Posts Tagged ‘Greek History’
Πρoστατευμένο: Αρχαιολογικές ενδείξεις για την σλαβική παρουσία στην Αργολιδοκορινθία (6ος-7ος αιώνας μ.Χ.). Klaus Kilian, Prof., Δ/ντής Γερμανικού Αρχ. Ινστιτούτου. “Πελοποννησιακά” (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών., Άργος, Άρθρα, Αρχαιολογία, Αρχαιολογικές ενδείξεις για την σλαβική παρουσία στην Αργολιδοκορινθία (6ος-7ος αιώνας μ.Χ.). Klaus Kilian, Αργολιδοκορινθία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γερμανικού Αρχ. Ινστιτούτου, Δ/ντής Γερμανικού Αρχ. Ινστιτούτου. “Πελοποννησιακά” (1985-1986), Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Ιστορία, Μελέτες, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Συγγραφέας, Συνέδριο, Klaus Kilian, Prof. on 23 Ιουλίου, 2010|
Μαυρομιχάλης Δημήτρης (1809 – 1879) – Dupré Louis
Posted in Πρὀσωπα, Προσωπογραφίες, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Dupré Louis, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εικαστικά, Ζωγραφική, Ιστορία, Μαυρομιχάλης Δημήτρης (1809 - 1879) - Dupré Louis, Ναυπλιακή Επανάσταση, Πρόσωπα, Προσωπογραφίες, Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Στρατιωτικοί on 22 Ιουλίου, 2010| 2 Σχόλια »
Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Δημήτρης (1809 – 1879) – Dupré Louis
Ο Δημήτριος γεννήθηκε το 1809 στη Μάνη και απεβίωσε στην Αθήνα το 1879. Ήταν πολιτικός και στρατιωτικός. Έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι και ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, όπου έφτασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πήρε μέρος ενεργό στην αντιοθωνική επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862 και στη μεταβατική περίοδο της προσωρινής κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου, ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών.
Η προσωπογραφία του Δημήτρη Μαυρομιχάλη φιλοτεχνήθηκε πιθανώς, κατά το διάστημα 1828-1831, εποχή που ο νεότερος γιος του Πετρόπμεη σπούδαζε στο Παρίσι ως υπότροφος του Καποδίστρια.
Η επιλογή του Dupré οφείλεται στο ηρωικό παρελθόν των Μαυρομιχαλαίων αλλά και στη φυσική ομορφιά του νεαρού Μανιάτη, κοινό χαρακτηριστικό των ανδρών της οικογένειας. Ο Εϋνάρδος που πληροφορεί τον Κυβερνήτη για ό,τι αφορά τους υποτρόφους, του γράφει για αυτόν: «Είναι γλυκύς τον χαρακτήρα και συμπεριφέρεται καλώς». Έχει όμως επιφυλάξεις για την πρόοδο των σπουδών του και δυσανασχετεί για τα χρέη που έχει δημιουργήσει.
(Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.)
Διαβάστε ακόμη:
Πρoστατευμένο: Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον (Ευελπίδων). Πρώτες εξετάσεις, Οκτώβριος 1829. Κων. Λ. Κοτσώνης, ταξίαρχος ε.α. “Πελοποννησιακά” (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών., ταξίαρχος ε.α. “Πελοποννησιακά” (1985-1986), Άρθ, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Ιστορία, Καποδίστριας, Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον (Ευελπίδων). Πρώτες εξετάσεις, Μελέτες, Ναύπλιο, Οκτώβριος 1829. Κων. Λ. Κοτσώνης, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Συνέδριο, Σχολή Ευελπίδων on 22 Ιουλίου, 2010|
«Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης, Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.
Posted in Βιβλία - Αργολίδα, tagged 2009, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αθήνα, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Βιογραφίες, Γ. Στείρης, Εκδόσεις «Δαίδαλος», Εκκλησιαστική Ιστορία, Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, Ιστορία, Ιωάννης Ζυγομαλάς, Μαρτίνος Κρούσιος, Ναύπλιο, Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Πελοπόννησος, Σ. Περεντίδης, Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης, Συγγραφέας, Συμπόσιο on 21 Ιουλίου, 2010| Leave a Comment »
«Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης, Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.
Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (Επιμέλεια), «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.
Κεντρικές μορφές στο Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, ο Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1584) και ο υιός και ομότεχνός του Θεοδόσιος (1544-1607) διέγραψαν μια πνευματική πορεία που άφησε πολλά και πλούσια ίχνη και τεκμήρια. Υπηρέτησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σε θέσεις κλειδιά. Εκεί δίδαξαν την αρχαία ελληνική, ενώ αντέγραφαν και διακινούσαν χειρόγραφα με έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων. Είναι γνωστή η αλληλογραφία τους με ευρωπαίους λογίους και περιηγητές. Χάρις σε αυτήν γνώρισε η ουμανιστική Δύση τους Ρωμιούς του 16ου αιώνα, όσο και την τότε ομιλούμενη γλώσσα τους, ως συνέχεια του ελληνισμού της κλασσικής εποχής και του Βυζαντινού κόσμου.
Ο γερμανός φιλόλογος Μαρτίνος Κρούσιος, ο πρώτος Φιλέλλην, ο πρώτος που υποστήριξε την συνέχεια των Ρωμιών της εποχής του με τους αρχαίους Έλληνες, απέκτησε από τους Ζυγομαλάδες τα στοιχεία που τεκμηρίωναν αυτήν την θέση. Οι ιστορικές πληροφορίες που μας σώζονται γι’ αυτούς ενδιαφέρουν πολλές ειδικότητες των επιστημών του Ανθρώπου: Θεολογία και Φιλοσοφία, Κοινωνική Ιστορία, Ιστορία του Δικαίου και των Θεσμών, Φιλολογία και Γλωσσολογία, Παλαιογραφία και Κωδικολογία, Επιστολογραφία.
Έτσι, τον Ιούνιο του 2006, συγκλήθηκε ένα διεθνές συμπόσιο στο Άργος, την αρχική κοιτίδα της οικογένειας Ζυγομαλά. Συνδιοργανωτές ήσαν το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους. Από τις εργασίες του συμποσίου προέκυψε και ο παρών συλλογικός τόμος.
Συγγραφείς: Hans Eideneier, Ernst Gamillscheg, Christian Gastgeber, Andreas Rhoby, Dora E. Solti, Δ. Γ. Αποστολόπουλος, Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης, Βασίλης Κατσαρός, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Μάχη Παΐζη-Αποστολοπούλου, Σταύρος Περεντίδης, Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, Γεώργιος Στείρης, Νότης Τουφεξής και Ανδρόνικος Φάλαγγας.
Παραδοσιακά επαγγέλματα του Αχλαδοκάμπου Αργολίδας
Posted in Αργολίδα, Λαογραφικά Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αχλαδόκαμπος, Ελαιοτριβεία, Λαογραφία, Παραδοσιακά επαγγέλματα, Παραδοσιακά επαγγέλματα του Αχλαδοκάμπου Αργολίδας, Πελοπόννησος, Χάνια on 19 Ιουλίου, 2010| 1 Comment »
Παραδοσιακά επαγγέλματα του Αχλαδοκάμπου Αργολίδας
Χάνια του Αχλαδοκάμπου
Ο Αχλαδόκαμπος από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το κεντρικό πέρασμα του δρόμου μεταξύ Άργους – Τρίπολης. Στα χρόνια αυτά δούλευαν τα χάνια για να εξυπηρετούν τους περαστικούς αλλά και τα τούρκικα στρατεύματα που περνούσαν. Τα χάνια αυτά ήταν:
Το χάνι στο Νταούλι ήταν στην παλιά Καζάρμα και ανήκε στην οικογένεια του Αντωνόπουλου ή Ζυγούρη. Όταν ο δρόμος άλλαξε και περνούσε από τον Κολοσούρτη εγκαταλείφθηκε.
Το χάνι του Αγά Πασά στη σημερινή θέση Παλιόχανο. Ανήκε στην οικογένεια Αντωνόπουλου – Ζυγούρη. Στα χρόνια της επανάστασης έπαιξε σημαντικό ρόλο περιθάλποντας αγωνιστές αλλά και σαν σημείο συνάντησης των οπλαρχηγών.
Το χάνι Του Γαλή, στο Μονόπορι στο σημείο που έχει σήμερα η οικογένεια Γαλή κτηνοτροφική μονάδα. Ήταν σταυροδρόμι και έπιανε τους διαβάτες που πήγαιναν από το γύρο αλλά και το Παρθένι.
Το χάνι του Κουμπαρούλια, είναι στη θέση Κουμπαρούλια. Ήταν μικρό αλλά ζεστό και πρόσφερε στους περαστικούς βραστό αλλά είχε και τζάκι για τους χειμερινούς μήνες.
Τα Σκουραίικα χάνια, στο κάτω μέρος του χωριού η οικογένεια Ψυχογιού διέθετε χάνι με φαγητό και στάβλους για τα ζώα των αγωγιατών.
Τα Μαρουτσαίικα χάνια, δίπλα από τα Σκουραίικα ήταν τα Μαρουτσαίικα με την ίδια εξυπηρέτηση.
Όταν έγινε η χάραξη του νέου δρόμου από τον Κολοσούρτη και δειλά δειλά άρχισαν να περνούν τα πρώτα αυτοκίνητα συγχρόνως με τα κάρα και τα ζώα, άρχισαν να λειτουργούν νέα χάνια. Αυτά ήταν:
Το χάνι του μπάρμπα Θόδωρου, Θεόδωρος Ψυχογιός και στην συνέχεια ο γιος του Λευτέρης έχοντας και βενζινάδικο.
Το χάνι του Κοκού, ανήκε στην οικογένεια Ανδρέα Αναγνωστόπουλου ή Κοκανδρέα. Από εκεί πέρασαν πάρα πολλοί χανιάτορες, όπως η Γιαννούλα Αναγνωστοπούλου, Χρίστος Σούλαρης ή Ντούλας, Γιάννης Σφονδύλης ή Ψαρής, Γεώργιος Ψυχογιός ή Τσεκούρας.
Το χάνι Πλατάνια, δούλευε σαν εστιατόριο από την οικογένεια Αναγνωστοπούλου για παρά πολλά χρόνια. Έκλεισε όταν ο δρόμος πέρασε πάνω από το χωριό.
Το χάνι του Κουφού, ανήκε στην οικογένεια του Τάκη Αναγνωστόπουλου ή Κουφογιαννότακη. Υπέροχη θέα του Αργολικού αλλά και σημείο ξεκούρασης των φορτηγατζήδων μετά την δύσκολη ανάβαση του Κολοσούρτη.
Όταν ο δρόμος που περνούσε μέσα από το χωριό κόπηκε για να περάσει στο πάνω μέρος, τότε άνοιξαν δύο χάνια στα Λυκάλωνα. Το πρώτο ήταν το Πολυβολείο στο κτίριο του πολυβολείου το οποίο διαχειριζόταν ο Δημήτριος Σκούμπης από Σκαφιδάκι.
Το άλλο ήταν απέναντι και το δούλευαν οι οικογένειες Ευάγγελου Αναγνωστόπουλου και Κων/νου Μπονώρη. Όλα τα προαναφερόμενα χάνια είναι κλειστά σήμερα και πολλά είναι ερείπια.
Ελαιοτριβεία
Όσο αυξάνονταν οι ελιές στην περιφέρεια του Αχλαδόκαμπου, τόσο η ανάγκη να βγαίνει το λάδι γρήγορα και καλό γινόταν επιτακτική. Τα ελαιοτριβεία ξεκίνησαν σιγά-σιγά να ξεπηδούν σαν μανιτάρια. O γερο-Λαγγής ο Γεραμάς είχε ένα ελαιοτριβείο χειροκίνητο και οι πέτρες γύρναγαν με άλογα. Αυτό το αγόρασε ο παπάς Αντωνόπουλος και αργότερα το κληρονόμησε ο Ελευθέριος Παπαντωνόπουλος και έκανε συνέταιρο τον Τσιφόρο. Λειτούργησε ως το 1932.
Μετά έγινε Εταιρεία Παπαντωνόπουλος – Βέρος – Κουτούζος και άλλοι αγόρασαν του Βέρου το παλιό ελαιοτριβείο, το οποίο αργότερα εκσυγχρονίστηκε και δούλευε με πετρελαιομηχανή, εκσυγχρονίστηκε σε φυγοκεντρικό αλλά σταμάτησαν να το δουλεύουν. Κάτω από του Βέρου στο κτίριο του Θρασύβουλου, άνοιξε ένα ελαιοτριβείο Θρασύβουλος – Τζιφόρος – Γιάννης Ψυχογιός (Κουταλιανόγιαννης).Λόγω όμως δικαστικών έριδων δεν δούλεψε πολλά χρόνια και πουλήθηκε στην Ανδρίτσα.
Στου Σουκανά το μαγαζί το οποίο είναι θόλος ήταν ελαιοτριβείο το Παραβάντη και Κολόκα. Αργότερα έκλεισε και ο Παραβάντης άνοιξε μαζί με άλλους συνεταίρους της οικογένειας το Παραβαντέικο. Αυτό λειτούργησε με πετρελαιομηχανή, ο δε Σπύρος Παραβάντης (μπρούκλης) ήταν ο πρώτος που έφερε το υδραυλικό πιεστήριο, με το οποίο δούλευε μέχρι τελευταία που έκλεισε.
Ο Στρατής Ψυχογιός είχε και αυτός ένα καλό ελαιοτριβείο που λειτούργησε για πολλά χρόνια. Έκλεισε γύρω στα 1957 όταν έγινε το συνεταιρικό.
Το 1958 έγινε ένα υπερσύγχρονο συνεταιρικό ελαιοτριβείο με διαχωριστήρες και υδραυλικά πιεστήρια. Για πρώτη φορά ο Αχλαδόκαμπος έφαγε λάδι καθαρό και διαυγές. Το συνεταιρικό λειτουργεί τώρα με φυγοκεντρικό σύστημα που σημαίνει πιο γρήγορη έκθλιψη των ελιών άρα καθαρότερο λάδι καλύτερη τιμή. Το 1974 στην περιοχή Λούτσα κτίστηκε από τον Β. Σελλή, Αθ. Ντρούλια, Διαμαντή Χιώτη, Αριστ. Ντούσια σύγχρονο ελαιοτριβείο το οποίο τώρα λειτουργεί με φυγοκεντρικό σύστημα.
Ταβέρνες
Σε μια κοινωνία από φύση με ανθρώπους γλεντζέδες και καλοκάγαθους, η οποία απέχει 30 χιλιόμετρα από τις μεγάλες πόλεις φυσικό ήταν ο κόσμος να ζητά τρόπους να ξεσκάει, να γλεντάει, να το ρίχνει έξω όπως έλεγαν. Στην μακραίωνη ιστορία του χωριού λειτούργησαν πάμπολλες ταβέρνες – στέκια που πήγαινε ο καθένας και έπινε μισή οκά κρασί και αν δεν είχε το πενηνταράκι του έλεγε του ταβερνιάρη, γραφτό και θα δούμε. Στη συνέχεια παρατίθενται οι ταβέρνες με το όνομα του ιδιοκτήτη και το παρατσούκλι που έγιναν γνωστές.
• Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας) λειτούργησε στο ισόγειο του σπιτιού του Σουλαρόγιαννη.
• Δημοσθένης Μιχαλάκης (Δάσκαλος) στο σπίτι που κατέχει ο χρ. Αράλης.
• Γεώργιος Π. Ντούσιας (Σουκανάς) στην αρχή είχε απέναντι από το σταθμό μικρομάγαζο. Από εκεί ήλθε στο χωριό και αγόρασε το κτίριο που κατέχει η οικογένεια μέχρι σήμερα. Πριν το αγοράσει ήταν ελαιοτριβείο που κατείχε ένας Παραβάντης και ένας Κολόκας. Το έκανε ταβέρνα και επάνω έκτισε σπίτι.
• Γεώργιος Συρεγγέλας ήλθε από τα Αγιωργίτικα σώγαμπρος και έκανε περιουσία. Το μαγαζί του λειτούργησε σα μπακάλικο – ταβέρνα – τυροκομείο.
Παναγιώτης Σιαμπάνης, (Νιουκούτας).
• Θεόδωρος Χιώτης με συνεχιστή το γιο του Δημήτριο.
• Ιωάννης Σφονδύλης (Ψαρής) και Ευστράτιος Γκάβας είχαν ταβέρνα καταρχήν στο Αντωνοπουλέικο υπόγειο και μετά στο χάνι του Κοκού.
• Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστας) το καφενείο του σταθμού.
• Επαμεινώνδας Κούρτης (Παμίνης) κατ’ αρχάς είχε στο σταθμό απέναντι από τον Νταβιλά και αργότερα ήλθε στο χωριό και έκτισε δικό του και λειτούργησε μέχρι που έφυγε για την Αμερική.
• Γεώργιος I. Μαντής στην αρχή είχε ταβέρνα μπακάλικο στου Παπουτσή και αργότερα έχτισε δικό του όπου λειτουργεί από τους κληρονόμους του.
• Νικόλαος Νταβιλάς σώγαμπρος από την Δημητσάνα, τύπος κλασσικός άφησε εποχή με τα αστεία του αλλά και με τα γλέντια που έγιναν στο μαγαζί του.
• Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας) το πρώτο του ήταν το χαλκείο το οποίο ονομάστηκε έτσι από τον γέρο Έμορφο. Εννοούσε ότι χαλκεύουν τις ειδήσεις δηλαδή κατασκευάζουν τα νέα κατά τη θέλησή τους.
• Γεώργιος Αργύρης (Λούπης) είχε στο υπόγειο του σπιτιού για λίγα χρόνια μια μικρή ταβερνούλα με κρεμμύδι ελιά και το κατοστάρι.
• Κων/νος Σελλής (Κω) ταβέρνα-μπακάλικο στο κτίριο του γέρο-Στράτη Ψυχογιού.
• Ιωάννης Ψυχογιός (Χαϊδακόγιαννης) στο ισόγειο και είχε τρία τραπέζια και δύο βαρέλια κρασί και κάθε βράδυ έπιναν οι φίλοι.
• Παρασκευάς Παράσχος (Τσεβάς) φραγκοράφτης, ταβερνιάρης, πτηνοτρόφος μέχρι που έφυγε οικογενειακώς για Αμερική.
• Ηλίας Σελλής (Κατσεπολιάς) ταβέρνα στου Τσιάγκου το ρέμα. Πρώτος έφερε το ηλεκτρόφωνο να γλεντάει η νεολαία. Κατέληξε στο δικαστήριο γιατί έπαιζε το ηλεκτρόφωνο αργά την νύχτα, και ένας πατριώτης που ερωτήθηκε από τον δικαστή είπε: «Το ‘λεγε πικρά, κύριε πρόεδρε».
• Παναγιώτης Τσεκές μικρή ταβερνούλα στο πέρα χωριό.
• Δημήτριος I. Λαθούρης (Γριτζιάνης), όταν έφυγε από του Παπουτσή ο Γιώργης Μαντής διατήρησε ταβέρνα για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε ο αδελφός του Γεώργιος για Αμερική και κράτησε του αδελφού του το μαγαζί.
• Ευστράτιος Γκάβας στου Σουκανά το μαγαζί για πολλά χρόνια.
• Γεώργιος Ψυχογιός (Τσεκούρας) κατ’ αρχήν τσαγκάρης στου Λευτέρη του Μαντή και μετά άνοιξε το χάνι του Κοκού. Από εκεί, το χάνι του μπαρμπα-Θόδωρα. Ακολούθως όταν έφυγε ο Στρατής από τον Σουκανά ανακαίνισε το κτίριο και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του.
• Πετράκης Παναγιώτης, μικρή ταβερνούλα με το όνομα Μαρίτσα. Είχε ψιλικατζίδικο-μπακάλικο-μανάβικο.
• Μαντής Νικόλαος (Γκαρλονικολάκης) στου Παπουτσή είχε ταβέρνα για αρκετά χρόνια. Το καλοκαίρι έβγαζε και τραπεζάκια στις μουριές του Βέρου.
•Τζούρας Τάκης και Γιάννης, στην αρχή το παπουτσέικο στο σταθμό και μετά στου Γιάννη Καρβελά το ισόγειο διέθεταν άφθονο οίνον μετά ελαιών. Την Κατοχή πούλαγαν και ξυλοκάρβουνα.
• Ελευθέριος Ντρούλιας (κατσικόψοφος), στο υπόγειο του Βέρου το ελαιοτριβείο.
• Ιωάννης Ματζαβράκος (Φαρμάκης).
• Δημήτριος Ψυχογιός (Πέσης), στο ισόγειο του σπιτιού του είχε ταβερνάκι και κάπου-κάπου έψηνε καμιά γουρνοπούλα.
• Ανδρέας Ντρούλιας, πρώτα είχε μαζί στου Καρβελά Ιωάννη μετά στου κουνιάδου του Παναγιώτη Τζούρα, εν συνεχεία κατέβηκε στον Παρασκευά Παράσχου και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στου Φαρμάκη μέχρι θανάτου του.
• Τζιφόρος Στέλιος στο υπόγειο του σπιτιού του.
• Βασίλειος Χωματάς (Μπίλης), ταβέρνα – μπακάλικο.
• Σπύρος Σελλής (Κουτσοσπύρος), άλλη μια ταβέρνα που δούλευε εποχιακά. Μετά την Κατοχή δεν δούλεψε για πολύ και πέρασε και αυτή στο περιθώριο.
Μηχανές Καθαρισμού του Σιταριού
Λόγω του ότι στο σιτάρι μέσα υπήρχε το ζιζάνιο ήρα και οι άνθρωποι και τα ζώα όταν έτρωγαν ζαλίζονταν, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού αγόρασαν μηχανές καθαρισμού «για να ξεχωρίζουν την Ήρα από το σιτάρι», τις οποίες χρησιμοποιούσαν επαγγελματικά στον καθαρισμό. Πρώτος ήταν ο Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος, ο οποίος λέγεται ότι πήγε στην Λάρισα να την φέρει. Ακολούθησαν δε οι Κων/νος Αθανασούλιας, Νικόλαος Στέργιος, Ιωάννης Καρβελάς (Μαλιόγιαννης)
Τυροκομεία
Τα μεγάλα δάση που υπάρχουν στην περιφέρεια Αχλαδοκάμπου ευνοούν την κτηνοτροφία. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε γύρω τις 50.000 γιδοπρόβατα. Στα χρόνια της κατοχής από την πείνα και τις αρπαγές έμειναν γύρω στις 10.000. Το 1960 είχε γύρω τις 20.000. Η ανάγκη του κτηνοτρόφου, λόγω έλλειψης μεταφορικού μέσου να διαθέσει το γάλα του, επέβαλε σε πολλούς τυροκόμους να φτιάξουν τα τυροκομιά τους κοντά στις κτηνοτροφικές μονάδες. Τέτοια μεγάλα τυροκομεία ήταν στα Νερά του Σπυρόγιωργη όπως τον έλεγαν και είχε τυροκόμο τον Βασίλη Κρίγκο. Την διαχείριση δε του τυροκομείου την είχε ο Γεώργιος Σελλής (Τσιγκογιώργης).
Άλλο τυροκομείο ήταν στο χάνι του Κουμπαρούλια, το οποίο διαχειριζόταν ο Γεώργιος Παραβάντης (Λουμπογιώργης). Ο Γεώργιος ο Συρεγγέλας ίσως είχε το μεγαλύτερο τυροκομείο στο σπίτι του στη σημερινή πλατεία. Σε αυτόν έφερναν οι κτηνοτρόφοι και το τυρί πηγμένο με το τυρόξυλο. Βέβαια από όλους τους μεγάλους τυροκόμους υπήρχε τρομερή εκμετάλλευση διότι δεν υπήρχαν ψυγεία και τους έλεγαν : αν θέλεις τόσο η οκά αλλιώς βρες αλλού.
Ο Ανδρέας Ντρούλιας με τον Παναγιώτη Τζούρα είχαν τυροκομείο στου Παν. Τζούρα το σπίτι.
Όταν άνοιξε το συνεταιρικό τυροκομείο όλα όσα υπήρχαν έκλεισαν και λειτούργησε αυτό για κάμποσα χρόνια. Αργότερα έκλεισε για διάφορους λόγους και από τότε το γάλα το δίνουν σε διάφορους τυροκόμους εκτός Αχλαδοκάμπου.
Πτηνοτροφεία
Τη δεκαετία του ’60 υπήρχε μεγάλη ζήτηση στην Ελλάδα σε αυγά και κοτόπουλα. Οι τράπεζες έδιναν εύκολα δάνεια σε όσους ήθελαν ν’ ανοίξουν πτηνοτροφείο. Όταν όμως σταμάτησε η αγορά να ζητά, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτούς που είχαν πάρει δάνεια. Δεν υπήρχε εισόδημα άρα και τρόπος πληρωμής του δανείου. Περισσότεροι από αυτούς αναγκάστηκαν και ξενιτεύτηκαν στην Αμερική για να γλιτώσουν τα ακίνητα που είχαν βάλει υποθήκη.
Ηλίας Σελλής – Κατσεπολιάς
Απόστολος Γκαμίλης – Τράκας
Χρήστος Παναγάκης – Μαούνας
Δημήτριος Μερίκας
Παναγιώτης Ντρούλιας – γιατρός
Γεώργιος Ντούσιας – Ζολογιώργης
Αντώνιος Αντωνόπουλος – Σπυράντωνας
Δημήτριος Λάμπρος – Λόντος
Βασίλειος Ντρούλιας
Παρασκευάς Παράσχος – Αντριανοτσεβάς
Ελευθέριος Μαντής
Εμπορικά
Από έλλειψη μεταφορικών μέσων τις ανάγκες του χωριού σε υφάσματα και άλλα είδη εμπορίου τα κάλυπταν τα εμπορικά μαγαζιά των:
Βασίλη Σιαμπάνη
Ιωάννη Αρ. Ντούσια (Εμπορόγιαννης)
Νικ. Σελλή (Τσαγκαρόνικας)
Κων/νου Μπονώρη (Κωστέλης)
Αλωνιστικές μηχανές
Η συνεχής αύξηση της παραγωγής σιτηρών και επειδή ο αλωνισμός στα αλώνια ήταν απαρχαιωμένος αγοράστηκαν αλωνιστικές μηχανές για γρήγορο και καλύτερο αλωνισμό. Την πρώτη μηχανή αγόρασε ο Νίκος Φλεβάρης , Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος και ο Καλκούνος. Όταν αυτή πάλιωσε ο Φλεβάρης αγόρασε μόνος μια και συνέχισαν τα παιδιά του. Αργότερα αγοράστηκε από τον Χρήστο Γαλή και Θανάση Καμπούρο.
Ο Θανάσης Ντρούλιας με τον Αριστείδη Ντούσια αγόρασαν αλωνιστική μηχανή την οποία δούλεψαν αρκετά χρόνια. Τώρα αναπαύεται κοντά στο νεκροταφείο και θυμίζει ότι εκεί ήταν η μεγαλύτερη στάση αλωνιστικής μηχανής με τον μπάρμπα Γιαννάκο φύλακα.
Μύλοι
Το σιτάρι έπρεπε να αλεστεί, νερό υπήρχε για να γυρίσει νερόμυλους, για το λόγο αυτό φτιάχτηκαν πολλοί από αυτούς. Όπως του Παπαντωνόπουλου Ελευθερίου μαζί με τον Πάνο τον Καγκλή, του Χατζάρα ο Μύλος μαζί με τον Παναγιώτη Φιφλή. Του Κατσιάμη ο μύλος, Αθαν. Κατσικαντάμης και αργότερα συνέταιρος ο Αντ. Σκούμπης. Του Λούπη ο μύλος. Αγοράστηκε από τον Γ. Αργύρη (Λούπη), Γεώργιο Σελλή (Τσιγκογιώργη) από την Μονή των Βαρσών.
Του Μελιόκωτσα ο μύλος ανήκε στον Νάτσιο και Τσιάγκο (Παναγάκης Κώστας). Από αυτούς το αγόρασε γύρω στο 1930 ο Μελιόκωτσας και έβαλε μυλωνά τον Γεώργιο Μερίκα, ο οποίος με το μυαλό που διέθετε κατάφερε να φτιάξει με την φτερωτή του μύλου κορδέλα να σχίζει ξύλα. Επίσης με μια γεννήτρια και αυτή με την φτερωτή φώτιζε όλες τις εγκαταστάσεις και τον περίβολο του μύλου. Ένας ακόμη μύλος είναι ο παλιόμυλος που χρονολογείται από τους βυζαντινούς χρόνους. Στο πλατάνι υπάρχουν υπολείμματα μιας κρέμασης από μύλο άγνωστης χρονολογικής περιόδου. Στο πέρα χωριό πάνω από την Αγία Κυριακή οι κάτοικοι του πέρα χωριού είχαν φτιάξει ένα μικρό μύλο για τις ανάγκες τους. Επειδή το νερό ήταν λίγο είχαν φτιάξει δεξαμενή που το μάζευαν για να μπορούν να αλέσουν άνετα.
Σαμαράδες – Σαμαρτζήδες
Πριν από την έλευση των τρακτέρ και των αυτοκινήτων τις αγροτικές εργασίες τις έκαναν τα ζώα, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και πιο παλιά βόδια. Τα ζώα αυτά είχαν ανάγκη από τα σαμάρια. Το χωριό πριν το 1940 πρέπει να είχε γαϊδουρομούλαρα και άλογα πάνω από 800. Με την επίταξη από τον στρατό ο αριθμός μειώθηκε αισθητά. Μετά τον πόλεμο άρχισε πάλι ο αριθμός να αυξάνει είτε από αγορά στο πανηγύρι της Τεγέας είτε από αυτά που έστειλαν οι συγγενείς των Αμερικανών.
Πρώτος και καλύτερος σαμαρτζής ήταν ο Γιώργης Μερίκας. Άλλος ήταν ο Γιώργης Μαντής (Γκάρλας). Αργότερα ήλθε σώγαμπρος από το Καστρί, ο Χρήστος Περεντές, ο οποίος ήταν εξαιρετικός μάστορας και σαμάρωσε τα τελευταία ζώα του χωριού.
Ο Αντώνης Γκαμίλης συγχρόνως με το ξυλουργικό επάγγελμα ασχολήθηκε με την τέχνη του σαμαρτζή. Ο Γιάννης Μπόγρης καλός μάστορας δούλευε στο υπόγειο του Χιώτη για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε για την Αυστραλία. Τώρα τη θέση των ζώων έχουν πάρει τα μηχανοκίνητα. Την θέση των σαμαρτζήδων τα συνεργεία και την θέση του παχνιού τα βενζινάδικα.
Κεραμοποιείο
Στην Πηνίκοβη για μερικά χρόνια λειτούργησε κεραμοποιείο για την κατασκευή μόνο κεραμιδιών. Ιδιοκτήτης ήταν ο γερο – Πάνος Αντωνόπουλος. Λόγω όμως της κακής ποιότητος του χώματος δεν μπόρεσε να προχωρήσει η επιχείρηση και έκλεισε. Όταν ρώταγαν τον γερο – Πάνο αν είναι γερά τα κεραμίδια έλεγε: «Για το καλοκαίρι είναι καλά, το χειμώνα θέλουν σκέπασμα».
Τελάλης
Πριν έλθει το ρεύμα στο χωριό και πριν τοποθετηθεί μικροφωνική συσκευή στην εκκλησία με μεγάφωνο στο καμπαναριό, υπήρχε ο τελάλης του χωριού και ήταν ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας). Όταν υπήρχε ανακοίνωση έβγαινε στου Βέρου τις μουριές με το χωνί και φώναζε «Ακούστε ρε, ο τάδε έχασε μια προβατίνα» ή ότι υπήρχε μια ανακοίνωση του προέδρου για προσωπική εργασία ή ακόμη του νεροκράτη να ποτίσουν τα αραποσίτια.
Μετά τον πόλεμο το «ρε» αντικαταστάθηκε με το ευρωπαϊκό «Κύριοι». Ήταν τόσο σημαντικός ο τελάλης που ρώταγαν αν το τάδε νέο, το είπε το χωνί; Ο τελάλης πληρωνόταν σε είδος. Μετά τον αλωνισμό γύρναγε στο χωριό με το γαϊδουράκι και έπαιρνε από κάθε σπίτι ένα σακουλάκι σιτάρι ιδίου μεγέθους από όλους. Πολλοί ήταν τόσο φτωχοί που δεν είχαν ούτε αυτό το σακουλάκι. Ο γερο-Βασίλης το παράβλεπε και έφευγε.
Τσιπουριστές
Τα αμπέλια στο χωριό πολλά, τσιπουριές λίγες. Οι γείτονες έπαιρναν ο ένας του άλλου την τσιπουριά αλλά και πάλι δεν πρόφταιναν. Ο Θανάσης Παράσχος ή Σιούλης και ο Σπύρος Φλούτσης ή Συνεργείο ανέλαβαν την εποχή του τρύγου να γυρνούν στο χωριό με την τσιπουριά πάνω στο γαϊδούρι να τσιπουρίζουν τα σταφύλια. Ποιος δεν θυμάται τα αστεία με τον Θανάση ή ποιος δεν θυμάται τα ποιήματα του Θανάση τα τραγούδια του, τα τροπάρια.
Αυτές οι εποχές έφυγαν χωρίς επιστροφή. Ο ρομαντισμός τα καλαμπούρια έδωσαν τη θέση τους στην «Λάμψη», «Καλημέρα ζωή» και τόσες άλλες σαπουνόπερες της τηλεόρασης.
Αγανωτές – Φαναρτζήδες
Τα πιο παλιά χρόνια οι άνθρωποι για να τρώνε χρησιμοποιούσαν τα ξυλοκούταλα και τις τσανάκες για πιάτα, τα σαγόνια και τα πήλινα τσουκάλια για κατσαρόλες. Αργότερα έφτιαχναν τα χαλκώματα για κουζινικά σκεύη τα οποία έπρεπε από μέσα να τα περνούν με καλάι ή κασσίτερο όπως το λένε, για να μην είναι δηλητηριώδη. Τα κουτάλια – πιρούνια – μαχαίρια ήταν από λαμαρίνα σκληρή, η οποία έπρεπε για να μην σκουριάζει να βαφτεί με καλάι. Τη δουλειά αυτή την είχαν αναλάβει οι αγανωτήδες, οι οποίοι είχαν ειδικά εργαλεία που αγάνωναν τα μαχαιροπήρουνα και ειδικό καμίνι για το αγάνωμα των χαλκωμάτων.
Στο χωριό έρχονταν πλανόδιοι αγανωτές, οι οποίοι έμεναν σε ένα σπίτι και γύρναγαν στο χωριό και μάζευαν τα χαλκώματα. Τα πιο δύσκολα ήταν τα καζάνια τα οποία ήθελαν μεγάλη φωτιά και γρήγορο πέρασμα με το καλάι. Οι ίδιοι αγανωτές πολλές φορές ήταν και φαναρτζήδες όπως τους έλεγαν, γιατί έφτιαχναν φανάρια λαδιού λαδικά, χωνιά, τρίφτες και άλλα. Εκτός από τους πλανόδιους στο χωριό ήταν μόνιμος μέχρι το θάνατό του ο Σπύρος Φλούτσης (συνεργείο). Άλλος ήταν ο Βασίλης Τσιάλτας ο οποίος έμεινε για μερικά χρόνια και αργότερα έφυγε.
Ξυλουργοί
Ξυλουργούς καλούς είχε το χωριό μας που δούλευαν το ξύλο με μεράκι και μαεστρία. Έσχιζαν τα ξύλα με τον καταράχτη, τα πλάνιζαν με την χειροπλάνη, τα σκάλιζαν με το σκαρπέλο και όλα αυτά γιατί αγαπούσαν το ξύλο και μίλαγαν με αυτό.
Ο Γιώργης ο Μερίκας στου Μελιόκοτσια το μύλο προσπάθησε να φτιάξει καινούρια τεχνολογία φτιάχνοντας κορδέλα με την φτερωτή του μύλου. Τα κατάφερνε για αρκετά χρόνια αλλά τα χρόνια είχαν βαρύνει τους ώμους του και δεν δούλεψε πολύν καιρό.
Ο Μέγγος ο Κώστας, άριστος τεχνίτης. Ο Μυτηλινός Κώστας, ξεκίνησε κοντά στον Μερίκα ξυλουργός αλλά αργότερα έγινε εργολάβος οικοδομών.
Ο Σταύρος Γκαμίλης, γνώστης της τέχνης προσπαθώντας να τα φτιάχνει γρήγορα πολλές φορές έκανε λάθη. Πολλά αστεία λέγονταν από το στόμα του τα οποία ίσως δεν ξεχαστούν ποτέ. Ο Αντώνης Γκαμίλης, πρώτος έφερε τα καινούρια μηχανήματα ξυλουργού τα οποία τα κινούσε πετρελαιομηχανή λόγω του ότι δεν είχε έλθει στο χωριό το ρεύμα. Κοντά του έμαθαν την τέχνη του ξυλουργού και ασκούν το επάγγελμα ακόμη οι Γεώργιος Κωστάκης (Ρήγας), Κώστας Στέργιος, Διαμαντής Κατσούδας. Μαζί με τον Αντώνη Γκαμίλη δούλευε και ο αδελφός Παναγιώτης που αργότερα έφυγε από το χωριό και εξάσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού στην Αθήνα.
Λιθαράδες
Τα πρώτα πέτρινα σπίτια του χωριού χτίστηκαν από Λαγκαδιανούς τεχνίτες. Σιγά – σιγά όμως οι πρώτοι Αχλαδοκαμπίτες τεχνίτες, χτίστες λιθαριού έκαναν την εμφάνισή τους.
Πρώτα έχτισαν τα δικά τους σπίτια και μετά κατ’ επάγγελμα. Ο Ζιολοβασίλης, Βασίλειος Ντούσιας, ήταν από τους πρώτους λιθαράδες. Ο μπάρμπα Μήτσος ο έμορφος υπέροχος λιθοξόος (πελεκητής λιθαριού). Ακόμα θαυμάζουμε τα αγκωνάρια στο σπίτι του. Η αυλή του, τα πέτρινα τραπέζια του, όλα αυτά δικά του κατασκευάσματα. Ο Νικόλαος Παράσχος, (Καλιάνας) πελεκητής αγκωναριών.
Αυτός τους χειμερινούς μήνες που δεν υπήρχαν αγροτικές δουλειές πήγαινε με τα γαϊδουράκια και έβγαζε δέκα-δέκα λιθάρια και τα πήγαινε στο σπίτι του στο υπόγειο. Εκεί τα πελέκαγε, τα έκανε αγκωνάρια και τα έβαζε στην άκρη. Την άνοιξη που άνοιγαν οι δουλειές όπως έλεγαν πούλαγε τα αγκωνάρια στους ιδιοκτήτες που ήθελαν να χτίσουν σπίτι. Την τέχνη αυτών των δύο μαστόρων του Έμορφου και του Καλιάνα δεν την έμαθε κανένας τόσο καλά.
Άλλοι χτίστες που άφησαν εποχή στο χωριό ήταν ο Ανδρέας Ντούσιας, Παναγιώτης Ντούσιας, Γεώργιος Λαθούρης, Βαγγέλης Θωμάς, Βασίλης Τσερμπές, Παναγιώτης Μαντής, Γιάννης Καζακλής, Αναστάσιος Αναγνωστόπουλος (Ντούβρης). Αυτοί ήταν η νεότερη γενιά χτιστών τους οποίους παραγκώνισε η τεχνολογία του τούβλου και του τσιμεντόλιθου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα καλαμπούρια που γίνονταν από αυτούς τους ανθρώπους όταν έχτιζαν ένα σπίτι. Όλη η γειτονιά στο πόδι για να ακούσουν τι θα πουν να το μεταβιβάσουν στους άλλους.
Κοφινάδες
Οι ανάγκες των αγροτικών εργασιών και κυρίως η συγκομιδή αγροτικών προϊόντων τώρα καλύπτονται από μηχανικά μέσα δηλαδή τελάρα ξύλινα, κλούβες πλαστικές, τελάρα χάρτινα και άλλα. Τα παλιά χρόνια τις αγροτικές ανάγκες τις κάλυπταν με τα καλάθια, κοφίνια όπως τα έλεγαν.
Τα κοφίνια άρχιζαν από μικρά τα αυγοκόφινα, τα πανέρια, τα λιθαροκόφινα, τα χεροκόφινα, τα πολυτάρια ή κόφες που ήταν και πιο διαδεδομένα και χρησιμοποιούντο για τον τρύγο κυρίως. Οι ψωμοκοφίνες ήταν κοφίνια σε σχέδιο πιθαριού με καπάκι πλεκτό και έβαζαν μέσα το ψωμί. Ακόμα οι κοφινάδες έπλεκαν και τις μεγάλες γυάλινες μποτίλιες, νταμιζάνες, για να μη σπάζουν. Το επάγγελμα του κοφινά ήταν στο χωριό οικογενειακή παράδοση. Από γενιά σε γενιά η τέχνη διαδιδόταν μέχρι που σταμάτησε τελείως το πλέξιμο και μόνο ερασιτεχνικά τώρα ασχολείται κανένας από αυτούς τους παλιούς κοφινάδες.
Οι κοφινάδες το χειμώνα έκοβαν τα καλάμια από τα ποτάμια και τα έδεναν δεμάτια για να ξεραθούν. Τις βέργες τις έκοβαν από καναπίτσες μετά τον Ιούλιο τις ξεφύλλιζαν και τις άπλωναν στον ήλιο να ξεραθούν και αυτές για την επόμενη χρονιά. Το πλέξιμο των κοφινιών άρχιζε εντατικά μετά τον θέρο και αλωνισμό, μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη που τελείωνε και ο τρύγος και δεν είχαν περάσει τα κοφίνια. Τα παλιά χρόνια κάθε Σάββατο οι κοφινάδες του χωριού πήγαιναν τα κοφίνια στην Τρίπολη στο παζάρι για πούλημα. Στην αρχή πριν κυκλοφορήσουν τα φορτηγά αυτοκίνητα τα πήγαιναν από βραδύς με τα άλογα – μουλάρια – γαϊδούρια, ό,τι είχε ο καθένας. Αργότερα τα πήγαιναν στου μπάρμπα-Θόδωρου το χάνι και πέρναγαν τα φορτηγά και αντί ναύλου τα μετέφεραν στην Τρίπολη.
Οι οικογένειες που για γενιές άσκησαν το επάγγελμα του κοφινά και με αυτό το επάγγελμα μεγάλωσαν παιδιά έκαναν και περιουσία είναι:
Οι Στεργαίοι: το επάγγελμα η οικογένεια αυτή το ασκούσε μετά τα χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι την δεκαετία του 70. Κύριος τόπος εργασίας ήταν η Πηνίκοβη που το συνδύαζαν με την καλλιέργεια αραποσιτιού και περιβολιών.
Οι Γκαβαίοι ανήκαν στην οικογένεια Διολίτση. Όταν ξεχώρισαν από τους Διολιτσαίους με το όνομα Γκάβας άρχισαν να ασχολούνται με τα περιβόλια – αραποσίτια και το πλέξιμο των κοφινιών στη Φλεβίτσα. Εκεί έχτισαν πέτρινο καλύβι και πέτρινη στέρνα, για να μουσκεύουν τις βέργες και τα καλάμια και τους θερινούς μήνες έμεναν κυρίως εκεί οικογενειακώς.
Άλλη οικογένεια είναι οι Μπετσαίοι. Από το γέρο-Χρίστο το Μπέτσιο και πιο μπροστά, όλη η οικογένεια αρσενικοί και θηλυκοί ασκούσαν το επάγγελμα του κοφινά συγχρόνως και με άλλες ασχολίες. Οι Μπετσαίοι έπλεκαν στο σπίτι τους στο πέρα χωριό. Εκεί έξω στην αυλή κάτω από την σταφύλια για ίσκιο από το φώτημα της ημέρας μέχρι που βάραγε ο εσπερινός δεν σταμάταγε το εργοτάξιο «Μπέτσιος και υιοί» να δουλεύει.
Η οικογένεια Μαντή και αυτοί στο πέρα χωριό ασκούσαν το επάγγελμα. Λεπτολόγοι στην δουλειά τους πούλαγαν πιο εύκολα τα κοφίνια γιατί όχι ότι ήταν πιο γερά απλά ήταν πιο όμορφα και ντελικάτα. Ο Θοδωρής ο Σταυράκης έφτιανε και αυτός κοφίνια άλλα ήταν μόνος του και δεν μπορούσε να φέρει βόλτα όλες τις υποχρεώσεις του κοφινά.
Κοφινάς σήμαινε εγκαταλείπω για μήνες τις άλλες αγροτικές εργασίες και καταπιάνομαι μόνο με αυτό. Τότε υπήρχε έξαρση στο φύτεμα ελιών. Αν δεν είχες ανθρώπους να ποτίζουν τις ελιές το καλοκαίρι και εσύ να πλέκεις κοφίνια, πάνε οι ελιές ξεράθηκαν.
Οι Καμπουραίοι και αυτοί μεγάλη φαμελιά. Δούλευαν τη δουλειά του κοφινά με μεράκι. Γι’ αυτό τους χειμερινούς μήνες μετά το μάζεμα των ελιών αυτοί στο υπόγειο του σπιτιού τους έπλεκαν κοφίνια και τα πούλαγαν το καλοκαίρι. Σταμάτησαν και αυτοί μαζί με όλους τους άλλους.
Ράφτες
Μετά την φουστανέλα, την πουκαμίσα, το συλάχι και τα τσαρούχια η μόδα άλλαξε. Ήλθαν οι φράγκικες στολές και οι ράφτες που έφτιαχναν αυτές τις στολές λέγονταν φραγκοράφτες. Αυτοί ήταν:
Ιωάννης Καρβελλάς (μοδίστρας)
Βαγγέλης Κ. Σελλής
Δημήτριος I. Ντρούλιας
Παρασκευάς Παράσχος
Ιωάννης Μαρούτσος
Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)
Με τη βιομηχανοποίηση και την ομαδική παραγωγή ρούχων, το επάγγελμα έπαψε να υπάρχει για να μπορεί κάποιος να βγάλει μεροκάματο. Για το λόγο αυτό είτε ξενιτεύτηκαν, είτε σταμάτησαν να ράβουν αλλάζοντας επάγγελμα.
Μυλωνάδες
Οι μύλοι για να δουλέψουν χρειάζονταν και τους ειδικούς μυλωνάδες. Η δύσκολη δουλειά του Μυλωνά ήταν το τρόχισμα της πέτρας, το καλαμάτισμα. Όσο καλύτερα ήταν τροχισμένη η πέτρα τόση περισσότερη ποσότητα σιταριού άλεθε οπότε έπαιρνε περισσότερο ξάι και μεγαλύτερο μεροκάματο. Μυλωνάδες δούλεψαν οι:
Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος
Πάνος Καγκλής
Κρίγκος Γεώργιος (Χατζάρας)
Φιφλής Παναγιώτης
Θανάσης Κατσικαντάμης
Γεώργιος Κριτσικαντάμης
Αντώνιος Σκούμπης
Χρήστος Σελλής Κοκκινόχρηστος
Ισαάκ & Άνθιμος καλόγηροι Βαρσών
Μυτηλινός Γ. πρόσφυγας από Μ. Ασία
Μυτηλινός Κων/νος
Ντρούλιας Γεώργιος
Κων/νος Αναγνωστόπουλος
Όταν η τεχνολογία είχε προχωρήσει η οικογένεια Φλεβάρη εγκατέστησε κυλινδρόμυλο ο οποίος άλεθε το σιτάρι και έβγαζε τα πίτουρα ξεχωριστά. Οι νερόμυλοι έκλεισαν, έμεινε μόνο του Κατσιάμη ο μύλος να αλέθει μπουλουγούρι για γλυκό τραχανά. Αργότερα εγκαταλείφτηκε στην φθορά του χρόνου. Του Φλεβάρη ο κυλινδρόμυλος δεν δούλεψε πολλά χρόνια για διάφορους λόγους.
Σιδεράδες
Ένας κλασικός σιδεράς (γύφτος) που ήταν στο χωριό με το αμόνι του, την φυσούνα, τις τσιμπίδες, τα σφυριά του ήταν ο Κώστας Ντούσιας ή Ενενήντα – εννιάς. Δεν θα υπήρχε αγρότης που να μην είχε ατσαλώσει το υνί του αλετριού, το ξυνιάρι, τον κασμά. Αν καμιά φορά δεν πετύχαινε το βάψιμο του υνιού την άλλη μέρα το ξαναπήγαιναν για ατσάλωμα αλλά και για παράπονα. Αυτός με το καλαμπούρι του τους έλεγε: Μήπως οργώσατε σε λιθάρια; εγώ τα ατσαλώνω μόνο για χώμα.
Όμως πολλά χωράφια στο χωριό μόνο χώμα δεν είχανε και αυτό το ήξερε ο μπαρμπα – Κώστας και γι’ αυτό τους το έλεγε. Οι φουρνελάδες ατσαλώνανε τις παραμάνες, οι χτίστες τα σφυριά και τα καλέμια. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά έφτιαχνε βαριές και σφυριά. Τώρα τα υνιά τα αγοράζουν έτοιμα και δεν θέλουν ατσάλωμα όχι για τα αλέτρια των ζώων αλλά των τρακτέρ.
Τσαγκάρηδες
Πολλά επαγγέλματα ήταν στο χωριό για να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού. Υπήρξαν πολλοί δάσκαλοι στο είδος τους και κοντά τους έγιναν και πολλοί μαθητές καλύτεροι από αυτούς. Όμως η τεχνολογία και η σταδιακή μείωση του πληθυσμού λόγω ξενιτεμού αλλά και της αστυφιλίας συνέβαλαν στην εξαφάνιση πολλών επαγγελμάτων μετά τον θάνατο των πρωτομαστόρων ή των διδαξάντων το επάγγελμα.
Τέτοια επαγγέλματα ήταν οι τσαγκάρηδες οι οποίοι όχι μόνο έφτιαχναν παπούτσια πολυτελείας αλλά επισκεύαζαν με καινούριες σόλες και φόλες όσα χάλαγαν. Τότε δεν ήταν εύκολο για τους φτωχούς συμπατριώτες να αγοράζουν καινούρια παπούτσια. Έχουμε το γεγονός ότι πολλοί γίνονταν γαμπροί με δανεικά παπούτσια ή αν ήθελαν να πάνε στο ‘Αργος για καμιά δουλειά σοβαρή έπαιρναν δανεικά τα παπούτσια του γείτονα ή του φίλου.
Οι τσαγκάρηδες που δούλεψαν στον Αχλαδόκαμπο ήταν:
Σταματέλος Παναγιώτης
Στέργιος Κωνσταντής
Σελλής (Νίκος Τσαγκαρονίκας)
Ψυχογιός Ιωάννης (Χαϊδάς)
Μπονώρης Μήτσος
Σελλής Πέτρος (Πετράν)
Αντωνόπουλος Ανδρέας (Μπατζιάκας)
Μαντής Διαμαντής
Λίτσας Ιωάννης
Κούρτης Αριστείδης (Μπαρμπάκος)
Ψυχογιός Γεώργιος (Τσεκούρας)
Παράσχος Πέτρος (Ντούβαλης)
Κουρείς
Ο κόσμος ήταν πολύς. Τότε τα παλιά χρόνια το κούρεμα των ανδρών τις μεγάλες γιορτές ήταν υποχρεωτικό. Πολλοί κτηνοτρόφοι έρχονταν από τα μαντριά να κουρευτούν, να κάνουν μαζί με τους δικούς τους γιορτή και να ξαναφύγουν. Οι κουρείς είχαν ένα μικρό δωματιάκι με καρέκλα μπαρμπέρικη – καθρέφτη και τον πάγκο με τα χρειαζούμενα. Δεν έλειπε η κολόνια και το μπριγιόλ για μετά το κούρεμα.
Οι κουρείς που δούλεψαν στο χωριό επαγγελματικά ήταν:
Βασίλειος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)
Κων/νος Κάτσουδας (Μπισμπιρίκος)
Χρήστος Αντωνόπουλος (Μπατζιάκας)
Ανδρέας Ντρούλιας
Ιωάννης Σφονδύλης (Μπαρμπέρης)
Οργανοπαίκτες
Το γλέντι ήταν στο αίμα του Αχλαδοκαμπίτη. Σε κάθε εκδήλωση δεν έχανε την ευκαιρία να γλεντήσει, να χορέψει, να τραγουδήσει με όργανα ή και χωρίς. Πολλές φορές σε γιορτές στα σπίτια τραγούδαγαν με το στόμα και δεν ήταν λίγες οι φορές που χόρευαν κιόλας. Στα πανηγύρια, στις απόκριες στα αλώνια ή στου Μπουζντούκου με τη συντροφιά του νταουλιού, της πίπιζας ή του κλαρίνου γλένταγαν όλη νύχτα και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους ανανεωμένοι και στους γάμους έδιναν το παρόν για να φέρουν τη νύφη και το γαμπρό από τα σπίτια , αλλά και μετά για το γλέντι.
Οργανοπαίκτες είχε πολλούς το χωριό. Πολλοί αυτοδίδακτοι αλλά γνωρίζοντας τον πρακτικό ρυθμό του τραγουδιού. Όργανα όχι πάντα αρίστης ποιότητας. Έβγαζαν όμως νότες σωστές από το στόμα ή το χέρι του Αχλαδοκαμπίτη οργανοπαίκτη. Θα θυμηθούμε μερικούς από αυτούς:
Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας, Νταούλι)
Αθ. Ψυχογιός (Μαδούρος, μπουζούκι)
Π. Αθανασούλιας (Μπουρτζαφάνας, πίπιζα)
Παναγιώτης Κωστάκης (Ρήγας, κλαρίνο)
Γεώργιος Μερίκας (λαούτο)
Βασ. Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας, νταούλι)
Θ. Ψυχογιός (Κουταλιανός, μπουζούκι)
Ιωάννης Γκιγκίλος (κλαρίνο)
Βασίλειος Γκανάς (κλαρίνο)
Ευάγγελος Ντρούλιας (Βαγγέλας, πίπιζα)
Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας, πάτζο)
Παν. Αναγνωστόπουλος (Ντάλας, κιθάρα)
Αθαν. Κούρτης (Μπαρμπάκος, κλαρίνο)
Ιωάννης Αλέξης (Αλεξόγιαννης, κλαρίνο)
Αθαν. Ιατρίδης (Καλοθανάσης, βιολί)
Ιωάννης Λίτσας (βιολί)
Μιχάλης Μαντής (μπουζούκι)
Αγροφύλακες
Οι μεγάλες εκτάσεις της περιοχής Αχλαδοκάμπου τα πολλά αμπέλια και τα πολλά αχλάδια έπρεπε να προστατευτούν από τους άρπαγες, όπως και οι αγροτικές καλλιέργειες και η αυξανόμενη ελαιοκαλλιέργεια. Για το λόγο αυτό ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος διόριζε κοινοτικούς φύλακες οι οποίοι προστάτευαν όλα τα κτήματα και από τους ασυνείδητους κτηνοτρόφους.
Αυτοί πληρώνονταν σε είδος. Δηλαδή κάθε Σεπτέμβρη γύρναγαν στο χωριό και έπαιρναν από τους νοικοκυραίους τα δραγατιάτικα τα οποία ήταν ένα σακούλι ορισμένου βάρους σιτάρι ή αραποσίτι. Αργότερα όταν το κράτος ίδρυσε την Αγροφυλακή το μέτρο σταμάτησε και διορίζονταν μόνιμοι αγροφύλακες οι οποίοι πληρώνονταν από το κράτος. Πολλοί κοινοτικοί δραγάτες διατέλεσαν για λίγο χρόνο γι’ αυτό είναι δύσκολο να καταγραφούν. Άλλοι όμως έκαναν πολλά χρόνια γι’ αυτό παρατίθενται παρακάτω:
Σαράντος Κατσίρης
Σελλής Αθανάσιος (Σκαλιθροθανάσης)
Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστος)
Δημήτριος Αναγνωστόπουλος (Μήτρος)
Αυτοί που διορίστηκαν στην Αγροφυλακή και πληρώνονταν από το κράτος ήταν:
Ρουσής Χρήστος
Μπονώρης Γεώργιος
Κούγιας Θεόδωρος (από Ανδρίτσα)
Βασίλειος Κούρτης
Δημήτριος Λάμπρος
Πηγή
- Αδελφότητα Αχλαδοκαμπιτών «Άγιος Δημήτριος» 1905-2005, «100 Years of Life and Activity», Έκδοση 2005.
Διαβάστε ακόμα:
Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εμφύλιος, Ιστορία, Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824), Οπλαρχηγός, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Panos Kolokotronis on 17 Ιουλίου, 2010| Leave a Comment »
Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)
Ο μεγαλύτερος γιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου (1800 – 1824). Γεννήθηκε και σπούδασε στη Ζάκυνθο. Γνώριζε αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά και λίγα Γαλλικά. Τον Απρίλιο του 1821 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του αγώνα (στο Βαλτέτσι, στην πολιορκία της Τρίπολης και στα Δερβενάκια, όπου και διακρίθηκε). Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Μπουμπουλίνας. Υπήρξε πρώτος πολιτάρχης της ελεύθερης Τρίπολης. Σκοτώθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο στις 21-11-1824 στην Αρκαδία.
Στον Φωτάκο διαβάζουμε:
« Επανελθών μετά τον πατέρα του από την Ζάκυνθον κατά τας αρχάς του Απριλίου του 1821 εις τον Πύργον της Ηλείας, ευρέθη τότε εκεί, ότε ήλθον οι Λαλαίοι Τούρκοι και επολέμησαν μετά των εντοπίων Ελλήνων, αρχηγούντος του περιφήμου Χαραλάμπους Βιλαέτη. Μετά δε ταύτα ανέβη εις του Πάπαρι και εις Βαλτέτσι έχων μαζί του και τον αδελφόν του Ιωάννην τον επονομασθέντα ύστερον Γενναίον.
Κατόπιν ο πατέρας του διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζῃ τους στρατιώτας εν γένει και κατ᾿ αναλογίαν, και να προβλέπῃ τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους· εις τον διορισμόν του τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον, η δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου.
Μετὰ ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς. Ελθόντος δε του πρίγκηπος Υψηλάντη εις το Άστρος, ο μεν πατέρας του υπήγε μετά των άλλων προς αποδοχήν αυτού, ο δε Πάνος έμεινεν εις τον στρατὸν της πολιορκίας ως αντιπρόσωπός του. Τότε δε μάλιστα μάχης γενομένης μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκουμένων, ο Πάνος καλώς εδιοίκησε, διότι ετόλμησε και κατέβασε τους Έλληνας εις τον κάμπον, όπου κατά πρώτον επολέμησαν ούτοι με την καβαλαρίαν των Τούρκων κατά το Μαρκοβούνι και τον Μύτικα.
Έπειτα δε διωρίσθη και υπήγεν εις τα Μεγάλα Δερβένια με σώμα στρατιωτών, και με πολλούς άλλους καπεταναίους δια ν’ ασφαλίσουν τον Ισθμόν. Εκείθεν πάλιν επανήλθεν εις την πολιορκίαν, και κατόπιν συνώδευσε τον Δ. Υψηλάντην εις τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Μαθών δε κατόπιν την άλωσιν της Τριπολιτσάς, ήλθεν τρεχάτος εις την πόλιν, και ο πατέρας του τον διώρισε πολιτάρχην δια την ευταξίαν κατ᾿ αίτησιν των κατοίκων, και ύστερον αφού εγένετο η Πελοποννησιακὴ Γερουσία, αυτή επίσης τον διώρισε πολιτάρχην της, και τον ωνόμασε χιλίαρχον, αλλ’ έκαμνε χρέη πολιτικά, και δια τούτο οι εν ενεργεία στρατιωτικοὶ τον επερίπαιζαν, διότι ο πόλεμος ήτον ανοικτὸς, και δεν είχον αξίαν εκείνοι, οι οποίοι ευρίσκοντο με τους κοινώς τότε λεγομένους καλαμαράδες, ήγουν τους γραμματισμένους και καταγινομένους εις τα πολιτικά.
Ύστερον δε εστάλη εις την Αργολίδα, ως αντιπρόσωπος της Γερουσίας, δια την παραλαβὴν του Ναυπλίου, διότι είχε στείλει η Γερουσία επιτροπὴν εκ των μελών της δια να παρευρεθούν και συμπράξουν μετά του εκτελεστικού εις την συνθήκην της παραδόσεως του φρουρίου.
Επειδή όμως δια την τότε εισβολήν του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον η συνθήκη εκείνη εχάλασεν, ο Πάνος έκτοτε επήρε τα όπλα και επολέμει εντὸς και εκτός του Παλαιοκάστρου του Άργους. Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παληκάρι και μάλιστα πολὺ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθερὰν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του.
Μετὰ δε ταύτα πάλιν ανέβη εις το χρέος του πλησίον της Γερουσίας, την οποίαν εφρούρει. Ύστερον δε διετάχθη πάλιν από τον αρχιστράτηγον πατέρα του να καταβή εις τα Δερβενάκια και συστήσῃ την πολιορκίαν των δύω φρουρίων δια να εμποδίσῃ την συγκοινωνίαν των Τούρκων και τας τροφὰς τας οποίας τυχὸν οι Τούρκοι της Κορίνθου ήθελον στείλει εις τους εν Ναυπλίω.
Μετά τούτο ανέβη πάλιν εις την υπηρεσίαν του πλησίον της Γερουσίας, η οποία τον έστειλε τότε εις το Λεωνίδιον δια να εισπράξη τον κοινώς λεγόμενον έρανον προς πληρωμὴν του εκεί Ελληνικού στόλου, όστις έμελλε να προσβάλῃ τον ερχόμενον από την Κωνσταντινούπολιν Τουρκικὸν και φοβερίζοντα την καταστροφὴν των ναυτικών νήσων, όπως εμβάσῃ τροφὰς εις το Ναύπλιον. Οι δε πρόκριτοι των Σπετσών επροσκάλεσαν τον Πάνον δια να υπάγῃ να τους υπερασπισθή, και λαβὼν περί τους 350 στρατιώτας τη συνδρομή των κατοίκων Λεωνιδίου επέρασεν εις την νήσον.
Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας της η Συνέλευσις του Άστρους, η νέα Κυβέρνησις διώρισε τον Πάνον φρούραρχον Ναυπλίου, κατόπιν δε όταν ήλθεν η εσωτερική ανωμαλία τον έβγαλαν από το Ναύπλιον δια της συγκαταθέσεως του πατρός του, όστις παρέδωκε τότε το φρούριον εις τους δύω Ανδρέαν Ζαΐμην και Λόντον.
Έπειτα η Κυβέρνησις του Κουντουργιώτη, την οποίαν ανεγνώρισεν ο Πάνος και όχι ο πατέρας του, τον διώρισε να υπάγῃ εις την πολιορκίαν των Πατρών μετά του αδελφού του Γενναίου, ως και τους δύω Ανδρέας.
Μετά δε ταύτα αφού τα Πελοποννησιακὰ πράγματα ανεκατώθησαν κατά του πατρός του, ανεχώρησεν από τας Πάτρας και υπήγεν προς βοήθειαν αυτού και της οικογενείας του, ἡ οποία ήτον εντὸς της Τριπολιτσάς. Τότε η αντιπολίτευσις εκινήθη κατά της Κυβερνήσεως και τα στρατεύματά της ήλθον να πολιορκήσουν την Τριπολιτσάν, και επολέμησαν έξωθεν αυτής τα κυβερνητικά στρατεύματα.
Ο δε Πάνος τότε μαθών παρά του Ι. Πετροπούλου, ότι ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος πολεμεί με τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως κατά το χωρίον Άγιον Σώστην, και ότι ηχμαλωτίσθη, υπήγεν εις βοήθειάν του, αλλά δεν επρόφθασε να τον ελευθερώσῃ, και εγύρισεν οπίσω να υπάγῃ εις την Σιλήμναν έφιππος, όπου ήτο ο πατήρ του, μετά τριών άλλων επίσης καβαλαραίων οικείων του, του Θ. Ρηγοπούλου, Ι. Βανικιώτου και Ανάστου Σαμαράνη· ενώ δε επορεύετο αργά εις Σιλήμαν, αιφνιδίως τότε από το όπισθεν μέρος του ήλθε βόλι τουφεκίου, τον εύρε εις τον κρόταφον, προς τα αριστερά του ινίου, και ούτως έπεσεν άφωνος ο Πάνος, και εχάθη πολύτιμος και πεπαιδευμένος στρατιωτικός, διότι εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γ. Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους. Το δε κρανίον του σώζεται εις τας χείρας του ιατρού Ι. Πύρλα».
Πηγές
- Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
- Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.
Διαβάστε ακόμη:
Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα
Posted in Μυθολογία, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Όμηρος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγαμέμνων, Βιογραφίες, Ιστορία, Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα, Μυθολογία, Μυκήνες, Πρόσωπα, Πελοπόννησος on 16 Ιουλίου, 2010| 3 Σχόλια »
Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα
Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.
Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.
Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.
Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.
Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».
«Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη
γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».
Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.
Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).
Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.
Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.
Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.
Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.
Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.
Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.
Πηγές
- Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος Αθήνα, 1963.
- Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
- Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.
Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)
Posted in Πρὀσωπα, Υγεία, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835), Βιογραφίες, Ιατρός, Ιατρική, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Σατωμπριάν on 14 Ιουλίου, 2010| Leave a Comment »
Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)
Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.
Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.
Πηγή
- Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.
Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
Posted in Πρὀσωπα, Περιηγητές, Φιλἐλληνες, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Chateaubriand, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Ξένοι Περιηγητές, Πρόσωπα, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Συγγραφέας, Σατωβριάνδος, Σατωμπριάν 1768-1848 - ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος), Φιλέλληνες on 9 Ιουλίου, 2010| Leave a Comment »
Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.
Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).
Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.
Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.
Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.
Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.
Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.
Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.
Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.
Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση.
Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».
Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.
Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.
Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.
Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.
Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.
Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.
Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.
Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:
Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.
Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:
«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».
Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.
Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.
2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.
3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.
4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).
Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.
Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».
Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».
Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:
«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.
Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».
Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:
«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».
Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:
«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».
Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.
Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.
Πηγές
- Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη, Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
- Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
- Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.
Διαβάστε ακόμη:
Μυκήνες 1806 ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
Posted in Μυκήνες, Περιηγητές, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Chateaubriand, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Μυκήνες, Μυκήνες 1806 ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος), Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Συγγραφέας, Σατωβριάνδος, Σατωμπριάν, Φιλέλληνες on 7 Ιουλίου, 2010| Leave a Comment »
Μυκήνες 1806 ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
Ο Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.
Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από τις Μυκήνες σημειώνει:
[… Ύστερα από μισής ώρας πορεία περάσαμε τον Ίναχο, τον πατέρα της Ιώς, της πασίγνωστης από τη ζηλοτυπία της Ήρας. Στα χρόνια τα παλιά, βγαίνοντας από το Άργος και πριν τις όχθες του Ίναχου, ήταν η Πύλη της Ειλείθυιας κι ο βωμός του Ήλιου. Μισή λεύγα πιο μακριά, από την άλλη μεριά του ποταμού, ο ναός της Μυσίας Δήμητρας κι ύστερ’ απ’ αυτόν ο τάφος του Θυέστη και το ηρώο του Περσέα. Στάθηκα για λίγο στη θέση που υψώνονταν αυτά τα μνημεία ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία κι ύστερα αποχαιρέτησα την πεδιάδα του Άργους, για την οποία ο κ. Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ έγραψε αξιόλογο υπόμνημα.
Έτοιμοι ν’ ανεβούμε τα βουνά της Κορινθίας, βλέπαμε πίσω μας το Ναύπλιο. Το μέρος που ‘μαστε εκείνη τη στιγμή λεγόταν Χαρβάτι — κι από δω αφήνεις τον δρόμο για να ζητήσεις λίγο προς τα δεξιά τα ερείπια των Μυκηνών, που ο Τσάντλερ τα ‘χε προσπεράσει γυρίζοντας από το Άργος. Σήμερα τα ερείπια αυτά γίναν πασίγνωστα από τις ανασκαφές που ‘καμε ο λόρδος Ελγίνος περνώντας από την Ελλάδα. Ο κ. Φωβέλ τα περιέγραψε στις Αναμνήσεις του κι ο κ. ντε Σουαζέλ – Γκουφφιέ έχει τα σχέδιά τους.
Πριν από τους περιηγητές αυτούς ο αβάς Φουρμόν είχε κάνει λόγο για την πόλη των Μυκηνών, που την είχε ιδεί κι ο Ντυμονσώ. Περάσαμε μια περιοχή με ρείκια. Ένα στενό μονοπάτι μάς έφερε σ’ αυτά τα ερείπια, που είναι σχεδόν όπως ήταν στον καιρό του Παυσανία, γιατί δύο χιλιάδες διακόσα ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που οι Αργείοι κατάστρεψαν τις Μυκήνες. Είχαν φθονήσει τη δόξα που ‘χε αποκτήσει η πόλη αυτή επειδή είχε στείλει σαράντα πολεμιστές στις Θερμοπύλες να πεθάνουν μαζί με τους Σπαρτιάτες.
Αρχίσαμε πρώτα από τον λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα, ένα κυκλικό μνημείο κάτω από τη γη, που δέχεται το φως από τον θόλο και που δεν έχει τίποτα το αξιόλογο εκτός από την απλότητα της αρχιτεκτονικής του. Μπαίνεις από ένα όρυγμα που καταλήγει στη θύρα του τάφου, που την κοσμούν παραστάδες από γαλαζωπό συνηθισμένο μάρμαρο από τα γειτονικά βουνά. Ο λόρδος Ελγίνος άνοιξε το μνημείο αυτό και το καθάρισε από τα χώματα που το ‘χαν φράξει εσωτερικά. Μια μικρή πόρτα οδηγεί από τον κυριότερο θάλαμο σ’ άλλον, μικρότερο, που, όταν τον εξέτασα, καθώς δε βρήκα ίχνος τοίχου, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν ένας απλός λάκκος, καμωμένος από τους εργάτες έξω από τον τάφο.
Κι η πορτούλα εκείνη, μία ακόμα είσοδος του τάφου. Άραγε ο τάφος αυτός ήταν πάντα κάτω από τη γη, όπως οι κατακόμβες της Αλεξάνδρειας στη Ροτόντα ή υψωνόταν απάνω από το έδαφος σαν τον τάφο της Καικηλίας Μετέλλας στη Ρώμη; Είχε μια εξωτερική αρχιτεκτονική; Κι αν είχε, τι ρυθμού ήταν; Οι απορίες αυτές δε λύθηκαν ακόμα γιατί τίποτα δε βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν τον τάφο και γιατί δεν είμαστε καν βέβαιοι πως πρόκειται για τον τάφο του Αγαμέμνονα που αναφέρει ο Παυσανίας.
Βγαίνοντας απ’ αυτό το μνημείο, πέρασα μια άγονη κοιλάδα, είδα τα ερείπια των Μυκηνών σε μια πλευρά των αντικρινών λόφων — και προπαντός θαύμασα μία από τις πύλες της πόλης, οικοδομημένη με γιγαντιαία κομμάτια βράχων, στηριγμένων στο ίδιο το βουνό, με το οποίο αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Δύο κολοσσιαία λιοντάρια χωρίς κεφάλια, σκαλισμένα από τις δύο πλευρές της πύλης, είναι το μόνο της στόλισμα. Στέκονται ορθά, το ένα εναντίον του άλλου, όπως τα λιοντάρια που υποστηρίζουν τα οικόσημα των παλαιών ιπποτών μας. Δεν υπάρχει πουθενά, μήτε και στην Αίγυπτο, μια τόσο επιβλητική αρχιτεκτονική, κι η έρημος, που μέσ’ απ’ αυτήν υψώνεται η πύλη, προσθέτει στο μεγαλείο της. Ανήκει στο είδος των έργων που ο Στράβων κι ο Παυσανίας αποδίδουν στους Κύκλωπες και που ίχνη τους βρίσκονται στην Ιταλία. Ο κ. Πετί – Ραντέλ βεβαιώνει πως η αρχιτεκτονική αυτή είναι προγενέστερη από την επινόηση των ρυθμών. Κι ένα παιδί ολόγυμνο, ένας βοσκός, μου ‘δειχνε μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά τον τάφο του Αγαμέμνονα και τα ερείπια των Μυκηνών.
Πιο κάτω από την πύλη αυτήν υπάρχει μια βρύση που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για τη βρύση που ανακάλυψε ο Περσέας κάτω από έναν μύκητα — και γι’ αυτό τάχα ονομάστηκαν έτσι οι Μυκήνες. «Μύκης» στους αρχαίους σήμαινε «μανιτάρι» ή «λαβή ξίφους». Κι αυτός ο μύθος για τις Μυκήνες είναι του Παυσανία. Ξαναγυρνώντας στον δρόμο της Κορίνθου, αισθάνθηκα το έδαφος ν’ αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα κι ανακάλυψα τον θόλο άλλου τάφου.
Ο Παυσανίας μέτρησε στις Μυκήνες πέντε τάφους: του Ατρέα, του Αγαμέμνονα, του Ευρυμέδοντα, του Τηλέδαμου και του Πέλοπα και της Ηλέκτρας, λέγοντας πως ο Αίγισθος κι η Κλυταιμνήστρα θάφτηκαν έξω από τα τείχη. Λοιπόν ο τάφος που ανακάλυψα εγώ ήταν πιθανώς του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας; Τον υπόδειξα στον κ. Πουκβίλ, που βέβαια θα τον αναζητήσει στην πρώτη εκδρομή που θα κάνει στο Άργος. Παράδοξη τούτη η μοίρα, αλήθεια, που μ’ έκαμε να φύγω επίτηδες από το Παρίσι για ν’ ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας …]
Πηγή
- Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
Διαβάστε ακόμη:



















