Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘History’

Ελληνική κοινότητα των Κιανών στο Ρεστ της Περσίας


 

 Η οικονομική ακμή των Κιανών στο Ρεστ, προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

 

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Μία από τις βασικές επαγγελματικές και γεωργικές επιδόσεις των Κιωτών ήταν η σηροτροφία και η παραγωγή μεταξοσπόρων. Η μεγάλη ανάπτυξη και η κατανάλωσή τους στον Καύκασο, στην Περσία (Ιράν), στο Τουρκεστάν και στη Βουχάρα συντέλεσε στο να δημιουργηθεί στην Περσία μια ευημερούσα κοινότητα των Κιανών. Μετά από τη μεγάλη κατανάλωση στην Περσία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων κουτιών μεταξοσπόρων, άρχισαν οι Κιώτες από το 1886 να εγκαθίστανται εκεί, ιδρύοντας εμπορικά γραφεία με κέντρο το Ρεστ του Γκιλάν. Εκείνο όμως που συνετέλεσε στη μεγάλη οικονομική ευρωστία των Κιανών εμπόρων στην Περσία – και κατά συνέπεια και της Κίου – ήταν το ότι με την καλή απόδοση των μεταξοσπόρων από την Κίο αυξήθηκε πολύ η παραγωγή τους στην Περσία. Τα κουκούλια αυτά μετά από την αποξήρανσή τους στέλνονταν στα δυο μεγάλα κέντρα μεταξιού της Ευρώπης, στη Λυών της Γαλλίας και στο Μιλάνο της Ιταλίας. Την εξαγωγή αυτή των κουκουλιών από την Περσία στην Ευρώπη την είχαν στα χέρια τους κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί. Με την εγκατάσταση όμως των Κιανών στην Περσία το εμπόριο αυτό περιήλθε στα χέρια τους οι οποίοι εκτόπισαν εντελώς τους Ευρωπαίους.

Από όλη την ποσότητα των 1.000.000 και πλέον κιλών κουκουλιών της ετήσιας παραγωγής, τα 75-80% εξάγονταν από τους Κιώτες και τα υπόλοιπα από τους ξένους. Με την αύξηση των εργασιών τους οι έμποροι από την Κίο επάνδρωναν τα γραφεία τους στο Ρεστ με υπαλλήλους από την Κίο, οι οποίοι μορφώνονταν σε διάφορα σχολεία στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Γαλλική σχολή της Προύσας, όπου διδάσκονταν λογιστικά και ξένες γλώσσες, ιδίως τη Γαλλική, η οποία την εποχή εκείνη ήταν η επικρατέστερη στην εμπορική αλληλογραφία.

Η οικονομική ακμή των Κιανών εκεί προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Ρεστ. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

Η εκτίμηση που απολάμβανε η ελληνική παροικία των Κίων στο Ρεστ τόσο από τους Πέρσες όσο και από τη διεθνή κοινωνία ήταν εξαιρετική. Οι Κίοι πέτυχαν με την πολιτεία τους να αποκτήσουν πλήρως την εμπιστοσύνη των κατά τα άλλα δύσπιστων Περσών.

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα όλοι οι Κιανοί στην Περσία βρίσκονταν σε άριστη οικονομική κατάσταση. Η αύξηση του ελληνικού στοιχείου έφερε και την ανάγκη για ίδρυση ελληνικής εκκλησίας και σχολείου. Με την πρωτοβουλία των Κιανών χτίστηκε στην πιο κεντρική θέση της πόλης του Ρεστ εκκλησία, σχολείο και κοινοτικό κατάστημα, τα οποία στοίχισαν πάνω από 2000 χρυσές λίρες, χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους εκεί εγκαταστημένους Κιώτες. Πρώτος εφημέριος της εκκλησίας ήταν ο αρχιμανδρίτης Χαρίτων, δάσκαλος ο Ι. Ανανιάδης, τον οποίο διαδέχτηκε ο Γιαννακός. Οι συμπολίτες μας στην Περσία κατέβαλλαν και τα έξοδα για τη συντήρηση των κοινοτικών ιδρυμάτων αυτών.

Η Τουρκική κυβέρνηση, εκτιμώντας το έργο των Ελλήνων υπηκόων της στην Περσία, διόρισε επίτιμο πρόξενό της στο Ρεστ τον Χαρίλαο Παπαδόπουλο. Το Γαλλικό προξενείο υπεράσπιζε τα συμφέροντα των Ελλήνων υπηκόων. Όταν δε καταργήθηκε, η Γαλλική πρεσβεία της Τεχεράνης διόρισε Έλληνα προξενικό πράκτορα στο Ρεστ. Οι διαφορές με τους ντόπιους εκδικάζονταν σε ειδικά δικαστήρια, τα λεγόμενα «Καρκουζαράτα», λόγω των διομολογήσεων που ίσχυαν τότε στην Περσία.

Η ευημερία και η άνθηση του εμπορίου των συμπατριωτών μας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το 1914. Επειδή η Τουρκία και η Ρωσία κατά τον πόλεμο αυτό ανήκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, η δε μεταφορά των μεταξοσπόρων γίνονταν διά του ρωσικού Καυκάσου, ήταν πια αδύνατη η εισαγωγή μεταξοσπόρων από την Κίο στην Περσία. Αλλά ούτε και τα κουκούλια από την Περσία ήταν δυνατόν να σταλούν στην Ευρώπη.  

Μετά τη Ρωσική επανάσταση του 1917, οπότε πέθανε και ο Χαρίλαος Παπαδόπουλος, η ελληνική κοινότητα Ρεστ προβλέποντας ότι θα ακολουθήσουν δύσκολες μέρες, με πρακτικό της παραχώρησε την ακίνητη περιουσία της στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κοινοποιώντας ταυτοχρόνως σε αυτό την απόφασή της.

Αργότερα, μετά την τοπική επανάσταση στη βόρεια Περσία, η οποία προκλήθηκε από Ρώσους κομμουνιστές, λεηλατήθηκαν το σχολείο και η εκκλησία. Μετά την ανακωχή του 1918, οι περισσότεροι από τους ομογενείς αναχώρησαν οριστικά από την Περσία. Παρέμειναν ελάχιστοι, οι οποίοι ασχολούνταν με εμπόριο εισαγωγών από την Ευρώπη και με άλλα ελευθέρια επαγγέλματα.

Μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή και την ομαδική έξοδο του ελληνικού πληθυσμού από την Κίο έπαψε τελείως το εμπόριο των μεταξοσπόρων, διότι οι Τούρκοι, αν και το επεχείρησαν, δεν μπόρεσαν να το συνεχίσουν, επειδή δεν υπήρχαν ειδικοί που να γνωρίζουν ακριβώς την μικροσκόπηση των μεταξοσκολήκων.

Από τους εγκατασταθέντες Κιανούς στη Μακεδονία ο Αναστ. Πινάτσης, ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους μεταξοσπόρων της Παλαιάς Κίου, για τρία συνεχώς χρόνια ασχολούνταν στην Αγυιά της Θεσσαλίας με την παραγωγή μεταξοσπόρων με το σύστημα Pasteur, τους οποίους έστελνε στην Περσία. Και ο Θεολόγος Βαρβάκης από την Κίο παρασκεύασε μεταξοσπόρους στη Βέροια και τους έστειλε στην Περσία. Δεν μπόρεσε όμως κανείς από τους δύο να συνεχίσει και να αναπτύξει και πάλι το εμπόριο αυτό, γιατί τα έξοδα παρασκευής στην Ελλάδα ήταν πολλά και τα ναύλα μεταφοράς στην Περσία μεγάλα. Δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις τιμές των μεταξοσπόρων της τοπικής παραγωγής, αφού οι Πέρσες ασχολήθηκαν με την παραγωγή τους κατά τα μεταπολεμικά έτη.

Αργότερα οι Πέρσες, θέλοντας να οργανώσουν διάφορες καλλιέργειες, κάλεσαν από την Ελλάδα ιδιώτες ειδικούς, ιδίως Ποντίους, για καπνοκαλλιέργεια, κάλεσαν τυροκόμους, εργοδηγούς για έργα οδοποιίας και για σιδηροδρομικές γραμμές. Όλοι αυτοί σήμερα χρησιμοποιούν την εκκλησία μαζί με τους εγκατεστημένους στο Ρεστ Ρώσους, διότι είναι η μοναδική χριστιανική εκκλησία στην περιοχή αυτή.

Από το εμπόριο λοιπόν αυτό της Κίου με την Περσία μέχρι το 1914, ευημερούσαν οικονομικά οι κάτοικοι της Κίου. Εξαιτίας αυτής της οικονομικής ευημερίας των Κιανών και της επικοινωνίας με τον πολιτισμένο κόσμο – γιατί πολλοί πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από την Περσία περνούσαν από την Κεντρική Ευρώπη ή τη Ρωσία – ήρθε και η πνευματική και κοσμοπολιτική τους πρόοδος.

  

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

 

 

Read Full Post »

Φλεβάρη Παναγιώτα, «Ο Αισθητής Όσκαρ Ουάιλντ και η πρόσληψη των έργων του», Πτυχιακή εργασία, Σχολή ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, Τμήμα φιλολογίας, 2009.

Αποθήκευση Έγγραφου: Oscar Wilde  

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Γιάννης (1914-1972)

 


 

Χαράματα τρίτης Αυγούστου 1972, σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα έφυγε ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δημιουργούς του Λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο σεμνός, τίμιος ειλικρινής άνθρωπος και καλλιτέχνης, που αποτύπωσε στα τραγούδια του τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα σκιρτήματα του ελληνικού λαού. Γιατί στη ζωή του ο Γιάννης Παπαϊωάννου έζησε όλη τη μοίρα της Ελλάδας, τον 20ο αιώνα: μικρασιατική καταστροφή, πείνα, φτώχεια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένας εμφύλιος, κατοχή, δύο δικτατορίες, ξενιτιά.

Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Κιώτης δημιουργός:

«Γεννήθηκα στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914. H καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Aττάλεια. Eίχε φύγει 22 χρόνων από κει και είχε μπαρκάρει στα καράβια κι έκανε δρομολόγια Kωνσταντινούπολις – Mουδανιά – Kίος, (αυτή τη γραμμή δούλευε από πολλά χρόνια κι έτσι γνώρισε τη μητέρα του Γιάννη Παπαϊωάννου στην Kίο, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν). H μητέρα μου λεγόταν με το πατρικό της όνομα Xρυσή, το γένος Bονομπάρτη και ο πατέρας μου Παναγιώτης. O πατέρας της μητέρας μου είχε μεγάλη περιουσία, επί το πλείστον ελαιώνες. O πατέρας μου ήταν πολύ σπάταλος, δεν τα εχτιμούσε τα λεφτά, αλλά η μάνα μου του κολλούσε κι έτσι μάζευε τα λεφτά κι αγοράσαμε σπίτια και κτήματα.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

Ήμουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ― τη μάνα της μάνας μου ― φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα.  Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Με τη Μελίνα Μερκούρη.

Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

Θυμάμαι πολύ καλά που λέγανε τότε οι δικοί μας, οι συγγενείς και οι άλλοι, για μια γριούλα που έχασε στην καταστροφή τον άντρα της, και τα δυο της παιδιά! Άργησαν να φύγουν φαίνεται και τους έσφαξαν οι Tούρκοι. Mετά η γυναίκα αυτή πήγε εδώ στον Πειραιά και έπεσε από κάτι βράχια και αυτοκτόνησε. Δεν μπορούσε να αντέξει, φαίνεται τόσους θανάτους. Tη γυναίκα αυτή την ήξερε κι η μάνα μου. Εκείνη μας το έλεγε και δεν μπορούσε να κρατήσει μέχρι τελευταία που το θυμόταν τα δάκρυά της.

Mετά πήγαμε στον Άγιο Διονύση, εκεί είχε πεύκα και ήταν πρώτα νεκροταφείο. Kάναμε τσαντήρια και μείναμε. Άλλα μαρτύρια. Tότε είπανε κάτι θείοι μου ότι θα βγούμε βόλτα, θα αγοράσουμε ξυλεία και θα βρούμε ένα μέρος να κάνουμε παράγκες. Kαι πράγματι έτσι έγινε. Aγοράσανε ξυλεία κι ήρθαμε στις Tζιτζιφιές. Kάναμε 8 παράγκες στη γραμμή. Πρώτο μας σπίτι στην Eλλάδα μια παράγκα και αμέσως στρώθηκα στη δουλειά. Eίχα να θρέψω τον εαυτό μου, τη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Φτώχεια, δυστυχία, κατατρεγμός, άσχημα χρόνια για τους Mικρασιάτες, που ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου, με τη μητέρα του και το ακορντεόν του.

Oι Tζιτζιφιές εκείνα τα χρόνια είχαν μόνο 4 σπίτια και η παραλία ήταν όλο βούρλα και χαντάκια. Tέλος, είχα φτάσει τα 14 χρόνια μου. Oι θείοι μου ήτανε ψαράδες και κανονίσανε με κάποιο καΐκι, έφιαξαν δίχτυα και βγήκαν στη δουλειά. Mε πήραν και μένα μαζί τους, αλλά θαλασσοπνιγόμουν και το μερτικό ήταν μικρό. Έφυγα και πήγα σε έναν άλλο θείο μου, που ήταν μαραγκός. Έκατσα λίγο καιρό, αλλά περισσότερο ήταν το ξύλο παρά το ψωμί που έτρωγα! H μάνα μου άρχισε να πουλάει σιγά-σιγά τα χρυσαφικά, γιατί δεν τα φέρναμε βόλτα.

Mε πήρε η μάνα μου μετά και με έβαλε σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων εδώ στον Άγιο Διονύση, στο γκαράζ του Άννινου. Eκεί μέσα ήταν το συνεργείο του Γιάννη Kότσια.  Δούλεψα ένα διάστημα και όσο έπαιρνα τα έδινα στο σαπούνι για να βγάζω τη μουτζούρα από πάνω μου. Ήμουνα και ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής. Γιατί από μικρό παιδί στην Kίο έπαιζα φυσαρμόνικα.

Όταν φύγαμε από την Kίο, ήμουνα στην πρώτη τάξη, αλλά εδώ δεν πήγα σχολείο, αν και είχε νυχτερινή σχολή, γιατί κάθε βράδυ γύριζα κουρασμένος και ψόφιος από την ταλαιπωρία της ημέρας.

Bγήκα μετά στις οικοδομές. Kουβάλαγα ζεμπίλια, έκανα κάθε λογής δουλειά. Ήμουνα σκληραγωγημένος, γιατί είχα τραβήξει τόσα πολλά. Aγώνας για τη φασολάδα. Eίχα όρεξη να φάω 10 φασολάδες κι έτρωγα μία. Bλέπετε φτώχεια. Πήγα για λίγο καιρό και δούλεψα με το Zέπο στα καΐκια του, αυτόνε που τον έκανα τραγούδι. Mεγάλος αυτός ο άνθρωπος, μεγάλη ιστορία. Φίλος μου.

Συνέχισα τη δουλειά μου στις οικοδομές. Kουβάλαγα άμμο, κάθε μέρα στο γιαπί, κάθε μέρα κούραση. Mετά σιγά-σιγά πήρα και το μυστρί, άρχισα να γίνομαι μάστορας. Έτσι πέρασε λίγος καιρός κι αρχίσαμε να ανασαίνουμε με τη γριά.

Εκεί στη γειτονιά μου ήταν δυο αδέρφια που είχαν φορτηγό αυτοκίνητο, ο Mήτσος και ο Nίκος. Eίχα κι εγώ από τότε νοσταλγία με τη ρόδα. Πήγα μαζί τους. Tσούλαγε το αυτοκίνητο, τσουλάγανε και οι μέρες. Kουβαλάγαμε τσιμέντα και σίδερα στο Mαραθώνα. Στο γυρισμό κουβαλάγαμε κόσμο από το δρόμο. Άλλος δίφραγκο, άλλος τάλληρο, βγάζαμε μεροκάματο 150-200 δραχμές την ημέρα. Ήμουνα καλά. H δουλειά αυτή κράτησε κανένα χρόνο. Eίχα μάθει κι εγώ οδηγός και οδηγούσα καμμιά φορά, γιατί το αφεντικό μού είχε εμπιστοσύνη. Ύστερα μου είπαν να μου βγάλουνε δίπλωμα, αλλά τότε για να βγάλεις δίπλωμα έπρεπε να έχεις πάει φαντάρος. Φτάσαμε έτσι στο 1928.

Ήμουνα και τερματοφύλακας του «Φαληρικού». Επειδή χτύπησα άσχημα σε κάποιο παιχνίδι φώναζε η μάνα μου να σταματήσω την μπάλα. Συμφωνήσαμε να μου πάρει πρώτα ένα μαντολίνο. Μου το πήρε και αργότερα πήρα κιθάρα που την έκανα χαβάγια. Ένα μεσημέρι άκουσα τυχαία το «Μινόρε του τεκέ» του Χαλκιά. Τρέλλα. Αυτό ήταν η αιτία να πάρω το μπουζούκι και να γίνω Παπαϊωάννου. Τόχα κρυμμένο το μπουζούκι σε κάποιου φίλου το σπίτι και πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα.

Τζιτζιφιές, 1947

Τζιτζιφιές, 1947

Αυτό το όργανο με τράβαγε. Είναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο. Ένας τρελλός γέρος ζητιάνος που κατέβαινε στις Τζιτζιφιές και έπαιζε μπουζούκι ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Είχα γράψει την «Φαληριώτισσα» και την τραγούδαγα στις γειτονιές με τους φίλους. Κάποιος με άκουσε και με πήγε στην «ΟΝΤΕΟΝ» στο γερό Μάτσα και στον Περιστέρη. Όταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο ασβέστες. Έβαλα τη «Μοδιστρούλα», το «Ραντεβού σαν περιμένω» και τ’ άλλα.

Το 1935 πήγα φαντάρος. Μετά κάναμε κομπανία και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη γιατί εδώ μας κυνήγαγε η αστυνομία, εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης, ο Κερομύτης και το Ανεστάκι. Ύστερα με την ίδια κομπανία έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό. Αργότερα έγραψα το «Λόγια σου λεν», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Λουλουδάκι», «Σαλονικιά», «Απόψε έλα κοντά μου» κ.α.

Μετά τον πόλεμο εγώ και ο Μάρκος κάναμε πρώτα τις Τζιτζιφιές στέκι. Κάθε βράδυ εκεί χάλαγε ο κόσμος. Τότες έγραψα το «Άνοιξε-άνοιξε», «Ζέπος», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Πριν το χάραμα», «Λεβεντόπαιδο», «Περικλής», «Αλανιάρικο», «Σβήσε το φως», «Είμαστε φίλοι», «Παναής», «Καψούρης», «Γυναίκα του μπελά», «Άσε με άσε με», «Πέντε Έλληνες» κ.α.

Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του».  

Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διφωνία).

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.

 

Πηγές

 


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.
  • Γιάννης Παπαϊωάννου, «Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία,  επιμέλεια Χατζηδούλης Κώστας, Κάκτος, Αθήνα,1982.

Read Full Post »

Κίος 1914 – Η Γυναίκα της Κίου


  

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πολέμου 1914-1918, επειδή όλοι οι άνδρες από 19-50 ετών στρατευθέντες υπηρετούσαν στα περιώνυμα «Εργατικά Τάγματα»* (Αμελέ Ταμπούρ), τα οποία επινόησε ο μέγας διώκτης του Ελληνισμού γερμανός στρατηγός Φον Ντε Γκολτ Πασάς, για την εξόντωση του Ελληνισμού, άλλοι δε από τους άνδρες της Κίου φυγοδικούντες κρύβονταν σε κάθε είδους κρυψώνες μέσα στην πόλη, το εμπόριο και οι γεωργικές εργασίες, στην Κίο τουλάχιστον, πέρασαν στις γυναίκες.

Η Γυναίκα της ΚίουΟ πόλεμος εκείνος ο Ευρωπαϊκός έγινε αιτία να διαπιστωθεί η αντοχή των γυναικών και στις εξωτερικές εργασίες, αντοχή που θα την ζήλευαν και οι εργατικότεροι και οι πιο ακούραστοι άντρες. Η γυναίκα λοιπόν της Κίου κατά τα έτη 1914-1918 άφησε κατά μέρος το καπέλο, το δερμάτινο γάντι, τα πολυτελή φορέματα, τη μεταξωτή κάλτσα, το γοβάκι με ψηλό τακούνι, το κραγιόν, την πούδρα, τις παντόφλες που κατασκεύαζε η ίδια από σπάγκο, ακόμη και το τσαρούχι και αντικατέστησε σε όλα το στρατιωτικό ή φυγόδικο ή λιποτάκτη πατέρα, σύζυγο και αδελφό της. Τα ελαιοτόπια, οι συκομουριές, τα αμπέλια και γενικώς όλα τα κτήματα της Κίου καλλιεργούνταν από τις γυναίκες. Αυτές μάζευαν τις ελιές, αυτές μετέφεραν τα φύλλα της μουριάς για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων, αυτές πήγαιναν στην Προύσα όπου πουλούσαν τα κουκούλια. Αυτές με τα ζώα και με τα κάρα πήγαιναν στα χωριά του εσωτερικού και διενεργούσαν το εμπόριο ανταλλαγής. Δίνοντας βιομηχανικά προϊόντα ή εργόχειρα (κεντήματα κλπ.) έναντι γεωργικών προϊόντων (σιτάρι, πληγούρι κλπ.).

Αυτές καλλιεργούσαν τους λαχανόκηπους, αυτές έσπερναν, θέριζαν και μαζεύανε τα δημητριακά. Ο κάμπος της Κίου βομβούσε από τη γυναικεία εργασία. Η τσάπα, το λισγάρι, το σκαλιστήρι, το κλαδευτήρι και η ποτιστήρα δεν έλειψαν ολόκληρη την τετραετία του πολέμου από τα χέρια της Κιώτισσας γυναίκας, η οποία σαν μέλισσα εργαζότανε νύχτα και ημέρα κάτω από το δριμύ ψύχος το χειμώνα και τον καυτερό ήλιο το καλοκαίρι. Αυτές διενεργούσαν και το εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη. Αγόραζαν από την Κίο ελιές, λάδι, όσπρια, πουλερικά, μέλι, πετμέζι, άσπρα (χάσικα) ψωμιά, οπωρικά και διάφορα άλλα τρόφιμα και τα μετέφεραν στην Πόλη για να τα μεταπουλήσουν κερδίζοντας έτσι αρκετά χρήματα. Οι γυναίκες αυτές καθ’ όλο το διάστημα του πολέμου ενεργούσαν και το εμπόριο των δημητριακών, τα οποία η Κίος στερούνταν.

Η Γυναίκα της ΚίουΓι’ αυτό, επειδή το χρήμα στα χωριά του εσωτερικού δεν είχε τόση αξία όσο τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, οι γυναίκες μας πήγαιναν στην Προύσα, με τα πόδια βέβαια, ελείψει μέσων συγκοινωνίας, και αγόραζαν διάφορα αντικείμενα, όπως είδη μαγειρικής χάλκινα, διάφορα γυάλινα είδη, δοχεία από πορσελάνη, υφάσματα για τούρκικους φερετζέδες, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά, τραπεζομάντιλα, ρολόγια, κομπολόγια και παντός είδους υφάσματα.

Εφοδιασμένες με τα ανωτέρω είδη, σχημάτιζαν ομάδες από τη γειτονιά τους και ξεκινούσαν για τα σιτοπαραγωγά χωριά του Παζάρ-Κιοϊ, του Γενή-Σεχήρ, του Μπιλετζίκ και έφθαναν ως το Εσκή-Σεχήρ. Εκεί πουλούσαν το εμπόρευμά τους με ανταλλαγή σιταριού, κριθαριού, αραβοσίτου, οσπρίων, αλευριού, διαφόρων ζυμαρικών, πουλερικών και παντός είδους τροφίμων, τα οποία φορτώνονταν σε βοδάμαξες με τις οποίες τα έφερναν στην Κίο.

Τα ταξίδια αυτά γίνονταν πάντα με τα πόδια, διαρκούσαν δε περίπου 15 μέρες. Τόση δε ασφάλεια υπήρχε τότε στην ύπαιθρο, ώστε ποτέ δε σημειώθηκε κλοπή ή ληστεία σε βάρος των γυναικών αυτών, επικρατούσε δε την εποχή εκείνη τέτοια τιμιότητα και ηθική, ώστε δεν έγινε κανένα επεισόδιο σε βάρος της τιμής των γυναικών που ταξίδευαν ολομόναχες από την Κίο μέχρι το Εσκή-Σεχήρ, απόσταση μεγαλύτερη από 150 χιλιόμετρα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της Τουρκίας από 19-50 ετών ήταν στρατευμένος στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Το εμπόριο αυτό της ανταλλαγής που διεξήγαγαν οι γυναίκες της Κίου είχε τόσο αναπτυχθεί και προοδεύσει, ώστε κατά τα τελευταία έτη του πολέμου 1917-1918, είχε λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της Κίου, όπου υπήρχε άφθονο ψωμί και ότι άλλο τρόφιμο που σπάνιζε στις άλλες περιοχές της Τουρκίας. Γι’ αυτό και οι τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τον επισιτισμό της Κίου κατά τα πρώτα έτη του πολέμου, μετά παρείχαν κάθε ευκολία και υποστήριξη στις εμπορευόμενες γυναίκες της πατρίδας μας Κίου.

Η γυναίκα της Κίου κατά τον Ευρωπαϊκό εκείνο πόλεμο επιδόθηκε σε κάθε κοπιαστική, επίμοχθη, επίφοβη και επικίνδυνη εργασία, σπρωγμένη από τη σκληρή ανάγκη της ζωής για τη διατροφή της οικογένειάς της. Η κιώτικη γυναικεία αντοχή θριάμβευσε τότε.

 

Υποσημείωση    


* Την υποχρεωτική κατάταξη των αντρών στα διαβόητα «Εργατικά Τάγματα» (Αμελέ Ταμπουρού), που στην πραγματικότητα ήταν Τάγματα θανάτου. Οι επιστρατευμένοι στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας και ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από την άγρια επιτήρηση κτηνωδών τσαούσηδων, να δουλεύουν 18 ώρες το 24ωρο. Έσπαζαν πέτρες, μετέφεραν υλικά, άνοιγαν διαβάσεις, κάτω από το αφόρητο ψύχος, τη βροχή ή τον καυτό ήλιο, χωρίς επαρκή τροφή και ιατρική περίθαλψη. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από τις κακουχίες, τους ξυλοδαρμούς και τις επιδημίες.

                                                                                            

Πελοπίδας Ε. Πινάτσης

Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

Μπουασονά Φρέντ – Frederic Boissonnas (1858-1946) 


 

O Φιλέλληνας  Ελβετός Fred Boissonnas είναι ο πρώτος ξένος φωτογράφος που περιηγήθηκε τόσο πολύ στον ελληνικό χώρο, από το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα. Ταξίδεψε από την Πελοπόννησο ως την  Κρήτη και τον Όλυμπο και από την Ιθάκη ως το Άγιο Όρος. Περιηγήθηκε, φωτογράφισε, έγραψε. Το έργο του, πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Η οικογένεια των Boissonnas κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το  Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία.  Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Fred – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Fred να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων που είχαν εγκατασταθεί εκεί, κοντά στις εκβολές του Ροδανού.[i]

Ο Henri-Antoine Boissonnas,  ο πατέρας του Fred,  ιδρυτής  της φωτογραφικής δυναστείας, άσκησε στην αρχή το επάγγελμα του χαράκτη στο ωρολογοποιείο του πατέρα του, η αδυναμία του , όμως, ήταν η φωτογραφία. Αυτή η αγάπη – που την κληρονόμησαν οι γιοι του- ήταν η αιτία που, αργότερα,  άνοιξε  στούντιο στη Γενεύη.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ο Fred(eric) Boissonnas γεννήθηκε στις 18-6-1858. Ήταν το πρώτο από τα  τέσσερα παιδιά του Henri-Antoine και της  Sophie, (Fred, Edmond-Victor, Caroline, Eva).[ii]  Πολύπλευρο ταλέντο, ο Fred κατάφερνε να συνδυάζει τα σπορ – ο αλπινισμός ήταν η μεγάλη του αγάπη- με τις σπουδές – παρακολουθούσε μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών- και τη μουσική- ήταν θαυμάσιος πιανίστας. Μια καρδιακή κρίση του πατέρα του τον υποχρέωσε, πριν   τελειώσει το γυμνάσιο, να αναλάβει για μερικούς μήνες το εργαστήριο. Παρά την απειρία του κατάφερε να τα βγάλει πέρα. Μετά από αυτό, ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει να βελτιώσει τις γνώσεις του, πρώτα στη Στουτγάρδη, στο στούντιο του Brandseph, και αργότερα στον Ούγγρο Kohler. Ο τελευταίος  επηρέασε αποφασιστικά τον Fred. Ο Fred επέστρεψε από την Ουγγαρία το 1880. Γρήγορα, μεταμόρφωσε το ατελιέ του πατέρα του σε μαγικό σκηνικό, χρησιμοποιώντας έπιπλα, διακοσμητικές συνθέσεις και σκηνογραφικά υπόβαθρα με απόλυτα νεωτεριστικό πνεύμα και ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα. Οι  φωτογραφίες  του χαρακτηρίζονταν για τη  ζωντάνια  τους και χάρισαν στον Fred διεθνή αναγνώριση. Το ατελιέ του ήταν διαρκώς γεμάτο. Από το 1896 και μετά κέρδισε, πολλά βραβεία στη Γενεύη, το Παρίσι, τη  Βέρνη, τη Βιέννη, το Σικάγο.

Τα επόμενα χρόνια πολλαπλασίασε τις μελέτες του γύρω από το φως.  Μελέτησε τον καλπασμό ενός αλόγου, χωρίζοντάς τον  σε πολύ μικρά  διαστήματα, της τάξης του  1/100 του δευτερολέπτου (αντίστοιχα με τη σχετική μελέτη του Maybridge)[iii]. Ανέλαβε φωτορεπορτάζ, διαφημίσεις  κλπ.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού του 1900 κέρδισε το πρώτο βραβείο. Μετά και από αυτό το θρίαμβό του, ο Fred άρχισε να εγκαινιάζει ατελιέ στο Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Το 1902 – μαζί με τον Γερμανό Eggler- αγόρασε το ατελιέ του Ιταλού Passeta, στην πλατεία Niefski της  Μόσχας. Ο Eggler κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει όλη την καλή κοινωνία της πόλης στο κατάστημα τους. Κυρίες επί των τιμών, δούκες, δούκισσες, βοεβόδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες άρχισαν συρρέουν για  ένα πορτρέτο.

Πριν φύγει για την Αμερική ο Edmond-Victor Boissonnas[iv] είχε ετοιμάσει για τον αδερφό του μερικές μεγάλες  φωτογραφικές πλάκες. Είχε καταφέρει να απομονώσει ένα φωτοευαίσθητο υλικό, την εωσίνη, και τη χρησιμοποίησε καθαρή, σε μεγάλες ποσότητες, με θεαματικά αποτελέσματα[v].

Τον ίδιο καιρό ο Fred φωτογράφησε από μακριά το Mont-Blanc, με τηλεφακό που κατασκευάστηκε στην Αγγλία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας ξεχώρισε το μπλέ (ουρανός) από το άσπρο (χιόνι). Η κορυφή από μόνη της κάλυψε μία πλάκα 15×16 εκ. Η φωτογραφία αυτή έκανε  το γύρο του κόσμου.

 

Ο Fred Boissonnas  στην Ελλάδα


 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα η Κέρκυρα.  Η παρέα θαμπώθηκε από τον πολιτισμό των Ιονίων. Εντυπωσιάστηκε πιο πολύ από τα πασχαλιάτικα έθιμα  του νησιού.  Έφτασαν τελικά στην Αθήνα και από εκεί στον Παρνασσό. Σχεδόν δυο  μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο αυτού του τιμημένου βουνού, που να  τον ικανοποιεί.

Τελικά, ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας  απ’ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού. Στο  χωριό, που  δεν είχε ξαναφανεί   φωτογράφος,  διοργανώθηκε γιορτή. Ο παπάς του χωριού τούς παραχώρησε το δωμάτιό του. Ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γάιδαρό του.

Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τη φωτογράφηση του Παρνασσού, ο Fred φωτογράφιζε τους χωρικούς στις καθημερινές  ασχολίες τους. Πέρασαν από την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, το Άργος, την Τρίπολη, τη Σπάρτη.

Από το πρώτο κιόλας ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Fred  σκέφτηκε να συνδέσει τη δουλειά του με την τουριστική προβολή της χώρας.[vii] Με  διαδοχικά υπομνήματά του πρότεινε στην  ελληνική κυβέρνηση τη χρηματοδότησή του για τη φωτογράφηση της Ελλάδας, αλλά και των περιοχών που επρόκειτο να ενσωματωθούν σ‘ αυτήν (Κρήτη, Μικρασιατικά παράλια, Ήπειρος, Μακεδονία).

Έθεσε τις υπηρεσίες του στην προβολή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό με τη δύναμη της φωτογραφικής εικόνας. (Δυστυχώς η πρωτοποριακή αυτή πρόταση δεν έγινε δεκτή παρά αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω για την περίπτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας)[viii].

Τον Οκτώβριο του 1907 ο Fred,  γυρίζοντας από την Αίγυπτο, βρέθηκε στην Ακρόπολη. Είχε πολλά να κάνει εκεί: χρειαζόταν πλάνα για το βιβλίο που ετοίμαζε με τον Daniel καθώς και για την καταγραφή των μνημείων της Αθήνας που του είχε ζητήσει ο εκδότης Eggimann από την Ευρώπη. Ο φωτισμός ήταν αξιοθαύμαστος, η θέα καταπληκτική, ο Παρθενώνας αποκλειστικότητά του[ix]: «…πραγματοποιώ ένα όνειρο, είμαι ολομόναχος… Είναι ωραίο να απολαμβάνω τέτοιο θαύμα…», έγραφε ο ίδιος .

Αργότερα, ανεβασμένος στην κορυφή μιας σκάλας 12 μ. που είχε παραγγείλει σε ένα ντόπιο ξυλουργό, φωτογράφισε την ζωφόρο  του Παρθενώνα. Κάποιοι θεώρησαν βλασφημία αυτή τη φωτογράφηση. Τα γλυπτά, έλεγαν, είχαν φτιαχτεί για να τα βλέπει κανείς από το έδαφος. Όλοι όμως επαίνεσαν τις φωτογραφίες που τράβηξε στον  Παρθενώνα μετά από μια δυνατή νεροποντή[x].

Το 1908 ο Fred ταξίδεψε και πάλι στην Ελλάδα. Αποβιβάστηκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στην Επίδαυρο, στην Αττική και  κατέληξαν  στα Μετέωρα. Τον Αύγουστο του 1910 κυκλοφόρησε το  λεύκωμα «En Grèce par monts et par vaux» (Στην Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια), με τις υπογραφές των Fred και Daniel. Παρά το γεγονός ότι ήταν πανάκριβο, το λεύκωμα, σύντομα  εξαντλήθηκε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

Ο Daniel έγραψε: «εκεί όπου οι άλλοι δεν ψάχνουν παρά μόνο για ερείπια εμείς ανακαλύψαμε μια φύση και ένα λαό». Από παντού έφθαναν συγχαρητήρια γράμματα.  Όλοι, από τον πιο ασήμαντο νεαρό Έλληνα φοιτητή ως τον  Ελευθέριο Βενιζέλο, έγραφαν για να εκφράσουν το θαυμασμό τους.

Στο «En Grèce par monts et par vaux», διαβάζουμε για το Ναύπλιο, τη φυλακή και τους δήμιους. 

 

  

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου - Frederic Boissonnas 1903

« Στο Ναύπλιο συνυπάρχουν η Δύση (Ιταλία) και η Ανατολή. Οι Βενετοί ονόμαζαν την πόλη Νάπολη της Ρωμανίας. Το κάστρο Ιτς Καλέ που δεσπόζει στο λιμάνι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης. Ο μόλος πάνω στον οποίο βρίσκεται μοιάζει με προέκταση του βράχου του Παλαμηδίου αγκυροβολημένη στη θάλασσα. Το ύψος του βράχου που φαίνεται απ’ όλη την αργολική πεδιάδα ξεπερνάει τα διακόσια μέτρα, πράγμα που δίνει την εντύπωση πως το Παλαμήδι βγαίνει από τη θάλασσα και φτάνει ίσαμε τον ουρανό. Χίλια σκαλοπάτια πάνω στον βράχο οδηγούν ίσαμε το οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή του και είναι διαμορφωμένο σε φυλακή.

Οι κρατούμενοι περνούν την ημέρα τους όλοι μαζί, στις τοιχισμένες χαμηλές αυλές, όμοιες με γούβες, ενώ οι φρουροί με το τουφέκι τους στον ώμο τους επιβλέπουν από ψηλά. Η πύρα του καλοκαιρινού ήλιου εισβάλει στα πέτρινα αυτά πηγάδια και επιδεινώνει την αφόρητη δυσωδία που βασιλεύει. Οι δυστυχισμένοι που ζουν εκεί δένουν σε μακριά κοντάρια τα μικροαντικείμενα που κατασκευάζουν και τα επιδεικνύουν στους επισκέπτες μέσα από τους άθλιους λάκκους που περνούν τις μέρες τους. Πρόκειται για μικροτεχνήματα από ξύλο ή μέταλλο στα οποία βάζουν όλη τους τη δεξιοτεχνία.

Στο οχυρό Μιλτιάδης έχουν συγκεντρώσει τους ισοβίτες και τους καταδικασμένους σε θάνατο. Η αυλή του είναι πολύ πιο βαθιά σκαμμένη, τα πρόσωπα που περιφέρονται πιο θλιμμένα και τα χειροτεχνήματα πιο λεπτοδουλεμένα. Από εκεί αγόρασα ένα δαχτυλίδι πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένη η λέξη Ελπίδα και μια ξυλόγλυπτη εικόνα του Ευαγγελισμού η οποία είχε κάτι το αληθινά συγκινητικό!

Πέντε θανατοποινίτες – μεταξύ των οποίων και ένας Αρκάδας που ξεχώριζε λόγω της κορμοστασιάς του, της ευγενικής φυσιογνωμίας του και του ιδιαίτερα περιποιημένου χτενίσματός του – περίμεναν ήρεμοι και σοβαροί, σαν άλλοι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, την τελευταία ημέρα τους˙ έκαναν υπομονή μέχρι να εμφανισθεί ο δήμιος!

Στην Ελλάδα, ο δήμιος είναι ο επονείδιστος, ο καταραμένος, αυτός που κουβαλάει πάνω του όλο το μίσος. Πρώην θανατοποινίτης – ο εδώ εκτελεστής – τον οποίο επέλεξαν και έθεσαν ενώπιον του διλήμματος: Ή θα δώσεις ή θα λάβεις θάνατο. Μεταξύ θανάτου και άθλιας ζωής που θα τον καθιστούσε, επιπλέον, αποδέκτη του μίσους και της περιφρόνησης ενός ολόκληρου λαού, επέλεξε να ζήσει.

Περνά τις μέρες του μέσα στο σιδερόφρακτο κελί του στο Μπούρτζι, στη θλιβερή νησίδα στην είσοδο του λιμανιού. Όταν πρόκειται να εκτελέσουν κάποιον κατάδικο, βγάζουν έξω τον δήμιο νύκτωρ και πάντα με φρουρά, για να μην αποδράσει, και τον συνοδεύουν ως το Παλαμήδι όπου πέφτουν τα κεφάλια˙ είκοσι πέντε περίπου εκτελέσεις γίνονται κάθε χρόνο.

Κατεβαίνοντας από το κάστρο πήραμε μια βάρκα που μας οδήγησε στη νησίδα χορεύοντας, κυριολεκτικά, πάνω στα κύματα. Ένας λοχίας μας πέρασε μέσα από τα ετοιμόρροπα τειχίσματα του παλαιού οχυρού και μας πήγε μέχρι το κατάλυμα του δημίου. Ήταν ένα κελί χαμηλοτάβανο, καθαρό, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και μια λάμπα αναμμένη κάτω από μια εικόνα. Το πρόσωπο του δημίου, με λεπτά χαρακτηριστικά, δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο ή το χαμερπές, μόνο μια έκφραση γεμάτη θλίψη και ντροπή που θα μου μείνει αξέχαστη.

Μας πρόσφερε τις καρέκλες που είχε στο κελί του κι εκείνος κάθισε στο πρεβάζι του παραθύρου. Επί οκτώ συνεχή χρόνια εκτελεί (ναι εκτελεί!) το καθήκον του (και τι καθήκον!) και επί οκτώ  χρόνια κάνει είκοσι με τριάντα περίπου φορές τον χρόνο τη μοιραία διαδρομή Μπούρτζι – Παλαμήδι». (Η Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα, 2007).

  

Τίρυνθα - Frederic Boissonnas 1903

 

Τον Οκτώβριο του 1911 ο Fred και ο Daniel ξανάρθαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά  προορισμός τους ήταν τα νησιά του Αιγαίου.  Περιόδευσαν στη Σκύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Νάξο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, τη Σίφνο, την Πάρο και την  Ίο και κατέληξαν στην Κρήτη. Ο Βενιζέλος τους άνοιξε όλες τις πόρτες.

Το 1912 ο Fred συνόδεψε  στο σκάφος «Καληδονία» τον ελληνιστή Victor Berard[xi] στο ταξίδι αναζήτησης της πορείας του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα σ’ όλη τη Μεσόγειο. Η «Καληδονία», πέρασε και από την Πάργα. Οι  τουρκικές αρχές δεν επέτρεψαν  τη φωτογράφηση κι έτσι ο Fred αρκέστηκε να τη φωτογραφίσει από τη θάλασσα. Λίγο καιρό μετά, όταν  ελευθερώθηκε η Πάργα, ο Fred πανηγύριζε που θα  μπορούσε, επιτέλους, να τη φωτογραφίσει από κοντά.[xii] Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το βιβλίο «Dans le sillage dUlysse», που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1932, με κείμενα του Victor Berard και φωτογραφίες του Fred.

Τον Ιούνιο  του 1913 επέστρεψε στην Ελλάδα με τον Daniel. Αυτή τη φορά  ήρθαν  «να περιηγηθούν στο Βορρά», με σκοπό τη δημιουργία ενός άλμπουμ.  Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, τελικά,  στο αίτημα του Fred να χρηματοδοτήσει τη φωτογραφική αποτύπωση των περιοχών της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος με τις νίκες στους βαλκανικούς  πολέμους[xiii].

Από αυτή την περιπλάνηση στην Ήπειρο προέκυψε το λεύκωμα «L’ Épire berceau des Grècs» ( Ήπειρος, το λίκνο της Ελλάδας), ενταγμένη στη σειρά  «L’ image de la Grècs».

Με το λεύκωμα γινόταν φανερό πως , παρά τη μακραίωνη δουλεία της,  η περιοχή είχε ακατάλυτους δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα. Έντονη ήταν η παρουσία και του βυζαντινού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα πλάνα ήταν διακριτική.

Τέλος,  η έξοχη ιδέα να επιλεγεί για το εξώφυλλο η φωτογραφία της Δωδώνης  με τις ιερές βελανιδιές σφράγισε την έκδοση αυτή, που αποτέλεσε τον πιο αυθεντικό εκφραστή των ελληνικών θέσεων  στο εξωτερικό! Μετά την Ήπειρο, ο Fred και ο Daniel ακολούθησαν τα βήματα του νικηφόρου ελληνικού στρατού και έφτασαν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα φωτογραφίζοντας τις «νέες χώρες» που απελευθερώθηκαν.

Στις 2 Αυγούστου 1913, με οδηγό το Χρήστο Κάκκαλο, κατέκτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου το Μύτικα (2918μ.), που μέχρι τότε παρέμενε απάτητη. (Στον Όλυμπο  ανέβηκαν άλλες δύο φορές:  το 1919  και το 1927.)

Στις 23 Αυγούστου ο Fred  και ο Daniel απέστειλαν μακροσκελή επιστολή στο Γενικό πρόξενο της Ελλάδας στη Γενεύη Πέτρο Καψαμπέλη, στην οποία πρότειναν την ίδρυση εκδοτικού καλλιτεχνικού οίκου για την εκτύπωση εικονογραφικών λευκωμάτων και «…εν γένει επιχείρησιν πάσης καλλιτεχνικής εργασίας, ήτις θα ηδύνατο να αναπαραστήση φωτογραφικώς και καταστήσει γνωστάς τας καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον…»[xiv]

Στις 14 Δεκεμβρίου 1918 υπογράφτηκε συμφωνία  μεταξύ του Fred  και του υπουργού των Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη για τη διοργάνωση μιας έκθεσης στο Παρίσι με θέμα την Ελλάδα. Το οριστικό συμβόλαιο, που υπογράφτηκε στις 27 Μαρτίου 1919, προέβλεπε την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων (Smyrne, La Thrace, Constantinople και L’ Hellénisme d’ Asie Mineure).[xv] Οι εκδόσεις που θα ακολουθήσουν πιστοποιούν την ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων  και – ταυτόχρονα – προλειαίνουν το έδαφος και για  τα επόμενα βήματα στην πραγματοποίηση της  «Μεγάλης Ιδέας».

Με την αμέριστη αρωγή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος γνώριζε και θαύμαζε το έργο του Fred Boissonnas, ο «προπαγανδιστικός μηχανισμός της εικόνας» έφθασε στο απόγειο του μέσα από εκδόσεις και εκθέσεις.

Το Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων, ο Fred στέλνει στη Σμύρνη τον πρωτότοκο γιο του Edmond να φωτογραφίσει την πόλη για την έκδοση του ομώνυμου λευκώματος. Ο ίδιος, μαζί με τον τρίτο του γιο τον Henri πήγε στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας, να εξασφαλίσει  υλικό για  την έκδοση των άλλων λευκωμάτων[xvi].

Μέσα στο 1919 κυκλοφόρησαν τα λευκώματα «Smyrne» και «Salonique, la ville des belles églises». Το 1920-21 εκδόθηκαν δύο τόμοι για την εκστρατεία στη Μακεδονία,  «La campagne de Macédoine, 1916-17» και «La campagne de Macédoine, 1917-18». Οι εκδόσεις αυτές στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες και σε κάθε σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής.

Στις 5 Ιουνίου του 1921 κατέφθασε στη Σμύρνη ο HenriPaul με σκοπό να καλύψει ως φωτορεπόρτερ την εκστρατεία του ελληνικού στρατού μαζί με τον έμπειρο συνταγματάρχη Fernand Feyler, που θα έγραφε τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Ο Fred είχε καταφέρει να πείσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική του Βενιζέλου ως προς το έργο που είχε αναλάβει, και την ομαλή ροή των συμφωνηθέντων ποσών[xvii].

Η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδότησε την οικονομική κατάρρευση των εκδόσεων Boissonnas.  Λίγο μετά το 1922  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου αγόρασε το ατελιέ Cherry-Rousseau.    Στην  πελατεία  συγκαταλέγονταν εκλεκτά ονόματα της διανόησης και των τεχνών αλλά οι καλές εποχές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ακούραστος Fred όμως, συνέχισε τα ταξίδια με τον ενθουσιασμό ενός εφήβου. Μαζί με τον μηχανικό Paul Trembley επισκέφτηκε την Αίγυπτο (1929) και τον επόμενο χρόνο το Φθινόπωρο φωτογράφισε το Άγιον Όρος[xviii]. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Le Tourisme en Grèce» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ’ όλη τη δουλειά του στην Ελλάδα και  δικά του κείμενα.

Τα οικονομικά του προβλήματα τον οδήγησαν στην πώληση, ανάμεσα στα άλλα, του ιστορικού ατελιέ της Γενεύης στο Quai de la Poste καθώς και του σπιτιού του. Από δω και στο εξής ο Fred ζούσε με τις  οικογένειες των παιδιών του. Η Augusta, η γυναίκα του Fred, δεν άντεξε τον ανεξήγητο θάνατο της κόρης τους Lilette. Έπαθε σοβαρό νευρικό κλονισμό και πέθανε,  το 1940. Ο Fred την ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του τις πέρασε  σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη μικρή του κόρη Daniele.

Από τα γραπτά των  δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιγράφουν παράξενα γεγονότα, φαίνεται ότι ο Fred έφτασε  στα όρια μεταξύ διαυγούς διάνοιας και τρέλας: πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα πορφυρένιο παλάτι, άκουγε παράξενες μουσικές και τραγουδούσε αποσπάσματα από το Μαγεμένο Αυλό…

Υποσημειώσεις

 


[i] Gad Borel, ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, BOISSONNAS, Ριζάρειο Ίδρυμα Αθήνα 2001  σ. 18.

[ii] Τα στοιχεία για τη ζωή του F. Boissonnas λήφθηκαν κυρίως από το έργο του NICOLAS BOUVIER, BOISSONNAS UNE DYNASTIE DE PHOTOGRAPHES 1864-1983, PAYOT LAUSANNE 1983.

[iii] βλ. Άλκης Ξανθάκης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ 1839-1975, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ Αθήνα 1994-99 σ. 59-60.

[iv]  O Edmond Boissonnas πέθανε στην Αμερική από τύφο. Μετά το θάνατο του  αδελφού του, ο Fred εργάστηκε  σκληρά μόνος του αυτή τη φορά, γύρω από τη οπτική και τη χημεία της φωτογραφίας.

[v]  O Edmond Boissonnas  δεν ανακάλυψε την εωσίνη.  Μερικοί φωτογράφοι  τη χρησιμοποιούσαν, ήδη. Η επιτυχία του ήταν  ότι τη χρησιμοποίησε σε καθαρή μορφή.

[vi] Ο Daniel BaudBovy ήταν κατά 12 χρόνια νεότερος από το  Fred. Γιος ζωγράφου, μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είχαν  συνεργαστεί με τον Fred στις εκδόσεις: «Οι ζωγράφοι της Γενεύης»  και «Το ημερολόγιο της Γενεύης» και τους συνέδεε βαθιά φιλία και κοινή καλλιτεχνική αίσθηση.

[vii] Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΑΣ, ΤΟΠΙΑ και ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ του FRED.BOISSONNAS, μια έκδοση του περιοδικού «Συλλογές» Αθήνα χ.χ.

[viii] βλ. HENRI-PAUL BOISSONNAS Μικρά Ασία 1921,Ειρήνη Μπουντούρη, Η Μικρά Ασία του H.P. Boissonnas, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

[ix] Την ίδια εποχή  τα μνημεία της Ελλάδας  τα φωτογράφιζε και ο συμπατριώτης του Boissonnas αρχαιολόγος Waldemar Deonna, που αργότερα θα συνεργαστεί μαζί του  (Δύο Ελβετοί αρχαιολόγοι φωτογραφίζουν την Ελλάδα Waldemar Deonna και Paul Collart 1904-1939, Αθήνα 2001).

[x] Ο Σπύρος Μελετζής, ακολουθώντας τα βήματα του Fred, μας έδωσε το «δικό του Παρθενώνα» (όπως και τον Όλυμπο και πολλές από τις «αγροτικές» σκηνές). Συνέντευξη στον Μ. Πασιάκο 2002.

[xi] Διάσημος Γάλλος ελληνιστής, ο οποίος μετέφρασε την «Οδύσσεια» στα γαλλικά.

[xii] βλ. ημερολόγιο F. Boissonnas.

[xiii] Το 1913-14 ο Fred έλαβε από τον τότε έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και πρώην υπουργό των Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο και το πενιχρό ποσό των 5.000 δρχ. που είχε εγκρίνει το 1907 ο Γεώργιος ο Α΄. βλ. Ειρήνη Μπουντούρη. Η οικογένεια Boissonnas και η «προβολή των ελληνικών θέσεων», Μικρά Ασία ο.π. σ. 35.

[xiv] Αποκαλυπτική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, αλλά και των προθέσεων του Fred είναι η επιστολή του Καψαμπέλη προς τον υπουργό των εξωτερικών: «…ότι η επιχείρησις αύτη καλώς οργανουμένη ηδύνατο να αποδώση ημίν ανεκτιμήτους υπηρεσίας από πολιτικής, οικονομικής και πάσης άλλης απόψεως, είνε αναμφισβήτητον. Οι αναλαμβάνοντες ταύτην δεν αποβλέπουσι κυρίως εις αυτήν ως εις κερδοσκοπικήν επιχείρησιν. Αναμφιβόλως δεν ρίπτονται εις αυτήν εξ απλής μόνον αισθηματολογίας αλλά κυρίως επιθυμούσι να συμπληρώσωσιν έργον, εις ό αφιερώθησαν ήδη από 15ετίας…».

Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Νο 553.

[xv] Το συμβόλαιο αυτό φυλάσσεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών.  (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Αριθ. Πρωτ. 2907.

[xvi] …Συγκροτούν το ιδεολογικό και το εικονογραφικό έρεισμα της «προβολής των ελληνικών θέσεων» και το τεκμήριο της ελληνικότητας των περιοχών μέσω της φωτογραφίας και των επιλεγμένων κειμένων…γράφει εύστοχα η Ειρήνη Μπουντούρη ο.π. σ. 37.

[xvii] Στο σημείο αυτό ο N. Bouvier γράφει λανθασμένα ότι: «…Τα σχέδια τους  ακυρώθηκαν από τα γεγονότα: ο Βενιζέλος έχασε την εξουσία..» Όπως βλέπoυμε όμως το εμπορικό δαιμόνιο του Fred τα είχε καταφέρει για τελευταία φορά, αν και οι καθυστερήσεις των συμφωνηθέντων ποσών από την ελληνική κυβέρνηση ήταν αφόρητες. Στις επιστολές του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γενεύη προς το υπουργείο του περιγράφεται με μελανά χρώματα η κατάσταση: «…Ευρισκόμεθα δ’ εν δυσχερεστάτη θέσει, διότι ο κ. Boissonnas δεν παύει απευθυνόμενος προς τε το Προξενείον και ημάς, αιτούμενος την  ταχίστην αποστολήν της ληξιπροθέσμου απαιτήσεώς του…» 24-12-1921 και «…ευαρεστούμενοι χορηγήση μοι σχετικάς οδηγίας, δυναμένας ίσως να λυτρώσωσι την Βασιλικήν Πρεσβείαν των απαύστων οχλήσεων του αναφερομένου καλλιτέχνου…» 19-6-1922,  Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas) .

[xviii] FRED BOISSONNAS, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1930, κείμενα BETRAND BOUVIÉR, ΑΜΜΟΣ, 1994.

Read Full Post »

Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος


 

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κορομπόκης) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1967 στο Άργος. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (1991) και της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1996). Εκάρη μοναχός (28-7-1991), χειροτονήθηκε διάκονος (18-8-1991) και πρεσβύτερος (13-10-1996) από τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβον.

Διηκόνησε την Ιεράν Μητρόπολην Αργολίδος ως Ιεροκήρυκας ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτην και συγγραφήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της αυτής Μητροπόλεως.

Η Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου, τον εξέλεξεν βοηθόν Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, με τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Επιδαύρου (14-10-2009).

Η χειροτονία του εις Επίσκοπον τελέσθηκε στον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Πέτρου Άργους, από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμον και πλειάδα Αρχιερέων (26-10-2009).

Στις 7 Οκτωβρίου 2016 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης.

Read Full Post »

Χειροτονία Επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου


 

Θεοφιλέστατος Επίσκοπος ΕπιδαύρουΜε μεγαλοπρέπεια και με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου, τελέστηκε την Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους η χειροτονία του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου, βοηθού Επισκόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας. Της Θείας Λειτουργίας προεξήρχε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, συμπαραστατούμενος από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Ιάκωβο, Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιο, Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρο, Άρτης κ. Ιγνάτιο, Ύδρας κ. Εφραίμ, Μεσογαίας και Λαυρετωτικής κ. Νικόλαο, Πατρών κ. Χρυσόστομο, Κορίνθου κ. Διονύσιο και από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον Μητροπολίτη Τανζανίας κ. Ιερώνυμο. Επίσης, συλλειτούργησαν και οι δύο νέοι βοηθοί επίσκοποι, Κερνίτσης κ. Προκόπιος και Ανδρούσης κ. Θεόκτιστος.  Να αναφερθεί πως συγκινητική ήταν η στιγμή όταν πιστοί βροντοφώναξαν το «ΑΞΙΟΣ», για τον πολυαγαπημένο τους νέο βοηθό επίσκοπο Επιδαύρου κ. Καλλίνικο.

Ο νέος βοηθός Επίσκοπος κ. Καλλίνικος στο μήνυμα του μεταξύ άλλων τόνισε: «Εκφράζω την τιμή τον σεβασμό και την αδιάπτωτον εν Κυρίω αγάπη μου, προς ημάς, Τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και Σεπτόν Πρόεδρον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μακαριώτατε σήμερα δια των σεπτών ημών χειρών έλαβον την χάριν της Αρχιερωσύνης, δύναστε ανεπιφυλάκτως να επαναλάβετε περί εμού «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένικά σε». «Κύριε συ γινώσκεις ότι φιλω σε», με τούτη την φράση καταθέτω την ισόβιον αφοσίωση μου, προς τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Ιάκωβον».

Επίσης ο νέος Βοηθός επίσκοπος, στην ομιλία του αναφέρθηκε στο σεβασμό που τρέφει στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Ακόμη αναφέρθηκε με λόγια ευγνωμοσύνης, στη μνήμη του μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Χρυσοστόμου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, απευθυνόμενος προς τον νέο επίσκοπο τόνισε: «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και τα μέλη αυτής, σε εξέλεξαν ως επίσκοπο της πάλαι ποτέ διαλλαμψάσης επισκοπής Επιδαύρου, μετά από πρόταση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου και γέροντος Αργολίδος κ. Ιακώβου, ως βοηθό της Ιεράς Μητροπόλεως. Και εμείς σήμερα στην ημέρα της δικής σου Πεντηκοστής, όλοι εδώ σ΄ αυτόν τον ευλογημένο και αγιασμένο χώρο, χορεία σεπτών αδελφών ιεραρχών, πλήθος αγαπητών αδελφών, πρεσβυτέρων και διακόνων, φίλων και συγγενών μα ιδιαιτέρως την παρουσία των ευσεβών γονέων σου, καλείσαι να σταθείς μπρος στο θυσιαστήριο για να λάβεις τον βαθμό της Αρχιερωσύνης».

Επίσης, ο Μακαριώτατος τόνισε: «Αυτός ο τόπος είναι γνωστός για εσένα και τα βήματα σου είναι γνωστά σ΄ αυτόν τόπο, η φήμη σου για την αγάπη προς αυτούς τους ανθρώπους και το έργο της διακονίας σου, συνετέλεσε ώστε η ψήφος των σεβασμιωτάτων Αρχιερέων να καλύψει με την αγάπη της αυτήν την καινούργια διακονία».

«Η κοινωνία μας σήμερα έχει ανάγκη από την κοινωνία που μας μίλησε ο ίδιος ο Χριστός, ποιος από εμάς δεν βλέπει γύρω του, την κρίση η τις κρίσεις που επικρατούν, ποιος δεν διαπιστώνει σήμερα ότι υπάρχουν σπέρματα εδώ και εκεί αποχριστιανοποίησης της κοινωνίας μας, ποιος δεν βλέπει ότι υπάρχει μια τάση αποξένωσης από τις παραδόσεις μας, που μας άφησαν οι πατέρες τις εκκλησίας μας. Καλούμεθα δε σήμερα, πολύ περισσότερο από κάθε εποχή, ιδιαίτερα εμείς οι επίσκοποι να φέρουμε αυτό το πνεύμα του επανευαγγελισμού μέσα στην κοινωνία μας», τόνισε χαρακτηριστικά ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας.

   

Χειροτονητήριος λόγος Επισκόπου Επιδαύρου:


«Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, σεπτέ Πρόεδρε της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κύριε Ιερώνυμε, Σεβασμιώτατε Κυριάρχα Μητροπολίτα της κατ’ Αργολίδα Εκκλησίας κύριε Ιάκωβε, Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι της Εκκλησίας, Οσιώτατοι Μοναχοί τε και Μοναχαί, εντιμώτατοι εκπρόσωποι των Αρχών και ευλογημένε λαέ του Κυρίου, ταύτα τα ως προμετωπίδα τεθέντα λόγια, τα οποία απηύθυνε προς τον Κύριον ο Απόστολος Πέτρος επαναλαμβάνω και εγώ ο ελάχιστος σήμερον από βάθους καρδίας, καθώς η Εκκλησία με αναδεικνύει Ποιμένα της λογικής μάνδρας του Χριστού.

Όταν δε, ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Πέτρος, διεβεβαίωσε λέγων «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17) τότε, συμφώνως προς την ευαγγελικήν διήγησιν, ο Αρχιποίμην Χριστός εξέφρασε την εμπιστοσύνην Αυτού προς εκείνον λέγων• «βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21,17). Σήμερον, η ταπεινότης μου επαναβεβαιούμαι δια του «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17), και προσμένω να ακούσω δια του στόματος Υμών Μακαριώτατε το αυτό κάλεσμα του Μεγάλου Ποιμένος Χριστού• «βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21,17) και να εισέλθω εις την ποι! μαντορίαν των Μακαρίων Αποστόλων.

Χειροτονία

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Μακαριώτατε, με τα ίδια ταύτα λόγια εκφράζω την τιμήν, τον σεβασμόν και την αδιάπτωτον εν Κυρίω αγάπην μου προς Υμάς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, τον και σεπτόν Πρόεδρον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και προς τα τίμια Μέλη αυτής τα κατά πλειονοψηφίαν αναδείξαντά με εις Επίσκοπον, όλως δε ιδιαιτέρως εις τα συντρέξαντα ενταύθα κατά την σημερινήν ημέραν ως και εις τους λοιπούς αγίους Ιεράρχας τους συνελθόντας πανταχόθεν δια την εις Επίσκοπον χειροτονίαν μου. Χορηγών μοÎ! ¹ Μακαριώτατε σήμερον δια των σεπτών Υμών χειρών την Χάριν της Αρχιερωσύνης δύνασθε ανεπιφυλάκτως να επαναλάβετε περί εμού «υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. 2,7).

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Με την Πέτρειον ταύτην φράσιν καταθέτω την ισόβιον αφοσίωσίν μου προς τον Σεβασμιώτατον Ποιμενάρχην μου κύριον Ιάκωβον, τον γεραρόν οιακοστρόφον της κατά Αργολίδα Ολκάδος του Χριστού, τον επιβλέψαντα ευμενώς και συμπαθώς επ’ εμέ. Καλώς γνωρίζω ότι «σιγή τιμώνται τα μεγάλα». Και μεγάλα είναι τα διακατέχοντά με αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτόν. Αλλά η υπό της Σιωπής φυλασσομένη θύρα του Μεγάλου παραβιάζεται υπό της σφοδράς επιθυμίας όπως «ομολογήσω την χάριν, κηρύξω τον έλεον, ου κρύψω την ευεργεσίαν».

Χειροτονία

Προς πάντα τα τιμαλφή δωρήματά του προς εμέ, αποδώσω ό έχω: την ψυχήν και την παλλομένην υπό ευγνωμοσύνης καρδίαν μου, την ευπείθειαν και την απόλυτον αφοσίωσιν του Βοηθού Επισκόπου, ίνα τα της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως πράγματα ως μέχρι σήμερον ούτω και εις το εξής, «ευσχημόνως και κατά τάξιν» γίνωνται, προς δόξαν και αίνον Θεού, κατακόσμησιν δε και λαμπρότητα της Εκκλησίας Αυτού, με τον εμπνεόμενον υπό του Σεπτού Μητροπολίτου Αργολίδος σεβασμόν προς τα Ιερά Θέσμια, προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος και προς ! πάσας τας λοιπάς Ανωτάτας Εκκλησιαστι κάς Αρχάς, εξόχως δε, προς τον πρώτον της Ορθδόξου Εκκλησίας Θρόνον, τον της Κωνσταντινουπόλεως και την Αυτού Θειοτάτην Παναγιότητα, τον Οικουμενικόν ημών Πατριάρχην κύριον Βαρθολομαίον, προς Ον διαδηλώ την ειλικρινή, δια την προς με Πατριαρχικήν Αυτού ευλογίαν, ευγνωμοσύνην και την εν τιμή δια βίου πιστότητά μου.

Σεπτέ Κυριάρχα Μητροπολίτα μου, Σεβασμιώτατε Αργολίδος κύριε Ιάκωβε, δεν θα παύσω καθικετεύων ημέρας και νυκτός τον εν ελέει πλούσιον Θεόν να περισκέπη την υμετέραν Σεβασμιότητα, πληθύνων τα έτη αυτής και τηρών αυτήν εν ακμή σώματος και πνεύματος μέχρι γήρως βαθέος και ολβίου.

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Η προς τον Κύριον αγάπη μου, δεν είναι αόριστος, αλλά απευθύνεται προς το «Σώμα Αυτού» δηλονότι προς την Εκκλησίαν. Την Εκκλησίαν εν πρώτοις ως στρατευομένην επί της γης.

Προς πάντα, τουτ’ έστιν, αγωνιζόμενον Χριστιανόν της εις ην εγεννήθην, ανετράφην, έλαβα πάντας τους της Ιερωσύνης βαθμούς και ως Κληρικός απ’ αρχής έως σήμερον υπηρέτησα, κατά Αργολίδα Εκκλησίας και της ανά την οικουμένην, προς τους αναξιοπαθούντας «ελαχίστους αδελφούς του Κυρίου» (Ματθ. 25,40), προς τον Ιερόν Κλήρον, και τας Μοναστικάς Αδελφότητας της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως, προς τους κατά σάρκα γονείς, αδελφούς και συγγενείς μου και προς τους ποικιλοτρόπως συμβαλλόντας και συμμετέχοντας εις την σημερινήν πνευματικήν μου χαράν. Προς δε τούτοις μνημονεύω και «εκκλησίας πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12,23)• πάντων των προαπελθόντων κατά πνεύμα και κατά σάρκα οικείων, αναδόχων, διδασκάλων και ευεργετών μου, εξαιρέτως δε, του εις Χριστόν παιδαγωγού μου, μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος κυρού Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου.

Μακαριώτατε, υπείκων τω θείω θελήματι, ουχί εκ βίας ή ανάγκης, αλλ’ εξ αγάπης προς τον πάντας αγαπώντα, τον αθλοθέτην και συναγωνιστήν Κύριον, και επικαλούμενος την μεσιτείαν της Παναγίας Αυτού Μητρός, των φωτοειδών Αρχαγγέλων, του τιμίου Βαπτιστού, των αγίων θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου ενδόξου μάρτυρος Καλλινίκου, του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού, του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Λεωνίδου του εν Επιδαύρω μετά της συνοδείας αυτού, εις το διαιωνίως, προς πάντας τους Ποιμένας της Εκκλησίας, απευθυνόμενον μειλίχιον ερώτημα• «φιλείς με;», κλίνων το γόνυ της καρδίας και του σώματος, αποκρίνομαι αδιστάκτως• «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε».

Και δέει πολλώ συνεχόμενος, αναμένω να ακούσω της μακαρίας άμα δε και φοβεράς φωνής, της προσταζούσης με• «Βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιωάν. 21,17). Γένοιτο!

 

Πηγή


  • Ρομφαία, Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων.

Read Full Post »

Λαμπέρ-Αδάμ Ιουλιέττα – Lambert-Adam Juliette (1836-1936)


 

 Γαλλίδα φιλέλληνας η οποία  επισκέφθηκε την Ελλάδα και το Άργος το 1901. Διάσημη συγγραφέας διέθετε σημαντική δύναμη επηρεασμού της διεθνούς κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των γυναικών.

 

Lambert-Adam Juliette

Lambert-Adam Juliette

Γαλλίδα συγγραφέας   και πολιτικός, γεννημένη στο Βερμπερί της Γαλλίας. Υπήρξε σύζυγος αρχικά του δικηγόρου Λα Μεσίν και ακολούθως του πολιτικού Εντμόν Αδάμ. Ήταν οπαδός του Γαμβέτα* και μετά το θάνατο και του δεύτερου συζύγου της ίδρυσε το περιοδικό Νέα Επιθεώρηση που εξέφραζε αντιγερμανικές τάσεις. Η Ιουλιέττα Λαμπέρ, φίλη του Δημητρίου Βικέλα,** ταξίδεψε αρκετά στην Ευρώπη και το 1901 επισκέφθηκε την Ελλάδα. Η επίσκεψη αυτή ήταν η αφορμή για τη θερμή φιλελληνική στάση της, καθώς ο ενθουσιασμός της για τη σύγχρονη Ελλάδα συνδυάστηκε με τη ρομαντική αποθέωση του κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Με την επιστροφή της μετέφερε στα παρισινά σαλόνια έναν αέρα φιλελληνισμού που οδήγησε στην υπεράσπιση τόσο των εθνικών μας ζητημάτων όσο και των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών. Η ίδια έγραψε το έργο Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές, ενώ μετέφρασε το θεατρικό έργο του Βασιλειάδη Γαλάτεια. Άλλα έργα της Ιουλιέτας Λαμπέρ ήταν Η Αγωγή της Λάουρας, Ελληνίδα, Το όνειρο του θείου, κ.ά. Έγραψε επίσης έργα με το ψευδώνυμο Κόμης Παύλος Βασίλης.

 

Η Ιουλιέττα Αδάμ στο Άργος


 

Η Ιουλιέττα Λαμπέρ έφτασε στο Άργος το Μάρτιο του 1901, στο σταθμό την υποδέχτηκαν τα μέλη του Συλλόγου «Ίναχος» με επικεφαλής τον πρόεδρο του συλλόγου Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Ας δούμε τη έγραψε η εφημερίδα «Ίναχος», του ομώνυμου συλλόγου, στις 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 4.        

Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές[…] Τη δε 6 τρέχ. μηνός η κ. Αδάμ επισκέφθη την πόλιν μας, συνοδευομένη υπό της κ. Κατίνας Ευστρατιάδου, της δεσποινίδος Ελένης Ρούσσου και του κ. Π. Φαρμακοπούλου, και ελθούσα έκ Ναυπλίου. Επέβησαν πάντες ανοικτών αμαξών, άς είχεν εις την διάθεσίν των ο Σύλλογος, και διηυθύνθησαν εις το αρχαίον Θέατρον, όπερ η κ. Αδάμ περιειργάσθη και επήνεσεν.  

Εκείθεν δ’ εξέδραμον εις τας πηγάς του χαριτοβρύτου Ερασίνου. Η κ. Αδάμ δεν εχόρταινε το κάλλος και τα θέλγητρα του Αργολικού ορίζοντος και καταφύτου πεδιάδος, ως και του μαγευτικού τοπείου του Ερασίνου. Περιειργάσθη  εκεί πάν άξιον λόγου. Εισήλθεν εις το εντός βράχου του Χάου ναΐδιον της Ζωοδόχου Πηγής και γονατίσασα προσηυχήθη˙ είπε δε ύστερον, ότι ουδεμίαν ουσιώδη διαφοράν ευρίσκει μεταξύ της Εκκλησίας μας και της δυτικής.

Είτα επεσκέφθη το μέγα σπήλαιον του Ερασίνου και εθαύμασε τον αιωρούμενον πελώριον βράχον, εξήτασεν ύστερον τάς εκροάς του ποταμού και συνέλεξε πολλάς ενδιαφερούσας πληροφορίας περί του Ερασίνου, της φυτουργίας αυτού και των κατεστραμμένων ήδη πυριτουργείων. Ανεχώρησε δ’ εκείθεν καταγοητευμένη και αποκομίζουσα ωραία άνθη, άτινα προσέφεραν αυτή φιλοφρόνως και πάση τη συνοδεία οι αυτόθι στρατιώται του Οπλοστασίου.  

Επανελθούσα εις το Άργος, η κ. Αδάμ επεσκέφθη την αρχαίαν αγοράν και το νεωστί ανακαλυφθέν άγαλμα του ανθυπάτου Φωσφορίου. Περιήλθε δε είτα την πόλιν, δεχομένη πολλαχού παρά Κυριών ανθοδέσμας, και κατέλυσεν εις την οικίαν του αντιπροέδρου κ. Παπαντωνοπούλου, όστις παρέθηκεν αυτή εξαίρετον γεύμα.

ΆστυΕις το γεύμα τούτο παρεκάθησαν εκτός της κ. Αδάμ και της ακολουθίας της και των οικοδεσποτών, ο πρόεδρος του ημετέρου Συλλόγου και η χαριτόβρυτος δεσποινίς Συκομανδροπούλου εκ των εις τον Ερασίνον εκδρομέων. Περί την 1 μ.μ. η κ. Αδάμ εξέφρασε τας εγκαρδίους ευχαριστίας της διά την φιλοξενίαν, συνεχάρη τω Συλλόγω Ινάχω δια την δράσιν και προόδους του και συνοδευομένη υπό των συνδαιτυμόνων, απήλθεν αφ’ αμαξίων εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου.

Καθ’ οδόν πάντες εχαιρέτιζον αυτήν μετά σεβασμού, την έρραινον με άνθη και τη προσέφερον ανθοδέσμας. Ιδιαιτέρως δ’ ευηρέστησεν αυτή κομψότατος στέφανος εκ πανσέδων, ον τη προσέφερεν, ως ενθύμιον της πατρίδος μας, η δεσποινίς Ελευθερία Αλήκουλη και όστις περιεβάλλετο δι’ ωραίων μεταξωτών ταινιών, φερουσών το Γαλλικόν και Ελληνικόν ενθόσημον. Η κ. Αδάμ περί την 2 μ.μ. ανεχώρησεν εις Ναύπλιον, αποχαιρετίσασα πάσας εγκαρδιώτατα.

 

Το Ιούλιου του 1902 η ίδια εφημερίδα γράφει:

Η επιφανής Γαλλίς κ. Ιουλιέττα Αδάμ, συγγραφεύς και δημοσιογράφος, απέστειλε προς τον κ. Δημ. Βαρδουνιώτην, πρόεδρον του Ινάχον, το ωραίον αυτής σύγγραμμα  «Η παιδική ηλικία και η νεότης μου», το δεύτερον ήδη εκδοθέν εν Παρισίοις˙ συνόδευσε δε την φιλόφρονα δωρεάν δια τιμητικωτάτης αυτογράφου επιγραφής, ότι προσφέρει τω κ. Βαρδουνιώτη το βιβλίον της αυτό, ως συναδελφικόν ενθύμιον.

 

Υποσημειώσεις


* Γαμβέτας Λέων. Γάλλος πολιτικός (1838 – 1882). Γεννήθηκε στο Κοάρ της Γαλλίας και σπούδασε στο Παρίσι δικηγόρος. Η μεγάλη μόρφωσή του, η ευγλωττία του και η θέλησή του τον ανέβασαν στην κορυφή των δικηγόρων της εποχής του. Το 1869 εκλέγεται βουλευτής του δημοκρατικού κόμματος.

Στο γαλλογερμανικό πόλεμο θεώρησε υπεύθυνη της αποτυχίας την κυβέρνηση και με τη σπάνια ρητορική του ικανότητα διαφώτισε τον κόσμο και κατόρθωσε να μεταβάλει το καθεστώς της χώρας σε δημοκρατία και στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε ανάλαβε ο ίδιος το Υπουργείο των Εσωτερικών και Στρατιωτικών.

Αρνήθηκε να υπογράψει τη συνθήκη ειρήνης και εγκατέλειψε τη βουλή. Επανεκλέγηκε, υποστήριξε το Θιέρσο εναντίον των μοναρχικών και ίδρυσε την εφημερίδα «Γαλλική Δημοκρατία«.

Το 1881 σχημάτισε καινούρια κυβέρνηση, αλλά κατηγορήθηκε ως φιλοπόλεμος και ανατράπηκε το 1882. Ήταν μεγάλος φιλέλληνας, τάχθηκε πάντα υπέρ των ελληνικών δικαίων και συνέλαβε στην παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα κατά τη διάσκεψη του Βερολίνου.

 ** Ο Δημήτριος Βικέλας (15 Φεβρουαρίου 1835 – 7 Ιουλίου 1908) ήταν έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του «Λουκής Λάρας», (1879), έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα, ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ. Ο Δημήτριος γεννήθηκε στη Σύρο αλλά από την ηλικία των τεσσάρων ετών εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές


  • Εφημερίδα, «Ίναχος», τεύχος 4, 16 Μαρτίου 1901, τεύχος 8, 25 Ιανουαρίου 1902, τεύχος 9-10, 6 Ιουλίου 1902.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Read Full Post »

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)


  

Ενεργή φιλέλληνας, αιώνια ερωτευμένη με τον Καποδίστρια η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών στη Ρωσική Αυλή, υπήρξε το πιο καίριο στήριγμα του Κυβερνήτη μα και χιλιάδων Ελλήνων που έφταναν κατατρεγμένοι στα ρωσικά εδάφη.

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Αριστοκρατικής καταγωγής Ελληνίδα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του ευγενούς Σκαρλάτου Στούρτζα και της κόρης του πρίγκιπα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Μουρούζη, Σουλτάνας. Ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη και τοποθετήθηκε σύμβουλος στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου, ενώ η Ρωξάνδρα με εξαιρετικές σπουδές διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα ευγενική και στοχαστική προσωπικότητα που εντυπωσίασε τους αριστοκρατικούς κύκλους της Πετρούπολης και την οδήγησε στην τσαρική αυλή όπου έγινε κυρία επί των τιμών.

 «Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρεί τόση εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία. Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής, οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα το πληρώσω ακριβά».

Εκεί η Ρωξάνδρα γνωρίστηκε με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος διορίστηκε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας. Ο έρωτας της Ρωξάνδρας Στούρτζα με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν φλογερός και άφησε εποχή. Ωστόσο ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, καθώς ο Καποδίστριας έφυγε για την Ευρώπη αρχικά και μετά για την Ελλάδα ως Κυβερνήτης.

«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

Η Ρωξάνδρα παντρεύτηκε τον κόμη Εντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και αφιερώθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, προσφορά στη μόρφωση των νέων Ελλήνων.

Ήταν μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων και βοήθησε προσωπικά όλους τους Έλληνες φοιτητές της δυτικής Ευρώπης. Στα χρόνια της Επανάστασης βοήθησε αποφασιστικά στο ζήτημα της περίθαλψης των Ελλήνων προσφύγων της Οδησσού, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τον αγώνα στην Ελλάδα μέσω των υψηλών επαφών της στην Ευρώπη. Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1844.

  

Πηγές


  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.
  • Στούρτζα Ρωξάνδρα, «Απομνημονεύματα», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2006.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »