Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια[i]


  

Γεγονός είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται όλο και μεγα­λύτερο ενδιαφέρον – στο διεθνή και τον ελληνικό επιστημονικό χώρο – για την ιστορία της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων. Έτσι, αυτοβιο­γραφίες, απομνημονεύματα, προσωπικά ημερολόγια, ταξιδιωτικές εντυπώ­σεις, αναμνήσεις, κ.α., έχουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού φαίνεται να αναδεικνύουν τους αφανείς της ιστορίας, τους οποίους η παραδοσιακή ιστοριογραφία παραμερίζει.

Γίνεται, έτσι, όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι για να μπορέσει να εισχωρήσει κανείς στην ατμόσφαιρα μιας εποχής και να διευρύνει τις ιστο­ρικές του γνώσεις, θα πρέπει να μελετήσει τα βιώματα και τις συνθήκες ζωής των καθημερινών ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνον­ται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, τις προτιμήσεις τους, τα πρότυπά τους, τις προσδοκίες τους, τις απογοη­τεύσεις τους και τις απόψεις τους γύρω από ποικίλα ζητήματα, ηθικά, φι­λοσοφικά, κοινωνικά.

Μέσα από το πρίσμα αυτό των μικροϊστορικών προσεγγίσεων, το ιστορικό υλικό αναφέρεται στο μεμονωμένο και όχι στο μαζικό, στο «υπο­κειμενικό» και όχι στο «αντικειμενικό», στο ατομικό και όχι στο συλλογικό. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια αναφορά αποκομμένη από τον κορμό του ιστορικού συγκείμενου, αλλά για μια αναγωγή στο μέρος που ούτως ή άλλως παραμένει πάντοτε εντός του ιστορικο-πολιτισμικού συνόλου. Έτσι υποκειμενικό και αντικειμενικό συγκλίνουν και διενεργείται μια αδιάκοπη ροή μεταξύ ψυχολογίας και ιστορίας.

 

Το Ναύπλιο και η  Κυβέρνηση

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

Η άλωση του Παλαμηδίου (29-30 Νοεμβρίου 1822) αποτέλεσε μια ση­μαντική στιγμή για τους επαναστατημένους Έλληνες, ή οποία τους γέμισε χαρά και αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε ότι η ώρα της απελευθέρωσης και η δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν θα αργούσε να έρθει. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τις δηλώσεις πολιτικών της εποχής (Αθαν. Κανάρης, Θ. Νέγρης), ξέ­νων διπλωματών και περιηγητών [ii]. Το Ναύπλιο όντας πια ελεύθερο επιλέχθηκε ως έδρα της Κυβέρνησης (18.1.1823). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία άλλα υπαγορεύτηκε από μια σειρά λόγους που σχετίζονταν με τη γεωπολιτική θέση της πόλης, τη φυ­σική της οχύρωση και την πρωτοκαθεδρία της έναντι των υπολοίπων πό­λεων της Πελοποννήσου. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει εξάλλου πως κατά την β’ βενετοκρατία το Ναύπλιο με την ονομασία Napoli di Romania ήταν η πρωτεύουσα του Regno de Morea, ενώ επί οθωμανικής κυριαρχίας ως Anadolu υπήρξε το πολιτικό, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του Σαντζακίου του Μοριά.

Με βάση τις προαναφερθείσες παρα­μέτρους η πόλη ορίστηκε (Ιανουάριος 1823) ως έδρα της Προσωρινής Δι­οίκησης της Ελλάδος. Λίγο αργότερα η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) οριστικοποίησε την ανωτέρω απόφαση και με σχετικό ψήφισμά της αναγόρευσε το Ναύπλιο σε Καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής.

Η προσωρινή μεταφορά της Κυβέρνησης για λόγους ασφαλείας στην Αίγινα – Αύγουστος 1827 έως και την 3η Μαρτίου 1829 – δε σήμαινε και μεταφορά της καθέδρας [iii]. Την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για το Ναύπλιο σεβάστηκε ο Κα­ποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο λιμάνι της πόλης – με το αγγλικό δίκρο­το Warspite – στις 6/18 Ιανουαρίου 1828. Η άφιξή του έδωσε τη δυνα­τότητα για εκδηλώσεις ενθουσιασμού στο συγκεντρωμένο πλήθος που τον επευφημούσε ως σωτήρα, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν όλες του τις ελπί­δες.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Η εικόνα όμως που σύντομα ο Καποδίστριας σχημάτισε ήταν απο­γοητευτική. Η χώρα ήταν ερειπωμένη και ο λαός καθημαγμένος, ενώ η οικονομία, η διοικητική μηχανή, η δικαιοσύνη, ο στρατός, η εκπαίδευση, θεσμοί δηλαδή που θεμελιώνουν ένα ελεύθερο και ευνομούμενο κράτος ήταν ανύπαρκτοι ή διαλυμένοι. Παντού υπήρχαν ερείπια, μισογκρεμισμένα κτήρια, πρόσφυγες, εξαθλιωμένοι κάτοικοι, ορφανά, αρνητικές δηλαδή συνέπειες της Επανάστασης.

Στο Ναύπλιο συνέρεαν καθημερινά πρόσφυ­γες, καθώς ήταν η μόνη ασφαλής πόλη του ελεύθερου ελλαδικού χώρου και τα άτομα που κατέφευγαν εκεί ευελπιστούσαν ότι θα λάμβαναν την πρόνοια της Κυβέρνησης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πόλη προσέλκυε πληθυσμούς (Έλληνες και ξένους) λόγω των οικονομικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων που παρείχε [iv]. Επι­πρόσθετα όμως η κατάσταση αυτή – όπως ήταν φυσικό – επέτρεψε στο να μεταβληθεί ο χώρος σε τόπο μηχανορραφιών, ανταγωνισμών και αλλη­λοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να επιβάλ­λει τάξη στους πρόσφυγες, στους απείθαρχους στρατιώτες και σε κάθε λογής κακοποιά στοιχεία που εκμεταλλεύονταν τη γενικότερη αποδιοργά­νωση που παρατηρείτο[v].

 

Οικοδομικός οργασμός

 

Στις άμεσες προτεραιότητες του Καποδίστρια ήταν να δημιουργήσει ισχυρή κυβέρνηση στον τόπο, να αναδιοργανώσει την επαρχιακή διοίκηση, να ανασυντάξει το στρατό και το στόλο, να θέσει τις βάσεις για την οικο­νομική ανόρθωση της χώρας. Εκτός όμως από αυτά σε προτεραιότητα έθεσε και την ανοικοδόμηση της πόλης, θέλοντας να την καταστήσει πρότυπο ανάπτυξης και για τις υπόλοιπες περιοχές του Κράτους. Πολύτιμο βοηθό του σ’ αυτή του την προσπάθεια είχε ένα συμπατριώτη του, τον Κερκυραίο πολεοδόμο και αξιωματικό του γαλλικού στρατού Σταμάτη Βούλγαρη. Σ’ αυτόν ανέθεσε τον έλεγχο των οχυρωμάτων των φρουρίων, τον επανασχεδιασμό, τη βελτίωση και την ανάπτυξη της υπάρχουσας πό­λης αλλά και την επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας για τη δημιουργία οικισμού προσφύγων, την Πρόνοια [vi].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Η έκταση που καταλάμβανε η πόλη δε διέφερε από τα όρια του σημερινού ιστορικού κέντρου, λόγω ακριβώς της τοπογραφίας της περιοχής και των δύο μεγάλων φρουριακών συγκροτημάτων που την περιέβαλαν, της Ακροναυπλίας και του Παλαμηδίου [vii]. Το Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο εκτεινόταν από την Ακροναυπλία έως τη θάλασσα σε τρεις βασικές ζώνες. Στην πρώτη ζώνη, πλάτους110 μέτρων από τα τείχη της Ακροναυπλίας κατά μήκος των ισοϋψών του οικισμού, δεν έγιναν ιδιαί­τερες οικιστικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για την περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου κατοικούσαν κυρίως ψαράδες. Σημαντικές επεμβάσεις έγιναν στη δεύτερη ζώνη, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με την πρώτη και κατα­λάμβανε την περιοχή έως τα επιθαλάσσια τείχη.

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Στο χώρο αυτό, που είχε καθαρά αστικό χαρακτήρα, υπήρχαν οι σημαντικότεροι ναοί και τα δημό­σια κτήρια της πόλης, όπως οι εκκλησίες της Παναγίας, του Αγίου Γεωρ­γίου, η Μητρόπολη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, οι Γενικές Γραμμα­τείεςτα υπουργεία της εποχής – η πλατεία Πλατάνου (το παλαιό Ενε­τικό Forum) με το μικρό τζαμί που μετατράπηκε σε αλληλοδιδακτικό σχο­λείο, ο Τεκές του Αγά πασά – που εγκαταστάθηκε το Βουλευτικό – το Arsenale, πού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Κοινωνικό και πολιτικό κέντρο της ζώνης αυτής, όπως και της πόλης γενικότερα, αποτελούσε ή πλατεία Πλατάνου, η οποία θα μετονομαστεί αρχικά σε πλατεία Στρατώνα και στη συνέχεια σε Συντάγματος. Κάτω από τον σκιερό πλάτανο, σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου, υπήρχαν υπαίθριοι αναφορογράφοι, που υποκαθιστούσαν τους ανύπαρκτους δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

Η διαμόρφωση της πλατείας ανατέθηκε στο Στ. Βούλ­γαρη, ο οποίος ανοίγοντας τη μικρή κλειστή ενετική πλατεία του Αγίου Γε­ωργίου δημιούργησε τη νέα μεγάλη νεοκλασική πλατεία των Τριών Ναυάρ­χων στα ανατολικά της πόλης – κοντά στα τείχη- όπου εγκαταστάθηκε το Κυβερνείο, κατοικία του Καποδίστρια και μετέπειτα του Όθωνα. Η τρίτη ζώνη – συνολικού πλάτους 100 μ.- εκτεινόταν έξω από τα επιθαλάσσια τείχη και αποτελούσε συνέχεια της δεύτερης. Σε οριζόντιο πια έδαφος οι πολεοδόμοι εφάρμοσαν τους κανόνες της πολεοδομίας του 19ου αιώνα σχεδιάζοντας με απόλυτα κανονική χάραξη δρόμων ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Σύμφωνα με τη νέα ρυμοτομία τα οικόπεδα ήταν μικρού πλά­τους και διαμπερή, ώστε να εξασφαλίζεται ο άνετος αερισμός και ηλιασμός των χώρων.

Έξω από τα τείχη του Ναυπλίου και κοντά στους πρόποδες του Παλαμηδίου δημιουργήθηκε το προσφυγικό προάστιο Πρόνοιαο πρώτος προσφυγικός οικισμός της νεότερης Ελλάδας – στον οποίο εφαρ­μόστηκε ο ίδιος οικοδομικός σχεδιασμός με αυτόν που ίσχυε στην υπόλοιπη πόλη [viii]. Η δημιουργία του εν λόγω οικισμού εντάσσεται στα μέτρα υγεί­ας και κοινωνικής πρόνοιας που έλαβε ο Κυβερνήτης για την αποσυμφό­ρηση των αστικών κέντρων της επικράτειας.

Karl von Heideck

Στην ανοικοδόμηση της πόλης ο Βούλγαρης είχε ως συνεργάτη το Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck, τον μετέπειτα αντιβασιλέα (1833-1835). Η μακρόχρονη παραμονή του τελευταίου στην Ελλάδα – ήδη από την Επανάσταση- και η επαφή του με το στενό φίλο του Κυβερνήτη, Ελβετό τραπεζίτη Eynard, συντέλεσαν στο να διοριστεί γενικός στρατιω­τικός διοικητής Ναυπλίου. Στις αρμοδιότητές του επίσης ήταν να επισκευ­άσει τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της πόλης [ix]. Μαζί με τους προαναφερθέντες το έργο της ανοικοδόμησης ανέλαβε και πλήθος Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων και στρατιωτικών μηχανικών, όπως οι Θ. Βαλλιάνος, Δημ. Σταυρίδης, Ανδρέας Καλλάνδρος, Δημ. Καλλέργης, Εμμ. Μανιτάκης, Πίζας, Α. Garnot, Πασκουάλε Ιππολίτι, Στα­μάτης Κλεάνθης, Eduard Schaubert [x].

Από τις σχετικές εντολές που απέ­στειλε ο Καποδίστριας στο Βούλγαρη αποδεικνύεται πως ο πρώτος ενδια­φέρθηκε ιδιαίτερα για την ανοικοδόμηση της πόλης. Μια από αυτές ανα­φερόταν στην ανακαίνιση όσων οικοδομών είχαν διατηρηθεί σε καλή κατά­σταση και στη σταδιακή κατεδάφιση όλων των κατεστραμμένων και ετοι­μόρροπων κτηρίων – ιδιωτικών και δημόσιων- στη θέση των οποίων έπρεπε να ανεγερθούν νέα. Εντολή επίσης δόθηκε για την αφαίρεση των σαχνισιών προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του αέρα στο εσω­τερικό των σπιτιών, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες υγιεινής [xi].

Εκτός όμως από τους καθαρά πρακτικούς λόγους την αλλαγή της εικόνας της πόλης επέβαλλαν και ηθικοί. Το προεπαναστατικό Ναύπλιο ακολουθούσε την οικιστική δομή των πόλεων της οθωμανικής περιόδου, όπου κοινό γνώρισμά τους ήταν η λειτουργική ενότητα του άστεως, στον πυρήνα του οποίου οργανώνονταν όλες οι διοικητικές, εμπορικές, και θρησκευτικές δραστηριότητες [xii].

Όχι μόνο η διάταξη των δημόσιων κτι­σμάτων, αλλά και η ρυμοτομία και η αρχιτεκτονική των κτηρίων του θύ­μιζε Ανατολή. Οι δρόμοι ήταν στενοί, κακοτράχαλοι και γεμάτοι ακα­θαρσίες, ενώ τα ευρύχωρα διώροφα ή τριώροφα σπίτια – κτισμένα με ξυλοδεσιές (τσατμάδες)- λόγω των προεξοχών τους (σαχνίσια) έφερναν σε άμεση γειτνίαση το ένα κτίσμα με το άλλο[xiii].

Ο Καποδίστριας προσπάθησε λοιπόν μέσω οικιστικών παρεμβάσεων ν’ αλλάξει την προϋπάρχουσα κατάσταση, ώστε η πρωτεύουσα του νέου κράτους να μη θυμίζει το προγενέστερο οθωμανικό παρελθόν της. Για το λόγο αυτό τα κτήρια που κα­τασκευάστηκαν τότε στο Ναύπλιο χαρακτηρίζονται από την καθαρότητα των όγκων και τη γνώριμη ελληνική κλίμακα. Τα περισσότερα από αυτά αποτέλεσαν χαρακτηριστικά δείγματα ενός πρώιμου ελληνικού νεοκλασικισμού. Ενός αρχιτεκτονικού ρυθμού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, επαναχρησιμοποιήθηκε και επικράτησε στην Ευρώπη το 18ο και 19ο αιώνα, για να μεταφυτευθεί και να επικρατήσει και πάλι στην Ελλάδα από τους αρχιτέκτονες της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Το Ναύπλιο και η Αίγινα είναι οι πρώτες πόλεις όπου εφαρμόστηκε ο ρυθμός αυτός, ο οποίος στη συνέχεια κυριάρχησε στην αρχιτεκτονική της Πάτρας, της Ερμούπολης, του Άργους, της Αθή­νας και της Σπάρτης. Τα όποια προβλήματα προέκυψαν από την έλλειψη ντόπιων οικοδόμων, σιδηρουργών και εξειδικευμένων τεχνιτών, πού θα κατασκεύαζαν τις μορφολογικές λεπτομέρειες του ρυθμού (γείσα, κιονό­κρανα, παραστάδες, κιγκλιδώματα) ξεπεράστηκαν με τον ερχομό μετανα­στών τεχνιτών, κυρίως Επτανησίων[xiv].

Η πόλη όμως δεν παρείχε ανάλογες δυνατότητες στον εξοπλισμό των οικιών και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων, αφού ή λαϊκή παρά­δοση δεν είχε να επιδείξει έπιπλα ανάλογα με τα ευρωπαϊκά[xv]. Επειδή μά­λιστα ο ένας και μοναδικός κατασκευαστής επίπλων πολυτελείας δεν μπο­ρούσε να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων, πολλαπλασιάστηκαν σημαντικά οι εισαγωγές. Στο πλαίσιο λοιπόν του εξευρω­παϊσμού του Ναυπλίου εισάγονταν έπιπλα από τη Μασσαλία, τη Γένοβα, τη Μάλτα, ανατολίτικα χαλιά από την Ανατολή και είδη οικιακού εξοπλι­σμού από την Αγγλία και τη Γαλλία[xvi].

 

Οικονομικές και εκπαιδευτικές πτυχές

 

Με την πάροδο του χρόνου η αναρχία και η ανασφάλεια που επι­κρατούσαν έως το 1828 στη χώρα σταδιακά μειώθηκαν παραχωρώντας τη θέση τους στην ευνομία και την ασφάλεια. Σ’ αυτό συνέβαλε τόσο η πα­ρουσία του Καποδίστρια στα δημόσια πράγματα του κράτους όσο και η πολιτική που ακολούθησε. Η νέα κατάσταση οδήγησε εκατοντάδες Έλληνες από όλες τις περιοχές της χώρας στο να εγκατασταθούν στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η διαφορετική προέλευση των νέων κατοίκων της πόλης αποτυπώνεται και στον κατάλογο των ατόμων που εργάστηκαν στο Κυβερνείο. Σε αυτόν καταγράφονται εργάτες από την Τήνο, την Αθήνα, την Κέρκυρα, τη Ρούμε­λη, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, τα Κύθηρα, τη Σίφνο, τα Καλάβρυτα, τον Τύρναβο, κλπ [xvii].

Ο μακροχρόνιος πόλεμος, όπως ήταν φυσικό, είχε πλήξει άμεσα τους αστικούς σχηματισμούς των επαναστατημένων περιοχών. Έτσι στις αρχές του 1828 τόσο στο Ναύπλιο όσο και στην Αίγινα είχαν απομείνει λίγοι έμποροι. Η κατάσταση αυτή άλλαξε επί Καποδίστρια, αφού η πόλη του Ναυπλίου μετατράπηκε σε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κόμβο, προ­σελκύοντας πια όχι μόνο εργατικό δυναμικό αλλά και πλήθος εμπόρων, Ελλήνων και ξένων.

Έλληνες του εξωτερικού (Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Ρωσία, Κεντρική Ευρώπη) αλλά και έμποροι από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική άρχισαν να εγκαταθίστανται στο Ναύπλιο προσδίδοντάς του σταδιακά ευρωπαϊκή εικόνα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι γαλλικοί και ελληνικοί εμπορικοί οίκοι που δραστηριοποιήθηκαν στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου οι αποθήκες, τα εργαστήρια, τα οψοπωλεία, οι ταβέρνες, οι φούρνοι, τα εμπο­ρικά της προκυμαίας και της πόλης εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ντόπιων και αλλοδαπών.

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Η εγκατάσταση πληθυσμών στην πόλη σχετίζεται και με το γεγονός ότι το Ναύπλιο εκτός από την εμπορική δράση ήταν συγχρόνως στρατιω­τικό, διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Κράτους. Στην πόλη λειτουργούσαν νομικά καταστήματα (Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο, Εμποροδικείο) φυλακές και νοσοκομεία. Συγκεκριμένα στον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών υπήρχε πολιτικό νοσοκομείο με την επωνυμία Α’ Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, ενώ από τον Αύγουστο του 1828 ο Heideck ίδρυσε και ένα δεύτερο – εντός του κάστρου της Ακροναυπλίας – για τους στρατιωτικούς. Στα προαναφερθέντα νοσοκομεία προσέφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες Έλληνες και ξένοι γιατροί. Παράλληλα στην πόλη υπήρχε και το φαρμακείο, Ο Σωτήρ, του Βονιφάτιου Βοναφίν, φαρμακοποιού με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στον εν λόγω χώρο ταριχεύτηκε η σορός του Καποδίστρια, πριν μεταφερθεί στην Κέρκυρα όπου και ενταφιάστηκε [xviii].

Μπορεί το κέντρο Παιδείας του Κράτους να ήταν η Αίγινα, το Ναύ­πλιο όμως ως πρωτεύουσα είχε τα δικά του εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στην πόλη προϋπήρχε αλληλοδιδακτικό σχολείο, που ίδρυσε η Φιλανθρωπική Εταιρεία (1826) κατά το πρότυπο των αγγλικών αλληλοδιδακτικών της «British and Foreing School Society». Επί Καποδίστρια ιδρύθηκαν δύο νέα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα στην κάτω πόλη και ένα εντός του κάστρου για τα ορφανά και τους στρατιώτες. Στα εκπαιδευτήρια του Ναυπλίου εντάσσονται τα τέσσερα Ελληνικά Σχολείαένα δημόσιο και τρία ιδιω­τικά – και τα δύο ιδιωτικά παρθεναγωγεία με διευθύντριες την Ελένη Δανέζη και τη Γαλλίδα Charlotte de Volmerange αντίστοιχα. Παράλληλα λειτουργούσαν και δύο άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο των Ευελπίδων [xix] – οργανωμένο κατά τα γαλλικά πρότυπα από το Γάλλο αξιωματικό Pauje – και το Πρότυπον Αγροκήπιον  της Τύρινθας [xx].

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Οι απόφοιτοι του Πολεμικού Σχολείου, που χρησίμευε και ως η πρώτη Ανώτατη Τεχνική Σχολή, στελέχωσαν το Σώμα του Μηχανικού και της Οχυροποιίας και εργάστηκαν ως πολιτικοί αρχιτέκτονες και μηχανικοί στην ανασυγκρότηση της χώρας. Το Αγροκήπιονέκτασης 2.206 στρεμμάτων εθνικής γης – αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια γεωργικής εκπαίδευ­σης στην Ελλάδα. Την εικόνα της εκπαίδευσης στην πόλη συμπλήρωνε το Φιλολογικό Σπουδαστήριο του Λευκαδίτη ιατροδιδασκάλου Α. Παπαδόπουλου-Βρετού (1831). Το σπουδαστήριο ακολουθώντας το πρότυπο των αναγνωστικών λεσχών της Ευρώπης, παρείχε στα μέλη του σε καθημερινή βάση τις υπηρεσίες του. Εκεί μπορούσε κανείς να δανειστεί ελληνικά, γαλ­λικά, ιταλικά, αγγλικά βιβλία, να διαβάσει φιλολογικές και πολιτικές εφη­μερίδες, ή να γράψει.

Το Φιλολογικό Σπουδαστήριο κάλυπτε την έλλειψη βιβλιοπωλείων, αφού στην πόλη υπήρχε μόνο ένα που διέθετε ελληνικά βι­βλία, ενώ ένας Γερμανός βιβλιοπώλης προμήθευε την αγορά με κάποια ξε­νόγλωσσα. Ελληνικά βιβλία και λεξικά πωλούνταν και σε καταστήματα γενικού εμπορίου ή, αν ήθελε κάποιος μπορούσε να γίνει συνδρομητής και να του τα αποστέλλουν. Στο Ναύπλιο λειτουργούσε τέλος και τυπογραφείο στο οποίο εκδιδόταν ο τοπικός Τύπος και κάποια έντυπα. Πάντως καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε ο κυριότερος τρόπος για να διαβάσει κα­νείς ήταν ο αμοιβαίος δανεισμός [xxi].

 

Καθημερινότητα και ψυχαγωγία

 

Ο ευρωπαϊκός αέρας που έπνεε στην πόλη διαφαίνεται και στην ενδυμασία των κατοίκων. Όλων των ειδών τα υφάσματα υπήρχαν στα εμπορικά του Ναυπλίου: φλωρεντινοί ταφτάδες, χρωματιστά μεταξωτά, μουσελίνες για τις κυρίες και τσόχες αγγλικές και γαλλικές, φανέλες και αγγλικά κασμίρια για τους κύριους, ενώ ράφτες και μοδίστρες αναλάμβα­ναν να ικανοποιήσουν τα ευρωπαϊκά γούστα των πελατών τους. Οι όποι­ες δυσκολίες συναντούσε κανείς στην ενδυμασία εστιάζονται στην εξεύρεση ειδών υπόδησης και πιλοποιίας, αφού ο περιορισμένος αριθμός αγγλικών και γαλλικών καπέλων που υπήρχε στα καταστήματα προσφερόταν σε αρκετά υψηλές τιμές. Ίσως το υπερβολικό τους κόστος αιτιολογείται από το ότι αν και οι περισσότεροι Έλληνες ντύνονταν ευρωπαϊκά εξακολου­θούσαν να φορούν το φέσι ακόμα και με επίσημο ένδυμα [xxii].

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Την καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο συμπλήρωνε η ψυχαγωγία και η διασκέδαση. Πολυσύχναστα μέρη της πόλης ήταν τα καφενεία και τα ζαχα­ροπλαστεία, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της κοσμικής και δημόσιας ζωής. Στην πλατεία του Πλατάνου υπήρχαν δύο – τρία καφενεία που φημί­ζονταν για την πολυτέλειά τους και τις παροχές προς τους πελάτες τους. Εκεί οι άνδρες έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν μπιλιάρδο ή τάβλι, ενώ οι κυρίες απολάμβαναν σοκολάτα, σουμάδα, λεμονάδα, παγωτό. Πλήθος επίσης αργόσχολων πολιτικολόγων καπνίζοντας στριμμένο τσιγάρο ή ναργιλέ συζητούσαν θέματα της ελληνικής και της διεθνούς επικαιρότητας. Σ’ ένα από αυτά μάλιστα ο λαός σχολιάζοντας την πολιτική κατάσταση της χώρας δε δίστασε οργισμένος μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (3.2.1830), με το οποίο καθορίστηκαν τα σύνορα της χώρας, να το μετονομάσει σε Καφενείο των τριών αγχόνων [xxiii].

Με τη δύση του ηλίου έκλειναν οι πύλες της ξηράς σηματοδοτώντας την παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η ζωή όμως συνεχιζόταν με άλλους ρυθμούς. Την ίδια ώρα άρχιζαν οι επισκέψεις και οι προσκλήσεις σε δείπνο. Στη δίαιτα των κατοίκων περιλαμβάνονταν τρόφιμα κάθε είδους όπως όσπρια, φρέσκα λαχανικά, φρούτα, κατσικίσιο γάλα, τυρί, λάδι, ρε­τσίνα, κρέας, ψάρια, πέρδικες, λαγούς, πουλερικά και πλάι σ’ αυτά τσάι και καφέ από την Ανατολή, γαλλικά κρασιά και εισαγόμενα αλλαντικά.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Η αγορά γενικά της πόλης μπορούσε να ικανοποιήσει κάθε διατροφική επι­θυμία και κάθε βαλάντιο [xxiv]. Στα χάνια της Πρόνοιας, έξω από τα τείχη, τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα γλεντούσαν με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ότι η άρχουσα τάξη. Το δείπνο τους μπορεί να ήταν λιγότερο πλούσιο, δεν τους έλειπε όμως το κέφι. Εκτός από τις σημαντικές οικογενειακές στιγμές της ζωής όπως η γέννηση, ο γάμος, η βάπτιση, η κάθε μέρα αποτελούσε ευκαι­ρία για διασκέδαση.

Η ανώτερη τάξη της πόλης διασκέδαζε κυρίως με συγ­κεντρώσεις σε σπίτια και χοροεσπερίδες. Άξιες λόγου αποτελούν οι βεγγέ­ρες στα σπίτια Ελλήνων της Μολδαβίας και τα soirees της κ. Rouen. Στην οικία του Κωνσταντίνου Καρατζά, γιου του πρώην ηγεμόνα της Μολδα­βίας Ιωάννη, υπήρχε και το μοναδικό κλειδοκύμβαλον της πόλης. Η οικο­δέσποινα συνήθιζε να διασκεδάζει τους ακροατές της, οι οποίοι άλλοτε απολάμβαναν σιωπηλοί τις μουσικές της ικανότητες και άλλοτε τη συνό­δευαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Η έλλειψη πιάνου δεν εμπόδιζε τους νέους της αριστοκρατίας να διοργανώσουν χορευτικές βραδιές με τραγού­δι και με συνοδεία βιολιού ή μαντολίνου.

Στις βεγγέρες συχνά πραγματο­ποιούνταν λογοτεχνικές βραδιές, στις οποίες οι αδελφοί Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ο Νικόλαος Δραγούμης, ο Δημήτριος Καλλέργης, οι γιατροί Ιωάννης Βηλαράς και Διονύσιος Ταγιαπέρας και αρκετοί άλλοι απήγγελαν ή διάβαζαν τα καινούρια τους έργα ή μεταφράσεις από γνωστά έργα ξένων δημιουργών [xxv].

Στον αντίποδα αυτής της συμπεριφοράς βρισκόταν ο Κυβερνήτης, ο οποίος λόγω του αυστηρού και κλειστού του χαρακτήρα απέφευγε τις υπερ­βολές. Προσπαθώντας να βάλει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους πα­ραμέρισε εντελώς την προσωπική του ζωή. Χωρίς να κάνει χρήση του τίτ­λου του ντυνόταν όπως όλοι οι άλλοι, ενώ σπάνια φορούσε την επίσημη ενδυμασία του.

Δεν δεχόταν εύκολα επισκέψεις στο σπίτι του και η δια­σκέδασή του περιοριζόταν στο να βγαίνει καθημερινά βόλτα με το αμάξι του έξω από την πόλη ή να επισκέπτεται τα βράδια την οικία του Καρα­τζά για να κουβεντιάσει με τη μεγαλωμένη στο Παρίσι συμπατριώτισσά του κυρία Καρατζά, το γένος Κοντού. Αργότερα όμως, ίσως από το φόβο πα­ρεξηγήσεων, σταμάτησε τις επισκέψεις του αυτές[xxvi].

Οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης και προόδου στην πόλη συνεχίστηκαν, αν και διακόπηκαν προσωρινά λόγω της αναστάτωσης και της αναρχίας που προκάλεσε η δολοφονία του Κυβερνήτη. Νέα ακμή γνώρισε το Ναύπλιο με την άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, αφού υπό τη νέα διοίκη­ση ξαναζωντάνεψε η ευρωπαϊκή πορεία της πόλης.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Η εργασία βασίστηκε σε ομιλία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στο πλαίσιο της 182ης επετείου της άλωσης του Παλαμηδίου (Ναύπλιο, 28.11.2004), με θέμα: «Εικόνες από το Ναύπλιο της καποδιστριακής περιόδου (1828-1831)».

[ii] Κ. Κοτσώνη, «Συμβάντα μετά την κατάληψιν του Ναυπλίου (1822)», Πρα­κτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήνα 1979, σ. 161-178. Φ. Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύμα­τα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, επιμέλεια – εισαγωγή – ευρετήριο Τ. Γριτσόπουλος, τόμ. Α’, Αθήνα 1974, σ. 17-47. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο, στα χρόνια του Καποδίστρια», Αθήνα-Μόναχο. Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου, Αθήνα 2000, σ. 73. Μ. Λαμπρινίδη, Η Ναυπλία, Αθήνα 1950, σ. 239.

[iii] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σσ. 73, 81.

[iv] Σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο στο Ναύπλιο (1828) είχαν συγκεντρω­θεί 20.000 με 25.000 πρόσφυγες. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του νέου ελλη­νισμού, τόμ. ΣΤ’, Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 886, 889.

[v] Σπ. Μπρέκη, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας), Αθήνα2 1999, σσ. 92-96. Α λ. Δεσποτοπούλου, Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα2 1996, σσ. 1, 71.

[vi] Απ. Βακαλοπούλου, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σσ. 251-252. Χρ. Στασινο­πούλου, Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμ. Β’, Αθήνα 1979, σσ. 108-109.

[vii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 870, τομ. Η’, σσ. 240-242.

[viii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’, σ. 241, τόμ. ΣΤ’, σ. 887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός οικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία, τχ. 51, Ιούνιος 1994, σσ. 35-46. Κ. Κόμη, «Προσφυγικές μετακινήσεις. Πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», Ιστο­ρία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 3, Αθήνα 2003, σσ. 243-244. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[ix] Karl Von Heideck, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τχ. 12, Αθήνα 1900, σ. 384.

[x] Κ. Κόμη, ό.π., σ. 237.

[xi] Το σαχνίσι αποτελούσε ένα καθαρά βυζαντινό αρχιτεκτονικό στοιχείο που ενσωματώθηκε στην οθωμανική αρχιτεκτονική σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται πια οθωμανικό. Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σ. 75.

[xii] Ελ. Κανετάκη, Οθωμανικά λουτρά στον Ελλαδικό χώρο, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2004, σελ. 45.

[xiii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τομ. ΣΤ’, σ. 886.

[xiv] Ο νεοκλασικός ρυθμός αφομοιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο ρυθμός εφαρμόστηκε μόνο σε δημόσια κτήρια, ανά­κτορα ή μέγαρα, στην Ελλάδα κυριάρχησε μέχρι τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Μ. Καρ­δαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 75. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’,σ. 241. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[xv] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 886.

[xvi] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 75-76.

[xvii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος υπέρ της Δημοσίας Υγείας κυβερνητική πολιτική», Επιστημονική Επετηρίς της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (1971-1972), τόμος αφιερωμένος στον Π. Πέρδικα, Αθήνα 1972, σ. 265.

[xviii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος …», ό.π., σ. 269. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Έκδοση Διεύθυν­ση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1997, σ. 22. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, «Το πρώτον νοσοκομείον της Επαναστάσεως και η εν Ναυπλίω «Φιλανθρωπική Εταιρεία»», Πελο­ποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμ. Ε’, Αθήνα 1959, σ. 91.

[xix] Χρ. Φωτοπούλου, «Το αποκαλούμενο «κτίριον της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η Ιστορία του (1828-2005)», Πρακτικά Ζ’ Διε­θνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (12 Σεπτεμβρίου 2005), υπό έκδοση.

[xx] Στ. Παπαδοπούλου, Η  Ελληνική Πολιτεία (1828-1832), Αθήνα 1981, σσ. 57-62.

[xxi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 77.

[xxii] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 77-78.

[xxiii] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί αναμνήσεις, πρόλογος Κ. Άμαντος, τόμ. 1, Αθήνα 19364, σ. 101. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σσ. 872, 876, 886-887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 78.

[xxiv] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 79.

[xxv] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 79-80.

[xxvi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 80.

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Λαμπροπούλου Δήμητρα


 

Λαμπροπούλου Δήμητρα

Η εκπαιδευτικός – συγγραφέας Δήμητρα Λαμπροπούλου, γεννήθηκε και μεγάλω­σε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα και το Παρίσι και διδάσκει πάνω από  25 χρόνια στο Κολλέγιο Αθηνών.

Αφοσιωμένη πάντα στην εκπαιδευτική της προσπά­θεια, πλησιάζει τα παιδιά με μια έμφυτη ευαισθησία, κατανόηση και αγάπη. Η προσφορά της υπερβαίνει τις τυπικές γνώσεις και τα στενά πλαίσια της διδασκαλίας του αντικειμένου της. Αντλώντας από τη δική της εμπειρία, γνωρίζει στα παιδιά τις αληθινές αξίες και τα βοηθάει, φέρνοντάς τα πιο κοντά στην εξερεύνηση του εσωτερικού τους κόσμου.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τα πιο κάτω έργα της:

«Μια ζωή ένα όνειρο», εκδόσεις Απόπειρα, 2010 (τρίτη ανατύπωση). Δεκαέξι σύντομες αυτοβιογραφικές εξιστορήσεις, που προσφέρουν την ευκαιρία στη Δήμητρα Λαμπροπούλου να μιλήσει στους νέους αλλά και σε όσους έχουν διάθεση να ξεφύγουν από την πεζότητα και την ισοπέδωση της καθημερινής ρουτίνας. 

«Τα παιδιά γράφουν παραμύθια», εκδόσεις Απόπειρα, 2011 (τρίτη ανατύπωση). Δίγλωσση έκδοση ( Ελληνικά – Γαλλικά). Γραμμένο μαζί με τα παιδιά, διασκευασμένο σε δύο γλώσσες, τους δίνει την ευκαιρία να  μάθουν μια ξένη γλώσσα μέσα από μια δημιουργική αλλά και διασκεδαστική διαδικασία, που τα οδηγεί στην ορθή χρήση του γλωσσικού τους εργαλείου.    

«Ταξιδεύοντας στην Τέχνη», δίτομο, εκδόσεις Απόπειρα, 2010. Ένα ταξίδι σε χώρους που είναι πηγές πολιτισμού: στη Φλωρεντία, για να γνωρίσουμε τα Ουφίτσι, στο Παρίσι, για να γνωρίσουμε το Λούβρο, το Μουσείο Ορσαί, το Κέντρο Πομπιντού, και τέλος, στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσουμε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ), με σκοπό να παρακολουθήσουμε την πορεία της Τέχνης από την κλασική έως την μοντέρνα μορφή της.   

«Κυνηγώντας τον κλέφτη», εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Nουβέλα παιδική/εφηβική δίγλωσση (ελληνικά/γαλλικά). Όλα τα παιδιά χαίρονται τις διακοπές και περιμένουν με ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα αφήσουν πίσω τη ρουτίνα της καθημερινότητας για να ξεχαστούν στον όμορφο κόσμο της φύσης… μακριά από την πολύβουη πολιτεία. Αλλά τι συμβαίνει όταν ξαφνικά κάποιος κλέφτης θέλει να χαλάσει αυτές τις όμορφες μέρες;

 

Read Full Post »

Καθημερινή – Το Άργος επενδύει στο μέλλον


  

Στην μεγάλη και έγκριτη εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του Σαββάτου 27 Αυγούστου 2011 και στο ένθετο ΖΩΗ-ΤΕΧΝΗ, η δημοσιογράφος Χριστίνα Σανούδου, δημοσιεύει ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο « Το Άργος επενδύει στο μέλλον» που αναφέρεται στην αξιοποίηση των στρατώνων του Καποδίστρια και την δημιουργία εκεί του Βυζαντινού Μουσείου.

Επειδή θεωρούμε ότι αυτού του είδους τα δημοσιεύματα αναδεικνύουν την ιστορική πόλη μας και τον πολιτισμικό πλούτο της, αναδημοσιεύουμε ολόκληρο το σχετικό άρθρο, ελπίζοντας ότι θα ακολουθήσουν και άλλα τα οποία θα παρουσιάσουν τις βαθιές ιστορικές ρίζες του Άργους.

 

Το Άργος επενδύει στο μέλλον

Η ιστορική πόλη αξιοποιεί τους παλιούς Στρατώνες και αποκτά πρότυπο Βυζαντινό Μουσείο, σύμβολο μιας νέας εποχής

 

Σε περιόδους ειρήνης, χρησιμοποιήθηκαν ως νοσοκομείο, σχολείο, αγορά, ταχυδρομείο και αγορά. Σε πιο «σκοτεινές» εποχές, μετατράπηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για Τούρκους αιχμαλώτους των Βαλκανικών Πολέμων, σε χώρο ανακρίσεων και βασανιστηρίων, αλλά και σε προσωρινό κατάλυμα για Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Οι εμβληματικοί Στρατώνες του Καποδίστρια στο Άργος, η πορεία των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ιστορία της Ελλάδας, αποκτούν επιτέλους μια «ταιριαστή» χρήση: το πρώτο Βυζαντινό Μουσείο της Πελοποννήσου αναμένεται να ανοίξει για το κοινό σε περίπου ενάμιση χρόνο, αναδεικνύοντας τον πολιτισμικό πλούτο της άγνωστης στο ευρύ κοινό μεσαιωνικής Αργολίδας και συμπληρώνοντας το πολιτισμικό πάζλ που συνθέτουν οι πολυάριθμοι αρχαιολογικοί χώροι της περιοχής, από την Αρχαία Ακρόπολη του Άργους ως τις γειτονικές Μυκήνες, την Τίρυνθα και την Επίδαυρο.

 

Καθημερινή - Το Άργος επενδύει στο μέλλον

 

Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα φέρει και μια πνοή ανανέωσης στο Άργος- μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας, με αναφορές στα ομηρικά έπη και τα γραπτά των αρχαίων ιστορικών και τραγικών ποιητών, που όμως εδώ και δεκαετίες έχει περάσει στην αφάνεια. Αυτή τη στιγμή, ακόμα και το αξιόλογο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης «δέχεται λιγότερο από 1.000 επισκέπτες τον χρόνο», αναγνωρίζει ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Δήμου Αργους – Μυκηνών, Ιωάννης Μαλτέζος. «Στο Άργος δεν έχουμε δυστυχώς σημεία αναφοράς και μέρη που να έχουμε αναδείξει επαρκώς. Θέλουμε να αλλάξει αυτό», υπογραμμίζει.

Χτισμένο από τους Ενετούς τη δεκαετία του 1690, το κτίριο των Στρατώνων αρχικά αποτέλεσε νοσοκομείο των Αδελφών του Ελέους, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας φιλοξένησε το παζάρι και το ταχυδρομείο της πόλης. «Κατά την Επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια», εξιστορεί ο Αναστάσιος Τσάγκος, ιδρυτής και γ.γ. της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, αλλά αργότερα ξαναχτίστηκε από τον Καποδίστρια. Στις αρχικές προθέσεις της πρώτης κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας ήταν να ιδρύσει εκεί το πρώτο πανεπιστήμιο της χώρας, όμως το σχέδιο ουδέποτε έφτασε σε επίπεδο υλοποίησης.

Τον Μάρτιο του 1977, το δημοτικό συμβούλιο Άργους αποφασίζει να κατεδαφίσει το κτίριο, το οποίο είχε πρόσφατα περάσει στην κυριότητα του δήμου, πυροδοτώντας έντονες αντιδράσεις από τον Τύπο και τοπικούς φορείς. «Αρχίζει στον τόπο μια σκληρή μάχη, όχι μόνο για τη διατήρησή τους, αλλά και για τη μετατροπή τους σε τοπικό πολιτιστικό κέντρο», υποστηρίζει ο κ. Τσάγκος. Τελικά, η διαμάχη είχε αίσιο τέλος, αφού το κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο από το υπουργείο Πολιτισμού.

Πιο πρόσφατα, και έπειτα από πρόταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ο δήμος δέχθηκε να το παραχωρήσει για τη δημιουργία του Βυζαντινού Μουσείου. Προερχόμενα κυρίως από ανασκαφικές έρευνες στο Άργος και τις γύρω περιοχές, τα περίπου 670 εκθέματα του Μουσείου αφηγούνται την ιστορία της βυζαντινής Αργολίδας, η οποία αποτέλεσε «περιοχή ιδιαίτερης σημασίας με μεγάλη ανάπτυξη», όπως τονίζει ο προϊστάμενος της 25ης ΕΒΑ, Δημήτρης Αθανασούλης. Ουσιαστικά, πρόκειται για «άγνωστα αντικείμενα, που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ», ανάμεσά τους εντυπωσιακά «ψηφιδωτά από ναούς και οικίες της προβυζαντινής περιόδου», συνεχίζει. Θα παρουσιαστούν, επίσης, ευρήματα από τις συνεχιζόμενες έρευνες στο Σπήλαιο της Ανδρίτσας, όπου κατέφυγε – και τελικά εγκλωβίστηκε – για άγνωστα αίτια μια ομάδα χριστιανών στα τέλη του 6ου αιώνα. Η συλλογή θα περιλαμβάνει, ακόμα, υλικό από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ επιμέρους ενότητες θα εστιάζουν στην παρουσία των Ενετών και Φράγκων στην περιοχή.

Το έργο οργάνωσης και λειτουργίας της μόνιμης έκθεσης έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ με προϋπολογισμό 996.000 ευρώ. Εκτός από τη δυτική πτέρυγα, ο δήμος – ο οποίος χρηματοδότησε τη μουσειολογική μελέτη και μέρος της μουσειογραφικής- παραχωρεί και άλλα τμήματα του κτιρίου για τη δημιουργία αποθηκών και αίθουσας περιοδικών εκθέσεων. Στους υπόλοιπους χώρους του οικοδομήματος σχεδιάζεται, μεταξύ άλλων, η δημιουργία δημοτικής βιβλιοθήκης.

 

Χριστίνα Σανούδου

Καθημερινή, Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

 

Read Full Post »

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843


 

Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

 

Όθωνας

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Δημήτριος Καλλέργης

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πίνακας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία).

 

Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ανδρέας Λόντος (Ελαιογραφία)

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, […] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

 

«3η Σεπτεμβρίου 1843» Αθήνα, «η Aνακήρυξις του Συντάγματος», Karl Haupt, δεκαετία 1900.

 

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[…] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις

[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πύκλερ-Μούσκαου Χέρμαν – Hermann von Pückler-Muskau (1785-1871)


 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δυο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 – μετά τους Απελευθερωτικούς Αγώνες εναντίον του Ναπολέοντα – στην Πρωσία. Τον τίτλο του πρίγκιπα τον απέκτησε το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά, για μεγάλη λύπη του δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μια μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πως» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830-31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για ένα άλλο μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, ηλικίας 50 χρόνων τότε, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Από την Πάτρα πηγαίνει στην Αθήνα. Μετά κάνει το γύρο της Πελοποννήσου, επισκέπτεται τα Ιόνια Νησιά και φτάνει δια μέσου της Κεντρικής Ελλάδας πάλι στην πρωτεύουσα. Μετά από μια άλλη εκδρομή προς την Πελοπόννησο, στην Επίδαυρο και την Μονεμβασία, ξεκινάει, με το πλοίο «Ναυπλία» το οποίο ο φον Άρμανσπεργκ έβαλε στη διάθεσή του, για να επισκεφθεί τα νησιά του Αιγαίου και να καταλήξει τελικά στην Κρήτη απ’ όπου φεύγει μετά προς την Αίγυπτο.

Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του από την Ελλάδα ο Πύκλερ τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του. Αργότερα η πρώην σύζυγος και πιστή φίλη του δημοσίευσε αυτό το ημερολόγιο υπό μορφή βιβλίου στη Γερμανία.

Οι τρεις σχετικοί τόμοι εμφανίστηκαν μεταξύ του 1838 και του 1841 [i]. Συνολικά το έργο αυτό συμπεριλαμβάνει πάνω από 1500 σελίδες. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του πρώτου βιβλίου του αναφορικά με το ταξίδι του στην Αγγλία και Σκωτία, ο Πύκλερ είχε κερδίσει στη Γερμανία όπως και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που περίμενε πάντα με ανυπομονησία και με  ζωηρό ενδιαφέρον τις καινούργιες δημοσιεύσεις του. Τα πιο πολλά βιβλία του ήταν περιγραφές ταξιδιού [ii].

Σαν συγγραφέας ο Πύκλερ διακρινόταν – όπως ήδη ο Γερμανός εθνικός ποιητής Γκαίτε είχε τονίσει το 1830 σε μια πολύ ευνοϊκή κριτική του πρώτου βιβλίου του – για την οξύτητα της παρατηρητικότητάς του, για την πνευματώδη παρουσίαση των διαφόρων θεμάτων και για τη γλαφυρότητα του στιλ του. Με τους αναγνώστες του είχε δημιουργήσει ένα στενό και εγκάρδιο δεσμό. Δεν ήθελε ποτέ να τους γίνει βαρετός αλλά, αντίθετα, ήθελε να τους διασκεδάσει. Ταυτόχρονα ο Πύκλερ ήταν ένας χαρακτηριστικός ρομαντικός της εποχής του. Είχε μια προτίμηση για το εξαίρετο, και όποτε το έζησε προσωπικά ή το άκουσε από άλλους το περιγράφει με παραστατικότητα και, καμία φορά μέχρι τη πιο απίστευτη και φρικτή λεπτομέρεια.

Με όλη τη γραφικότητα και την παραστατικότητα των αφηγημάτων του ο Πύκλερ δεν φεύγει όμως ποτέ από τη βάση του αληθινού. Δεν γίνεται ποτέ ψεύτης ως προς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που συναντά κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και για τους οποίους μιλά στα βιβλία του.

Στην Ελλάδα, κατά ολόκληρο το χρόνο 1836, τα πάντα προκαλούν το ενδιαφέρον του Πύκλερ, αφού είναι ένας πολύπλευρος και ανοικτού πνεύματος άνδρας. Και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται πολλά άλλα φημισμένα ή και άγνωστα μέρη: Το Μαραθώνα και το Σούνιο, το Μεσολόγγι όπως και ένα μαγευτικό τοπίο στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω από τον Κόλπο του Μαραθονησίου, όπου σίγουρα κανένας ξένος δεν είχε πατήσει πριν από αυτόν. Με την απέραντη περιέργειά του και αδιάφορος για τις ταλαιπωρίες φτάνει μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου όπως επίσης και μέχρι την πηγή της Στύγας, ψηλά στα Όρη Αροάνεια.

Εκτός από αυτά τον Πύκλερ που είναι έξοχος γνώστης και λάτρης της αρχαίας Ελλάδας τον ενδιαφέρουν επίσης οι Νέοι Έλληνες. Στην Αθήνα, κατά την τρίμηνη διαμονή του, ο Γερμανός πρίγκιπας έχει φυσικά πρόσβαση στους πιο υψηλούς κύκλους. Εδώ γνωρίζει μια μικτή διεθνή κοινωνία που είναι μεν πιο μικρή παρά στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, αλλά κατά τη γνώμη του, λιγότερα βαρετή.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Ο πρώτος τόμος της περιγραφής της Ελλάδας του Πύκλερ εμφανίστηκε το 1838 με τον τίτλο «Ο πρωτοπόρος» («Der Vorlaeufer»), οι δυο άλλοι τόμοι αποτελούν το δεύτερο και τρίτο τόμο της «Νοτιο-Ανατολικής Πινακοθήκης» («Suedoestlicher Bildersaal», Στουτγκάρδη 1840/41).

[ii] Για το μεγάλο ταξίδι του στην Βόρεια-Αφρική και την Ανατολή ο Πύκλερ δημοσίευσε συνολικά 15 τόμους μεταξύ των οποίων οι αναφερόμενοι τρεις τόμοι σχετικοί με την Ελλάδα.

  

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

  

Read Full Post »

Φόρβας ή Φόρβαντας


  

Ο Φόρβας ήταν ο έβδομος βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του Κριάσου και της Μελανθούς. Διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο. Τα αδέρφια του ήταν ο Ερευθαλίων, ο οποίος ήταν ιδρυτής της Ερευθαλίας και η Κλεοβοία.

Σύζυγος του ήταν η Εύδοια [1] κόρη του Αισώπου, παιδιά του οι Τρίοπας, Αρέστορας και η Προνόη. Κατά τον Παυσανία, ο Φόρβας αναφέρεται ως γιος του βασιλιά Άργου και όχι ως γιος του Κριάσου. Συγκεκριμένα, γράφει: «Άργον δε Πείρασος γίνεται και Φόρβας, Φόρβαντος δε Τρίοπας [2]».  

 

Υποσημειώσεις


1. Νέο λεξικό ελληνικής μυθολογίας, Αθανασίου Αγγελόπουλου, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις.

2. Παυσανίας Αργολικά Β΄ ΧVI, 1. Όπως αναφέρει και  ο Κοφινιώτης στο έργο του, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών »,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 .

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΦόρβαςΠερσέαςΔιομήδης

Read Full Post »

Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Τον Ιανουάριο του 1828, όπως είναι γνωστό, αφίχθη ο Ιωάννης Κα­ποδίστριας στον ελεύθερο ελληνικό χώρο, εκλεγμένος από την Εθνική Συ­νέλευση της Τροιζήνος ως κυβερνήτης για μια επταετή θητεία[1]. Η κατά­σταση η οποία επικρατούσε τότε ήταν πραγματικά χαώδης και τα προβλή­ματα που είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δισεπίλυτα. Περί αυτών αψευδή μαρτύρια παρέχουν οι εκθέσεις των Γραμματέων της Επικρατείας, δηλαδή των Υπουργών, της Αντικυβερνητικής Επιτροπής οι οποίοι έσπευ­σαν να τον ενημερώσουν για τους τομείς της δικαιοδοσίας τους. Από αυτές πολύ σημαντικά στοιχεία προσφέρουν δύο εκθέσεις του επί του Δι­καίου και της Παιδείας Γραμματέως Μιχ. Σούτσου[2], ειδικότερα δε στα όσα άκρως ενδιαφέροντα αναφέρει περί της δικαιοσύνης. Βαρύνουσα μάλιστα σημασία προσδίδουν, στη δεύτερη έκθεσή του, και οι εισηγήσεις του για τα άμεσα μέτρα που έπρεπε, κατ’ αυτόν, να ληφθούν για την εκ των ενόντων αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι για το νευραλγικό τομέα της δικαι­οσύνης έχομε από τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο λειτουργό την αξιόπιστη εικό­να της επικρατούσης τότε καταστάσεως.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές διαρκούσης της Επαναστάσεως και πριν τον Καποδίστρια ποτέ δεν ελειτούργησαν δικαστήρια, εκτός μόνον του Εμποροδικείου, στη Σύρο και του δικαστηρίου λειών, υπό την ονομασίαν «Θαλάσσιον Δικαστήριον», στην Αίγινα[3]. Μέχρι τη συνεχίσασα τα­κτικώς τις εργασίες της στην Τροιζήνα Γ’ Εθνική Συνέλευση, οι αστικού περιεχομένου διαφορές εκρίνοντο κατά βάση από δικαστικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων διωρίζοντο από την κατά καιρόν κυβέρνηση. Οι επι­τροπές όμως αυτές ως μη σύννομες καταργήθηκαν. Επί του προκειμένου πράγματι το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος ώριζε ότι: Δικαστικαί Επιτροπαί ή Δικαστήρια έκτακτα απαγορεύονται εις το εξής»[4].

Την κατάρ­γηση όμως των Επιτροπών δεν επηκολούθησε, ως ώφειλε, η αναγκαία σύ­σταση των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι το Βουλευτικόν δεν είχε ευκαιρήσει μέχρι τότε, «ίσως δια τον επικρατούντα κλύδωνα των πραγμάτων», να μελετήσει τις διορθώσεις του νόμου περί συστάσεως δικαστηρίων που είχε υποβάλλει η ορισθείσα παρ’ αυτού επιτροπή, ώστε να προωθηθεί ο περί Οργανισμού των Δικαστηρίων νόμος. Έτσι ο Υπουργός της Δικαιο­σύνης αντιμετωπίζων σωρείαν αιτήσεων για ένδικη προστασία και πιεζόμε­νος από τα πράγματα, αναγκαζόταν να παρανομή και να παραβαίνη καταφώρως το Σύνταγμα. Κι’ αυτό, γιατί άλλοτε μεν μετήρχετο ο ίδιος τον «ειρηνοποιό δικαστή», άλλοτε δε παρακινούσε τους διαφερομένους να προσ­φύγουν στην αιρετοκρισία[5]. Στην τελευταία όμως περίπτωση η προτροπή του Υπουργού έμενε κατά το πλείστον αναποτελεσματική, δεδομένου ότι η αιρετοκρισία δεν ήταν υποχρεωτική.

Ο ευρισκόμενος εν αδίκω δεν είχε προδήλως κανένα συμφέρον να συναινέσει στη λύση της διαφοράς με αιρετοκρισία. Επακόλουθο της ασυμφωνίας των διαφερομένων μερών ήταν να πληροφορή αυτά ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός, επαναλαμβάνοντας στερεοτύπως την επωδό, ότι η εξέταση της υποθέσεώς τους ανεβάλλετο μέχρι της συστάσεως των δικαστηρίων.

Ως προς τις αιρετοκρισίες όμως αξίζει να υπομνησθούν και τα εξής: Κατά την περίοδο που ο Ελληνισμός ευρίσκετο υπό ξένη κυριαρχία πολύ συνήθης τρόπος επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των υπο­δούλων Ελλήνων απετέλεσε η προσφυγή τους στην αιρετοκρισία. Την κα­ταφυγή άλλωστε στην κρίση των αιρετών κριτών επέβαλλον τότε και οι χα­λεπές συνθήκες της δουλείας δεδομένου ότι απεφεύγετο η οικονομικά επώ­δυνη ανάμιξη των αρχών του κυριάρχου.

Ειδικότερα δε στα υπό οθωμα­νική κατοχή νησιά του Αιγαίου, η διαιτησία με Έλληνες διαιτητές είχε και νομιμοποιηθή με τους κατά καιρούς εκδοθέντες προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων που παρείχαν δικαιώματα ή προνόμια στους χριστιανούς [6]. Έτσι η συνέχιση της διαδικασίας αυτής οικείας επί αιώνες στον υπό­δουλο Ελληνισμό, κατά την οποία είχαν πλήρη εφαρμογή οι περί «αιρετών δικαστών» ή «αιρετών διαγνωμόνων» διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, δεν παρουσίαζε προβλήματα.

Αντιθέτως ενισχύετο εκ της ελλείψεως δικα­στηρίων. Τα αναφερόμενα όμως μέρη δεν είχαν πάντοτε το προαιρετικό δικαί­ωμα για την υπαγωγή τους στην αιρετοκρισία. Ενίοτε, όπως φαίνεται, η διαιτησία ήταν υποχρεωτική. Τούτο συνέβαινε κυρίως στις περιπτώσεις που η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Αυτό μαρτυρεί ανέκδοτον έγγραφον, υπό ημερομηνίαν 18 Μαΐου 1828, ήτοι προ της συστάσεως των δικαστη­ρίων, αναφερόμενον σε υπάρχουσα διαφορά μεταξύ νύφης και πεθερού.

Δυστροπούντος του τελευταίου να στέρξη στη φιλική διευθέτηση ή στην επίλυση αυτής με αιρετοκρισία, διατάσσεται από τον κυβερνήτη Ιω. Καπο­δίστρια ο διοικητής του Πόρου να «καθυποβάλη» αυτούς σε αιρετοκρισία. Προς το σκοπό μάλιστα αυτό του υποδεικνύεται να καλέσει τους αναφε­ρομένους να υποδείξουν από ένα αιρετό κριτή έκαστος της επιλογής του. Συγχρόνως δε η έγγραφος διαταγή ορίζει ως «πρόεδρον» αυτών τον «Άγιον Δαμαλών».

Αργότερα oι νομικοί του Καποδίστρια καθιέρωσαν το υποχρεωτικόν της αιρετοκρισίας και νομοθετικά, εφ’ όσον η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Έτσι στη Πολιτική Διαδικασία του 1830, τη συνταχθείσα υπό του τότε Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά, ειδικό κεφάλαιο αυτής προβλέπει «περί της κατ’ ανάγκην αιρετοκρισίας» (άρθρα 426-465) στην οποία υπεβάλλοντο υποχρεωτικώς συγγενείς τόσον εξ αίματος όσον και εξ αγχιστείας. Το δε Υπουργείον του Δικαίου στη συνέχεια (Μάρτιος 1831), σε σχετική αναφορά του Πρωτοκλήτου Σπάρτης επί του θέματος των αιρετοκρισιών, παρείχε ομοίως την οδηγία ότι: «Αι μεταξύ συγγενών διαφοραί, πρέπει αναποφεύκτως να διαλύωνται δι’ αιρετοκρισίας»[7].

Τέλος ως κατακλείδα των όσων ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός Μιχ. Σούτσος αναφέρει, εισηγείται στον κυβερνήτη την εκδίκαση των αστικών αλλά και εμπορικών διαφορών από τις κατά τόπους δημογεροντίες, των οποίων μάλιστα η απόφαση να είναι ανέκκλητη μέχρι του ποσού των 250 ή 300 γροσιών. Σε περίπτωση δε που τα διαφερομένα μέρη δεν επιθυμούν την κρίση των δημογερόντων, τότε να υποβάλλωνται υποχρεω­τικώς σε αιρετοκρισία. Η πρόταση αυτή βεβαίως είναι φανερό ότι εστιάζε­ται στο κράτησαν επί τουρκοκρατίας σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Και αυτά μεν ως προς τις ιδιωτικές διαφορές. Όσον άφορα όμως στην απο­νομή της ποινικής δικαιοσύνης τα πράγματα ήσαν πολύ σοβαρώτερα. Και τούτο, διότι μόλις το 1826 είχε επιτευχθή η σύσταση ενός εγκληματικού δι­καστηρίου στο Ναύπλιο [8]. Τούτο όμως δεν υπήρξε καθόλου μακρόβιον. Καταργήθηκε με το ΙΖ’ ψήφισμα της συνελθούσης στην Τροιζήνα Εθνικής Συνελεύσεως [9].

Περί του εγκληματικού όμως αυτού δικαστηρίου αξίζει να σημειωθή ότι και η βραχύβιος λειτουργία του δεν υπήρξε καθόλου απρόσκοπτος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από στοιχεία που παρέχουν ανέκδοτες πηγές, πλείστα προβλήματα δημιουργούσαν σ’ αυτό παρανομούσες διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα με έγγραφό του, της 8ης Ιουνίου 1826, το δικαστή­ριο αυτό απευθυνόμενο προς την Επιτροπή της Συνελεύσεως διαμαρτύρε­ται εντονότατα διότι η Γενική Αστυνομία όχι μόνον δεν εκτελεί τις απο­φάσεις του αλλά προβαίνει και σε παράνομες απελευθερώσεις καταδικα­σμένων σε ειρκτή. Ένεκα όλων αυτών και επειδή οι νόμοι έπρεπε «να εφαρμόζονται εξ ίσου εις όλους εν γένει άνευ τινός εξαιρέσεως ως το έθνος εθέσπισε», δεν διστάζει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ειλημμένη ήδη απόφασή του, ότι απέχει στο εξής των εργασιών του μέχρις ότου υποχρεωθή η Γενική Αστυνομία να συμμορφώνεται και να μην αφήνει ανενέργητες τις αποφάσεις του.

Αργότερα μάλιστα, επειδή εκ μέρους της Επι­τροπής δεν είχε λάβη καμμία απάντηση, επανέρχεται εκ νέου προς αυτήνκαι ζητεί να επιληφθή του επείγοντος αυτού ζητήματος δεδομένου ότι το δικαστήριο είναι αναγκασμένο «κατά το παρόν να μένη άπρακτον» και οι εκκρεμούσες εγκληματικές υποθέσεις αυξάνονται.

Το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα επιδεικνύει και στις απαράδε­κτες παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέως της Επιτροπής Συνελεύσεως, προφανώς υπέρ ορισμένων εμπόρων της Σύρου, ο οποίος ενήργησε «εναν­τίον των χρεών του». Και τούτο, διότι «το δικαστήριον δεν είναι υποκείμενον να δίδη λόγους, δια τους οποίους αναδέχεται κατά τους νόμους, να δικάση ταύτην ή εκείνην την υπόθεσιν». Η έλλειψη όμως εγκληματικού δικαστηρίου είχε επιδεινώσει την ήδη ηυξημένη εγκληματικότητα. Οι κακούργοι, σύμφωνα με όσα διεκτραγωδεί ο Μιχ. Σούτσος, καθημερινώς πολλαπλασιάζονται. «Φονείς καταδικασμένοι… περιφέρονται εις τας αγυιάς ανενόχλητοι άλλοι και χωρίς να κριθώσιν ολοτελώς, μένουσιν ωσαύτως ελεύθεροι και άλλοι συλληφθέντες και φυλακισθέντες μένουσιν εισέτι υπό φυλακήν άκριτοι».

Για την αντιμετώπιση της «ελεεινής» αυτής καταστάσεως, προτείνει την ανασύσταση του καταργηθέντος προσωρινού ανεκκλήτου εγκληματικού δικαστηρίου. Το τελευταίο πρέπει, κατ’ αυτόν, να είναι αρμόδιο να κρίνει ανθρωποκτονίες, εγκλήματα καθοσιώσεως, αρπαγής, βίας, ψευδομαρτυρίας, προδοσίας, συκοφαντίας, κλοπής και «όσα ταράττουσι την κοινήν ησυχίαν».

Ως προς δε την ποινική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία θα εκρίνοντο οι εγκληματικές πράξεις, ο εισηγούμενος υπουργός δεν διαφορο­ποιείται καθόλου από το ισχύον τότε νομοθετικό καθεστώς, αφού προτεί­νει την εφαρμογή του Απανθίσματος των Εγκληματικών και των βυζαν­τινών νόμων («Βασιλικά»). Προβαίνει όμως στην αξιοσημείωτη διευκρίνη­ση ότι «προκρίνονται οι ρωμαϊκοί νόμοι από τους γαλλικούς επί του πα­ρόντος, μέχρις ότου συνταχθή απάνθισμα των δευτέρων κατάλληλον εις τα ήθη, έθιμα και περιστάσεις του έθνους μας».

Η παρατήρηση ακριβώς αυτή του Μιχ. Σούτσου είναι σαφώς ενδεικτική της τάσεως που είχε επικρατήσει κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως και η οποία απέβλεπε στον εκσυγ­χρονισμό και της ποινικής νομοθεσίας επί τη βάσει γαλλικών προτύπων. Τούτο άλλωστε απετέλεσε και συνταγματική πλέον επιταγή με το άρθρο 99 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος που ψηφίσθηκε το 1827 στην Τροιζήνα. Συγκεκριμένα με το άρθρο αυτό ωρίζετο ότι «η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες Ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν»[10].

Η ανυπαρξία όμως εγκληματικού δικαστηρίου τους πρώτους μήνες μετά την έλευση του Καποδίστρια αντιμετωπίσθηκε, όπως φαίνεται, με το γνώριμο από το παρελθόν τρόπο του διορισμού Επιτροπών. Η κατάργη­σή τους με το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος, που μνημονεύθηκε προηγουμένως, δεν απετέλεσε κώλυμα για την εκ νέου δραστηριοποίησή τους. Και τούτο, διότι η λειτουργία του Συντάγματος της Τροιζήνας είχε ήδη ανασταλεί με το ψήφισμα της 18ης Ιανουαρίου 1828[11].

Χαρακτηριστικόν παράδειγμα επί του προσκειμένου αποτελεί η από 28 Φεβρουαρίου ανέκδοτη απόφαση «στρατιωτικής επιτροπής» η οποία διορίσθηκε από τον κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια για να δικάσει υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στην ενδιαφέρουσα αυτή απόφαση, μετά την εξέταση των πραγματικών πε­ριστατικών, εκρίθη ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ετελέσθη «ουκ εκ προμελέτης άλλ’ εκ παραδρομής και απροσεξίας». Ως εκ τούτου απεφάνθη η επιτροπή ότι έπρεπε να τύχη εφαρμογής η διάταξη μθ’ του Απανθίσμα­τος των Εγκληματικών η οποία προέβλεπε για τον υπαίτιο της πράξεως φυλάκιση έξη μηνών.

Το αξιοσημείωτον όμως εν προκειμένω είναι ότι η προβλεπομένη αυτή ποινή του Απανθίσματος δεν εφαρμόσθηκε αμετάβλητη, άλλα μερικώς τροποποιημένη. Έτσι, στον καταδικασθέντα επεβλήθη «εξ ολόκληρους μήνας από την σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας του και παράδειγμα των ατακτούντων, τους δε λοιπούς τρεις μήνας να μείνη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν».

Ο ιδιότυπος αυτός αντί μόνης της φυλακίσεως κολασμός του καταδικασθέντος να καθαρίζει την πόλη του Ναυπλίου «φέρων άλυσον εις τους πόδας» δεν αποτελεί το μοναδικόν παραμερισμόν διατάξεως του ισχύοντος τότε ποινικού νόμου. Αντιθέτως παρομοία ρύθμιση απαντά και αργότερα σε απόφαση τακτικού πλέον δικαστηρίου.

Αυτό καταδεικνύει απόφαση του έτους 1829 του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας που είχε έδρα την Καλα­μάτα. Στον υπ’ αυτής κριθέντα ως ένοχον εμπρησμού από αμέλεια, δεν επέβαλλε την ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών που προέβλεπε η σχε­τική διάταξη του «Απανθίσματος των Εγκληματικών» αλλά άντ’ αυτής την καταδίκη του ενόχου στο να καθαρίζει την πόλη της Καλαμάτας επί τριάκοντα μία ημέρες με «δεσμά εις τους πόδας του»[12]. Η παρατηρουμένη αυτή μετατροπή των προβλεπομένων από το Απάνθισμα ποινών φυλακίσεως σε αναγκαστικού χαρακτήρα ποινή πα­ροχής κοινωφελούς εργασίας[13], φαίνεται ότι ανταπεκρίνετο στη διαμορφω­μένη τότε λαϊκή περί δικαίου συνείδηση. Συγχρόνως όμως αποτελεί αναμ­φισβήτητα και τον πρόδρομο της απαντωμένης σήμερον ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας, εφ’ όσον βεβαίως «το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε» που προβλέπεται από το άρθρο 82 § 6 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.

Πρέπει ακόμη να επισημανθή ότι η απόφαση της «στρα­τιωτικής επιτροπής» προβλέπει και αποζημίωση των παθόντων. Ειδικότερα ορίζει ότι «προς παραμυθίαν της χήρας γυναικός και του ορφανού τέκνου» να καταβάλη ο φονεύς αμέσως εκατό γρόσια υποχρεούμενος ακόμη, μετά την έκτιση της ποινής του, «να δίδη προς την χήραν και το ορφανόν το ήμισυ των όσων έκ τε της δουλεύσεως και της ιδιοκτησίας του προσπορίζεται επί χρόνους ολόκληρους δέκα». Η παροχή αυτή του δικαιώματος διατροφής ερείδετο επί γενικής δια­τάξεως του Απανθίσματος[14] η οποία προφανέστατα απηχεί τις ανάλογες ρυθμίσεις του δικαίου των βυζαντινών[15].

Η εκτεθείσα όμως θλιβερή κατάσταση της δικαιοσύνης κατά την άφι­ξη του Καποδίστρια, αρχίζει με την πάροδο του χρόνου να βελτιώνεται αισθητά. Ήδη το 1828 ψηφίζεται Δικαστικός Οργανισμός[16]. Επακολουθεί νέος το 1830. Ψηφίζονται ομοίως Διαδικασίες, Πολιτική και Εγκληματι­κή[17]. Πραγματοποιείται η σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων, ακόμη δε και Ανωτάτου[18]. Η γενικότερη δε προσπάθεια δημιουργίας ευνομουμένου κράτους προάγεται με ταχείς ρυθμούς. Ποτέ για τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν έγιναν εκ του μηδενός τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, όσο στη σύντομη διακυβέρνηση του Ιω­άννη Καποδίστρια.

 

Μενέλαος Τουρτόγλου

Νομικός  – Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

 

 

Υποσημειώσεις


1  Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. 9, εν Αθήναις 1841, σ. 97. Πρβλ. ομοίως «Πρακτικά της εν Τροιζήνι Γ’ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως» (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 7, εν Αθήναις 1840, σ. 88 § θ’, σ. 132-133, §§ β’ και ε’, σ. 151-152) και άρθρο 120 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 9, σ. 144).

2  Η πρώτη έκθεση φέρει ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1828 (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. φ. 1 και Επιστολαί I. Α. Καποδίστρια, μετάφρ. Μιχ. Σχινά, τ. Α’, Αθήνησιν 1841, σ. 399-400), η δε δευτέρα 23 Ιανουαρίου 1828 (Έγγρ., αριθ. 1). Ο Μιχ. Σούτσος διο­ρίσθηκε Γραμματεύς της επί του Δικαίου και Παιδείας Γραμματείας στις 7 Οκτωβρίου 1827, αντικαταστήσας τον απολυθέντα Γεράσ. Κώπα (Ιακ. Βισβίζη, Η πολι­τική δικαιοσύνη κατά την Ελληνική Επανάσταση μέχρι του Καποδιστρίου), Αθήναι 1941, σ. 539, άριθ. 734).

3  Πρβλ. και Κ. Τρανταφυλλοπούλου, Η πολιτική δικαιοσύνη επί Καπο­δίστρια, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 23, εν Αθήναις 1949, σ. 473. Έτσι και ο Maurer (Ο ελληνικός λαός, τ. Α’, μετάφρ. Ευστ. Καραστάθη, Αθήναι 1943, σ. 436 παρ. 223) σημειώνει ότι «αν και η εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις είχε πάλιν απο­φασίσει την ίδρυσιν δικαστηρίων, δεν απέκτησεν τοιαύτα η Ελλάς». Βλ. ακόμη και «παρατηρήσεις» του επί Καποδίστρια Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά προς το Ανέκκλητον δικαστήριον: «… εις το διάστημα όλον της Επαναστάσεως, ο Δικα­στικός κλάδος διετάχθη μεν, πλην έμεινεν εις το Διάταγμα και δεν έλαβεν ουδεμίαν εκτέλεσιν. Το Δικαστικόν άρα σύστημα είναι νεοείσακτον». (Μ. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλάδι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορ. Ελλη­νικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 29). Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 155, επ. και 190 επ. Περί του θαλασσίου δικαστηρίου ειδικότερα βλ. Θ. Χαλκιοπούλου, Θέματα θαλασσίων λειών κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, Αθήναι 1974. Δέσπ. Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον δικαστήριον, εν Αθήναις 1973 και της Ιδίας, Αι αποφάσεις του θαλασσίου δικαστηρίου 1828-1829, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 20-21, εν Αθήναις 1976, σ. 25 επ., Ε. Georgiou, Le tribunal maritime en Grèce pendant la guerre de l’Indépendance 1825-1829, Athènes 1971.

4  Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 9, σ. 148.

5  Πρβλ. και Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 183 επ.

6   Βλ. σχετικώς αχτναμέ Μουράτ Γ’, του έτους 1580, που εδημοσιεύθη, σε γαλ­λική μετάφραση, από τον Abbé Pegues (Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorine, Paris 1842, σ. 609-613) και στη συνέχεια ανεδημοσιεύθη από τον Κ. Hopf (Veneto-byzantinische Analekten, Wien 1859, σ. 156) και Κ. Αμάντον, Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των χριστιανών, «Ελληνικά», τ. 9, 1936, σ. 132-136. Επίσης από παλαιά ελληνική μετάφραση ο ίδιος αχτναμές εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (Γράμματα των τελευταίων Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους, 1438-1565 – Ιωσήφ Νάκης, Ιουδαίος δούξ του Αιγαί­ου Πελάγους, 1566-1599 – Το σαντζάκ των νήσων Νάξου, Άνδρου, Πάρου, Σαντορήνης, Μήλου, Σύρας, 1579-1621, εν Ερμουπόλει 1824, σ. 101-105) και ανεδημοσιεύ­θη από τον Δ. Πασχάλη (Προνόμια και διοίκησις των Κυκλάδων επί τουρκοκρα­τίας, «Ανδριακά Χρονικά» 1, 1948, σ. 136-138) και Ιω. Μελά (Ιστορία της νήσου Ικαρίας, τ. Β’, Αθήναι 1958, σ. 27-30). Ομοίως βλ. α) αχτναμέ του έτους 1628/1629 (για την ορθή χρονολόγησή του βλ. Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 16, σημ. 2) που εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (ενθ’ αν., σ. 121-126) και ανεδημοσιεύθη από τον Ιω. Μελά (ενθ’ αν., σ. 30-32) και β) αχτναμέ Ιμπραήμ Α’, του έτους 1646, που εδημοσιεύθη σε ελληνική μετάφραση από τον Π. Αργυρόπουλο, (Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1859, σ. 45-50) και άλλους, σε γαλλική δε από τον Κ. Hopf (ενθ’ αν., σ. 159-161). Πρβλ. Β. Σφυρόε­ρα, αυτόθι, σ. 16, σημ. 3. Περί των χορηγηθέντων στους Έλληνες προνομίων κατά την τουρκοκρατία βλ. και Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. ΙΑ’, Αθήνησιν 1852, σ. 323-324.

7 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η νομολογία των κριτηρίων της Μυκόνου (17ος-19ος αι.), Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 27-28, εν Αθήναις 1985, σ. 9, σημ. 13.

8 Αριθ. ΙΕ’ του Κώδικα των Ψηφισμάτων (Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 4, εν Πειραιεί 1839, σ. 117). Έκρινε δε «όλα τα εγκλήματα» ανεκκλήτως, κατά το Απάν­θισμα των Εγκληματικών και κατά τους βυζαντινούς νόμους.

9 Βλ. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 8, εν Αθήναις 1840, σ. 138 § γ’.

10 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 9, σ. 141-142.

11 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 10, σ. 39 επ.

12 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η «επιείκεια» κατά την απονομή ποινικής δι­καιοσύνης επί Καποδίστρια. Η απόφαση του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας, «Πε­λοποννησιακά», Παράρτημα 18, Αθήναι.

13 Άλλοτε πάλιν η αναγκαστική παροχή κοινωφελούς εργασίας επεβάλλετο προσθέτως προς την καταγνωσθείσα ποινή της φυλακίσεως. Έτσι το Πρωτόκλητον Δικαστήριον Βορ. Κυκλάδων, στους κριθέντες υπ’ αυτού ενόχους «πειρατικής πράξε­ως» επιβάλλει τριετή φυλάκιση και συγχρόνως «να καθαρίζουν δις της εβδομάδος τους δρόμους της πόλεως ταύτης» (Σύρου). Βλ. σχετικώς Δ. Σερεμέτη, Η δικαιο­σύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959, σ. 393. 

14 «Όταν το έγκλημα είναι φονικόν, αν ο φονευθείς έχη παιδία ανήλικα ή πε­ριουσία του φονέως να βοηθή την διατροφήν των ανηλίκων παιδίων έως να φθάσωσιν εις νόμιμον ηλικίαν ή των γονέων αν είναι ασθενείς και άποροι». (Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως (1822-1828), Επετ. του Κέν­τρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 139).

15 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Το Ποινικό Δίκαιο των βυζαντινών πρότυπο των «περί φόνου» διατάξεων του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», Τιμή Γεωργί­ου Κ. Βλάχου, Αθήνα 1995, σ. 642.

16 Ψήφισμα ΙΘ’ (αριθ. 8268) της 15ης Δεκεμβρίου 1828 (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 95 της 19ης Δεκεμβρίου 1828. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 11, σ. 505-511. Εκτενείς παρατηρήσεις επί του Δικαστικού Οργανισμού όπως και του επακο­λουθήσαντος υπ’ άριθ. 9470 Διατάγματος της 18ης Φεβρουαρίου 1829 με το οποίον ετέθη σε ισχύ «προς συμπληρωματικήν εφαρμογήν» ο αναθεωρηθείς στις 21 Οκτωβρίου 1825 υπ’ άριθ. ΙΓ’ νόμος της 22ας Μαΐου 1822, βλ. στον Δ. Σερεμέτη, Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959. Ομοίως και Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των ψηφισμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 14, εν Αθήναις 1970, σ. 133 επ.

17 «Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία εις την οποίαν προηγείται το περί Διοργανισμού Δικαστηρίων υπ’ άριθ. 152 Ψήφισμα μετά των Διαταγμάτων υπ’ αριθ. 153-160» εν Αιγίνη (εκ της Εθνικής Τυπογραφίας) 1830. Τα τρία αυτά νομοθετικά έργα συντάχθηκαν από τον τότε Γραμματέα του Δικαίου Ιω. Γενατά. Παρατηρήσεις επί των νομοθετημάτων αυτών βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Ο Διοργανισμός των Δικαστηρίων και η Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία του 1830, Επετ. Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 8, εν Αθήναις 1958, σ. 1 επ. Προηγουμένη Εγκληματική Διαδι­κασία, της 6ης Μαΐου 1829 (Ψήφισμα αριθ. Λ’), συνταχθείσα από τον Χ. Κλονάρη, βλ. Γ. Δημακοπούλου, ενθ’ αν., σ. 160 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

18 Περί του δικαστηρίου αυτού βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλά­δι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δι­καίου, τ. 10, εν Αθήναις 1966, σ. 1 επ.

Πηγή


  •  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

Κρίασος


 

Ο Κρίασος [1] ήταν ο έκτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Δεύτερο παιδί του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς). Ανέβηκε στο θρόνο της βασιλείας του Άργους μετά το θάνατο του άτεκνου αδερφού του Έκβασου.

Σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι, συστράτευσε [2] μαζί με κάποιον Διονύσιο εναντίον των Ινδιών. Το γεγονός αυτό είναι αξιοσημείωτο διότι γίνεται αναφορά στις Ινδίες από την Αργειακή μυθολογία, πολλούς αιώνες πριν την άφιξη του Μ. Αλεξάνδρου, από τον ναύαρχο Νέαρχο [3], στις Ινδίες.

Ο βασιλιάς Κρίασος παντρεύτηκε την Μελανθώ και απέκτησαν τρία παιδιά: τον Φόρβαντα, τον Ερευθαλίωνα και την Κλεοβοία.

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις 


[1] Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

[2] Διονυσιακά Νόννου.  Ο Νόννος ο Πανοπολίτης  ήταν σημαντικός Έλληνας επικός ποιητής από την Πανόπολη της Αιγύπτου, που άκμασε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

[3] Ο Νέαρχος ήταν ο επικεφαλής του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ασία.

 

 

Πηγές


 

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΠερσέαςΔιομήδης

Read Full Post »

Έκβασος 


 

Ο Έκβασος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς), εγγονός του Δία και της Νιόβης. Ήταν αδερφός του Πειράσου, του Κριάσου, του Επιδαύρου και του Λικύμνου[1].

Οι πληροφορίες για τη ζωή του Έκβασου είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, στη βασιλεία του Άργους, πέθανε άτεκνος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κρίασος.

Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

Υποσημείωση


[1]  Απολλόδωρος Β΄, 1,2).

Πηγές


 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΠερσέαςΔιομήδης

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »