολάνθιστο, παυσίλυπο κήπο.

«Ο ποιητής στάζει στο έργο του τα μύρα της τρυφερότητάς του, στην κορυφαία ώρα της ωριμότητάς του» γράφει ο Θεολόγος και συγγραφέας Αντώνης Μεντές στο προλογικό του σημείωμα αγάπης.

Ηλίανθοι. Στρέφουν τα κεφάλια τους στον ήλιο κι ακολουθούν την πορεία του απ’ την ανατολή μέχρι το γέρμα του. Το ίδιο δρομολόγιο μας προτείνει ο Σπύρος Καραμούντζος. Να κοιτάξουμε προς την μεριά του ήλιου, μέσα από τους στίχους του, μέσα από την τρυφεράδα των λόγων του, μέσα από τα αποτυπωμένα στο χαρτί τραγούδια ζωής κι ελπίδας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες ποιημάτων:

Αναμνήσεις

Αφιερώματα

Του νερού γυρίσματα.     

Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει έτσι απλά. Ο Σπύρος Καραμούντζος, ένας ευγενής λόγιος και ποιητής, θέλει στις τελευταίες σελίδες του να μοιράσει το δικό του σπιτίσιο γλυκό σε όλους, όσοι τον τίμησαν κι έγραψαν γι’ αυτόν και το έργο του, λόγια καρδιάς κι αγάπης αλλά και σε όσους τον διάβασαν, μοιράστηκαν μαζί του συναισθήματα και αναμνήσεις και τον ενθάρρυναν στον ανηφορικό δρόμο της ποίησης και της συγγραφής.

Το Επίμετρο. Ένα αληθινό, ζεστό ευχαριστώ που θα μείνει ανεξίτηλο στο διηνεκές.  

Ηλίανθοι. Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο « Εκ Προοιμίου», τηλ.  27510 20419,  Νικηταρά 14, Άργος.

 

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 


  

 Η Διοικητική Επιτροπή του Μουσείου Μπενάκη και το Διοικητικό Συμβούλιο του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος σας προσκαλούν την Τρίτη 23 Μαρτίου 2010 και ώρα 8.00 μ.μ. στα εγκαίνια της έκθεσης: 

 «Ενδύεσθαι» 

για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

  

Η έκθεση βασίζεται στην ενδυματολογική συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Βασίλειος Παπαντωνίου», που αποτελείται από μεγάλη γκάμα μουσειακών ενδυμάτων από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αριστουργήματα σχεδιαστών παγκόσμιας εμβέλειας, όπως των Mariano Fortuny, Jeanne Lanvin, Christian Dior, Jean-Paul Gaultier, Issey Miyake κ.ά., αλλά και Ελλήνων σχεδιαστών με διεθνή ακτινοβολία, όπως των Γιάννη Ευαγγελίδη, Jean Dessès, του James Galanos, Γιάννη Τσεκλένη, Σοφίας Κοκοσαλάκη κ.ά.  

Με την παρουσίαση της μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα συλλογής αυτής η έκθεση φιλοδοξεί να αναδείξει την ανάγκη δημιουργίας ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό η έκθεση, πέρα από την παρουσίαση συλλεκτικών ενδυμάτων, θίγει το θέμα των διαφορετικών λειτουργιών του ενδύματος και των διαφορετικών ερμηνειών του από την επιστήμη της ενδυματολογίας. 

  

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

 
 


 

  

Ενδυματολογία είναι η μελέτη των ενδυμάτων από ιστορική, οικονομική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και κατασκευαστική σκοπιά. Ένδυμα είναι καθετί με το οποίο σκεπάζουμε το σώμα, ενώ ενδυμασία το σύνολο των εξωτερικών κυρίως ενδυμάτων. Πηγές της ενδυματολογικής έρευνας είναι: τα ενδύματα αυτά καθαυτά, τα γραπτά μνημεία, ο προφορικός λόγος, οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις, τα κάθε λογής σχέδια και, τα κάθε είδους φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα. 

Πριν εκατομμύρια χρόνια τα ανθρώπινα όντα λες και βγήκαν από το δοσμένο φυσικό τους περίβλημα για να μεταμορφωθούν σε αφύσικα όντα και να δώσουν  όψη, σε μια υπερφύση, που θα εξέφραζε την αντίληψη του εαυτού τους ως δαιμόνια, ως πνεύματα, ως αγγέλους. (Karl Gröning, “Decorated Skin”, Thames & Hudson Ltd., London, 1997). 

Κάποτε ο άνθρωπος ζωγράφισε το κορμί του για να γίνει ένα με το περιβάλλον και να κρυφτεί σ’ αυτό. Ταυτίστηκε με τ’ άγρια ζώα σκοτώνοντάς τα και μπαίνοντας στο πετσί τους. Όλα αυτά τα εξωράισε και τα μετέτρεψε κάποια στιγμή σε τέχνημα, σε στολίδι. 

Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που με τη δική του απόφαση μπορεί ν’ αλλάξει την όψη του. 

Το θέμα της έκθεσης αφορά το ένδυμα από όλες τις οπτικές γωνίες που θα μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει: 

·  Γιατί ντύθηκε ο άνθρωπος; Πότε έγινε αυτό;
·  Τι έπαιξε ρόλο; Η αιδώς ή ο τονισμός της σεξουαλικότητας; Ο στολισμός ή η προστασία;
·  Τι αναλογεί στον κάθε πολιτισμό; 

Ένα κομμάτι ύφασμα μπορεί να τυλιχτεί με πολλούς τρόπους γύρω από το σώμα. Στην Αρχαία Ελλάδα ο τρόπος που οι γυναίκες κυρίως τύλιγαν αυτό το κομμάτι ύφασμα γύρω από το σώμα τους, εμπνέει ακόμα και σήμερα τα μεγάλα ονόματα στο χώρο της μόδας. 

Κάποια στιγμή αυτό το κομμάτι ύφασμα κόπηκε στο κέντρο, από κει πέρασε το κεφάλι, για να κρεμαστεί ελεύθερα από τους ώμους. Από τη στιγμή εκείνη ανοίχτηκαν χιλιάδες δρόμοι στην κοπή και τελικά τη σύνθεση ενδυμάτων με περισσότερα του ενός κομμάτια υφάσματος. 

Μετά την απογείωση της καλαισθησίας στη δεκαετία του 1930, σήμερα βρισκόμαστε στην υπερβολή του μη φορέσιμου, όπου οι σχεδιαστές μόδας χρησιμοποιούν το σώμα με τον ίδιο τρόπο που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον πηλό, το καναβάτσο ή κάποιο άλλο υλικό για να παράγει τέχνη. 

Από τη σωματογραφία,  μέχρι το μη φορέσιμο, σε μία ελεύθερη εγκατάσταση, αυτό πραγματεύεται η έκθεση «ΕΝΔΥΕΣΘΑΙ». Αφορμή για τη δημιουργία ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος. 

 
Ιωάννα Παπαντωνίου
Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος
 

Πρόεδρος ΠΛΙ  

   

Συνέδριο  

 
 


 

Στα πλαίσια της έκθεσης, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα και η Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας οργανώνουν ενδυματολογικό συνέδριο με θέμα:  «Ενδύεσθαι», Ιστορικές, κοινωνιολογικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις. 9-11 Απριλίου 2010, Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο οδού Πειραιώς). 

Το ένδυμα είναι μια μορφή έκφρασης που χαρακτηρίζει και ταυτόχρονα προσδιορίζει πρόσωπα, τόπους, κοινωνικές ομάδες, τρόπους σκέψης, χρονικές περιόδους, θρησκείες, πολιτισμούς ακόμη και εθνότητες.  

Στόχος του Συνεδρίου είναι η διερεύνηση των πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ενδυμασίας τόσο από άποψη ιστορική και καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική και κοινωνική. 
Ως επιμέρους θεματικές του συνεδρίου έχουν ορισθεί οι ακόλουθες:  

1. Ιστορία του ενδύματος 
Ειδικές αναφορές στην ιστορία του ενδύματος, πηγές της ενδυματολογικής έρευνας. 
2. Κοινωνιολογία του ενδύματος 
Μόδα και ιδεολογία, ένδυμα και σημειολογία, ενδυματολογία και ταυτότητα, το ένδυμα ως διακριτικό στοιχείο ηλικίας, καταγωγής / προέλευσης, κοινωνικής τάξης, θρησκείας, σωματογραφία και σωματική μόδα (body art), κ.λπ. 
3. Αναθεωρήσεις και νέες προσεγγίσεις 
Θεωρητικές και εννοιολογικές τοποθετήσεις ως προς την ενδυματολογία, μεθοδολογικές προσεγγίσεις, διδακτική της ενδυματολογίας.  

Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, τηλ. 210 3453111

Read Full Post »

Βελεστινλής – Φεραίος Ρήγας  (1757-1798)


« Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»

 

Ο Ρήγας  υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους.

Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» :

               

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,

μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες  στα βουνά;

……………………………………………………..

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

………………………………………………….

 

Προσωπογραφία του Ρήγα, ελαιογραφία του Ανδρέα Κριεζή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές. Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.  Όταν επέστρεψε, δίδαξε για ένα χρόνο στο σχολείο άλλου πηλιορείτικου χωριού, του Κισσού.

Μετά τα πρώιμα θεσσαλικά του χρόνια, ο Ρήγας φύση ανήσυχη και τολμηρή, βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με τα φαναριώτικα περιβάλλοντα της κοινωνίας των Ρωμιών πιθανότατα με την οικογένεια του λόγιου Μεγάλου Διερμηνέα και αργότερα ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.        

Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς.

Η Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.

Στη Βιέννη τυπώνει, εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη « Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη  να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία  και δόξα.

Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα  το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα « Ελευθερία- Ισότης – Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος  και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο.

Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα.  Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία.

Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του.

Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας, έργο Νίκου Εγγονόπουλου.

Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην»  συγγραφέας του βιβλίου  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806.

Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα :

          « Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…

        Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…

       Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν  έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της.

       Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον  αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος  ελευθέρωσιν.»

Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος». Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο  και τη θυσία του ήταν μεγάλη. 

Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό»  ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό: Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του.

Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά,  ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας.  Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον».

Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα,  τιμώντας το μεγάλο τέκνο της  και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

                                                                      

Σπύρος Κ. Καραμούντζος 

 

 

 

Read Full Post »

Δαγρές Γιαννάκος (Λαογραφικά της Αργολίδος)


 

 

Το κείμενο δανειστήκαμε από το βιβλίο του Δημοσιογράφου Κώστα Δ. Σεραφείμ « Λαογραφικά της Αργολίδος».

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 η Καρυά ανέδειξε πολλά παλληκάρια με αρχηγό τον Γιαννάκο Δαγρέ του οποίου το σπίτι δεν σώζεται παρά μόνο η γνωστή τοποθεσία. Ο Γιαννάκος Δαγρές γιός του Γεωργίου Δαγρέ μετά τον θάνατο του πατέρα του αναλαμβάνει το αρματωλίκι του Αρτεμισίου. Συνεδέθη διά στενής φιλίας μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τον οποίον  ακολουθούσε σε διάφορες ασκήσεις, αναγνωρίσεις εδάφους, ενέδρες, συμπλοκές με τους αλλαξοπίστους Αλβανούς και σε διάφορες άλλες επιχειρήσεις.

Από όλους είχαν αναγνωρισθεί οι ικανότητες και η μεγάλη αξία του Γιαννάκου Δαγρέ. Όταν ο Κεχαγιά- Μπέης κατέβηκε στο Άργος για να περάσει προς την Τρίπολι  ο Δαγρές με τα παλικάρια του έσωσε τα γυναικόπαιδα από βέβαια σφαγή  όταν έντρομα  έτρεχαν προς τα ριζώματα της Άκοβας και του Βρουστίου γα να κρυφτούν.

Όταν ο Κεχαγιά – Μπέης φθάνει στην Τρίπολι  ο Δαγρές τον ακολουθεί. Εκεί δεν περιωρίζεται μόνο σε μικροσυμπλοκές για τρόφιμα και άλογα αλλά αναμειγνύεται και στις πλέον επικίνδυνες ενέδρες εναντίον των Τούρκων.  Σε μια ενέδρα φονεύει τον Αλήμπεη και σώζει τον Αρχιμανδρίτη Αθανασόπουλον.

Επρωτοστάτησε με υπόδειξη του Κολοκοτρώνη στην κατασκευή της περιωνύμου τάφρου της «γράνας» και έλαβε μέρος στην μάχη αυτής. Δέχεται όμως αιφνιδιαστική επίθεση από τον Κεχαγιά – Μπέη παρά την Κανίστρα που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του Χτενιά. Με αντεπίθεση όμως ο Δαγρές τον υποχρεώνει να γυρίσει πίσω και να υποστεί την συμφορά της γράνας.

Η παράδοση αναφέρει ότι περικυκλομένος ο Δαγρές καταφεύγει σε κρύπτη του βουνού για να  μην συλληφθεί ζωντανός από τους Τούρκους. Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την είσοδον διότι σε απόπειρα καθόδου των επί της κρύπτης σημαδεύονται ευστόχως και καλύπτουν την είσοδον με πτώματα. Τότε συλλαμβάνουν το σχέδιο να ρίξουν μέσα στην κρύπτη τις αναμμένες κάπες τους για να πεθάνει από ασφυξία. Βλέποντας όμως τη φωτιά ο Κολοκοτρώνης σπεύδει και ελευθερώνει αυτόν.

Πρίν της απελευθερώσεώς του προηγήθη μια συζήτηση  του Δαγρέ με τους Τούρκους η οποία έχει αποθανατιστεί στο τραγούδι:

«εχτές, προχθές που πέρναγα στα κλέφτικα λημέρια άκουσα αναστεναγμούς κι’ αντρίκια μοιρολόγια. Ποιος νάταν που βλαστήμαγε κι’ έχυνε μαύρα δάκρυα; Οι Τούρκοι τον φωνάζανε και τον παρακαλούσαν.

Έβγα Δαγρέ προσκύνησε και δός μας τ’ άρματά σου, να περπατάς ελεύθερος Τούρκος μη σε πειράζει. Μα μήπως είμαι νιόπαντρος νύφη να προσκυνήσω; Είμαι ο καπετάν Δαγρές είμαι ο Βλαχοκαρυώτης. Το Θοδωράκη καρτερώ και θα σας πολεμήσω. Ακόμα ο λόγος έστεκε και συνεχειά κρατιώταν Κολοκοτρώνης έφθασε και το Γιαννάκο κράζει. Πούσε Γιαννάκο βρ’ αδελφέ βρέ καπετάνιε;

Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς εσύ που μου φωνάζεις; Γιαννάκο δε με γνώρισες που είμαι ο Κολοκοτρώνης; Αν είσαι συ ο Θοδωρής, είσαι ο Κολοκοτρώνης δείξε σημάδια μυστικά άλλος να μη γνωρίζει, ιδές την ταμπακέρα μου την φούντα του φεσιού μου».

Ο Δαγρές είχε και ένα πρωτοπαλίκαρο τον Καραντζούλη ή Σκούληκα. Στο θάνατο του οποίου αναφέρεται το εξής τραγούδι; «Κλάφτε κλαριά κλάφτε δεντριά το Γιώργη Σκούληκα το Γιώργηκαραντζούλη που ήταν και κάτω στη γλυκειά βρύση με τρεις κανάλους. Μα κι’ ο Δαγρές του φώναξε κι’ ο Δαγρές του λέγει: Γιώργη μου κάτσε φρόνημα. Γιώργη μου κάτσε χάμου. Γιώργη μου μη φαντάζεσαι πως έχεις φυλαχτάρι».

Κατά το έτος 1826 πέρασε από το χωριό το μήνα Ιούλιο μέρος του στρατού του Ιμπραήμ. Οι κάτοικοι έφυγαν από το χωριό ενώ αυτός επυρπόλισε μερικές οικίες, εφόνευσε μερικούς γέροντες που έμειναν στο χωριό και τον ιερομόναχον από τα Τσιπιανά.

Τότε εφόνευσαν και την ωραία Κατερίνα Μουρτοπούλου, λεχώνα με το μικρό της. Περί αυτής η παράδοση λέγει ότι να την πάρουν αιχμάλωτη, αλλά επειδή αρνήθηκε και αντεστάθη την φόνευσαν. Σώζεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

«Νάταν ημέρα βροχερή μωρ’ Κατερίνα μωρ’ Μουρτοπούλα κι η νύχτα χιονισμένη που κίνησε ο Μπραΐμ πασάς από την Αλεξάνδρα ή από το Ναυαρίνο. Και  τρεις κολώνες γίνηκαν και οι τρεις φαρμακωμένες. Η μιά πηγαίνει απ’ το Λουκά κι’ άλλη από τις πόρτες κι’ η Τρίτη η χειρότερη απ’ την Καρυά πηγαίνει.

Μα παίρνει στάνες πρόβατα και βουρκολούς γελάδια, και παίρνει και μια νιόπαντρη τριών ημερών λεχώνα. Μπροστά την πάν δεν περπατεί πίσω την βάλουν στέκει. Κι’ ένα μικρό Μπεόπουλο την κρυφοκουβεντιάζει, νυφούλα για δεν περπατάς δεν πας κοντά στους άλλους; Μη σε βαραίνουν τα φλωριά, μη σε βαραίνει η φούντα; Δεν με βαραίνουν τα φλωριά δεν με βαραίνει η φούντα μα με βαραίνει το παιδί που άφησα στην κούνια. Της κούνιας επαρήγγειλε της κούνιας παραγγέλει, κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια μου λύστο δέστο. Μα μήπως είμαι η μάννα του για να το μεγαλώσω;»

  

Κώστας Δ. Σεραφείμ

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία του Συγγραφέα).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Read Full Post »

Κλιματική αλλαγή: Η αντίδραση των ζωντανών οργανισμών σε έναν κόσμο που αλλάζει


  

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την  Κυριακή  21  Μαρτίου  2010  και ώρα   6.30΄ μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων « ο Δαναός» θα ομιλήσει ο εκλεκτός συμπολίτης μας:

  κ. Ανδρέας Γ. Ανέστης

 Διδάκτωρ Τμήματος Βιολογίας

  Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  με θέμα:

«Κλιματική αλλαγή: Η αντίδραση των ζωντανών οργανισμών σε έναν κόσμο που αλλάζει».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

Κλιματική αλλαγή


 

Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας για την έκταση των συνεπειών της αλλαγής του κλίματος τόσο στο φυσικό περιβάλλον, όσο και στη ζωή του ανθρώπου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εγείρονται μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία καλούνται να απαντήσουν οι βιοεπιστήμες:

α) Ποιοι οργανισμοί είναι αυτοί που θα δεχθούν πρώτοι (ή ήδη υφίστανται) το πλήγμα της επερχόμενης αλλαγής; Επιπλέον, με ποιο τρόπο αξιοποιούνται αυτοί οι οργανισμοί ως «βιο-δείκτες» για τη συλλογή σχετικών πληροφοριών;

β) Ποια είναι τα σύγχρονα επιστημονικά εργαλεία προκειμένου να ανιχνευθούν οι συνέπειες στα διάφορα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης της ζωής (μόρια – κύτταρα – οργανισμοί);

γ) Τι δεδομένα υπάρχουν σχετικά με τους κινδύνους που πιθανά αντιμετωπίζει η ανθρώπινη επιβίωση κάτω από τις νέες συνθήκες;

δ) Ποιες είναι οι σύγχρονες μέθοδοι της γενετικής και βιοτεχνολογίας για την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεων στη ζωή  και την υγεία του ανθρώπου;

Τα παραπάνω ερωτήματα απασχολούν μια πληθώρα ακαδημαϊκών ερευνητικών ομάδων ανά τον κόσμο. Στην παρούσα διάλεξη θα επιχειρηθεί μία επισκόπηση των πρόσφατων επιστημονικών εξελίξεων επάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

   

Ανέστης Γ. Ανδρέας


 

O Δρ. Ανδρέας Γ. Ανέστης γεννήθηκε στο Άργος, όπου και ολοκλήρωσε τις λυκειακές του σπουδές αποφοιτώντας με άριστα από το 1ο Γενικό Λύκειο Άργους το 1997. Το χρονικό διάστημα από το 1998 έως το 2002 φοίτησε στο Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Κατά την περίοδο αυτή υπήρξε υπότροφος του κληροδοτήματος Κοντοβράκη.  

Τη διετία 2003-2004 πραγματοποίησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην κατεύθυνση της Εφαρμοσμένης Γενετικής και Βιοτεχνολογίας. Το 2004 ξεκίνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Οικοφυσιολογίας στο Bremenhaven της Γερμανίας.

Το ευρύτερο ερευνητικό του αντικείμενο υπήρξε η φυσιολογία και μοριακή βιολογία της απόκρισης των οργανισμών σε στρεσογόνους παράγοντες (υψηλή θερμοκρασία, υποξαιμία, βαρέα μέταλλα κλπ). Η διατριβή του, κατά τη διάρκεια της οποίας ήταν υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ), ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2008, ενώ η αναγόρευσή του σε Διδάκτορα του Τμήματος Βιολογίας πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Σήμερα είναι επιστημονικός συνεργάτης (μεταδιδακτορικός ερευνητής) του Εργαστηρίου Φυσιολογίας του Βιολογικού Τμήματος του ΑΠΘ, του Ανοσολογικού Τμήματος της Α’ Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, του      Ινστιτούτου Οικοφυσιολογίας στο Bremenhaven της Γερμανίας και του Εργαστηρίου Πρωτεωμικής της Πολυτεχνικής Σχολής του State University, Los Angeles, California, Η.Π.Α.

Επίσης, διδάσκει τα εργαστήρια των μαθημάτων «Φυσιολογία» και «Συγκριτική Φυσιολογία» σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του Βιολογικού Τμήματος του ΑΠΘ. Εκτός από τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, από το 2006 ως σήμερα πραγματοποιεί σπουδές κινηματογράφου στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. 

Μέρος του ερευνητικού του έργου είναι δημοσιευμένο σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά κύρους, όπως τα American Journal of Physiology, Comparative Biochemistry and Physiology και Tissue Antigens. Επίσης, τμήμα του έργου του έχει ανακοινωθεί σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό με πιο πρόσφατη τη συμμετοχή του ως ομιλητή στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Συγκριτικής Φυσιολογίας και Βιοχημείας στο Innsbruck της Αυστρίας το Σεπτέμβριο του 2009.  

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »