Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Αριστοφάνη, Αχαρνής – Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας – 23 & 24 Ιουλίου 2010, 21:00 / Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου


 

Η Πολιτική Κωμωδία του Αριστοφάνη, «Αχαρνής», είναι η καλοκαιρινή παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.  

Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνεύουν: Δικαιόπολις: Σταμάτης Κραουνάκης, Λάμαχος: Γρηγόρης Βαλτινός, Μεγαρίτης: Κώστας Βουτσάς.

 

Η Υπόθεση του έργου

Βρισκόμαστε στον έκτο χρόνο του πολέμου μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Οι συνέπειες του πολέμου πλήττουν καίρια τον αγροτικό πληθυσμό, ο οποίος, αναγκασμένος να ζει εντός των τειχών, βλέπει τη γη του να καταστρέφεται. Ο Αθηναίος αγρότης Δικαιόπολις απογοητευμένος από τους συμπολίτες του που αδρανούν και αγανακτισμένος με τους πολιτικούς που αδιαφορούν για το κοινό συμφέρον και οδηγούν την πόλη στην καταστροφή αποφασίζει να κλείσει συνθήκη «ιδιωτική» ειρήνης με τη Σπάρτη για τον ίδιο και την οικογένειά του. Εξοργισμένοι οι καρβουνιάρηδες του δήμου των Αχαρνών, μόλις το πληροφορούνται, κυνηγούν τον «προδότη» για να τον τιμωρήσουν. Ο Δικαιόπολις θα ζητήσει τη βοήθεια του Ευριπίδη για να τους αντιμετωπίσει, θα μεταχειριστεί κάθε μέσο για να επιβάλει την ειρήνη του και δεν θα διστάσει να τα βάλει ακόμη και με τον φιλοπόλεμο στρατηγό, Λάμαχο, τον πιο ισχυρό υπερασπιστή του πολέμου.

 

Σκέψεις για το έργο και τη σκηνοθεσία

 

Οι Αχαρνής, έργο της νεανικής περιόδου του δημιουργού του, είναι ένα κείμενο που φωτίζει με έναν έξοχο τρόπο τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιβιώνει στα κρίσιμα όρια της υπάρξεώς του.

Η μοναχικότητα του δικαιώματος στην προσωπική ειρήνη με τον εχθρό, όταν συγκρούεται με τις κρατικές συντεταγμένες και τις ιστορικές συνθήκες, παράγει ένα σπινθήρα που ή ακραία κωμικός ή ακραία τραγικός μπορεί να είναι. Όταν συμβαίνουν και τα δύο, μιλάμε για το αριστούργημα μιας ιδιοφυίας που στοχάζεται πάνω στην εύθραυστη επικαιρότητα των θεσμών και στην αδυναμία τους να τιθασεύσουν τα αρχέγονα δικαιώματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η προσωπική ειρήνη του Δικαιόπολι, προσπερνώντας τις κατηγορίες περί προδοσίας, ανακηρύσσει ως πρωταρχικές τις αξίες της γης και της ευγονίας και δεν είναι τυχαίο που ένας γεωργός τις προτάσσει ενάντια στον πόλεμο και την καταστροφή.

Το έργο είναι δραματικά επίκαιρο σε συνθήκες ηθικής πτώσης και πολιτισμικής παρακμής που συνοδεύουν πάντοτε την οικονομική κρίση. Ειδικότερα όταν η τελευταία οργανώνεται από τα ίδια συμφέροντα που επωφελούνται από την βαρβαρότητα και τον πόλεμο και οδηγούν στην ανθρώπινη εξαθλίωση και δυστυχία.

Η σκηνοθεσία επέλεξε να φέρει το έργο στο σήμερα. Επιχειρώντας μια τομή στην ελληνική διαχρονία, επιβεβαιώνεται η παθογένεια και οι εμμονές ενός υπερτροφικού εγώ, που αντιμάχεται τη συλλογικότητα και όποιους θεσμούς νομιμοποιούν ως πρώτιστο επίτευγμα τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Η αντιστοιχία του τότε με το σήμερα, ανατριχιαστική. Πόλεμος – στρατιωτικός και οικονομικός – κρίση του πολιτεύματος, δημοκρατία υψηλού κινδύνου, το πολιτικό προσωπικό σε αμφισβήτηση, ηθική πτώση και πολιτισμική παρακμή.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Δικαιόπολις επιχειρεί το ατομικό του εγχείρημα. Μία πράξη που φέρει την ποιότητα του απελπισμένου, το δικαίωμα της απόγνωσης, αλλά και το σπέρμα του αμοραλισμού, να κυοφορεί κάτι εξόχως επικίνδυνο, στον πυρήνα του κατορθώματος: από την πράξη του Δικαιόπολι ωφελείται ο ίδιος και η οικογένειά του. Δεν πρόκειται για συλλογική έξοδο από την κατάρρευση της πόλης, αλλά για επιτυχία μιας ιδιωτείας που αποθεώνεται, αλλά δεν προσφέρει. Δεν είναι τυχαίο που ο γεωργός Δικαιόπολις μετά την παράβαση αλλάζει οικονομική βάση και γίνεται μεταπράτης, πωλητής προϊόντων της γης, ένας μπακάλης. Από εκείνο το σημείο θα ρυθμίζει τις προσφορές, θα ανοίγει την κάνουλα της ειρήνης, κατά το δοκούν, συντρίβοντας τον capitano Λάμαχο, μία κωμικοτραγική εκδοχή ενός θρασύδειλου, άκαπνου πολέμαρχου, παλαιάς κοπής, ενός θαμπού εθνικιστή (;).

Ο Χορός – ένα οργανωμένο χάος- εισέρχεται στη σκηνή οργισμένος, επιθετικός, αδιάλλακτος. Όμως ο Δικαιόπολις θα τον αντιμετωπίσει με θάρρος και με θράσος, θα τον πείσει μεταμφιεζόμενος σε ήρωα του γοητευτικού μεγάλου Αρνητικού της εποχής, του Ευριπίδη. Καθώς ρέει το κρασί και τα κοψίδια σπάνε τις μύτες, ο Χορός μεταστρέφεται, αρνείται τον Λάμαχο και χορεύει συστρεφόμενος, στις παγανιστικές φούρλες του Δικαιόπολι. Έχουμε πια ελεύθερη αγορά, γιορτινά ρούχα, χρώματα, λαμπιόνια, βεγγαλικά, ένα πανηγύρι στη σκηνή. Όμως, πέρα εκεί ο πόλεμος συνεχίζεται. Το κάρο του Δικαιόπολι –όπως και αυτό της Μάννας Κουράγιο- δείχνει να εξαντλεί τα ειρηνικά του πολεμοφόδια.

Η άγρια διαπόμπευση του Λάμαχου, που κερδίζει επάξια τον ρόλο του αποδιοπομπαίου, αποφορτίζει την κοινότητα (;) Μια αίσθηση μετεωρισμού απομένει στο μεθεόρτιο τοπίο, ένα κοινό αίσθημα θολό και ζαλισμένο, όπως το παιδί του τέλους, με το μικρό βεγγαλικό του παγωτού και το πλαστικό σημαιάκι στα αμήχανα χέρια του. Και πάνω ψηλά στα πλακάτ της παράβασης ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λαμπράκης, με το ανεξίτηλο σήμα της ειρήνης. Φωτεινά μετέωρα, κεράκια εφημερίας, που κρατούν αναμμένο τον πολυέλαιο του Έθνους. Λίγο πιο κάτω στα χώματα, συμπλεκόμενοι και διαπλεκόμενοι τραγικοί zanni μιας real politik, Βουλευτάκια της φακής, διαχειριστές της μπίζνας, του μεγάλου χρέους, Ελλάδα, Duty Free, αποικία. (Σωτήρης Χατζάκης) 

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης,
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης,
Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας,
Κοστούμια: Έρση Δρίνη,
Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός ,
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Διανομή:
Δικαιόπολις: Σταμάτης Κραουνάκης
Λάμαχος: Γρηγόρης Βαλτινός
Μεγαρίτης: Κώστας Βουτσάς

Για πληροφορίες & τηλεφωνικές κρατήσεις, καλέστε τα εκδοτήρια του Ελληνικού Φεστιβάλ :  210 32 72 000

Read Full Post »

Παραδοσιακά επαγγέλματα του Αχλαδοκάμπου Αργολίδας


  

Χάνια του Αχλαδοκάμπου


 

Δήμος Yσιών 1906

Ο Αχλαδόκαμπος από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το κεντρικό πέρασμα του δρόμου μεταξύ Άργους – Τρίπολης. Στα χρόνια αυτά δούλευαν τα χάνια για να εξυπηρετούν τους περαστικούς αλλά και τα τούρκικα στρατεύματα που περνούσαν. Τα χάνια αυτά ήταν:

Το χάνι στο Νταούλι ήταν στην παλιά Καζάρμα και ανήκε στην οικογένεια του Αντωνόπουλου ή Ζυγούρη. Όταν ο δρόμος άλλαξε και περνούσε από τον Κολοσούρτη εγκαταλείφθηκε.

Το χάνι του Αγά Πασά στη σημερινή θέση Παλιόχανο. Ανήκε στην οικογένεια Αντωνόπουλου – Ζυγούρη. Στα χρόνια της επανάστασης έπαιξε σημαντικό ρόλο περιθάλποντας αγωνιστές αλλά και σαν σημείο συνάντησης των οπλαρχηγών.

Το χάνι Του Γαλή, στο Μονόπορι στο σημείο που έχει σήμερα η οικογένεια Γαλή κτηνοτροφική μονάδα. Ήταν σταυροδρόμι και έπιανε τους διαβάτες που πήγαιναν από το γύρο αλλά και το Παρθένι.

Το χάνι του Κουμπαρούλια, είναι στη θέση Κουμπαρούλια. Ήταν μικρό αλλά ζεστό και πρόσφερε στους περαστικούς βραστό αλλά είχε και τζάκι για τους χειμερινούς μήνες.

Τα Σκουραίικα χάνια, στο κάτω μέρος του χωριού η οικογένεια Ψυχογιού διέθετε χάνι με φαγητό και στάβλους για τα ζώα των αγωγιατών.

Τα Μαρουτσαίικα χάνια, δίπλα από τα Σκουραίικα ήταν τα Μαρουτσαίικα με την ίδια εξυπηρέτηση.

Όταν έγινε η χάραξη του νέου δρόμου από τον Κολοσούρτη και δειλά δειλά άρχισαν να περνούν τα πρώτα αυτοκίνητα συγχρόνως με τα κάρα και τα ζώα, άρχισαν να λειτουργούν νέα χάνια. Αυτά ήταν:

Το χάνι του μπάρμπα Θόδωρου,  Θεόδωρος Ψυχογιός και στην συνέχεια ο γιος του Λευτέρης έχοντας και βενζινάδικο.

Το χάνι του Κοκού, ανήκε στην οικογένεια Ανδρέα Αναγνωστόπουλου ή Κοκανδρέα. Από εκεί πέρασαν πάρα πολλοί χανιάτορες, όπως η Γιαννούλα Αναγνωστοπούλου, Χρίστος Σούλαρης ή Ντούλας, Γιάννης Σφονδύλης ή Ψα­ρής, Γεώργιος Ψυχογιός ή Τσεκούρας.

Το χάνι Πλατάνια, δούλευε σαν εστιατόριο από την οικογένεια Αναγνω­στοπούλου για παρά πολλά χρόνια. Έκλεισε όταν ο δρόμος πέρασε πάνω από το χωριό.

Το χάνι του Κουφού, ανήκε στην οικογένεια του Τάκη Αναγνωστόπου­λου ή Κουφογιαννότακη. Υπέροχη θέα του Αργολικού αλλά και σημείο ξεκούρασης των φορτηγατζήδων μετά την δύσκολη ανάβαση του Κολοσούρτη.

Όταν ο δρόμος που περνούσε μέσα από το χωριό κόπηκε για να περάσει στο πάνω μέρος, τότε άνοιξαν δύο χάνια στα Λυκάλωνα. Το πρώτο ήταν το Πολυβολείο στο κτίριο του πολυβολείου το οποίο διαχειριζόταν ο Δημήτριος Σκούμπης από Σκαφιδάκι.

Το άλλο ήταν απέναντι και το δούλευαν οι οικογένειες Ευάγγελου Αναγνωστόπουλου και Κων/νου Μπονώρη. Όλα τα προαναφερόμενα χάνια είναι κλειστά σήμερα και πολλά είναι ερείπια.

 

 

Ελαιοτριβεία


 

Όσο αυξάνονταν οι ελιές στην περιφέρεια του Αχλαδόκαμπου, τόσο η ανάγκη να βγαίνει το λάδι γρήγορα και καλό γινόταν επιτακτική. Τα ελαιοτριβεία ξεκίνησαν σιγά-σιγά να ξεπηδούν σαν μανιτάρια. O γερο-Λαγγής ο Γεραμάς είχε ένα ελαιοτριβείο χειροκίνητο και οι πέτρες γύρναγαν με άλογα. Αυτό το αγόρασε ο παπάς Αντωνόπουλος και αργότερα το κληρονόμησε ο Ελευθέριος Παπαντωνόπουλος και έκανε συνέταιρο τον Τσιφόρο. Λειτούργησε ως το 1932.

Μετά έγινε Εταιρεία Παπαντωνόπουλος – Βέρος – Κουτούζος και άλλοι αγόρασαν του Βέρου το παλιό ελαιοτριβείο, το οποίο αργότερα εκσυγχρονίστηκε και δούλευε με πετρελαιομηχανή, εκσυγχρονίστηκε σε φυγοκεντρικό αλλά σταμάτησαν να το δουλεύουν. Κάτω από του Βέρου στο κτίριο του Θρασύβουλου, άνοιξε ένα ελαιοτριβείο  Θρασύβουλος – Τζιφόρος – Γιάννης Ψυχογιός (Κουταλιανόγιαννης).Λόγω όμως δικαστικών έριδων δεν δούλεψε πολλά χρόνια και πουλήθηκε στην Ανδρίτσα.

Στου Σουκανά το μαγαζί το οποίο είναι θόλος ήταν ελαιοτριβείο το Παραβάντη και Κολόκα. Αργότερα έκλεισε και ο Παραβάντης άνοιξε μαζί με άλλους συνεταίρους της οικογένειας το Παραβαντέικο. Αυτό λειτούργησε με πετρελαιομηχανή, ο δε Σπύρος Παραβάντης (μπρούκλης) ήταν ο πρώτος που έφερε το υδραυλικό πιεστήριο, με το οποίο δούλευε μέχρι τελευταία που έκλεισε.

Ο Στρατής Ψυχογιός είχε και αυτός ένα καλό ελαιοτριβείο που λειτούργησε για πολλά χρόνια. Έκλεισε γύρω στα 1957 όταν έγινε το συνεταιρικό.

Το 1958 έγινε ένα υπερσύγχρονο συνεταιρικό ελαιοτριβείο με διαχωριστήρες και υδραυλικά πιεστήρια. Για πρώτη φορά ο Αχλαδόκαμπος έφαγε λάδι καθαρό και διαυγές. Το συνεταιρικό λειτουργεί τώρα με φυγοκεντρικό σύστημα που σημαίνει πιο γρήγορη έκθλιψη των ελιών άρα καθαρότερο λάδι καλύτερη τιμή. Το 1974 στην περιοχή Λούτσα κτίστηκε από τον Β. Σελλή, Αθ. Ντρούλια, Διαμαντή Χιώτη, Αριστ. Ντούσια σύγχρονο ελαιοτριβείο το οποίο τώρα λειτουργεί με φυγοκεντρικό σύστημα.

  

Ταβέρνες


 

Σε μια κοινωνία από φύση με ανθρώπους γλεντζέδες και καλοκάγαθους, η οποία απέχει 30 χιλιόμετρα από τις μεγάλες πόλεις φυσικό ήταν ο κόσμος να ζητά τρόπους να ξεσκάει, να γλε­ντάει, να το ρίχνει έξω όπως έλεγαν. Στην μακραίωνη ιστορία του χωριού λειτούργησαν πάμπολλες ταβέρνες – στέκια που πήγαινε ο καθένας και έπινε μισή οκά κρασί και αν δεν είχε το πενηνταράκι του έλεγε του ταβερνιάρη, γραφτό και θα δούμε. Στη συνέχεια παρατίθενται οι ταβέρνες με το όνομα του ιδιοκτήτη και το παρατσούκλι που έγιναν γνωστές.

 

• Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας) λειτούργησε στο ισόγειο του σπιτιού του Σουλαρόγιαννη.

• Δημοσθένης Μιχαλάκης (Δάσκαλος) στο σπίτι που κατέχει ο χρ. Αράλης.

• Γεώργιος Π. Ντούσιας (Σουκανάς) στην αρχή είχε απέναντι από το σταθ­μό μικρομάγαζο. Από εκεί ήλθε στο χωριό και αγόρασε το κτίριο που κατέχει η οικογένεια μέχρι σήμερα. Πριν το αγοράσει ήταν ελαιοτριβείο που κατείχε ένας Παραβάντης και ένας Κολό­κας. Το έκανε ταβέρνα και επάνω έκτισε σπίτι.

• Γεώργιος Συρεγγέλας ήλθε από τα Αγιωργίτικα σώγαμπρος και έκανε περιουσία. Το μαγαζί του λειτούργησε σα μπακάλικο – ταβέρνα – τυροκομείο.

Παναγιώτης Σιαμπάνης, (Νιουκούτας).

• Θεόδωρος Χιώτης με συνεχιστή το γιο του Δημήτριο.

• Ιωάννης Σφονδύλης (Ψαρής) και Ευστράτιος Γκάβας είχαν ταβέρνα καταρχήν στο Αντωνοπουλέικο υπόγειο και μετά στο χάνι του Κοκού.

• Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστας) το καφενείο του σταθμού.

• Επαμεινώνδας Κούρτης (Παμίνης) κατ’ αρχάς είχε στο σταθμό απέναντι από τον Νταβιλά και αργότερα ήλθε στο χωριό και έκτισε δικό του και λειτούργησε μέχρι που έφυγε για την Αμερική.

• Γεώργιος I. Μαντής στην αρχή είχε ταβέρνα μπακάλικο στου Παπουτσή και αργότερα έχτισε δικό του όπου λειτουργεί από τους κληρονόμους του.

• Νικόλαος Νταβιλάς σώγαμπρος από την Δημητσάνα, τύπος κλασσικός άφησε εποχή με τα αστεία του αλλά και με τα γλέντια που έγιναν στο μαγαζί του.

• Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας) το πρώτο του ήταν το χαλκείο το οποίο ονομάστηκε έτσι από τον γέρο Έμορφο. Εννοούσε ότι χαλκεύουν τις ειδήσεις δηλαδή κατασκευάζουν τα νέα κατά τη θέλησή τους.

• Γεώργιος Αργύρης (Λούπης) είχε στο υπόγειο του σπιτιού για λίγα χρόνια μια μικρή ταβερνούλα με κρεμμύδι ελιά και το κατοστάρι.

• Κων/νος Σελλής (Κω) ταβέρνα-μπακάλικο στο κτίριο του γέρο-Στράτη Ψυχογιού.

• Ιωάννης Ψυχογιός (Χαϊδακόγιαννης) στο ισόγειο και είχε τρία τραπέζια και δύο βαρέλια κρασί και κάθε βράδυ έπιναν οι φίλοι.

• Παρασκευάς Παράσχος (Τσεβάς) φραγκοράφτης, ταβερνιάρης, πτηνοτρόφος μέχρι που έφυγε οικογενειακώς για Αμερική.

• Ηλίας Σελλής (Κατσεπολιάς) ταβέρ­να στου Τσιάγκου το ρέμα. Πρώτος έφερε το ηλεκτρόφωνο να γλεντάει η νεολαία. Κατέληξε στο δικαστήριο γιατί έπαιζε το ηλεκτρόφωνο αργά την νύχτα, και ένας πατριώτης που ερωτή­θηκε από τον δικαστή είπε: «Το ‘λεγε πικρά, κύριε πρόεδρε».

• Παναγιώτης Τσεκές μικρή ταβερνού­λα στο πέρα χωριό.

• Δημήτριος I. Λαθούρης (Γριτζιάνης), όταν έφυγε από του Παπουτσή ο Γιώργης Μαντής διατήρησε ταβέρνα για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε ο αδελφός του Γεώργιος για Αμερική και κράτησε του αδελφού του το μαγαζί.

• Ευστράτιος Γκάβας στου Σουκανά το μαγαζί για πολλά χρόνια.

• Γεώργιος Ψυχογιός (Τσεκούρας) κατ’ αρχήν τσαγκάρης στου Λευτέρη του Μαντή και μετά άνοιξε το χάνι του Κοκού. Από εκεί, το χάνι του μπαρμπα-Θόδωρα. Ακολούθως όταν έφυγε ο Στρατής από τον Σουκανά ανακαίνισε το κτίριο και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του.

• Πετράκης Παναγιώτης, μικρή ταβερνούλα με το όνομα Μαρίτσα. Είχε ψιλικατζίδικο-μπακάλικο-μανάβικο.

• Μαντής Νικόλαος (Γκαρλονικολάκης) στου Παπουτσή είχε ταβέρνα για αρκε­τά χρόνια. Το καλοκαίρι έβγαζε και τρα­πεζάκια στις μουριές του Βέρου.

•Τζούρας Τάκης και Γιάννης, στην αρχή το παπουτσέικο στο σταθμό και μετά στου Γιάννη Καρβελά το ισόγειο διέθεταν άφθονο οίνον μετά ελαιών. Την Κατοχή πούλαγαν και ξυλοκάρβουνα.

• Ελευθέριος Ντρούλιας (κατσικόψοφος), στο υπόγειο του Βέρου το ελαιοτριβείο.

• Ιωάννης Ματζαβράκος (Φαρμάκης).

• Δημήτριος Ψυχογιός (Πέσης), στο ι­σόγειο του σπιτιού του είχε ταβερνάκι και κάπου-κάπου έψηνε καμιά γουρνοπούλα.

• Ανδρέας Ντρούλιας, πρώτα είχε μαζί στου Καρβελά Ιωάννη μετά στου κουνιάδου του Παναγιώτη Τζούρα, εν συνεχεία κατέβηκε στον Παρασκευά Πα­ράσχου και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στου Φαρμάκη μέχρι θανάτου του.

• Τζιφόρος Στέλιος στο υπόγειο του σπιτιού του.

• Βασίλειος Χωματάς (Μπίλης), ταβέρ­να – μπακάλικο.

• Σπύρος Σελλής (Κουτσοσπύρος), άλλη μια ταβέρνα που δούλευε εποχιακά. Μετά την Κατοχή δεν δούλεψε για πολύ και πέρασε και αυτή στο περιθώριο.

 

Μηχανές Καθαρισμού του Σιταριού


 

Λόγω του ότι στο σιτάρι μέσα υπήρχε το ζιζάνιο ήρα και οι άνθρωποι και τα ζώα όταν έτρωγαν ζαλίζονταν, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού αγόρασαν μηχανές καθαρισμού «για να ξεχωρίζουν την Ήρα από το σιτάρι», τις οποίες χρησιμοποιούσαν επαγγελματικά στον καθαρισμό. Πρώτος ήταν ο Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος, ο οποίος λέγεται ότι πήγε στην Λάρισα να την φέρει. Ακολούθησαν δε οι Κων/νος Αθανασούλιας, Νι­κόλαος Στέργιος, Ιωάννης Καρβελάς (Μαλιόγιαννης)

 

Τυροκομεία


 

Κτηνοτροφία

Τα μεγάλα δάση που υπάρχουν στην περιφέρεια Αχλαδοκάμπου ευνοούν την κτηνοτροφία. Πριν από τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο είχε γύρω τις 50.000 γιδοπρόβατα. Στα χρόνια της κατοχής από την πείνα και τις αρπαγές έμειναν γύρω στις 10.000. Το 1960 είχε γύρω τις 20.000. Η ανάγκη του κτηνοτρόφου, λόγω έλλειψης μεταφορικού μέσου να διαθέσει το γάλα του, επέβαλε σε πολλούς τυροκόμους να φτιάξουν τα τυροκομιά τους κοντά στις κτηνοτροφικές μονάδες. Τέτοια μεγάλα τυροκομεία ήταν στα Νερά του Σπυρόγιωργη όπως τον έλεγαν και είχε τυροκόμο τον Βασίλη Κρίγκο. Την διαχείριση δε του τυροκομείου την είχε ο Γεώργιος Σελλής (Τσιγκογιώργης).

Άλλο τυροκομείο ήταν στο χάνι του Κουμπαρούλια, το οποίο διαχειριζόταν ο Γεώργιος Παραβάντης (Λουμπογιώργης). Ο Γεώργιος ο Συρεγγέλας ίσως είχε το μεγαλύτερο τυροκομείο στο σπίτι του στη σημερινή πλατεία. Σε αυτόν έφερναν οι κτηνοτρόφοι και το τυρί πηγμένο με το τυρόξυλο. Βέβαια από όλους τους μεγάλους τυροκόμους υπήρχε τρομερή εκμετάλλευση διότι δεν υπήρχαν ψυγεία και τους έλεγαν : αν θέλεις τόσο η οκά αλλιώς βρες αλλού.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας με τον Πα­ναγιώτη Τζούρα είχαν τυροκομείο στου Παν. Τζούρα το σπίτι.

Όταν άνοιξε το συνεταιρικό τυροκομείο όλα όσα υπήρχαν έκλεισαν και λειτούργησε αυτό για κάμποσα χρόνια. Αργότερα έκλεισε για διάφορους λόγους και από τότε το γάλα το δίνουν σε διάφορους τυροκόμους εκτός Αχλαδοκάμπου.

 

Πτηνοτροφεία


  

Τη δεκαετία του ’60 υπήρχε μεγάλη ζήτηση στην Ελλάδα σε αυγά και κοτόπουλα. Οι τράπεζες έδιναν εύκολα δάνεια σε όσους ήθελαν ν’ ανοίξουν πτηνοτροφείο. Όταν όμως σταμάτησε η αγορά να ζητά, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτούς που είχαν πάρει δάνεια. Δεν υπήρχε εισόδημα άρα και τρόπος πληρωμής του δανείου. Περισσότεροι από αυτούς αναγκάστηκαν και ξενιτεύτηκαν στην Αμερική για να γλιτώσουν τα ακίνητα που είχαν βάλει υποθήκη.

 

Ηλίας Σελλής – Κατσεπολιάς

Απόστολος Γκαμίλης – Τράκας

Χρήστος Παναγάκης – Μαούνας

Δημήτριος Μερίκας

Παναγιώτης Ντρούλιας – γιατρός

Γεώργιος Ντούσιας – Ζολογιώργης

Αντώνιος Αντωνόπουλος – Σπυράντωνας

Δημήτριος Λάμπρος – Λόντος

Βασίλειος Ντρούλιας

Παρασκευάς Παράσχος – Αντριανοτσεβάς

Ελευθέριος Μαντής

 

Εμπορικά


  

Από έλλειψη μεταφορικών μέσων τις ανάγκες του χωριού σε υφάσματα και άλλα είδη εμπορίου τα κάλυπταν τα εμπορικά μαγαζιά των:

 Βασίλη Σιαμπάνη

Ιωάννη Αρ. Ντούσια (Εμπορόγιαννης)

Νικ. Σελλή (Τσαγκαρόνικας)

Κων/νου Μπονώρη (Κωστέλης)

  

Αλωνιστικές μηχανές


 

Η συνεχής αύξηση της παραγωγής σιτηρών και επειδή ο αλωνισμός στα αλώνια ήταν απαρχαιωμένος αγοράστηκαν αλωνιστικές μηχανές για γρήγορο και καλύτερο αλωνισμό. Την πρώτη μηχανή αγόρασε ο Νίκος Φλεβάρης , Παπαντωνόπουλος Ελευθέ­ριος και ο Καλκούνος. Όταν αυτή πάλιωσε ο Φλεβάρης αγόρασε μόνος μια και συνέχισαν τα παιδιά του. Αργότερα αγοράστηκε από τον Χρήστο Γαλή και Θανάση Καμπούρο.

Ο Θανάσης Ντρούλιας με τον Αρι­στείδη Ντούσια αγόρασαν αλωνιστική μηχανή την οποία δούλεψαν αρκετά χρόνια. Τώρα αναπαύεται κοντά στο νεκροταφείο και θυμίζει ότι εκεί ήταν η μεγαλύτερη στάση αλωνιστικής μηχανής με τον μπάρμπα Γιαννάκο φύλακα.

 

Μύλοι


  

Το σιτάρι έπρεπε να αλεστεί, νερό υπήρχε για να γυρίσει νερόμυλους, για το λόγο αυτό φτιάχτηκαν πολλοί από αυτούς. Όπως του Παπαντωνόπουλου Ελευθερίου μαζί με τον Πάνο τον Καγκλή, του Χατζάρα ο Μύλος μαζί με τον Παναγιώτη Φιφλή. Του Κατσιάμη ο μύλος, Αθαν. Κατσικαντάμης και αργότερα συνέταιρος ο Αντ. Σκούμπης. Του Λούπη ο μύλος. Αγοράστηκε από τον Γ. Αργύρη (Λούπη), Γεώργιο Σελλή (Τσιγκογιώργη) από την Μονή των Βαρσών.

Του Μελιόκωτσα ο μύλος ανήκε στον Νάτσιο και Τσιάγκο (Παναγάκης Κώστας). Από αυτούς το αγόρασε γύρω στο 1930 ο Μελιόκωτσας και έβαλε μυλωνά τον Γεώργιο Μερίκα, ο οποίος με το μυαλό που διέθετε κατάφερε να φτιάξει με την φτερωτή του μύλου κορδέλα να σχίζει ξύλα. Επίσης με μια γεννήτρια και αυτή με την φτερωτή φώτιζε όλες τις εγκαταστάσεις και τον περίβολο του μύλου. Ένας ακόμη μύλος είναι ο παλιόμυλος που χρονολογείται από τους βυζαντινούς χρόνους. Στο πλατάνι υπάρχουν υπολείμματα μιας κρέμασης από μύλο άγνωστης χρονολογικής περιόδου. Στο πέρα χωριό πάνω από την Αγία Κυριακή οι κάτοικοι του πέρα χωριού είχαν φτιάξει ένα μικρό μύλο για τις ανάγκες τους. Επειδή το νερό ήταν λίγο είχαν φτιάξει δεξαμενή που το μάζευαν για να μπορούν να αλέσουν άνετα.

 

Σαμαράδες – Σαμαρτζήδες


 

Πριν από την έλευση των τρακτέρ και των αυτοκινήτων τις αγροτικές εργασίες τις έκαναν τα ζώα, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και πιο παλιά βόδια. Τα ζώα αυτά είχαν ανάγκη από τα σαμάρια. Το χωριό πριν το 1940 πρέπει να είχε γαϊδουρομούλαρα και άλογα πάνω από 800. Με την επίταξη από τον στρατό ο αριθμός μειώθηκε αισθητά. Μετά τον πόλεμο άρχισε πάλι ο αριθμός να αυξάνει είτε από αγορά στο πανηγύρι της Τεγέας είτε από αυτά που έστειλαν οι συγγενείς των Αμερικανών.

Πρώτος και καλύτερος σαμαρτζής ήταν ο Γιώργης Μερίκας. Άλλος ήταν ο Γιώργης Μαντής (Γκάρλας). Αργότερα ήλθε σώγαμπρος από το Καστρί, ο Χρήστος Περεντές, ο οποίος ήταν εξαιρετικός μάστορας και σαμάρωσε τα τελευταία ζώα του χωριού.

Ο Αντώνης Γκαμίλης συγχρόνως με το ξυλουργικό επάγγελμα ασχολήθηκε με την τέχνη του σαμαρτζή. Ο Γιάννης Μπόγρης καλός μάστορας δούλευε στο υπόγειο του Χιώτη για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε για την Αυστραλία. Τώρα τη θέση των ζώων έχουν πάρει τα μηχανοκίνητα. Την θέση των σαμαρτζήδων τα συνεργεία και την θέση του παχνιού τα βενζινάδικα.

  

Κεραμοποιείο


 

Στην Πηνίκοβη για μερικά χρόνια λειτούργησε κεραμοποιείο για την κατασκευή μόνο κεραμιδιών. Ιδιοκτήτης ήταν ο γερο – Πάνος Αντωνόπουλος. Λόγω όμως της κακής ποιότητος του χώματος δεν μπόρεσε να προχωρήσει η επιχείρηση και έκλεισε. Όταν ρώτα­γαν τον γερο – Πάνο αν είναι γερά τα κεραμίδια έλεγε: «Για το καλοκαίρι είναι καλά, το χειμώνα θέλουν σκέπασμα».

 

Τελάλης


 

Πριν έλθει το ρεύμα στο χωριό και πριν τοποθετηθεί μικροφωνική συσκευή στην εκκλησία με μεγάφωνο στο καμπαναριό, υπήρχε ο τελάλης του χωριού και ήταν ο Βασίλης Ανα­γνωστόπουλος (Αρνάδας). Όταν υπήρχε ανακοίνωση έβγαινε στου Βέ­ρου τις μουριές με το χωνί και φώναζε «Ακούστε ρε, ο τάδε έχασε μια προβατίνα» ή ότι υπήρχε μια ανακοίνωση του προέδρου για προσωπική εργασία ή ακόμη του νεροκράτη να ποτίσουν τα αραποσίτια.

Μετά τον πόλεμο το «ρε» αντικαταστάθηκε με το ευρωπαϊκό «Κύριοι». Ήταν τόσο σημαντικός ο τελάλης που ρώταγαν αν το τάδε νέο, το είπε το χωνί; Ο τελάλης πληρωνόταν σε είδος. Μετά τον αλωνισμό γύρναγε στο χωριό με το γαϊδουράκι και έπαιρνε από κάθε σπίτι ένα σακουλάκι σιτάρι ιδίου μεγέθους από όλους. Πολλοί ήταν τόσο φτωχοί που δεν είχαν ούτε αυτό το σακουλάκι. Ο γερο-Βασίλης το παράβλεπε και έφευγε.

  

Τσιπουριστές


 

Τα αμπέλια στο χωριό πολλά, τσιπουριές λίγες. Οι γείτονες έπαιρναν ο ένας του άλλου την τσιπουριά αλλά και πάλι δεν πρόφταιναν. Ο Θανάσης Παράσχος ή Σιούλης και ο Σπύρος Φλούτσης ή Συνεργείο ανέλαβαν την εποχή του τρύγου να γυρνούν στο χωριό με την τσιπουριά πάνω στο γαϊδούρι να τσιπουρίζουν τα σταφύλια. Ποιος δεν θυμάται τα αστεία με τον Θανάση ή ποιος δεν θυμάται τα ποιήματα του Θανάση τα τραγούδια του, τα τροπάρια.

Αυτές οι εποχές έφυγαν χωρίς επιστροφή. Ο ρομαντισμός τα καλαμπούρια έδωσαν τη θέση τους στην «Λάμ­ψη», «Καλημέρα ζωή» και τόσες άλλες σαπουνόπερες της τηλεόρασης.

 

Αγανωτές – Φαναρτζήδες


 

Τα πιο παλιά χρόνια οι άνθρωποι για να τρώνε χρησιμοποιούσαν τα ξυλοκούταλα και τις τσανάκες για πιάτα, τα σαγόνια και τα πήλινα τσουκάλια για κατσαρόλες. Αργότερα έφτιαχναν τα χαλκώματα για κουζινικά σκεύη τα οποία έπρεπε από μέσα να τα περνούν με καλάι ή κασσίτερο όπως το λένε, για να μην είναι δηλητηριώδη. Τα κουτάλια – πιρούνια – μαχαίρια ήταν από λαμαρίνα σκληρή, η οποία έπρεπε για να μην σκουριάζει να βαφτεί με καλάι. Τη δουλειά αυτή την είχαν αναλάβει οι αγανωτήδες, οι οποίοι είχαν ειδικά εργαλεία που αγάνωναν τα μαχαιροπήρουνα και ειδικό καμίνι για το αγάνωμα των χαλκωμάτων.

Στο χωριό έρχονταν πλανόδιοι αγανωτές, οι οποίοι έμεναν σε ένα σπίτι και γύρναγαν στο χωριό και μάζευαν τα χαλκώματα. Τα πιο δύσκολα ήταν τα καζάνια τα οποία ήθελαν μεγάλη φωτιά και γρήγορο πέρασμα με το καλάι. Οι ίδιοι αγανωτές πολλές φορές ήταν και φαναρτζήδες όπως τους έλεγαν, γιατί έφτιαχναν φανάρια λαδιού λαδικά, χωνιά, τρίφτες και άλλα. Εκτός από τους πλανόδιους στο χωριό ήταν μόνιμος μέχρι το θάνατό του ο Σπύρος Φλούτσης (συνεργείο). Άλλος ήταν ο Βασίλης Τσιάλτας ο οποίος έμεινε για μερικά χρόνια και αργότερα έφυγε.

 

Ξυλουργοί


 

Ξυλουργούς καλούς είχε το χωριό μας που δούλευαν το ξύλο με μεράκι και μαεστρία. Έσχιζαν τα ξύλα με τον καταράχτη, τα πλάνιζαν με την χειροπλάνη, τα σκάλιζαν με το σκαρπέλο και όλα αυτά γιατί αγαπούσαν το ξύλο και μίλαγαν με αυτό.

Ο Γιώργης ο Μερίκας στου Μελιόκοτσια το μύλο προσπάθησε να φτιάξει καινούρια τεχνολογία φτιάχνοντας κορδέλα με την φτερωτή του μύλου. Τα κατάφερνε για αρκετά χρόνια αλλά τα χρόνια είχαν βαρύνει τους ώμους του και δεν δούλεψε πολύν καιρό.

Ο Μέγγος ο Κώστας, άριστος τεχνίτης. Ο Μυτηλινός Κώστας, ξεκίνησε κοντά στον Μερίκα ξυλουργός αλλά αργότερα έγινε εργολάβος οικοδομών.

Ο Σταύρος Γκαμίλης, γνώστης της τέχνης προσπαθώντας να τα φτιάχνει γρήγορα πολλές φορές έκανε λάθη. Πολλά αστεία λέγονταν από το στόμα του τα οποία ίσως δεν ξεχαστούν ποτέ. Ο Αντώνης Γκαμίλης, πρώτος έφερε τα καινούρια μηχανήματα ξυλουργού τα οποία τα κινούσε πετρελαιομηχανή λόγω του ότι δεν είχε έλθει στο χωριό το ρεύμα. Κοντά του έμαθαν την τέχνη του ξυλουργού και ασκούν το επάγγελμα ακόμη οι Γεώργιος Κω­στάκης (Ρήγας), Κώστας Στέργιος, Δια­μαντής Κατσούδας. Μαζί με τον Αντώνη Γκαμίλη δούλευε και ο αδελφός Παναγιώτης που αργότερα έφυγε από το χωριό και εξάσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού στην Αθήνα.

 

Λιθαράδες


 

Τα πρώτα πέτρινα σπίτια του χωριού χτίστηκαν από Λαγκαδιανούς τεχνί­τες. Σιγά – σιγά όμως οι πρώτοι Αχλαδοκαμπίτες τεχνίτες, χτίστες λιθαριού έκαναν την εμφάνισή τους.

Πρώτα έχτισαν τα δικά τους σπίτια και μετά κατ’ επάγγελμα. Ο Ζιολοβασίλης, Βα­σίλειος Ντούσιας, ήταν από τους πρώτους λιθαράδες. Ο μπάρμπα Μήτσος ο έμορφος υπέροχος λιθοξόος (πελεκητής λιθαριού). Ακόμα θαυμάζουμε τα αγκωνάρια στο σπίτι του. Η αυλή του, τα πέτρινα τραπέζια του, όλα αυτά δικά του κατασκευάσματα. Ο Νικόλαος Παράσχος, (Καλιάνας) πελεκητής αγκωναριών.

Αυτός τους χειμερινούς μήνες που δεν υπήρχαν αγροτικές δουλειές πήγαινε με τα γαϊδουράκια και έβγαζε δέκα-δέκα λιθάρια και τα πήγαινε στο σπίτι του στο υπόγειο. Εκεί τα πελέκαγε, τα έκανε αγκωνάρια και τα έβαζε στην άκρη. Την άνοιξη που άνοιγαν οι δουλειές όπως έλεγαν πούλαγε τα αγκωνάρια στους ιδιοκτήτες που ήθελαν να χτίσουν σπίτι. Την τέχνη αυτών των δύο μαστόρων του Έμορφου και του Καλιάνα δεν την έμαθε κανένας τόσο καλά.

Άλλοι χτίστες που άφησαν εποχή στο χωριό ήταν ο Ανδρέας Ντούσιας, Πα­ναγιώτης Ντούσιας, Γεώργιος Λαθούρης, Βαγγέλης Θωμάς, Βασίλης Τσερμπές, Παναγιώτης Μαντής, Γιάννης Καζακλής, Αναστάσιος Αναγνωστόπου­λος (Ντούβρης). Αυτοί ήταν η νεότερη γενιά χτι­στών τους οποίους παραγκώνισε η τεχνολογία του τούβλου και του τσιμεντόλιθου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα καλαμπούρια που γίνονταν από αυτούς τους ανθρώπους όταν έχτιζαν ένα σπίτι. Όλη η γειτονιά στο πόδι για να ακούσουν τι θα πουν να το μεταβιβάσουν στους άλλους.

  

Κοφινάδες


 

Οι ανάγκες των αγροτικών εργασιών και κυρίως η συγκομιδή αγροτικών προϊόντων τώρα καλύπτονται από μηχανικά μέσα δηλαδή τελάρα ξύλινα, κλούβες πλαστικές, τελάρα χάρτινα και άλλα. Τα παλιά χρόνια τις αγροτικές ανάγκες τις κάλυπταν με τα καλάθια, κοφίνια όπως τα έλεγαν.

Τα κοφίνια άρχιζαν από μικρά τα αυγοκόφινα, τα πανέρια, τα λιθαροκόφινα, τα χεροκόφινα, τα πολυτάρια ή κόφες που ήταν και πιο διαδεδομένα και χρησιμοποιούντο για τον τρύγο κυρίως. Οι ψωμοκοφίνες ήταν κοφίνια σε σχέδιο πιθαριού με καπάκι πλεκτό και έβαζαν μέσα το ψωμί. Ακόμα οι κοφινάδες έπλεκαν και τις μεγάλες γυάλινες μποτίλιες, νταμιζάνες, για να μη σπάζουν. Το επάγγελμα του κοφινά ήταν στο χωριό οικογενειακή παράδοση. Από γενιά σε γενιά η τέχνη διαδιδόταν μέχρι που σταμάτησε τελείως το πλέξιμο και μόνο ερασιτεχνικά τώρα ασχολείται κανένας από αυτούς τους παλιούς κοφινάδες.

Οι κοφινάδες το χειμώνα έκοβαν τα καλάμια από τα ποτάμια και τα έδεναν δεμάτια για να ξεραθούν. Τις βέργες τις έκοβαν από καναπίτσες μετά τον Ιούλιο τις ξεφύλλιζαν και τις άπλωναν στον ήλιο να ξεραθούν και αυτές για την επόμενη χρονιά. Το πλέξιμο των κοφινιών άρχιζε εντατικά μετά τον θέρο και αλωνισμό, μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη που τελείωνε και ο τρύγος και δεν είχαν περάσει τα κοφίνια. Τα παλιά χρόνια κάθε Σάββατο οι κοφινάδες του χωριού πήγαιναν τα κοφίνια στην Τρίπολη στο παζάρι για πούλημα. Στην αρχή πριν κυκλοφορήσουν τα φορτηγά αυτοκίνητα τα πήγαιναν από βραδύς με τα άλογα – μουλάρια – γαϊδούρια, ό,τι είχε ο καθένας. Αργότερα τα πήγαιναν στου μπάρμπα-Θόδωρου το χάνι και πέρναγαν τα φορτηγά και αντί ναύλου τα μετέφεραν στην Τρίπολη.

Οι οικογένειες που για γενιές άσκησαν το επάγγελμα του κοφινά και με αυτό το επάγγελμα μεγάλωσαν παιδιά έκαναν και περιουσία είναι:

Οι Στεργαίοι: το επάγγελμα η οικογένεια αυτή το ασκούσε μετά τα χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι την δεκαετία του 70. Κύριος τόπος εργασίας ήταν η Πηνίκοβη που το συνδύαζαν με την καλλιέργεια αραποσιτιού και περιβολιών.

Οι Γκαβαίοι ανήκαν στην οικογένεια Διολίτση. Όταν ξεχώρισαν από τους Διολιτσαίους με το όνομα Γκάβας άρχισαν να ασχολούνται με τα περιβόλια – αραποσίτια και το πλέξιμο των κοφινιών στη Φλεβίτσα. Εκεί έ­χτισαν πέτρινο καλύβι και πέτρινη στέρνα, για να μουσκεύουν τις βέργες και τα καλάμια και τους θερινούς μήνες έμεναν κυρίως εκεί οικογενειακώς.

Άλλη οικογένεια είναι οι Μπετσαίοι. Από το γέρο-Χρίστο το Μπέτσιο και πιο μπροστά, όλη η οικογένεια αρσενικοί και θηλυκοί ασκούσαν το επάγγελμα του κοφινά συγχρόνως και με άλλες ασχολίες. Οι Μπετσαίοι έπλεκαν στο σπίτι τους στο πέρα χωριό. Εκεί έξω στην αυλή κάτω από την σταφύλια για ίσκιο από το φώτημα της ημέρας μέχρι που βάραγε ο εσπερινός δεν σταμάταγε το εργοτάξιο «Μπέτσιος και υιοί» να δουλεύει.

Η οικογένεια Μαντή και αυτοί στο πέρα χωριό ασκούσαν το επάγγελμα. Λεπτολόγοι στην δουλειά τους πού­λαγαν πιο εύκολα τα κοφίνια γιατί όχι ότι ήταν πιο γερά απλά ήταν πιο όμορφα και ντελικάτα. Ο Θοδωρής ο Σταυράκης έφτιανε και αυτός κοφίνια άλλα ήταν μόνος του και δεν μπορούσε να φέρει βόλτα όλες τις υποχρεώσεις του κοφινά.

Κοφινάς σήμαινε εγκαταλείπω για μήνες τις άλλες αγροτικές εργασίες και καταπιάνομαι μόνο με αυτό. Τότε υπήρχε έξαρση στο φύτεμα ελιών. Αν δεν είχες ανθρώπους να ποτίζουν τις ελιές το καλοκαίρι και εσύ να πλέκεις κοφίνια, πάνε οι ελιές ξεράθηκαν.

Οι Καμπουραίοι και αυτοί μεγάλη φαμελιά. Δούλευαν τη δουλειά του κοφινά με μεράκι. Γι’ αυτό τους χειμερινούς μήνες μετά το μάζεμα των ελιών αυτοί στο υπόγειο του σπιτιού τους έπλεκαν κοφίνια και τα πούλα­γαν το καλοκαίρι. Σταμάτησαν και αυτοί μαζί με όλους τους άλλους.

 

Ράφτες


 

Μετά την φουστανέλα, την πουκαμίσα, το συλάχι και τα τσαρούχια η μόδα άλλαξε. Ήλθαν οι φράγκικες στολές και οι ράφτες που έφτιαχναν αυτές τις στολές λέγονταν φραγκοράφτες. Αυτοί ήταν:

 

Ιωάννης Καρβελλάς (μοδίστρας)

Βαγγέλης Κ. Σελλής

Δημήτριος I. Ντρούλιας

Παρασκευάς Παράσχος

Ιωάννης Μαρούτσος

Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)

Με τη βιομηχανοποίηση και την ομαδική παραγωγή ρούχων, το επάγγελμα έπαψε να υπάρχει για να μπορεί κάποιος να βγάλει μεροκάματο. Για το λόγο αυτό είτε ξενιτεύτηκαν, είτε σταμάτησαν να ράβουν αλλάζοντας επάγγελμα.

 

Μυλωνάδες


 

Οι μύλοι για να δουλέψουν χρειάζονταν και τους ειδικούς μυλωνάδες. Η δύσκολη δουλειά του Μυλωνά ήταν το τρόχισμα της πέτρας, το καλαμάτισμα. Όσο καλύτερα ήταν τροχισμένη η πέτρα τόση περισσότερη ποσότητα σιταριού άλεθε οπότε έπαιρνε περισσότερο ξάι και μεγαλύτερο μεροκάματο. Μυλωνάδες δούλεψαν οι:

Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος

Πάνος Καγκλής

Κρίγκος Γεώργιος (Χατζάρας)

Φιφλής Παναγιώτης

Θανάσης Κατσικαντάμης

Γεώργιος Κριτσικαντάμης

Αντώνιος Σκούμπης

Χρήστος Σελλής Κοκκινόχρηστος

Ισαάκ & Άνθιμος καλόγηροι Βαρσών

Μυτηλινός Γ. πρόσφυγας από Μ. Ασία

Μυτηλινός Κων/νος

Ντρούλιας Γεώργιος

Κων/νος Αναγνωστόπουλος

Όταν η τεχνολογία είχε προχωρήσει η οικογένεια Φλεβάρη εγκατέστησε κυλινδρόμυλο ο οποίος άλεθε το σιτάρι και έβγαζε τα πίτουρα ξεχωριστά. Οι νερόμυλοι έκλεισαν, έμεινε μόνο του Κατσιάμη ο μύλος να αλέθει μπουλουγούρι για γλυκό τραχανά. Αργότερα εγκαταλείφτηκε στην φθορά του χρόνου. Του Φλεβάρη ο κυλινδρόμυλος δεν δούλεψε πολλά χρόνια για διάφορους λόγους.

  

Σιδεράδες


 

Ένας κλασικός σιδεράς (γύφτος) που ήταν στο χωριό με το αμόνι του, την φυσούνα, τις τσιμπίδες, τα σφυριά του ήταν ο Κώστας Ντούσιας ή Ενενήντα – εννιάς. Δεν θα υπήρχε αγρότης που να μην είχε ατσαλώσει το υνί του αλετριού, το ξυνιάρι, τον κασμά. Αν καμιά φορά δεν πετύχαινε το βάψιμο του υνιού την άλλη μέρα το ξαναπήγαιναν για ατσάλωμα αλλά και για παράπονα. Αυτός με το καλαμπούρι του τους έλεγε: Μήπως οργώσατε σε λιθάρια; εγώ τα ατσαλώνω μόνο για χώμα.

Όμως πολλά χωράφια στο χωριό μόνο χώμα δεν είχανε και αυτό το ήξερε ο μπαρμπα – Κώστας και γι’ αυτό τους το έλεγε. Οι φουρνελάδες ατσαλώνανε τις παραμάνες, οι χτίστες τα σφυριά και τα καλέμια. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά έφτιαχνε βαριές και σφυριά. Τώρα τα υνιά τα αγοράζουν έτοιμα και δεν θέλουν ατσάλωμα όχι για τα αλέτρια των ζώων αλλά των τρακτέρ.

 

Τσαγκάρηδες


 

Πολλά επαγγέλματα ήταν στο χωριό για να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού. Υπήρξαν πολλοί δάσκαλοι στο είδος τους και κοντά τους έγιναν και πολλοί μαθητές καλύτεροι από αυτούς. Όμως η τεχνολογία και η σταδιακή μείωση του πληθυσμού λόγω ξενιτεμού αλλά και της αστυφιλίας συνέβαλαν στην εξαφάνιση πολλών επαγγελμάτων μετά τον θάνατο των πρωτομαστόρων ή των διδαξάντων το επάγγελμα.

Τέτοια επαγγέλματα ήταν οι τσαγκάρηδες οι οποίοι όχι μόνο έφτιαχναν παπούτσια πολυτελείας αλλά επισκεύαζαν με καινούριες σόλες και φόλες όσα χάλαγαν. Τότε δεν ήταν εύκολο για τους φτωχούς συμπατριώτες να αγοράζουν καινούρια παπούτσια. Έχουμε το γεγονός ότι πολλοί γίνονταν γαμπροί με δανεικά παπούτσια ή αν ήθελαν να πάνε στο ‘Αργος για καμιά δουλειά σοβαρή έπαιρναν δανεικά τα παπούτσια του γείτονα ή του φίλου.

Οι τσαγκάρηδες που δούλεψαν στον Αχλαδόκαμπο ήταν:

 Σταματέλος Παναγιώτης

Στέργιος Κωνσταντής

Σελλής (Νίκος Τσαγκαρονίκας)

Ψυχογιός Ιωάννης (Χαϊδάς)

Μπονώρης Μήτσος

Σελλής Πέτρος (Πετράν)

Αντωνόπουλος Ανδρέας (Μπατζιάκας)

Μαντής Διαμαντής

Λίτσας Ιωάννης

Κούρτης Αριστείδης (Μπαρμπάκος)

Ψυχογιός Γεώργιος (Τσεκούρας)

Παράσχος Πέτρος (Ντούβαλης)

 

Κουρείς


 

Ο κόσμος ήταν πολύς. Τότε τα παλιά χρόνια το κούρεμα των ανδρών τις μεγάλες γιορτές ήταν υποχρεωτικό. Πολλοί κτηνοτρόφοι έρχονταν από τα μαντριά να κουρευτούν, να κάνουν μαζί με τους δικούς τους γιορτή και να ξαναφύγουν. Οι κουρείς είχαν ένα μικρό δωματιάκι με καρέκλα μπαρμπέρικη – καθρέφτη και τον πάγκο με τα χρειαζούμενα. Δεν έλειπε η κολόνια και το μπριγιόλ για μετά το κούρεμα.

Οι κουρείς που δούλεψαν στο χωριό επαγγελματικά ήταν: 

Βασίλειος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)

Κων/νος Κάτσουδας (Μπισμπιρίκος)

Χρήστος Αντωνόπουλος (Μπατζιάκας)

Ανδρέας Ντρούλιας

Ιωάννης Σφονδύλης (Μπαρμπέρης)

 

Οργανοπαίκτες


 

Οργανοπαίκτες – Αποκριές στα αλώνια

Το γλέντι ήταν στο αίμα του Αχλαδοκαμπίτη. Σε κάθε εκδήλωση δεν έχανε την ευκαιρία να γλεντήσει, να χορέψει, να τραγουδήσει με όργανα ή και χωρίς. Πολλές φορές σε γιορτές στα σπίτια τραγούδαγαν με το στόμα και δεν ήταν λίγες οι φορές που χόρευαν κιόλας. Στα πανηγύρια, στις απόκριες στα αλώνια ή στου Μπουζντούκου με τη συντροφιά του νταουλιού, της πίπιζας ή του κλαρίνου γλένταγαν όλη νύχτα και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους ανανεωμένοι και στους γάμους έδιναν το παρόν για να φέρουν τη νύφη και το γαμπρό από τα σπίτια , αλλά και μετά για το γλέντι.

Οργανοπαίκτες είχε πολλούς το χωριό. Πολλοί αυτοδίδακτοι αλλά γνωρίζοντας τον πρακτικό ρυθμό του τραγουδιού. Όργανα όχι πάντα αρίστης ποιότητας. Έβγαζαν όμως νότες σωστές από το στόμα ή το χέρι του Αχλαδοκαμπίτη οργανοπαίκτη. Θα θυμηθούμε μερικούς από αυτούς:

Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας, Νταούλι)

Αθ. Ψυχογιός (Μαδούρος, μπουζούκι)

Π. Αθανασούλιας (Μπουρτζαφάνας, πίπιζα)

Παναγιώτης Κωστάκης (Ρήγας, κλαρίνο)

Γεώργιος Μερίκας (λαούτο)

Βασ. Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας, νταούλι)

Θ. Ψυχογιός (Κουταλιανός, μπουζούκι)

Ιωάννης Γκιγκίλος (κλαρίνο)

Βασίλειος Γκανάς (κλαρίνο)

Ευάγγελος Ντρούλιας (Βαγγέλας, πίπιζα)

Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας, πάτζο)

Παν. Αναγνωστόπουλος (Ντάλας, κιθάρα)

Αθαν. Κούρτης (Μπαρμπάκος, κλαρίνο)

Ιωάννης Αλέξης (Αλεξόγιαννης, κλαρίνο)

Αθαν. Ιατρίδης (Καλοθανάσης, βιολί)

Ιωάννης Λίτσας (βιολί)

Μιχάλης Μαντής (μπουζούκι)

 

Αγροφύλακες


 

Οι μεγάλες εκτάσεις της περιοχής Αχλαδοκάμπου τα πολλά αμπέλια και τα πολλά αχλάδια έπρεπε να προστατευτούν από τους άρπαγες, όπως και οι αγροτικές καλλιέργειες και η αυξανόμενη ελαιοκαλλιέργεια. Για το λόγο αυτό ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος διόριζε κοινοτικούς φύλακες οι οποίοι προστάτευαν όλα τα κτήματα και από τους ασυνείδητους κτηνοτρόφους.

Αυτοί πληρώνονταν σε είδος. Δηλαδή κάθε Σεπτέμβρη γύρναγαν στο χωριό και έπαιρναν από τους νοικοκυραίους τα δραγατιάτικα τα οποία ήταν ένα σακούλι ορισμένου βάρους σιτάρι ή αραποσίτι. Αργότερα όταν το κράτος ίδρυσε την Αγροφυλακή το μέτρο σταμάτησε και διορίζονταν μόνιμοι αγροφύλακες οι οποίοι πληρώνονταν από το κράτος. Πολλοί κοινοτικοί δραγάτες διατέλεσαν για λίγο χρόνο γι’ αυτό είναι δύσκολο να καταγραφούν. Άλλοι όμως έκαναν πολλά χρόνια γι’ αυτό παρατίθενται παρακάτω:

Σαράντος Κατσίρης

Σελλής Αθανάσιος (Σκαλιθροθανάσης)

Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστος)

Δημήτριος Αναγνωστόπουλος (Μήτρος)

Αυτοί που διορίστηκαν στην Αγροφυλακή και πληρώνονταν από το κράτος ήταν:

Ρουσής Χρήστος

Μπονώρης Γεώργιος

Κούγιας Θεόδωρος (από Ανδρίτσα)

Βασίλειος Κούρτης

Δημήτριος Λάμπρος

Πηγή


  • Αδελφότητα Αχλαδοκαμπιτών «Άγιος Δημήτριος» 1905-2005, «100 Years of Life and Activity», Έκδοση 2005.

 

Διαβάστε ακόμα:

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)


 

Ο μεγαλύτερος γιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου (1800 – 1824). Γεννήθηκε και σπούδασε στη Ζάκυνθο. Γνώριζε αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά και λίγα Γαλλικά. Τον Απρίλιο του 1821 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του αγώνα (στο Βαλτέτσι, στην πολιορκία της Τρίπολης και στα Δερβενάκια, όπου και διακρίθηκε). Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Μπουμπουλίνας. Υπήρξε πρώτος πολιτάρχης της ελεύθερης Τρίπολης. Σκοτώθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο στις 21-11-1824 στην Αρκαδία.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 


 « Επανελθών μετά τον πατέρα του από την Ζάκυνθον κατά τας αρχάς του Απριλίου του 1821 εις τον Πύργον της Ηλείας, ευρέθη τότε εκεί, ότε ήλθον οι Λαλαίοι Τούρκοι και επολέμησαν μετά των εντοπίων Ελλήνων, αρχηγούντος του περιφήμου Χαραλάμπους Βιλαέτη. Μετά δε ταύτα ανέβη εις του Πάπαρι και εις Βαλτέτσι έχων μαζί του και τον αδελφόν του Ιωάννην τον επονομασθέντα ύστερον Γενναίον.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Κατόπιν ο πατέρας του διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζῃ τους στρατιώτας εν γένει και κατ᾿ αναλογίαν, και να προβλέπῃ τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους· εις τον διορισμόν του τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον, η δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου.

Μετὰ ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς. Ελθόντος δε του πρίγκηπος Υψηλάντη εις το Άστρος, ο μεν πατέρας του υπήγε μετά των άλλων προς αποδοχήν αυτού, ο δε Πάνος έμεινεν εις τον στρατὸν της πολιορκίας ως αντιπρόσωπός του. Τότε δε μάλιστα μάχης γενομένης μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκουμένων, ο Πάνος καλώς εδιοίκησε, διότι ετόλμησε και κατέβασε τους Έλληνας εις τον κάμπον, όπου κατά πρώτον επολέμησαν ούτοι με την καβαλαρίαν των Τούρκων κατά το Μαρκοβούνι και τον Μύτικα.

Έπειτα δε διωρίσθη και υπήγεν εις τα Μεγάλα Δερβένια με σώμα στρατιωτών, και με πολλούς άλλους καπεταναίους δια ν’ ασφαλίσουν τον Ισθμόν. Εκείθεν πάλιν επανήλθεν εις την πολιορκίαν, και κατόπιν συνώδευσε τον Δ. Υψηλάντην εις τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Μαθών δε κατόπιν την άλωσιν της Τριπολιτσάς, ήλθεν τρεχάτος εις την πόλιν, και ο πατέρας του τον διώρισε πολιτάρχην δια την ευταξίαν κατ᾿ αίτησιν των κατοίκων, και ύστερον αφού εγένετο η Πελοποννησιακὴ Γερουσία, αυτή επίσης τον διώρισε πολιτάρχην της, και τον ωνόμασε χιλίαρχον, αλλ’ έκαμνε χρέη πολιτικά, και δια τούτο οι εν ενεργεία στρατιωτικοὶ τον επερίπαιζαν, διότι ο πόλεμος ήτον ανοικτὸς, και δεν είχον αξίαν εκείνοι, οι οποίοι ευρίσκοντο με τους κοινώς τότε λεγομένους καλαμαράδες, ήγουν τους γραμματισμένους και καταγινομένους εις τα πολιτικά.

Ύστερον δε εστάλη εις την Αργολίδα, ως αντιπρόσωπος της Γερουσίας, δια την παραλαβὴν του Ναυπλίου, διότι είχε στείλει η Γερουσία επιτροπὴν εκ των μελών της δια να παρευρεθούν και συμπράξουν μετά του εκτελεστικού εις την συνθήκην της παραδόσεως του φρουρίου.

Επειδή όμως δια την τότε εισβολήν του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον η συνθήκη εκείνη εχάλασεν, ο Πάνος έκτοτε επήρε τα όπλα και επολέμει εντὸς και εκτός του Παλαιοκάστρου  του Άργους. Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παληκάρι και μάλιστα πολὺ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθερὰν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του.

Μετὰ δε ταύτα πάλιν ανέβη εις το χρέος του πλησίον της Γερουσίας, την οποίαν εφρούρει. Ύστερον δε διετάχθη πάλιν από τον αρχιστράτηγον πατέρα του να καταβή εις τα Δερβενάκια και συστήσῃ την πολιορκίαν των δύω φρουρίων δια να εμποδίσῃ την συγκοινωνίαν των Τούρκων και τας τροφὰς τας οποίας τυχὸν οι Τούρκοι της Κορίνθου ήθελον στείλει εις τους εν Ναυπλίω.

Μετά τούτο ανέβη πάλιν εις την υπηρεσίαν του πλησίον της Γερουσίας, η οποία τον έστειλε τότε εις το Λεωνίδιον δια να εισπράξη τον κοινώς λεγόμενον έρανον προς πληρωμὴν του εκεί Ελληνικού στόλου, όστις έμελλε να προσβάλῃ τον ερχόμενον από την Κωνσταντινούπολιν Τουρκικὸν και φοβερίζοντα την καταστροφὴν των ναυτικών νήσων, όπως εμβάσῃ τροφὰς εις το Ναύπλιον. Οι δε πρόκριτοι των Σπετσών επροσκάλεσαν τον Πάνον δια να υπάγῃ να τους υπερασπισθή, και λαβὼν περί τους 350 στρατιώτας τη συνδρομή των κατοίκων Λεωνιδίου επέρασεν εις την νήσον.

Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας της η Συνέλευσις του Άστρους, η νέα Κυβέρνησις διώρισε τον Πάνον φρούραρχον Ναυπλίου, κατόπιν δε όταν ήλθεν η εσωτερική ανωμαλία τον έβγαλαν από το Ναύπλιον δια της συγκαταθέσεως του πατρός του, όστις παρέδωκε τότε το φρούριον εις τους δύω Ανδρέαν Ζαΐμην και Λόντον.

Έπειτα η Κυβέρνησις του Κουντουργιώτη, την οποίαν ανεγνώρισεν ο Πάνος και όχι ο πατέρας του, τον διώρισε να υπάγῃ εις την πολιορκίαν των Πατρών μετά του αδελφού του Γενναίου, ως και τους δύω Ανδρέας.

Μετά δε ταύτα αφού τα Πελοποννησιακὰ πράγματα ανεκατώθησαν κατά του πατρός του, ανεχώρησεν από τας Πάτρας και υπήγεν προς βοήθειαν αυτού και της οικογενείας του, ἡ οποία ήτον εντὸς της Τριπολιτσάς. Τότε η αντιπολίτευσις εκινήθη κατά της Κυβερνήσεως και τα στρατεύματά της ήλθον να πολιορκήσουν την Τριπολιτσάν, και επολέμησαν έξωθεν αυτής τα κυβερνητικά στρατεύματα.

Ο δε Πάνος τότε μαθών παρά του Ι. Πετροπούλου, ότι ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος πολεμεί με τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως κατά το χωρίον Άγιον Σώστην, και ότι ηχμαλωτίσθη, υπήγεν εις βοήθειάν του, αλλά δεν επρόφθασε να τον ελευθερώσῃ, και εγύρισεν οπίσω να υπάγῃ εις την Σιλήμναν έφιππος, όπου ήτο ο πατήρ του, μετά τριών άλλων επίσης καβαλαραίων οικείων του, του Θ. Ρηγοπούλου, Ι. Βανικιώτου και Ανάστου Σαμαράνη· ενώ δε επορεύετο αργά εις Σιλήμαν, αιφνιδίως τότε από το όπισθεν μέρος του ήλθε βόλι τουφεκίου, τον εύρε εις τον κρόταφον, προς τα αριστερά του ινίου, και ούτως έπεσεν άφωνος ο Πάνος, και εχάθη πολύτιμος και πεπαιδευμένος στρατιωτικός, διότι εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γ. Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους. Το δε κρανίον του σώζεται εις τας χείρας του ιατρού Ι. Πύρλα».

 

Πηγές

 

 


  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα


 

Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.

Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.

Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  

Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».

 «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη

γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».

Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.

Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.

Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).

Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.

Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.

Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.

Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.

Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.

Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.

  

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Read Full Post »

Ιερείς του Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς


 

Παλιά η ιστορία του πολιούχου αγίου του χωριού της Καρυάς Αργολίδας καθώς την συναντούμε από την εποχή της Ενετοκρατίας. Τα πρώτα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια το 1699 με την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εκκλησία, και τον πληθυσμό του χωριού. Παραμένει όμως άγνωστη η ταυτότητα του λειτουργού της .

Παπαχρήστος Λάμπας με τις φουστανέλες πριν γίνει παπάς και ο πατέρας του Γεώργιος.

Η παράδοση και οι πληροφορίες που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα μας πληροφορούν για τον ιερέα παπά Προκόπη Καρώνη που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1821, αρνούμενος να διακόψει την λειτουργία της εκκλησιάς στη μέση παρότι πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά είχαν φτάσει στο χωριό και κατέστρεφαν τον τόπο. Ήταν γαμπρός επ αδελφή του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ και καταγόταν από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) του νομού Αρκαδίας.

Τα πρώτα γραπτά στοιχεία που εμφανίζονται για τον δεύτερο μαχόμενο υπέρ της πατρίδας ιερέα είναι το 1865 σε μια επιστολή των κατοίκων του χωριού και η  επιβεβαίωση του δημάρχου Λυρκείας Αναγνώστη Παπανικολάου, για τον ηρωικό θάνατο του πατρός Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου τον Αύγουστο του 1821 στην μάχη της Γράνας μεταξύ Τσιπιανών και Λουκά της επαρχίας Τριπόλεως, και τον προβιβασμό του σε Υπαξιωματικό  Α τάξεως.

Το 1836 στον φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Λάμπα (πρόγονο του γνωστού σε όλους παπά Χρήστου Λάμπα) λειτουργός του Αγιαννιού είναι ο Αθανάσιος Αναγνώστης Φλέσσας η Παπά- Θανασίου (1810-1878;) καταγόμενος από την Πολιανή Μεσσηνίας και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Φλεσσαίων.

Δύο χρόνια αργότερα το 1838 και από επιστολή* του ιδίου πληροφορούμαστε την χειροτονία του Γεωργίου η  Αναγνώστη Καραμούντζου σε ιερέα. Ένα ακόμη κληρικό που προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα πλάι στον Γιαννάκο Δαγρέ και τον Δημήτρη Τσόκρη και τιμήθηκε με το ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ στις 30 Μαΐου του 1841.

Ο γιός του προαναφερόμενου ιερέα Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου Δημήτριος εμφανίζεται  το 1865 ως λειτουργός και υπογράφων ως Δημήτριος Παπά- Σταματίου.

Η μετονομασία των επιθέτων παρατηρείται έντονα εκείνη την εποχή διότι τα μικρά ονόματα των ιερέων έδιναν την θέση τους στα επίθετα των απογόνων τους και στη συνέχεια  πιστοποιούσαν την ταυτότητα τους. Ένας από τους απογόνους  του πατρός Γεωργίου Καραμούντζου ο πατέρας Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1830 περίπου, παντρεύτηκε την Κατερίνα Μούρτου και απέκτησαν 18 παιδιά.

Γεώργιος Καραμούντζος «Γερόπαπας» & Αλεξάνδρα Μαυροκορδοπούλου.

Από τα παιδιά του προέρχεται το επώνυμο Παπασπυρόπουλος. Είχε το παρατσούκλι «Μαυρουλάκης». Ο δεύτερος γιός Δημήτριος έγινε και εκείνος ιερέας και κάποια  από τα παιδιά του φέρουν το  επώνυμο Παπαδημητρίου. Ένας από τους γιούς του ο Γεώργιος ήταν ο τελευταίος Καραμούντζος παπάς. Είχε το προσωνύμιο «Γερόπαπας». Με την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα Δημ. Μαυροκορδοπούλου απέκτησαν τέσσερα κορίτσια. Μεταξύ αυτών και την πρώτη Καρυώτισα δασκάλα Ελένη Καραμούντζου ή Παπαγεωργίου συζ. Παναγιωτοπούλου. Η μεγάλη Καραμουντζαίικη  οικογένεια κυριάρχησε για 150 χρόνια περίπου στην διακονία του Αι Γιάννη.

Το 1866 η Καρυά απέκτησε τον πρώτο μη Καραμούντζο ιερέα τον  Σωτήριο Πασπαλιάρη. Έναν ιδιαίτερα θεοσεβούμενο γέροντα  που  κληροδότησε στους απογόνους του το επίθετο Παπασωτηρίου.

Εκείνη την εποχή η εκλογή του παπά μιας ενορίας γινόταν με ψηφοφορία και  δημοκρατικές διαδικασίες. Μαζευόταν το χωριό και ψήφιζε αυτόν που θεωρούσε καταλληλότερο για την θέση του ιερέα από τους υποψήφιους. Ο νικητής των εκλογών έπαιρνε τα αποτελέσματα και πήγαινε στον Μητροπολίτη. Εκείνος αξιολογούσε το ήθος, την προσωπικότητα του, τον εξομολογούσε και  αποφάσιζε εάν ήταν κατάλληλος για ιερέας. Εάν τον απέρριπτε την ίδια διαδικασία ακολουθούσε ο δεύτερος των εκλογών, ο τρίτος έως ότου βρισκόταν ο καταλληλότερος.

Από τους τελευταίους ιερείς ήταν ο πατέρας Χρήστος Γεωργίου Λάμπας που γεννήθηκε το 1899.Τον Απρίλιο του 1914 παντρεύετε την Γεωργία Αλεξάνδρου Μαυροκορδοπούλου με την οποία απέκτησε δέκα παιδιά. Λειτούργησε στην εκκλησία 52 χρόνια από το 1924 έως το 1976.  Απεβίωσε σε ηλικία ενενήντα ετών τον Αύγουστο του 1976.

 

Ο Παπαχρήστος Λάμπας με τη σύζυγό του Γεωργία Μαυροκορδοπούλου και τον εγγονό του Γιάννη Παπασωτηρίου (Μπουνάτσος).

 

Τέλος αξίζει να αναφερθούμε και στον τελευταίο ζώντα ιερέα τον πατέρα Παναγιώτη Φαρμάκη (1929-2019) που λειτουργεί τον Αι Γιάννη τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια καθώς και στα χωριά Αγριλίτσα, Βρούστη, Μάζι και Μερκούρι. Μικρό χωριό η Καρυά αλλά με ιερείς μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες του έθνους για ελευθερία και που  σήμερα κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.

Σημείωση βιβλιοθήκης: Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή και ο ιερέας Παναγιώτης Φαρμάκης, για δεκαετίες εφημέριος στον ναό του Τιμίου Προδρόμου Καρυάς αλλά και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε  την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, στις 3 μμ στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αγριλίτσας.

Η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος αναφέρει για το θάνατό του:

Ο αοίδιμος Πρεσβύτερος Παναγιώτης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Καρυά το 1929. Τα εγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στη γενέτειρά του και αποφοίτησε από την Μέση Νυχτερινή Ιερατική Σχολή Αθηνών το 1973. Υπηρέτησε κατά τα έτη 1951-1953 την πατρίδα ως στρατιώτης του Πεζικού.

Νυμφεύθηκε την Λεμονιά Ταραντίλη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 6η Αυγούστου 1973 και Πρεσβύτερος την 12ην Αυγούστου 1973 στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καρυάς, υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος Χρυσοστόμου του Β’ (Δεληγιαννοπούλου), συμμαρτυρούντος του μακαριστού επίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Σχοινοχωρίτου.

Υπηρέτησε ως τακτικός Εφημέριος του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς επί 38 συναπτά έτη. Παράλληλα διηκόνησε την ενορία Αγίου Αθανασίου Βρουστίου και τους οικισμούς Αγριλίτσας, Μερκουρίου και Μαζίου.  Υπήρξε δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού και διηκόνησε το κατηχητικό έργο επί πολλά έτη.

Ο εκλιπών υπήρξε σεμνός Κληρικός, δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού, αφοσιωμένος στην αποστολή του, διακόνησε με ευσυνειδησία, συνέπεια και σύνεση πάντοτε με υπακοή προς την Εκκλησία.

 

Υποσημείωση 


 

* Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν της Επικρατίας.

Ο υποφαινόμενος οδεύων το 34 έτος της ηλικίας του μου, γεννημένος είς το χωρίον Καρυά του Δήμου Οινόης της Επαρχίας Άργους όπου και σταθερώς διαμένω, υπηρετήσας την Πατρίδα κατά το διάστημα του αγώνος, έδωσα κατά το 1835 & 1836 έτος τα υπέρ Πατρίδος των εκδουλεύσεων μου ενδεικτικά εις την των επί των Αριστείων Εξεταστικήν Επιτροπήν υπογεγραμμένα παρά του Αντισυνταγματάρχου κ. Δ. Τζιόκρη και υπό λοχαγού Ιωάννου Δαγρέ υπό των οποίων τας διαταγάς διέπρεψα κατά το διάστημα του πολέμου, και επερίμενα ανυπομόνως να λάβω το ανήκον μοι εθνόσημον.

Αλλ’ επειδή και μέχρι σήμερον δεν το έλαβον, κατά δυστυχίαν αγνοώ πως. Όθεν ήδη οδηγούμενος από την υπ’ αρ. 204 Δηλοποίησιν της Σ. ταύτης Γραμματείας, επαναλαμβάνω την αιτησίν μου δια το ως είρηται εθνόσημον. Και τολμώ να κάμω την παρατήρησιν εις την Σεβ. ταύτην Γραμματείαν, ότι όταν έδωσα την περί εθνοσήμου αναφοράν μου ονομαζόμουν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ. Και επειδή ήδη χειροτονηθείς κατά το 1838 έτος Ιερεύς, υποσημειούμαι ήδη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ιερεύς. Και παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν, ίνα ευαρεστηθή και διατάξη όπως μοι δοθή το ανήκον εθνόσημον, ως και εδόθη και είς τους ……….. συναγωνιστάς μου, πλήρης ελπίδων της αιτήσεώς μου ταύτης.

Υποσημειούμαι με σέβας (Τ.Υ) Γεώργιος Ιερεύς.

Εν Καρύα την 16 Νοεμβρίου 1839

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  •  Χ.Ε.Β  Αρχείο Αγωνιστών
  • ΓΑΚ Αριστεία
  • Κωνσταντίνος Δ. Κατσένης, «Καρυά 1810-2005», 2007.
  • Ημερολόγια 2007 & 2009. Προοδευτικού & Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς «ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ».

Read Full Post »

Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)


Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.

Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.

 

Πηγή


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  

 

Read Full Post »

Άξιον Εστί – Φεστιβάλ Άργους 2010

Το Άξιον Εστί στους Στρατώνες Καποδίστρια, Σάββατο 17 Ιουλίου, 9.00 μμ

 

  

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Read Full Post »

Αλκίνοος Ιωαννίδης και Absolute Ensemble στη Μικρή Επίδαυρο, 16 & 17 Ιουλίου


 

Το Absolute Ensemble της Νέας Υόρκης, υπό τη διεύθυνση του Κρίστιαν Γιάρβι, μετά τη δημιουργική «συνομιλία» του με τον Μπαχ στο Φεστιβάλ Αθηνών κατευθύνεται προς το μικρό θέατρο της Επιδαύρου για να συναντήσει δυο σπουδαίους Έλληνες μουσικούς: τον βιολιστή Μιλτιάδη Παπαστάμου, από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, και τον τραγουδοποιό Αλκίνοο Ιωαννίδη.  

Μέσα από τη χαρά της συνύπαρξης διαφορετικών κόσμων, θα παρουσιάσουν ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα που, μακριά από κάθε σοβαροφάνεια, συνδυάζει την «κλασική» μουσική του 21ου αιώνα, την τζαζ, τη world music, τη ροκ, progressive και underground σκηνή, με το μεσαιωνικό κυπριακό και το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, τον αυτοσχεδιασμό και τους νέους τρόπους γραφής.

Από το 1993, οι φανατικοί ακροατές του Absolute Ensemble του Κρίστιαν Γιάρβι έχουν γίνει μάρτυρες μιας αργής αλλά σταθερής μεταμόρφωσης. Στις απαρχές του, στη Νέα Υόρκη, υπήρξε ένα ακόμα σύνολο κλασικής μουσικής.

Όμως ο Γιάρβι δεν μπόρεσε ποτέ να μειώσει τον ενθουσιασμό του για κάθε είδος μουσικής έκφρασης. Γι’ αυτό και το «μουσικά παμφάγο» σύνολό του, όπως το αποκαλεί ο ίδιος χαϊδευτικά, δημιουργεί παραστάσεις ασυνήθιστες στο χώρο της κλασικής μουσικής. Τα μέλη του καλούνται συχνά όχι μόνο να αυτοσχεδιάσουν, αλλά και να διασκευάσουν και να συνθέσουν έργα. Με γνώμονα την ένωση και όχι το διαχωρισμό των μουσικών ειδών, το Σύνολο ενσωματώνει στην κλασική του παράδοση μουσικές κάθε είδους, από την τζαζ και τη ροκ έως τις μουσικές του κόσμου και το χιπ-χοπ. Αψηφώντας την κατηγοριοποίηση και δημιουργώντας έναν εντελώς καινούριο ήχο, φέρνει μια αναζωογονητική πνοή στο μέλλον της μουσικής.

Το περιοδικό American Record Guide το χαρακτήρισε «ίσως το πιο σαγηνευτικό και δεξιοτεχνικό σύνολο σύγχρονης μουσικής σήμερα». Με οκτώ ηχογραφήσεις στο ενεργητικό του, το Absolute Ensemble έχει κερδίσει πολλά βραβεία, μια υποψηφιότητα για Grammy και έχει κάνει περιοδείες σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Read Full Post »

Εθνικό Θέατρο – Λυσιστράτη,  Αριστοφάνης  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 16 & 17 Ιουλίου

 


 

 Δια της κωμωδίας ταύτης ο Αριστοφάνης εκτραγωδεί τα δεινά του Πελοποννησιακού πολέμου, παρουσιάζει δε τας γυναίκας μηχανευομένας την κατάλυσιν αυτού, δια της αποχής από της εκπληρώσεως των συζυγικών των υποχρεώσεων.

  Πολύβιος Δημητρακόπουλος (Pol Arcas)

 Εκδόσεις Φέξη, 1910                                                                               

 

Εθνικό Θέατρο, 1957. H πρώτη Λυσιστράτη της Επιδαύρου – αξέχαστη η Mαίρη Aρώνη.

Η Λυσιστράτη πείθει τις γυναίκες της Αθήνας να απέχουν από τα «συζυγικά καθήκοντά» τους για να αναγκάσουν τους άντρες να τερματίσουν τον Πελοποννησιακό πόλεμο και… ένας άλλος πόλεμος αρχίζει, ανάμεσα στα δύο φύλα! Μια παράσταση για τον έρωτα, τον πόλεμο και την συμφιλίωση από τον ανατρεπτικό Γιάννη Κακλέα.

Η Λυσιστράτη διδάχτηκε το 411 π.Χ.  Η Αθήνα μέτραγε ήδη είκοσι χρόνια  πολέμου (ο Πελοποννησιακός πόλεμος ξεκίνησε το 431 π.Χ.) και ο Αριστοφάνης, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τι σημαίνει πόλεμος, δίνει με ευφυή τρόπο το δικό του ειρηνικό στίγμα. Με όπλα του το εύρημα της σεξουαλικής απεργίας, την ανελέητη σάτιρα και μια γλώσσα ευρηματική όσο και αθυρόστομη, καταδικάζει τον πόλεμο και προβάλλει την ανάγκη για  πανελλήνια ενότητα. Ερωτικά τεχνάσματα, κωμικές παρεξηγήσεις και πληθωρική δράση συνθέτουν μια απολαυστική κωμωδία όπου η γυναικεία εξυπνάδα αναδεικνύεται η κινητήρια δύναμη που θα οδηγήσει στη συμφιλίωση.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Κακλέας σημειώνει:

Η Λυσιστράτη, γράφεται σε μια ιδιαίτερα πολυτάραχη περίοδο. Το 411 π.χ. η Αθήνα μετά  την καταστροφική ήττα της σικελικής εκστρατείας, έχοντας χάσει μεγάλο αριθμό στρατιωτών, βρίσκεται στον εικοστό χρόνο του πελοποννησιακού πολέμου που ακόμα συνεχίζεται. Ο πόλεμος, έχει απελευθερώσει την ανθρώπινη σκληρότητα, έχει εγκαταστήσει την παρακμή, έχει εξοστρακίσει τον έρωτα και  έχει αποχαλινώσει τη βία.  Οι ανθρώπινες σχέσεις – άρα και οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα- είναι κι αυτές ένας πόλεμος που διεξάγεται με διαφορετικά όπλα και άλλη στρατηγική.

Στην παράσταση, οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς. Όχι σαν παρωδία της θηλυκότητας, και ειρωνική μίμηση των γυναικείων μηχανισμών έτσι όπως οι άνδρες τους φαντάζονται, αλλά ως επίκληση του θηλυκού στοιχείου που έχει τη δύναμη να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Το γυναικείο φύλο, δεν είναι μόνο το «άλλο» φύλο, δεν είναι απλά ο αντίθετος πόλος του αρσενικού. Είναι η  ίδια η ενέργεια του έρωτα που δημιουργεί, χωρίς να καταργεί τις αντιθέσεις. Η «συνωμοσία» των γυναικών για να σταματήσει ο πόλεμος,  είναι μια επανάσταση της ίδιας της ζωής ενάντια στον παραλογισμό και το θάνατο.

Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Χορογραφία: Κυριάκος Κοσμίδης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βίντεο: Πίνδαρος Ανδριόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Διανομή:

Λυσιστράτη: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Πρόβουλος: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης
Μυρρίνη: Ελένη Κοκκίδου
Κλεονίκη: Γιώργος Χρυσοστόμου
Κινησίας / Μυρρίνη: Μάκης Παπαδημητρίου
Αθηναίος Πρύτανης: Θέμης Πάνου
Λαμπιτώ: Λαέρτης Μαλκότσης
Κήρυκας Λακεδαιμονίων: Σταύρος Μαυρίδης

Ερμηνεύουν: Άννα Αθανασιάδη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Μιχάλης Θεοφάνους, Νίκος Καρδώνης, Φαίη Κοκκινοπούλου, Νίκη Λάμη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Χρήστος Μαλάκης, Κωνσταντίνος Μαραβέλλιας, Σταύρος Μαυρίδης, Σοφία Μιχαήλ, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργος Παπαγεωργίου, Δημήτρης Πασσάς, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Αλάιν Ρομέρο, Μαριάνθη Σοντάκη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Κωνσταντίνος Τσερκάκης, Μαρία Τσιμά, Βαγγέλης Χατζηνικολάου.

Πληροφορίες: Ελληνικό Φεστιβάλ, Χατζηχρήστου 23 και Μακρυγιάννη, Αθήνα.
Τηλ.: 210 3272000

Read Full Post »

Από την Ναυπλιακή ποίηση: Ποιήματα των Τάσου Βυζαντίου, Κατερίνας Γαρδικίωτη – Κοΐνη, Νίκου Καραγιάννη, Χρήστου Κατσιγιάννη, Θεοδόση Κωστούρου, Πάνου Λιαλιάτση, Νίκου Πρασσά, Μανώλη Τερζάκη, Γιάννη Φίλη, παπα – Ηλία Ψαρρολόγου.    

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Από την Ναυπλιακή ποίηση

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »