Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Ο Καποδίστριας και η καλλιέργεια της πατάτας (Πότε πρωτοκαλλιεργήθηκε) 


  

Ένα πρόβλημα, που απασχόλησε τους παλαιότερους μελετητές της αγροτικής μας παραγωγής, είναι το θέμα της εισαγωγής της πατάτας στην Ελλάδα. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων» (καθώς επικράτησε από την αρχή να γράφονται οι πατάτες στην Ελλάδα), είναι φυτό που ευδοκιμούσε και εκαλλιεργείτο από τον έκτο αιώνα στη Χιλή, στο Περού και στην Κολομβία της Νότιας Αμερικής.

Βρίσκομε την πατάτα να καλλιεργείται στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της ιδρύσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Και πολλές φορές γράφηκαν πληροφορίες για τους πρώτους εισαγωγείς του φυτού αυτού, που σήμερα οι καρποί του αποτελούν βασική και σημαντική τροφή. Κοινή παράδοση, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας που γνώριζε την πατάτα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο πρώτος εισαγωγέας. Και διηγούνται πως τάχα, κανένας δεν ήθελε να πάρει και να φυτέψει γιατί βγήκε η φήμη πως είναι δηλητηριώδης και, ακόμη, ο Έλληνας, από τη φύση του περιφρονεί κάθε τι που του υποδεικνύουν και το αφήνουν ελεύθερο!.

Μόλις, όμως, λένε, διέταξε ο Καποδίστριας να κλείσουν τις αποθήκες και να τις φυλάνε σκοποί, τότε όλοι θέλησαν να τις κλέψουν!. Κι αφού ο Καποδίστριας είχε δώσει εντολή στους φρουρούς να κάνουν … στραβά μάτια, δεν έμεινε στις αποθήκες ούτε μια πατάτα!…

Πιθανόν αυτό το επεισόδιο να έγινε, αλλ’ αφορά την διάδοση της πατάτας και όχι την εισαγωγή της. Όμως τη διάδοση της πατάτας αφορούν τα δημοσιεύματα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» του Ιρλανδού γεωπόνου Στήβενσον, πού είχε έλθει στην Ελλάδα κατά το 1828 και ο οποίος πολύ συνετέλεσε στη διάδοση διαφόρων αγροτικών καλλιεργειών και δενδροφυτεύσεων. Την διάδοση της πατάτας αφορούν και τα γραφόμενα για τον Έλληνα γεωπόνο Γρηγ. Παλαιολόγο, τον διευθυντή του αγροκηπίου της Τίρυνθας, ο οποίος στο 1830 καλλιεργούσε εκεί πατάτες.

Υπάρχει μια πληροφορία ότι στον λαχανόκηπο του Γάσπαρη[1], στα Πατήσια, καλλιεργούνταν πατάτες κατά την εποχή του Αγώνα, όπως και ντομάτες από το 1815 στον λαχανόκηπο των Καπουτσίνων,[2] στην Αθήνα. Αλλά οι δύο πληροφορίες δεν είναι τόσο επίσημες και αποδεδειγμένες.

Η αλήθεια είναι πως η εισαγωγή της πατάτας στην Ελλάδα πρέπει ν’ ανεβαστεί πιο παλαιότερα και άλλοι να πάρουν την τιμή αυτή. Γιατί, βέβαια, τιμή μεγάλη ανήκει σ’ εκείνον που πρωτοσκέφθηκε να φέρει και να καλλιεργήσει τις πατάτες στον τόπο μας.

Για την εισαγωγή της πατάτας παρουσιάζουμε σήμερα δυο ανέκδοτα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων, που μας δείχνουν ποιος είναι ο πραγματικός εισαγωγέας της καλλιέργειας της πατάτας. Ας δούμε τι γράφει το πρώτο απ’ αυτά:

 

 Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

 Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) τα οποία γενόμενα εις μύρια τμήματα και σπειρόμενα αναφύουσι τόσας ρίζας εις όσα εκόπησαν τμήματα. Αυτό είναι εις χρήσιν (ως δήλον) εις όλην σχεδόν την Ευρώπην, εξ αυτών γίνεται ψωμíov οπόταν με ισοβαρή ανακατωθώσιν άλευρον και μόνα δύνανται να δώσουν τόσην τροφήν, όσην ο άνθρωπος χρείαν έχει.

Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται. Πόσον λοιπόν είναι αναγκαία η καλλιέργειά του εις την Ελλάδα και μάλιστα εις τα φρούρια αυτής είναι αναντίρρητον, και μ’ όλον τούτο παραμελείται.

Κατ’ αυτάς έλαβον εξ Ευρώπης μερικά αυτών, έδωκα εις Άργος, όπου και δια παρακινήσεών μου καλλιεργούνται ήδη. Έγραψα προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου προσκαλών και αυτόν να στείλη άνθρωπον να λάβη γεώμηλα δια να ενεργήσει την καλλιέργειαν αυ­τών εις Ακροκόρινθον.

Ευχής έργον είναι να καλλιεργηθεί και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζ-καλέ), της οποίας η έκτασις είναι αρκετή, αν σπαρθεί να θρέψει κατ’ έτος πολλούς στρατιώτας.

Καθυποβάλλω την πρότασίν μου ταύτην υπ’ όψιν του Σεβαστού τούτου Σώματος, την οποίαν αν εγκρίνει ας με διορίσει εις τίνα να δώσω εξ αυτών να ενεργηθή η καλλιέργεια των.

 

Μένω με όλον το σέβας

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος

Εν Ναυπλίω 19/1/1826

 

Και τώρα η ενέργεια του Βουλευτικού με έγγραφό του προς το Εκτελεστικό Σώμα:

 

«Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Περίοδος Γ’ Αριθ.1109.

 Το Βουλευτικόν Σώμα

Προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα.

 

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος, παρασταίνων δια της εγκλεί­στου αναφοράς την εκ της καλλιεργείας των γεωμήλων ωφέλειαν λέ­γει ότι έλαβε κατ’ αυτάς μερικά εκ των οποίων έδωσεν ολίγα τινά εις τους Αργείους δια να σπείρουν, και ότι έγραψε και προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου να στείλει να πάρει και αυτός δια να σπεί­ρει εις Ακροκόρινθον. Προβάλλει δε, ως ωφέλιμον να σπαρθώσιν και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζκαλέ).

Το Βουλευτικόν κρίνει την πρότασιν ωφέλιμον και ενέκρινε να λάβει αυτό το βάρος ο κύριος Αδάμ Δούκας, και να επιστατήσει εις το σπάρσιμον και φυλακήν αυτών. Ειδοποιείται λοιπόν το Σεβαστόν Εκτελεστικόν, διά να διατάξει να ενεργηθεί η πρότασις.

Εν Ναυπλίω τη 21/1/1826

Ο Πρόεδρος

(Τ.Σ.) Πανούτζος Νοταράς

Ο πρώτος Γραμματεύς

Α. Παπαδόπουλος»

 

Ο «πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος» είναι ο γνωστός αργότερα πληρεξούσιος και γερουσιαστής της Ναυπλίας (είχε γεννηθεί στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας). Πριν από την Επανάσταση ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έμενε στην Τεργέστη, όπου έκαμε τον έμπορο μαζί με τον αδελφό του. Κι αυτός ο αδελφός του, που δεν είχε ακόμη κατέλθει στην Ελλάδα, του έστελνε διάφορα πράγματα από εκεί, καθώς και βιβλία και τις πατάτες, για τις οποίες τόσος λόγος.

Ο Γ. Αντωνόπουλος, λοιπόν, κι ο αδελφός του είναι οι πρώτοι εισαγαγόντες την πατάτα στην Ελλάδα.[3] Εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας, ως γνωστόν ήλθε στην Ελλάδα (Αίγινα) τον Ιανουάριο του 1828. Πριν τελειώσουμε, θα προσθέσουμε άλλη μια πηγή που μαρτυρεί ότι η πατάτα ήταν γνωστή και εκαλλιεργείτο στην Ελλάδα (Επτάνη­σα) τουλάχιστον δέκα χρόνια ενωρίτερα. Και οπωσδήποτε τα Επτά­νησα είχαν συναλλαγές με το Μοριά.

Το 1817 ο Άγγλος περιηγητής H. W. William πραγματοποίησε μια επίσκεψη στα Επτάνησα, Πάτρα, Βοστίτσα (Αίγιο), Δελφούς, Λειβαδιά, Αθήνα, Κόρινθο, Πάτρα, Ζάκυνθο. Καταγράφει πολλά ενδιαφέροντα, για την εκπαίδευση, παραγωγή προϊόντων, εμφάνιση – ενδυμασίες, κοινωνική ζωή. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο H. W. William πέρασε από τη Ζάκυνθο και σημειώνει: «Εκεί είδα τα πρώτα σημάδια του πολιτισμού: πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες!».[4]

 

Νίκος Γ. Παπαγεωργίου

  

Πηγή


  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Όνομα παλαιάς φραγκικής οικογένειας η οποία εγκατεστάθη στην Αθήνα, προ του 17ου αι. εξελληνισθείσα πλήρως. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τόμος Ζ’, σ. 129).

[2] Οι Καπουτσίνοι (μοναχικό Τάγμα της Δυτικής Εκκλησίας) εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα το 1685, αγόρασαν μάλιστα από τους Τούρκους το μνημείο του Λυσικράτους και πλησίον ίδρυσαν ξενώνα, ό. π., τ. ΙΑ’. σ. 326).

[3] «Αρκαδικά», χρόνος ΣΤ. 3 – 4, Αθήναι, Μάιος – Αύγουστος 1978, σσ. 37-38.

[4] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», Αθήνα, 1975, τ. Γ2, σσ. 444-452

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καποδίστριας Βιάρος (1774-1842)


 

 

 

Καποδίστριας Βιάρος

Νομικός, πολιτικός, γερουσιαστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν γιος του κόμη Αντώνιου Μαρία Καποδίστρια, γόνου αρχοντικής οικογένειας της Κέρκυρας και αδελ­φός του Ιωάννη και του Αυγουστίνου. Σπούδασε νομικά στην Πάντοβα και αναμείχθηκε στην πολι­τική ζωή των Επτανήσων. Διατέλεσε γερουσια­στής Κέρκυρας, μέλος της Εθνικής Ιατρικής Εται­ρείας, ενώ το 1818 μυήθηκε και στη Φιλική Εται­ρεία.

 

 

Όταν ο αδελφός του Ιωάννης ήλθε στην Ελ­λάδα, ο Βιάρος χρημάτισε μέλος του Πανελληνίου με αρμοδιότητα τα οικονομικά θέματα του στρατεύματος, διοικητής Σποράδων και γραμμα­τέας της Γραμματείας Ναυτικών. Επίσης, σημα­ντική ήταν η προσφορά του στην ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του ορ­φανοτροφείου του νησιού. Λόγω της όξυνσης της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα επέστρεψε το 1831 στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1842.

 

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αστυνομία και δημόσια ασφάλεια στο Άργος και την περιοχή του κατά την Επανάσταση του 1821

 


  

Ειδήσεις από ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα της περιόδου 1822-1827

 

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία που ακολουθεί είναι αρχειοδιφική. Βασίζεται στο σύνολό της στην αρχειακή ενότητα «Μινιστέριον της Αστυνομίας», η οποία τηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αποτελεί τα κατάλοιπα του αρχείου του Υπουργείου Αστυνομίας από την περιπετειώδη λειτουργία του στις διάφορες πόλεις όπου είχε κατά καιρούς την έδρα του το Εκτελεστικό Σώμα: Κόρινθος, Άργος, Τριπολιτσά, Ερμιόνη, Ναύπλιο, Τριπολιτσά (δεύτερη φορά), Μύλους και Ναύπλιο, για τρίτη και τελευταία φορά, έως την εμφάνιση της Αντικυβερνητικής Επιτροπής (1827).

 

ΙΙ. Αστυνομικές υπηρεσίες

ΙΙ. 1. Γενική Αστυνομία Άργους

Προς το παρόν παραμένει άγνωστο αν κατά τη διετία 1821-1822 λειτούργησε στο Άργος αυτοτελής τοπική Αστυνομία. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν ο Πολιτάρχης, ο Έπαρχος και οι προκριτοδημογέροντες. Στις 23 Μαΐου 1823 διορίστηκε Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Γεώργιος Γλαρός. Φτάνοντας στην πόλη αγνοήθηκε από τους τοπικούς πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες. Στις 15 Ιουλίου με αναφορά του προς το Υπουργείο Αστυνομίας διεκτραγωδούσε την οικτρή οικονομική κατάσταση από την οποία δοκιμάζονταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας Γεώργιος Γιαννακόπουλος και οι αστυνομικοί στρατιώτες. Το Υπουργείο Αστυνομίας βρήκε μία προσωρινή λύση, ορίζοντας να του δώσει ο Έπαρχος Άργους 500 γρόσια από το προϊόν του επαρχιακού εράνου για τον Αγώνα. Ακόμη όριζε να δίνουν οι επιστάτες καθημερινό σιτηρέσιο στο προσωπικό της Αστυνομίας.

Ο Έπαρχος αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι το προϊόν του εράνου έπρεπε να παραδοθεί ακέραιο στα χέρια του Πάνου Κολοκοτρώνη. Αρνητική απάντηση έδωσαν και οι δημογέροντες, δηλώνοντας απερίφραστα ότι η επαρχία τους δεν είχε ανάγκη από Αστυνόμο και τα καθήκοντά του μπορούσαν να τα ασκήσουν οι ίδιοι. Για τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Αναστάσιο Κάβα, αναφέρεται ότι φρόντιζε μόνο για τους δικούς του ανθρώπους.

 

Απόσπασμα χωροφυλακής κατά τους χρόνους του Όθωνα. Σχέδιο του Γάλλου περιηγητή Ερ. Μπελλ.

 

Λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να αντιστραφούν οι όροι, έστω και κατά συγκυριακό τρόπο. Οι παλιοί αρνητές του αστυνομικού θεσμού αναγκάζονταν να αποδεχτούν τους εκφραστές του, ζητώντας τη συνδρομή τους σε ώρες δύσκολες. Ας δούμε όμως δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στις 9 Δεκεμβρίου 1825 οι επιστάτες της ευρύτερης περιοχής του Άργους ζήτησαν από το Υπουργείο Αστυνομίας να στηρίξει η τοπική Αστυνομία το νέο επιστάτη στο Κουτσοπόδι, τον οποίο είχαν εκλέξει στη θέση κάποιου άλλου, με το αιτιολογικό ότι ο τελευταίος «καταχράται των επιστατικών χρεών του».

Στις 13 Απριλίου 1826 η ίδια Αστυνομία γλύτωσε τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Μιχ. Κάβα από άγρια κακοποίηση από μαινόμενους πολίτες, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για παράνομη κατακράτηση επαρχιακών χρημάτων. Ο Γεώργιος Γλαρός παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1824. Δεν υπάρχουν πληροφορίες αν υπήρξε διάδοχός του μέχρι τις 15 Μαρτίου 1824, όταν με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε προσωρινός Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Δεληγιάννης, στον οποίο ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του Αγορανόμου.

Η θητεία του υπήρξε πολύ σύντομη. Στις 25 Μαΐου 1824 διορίστηκε στη θέση του ο Μανουήλ Βασιλειάδης, ο οποίος είχε χρηματίσει – άγνωστο πότε ακριβώς – Γενικός Αστυνόμος Αθηνών για πέντε μήνες. Με την εισβολή του Ιμπραήμ στον αργολικό κάμπο, η Αστυνομία του Άργους διαλύθηκε και ο αστυνόμος Βασιλειάδης κατέφυγε στο Ναύπλιο. Από εκεί, στις 11 Αυγούστου 1825, γνωστοποιούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι του ζητούσαν να αναλάβει τα καθήκοντά του ο Έπαρχος και οι επιστατοδημογέροντες του Άργους.

Μετά από τρεις περίπου μήνες επέστρεψε στη θέση του. Το Υπουργείο Αστυνομίας υιοθετώντας σχετική πρότασή του, όρισε να του δοθούν σε πρώτη φάση έξι στρατιώτες και να επαναδιοριστεί ως Γραμματέας της Αστυνομίας ο Εμμ. Ιωανούσης. Ακόμη όρισε να της διαθέτουν ο Πολιτάρχης την απαραίτητη εκτελεστική δύναμη και ο Επιθεωρητής των στρατευμάτων το απαραίτητο ψωμί σε ημερήσια βάση, για το προσωπικό της.

Όμως παρά τα υποσχεθέντα, ο αριθμός των αστυνομικών στρατιωτών παρουσίαζε συνεχή μείωση. Από μία αναφορά του Αστυνόμου Άργους εκείνων των ημερών, μαθαίνουμε ότι είχε στη διαθεσή του πέντε στρατιώτες. Σε μια άλλη σημείωνε ότι στενοχωρείται «μεγάλως» από την έλλειψή τους. Στο περιθώριο του κειμένου ο Αργείτης Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρος Παπαλεξόπουλος, σημείωνε ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό και θα μπορούσε ο Υπουργός να αυξήσει τη δύναμη της Γενικής Αστυνομίας Άργους, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Εκτελεστικού Σώματος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1826 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διαλύθηκε η Πολιταρχία Άργους ως περιττή. Η Γενική Αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να ενισχύεται με εκτελεστική δύναμη. Ώσπου στις 12 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης, με την ιδιότητα του Γενικού Αρχηγού των στρατευμάτων, επανέφερε σε ισχύ το θεσμό της Πολιταρχίας με δική του πρωτοβουλία. Πριν αναχωρήσει από το Άργος άφησε ως Πολιτάρχη, κάποιον καπετάν Σπύρο από την Καρύταινα, με δύναμη 15 στρατιωτών. Εκείνος έκρινε απαραίτητο να πάρει για βοηθό του τον Αργείτη Δημήτριο Θεοφανόπουλο, που είχε μαζί του 10 στρατιώτες. Ο νεόκοπος Πολιτάρχης όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του αλλά άφηνε ασύδοτους τους στρατιώτες του, που επιδίδονταν κάθε ημέρα σε διάφορες αταξίες και καταχρήσεις. Έτσι ώστε στις 2 Απριλίου 1826 να ξεσηκωθούν εναντίον τους αγανακτισμένοι κάτοικοι που συγκρατήθηκαν την τελευταία στιγμή από τον Αστυνόμο και τους δημογέροντες της πόλης.

Οι κατοπινές αρχειακές πληροφορίες για την Αστυνομία Άργους είναι ελάχιστες. Στις 28 Αυγούστου 1826 στην πόλη υπήρχε Αστυνομικός Επιστάτης. Από τα μέσα έως τα τέλη του 1827 εμφανίζονται με τη σειρά τρεις Γενικοί Αστυνόμοι Άργους και συγκεκριμένα οι Κ. Καναλέτης, Σπυράκης Δημ. Ιατρός και Παναγιώτης Κυριακός. Σημειώνεται τέλος ότι τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Εμμ. Ιωανούσης εξακολουθούσε να είναι Γραμματέας της Γενικής Αστυνομίας Άργους.

 

ΙΙ. 2. Αστυνομική Επιστασία Μύλων

 

Οι πρώτες πληροφορίες για την Αστυνομία Μύλων υπάρχουν στα λιγοστά έγγραφα που εκδόθηκαν στα τέλη του 1822 από τον Αλέξανδρο Αξιώτη «Γενικό Αρμοστή Αστυνομίας» στην Ερμιόνη, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του Εκτελεστικού Σώματος. Όλα αυτά τα έγγραφα απευθύνονται προς τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο, «Επιστάτην της εν Μύλοις Αστυνομίας», διορισμένο στη θέση αυτή στις 12 Νοεμβρίου 1822. Αναφέρονται σε μέτρα για την αντιμετώπιση της επιδημίας της πανώλους και την αναζήτηση καταδιωκομένων προσώπων.

Στις 19 Μαΐου 1823 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε ο Σπύρος Σταθόπουλος «Γενικός Λιμενάρχης και Ατυνομικός Επιστάτης των Μύλων» Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1824, όταν τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος, ο οποίος αναφέρεται με το χαρακτηρισμό «Αστυνόμος». Ακολουθεί ένα κενό «αρχειακής σιωπής» έως την 11η Μαρτίου 1824, όταν ο ήδη διορισμένος ως προσωρινός αστυνόμος Μύλων Παναγής Ορφανός, παρουσιάζεται ως όχι ιδιαίτερα πρόθυμος για τη συνέχιση της αστυνομικής υπηρεσίας.

Στη θέση του διορίστηκε ο Νικόλαος Τσικλητήρας, ο οποίος είχε χρηματίσει αστυνόμος της επαρχίας Αγίου Πέτρου. Δυο μήνες περίπου αργότερα η θέση του αστυνόμου Μύλων παρουσιάζεται και πάλι κενή. Ο Τσικλητήρας διορίστηκε αστυνόμος και Λιμενάρχης της επαρχίας Νεοκάστρου. Όπως φανερώνουν τα σχετικά έγγραφα, η Αστυνομία Μύλων δεν λειτούργησε από τα μέσα Ιουνίου 1824 έως το τέλος Ιουλίου 1825, όταν το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να διοριστεί στους Μύλους ένας Υπαστυνόμος, επικεφαλής πέντε στρατιωτών.

Την πρόταση συνόδευε η αιτιολογία ότι ανάμεσα στους διερχόμενους ξένους από το υποχρεωτικό πέρασμα των Μύλων, ήταν και πολλοί λιποτάκτες στρατιώτες. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογία, η παρουσία Αστυνομίας στους Μύλους σκοπό θα είχε τον εφοδιασμό με διαβατήρια εμπορευομένων και άλλων περαστικών. Το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε για τη θέση αυτή τον Εμμ. Ηλιόπουλο, ο οποίος διορίστηκε την επόμενη κιόλας ημέρα. Στο αρχείο υπάρχουν δυο έγγραφα όπου αναφέρονται δραστηριότητές του ευθύς αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του.

  

ΙΙΙ. Προβλήματα στην αστυνόμευση του Άργους

ΙΙΙ. 1. Τάξη και ασφάλεια από τις αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών

 

Η συσσώρευση στο Άργος πολλών ατάκτων στρατιωτών, σε μια εποχή γενικής αποσταθεροποίησης, ήταν επόμενο να δημιουργεί ολοένα και πιο οξύτερα προβλήματα αστυνόμευσης, από μια έτσι και αλλιώς ανοργάνωτη και αδύναμη Αστυνομία, η οποία σε μια περίπτωση, το Μάιο του 1824, ξυλοκοπήθηκε από ατάκτους στρατιώτες, όταν θέλησε να εφαρμόσει το νόμο. Στους σχετικούς φακέλους υπάρχουν αρκετά έγγραφα στα οποία αναφέρονται φοβερές αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών.

Ενδεικτικά θα αναφερθούν εδώ κάποιες από αυτές που είχαν ομαδικό χαρακτήρα. Στις αρχές Ιουλίου 1824 στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου επιδόθηκαν σε μια σειρά από καταχρήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ανυπόφορες. Στις 13 Οκτωβρίου στην αγορά του Άργους έγιναν εκτεταμένες διαρπαγές από στρατιώτες Κρητικούς, με αιματηρό επίλογο το θανάσιμο τραυματισμό με μαχαίρι ενός στρατιώτη από το σώμα του Θ. Ζαχαρόπουλου.

Στις 26 Οκτωβρίου έγιναν νέες διαρπαγές αγαθών βιοτικής ανάγκης αξίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες γρόσια. Ο Αστυνόμος σημείωνε σε μια αναφορά του:

«Τα περισσότερα κακά και διαρπαγαί γίνονται από τους στρατιώτας του καπετάν Βάσου. Βιάζουν γυναίκας, παίρνουν πράγμα από την αγοράν χωρίς να δίδουν ούτε παράν, κτυπούν, υβρίζουν τους δυστυχείς Αργείους. Ο Γενικός Αστυνόμος πολλάκις ωμίλησε του καπετάν Βάσου δια να βάλη εις ευταξίαν τα στρατεύματά του μ’ όλον ότι και ο ίδιος βλέπει τας αταξίας και κλοπάς οπού κάμνουν οι στρατιώται και ποτέ δεν ηθέλησε να τους ομιλήση δια να παύσουν εις το εξής από τα παρόμοια».

Κάποτε η καταστροφική μανία των ατάκτων στρατιωτών άγγιζε τα όρια της παράκρουσης. Έφταναν στο σημείο να χρησιμοποιούν για καύσιμη ύλη πόρτες και παράθυρα κατοικημένων σπιτιών. Δεν άφησαν απείραχτο ούτε το σπίτι του Γραμματέα του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρου Παπαλεξόπουλου, αφαιρώντας από αυτό δοκάρια και σανίδες. Ο Αστυνόμος μάταια προσπαθούσε να τους συγκρατήσει. Στη σχετική αναφορά του έγραφε και τούτα τα φοβερά:«χωρίς συστολήν εξακολουθούν παρομοίως, χαλιώντας και καίοντας τας οικίας των δυστυχών Αργείων».

Βέβαια δεν ήταν μόνο οι αυθαιρεσίες των στρατιωτών που δημιουργούσαν οξύτατα προβλήματα στην αστυνομία του Άργους. Ήταν πρώτα από όλα η ρευστότητα των περιστάσεων που δημιουργούσε μία όλο και περίπλοκη αλυσίδα ποικίλων προβλημάτων κάτω από την απειλητική σκιά του πολέμου. Ήταν ακόμη και η μορφολογία της πόλης, η οποία κατά τον Αστυνόμο, έπρεπε να προστατεύεται από σταθερές αστυνομικές φρουρές.

 

ΙΙΙ. 2. Στεγαστικά – Πολεοδομικά

 

Ο περιορισμένος αριθμός σπιτιών από τη μια πλευρά και η συσσώρευση ξένων από την άλλη, ήταν επόμενο να δημιουργήσουν στο Άργος οξύτατα στεγαστικά προβλήματα. Η στέγαση στρατιωτών και προσφύγων στα λεγόμενα «εθνικά» (δημόσια) οικήματα, γινόταν με άδεια της Αστυνομίας. Μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από τον αργολικό κάμπο, άρχισαν να κτίζονται μαγαζιά στην αγορά του Άργους, χωρίς όμως αρχιτεκτονική τάξη. Με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο είχαν κτιστεί σπίτια και μαγαζιά σε διάφορους δρόμους της πόλης.

Ο Αστυνόμος πρότεινε να βρεθεί και να σταλεί ένας αρχιτέκτων – και μάλιστα Ευρωπαίος – να επιβάλει την οικοδομική ευταξία για τον καλλωπισμό της πόλης. Η υπόθεση έφτασε στο Εκτελεστικό Σώμα, που είδε όμως τα πράγματα με το ρεαλισμό που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Κατ’αρχήν παρατηρούσε ότι οι Αργείτες περισσότερο φρόντιζαν να βρεθούν τα καταστραμμένα σπίτια τους σκεπασμένα σε ώρα βροχής και λιγότερο να θεμελιώσουν κατοικίες «πολυχρονίου διαμονής».

Δεν είχε αντίρρηση για την εξεύρεση αρχιτέκτονα. Επειδή όμως τη θεωρούσε αδύνατη, υποδείκνυε μια άλλη λύση. Να οριστούν οικοδομικές γραμμές και από τις δυο πλευρές του κάθε δρόμου και να περιορίζονται μέσα σ’ αυτές όσοι έκτιζαν μόνιμες η προσωρινές κατοικίες. Η συνέχεια μας είναι άγνωστη. Κρίνοντας όμως από τα δεδομένα εκείνου του δύσκολου καιρού, μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι δεν βρέθηκαν λύσεις στα πολεοδομικά προβλήματα του Άργους.

 

ΙΙΙ. 3. Επισιτιστικά – Εμπορικά

 

Σε κάθε εμπόλεμη και γενικά πολυτάραχη εποχή, είναι επόμενο να πληθαίνουν τα προβλήματα αυτού του είδους. Το ίδιο ήταν φυσικό να συμβεί μετά την έκρηξη της Επανάστασης και στο Άργος, που βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και της έκρηξης εμφυλίων παθών. Στις 10 Μαΐου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε διαταγή με την οποία απαγορευόταν στον οποιονδήποτε κάτοικο του Άργους – ντόπιο ή ξένο – να πηγαίνει στους Μύλους και να αγοράζει ψωμί, σιτάρι και οποιοδήποτε άλλο είδος βιοτικής ανάγκης, χωρίς την άδεια της Αστυνομίας.

Στο Εκτελεστικό Σώμα εξηγούσε ότι πήρε αυτό το μέτρο επειδή πληροφορήθηκε ότι οι καμπίτες δεν έχουν καθόλου τροφές και υπάρχει υποψία μήπως μεταφερθούν από το Άργος και εφοδιαστούν με αυτές οι έγκλειστοι «αντιδιοικητικοί» στο Ναύπλιο. Για τον ίδιο λόγο το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε μια άλλη διαταγή με την οποία απαγορευόταν η μεταφορά και προσφορά αυτών των ειδών από το Άργος στα γύρω χωριά.

Λίγους μήνες αργότερα οι ντόπιοι Αργείτες διεκδικούσαν για λογαριασμό τους την απόλυτη άσκηση της κάθε εμπορικής δραστηριότητας. Το Υπουργείο Αστυνομίας δεν συμμεριζόταν αυτή την άδικη μονοπωλιακή αντίληψη. Στις 6 Νοεμβρίου 1824 γνωστοποιούσε στον Αστυνόμο Άργους ότι «τα μονοπωλεία είναι όλως διόλου ενάντια του ελληνικού πολιτεύματος» και απαιτούσε «να δοθή άδεια εις έκαστον εντόπιον και μη εντόπιον να πωλή ελευθέρως ό,τι πράγμα θέλει».

 

IV. Αδικήματα

IV. 1. Ανθρωποκτονίες – Τραυματισμοί

 

Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφερθήκαμε σε περιπτώσεις φόνων και τραυματισμών κατά την εξέλιξη επεισοδίων με πρωταγωνιστές ατάκτους στρατιώτες. Εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε αντίστοιχες περιπτώσεις με δράστες και θύματα πολίτες, ξεκινώντας από ένα άγριο «έγκλημα τιμής». Στα τέλη Ιουλίου 1824 στο Άργος κάποιος Γιαννάκης Τζίτζος, μαζί με τους γυιούς του και μια γυναίκα, σκότωσε τη θυγατέρα του με φρικιαστικό τρόπο.

Στη σχετική αστυνομική έκθεση ο θάνατός της χαρακτηρίζεται ως «πολλά επώδυνος», χωρίς να δίνονται άλλες εξηγήσεις. Αντίθετα στηλιτεύεται το αποτρόπαιο αυτό γεγονός με αυτά τα λόγια:

«Τοιαύτα εγκλήματα είναι συνήθη εδώ και από τους περισσοτέρους δεν νομίζονται άξια τιμωρίας, επειδή φρονούν ότι έχει απόλυτον εξουσίαν ο πατήρ εις την ζωήν της θυγατρός του, όταν υποπέση εις τοιούτον έγκλημα. Τοιαύτη δόξα είναι ολεθριωτάτη και είναι ανάγκη να τιμωρηθούν αυστηρώς και δημοσίως οι ένοχοι του ανοσιουργήματος, προς παραδειγματισμόν και κατάργησιν αυτής».

Το κείμενο αυτό έχει ιδιάζουσα σημασία όχι μόνο, διότι καταδικάζει μια απάνθρωπη λαϊκή δοξασία, αλλά επειδή το υπογράφει ένας κληρικός, ο Παπαφλέσσας, υπό την ιδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών και προσωρινά της Αστυνομίας. Κάποιοι καταδιωκόμενοι για φόνο, ζητούσαν προστασία από στρατιωτικούς αρχηγούς ή κατέφευγαν σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν τις συνέπειες του νόμου, αλλά και την εκδίκηση συγγενών των θυμάτων. Σε μια περίπτωση αναφέρεται ότι ο Πολιτάρχης του Άργους επισκέφθηκε στην Αστυνομία ένα κρατούμενο για φόνο και «εβιάσθη να του δώση μερικαίς ραβδιαίς όπισθεν δια να καθησυχάση τους συγγενείς του άλλου, οίτινες εζήτησαν εν ιδίοις χερσίν εκδίκησιν».

Κάποτε οι πράξεις αντεκδίκησης είχαν ως θύματα αθώους ανθρώπους. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1825 στο χωριό Κουρτάκι ο σύζυγος μιας δολοφονημένης γυναίκας άφησε την οργή του να ξεσπάσει σε συγγενείς των δραστών, ώσπου η Αστυνομία του Άργους αναγκάστηκε να τον φυλακίσει για ένα διάστημα, μετά από την κατακρυγή μεγάλης μερίδας συγχωριανών του.

Στο αρχείο είναι καταχωρημένες αρκετές περιπτώσεις τραυματισμών από αμέλεια ή από πρόθεση. Σ’ εκείνες της δεύτερης κατηγορίας, υπάρχει μια περίπτωση «εγκλήματος πάθους» όπως θα τη χαρακτηρίζαμε σήμερα. Στο χωριό Ανυφί μια γυναίκα άτεκνη λόγω στειρότητας, τραυμάτισε σοβαρά μια άλλη που βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, με ένα φρικτό τρόπο. Βύθισε τα νύχια της στο λίκνο της κύησης προκαλώντας της διαδοχικές μητρορραγίες που προκάλεσαν αποβολή του εμβρύου, κάτω από διαρκή φλεγμονική επιδείνωση. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Το έκτρωμα τοποθετήθηκε μέσα σε μέλι και μαζί με την κατάθεση μιας πρακτικής μαίας εστάλη στο Ναύπλιο για εξέταση, που τελικά δεν έγινε, επειδή βρέθηκε σε κατάσταση μερικής σήψης. Εδώ ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ιατροδικαστική εξέταση εμβρύου στα νεοελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.

 

ΙV. 2. Ληστείες – Κλοπές

 

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις «εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας» όπως θα λέγαμε σήμερα. Για την οικονομία του χώρου θα αναφερθούμε με ενδεικτικό τρόπο κυρίως σε μεθόδους που ακολουθούσε η Αστυνομία για τη ανακάλυψη των δραστών. Στις 15 Ιουνίου 1823 στο Άργος, κάπου στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου, έγινε μια ληστεία σε βάρος ενός Κυθήριου εμπόρου με Σμυρνέϊκη καταγωγή. Οι δυο δράστες ενοπίστηκαν αλλά ο μάρτυρας που τους αναγνώρισε, δίσταζε να παρουσιαστεί και να καταθέσει ανοιχτά σε βάρος τους, φοβούμενος την εκδίκησή τους.

Ο Έπαρχος Άργους για να αποσπάσει την επίσημη μαρτυρία του, τον υπέβαλε σε εξέταση «πνευματικώ τω τρόπω» από κάποιον ιερομόναχο Καισάριο Φιλοθεΐτη. Σε ολόκληρο το αρχείο του «Μινιστερίου της Αστυνομίας» δεν υπάρχει άλλη ένορκη εξέταση μάρτυρα από κληρικό. Αντίθετα εντοπίζονται αρκετές περιπτώσεις ξυλοδαρμού υπόπτων. Ο βάναυσος αυτός τρόπος εξέτασης αναφέρεται με έμφαση στις σχετικές εκθέσεις, θαρρείς και αποτελούσε νόμιμο τρόπο εξέτασης. Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι ένα κορίτσι από το Άργος ομολόγησε ότι έκλεψε ένα μαργαριτάρι «ύστερον από ολίγους ραβδισμούς».

Σε άλλη αναφέρεται ότι ο Έπαρχος Άργους και συνεργάτες του «εστενοχώρησαν» κάποιον Αργείτη δράστη κλοπής ειδών ρουχισμού.

Μια ασυνήθιστη κλοπή έγινε δέκα ημέρες πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος. Άγνωστοι άνοιξαν τρύπες στον πίσω τοίχο ενός σπιτιού, μπήκαν μέσα και πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν, μαζί και μερικά όπλα που είχαν δοθεί στον ιδιοκτήτη του για φύλαξη ή επιδιόρθωση, κατά τη βιαστική φυγή των κατοίκων. Η λεπτομέρεια αυτή δίνει το μέτρο του πανικού των κατοίκων πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος που είχε καταντήσει μια έρημη πόλη, εκτεθειμένη σε κάθε είδους λεηλασία και καταστροφή.

Δράστες κλοπών ήσαν και μουσουλμάνοι, δούλοι χριστιανών. Οι ίδιοι χαρακτηρίζονται ως αντικείμενα αγοράς με συγκεκριμένα ποσά που διεκδικούνταν μαζί με τα κλοπιμαία χρήματα από τους παλιούς κυρίους τους. Για κάθε μουσουλμάνο υποτακτικό σε χριστιανό δεν ίσχυε βέβαια η αρχή «αργυρώνητος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος». Ήταν μια περιστασιακή περίπτωση δουλοκτημοσύνης ολότελα άσχετη με το γνωστό οργανωμένο δουλεμπορικό σύστημα των Τούρκων σε βάρος των λαών που κατακτούσαν.

 

IV. 3. Καταπάτηση δημοσίων κτημάτων

 

Το πρόβλημα αξιοποίησης των καλλιεργησίμων «εθνικών γαιών», που κατέχονταν άλλοτε από τους Τούρκους και αποτελούσαν τα δυο τρίτα του συνόλου τους, ήταν ένα από τα οξύτερα προβλήματα κατά και μετά την Επανάσταση του ’21. Όταν στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους τέθηκε θέμα εκποίησής τους, ξεσηκώθηκαν από παντού έντονες διαμαρτυρίες. Όλοι έβλεπαν ότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περνούσε στα χέρια των λίγων οικονομικά ισχυρών.

Μπροστά στη γενική κατακραυγή οι πληρεξούσιοι αναγκάστηκαν να ψηφίσουν διάταξη με την οποία έμπαιναν στη διαδικασία της εκποίησης μόνο τα λεγόμενα «φθαρτά εθνικά κτήματα», δηλαδή σπίτια, μύλοι και τα όμοια. Στους απελευθερωμένους Έλληνες έμενε μόνο το δικό τους ένα τρίτο των καλλιεργησίμων εκτάσεων. Για κάποιους η έγγεια ιδιοκτησία ήταν από ελάχιστη μέχρι ανύπαρκτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο να συντελούνται καταπατήσεις «εθνικής γης» που ενοικιαζόταν από το κράτος, με συχνές επεισοδιακές διεκδικήσεις της.

 Δυο τέτοιες περιπτώσεις αντιμετώπισε η Αστυνομία του Άργους την άνοιξη του 1825, με πρωταγωνιστές καταπατητές «εθνικής γης» στην περιοχή του Άργους και του χωριού Μπουγιάτι. Ο Αστυνόμος Άργους εξηγούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι δράστες και μερικοί – όπως τους χαρακτηρίζει – «καπανταήδες», χρησιμοποιούσαν τη στρατιωτική τους δύναμη για να καταπατούν πολλά «εθνικά» χωράφια, αδικώντας έτσι τους φτωχούς αγρότες ενοικιαστές τους.

 

IV. 4. Εγκλήματα κατά των ηθών

 

Στο αρχείο υπάρχουν δυο περιπτώσεις με το στοιχείο της αμφισβήτησης από τους εξεταστές τους. Η μια αναφέρεται σε καταγγελία για βιασμό κόρης από ένα Αργείτη έγγαμο και πατέρα τριών παιδιών. Η επιτροπή που ασχολήθηκε με την περίπτωση έκρινε ότι ο εγκαλούμενος «πιθανόν έφθειρεν αυτήν», παραπέμποντας στο κεφάλαιο 40 πάρ. 53 του Νόμου «περί εγκλημάτων», σύμφωνα με τον οποίο «ανήρ ύπανδρος φθείρων παρθένον με βίαν φυλακώνεται χρόνους δυο και υπανδρεύει την κόρην αναλόγως της καταστάσεώς του». Η επιτροπή ολοκληρώνοντας την απόφασή της επισήμανε ότι οι περιστάσεις της Πατρίδας δεν επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή των νόμων. Γι’ αυτό και υποχρέωνε τον φερόμενο ως βιαστή να δώσει στην κόρη 750 γρόσια.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά μια εξώγαμη συμβίωση που είχε θλιβερό τέλος. Σύμφωνα με έκθεση του Αστυνόμου Άργους, το Φεβρουάριο του 1826 ένας μπουλουξής του Βάσου Μαυροβουνιώτη, απήγαγε στην Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) μια κόρη, με την οποία συνευρέθηκε στο χωριό του, τον Αετό Αταλάντης, και στο Άργος.

Μετά το θάνατό του σε μάχη στο Νιόκαστρο, ο γυναικάδελφός του παρουσίασε στην Αστυνομία Άργους μερικούς στρατιώτες του, οι οποίοι είπαν ότι «η γυναίκα με καλήν γνώμην, με το να ήτον αμφότεροι ερωτευμένοι, τον ηκολούθησεν». Από την άλλη πλευρά ο Βάσος Μαυροβουνιώτης με επιστολή του πληροφορούσε το Υπουργείο Αστυνομίας ότι ο σκοτωμένος μπουλουξής του την είχε μαζί του όχι για σύζυγο, αλλά για παλλακίδα του. Αν ήταν δυνατόν ένας μικροκαπετάνιος να εξομοιώνεται με Τούρκους σερασκέρηδες που συνήθιζαν να ακολουθούν τις συνήθειές του σεραγιού τους και στις εκστρατείες τους.

 

V. Αστικές διαφορές

 

Στο αρχείο υπάρχουν περισσότερες από εξήντα περιπτώσεις αστικών – όπως θα λέγαμε σήμερα – διαφορών, για την επίλυση των οποίων υπήρξε αστυνομική παρέμβαση. Το Υπουργείο Αστυνομίας άλλοτε ζητούσε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει ο ίδιος τη συγκεκριμένη διαφορά και άλλοτε να συλλάβει τον εναγόμενο και να τον οδηγήσει σ’ αυτό ή να τον ειδοποιήσει να παρουσιαστεί από μόνος του. Ο συλλαμβανόμενος υποχρεωνόταν να καταβάλει σε κάθε συνοδό του στρατιώτη το λεγόμενο «ποδοκόπι», που έφτανε συνήθως τα δυο γρόσια.

Σε πολλά έγγραφα του Υπουργείου Αστυνομίας αναφέρεται ότι ο υπόχρεος για βίαιη προσαγωγή ή αυτόβουλη προσέλευση είχε ενάγοντα, χωρίς όμως να αναφέρονται το όνομά του και ο συγκεκριμένος λόγος. Σε κάποιες προσκλήσεις υπάρχουν αυστηρές προειδοποιήσεις για την περίπτωση της μη εμφάνισης του εναγόμενου. Ακόμη υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσκαλούμενοι εναγόμενοι δεν αναφέρονται ονομαστικά.

Στις 14 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τους δημογέροντες και τους δυο ιερείς του χωριού Καρυά, να καταβάλουν σε κάποιους μαστόρους διακόσια σαράντα γρόσια που είχαν παρακρατήσει από τα συμφωνημένα για το κτίσιμο μιας εκκλησίας και άλλα πενήντα για τη μεταφορά λαξευμένης πέτρας. Διαφορετικά όριζε να συλληφθούν όλοι και να οδηγηθούν στο Υπουργείο.

Μια άλλη πρόσκλησή του με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825 απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους του χωριού Ανυφί, με την εντολή να καταβάλουν σε ένα τεχνίτη τα όσα γρόσια του χρωστούσαν για κάποια εργασία του. Η πρόσκληση κλείνει με την ακόλουθη αυστηρή προειδοποίηση: «προσέξατε δε και μην απειθήσετε, διότι τότε θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις και σας βιάση να πληρώσετε με ζημία σας μεγάλην».

Κάποτε η αστυνομική παρέμβαση είχε έντονο καταπιεστικό χαρακτήρα. Με ακραία την περίπτωση μιας χήρας μητέρας τριών ανηλίκων παιδιών, η οποία για ένα χρέος του συζύγου της, ύψους τριακοσίων γροσίων, εκλήθη να πληρώσει το ένα τρίτο της αξίας του κρασιού από ένα αμπέλι που αποτελούσε το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο. Διαφορετικά θα συλλαμβανόταν και θα προσαγόταν στο Ναύπλιο με συνοδεία στρατιωτών. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Ο Αστυνόμος Άργους είχε προτείνει να πουληθεί ένα στρέμμα από το επίμαχο αμπέλι για την κάλυψη του χρέους. Ευθυγραμμιζόμενος έτσι με την έγγραφη εντολή του Υπουργείου του, όπου αναφέρονται τα εξής: «με όποιον τρόπον δυνηθής πωλώντας ό,τι πράγμα ημπορέσεις».

Κάποιες άλλες αστικές διαφορές έχουν ιδιόμορφο χαρακτήρα. Ας δούμε μερικές από αυτές. Στις 15 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ειδοποίησε από το Άργος τον Αστυνόμο Τριπολιτσάς να υποχρεώσει κάποιο Γεώργιο Κοντόσταυλο να επιστρέψει στον έμπορο Ευστράτιο Πετροκόκκινο το ποσό των 127.20 γροσίων που είχε λάβει ως προπληρωμή (καπάρο) για να συγκεντρώνει λαγοτόμαρα, αλλά εκείνος αθέτησε τη συμφωνία τους.

Το μεγάλο ύψος της προκαταβολής υπαινίσσεται βέβαια ότι εκείνη την εποχή στο Μοριά αφθονούσαν οι λαγοί και οι αποτελεσματικοί κυνηγοί τους. Έτσι επιβεβαιώνεται ιστορικά η παρουσίαση στη «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου ενός Μοραΐτη πρωταγωνιστή της ως χονδρεμπόρου δερμάτων διαφόρων θηραμάτων. Στις 23 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να υποχρεώσει «κατά πάντα τρόπον» μια γυναίκα να ακολουθήσει τον άνδρα της στο Ναύπλιο και μάλιστα με συνοδεία στρατιώτη.

Τέλος στις 22 Αυγούστου 1825 μια επιτροπή από Αργείτες ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να εμποδίσει δυο συμπολίτες τους που ήθελαν να τρυγήσουν τα αμπέλια τους μια εβδομάδα πρωτύτερα από την ημερομηνία που όριζε η σεβαστή από όλους παλιά τοπική συνήθεια. Οι απαιτήσεις για οποιοδήποτε χρέος είχαν συναφθεί πριν από την Επανάσταση και ήταν απαγορευμένες.

Σε μια περίπτωση το Υπουργείο Αστυνομίας έδωσε εντολή στον Αστυνόμο Άργους να αποφυλακίσει κάποιον Κωνσταντίνο Ντόκο, με την παρατήρηση ότι το αίτιο της φυλάκισής του ήταν «παράνομον και εναντίον του θεσπίσματος της Διοικήσεως». Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκε να εξοφλήσει στο Άργος ένα χρέος που είχε δημιουργήσει το 1818 στην Τριπολιτσά κάποιος Κ. Δημητρακόπουλος, επικαλούμενος και τη ρωσική του υπηκοότητα, επειδή στο μεταξύ είχε μεταναστεύσει στη Ρωσία.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Σε μερικές περιπτώσεις εμπλέκονται και κάποιοι επώνυμοι – όπως θα λέγαμε σήμερα – άνθρωποι εκείνης της εποχής. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να κατασχεθεί μια ποσότητα κριθαριού που είχε μεταφέρει ένας οφειλέτης του για άλεσμα στους Μύλους. Τρεις μήνες περίπου αργότερα ο γραμματικός του Αγγελής Παναγιώτου ζητούσε για λογαριασμό του από το ίδιο Υπουργείο να υποχρεώσει τη Μπουμπουλίνα να του επιστρέψει ένα κανόνι. Στη σχετική αναφορά εξηγείται ότι το 1822 το πήρε λάφυρο από τους Τούρκους ο Τσόκρης, το έστειλε για ασφάλεια στο Λεωνίδιο και εκεί το πήρε αυθαίρετα η Μπουμπουλίνα, ανεβάζοντάς το στο καράβι της. Επειδή το Υπουργείο σιωπούσε, επανήλθε ο ίδιος ο Τσόκρης ζητώντας να του αποδοθεί το επίμαχο κανόνι. Η νέα αυτή παρέμβασή του έχει την εξήγησή της. Εκείνες τις ημέρες η Αστυνομία Άργους είχε στείλει στο Υπουργείο Αστυνομίας μερικά κιβώτια με πράγματα της Μπουμπουλίνας. Ήταν η εποχή που η θρυλική καπετάνισσα βρισκόταν σε διωγμό από την κυβέρνηση Κουντουριώτη.

Από το χορό των αντιδίκων για αστικές διαφορές δεν έλειψαν και άνθρωποι της Αστυνομίας. Από σχετική αναφορά του Αστυνόμου Άργους, μαθαίνουμε ότι στις αρχές Απριλίου 1826 έγιναν – κάτω από άγνωστες συνθήκες – ζημιές στο περιβόλι του τότε Υπουργού της Αστυνομίας Δημ. Δεσύλλα, που εκτεινόταν μπροστά και πέρα από την αγορά της πόλης. Οι ζημιές σε επτά κυπαρίσσια και σε «δύω κλάραις» λεμονιάς, αποτιμήθηκαν αντίστοιχα σε 15 και 5 γρόσια.

Άγνωστου είδους διαφορά με κάποιον Αργείτη, Παναγή Μπεκροδημήτρη, είχε ο συμπολίτης του Σπυρ. Παπαλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας. Όπως σημειώνεται στη σχετική αναφορά του, τον κάλεσε πολλές φορές να έρθει σε συνάντησή του να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος ζήτησε από τον προϊστάμενό του Υπουργό να εκδώσει «έντονον διαταγήν» προς τον αντίδικό του για να παρουσιαστεί στο Ναύπλιο. Εκείνος του έστειλε έγγραφη πρόσκληση, που έκλεινε με τούτη την αυστηρή προειδοποίηση: «πρόσεχε δε μη απειθήσης, ότι θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις δια να σε πάρη και τότε θα το μετανοιώσης ανωφελώς». Η συνέχεια μας είναι άγνωστη.

 Κατά το 1827 τις εντολές για την επίλυση αστικών διαφορών τις έδινε ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου. Στο αρχείο υπάρχουν έγγραφα που αναφέρονται στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις. Στις 22 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει μια διαφορά μεταξύ των καπεταναίων Κ.Γ. Λογοθέτη, Ν. Κόπελου και Παλαιοκώστα, με τον επίτροπο των Κρητικών όπλων Ιωάννη Χάλη και διαμεσολαβητή τον στρατηγό Δημ. Τσόκρη.

Λίγες ημέρες αργότερα ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να φροντίσει ώστε να πάρει τέλος μια οικονομική διαφορά μεταξύ των Κ. Μπερούκα και Ευστρ. Δημητρίου για 1840 γρόσια που χρωστούσε ο πρώτος στον δεύτερο, προσδιορισμένο επίσημα με αιρετοκρισία. Τέλος στις 31 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον ίδιο να εκπληρώσει μια παλαιότερη υπόσχεσή του στον Θοδωρή Γρίβα, ότι θα υποχρέωνε κάποιο Μήτρο του Θεοφάνη να δώσει όσα χρήματα χρωστούσε σε κάποιο Κωσταντή Μαγουλιανό. Καταλήγοντας τον διαβεβαίωνε ότι ο δανειστής, εκτός του ότι είχε το δίκαιο με το μέρος του, ήταν και πολύ στενός φίλος με τον Γρίβα. Το τελευταίο αποτελεί ασφαλώς το σύνηθες «διάνθισμα» πολλών και ποικίλων νεοελληνικών κειμένων ρουσφετολογικού περιεχομένου. Κατά μια απαρασάλευτη συνέχεια και συνέπεια.

 

VI. Περιπτώσεις «υψηλής αστυνόμευσης»

VΙ. 1. Καταγραφή ενόπλων και αμάχων

 

Η είσοδος του Μαρτίου 1824 βρήκε το Άργος και το Ναύπλιο στο επίκεντρο ανωμάλων πολιτικών εξελίξεων. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη συνεχίζοντας την περιπλάνησή της, καταστάλαζε προσωρινά στο Άργος, κατακλυσμένο από αμέτρητους ντόπιους και ξένους ενόπλους και αμάχους. Πολλοί από αυτούς ήταν ύποπτοι για αντικυβερνητική δράση για τους κρατούντες εκείνων των τραγικών ημερών. Γι’ αυτό και φρόντισαν να καθιερώσουν ένα σύστημα «υψηλής αστυνόμευσης».

Ήδη από τις 16 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας έστειλε στον Αστυνόμο Άργους ειδική οδηγία, με την οποία οριζόταν ο τρόπος καταγραφής όσων ξένων στρατιωτικών ή πολιτών κατοικούσαν ή μπαινόβγαιναν στο Άργος. Από ό,τι φαίνεται η οδηγία αυτή δεν εφαρμόστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό. Στις 15 Απριλίου το Υπουργείο έστειλε δυο διαταγές προς τον Αστυνόμο Άργους, σε μια προσπάθειά του να εξασφαλίσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Με την πρώτη τόνιζε ότι αναγκάζεται να επανέλθει για μια ακόμη φορά στο ίδιο ζήτημα και όριζε τα εξής : 1) Όσοι ξένοι βρίσκονταν στο Άργος, όφειλαν να παρουσιαστούν μέσα σε 24 ώρες στην Αστυνομία να εφοδιαστούν με ειδικό διαμονητήριο, 2) Όσοι αναχωρούν να εφοδιάζονται με κανονικό διαβατήριο και 3) Όσοι δεν συμμορφώνονται να τιμωρούνται αυστηρά.

Με τη δεύτερη διαταγή οριζόταν ότι όσοι στρατιώτες στάθμευαν στην πόλη και δεν βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές κάποιου οπλαρχηγού της Διοίκησης, είχαν υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες ή να φύγουν ή να καταγραφούν σε όποιον οπλαρχηγό της επιθυμούν. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, όσοι δεν είχαν φύγει ή καταγραφεί, θα αφοπλίζονταν και θα τιμωρούνταν αυστηρά. Τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν στην πράξη.

Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, τα περισσότερα από τα σοβαρά έκτροπα στο Άργος γίνονταν από ατάκτους στρατιώτες με την ανοχή των αρχηγών τους. Όσο για τους αμάχους, ο καθένας τους μπορούσε να κάνει κακή χρήση του διαβατηρίου του, ερχόμενος σε επαφή με αντικυβερνητικούς.

 

VI. 2. Λογοκρισία

 

Η λογοκρισία στα γράμματα είχε ήδη αρχίσει προτού ακόμη «θεσμοποιηθεί» με τις προαναφερόμενες διαταγές του Υπουργείου Αστυνομίας. Στις 10 Μαρτίου 1824 το ίδιο Υπουργείο πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κατά τον έλεγχο δυο Βυτιναίων που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά, βρέθηκαν πάνω τους τρία «αινιγματώδη γράμματα». Ο ίδιος χαρακτηρισμός δίνεται και σε ένα κείμενο με αριθμητικά στοιχεία και εμβόλιμες φράσεις πάνω σ’ ένα κομμάτι λερωμένο χαρτί.

Ύστερα από αυτό και επειδή οι δυο ύποπτοι είχαν πέσει σε αντιφάσεις, προτεινόταν η κράτησή τους για ασφάλεια μέσα σε κάποιο πλοίο, με προοπτική να υποβληθούν σε δεύτερη ανάκριση. Οι περιοχές Κορίνθου και Τριπολιτσάς αποτελούσαν δυο κύριους αγωγούς διακίνησης αλληλογραφίας από και προς το Ναύπλιο. Γι’ αυτό το Υπουργείο Αστυνομίας φρόντισε να στήσει σε επίκαιρα σημεία τους ένα ειδικό λογοκριτικό μηχανισμό.

Στις 11 Απριλίου έγραφε στον Έπαρχο Κορίνθου να ανοίγει χωρίς εξαίρεση όλα τα γράμματα που περνούσαν από τα χέρια του. Καταλήγοντας του εφιστούσε την προσοχή να βάλει σε πράξη τη διαταγή του. Με το ίδιο πνεύμα έγραφε λίγες ημέρες αργότερα και στον Αστυνόμο Τριπολιτσάς. Μόνο που σ’ αυτόν έκανε τούτη την οξύμωρη συμβουλευτική προειδοποίηση: «πρόσεξε όμως μετά την ανάγνωσιν αυτών να μη τα δημοσιεύης διότι τούτο είναι και λογίζεται παραβίασις των χρεών σου».

Με άλλα λόγια το Υπουργείο Αστυνομίας καθιέρωνε ένα είδος προστατευόμενου «λογοκριτικού απορρήτου». Τα ύποπτα γράμματα τα έστελνε στο Εκτελεστικό Σώμα. Σε μία τέτοια αποστολή ζητούσε να του επιστραφούν μετά την ανάγνωσή τους για να σταλούν στον προορισμό τους, με την παρατήρηση ότι έτσι «είναι συμφέρον».

 

VI. 3. Συλλήψεις αντικυβερνητικών

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, αμέσως μετά την εμφάνισή της στην περιοχή του Άργους, θέλησε να κάμψει το ηθικό των αντικυβερνητικών με ομαδικές φυλακίσεις. Στα τέλη Μαρτίου 1824 στην Τριπολιτσά βρίσκονταν φυλακισμένοι 50 Μεγαρίτες. Με εντολή του Υπουργείου Αστυνομίας συνελήφθησαν στην αρκαδική πρωτεύουσα ο Ρήγας Παλαμήδης και ο Αναγνώστης Χριστακόπουλος, πατέρας του βουλευτή Βασίλη Χριστακόπουλου, ο οποίος είχε κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμά του, επειδή ακολουθούσε τον Κολοκοτρώνη.

Με την ίδια εντολή οριζόταν να συλληφθεί και ο Μητροπολίτης. Εξαιρέθηκε όμως επειδή ήταν ασθενής και τέθηκε «υπό φύλαξιν έως ότου αναλάβη». Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Η σύλληψη του Ρήγα Παλαμήδη έγινε μετά από ομαδική αναφορά 32 συμπολιτών του, με πρόταση να απομακρυνθεί από την πόλη τους ως επικίνδυνος αντικυβερνητικός και να φυλακιστεί στο φρούριο της Μονεμβασιάς η εκείνο της Κορίνθου «προς σωφρονισμόν και των ομοίων του».

Συλλήψεις έγιναν και στην περιοχή του Άργους. Στις 10 Απριλίου διατάχθηκε η σύλληψη όλων των προκριτοδημογερόντων του χωριού Χώνικα και κάποιου Κωνσταντίνου Μπομπέτζη στο Κουτσοπόδι. Στις 9 Μαΐου διατάχθηκε να συλληφθούν οι αδελφοί Γεώργιος και Θεόδωρος Τσόκρη και να οδηγηθούν στο Εκτελεστικό Σώμα που είχε την έδρα του στους Μύλους. Εκείνη την ημέρα στη Δαλαμανάρα είχε αποκρουστεί από κυβερνητικές δυνάμεις ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης, όταν προσπάθησε να ανεφοδιάσει τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που είχε βγει για το σκοπό αυτόν έξω από το φρούριο του Ναυπλίου. Έτσι εξηγείται η σπουδή της κυβέρνησης να συλληφθούν οι προαναφερόμενοι αδελφοί Τσόκρη. Εκείνοι όμως πρόλαβαν και κλείστηκαν στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Άργους.

Το Υπουργείο Αστυνομίας – ή καλύτερα ο Υπουργός Παπαφλέσσας – έστειλε μία έγγραφη προειδοποίηση στον ηγούμενο του Μοναστηριού, που έκλεινε με τούτα τα απερίφραστα απειλητικά λόγια: «Λάβε μέτρα λοιπόν να μη τολμήσης να κάμης την παραμικράν ανθίστασιν και δεν τους παραδώσεις. Ήξευρε ότι αν δεν τους παραδώσης, αποφασιστικά η ζωή σου, μαζί με την ζωήν αυτών, είναι χαημένη. Η Διοίκησις θέλει σε κρεμάσει άφευκτα μαζί με αυτούς».

Στις 3 Δεκεμβρίου 1824 διατάχθηκε η σύλληψη των αδελφών Νικηφόρου και Κωνσταντίνου Παμπούκη. Αναζητήθηκαν αμέσως αλλά δεν βρέθηκαν στο Άργος. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη ο δεύτερος και μετά από σύντομη κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.

Ο Αστυνόμος Άργους με νεότερη αναφορά του τον κατηγορούσε ότι μετά την αποφυλάκισή του κοινολογούσε παντού ότι στη Βοστίτσα (Αίγιο) αποβιβάστηκαν χίλιοι Σουλιώτες, με αποστολή να χωριστούν σε τρία σώματα και να σπεύσει το καθένα να βοηθήσει τον Α. Λόντο στα Καλάβρυτα, τον Θ. Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά και το Αρχοντόπουλο (Ιωάννη Νοταρά) στον Αη-Γιώργη. Στην πραγματικότητα όμως είχαν αποβιβαστεί Σουλιώτες μαζί με άλλα φιλοκυβερνητικά ρουμελιώτικα σώματα, που επιδόθηκαν στις γνωστές λεηλασίες και άλλες πράξεις βίας.

Οι συλλήψεις αντικυβερνητικών συνεχίζονταν και στα τέλη Απριλίου 1825, δηλαδή λίγο καιρό πριν από την εξαγγελία της γενικής αμνηστείας που γιορτάστηκε στο Ναύπλιο με τέλεση πανηγυρικής δοξολογίας, στις 19 Μαΐου 1825. Στις 20 Απριλίου το Εκτελεστικό Σώμα διέταξε να τεθεί υπό αυστηρό περιορισμό στο σπίτι του Υπουργού Αστυνομίας ο Αναστάσιος Λόντος με το αιτιολογικό ότι «είχον δημιουργηθεί τινές υποψίαι δια το πρόσωπόν του». Αυτό έγινε επειδή ο Αστυνόμος Άργους είχε ειδοποιήσει το Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι «αντιδιοικητικοί» Α. Λόντος, Α. Ζαΐμης και Νικηταράς εμφανίστηκαν στην περιοχή των Καλαβρύτων. Λίγες ημέρες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και τέθηκε υπό στενή παρακολούθηση από ειδική φρουρά.

  

VI. 4. Παρακολούθηση αντικυβερνητικών

 

Στο αρχείο σώζονται λίγα, αλλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Κάποιες πληροφορίες δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εκείνων των τραγικών ημερών. Έχουν όμως την ιστορική τους σημασία επειδή παρουσιάζουν τον κάποιο διαθλαστικό απόηχο των γεγονότων μέσα στη δίνη των εμφυλιοπολεμικών παθών που ξεσπούσαν και από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Για την οικονομία του χώρου η αναφορά μας σ’αυτά τα έγγραφα θα είναι ενδεικτική.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα για τις μέχρι τότε αντικυβερνητικές ενέργειες του Δημ. Περρούκα, τις οποίες χαρακτήριζε ως «εσχάτην προδοσίαν». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Αργείτης νομικός και πολιτικός, ίσως είχε φύγει με πλοίο από τη Γλαρέντζα. Στο πεδίο της κυβερνητικής παρακολούθησης βρέθηκε και η Μπουμπουλίνα. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο αποκλεισμένο Ναύπλιο μαζί με το γαμπρό της και φρούραρχο της πόλης Πάνο Κολοκοτρώνη.

Για τις κινήσεις της καπετάνισσας, τις υποψίες για το πρόσωπό της μέχρι τη σύλληψή της και τη μεταγωγή της στο Λεωνίδιο και την εκεί φυλάκισή της, σχετική είναι η εισήγησή μας με τίτλο «Αστυνομικά της επαρχίας Πραστού κατά την Επανάσταση του ’21 – Ειδήσεις από ανέκδοτα έγγραφα», δημοσιευμένη στα «Χρονικά των Τσακώνων» 18 (2004-2005) σσ. 99-128 (Πρακτικά E’  Τσακώνικου Συνεδρίου, 26-28 Σεπτεμβρίου 2003). Επανερχόμενοι στο θέμα μας σημειώνουμε ότι από τις αρχές του 1824 οργίαζαν οι φήμες για υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών.

Ένας Αργείτης – Γεώργιος Ζαρλής στο όνομα – διαβεβαίωνε τον Αστυνόμο Άργους ότι «ο πύργος του Βλάση» είχε μεταβληθεί σε δυνατό πολεμικό οχύρωμα από τους καπεταναίους, Πάνο και Γρόση, που παρουσιάζονταν να έχουν μυστικές συνεννοήσεις με τους έγκλειστους στο φρούριο του Ναυπλίου. Στα τέλη Απριλίου κάποιες άλλες επίμονες φήμες μιλούσαν για επικείμενο ανεφοδιασμό του φρουρίου του Ναυπλίου με συντονισμένες δυναμικές κινήσεις από στεριά και θάλασσα, καθώς και για σχεδιαζόμενες δολοφονίες του Ανδρέα Λόντου και του Παπαφλέσσα από τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που τελικά υπήρξε ο ίδιος θύμα παθών και λαθών.

Προτού ακόμη βγει ο Ιούνιος, στο Άργος κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες σε βάρος του Κολοκοτρώνη και του γυιού του Γενναίου. Η επικείμενη άφιξη του τελευταίου στο χωριό Μπέλεσι θεωρήθηκε από την Αστυνομία Άργους ότι είχε κακό σκοπό. Γι’ αυτὸ ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, οπωσδήποτε όχι συμβιβαστικά. Στις 10 Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κορυφαίοι αντικυβερνητικοί είχαν σχεδιάσει ένα καινούργιο σύστημα ανατρεπτικών ενεργειών.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Θ. Κολοκοτρώνης, οι Δεληγιανναίοι και το αντικυβερνητικό δίδυμο Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου, συγκέντρωσαν εβδομήντα χιλιάδες γρόσια για να πετύχουν τους ειδικούς τους στόχους. Στον Μαυρομιχάλη αποδιδόταν επιπρόσθετα και μια καλά οργανωμένη επιχείρηση μεταστροφής συνειδήσεων κάποιων που βρίσκονταν με το μέρος της Διοίκησης. Όλες οι κινήσεις των ηγετών της αντικυβερνητικής παράταξης καταγράφονταν και αναφέρονταν με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη και οι πιο συνηθισμένες και συνάμα ανθρώπινες. Έτσι στις 8 Οκτωβρίου 1824 ο Αστυνόμος Τριπολιτσάς πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι ο Κολοκοτρώνης σκεφτόταν να κατέβει στην πόλη για να στεφανώσει το γραμματέα του Φωτάκο. Κλείνοντας την αναφορά του ζητούσε να του δοθούν οδηγίες όσο γινόταν πιο σύντομα. Η ροή πληροφοριών για τις κινήσεις αντικυβερνητικών συνεχίστηκε και μετά την καταστροφική προέλαση του Ιμπραήμ στο Μοριά.

Στις 12 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι στην επαρχία Καλαβρύτων είχαν εμφανιστεί οι «αντιδιοικητικοί» Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος και Νικηταράς. Ακόμη ανέφερε ότι στο Άργος έκανε την εμφάνισή του ο Σωτήρης Ζαχαρόπουλος, προσθέτοντας ότι προσποιήθηκε τον άρρωστο όταν η Αστυνομία τον κάλεσε για ανάκριση. Ενώ περίμενε οδηγίες από το Υπουργείο, εκείνος αναχώρησε χωρίς την άδειά της προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στις 26 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους ανέφερε ότι οι δυο «Ανδρέηδες» ( Ζαΐμης και Λόντος ) στρατολογούσαν ντόπιους χωρίς μισθό, δίνοντάς τους απόλυτη ελευθερία να λεηλατήσουν τα χωριά Κλουκίνες, Τρίκαλα και μερικά άλλα γειτονικά τους. Συνεχίζοντας να παραθέτει τις ανεξέλεγκτες, όπως φαίνεται, πληροφορίες του, ανέφερε ότι μετά την έκδοση από τη Διοίκηση της προκήρυξης για στρατολογία, οι προαναφερόμενοι άμισθοι στρατιώτες μειώθηκαν στους τετρακόσιους και στάθηκαν κοντά στην Κέρτεζη.

Κατά τον Αστυνόμο Άργους πάντα, εναντίον τους κινήθηκαν δυο χιλιάδες κυβερνητικοί στρατιώτες και τους πολιόρκησαν οι Πετιμεζαίοι, ο Νικολάκης Σολιώτης, ο Μήτρος Μελετόπουλος και ο Έπαρχος Καλαβρύτων. Ώσπου ήρθε ο Κολιόπουλος και τους χτύπησε από τα νώτα, αναγκάζοντάς τους να μπουν μέσα στο χωριό. Όπως φαίνεται οι πληροφορίες αυτές οδήγησαν το Εκτελεστικό Σώμα στην απόφαση να θέσει τον Αναστάσιο Λόντο πρώτα υπό κράτηση και μετά υπό παρακολούθηση. Αυτή η διαφοροποίηση των μέτρων αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη ότι οι πληροφορίες του Αστυνόμου Άργους θεωρήθηκαν ως ανακριβείς κατά ένα μέρος τους.

  

VI. 5. Αναζήτηση κατασκόπων

  

Στο αρχείο υπάρχει ένα κατάστιχο με την ένδειξη «Μισθοί και έξοδα μυστικών υποκειμένων» του Υπουργείου Αστυνομίας, χωρίς παράθεση των ονομάτων τους. Αρχίζει από τις 12 Μαρτίου 1825 και τελειώνει στις 2 Μαρτίου 1826. Τα συνολικά έξοδα που είναι καταχωρημένα σ’αυτό συναθροίζονται στα 11.299 γρόσια και καταμερίζονται σε 11 περιπτώσεις. Δυο μόνο από αυτές έχουν σχέση με το Ναύπλιο και αναφέρονται σε ισάριθμους κατασκόπους που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη. Οι άλλες 9 περιπτώσεις έχουν σχέση με τις περιοχές Καλαμάτας, Τριπολιτσάς, Καρύταινας, Μυστρά και Γαστούνης, χωρίς να αναφέρονται στα «πεπραγμένα» της κάθε κατασκοπευτικής αποστολής.

Από τη βραχύλογη αιτιολογία της κάθε δαπάνης προκύπτει ότι οκτώ περιπτώσεις είχαν σχέση με την παρακολούθηση των κινήσεων του Ιμπραήμ. Εν όψει όλων αυτών μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι το Υπουργείο Αστυνομίας μέχρι τις αρχές Μαρτίου 1825 δεν διέθετε οργανωμένο κατασκοπευτικό δίκτυο, εννοείται με τα μέτρα εκείνης της εποχής. Οι υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών, αναφέρονταν ασφαλώς από περιστασιακούς πληροφοριοδότες του Υπουργείου Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομίας Άργους. Την ίδια προέλευση φαίνεται ότι είχαν πληροφορίες για κινήσεις κατασκόπων και στα προηγούμενα χρόνια.

Στις 4 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι πριν από λίγες ημέρες ένας «φραγκοφορεμένος» νέος και «όλως διόλου» κατάσκοπος του Πάνου Κολοκοτρώνη συναντήθηκε μαζί του και του έδωσε δανεικά 2.000 γρόσια. Λίγες ημέρες αργότερα ( 19 Απριλίου ) επανερχόταν με την πληροφορία ότι κάποιος Χατζής, από την Άρεια του Ναυπλίου, πηγαινοερχόταν στην πόλη με κατασκοπευτική αποστολή. Κατά το Υπουργείο Αστυνομίας πάντα, εκεί συναντούσε έναν από τους αδελφούς Περρούκα και προπαγάνδιζε υπέρ των αντικυβερνητικών. Καταλήγοντας πρότεινε «να εκτοπισθή και εξορισθή, δια να εμποδισθούν τα κινδυνώδη αποτελέσματα τα οποία ημπορεί να προξενήση και να σωφρονισθούν εάν ευρίσκονται και άλλοι τοιούτοι».

Μια «σκιώδης» περίπτωση κατασκοπείας απασχόλησε την Αστυνομία του Άργους το Μάρτιο του 1825. Το Υπουργείο Αστυνομίας ζητούσε να βρεθούν τέσσερις κατάσκοποι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, είχαν ήδη συναντηθεί στη Σούδα με τον Ιμπραήμ και επέστρεφαν στο Άργος. Ο Αστυνόμος στη σχετική αναφορά του παρατηρούσε ότι ήταν δύσκολο να εντοπισθούν τα άτομα αυτά, αφού δεν ήταν γνωστά κάποια βασικά στοιχεία, όπως η καταγωγή, η ηλικία τους και «πως είναι φορεμένοι». Με την ευκαιρία θύμιζε παλαιότερη αναφορά του για την αδυναμία ελέγχου των όσων πηγαινοέρχονταν στην πόλη, από την έλλειψη αστυνομικών φρουρών σε επίκαιρα σημεία της.

  

VI. 6. Αντιμετώπιση των ξένων

 

Τα σωζόμενα έγγραφα αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά με πρωταγωνιστές Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Αυστριακούς. Και εδώ η αναφορά μας θα είναι ενδεικτική και συνοπτική.

Στις 26 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του, ο κυβερνήτης μιας γαλλικής φρεγάτας, που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, κατασκόπευε «παντοιοτρόπως τα της Διοικήσεως».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο ίδιος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την παραλαβή του Αλή Πασά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων που κρατούνταν όμηροι στο Ναύπλιο, ζητώντας να γίνει η πληρωμή για την απελευθέρωσή τους σε σιτάρι και χρήματα και εμψυχώνοντας τους έγκλειστους αντικυβερνητικούς «να βαστάξουν και να μη παραδοθούν». Δυο μήνες περίπου αργότερα κατέπλευσε στο λιμάνι των Μύλων ένα γαλλικό μπρίκι, προερχόμενο από το Ναύπλιο. Η κίνησή του αυτή θεωρήθηκε ως ύποπτη.

Στις αρχές Ιουνίου το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι έκαμε τις αναγκαίες έρευνες, αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να συλλάβει τον γραμματέα του γαλλικού Προξενείου στη Μήλο. Στο έγγραφο δεν αναφέρεται ο λόγος της αναζήτησής του. Σε μια άλλη περίπτωση την ελληνική καχυποψία για κάποιoυς Γάλλους την ενίσχυσαν μέλη του πληρώματος από ένα αγγλικό μπρίκι, που είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ναυπλίου, στα τέλη Ιουνίου 1824.

Ούτε λίγο ούτε πολύ πληροφόρησαν τον Υπουργό Αστυνομίας ότι μια ομάδα Γάλλων στρατιωτικών που βρισκόταν στην πόλη, μοναδικό σκοπό είχε να κατασκοπεύσει το φρούριο. «Αλλά εις ποίαν κατάστασιν θέλουν το ιδεί!», παρατηρούσε με έμφαση ο Παπαφλέσσας, για να τονίσει την κακή του κατάσταση. Γι’αυτό πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να μη τους επιτραπεί η επίσκεψη στα υπόλοιπα κανονιοστάσια – είχαν ήδη επισκεφθεί δυο – και να γίνουν αμέσως επισκευές σε όσα κανόνια είχαν υποστεί ζημιές.

Στις αρχές Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε την κυβέρνηση ότι είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι Αστυνόμοι να συλλάβουν κάποιους αναζητούμενους Γάλλους και Ιταλούς, άγνωστο για ποιό συγκεκριμένο λόγο. Από το «Αστυνομικό Δελτίο» εκείνου του πολυτάραχου καιρού, δεν ήταν δυνατόν να απουσιάσουν οι πανταχού παρόντες στο Αιγαίο και συνάμα απροκάλυπτα φιλότουρκοι Αυστριακοί. Από μια έκθεση του Αστυνόμου Άργους, με την ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1824, μαθαίνουμε ότι ο κυβερνήτης μιας αυστριακής φρεγάτας που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει Έλληνες αμάχους. Θέλοντας να «χαλάση» – όπως σημειώνεται – έναν παραλιακό καφενέ, άδειασε πάνω του ένα από τα κανόνια της φρεγάτας, τραυματίζοντας στο χέρι έναν Αργείτη, Νικολή Τζατζαρώνη στο όνομα. Κατά την εξέλιξη του ίδιου επεισοδίου ένας από το πλήρωμά της τραυμάτισε θανάσιμα με την ξιφολόγχη του ντουφεκιού του ένα ναύτη από το πλήρωμα της γολέτας, κάποιο Γιώργη Ζορμπά. Στην έκθεση δεν αναφέρεται εάν από ελληνικής πλευράς έγινε κάποιο διάβημα για το στυγερό εκείνο έγκλημα. Αλλά και εάν ακόμη έγινε, δεν θα έφτασε σε κάποιο ουσιαστικό και προπάντων δίκαιο αποτέλεσμα. Η ανεξέλεγκτη ξενοκρατία πάνω στον τόπο μας, βρισκόταν ακόμη στα πολύ πρώϊμα χρόνια της.

 

 Χρήστος Κ. Ρέππας

Υποστράτηγος ε.α. Ελληνικής Αατυνομίας,

Εκδότης περιοδικού συγγράμματος Μεσσηνιακών

Σπουδών «Μεσσηνιακά Χρονικά».

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:


  

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812 στη ζωή των κατοίκων του Άργους


 

Η ζωή των υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλήνων αντιμετωπίζεται συνήθως ως αποκομμένη από τα διεθνή της συμφραζόμενα και εξετάζεται με σχετική εσωστρέφεια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κατά βάση τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πλειονότητας των διασωθεισών πηγών, συνήθως κοινοτικών και οικογενειακών αρχείων ή απομνημονευμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι πολεμικές συγκρούσεις και οι συμμαχίες του σουλτάνου με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τις τύχες των κατοίκων του οθωμανικού κράτους.

Το θέμα της σημερινής μου εισήγησης αναφέρεται ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: Τις επιπτώσεις που είχε για τους κατοίκους της Πελοποννήσου και μάλιστα του Άργους ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812. Ο πόλεμος αυτός δεν εγγράφεται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μάχη στο Αούστερλιτς (1805) και τη σύναψη συμμαχίας με τον Σελίμ Γ΄ το 1806.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Ο τελευταίος, με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η ισχυρή αυτή συμμαχία, έκλεισε τα Στενά για τα ρωσικά πλοία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έπαυσε τους ρωσόφιλους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Υψηλάντη και Μουρούζη και τους αντικατέστησε με άλλους γαλλόφιλους, παραβιάζοντας έτσι συμφωνία με τη Ρωσία που είχε συναφθεί το 1802 και που ρητά προέβλεπε τη ρωσική συναίνεση για την αντικατάσταση των ηγεμόνων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Η Ρωσία αντιμέτωπη με την άρνηση της Υψηλής Πύλης να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την παραβίαση της συμφωνίας, εισέβαλε στις Ηγεμονίες και τις κατέλαβε. Λίγο αργότερα, τον επόμενο Δεκέμβριο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η διάρκεια του πολέμου ξεπέρασε τα πέντε χρόνια ως την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812. Στο διάστημα αυτό η ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων ανετράπη κατ επανάληψιν με τρεις κορυφαίες καμπές:

Τη γαλλορωσική συνθήκη του Τίλσιτ (1807), την αγγλοτουρκική συνθήκη των Δαρδανελλίων (1809) και τη διπλωματική προσέγγιση του Ναπολέοντα με τους Αψβούργους, η οποία επισφραγίστηκε με τον επίσημο αρραβώνα του Γάλλου αυτοκράτορα με την αυστριακή αρχιδούκισσα Μαρία Λουΐζα (1810). Από τις ανακατατάξεις αυτές τη σημαντικότερη επίδραση στην εξέλιξη του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε η συνθήκη του Τίλσιτ, η οποία ανάγκασε το Σουλτάνο να υπογράψει τον Αύγουστο του 1807 ανακωχή με τον Τσάρο.

Ωστόσο, η συνθήκη των Δαρδανελλίων (Ιανουάριος 1809) έδωσε στο Σουλτάνο προς στιγμήν ελπίδες ότι με την υποστήριξη της Αγγλίας θα μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να αποσύρει το ρωσικό στρατό από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο πόλεμος άρχισε ξανά για να διακοπεί και πάλι την άνοιξη του 1811, όταν οι στρατιωτικές και διπλωματικές προετοιμασίες του Ναπολέοντα για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας έγιναν πια εμφανείς και η Ρωσία επιδίωκε διακαώς να κλείσει τους λογαριασμούς με τους Οθωμανούς γείτονές της.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) η Ρωσία εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, κέρδισε όμως, ως ουσιαστική νικήτρια του πολέμου, τη Βεσσαραβία. Κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε ιδιαίτερα για την τύχη των παραμεθόριων προς την Ευρώπη επαρχιών της οθωμανικής επικράτειας, από τη στιγμή μάλιστα που λόγω και της επίδρασης από τη Γαλλική Επανάσταση και από τη ναπολεόντεια προέλαση οι κάτοικοί τους εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για εθνική χειραφέτηση.

Ενισχύθηκαν, λοιπόν, οι εξουσίες των επαρχιακών διοικητών και, σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, απεστάλη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο δευτερότοκος γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελή πασάς[1] έχοντας ως κύρια αποστολή με την ιδιότητα του Μόρα Βαλεσί τη διατήρηση της νομιμότητας και της τάξης. Σύμφωνα με τον Κανέλλο Δεληγιάννη[2], μάλιστα, οι ίδιοι οι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν ζητήσει την επαύξηση της ασφάλειάς τους, ώστε να μην επαναληφθούν τα Ορλωφικά.

Πράγματι, ο Βελής κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή, ακολουθώντας ως προς αυτό το πρότυπο τον πατέρα του. Η επιτυχής διοίκηση της Πελοποννήσου θα αποτελούσε, εξάλλου, πρόκριμα για την ανέλιξη του φιλόδοξου πασά σε υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας, ευοδώνοντας το διακαή πόθο του Βελή.

Η Υψηλή Πύλη, ωστόσο, εννοούσε να εμπλέξει τον Αλή πασά και τους γιους του στον πόλεμο με τη Ρωσία. Περί τα μέσα του 1809, όταν οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία έχουν πια ναυαγήσει και οι εχθροπραξίες έχουν αναζωπυρωθεί, ο Αλή καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να αποφύγει τη στράτευση και στέλνει τον πρωτότοκό του Μουχτάρ στη θέση του. Ο Μουχτάρ υφίσταται δυο σημαντικές ήττες και τρέπεται σε φυγή.

Τον Μάιο του 1810 ο σουλτάνος στέλνει εντολή στον Αλή να τεθεί επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στο Δούναβη[3], αλλά εκείνος αποφεύγει με διάφορες προφάσεις και τελικά κατορθώνει να σταλεί αντ’ αυτού ο Βελής[4] από την Πελοπόννησο. Ο Βελής λαμβάνει το φιρμάνι της επιστράτευσής του στις 27 Ιουλίου 1810[5] και, επί κεφαλής 8.000 στρατιωτών[6], αναχωρεί για το μέτωπο. Εκεί γνωρίζει την ήττα στη Σόφια και στο Ρουστσούκ και χάνει σημαντικές δυνάμεις.

Το κυριότερο όμως πρόβλημά του είναι ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του οι εχθροί του στην Πελοπόννησο συνωμοτούν εναντίον του και ασκούν πίεση στην Κωνσταντινούπολη για την αντικατάστασή του. Οι ανάγκες του σε χρήμα είναι τεράστιες. Εκτός από τη συντήρηση του στρατού του πρέπει να εξασφαλίσει τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά που απαιτούνται για να δωροδοκήσει εκείνους από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμά του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να βρει χρήματα έχει δυστυχείς αποδέκτες τους ραγιάδες του πασαλικιού του. Οι Μοραΐτες έχουν ήδη γνωρίσει την απληστία του.

Με πολιτικά και άλλα προσχήματα (π.χ. ρωσοφιλία) έχει ήδη κατασχέσει περιουσίες προεστών, όπως π.χ. του Λιμπεράκη Μπενάκη από τον πρώτο κι όλας χρόνο της θητείας του. Αλλά η ληστρική αυτή δραστηριότητα δεν αποτελούσε παρά το προανάκρουσμα όσων θα επακολουθούσαν με αφορμή τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Από το Αρχείο Περρούκα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αυξομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του καζά Άργους για την αντιμετώπιση των κοινών εξόδων της διοίκησης της Πελοποννήσου.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:

1807   (και τα δυο εξάμηνα)                          14.353  γρόσια

1808   (και τα δυο εξάμηνα)                          19.174  γρόσια

1809   (και τα δυο εξάμηνα)                          16.938  γρόσια

1810   (επιστράτευση Βελή)                          32.455  γρόσια

1811   (νέα αναχώρηση για μέτωπο)         77.393  γρόσια

1812   (επιστροφή και αντικατάσταση)    51.320  γρόσια

1820                                                                        16.125[7] γρόσια

 

Από την παρατήρηση και τη σύγκριση αυτών των δεδομένων προκύπτει ότι κατά τα τρία χρόνια της συμμετοχής του Βελή στον πόλεμο η επιβληθείσα στον καζά του Άργους φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 17.000 περίπου γρόσια ανέβηκε το 1810 στα 32.500, το 1811 στα 77.400 και το 1812 στα 51.300. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από τις αυξομειώσεις του αριθμού των χωριών του καζά[8], τα όρια του οποίου παρέμεναν, άλλωστε, σε γενικές γραμμές σταθερά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να δικαιολογηθεί από την προϊούσα υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, αφού, εξάλλου, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1820 το καταβλητέο ποσό είχε αισθητά μειωθεί. Και ασφαλώς ούτε λόγος γίνεται για την προσαρμογή του ύψους του φόρου στη φοροδοτική δυνατότητα του πληθυσμού, κάτι που ήταν εντελώς έξω από τη δημοσιονομική λογική των Οθωμανών.

Η παρατηρηθείσα αύξηση του φόρου αφορούσε ασφαλώς όλο το πασαλίκι του Μοριά. Ήταν όμως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το Άργος, αφού το 1812 σε σύνολο 200.000 περίπου γροσίων που αντιστοιχούσαν στα δοσίματα όλης της Πελοποννήσου, περισσότερες από 50.000 γρόσια, δηλαδή το ένα τέταρτο, εισπράχθηκαν από τον καζά του Άργους. Για να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της δυσμενούς συνθήκης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης το Άργος αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό και συγκοινωνιακό κόμβο, άρα και σταθμό, για όσους ταξίδευαν στη διαδρομή από και προς την έδρα του Μόρα Βαλεσί, την Τριπολιτσά[9].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Η θέση αυτή έδινε στο Άργος το θλιβερό και δυσβάστακτο «προνόμιο» της αναγκαστικής «φιλοξενίας» των στρατιωτικών δυνάμεων και των αξιωματούχων που εισέρχονταν στο πασαλίκι ή το εγκατέλειπαν. Οι Αργείοι είχαν επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες την απαλλαγή τους από αυτή την υποχρέωση με ειδική εντολή της προστάτιδάς τους Μπεϋχάν σουλτάνας, αδελφής του σουλτάνου Σελίμ Γ, στην υψηλή δικαιοδοσία της οποίας ανήκε ο καζάς τους.

Στην προστασία αυτή μάλιστα οφείλεται και η δυσφορία και η απροθυμία που εκδήλωναν οι Αργείοι προεστοί αλλά και οι απλοί κάτοικοι οσάκις τους εζητείτο από τις οθωμανικές αρχές η πλουσιοπάροχη φιλοξενία επώνυμων ξένων περιηγητών μετά της ακολουθίας τους, που επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους των Μυκηνών και της Τίρυνθας, προς μεγάλη αγανάκτηση, κυρίως των Βρετανών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θητείας του Βελή πασά θεωρούσαν αυτοδίκαια ως χώρο προνομιακής μεταχείρισής τους την Πελοπόννησο[10]. Ήταν τόσο μεγάλες οι αξιώσεις τους, που καθύβριζαν τους ντόπιους όταν αρνούνταν να τους ανοίξουν τα καλύτερα σπίτια τους[11].

Ωστόσο, η απαλλαγή του Άργους από την υποχρέωση αυτή δεν ίσχυε σε περίπτωση πολέμου. Έτσι, όταν ο Βελή πασάς αναχωρεί με το στρατό του τον Αύγουστο του 1810 και για δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 1811[12], είναι κυριολεκτικά σαν να πέρασε τυφώνας από την πόλη.

Σε κατάστιχο του αρχείου Περρούκα[13] υπάρχουν οι εξής καταχωρήσεις: 8 Αυγούστου 1810 «πέρασμα Βελή για το ορδί 15.500 γρόσια», 5 Ιανουαρίου 1812 «Μεσαρίφι εις τον εμβασμόν του Βελή πασά 12.608,33 γρόσια» και 3 Σεπτεμβρίου 1812 «εις τον ευγαλμόν του Βελή πασά μεσαρίφι 11.039,12 γρόσια». Με άλλα λόγια, μία έξοδος και η αντίστοιχη είσοδος του πασά με το στρατό του στοίχιζαν συνολικά στους Αργείους περίπου 25.000-30.000 γρόσια, ποσό υπερδιπλάσιο του ετήσιου συνολικού φόρου του καζά υπό κανονικές συνθήκες.

Και βέβαια, το Άργος συμμετέχει επίσης αναλογικά στην επιβάρυνση για την αποστολή τροφίμων στο στρατό[14]. Στις 10 Αυγούστου 1810 άνθρωπος του Αλή πασά φεύγει από το Μοριά με 6.000 φορτία σταριού για το μέτωπο στο Μπεράτι, ενώ στις 31 του ίδιου μήνα 20.000 πρόβατα προορίζονται από την Πελοπόννησο για το «ορδί χουμαγιούν», τον σουλτανικό στρατό[15].

Οι υποχρεώσεις αυτές είναι δυσβάστακτες. Οι κοινοτικοί άρχοντες αδυνατούν να συλλέξουν και να καταβάλουν εγκαίρως τις οφειλές. Οι οθωμανικές αρχές τους βομβαρδίζουν με έγγραφα για τις χρηματικές απαιτήσεις του Βελή, οι δανειστές τους στην Κωνσταντινούπολη επίσης (είναι χαρακτηριστική η διατύπωση των σχετικών επιστολών «όθεν και του λόγου σας πρέπει να σφιχθείτε» Χιβζί εφέντης[16], «να προφθάσετε τα άσπρα ότι το μιρί έχει σφίξιν»[17], «να κατανοήσετε την σφίξιν και στενοχώρεση οπού κάνει (ενν. ο Βελής) δια να του προφθάσομεν… Λοιπόν, αδελφοί, βιασθείτε, στενοχωρηθείτε και κάμνετε ως γράφομεν… προς τοις άλλοις στοχασθείτε ότι είναι κεχαγιάς τώρα ο ενδοξότατος Σαΐτ αγάς, τον οποίο βιάζει το ύψος του κατά πολλά δια την ταχείαν αποστολήν των άσπρων και πάρτε τα μέτρα σας»[18].

Από την πλευρά των άλλων καζάδων υπάρχει φραστική μόνο συμπαράσταση στο πρόβλημα των Αργείων. Έχουν, εξάλλου, κι εκείνοι τα δικά τους βάσανα: Χαρακτηριστική είναι επιστολή[19] της 21 Αυγούστου 1810 που υπογράφουν και αποστέλλουν από την Τριπολιτσά στον Περρούκα ο δραγομάνος Μορέως και ο Σωτηράκης Λόντος και Αναγνώστης Παπάζογλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν «για το σικλέτι που εδοκίμασες εις την διάβαν του βελιγιουνιάμ εφένδη μας και ελυπήθημεν αλλά εχάρημεν όπου έμεινε το ύψος του ευχαριστημένον από μέρους σου».

Ζητούν και αυτοί χρήματα και τον παρακαλούν να στείλει ό,τι μπορεί «ότι δεν συμφέρει εις το παρόν διάστημα η ψύχρα του ύψους του και κάμε, αδελφέ, όπως ημπορείς δια να του προφάσομεν μερικά εις την Λάρισαν, καθώς προστάζει ». Στην ίδια επιστολή υπάρχει το εξής υστερόγραφο: « οι νέοι δοβλέτ μουμπασιραίοι από όπου περνούν τα όσα δοκιμάζομεν δεν περιγράφονται και ο Θεός ίλεως».

Πράγματι, οι οθωμανικές αρχές δεν αστειεύονται καθόλου. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1810 και στις 22 του επόμενου Οκτωβρίου ο Νικόλαος Περρούκας είναι αποδέκτης δυο επιστολών του καϊμακάμη του Μορέως[20], με τις οποίες του ζητεί την αποστολή χρημάτων για τον Βελή. Στην πρώτη ο τόνος είναι περισσότερο ανθρώπινος «ότι ο καιρός στενοχωρεί το ύψος του και μας βιάζει εμάς».

Στη δεύτερη, όμως, επειδή ο Περρούκας δεν μπόρεσε να στείλει παρά μόνον 13.000 άσπρα, ήτοι μέρος του  απαιτουμένου υπέρογκου ποσού ο αναπληρωτής του πασά γράφει: «όλα τα άσπρα να μου τα στείλεις» χωρίς να λείψει ούτε ένας παράς, «διότι αν φερθείς αλλέως, μα το όνομα του Θεού…..θα υποστείς τόσα βάσανα από την δικαίαν μου οργήν οπού να μην τα στοχάζεσαι...».

Οι απειλές και ιδίως η αποστολή οικονομικών επιθεωρητών, με επαπειλούμενη την επιβολή επιπλέον προστίμων και άλλων ποινών, προκαλεί αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και διαμάχες ανάμεσα στους κοινοτικούς εκπροσώπους των χωριών του καζά. Ανταλλάσσονται οργισμένες επιστολές με υπαινιγμούς για κακή διαχείριση του κοινού ταμείου του καζά[21] και επακολουθούν δυσάρεστα γεγονότα, που τον απόηχό τους μαθαίνουμε από επιστολές του Αποστόλη Περρούκα, εγκατεστημένου στην Πάτρα προς τα αδέλφια του στο Άργος.[22]

Φαίνεται ότι η οικονομική δυσπραγία και οι απειλές των οθωμανικών αρχών οδήγησαν σε αμφισβήτηση την προυχοντική ηγεσία του καζά και ο Περρούκας ένιωσε να κλονίζεται η αδιαφιλονίκητη ως τότε αποδοχή του από το λαό του Άργους. Δεν γνωρίζω πως και πότε ακριβώς ηρέμησαν τα πνεύματα. Φαίνεται όμως ότι για τους Μοραΐτες ξεχείλισε πια το ποτήρι.

Αφού ο Βελής ενεργούσε για την αποστολή οικονομικών επιθεωρητών εις βάρος της κοινοτικής τους διαχείρισης εκβιάζοντας για όλο και περισσότερα χρήματα, επιδίωξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους, μέσω των βεκιλήδων τους στην Κωνσταντινούπολη, σε συνεργασία μάλιστα με τους Τούρκους συντοπίτες τους την αποστολή οικονομικού επιθεωρητή για τον έλεγχο της διαχείρισης του ίδιου του Βελή πασά.

Η προστάτιδα του Άργους Μπεϋχάν σουλτάνα, κατά τον Δεληγιάννη[23], και ο νισαντζής Χαλέτ εφέντης, ισχυρός αξιωματούχος του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι ανταποκρινόμενοι στις εκκλήσεις των Πελοποννησίων, μερίμνησαν ώστε να αποσταλεί στα μέσα του 1812 ως ειδικός ελεγκτής ο Γιουσούφ Αγγιάχ Εφέντης, ο οποίος έφερε στο φως το μέγεθος των οικονομικών αυθαιρεσιών και υπερβάσεων του Βελή και προκάλεσε την απομάκρυνση του από το πασαλίκι τον Αύγουστο[24].

Στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου του ίδιου χρόνου η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη περίτρομη τον Ναπολέοντα να ετοιμάζει την μεγάλη του εκστρατεία εναντίον της, έσπευσε να υπογράψει με την Οθωμανική αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο, η διεξαγωγή του οποίου τόσα δεινά προξένησε στο Άργος. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμη και η υπογραφή «της ειρήνης του Μοσκόβου», επιβάρυνε με 420.26 γρόσια τους Αργείους[25].

Η ανακούφιση που ένιωσαν οι κάτοικοι του Άργους από τον τερματισμό του πολέμου και από την αντικατάσταση του Βελή δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο επόμενος μόρα Βαλεσί, Ίντζελι Αχμέτ αποδείχθηκε ακόμη σκληρότερος και απαιτητικός από τον προκάτοχό του[26]. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια το Άργος επρόκειτο να είναι μία από τις πρώτες ελεύθερες πόλεις του επαναστατημένου ελληνικού έθνους.

  

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. σχετικά με τις συνθήκες ανάληψης της διοίκησης της Πελοποννήσου από τον Βελή πασά, καθώς και για όλη την περίοδο της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσί, εις Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Αθήνα, Αρσενίδης 1996, σσ. 107 και εξής.

[2] Βλ. Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’ , σ. 46.

[3] Βλ. Γεώργιος Α. Σιόροκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815). Ιωάννινα, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1999, σσ. 179-180.

[4] Βλ. Καν. Δεληγιάννης, οπ.π., σ. 55.

[5] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο με αριθμ. 17610/3.

[6] Κατά τον Σιόροκα, οπ.π., σ. 180, ο στρατός του ανερχόταν σε 10.000 στρατιώτες.

[7] Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αιώνα). Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2003, σσ. 74-75.

[8] Οπ.π., σ. 75.

[9] Βλ. Δημήτρης Ανωγειάτης – Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα. Αθήνα, Παπαζήσης, 1993, σ. 31. 

[10] Βλ. σχετικά John Galt, Voyages and Travels in the years 1809, 1810 and 1811 containing

statistical, commercial and miscellaneous observations. Λονδίνο 1812, σ. 172-173 και Λιάτα, οπ.π., σ.55.

[11] Βλ. τις έντονες διαμαρτυρίες του Λόρδου Μπάυρον , Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μτφ. Δ. Κούρτοβικ. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1996, σ. 96. Επίσης Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα «Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)», Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου2000), τόμος Γ . Αθήναι 2001-2002, σ. 204 για την περίπτωση του λόρδου Sligo.

[12] Η ακριβής ημερομηνία αναχώρησής του ήταν, σύμφωνα με τα χρονολογικά ενθυμήματα του Ρήγα Παλαμήδη (Βλ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2. Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ 19975, σ. 115, υποσημ. 2), η 8η Απριλίου 1811.

[13] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[14] Βλ. Γκριγκόρι Λ. Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ  και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα. Τα δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Αντ. Διάλλα, εισαγωγικό σχόλιο-επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα, Gutenberg, 1994, σ. 264.

[15] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[16] οπ.π., έγγραφο 17269/11

[17] οπ.π., έγγραφο 17274/6 της 9-8-1811.

[18] Αρχείο Περούκα, επιστολή με ημερομηνία 22-11-1811, υπογραφόμενη από δραγομάνο Μορέως Γιάννη Παπαγιαννόπουλο. Αντίγραφο του εγγράφου, του οποίου αγνοώ τον αύξοντα αριθμό, μου δόθηκε από τον Ομότ. Καθηγητή κ. Βασίλειο Σφυρόερα σε μεταγραφή δική του.

[19] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο 17269/1

[20] Πρόκειται για τα έγγραφα της ΙΕΕΕ με αριθμό 17269/3 και 17.269/6 αντίστοιχα.

[21] Πρόκειται για παράπονα των γερόντων Κοσμά, Παλαιοχωρίου, Αηβασιλείου, Πλατανακίου και Περούκα για το χάλι που ορισμένοι κατήντησαν το βιλαέτι. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17269/12: «φανερώνομεν ότι εδώ ήλθεν ο Νουμάνμπεης και μας είπε περί του Αναγνώστη Γκέλμπερη ότι του εκατέβη μουμπασίρης όμως εμείς αυτά δεν καλοπιστεύομεν, εάν όμως αληθεύει αυτό το πράγμα δεν ήλθεν αυτουνού ο μουμπασίρης μόνον ολονών εμάς και ηξεύρομεν ότι είμαστε όλοι δια Τριπολιτσά και όχι μόνον δια Τριπολιτσά παρά και εις την Πόλη…»

[22] Πρόκειται για τις επιστολές της 30-4-1811 ΙΕΕΕ 17.273/4 «προ ημερών έμαθον την σύγχυσιν και αλληλομαχίαν της πατρίδος μας και μεγάλως ελυπήθην…και άμποτε ο Κύριος να τους φωτίσει να ησυχάσουν εις το εξής», και της 1ης Μαΐου 1811 (17.273/5), όπου ο Αποστόλης κάνει λόγο για «την λύπην και πίκραν οπού εδοκίμαζεν ο αδελφός μου κυρ Νικολής εις την Τριπολιτσάν, δια τις ζημίες και τα δοσίματα της πατρίδος μας και όχι άλλος προεστός του Μορέως…» και αποδίδει «τα βάσανα του αδελφού του στο φθόνο των αντιζήλων του..»

[23] Βλ. Κ. Δεληγιάννη, οπ.π., σ. 58-59.

[24] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα, οπ.π. σ.118.

[25] Βλ. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17611/3. Η καταχώριση έχει ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1812.

[26] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, οπ.π., σ. 119, υποσημ. 138.

 

Read Full Post »

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Read Full Post »

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)

 

   

Το Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί από την ΕΤ1 η τρίτη εκπομπή, με την οποία κλείνει το αφιέρωμα της στην Αργολίδα, η επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου.

Το Άργος που μαζί με την Θήβα είναι οι αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, διαθέτει μια πολιτιστική κληρονομιά που ελάχιστα είναι γνωστή στο κοινό! Η ενδιαφέρουσα αυτή κληρονομιά αποτυπώνεται στα απομεινάρια του παρελθόντος, μνημεία και κατοικίες, τα οποία είναι η ίδια η ιστορία της πόλης αλλά και της Ελλάδας.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Πολίτες του Άργους δημιούργησαν την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της πόλης αλλά και ολόκληρου του Νομού Αργολίδας, μέσα από την οποία αποκαλύπτονται κορυφαίες στιγμές της ιστορίας αλλά και σημαντικά γεγονότα του ιστορικού παρασκηνίου.

Η Φωτόσφαιρα ακολούθησε τις σελίδες της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης   και περιπλανήθηκε στην πόλη και στις εξοχές του Άργους αλλά και του Ναυπλίου.

 

Η δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου με τον Α. Τσάγκο στα γραφεία της Βιβλιοθήκης.

 

Μια άλλη Αργολίδα αναδύεται μέσα από τις άριστα επιμελημένες σελίδες της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης που φτάνει στις οθόνες των χρηστών του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια λαμπρή ιστορία που μέχρι χθες έμοιαζε να υποχωρεί εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των επιστημόνων  ερευνητών, των φοιτητών, των μαθητών και των πολιτών που θα επιχειρήσουν να μπουν στην ιστοσελίδα.

Η Φωτόσφαιρα στο οδοιπορικό της στην Αργολίδα καταγράφει την ιστορία και παρουσιάζει αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ομάδας, που με τόσο σεβασμό πέρασε την ιστορία της πόλης στο διαδίκτυο.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ίδρυσαν οι Γιώργος Γιαννούσης, Τάσος Τσάγκος και Τάκης  Ουλής. Για την λειτουργία και τον συνεχή εμπλουτισμό της εργάζεται με επιμονή και μεράκι ένα επιτελείο συνεργατών, ενώ πολλοί επιστήμονες και λογοτέχνες την υποστηρίζουν με κείμενα, άρθρα και πρωτότυπες εργασίες.    

Η έρευνα και η παρουσίαση της εκπομπής είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του  Χρίστου Ακρίδα και το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη.

Read Full Post »

Ομιλία του καθηγητή κ. Μιλτιάδη Χατζόπουλου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard


 

Διάλεξη θα πραγματοποιήσει την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), ο καθηγητής κ. Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, είναι: «Η ταφή των νεκρών ή η συνεχιζόμενη διένεξη περί την ταυτότητα των νεκρών του Τάφου ΙΙ στην Βεργίνα».

 

Ποιος είναι ο ομιλητής  

  

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962 και έλαβε το πτυχίο Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόννης το 1967. Μελέτησε Μυκηναϊκή Φιλολογία και την αρχαία ελληνική κοινωνία και θρησκεία στην Εcole Ρratique des Ηautes Εtudes (Παρίσι) και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο Ρaris Ι (Πάνθεον Σορβόννη) το 1971 και του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο Ρaris ΙV (Σορβόννη) το 1988.

Εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης αλλά και ως καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νanterre (Παρίσι). Από το 1979 είναι ερευνητής στο Κέντρο Ελληνορωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το οποίο διευθύνει από το 1992. Εχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες και έχει τιμηθεί με το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Read Full Post »

Νέος Ερμής ο Λόγιος – Τεύχος 1 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2011)


 

Ένας νέος «Λόγιος Ερμής» σε αντιπαράθεση με τον «Λόγιο Ερμή», που ξεκίνησε να εκδίδεται στην Βιέννη, το 1811, με διευθυντή το λόγιο Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή και αργότερα το 1816, τον κληρικό Θεόκλητο  Φαρμακίδη και τον Χίο λόγιο Κωνσταντίνο Κοκκινάκη.

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού «νέος Ερμής ο Λόγιος». Πρόκειται για μια τετραμηνιαία έκδοση με αντικείμενο την ιστορία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τέχνη. Το πρώτο τεύχος ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.

 

Ο Ερμής ο Λόγιος – πιο γνωστός ως Λόγιος Ερμής – ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό που εκδιδόταν στη Βιέννη, με εμπνευστές τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ίδρυσε την «Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου», η οποία και τον εξέδιδε, καθώς και τον Αδαμάντιο Κοραή. Πρώτος διευθυντής του περιοδικού υπήρξε ο λόγιος Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γαζής. Η κυκλοφορία του άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1811 και εκδιδόταν – με μια διακοπή το 1815 – μέχρι την 1η Μαΐου 1821, οπότε και σφραγίστηκε από την αυστριακή αστυνομία. Μετά τον Άνθιμο Γαζή – που επέστρεψε στις Μηλιές για να οργανώσει την περίφημη Σχολή-, ανέλαβαν την διεύθυνση του περιοδικού, το 1816, ο επίσης κληρικός λόγιος Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Χίος λόγιος, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης. Ο Λόγιος Ερμής υπήρξε το σημαντικότερο προεπαναστατικό έντυπο του ελληνικού κόσμου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού και την ιδεολογική προετοιμασία της παλιγγενεσίας.

 

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει κείμενα ενδεικτικά των αντιλήψεων της συντακτικής ομάδας και των συνεργατών του περιοδικού. Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Δημήτρης Μαυρίδης για την συνέχεια του ελληνισμού, ο Σπύρος Βρυώνης παραθέτει τις αντιλήψεις που επικρατούν στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από το έθνος και τον εθνικισμό, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος αναφέρεται στην νεοελληνική κουλτούρα και το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο.

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος - Τεύχος 1

 

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821. Περιλαμβάνονται 6 κείμενα: του Γιώργου Καραμπελιά (Η ελληνική Αναγέννηση), του Απόστολου Διαμαντή (Έθνος και λόγιοι στην Τουρκοκρατία), του Δημήτρη Καραμπερόπουλου (Το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά τη Νεοελληνική Αναγέννηση), του Στέφανου Μπεκατώρου (Ιωάννης Πρίγκος, εραστής των βιβλίων), του Αλέξανδρου Παπαδερού (Μετακένωσις) και του Τάσου Χατζηαναστασίου (Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας).

Λόγιος Ερμής

Στο τρίτο μέρος υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών του περιοδικού. Ο Γιώργος Κοντογιώργης γράφει για την γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, η Παναγιώτα Βάσση αναλύει την θεώρηση της Ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου, ο Χρίστος Δάλκος γράφει για την ανάγκη υπέρβασης της νεωτερικής και μετανεωτερικής αντίληψης για την γλώσσα και την διδασκαλία της, ενώ ο Νίκος Βαρβατάκος αναφέρεται στον θεσμό των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Χριστιανισμός και Αναρχία του Ζακ Ελύλ και Το καλό και το κακό στην τέχνη και το Δίκαιο του Βασίλη Μαρκεζίνη), μία εκτενή παρουσίαση του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου Το στρατηγικό βάθος: η θέση της Τουρκίας από τον Σπύρο Κουτρούλη και μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Βασίλη Καραποστόλη, γύρω από την ελληνική ιδιοπροσωπία, με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου Διχασμός και Εξιλέωση.

Πηγή: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού

Read Full Post »

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο – Λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα, σε ηλικία 65 ετών. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε τελικά η ποίηση. Το  λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”, τεύχος 177-178 που κυκλοφορεί,  είναι  αφιερωμένο στο μεγαλύτερο μέρος του  στον ποιητή  Νίκο  Καρούζο.

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτυμόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια.

(Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο - “Το Δέντρο”

Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης ομολογεί την αρχική του λαχτάρα να βρει στο πρόσωπο του Καρούζου έναν Έλληνα μπητνίκο, έναν Γκίνσμπεργκ, έναν Κέρουακ – έστω μια εικόνα και ομοίωση των φαντασμάτων που τους στοίχειωναν στα κοινά τους μπαρ – ποτοσχολαστήρια (όπως τα έλεγε). Αργότερα, καθώς εκείνος ο Τελετάρχης των Αντοχών βεβαίωνε με γέλια ομηρικά πως το χιούμορ του είναι φερμένο από την τραγωδία και γύρευε την δέουσα λέξη, αληθινός ακροβάτης στο σχοινί πάνω απ’ την άβυσσο του χρόνου, είδε την διαφορά. «Η διαλεκτική του…μια σχεδόν ολέθρια ένταση για το τι μας περιμένει και πώς θα μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε, να εναλλάσσεται με μια πολύτιμη, λυτρωτική αταραξία, αποκτημένη ύστερα από διαλεχτά διαβάσματα και στοχασμούς σχετικά με το πώς θανατώνεις, νυχθημερόν, το θάνατο» .

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.

Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »