Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαογραφικά Αργολίδας’ Category

1835: Καρναβάλι, Μασκαράδες και Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο – Bettina Savigny


 

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου», παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) ο οποίος κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και το 1837 έγινε, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών. Παντρεύτηκαν στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχώρησαν αμέσως για το Ναύπλιο. 

Τότε αρχίζει μια εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833.

Από την αλληλογραφία αυτή παραθέτουμε ένα απόσπασμα που αφορά στις απόκριες και την Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο του 1835:

 

« 28 Φεβρουαρίου: [….. ] Εδώ και μια εβδομάδα, ειδικά εδώ και τρεις μέρες, όλη η πόλη γέμισε με τους πιο παράξενους μασκαράδες, από το πρωί μέχρι το βρά­δυ. Γαμήλιες πομπές με μουσική που προηγείται. Ομάδες που χορεύουν παραδοσια­κούς χορούς πολύ χαριτωμένα. Κοπάδια αγελάδων με καμπάνες και ο βοσκός με ένα κόρνο, όπως έχουν σε μας οι νυχτοφύλακες κτλ. Πολλοί ιππότες, ντυμένοι με χάρτινα κουστούμια σαν να ήταν από τη δική μας χάρτινη κωμωδία. Η γενική ατμό­σφαιρα είναι πολύ αθώα, η κύρια διασκέδαση είναι να πάνε πέρα δώθε σαν μασκα­ράδες χωρίς να μιλούν σχεδόν καθόλου.

Οι μασκαράδες μπαίνουν μέσα στα σπίτια. Ήδη την προηγούμενη μέρα μια ομάδα μασκαράδων μας ζήτησε με ένα μυστηριώδη μπιλιέτο να τους επιτρέψουμε να μας επισκεφτούν. Στις οκτώ και μισή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μια σπείρα ληστών, συνεννοούνται μεταξύ τους και μας δηλώνουν, ότι περιμένουν έναν περιηγητή, μετά κρύβονται. Πράγματι έρχεται ένας ταξιδιώτης με βαριές αποσκευές, κάθεται, τρώει με την ησυχία του. Τον τουφεκίζουν, δοκιμά­ζουν αν είναι πραγματικά νεκρός (σκηνή την οποία έπαιξαν πολύ ωραία) και τον πηγαίνουν έξω. Μετά τρώνε και πίνουν οι ληστές, τα χρήματα τα είχαν βάλει στην άκρη. Το θύμα της ληστείας που είχε μόνο προσποιηθεί πως είχε πεθάνει, κλέβει τώρα τα δικά του λεφτά, τουφεκίζει τον αρχηγό των ληστών, οι άλλοι φεύγουν και αυτός πηγαίνει το νεκρό έξω, μαζεύει τα πράγματά του, μας χαιρετάει και μας αφή­νει ένα αινιγματικό μπιλιέτο και εμείς δεν ανακαλύψαμε ακόμη ποιος ήταν.»

 

Η Καθαρά Δευτέρα έπεσε, το 1835, στις 2 Μαρτίου. Η Μπεττίνα γράφει στο ημερολόγιό της:

 

«Σήμερα είμαι σχεδόν καλά. Ο Σχινάς, μετά από τον περίπατό μας, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι λόγω της αδυναμίας και των πόνων του, κοιμάται ακόμη, σε λίγο θα είναι έξι η ώρα. Σήμερα αρχίζει η αυστηρή νηστεία, δηλαδή μέχρι το Πάσχα για αυτούς που την τηρούν αυστηρά, για όλους όμως απαγορεύεται τουλάχιστον για την πρώτη και τις τελευταίες δυο εβδομάδες το κρέας, το ψάρι, το βούτυρο, το αυγό, το λάδι και το τυρί.[1] Το κρασί πάντως επιτρέπεται και έτσι γίνεται σήμερα η μεγάλη εορτή για την αρχή της νηστείας. Όλο το Ναύπλιο πέρασε την πανέμορφη μέρα στη βραχώδη πλαγιά του Παλαμηδιού προς τη θάλασσα (που τη λένε σήμερα την Αρ­βανιτιά). Αμέτρητες ομάδες κάθονταν διασκορπισμένες, τρώγανε πορτοκάλια και διάφορα ζυμαρικά που δεν περιείχαν κανένα είδος λίπους και ήταν πολύ νόστιμα. Τρώγανε αχινούς και πίνανε τεράστιες ποσότητες, τραγούδαγαν και αλάλαζαν. Εδώ δεν συμβαίνει τίποτε αναξιοπρεπές, όπως στο καρναβάλι στη μεγάλη αρματοδρομία στη Ρώμη. Έτσι ήταν όλες τις ημέρες.»

 

Υποσημείωση


 

[1] Η Μπεττίνα δίνει στους γονείς της όλες αυτές τις λεπτομέρειες, διότι στην καθολική εκκλησία ισχύουν εντελώς διαφορετικές κανόνες νηστείας. Οι αποκριές τελειώνουν την Τρί­τη μετά την Καθαρά Δευτέρα, που σε μερικές γλώσσες λέγεται η «Παχιά Τρίτη». Η νηστεία πριν από το Πάσχα αρχίζει την Τετάρτη των Στακτών και είναι πολύ λιγότερο αυστηρή. Εκτός από το κρέας όλες οι άλλες τροφές, που αναφέρει η Μπεττίνα, επιτρέπονται. Η ίδια η Μπεττίνα ανήκει όμως στην προτεσταντική εκκλησία, όπως ανήκε πάντα το πιο μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Βερολίνου. Η προτεσταντική εκκλησία δεν έχει καθόλου κανόνες νηστείας. Από παράδοση μερικές οικογένειες δεν τρώνε κρέας την Παρασκευή, αλλά ψάρι.

 

Ρεγγίνα Quack- Μανουσάκη

Ιστορικός. Δρ Φιλοσοφικής Σχολής του Ελεύθερου Παν/μίου του Βερολίνου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Τα ψέματα της Πρωταπριλιάς


 

Πρωταπριλιά

Πρωταπριλιά

Η Πρωταπριλιά, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες λαογραφικά ημέρες του χρόνου, αποτελεί έθιμο κοινό σχεδόν για όλους τους λαούς του κόσμου. Τα ψέματα της Πρωταπριλιάς είναι ένα έθιμο που μας έχει έρθει από την Ευρώπη. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο που γεννήθηκε το έθιμο αυτό. Δύο από αυτές, όμως, είναι οι επικρατέστερες.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, το έθιμο ξεκίνησε από τους Κέλτες. Λαός της βορειοδυτικής Ευρώπης, οι Κέλτες, ήταν δεινοί ψαράδες. Η εποχή του ψαρέματος ξεκινούσε την 1η Απριλίου. Όσο καλοί ψαράδες όμως και να ήταν, την εποχή αυτή του χρόνου τα ψάρια πιάνονται δύσκολα. Έτσι και αυτοί, όπως προστάζει ο «κώδικας δεοντολογίας» των ψαράδων όλων των εποχών, έλεγαν ψέματα σχετικά με τα πόσα ψάρια είχαν πιάσει. Αυτή η συνήθεια, έγινε με το πέρασμα του χρόνου έθιμο.

Η δεύτερη εκδοχή, που θεωρείται και πιο βάσιμη ιστορικά, θέλει γενέτειρα του εθίμου τη Γαλλία του 16ου αιώνα. Μέχρι το 1564 η πρωτοχρονιά των Γάλλων ήταν η 1η Απριλίου. Τη χρονιά αυτή όμως και επί βασιλείας Καρόλου του 9ου αυτό άλλαξε και Πρωτοχρονιά θεωρούνταν πλέον η 1η Ιανουαρίου. Στην αρχή αυτό δεν το δέχτηκαν όλοι οι πολίτες. Οι αντιδραστικοί συνέχιζαν να γιορτάζουν, την παλαιά πλέον, πρωτοχρονιά τους την 1η Απριλίου, ενώ οι υπόλοιποι τους έστελναν πρωτοχρονιάτικα δώρα, για να τους κοροϊδέψουν. Το πείραγμα αυτό μετατράπηκε με τον καιρό σε έθιμο.

Το έθιμο αυτό ήρθε και στην Ελλάδα και διαφοροποιήθηκε αποκτώντας μια ελληνική χροιά. Η βασική ιδέα βέβαια παρέμεινε ίδια. Λέμε αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουμε το «θύμα» μας. Σε κάποιες περιοχές, θεωρούν ότι όποιος καταφέρει να ξεγελάσει τον άλλο, θα έχει την τύχη με το μέρος του όλη την υπόλοιπη χρονιά. Σε κάποιες άλλες πιστεύουν ότι ο «θύτης» θα έχει καλή σοδειά στις καλλιέργειες του. Όσο για το «θύμα», πιστεύεται ότι, σε αντίθεση με το «θύτη», θα έχει γρουσουζιά τον υπόλοιπο χρόνο και πιθανότατα, αν είναι παντρεμένος, θα χηρέψει γρήγορα.

Σύμφωνα με τον Έλληνα λαογράφο Δ. Λουκάτο, το έθιμο αυτό αποτελεί ένα σκόπιμο «ξεγέλασμα των βλαπτικών δυνάμεων, που θα εμπόδιζαν την όποια παραγωγή» υποχρεώνοντας πολλούς να λαμβάνουν διάφορα «αντίμετρα» (αλεξίκανα μέτρα). Και ο Έλληνας λαογράφος Γ. Μέγας συμφωνεί πως η πρωταπριλιάτικη «ψευδολογία» παραπλανά ελλοχεύουσες δυνάμεις του κακού, έτσι ώστε να θεωρείται από το λαό ως σημαντικός όρος μαγνητικής ενέργειας (έλξης ή αποτροπής) για μια επικείμενη επιτυχία.

 

Διάσημα ψέματα

 

Τον προηγούμενο αιώνα η τεχνολογία βοήθησε κάποιους να ξεγελάσουν χιλιάδες άτομα την ημέρα αυτή. Για παράδειγμα μια Αμερικάνικη εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο (στις αρχές του 20ού αιώνα), στο οποίο αναφερόταν ότι ο Τόμας Έντισον είχε εφεύρει μια μηχανή, η οποία μετέτρεπε το νερό σε κρασί. Οι μετοχές των εταιριών παρασκευής και διακίνησης οίνου σημείωσαν κατακόρυφη πτώση στο χρηματιστήριο.

Ένα άλλο παράδειγμα μεγάλης πρωταπριλιάτικης φάρσας είναι αυτή του δικτύου BBC το 1957. Τότε προβλήθηκε από το δίκτυο αυτό ένα ρεπορτάζ, στο οποίο Ιταλοί γεωργοί μάζευαν μακαρόνια από τα δέντρα, που υποτίθεται ότι τα παράγουν. Παρόμοια ρεπορτάζ συνεχίζονται όμως μέχρι και σήμερα σχεδόν από το σύνολο των ΜΜΕ, που τις περισσότερες φορές αγγίζουν σημαντικά θέματα οικονομίας, διασκέδασης, κ.λπ.

Το ψέμα θα πρέπει να είναι αθώο και το έθιμο ισχύει μόνο για την 1η Απριλίου, γιατί όπως λέει και η παροιμία «ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!»

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο οι άνθρωποι ζουν το ψέμα. Και την πρωταπριλιά το γιορτάζουν!

«Δηλητηριώδη» γκάφα έκαναν οι συντάκτες του Γαλλικού Πρακτορείου Eιδήσεων, όταν το 1995 μετέδωσαν σε ολόκληρο τον κόσμο την πρωταπριλιάτικη φάρσα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού. Σύμφωνα με το δελτίο Tύπου του υπουργείου, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τον τάφο του Σωκράτη σε τοποθεσία κοντά στην Aκρόπολη! Mέσα στον τάφο υποτίθεται ότι βρέθηκε βάζο, που περιείχε ίχνη κώνειου, καθώς και ένα κομμάτι δέρματος χρονολογούμενο από το 400 π.X.

Το 1878, ένα χρόνο μετά την ανακάλυψη του φωνογράφου από τον Tόμας Έντισον, η εφημερίδα «Graphic» της Nέας Yόρκης ανακοινώνει πανηγυρικά πως ο εφευρέτης «έκανε και πάλι το θαύμα του»! «Mια μηχανή που μετατρέπει το χώμα σε δημητριακά και το νερό σε κρασί με μία μόνο κίνηση. Tο πρόβλημα της παγκόσμιας πείνας λύθηκε», γράφει η είδηση, την οποία αναπαράγουν έντυπα σε ολόκληρη την Aμερική, «ευλογώντας» τον Έντισον για την πολύτιμη προσφορά του στην ανθρωπότητα. H απογοήτευση, αλλά και η ντροπή των συντηρητικών εφημερίδων, που είχαν αφιερώσει εκτενείς εγκωμιαστικές στήλες στη νέα «εφεύρεση», είναι μεγάλη, όταν διαπιστώνουν πως δεν επρόκειτο παρά για ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα της «Graphic»…

Tην Πρωταπριλιά του 1934 η γερμανική εφημερίδα «Berliner Illustrirte Zeitung» δημοσίευσε ρεπορτάζ για μια θαυματουργή νέα εφεύρεση η οποία έδινε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να πετάξει χρησιμοποιώντας μόνο τη δύναμη των πνευμόνων του. Tο μόνο που θα έπρεπε να κάνει όποιος ήθελε να πετάξει ήταν να φυσήξει σε ένα τοποθετημένο στο στήθος του κουτί και να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό που θα του επέτρεπε να σηκωθεί στον αέρα. Tο σετ συμπληρωνόταν από ένα ζευγάρι πέδιλα του σκι τα οποία υποτίθεται ότι χρησίμευαν για ασφαλή προσγείωση. Tο ρεπορτάζ συνοδευόταν από σχετική φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου μέσω των διεθνών πρακτορείων.

Tην 1η Aπριλίου 1957 η έγκυρη ειδησεογραφική εκπομπή του BBC «Πανόραμα» παρουσίασε ρεπορτάζ το οποίο έδειχνε Eλβετούς αγρότες να μαζεύουν από τα δέντρα τη σοδειά του σπαγγέτι. O ρεπόρτερ ανέφερε ότι χάρη στον ήπιο χειμώνα και την εξαφάνιση της σιταρόψειρας η σοδειά των Eλβετών ήταν καλύτερη από ποτέ. O σταθμός έλαβε χιλιάδες τηλεφωνήματα απορημένων τηλεθεατών, που ζητούσαν πληροφορίες για το πώς θα καλλιεργήσουν σπαγγέτι. H διπλωματική απάντηση του BBC ήταν «να βάλετε το μακαρόνι σε ένα κουτί τοματοπολτέ και να ελπίζετε για το καλύτερο».

Tο 1962 η έγχρωμη τηλεόραση αποτελούσε «όνειρο θερινής νυκτός» για τη Σουηδία. O μοναδικός τηλεοπτικός σταθμός της αποφάσισε να την κάνει και πρωταπριλιάτικο αστείο. Tο μεσημέρι της 1ης Aπριλίου το δελτίο ειδήσεων ξεκινά και στις οθόνες των τηλεθεατών εμφανίζεται ο τεχνικός του καναλιού Kjell Stensson. Tο κοινό, καθηλωμένο στους δέκτες του, περιμένει να ακούσει. Eκείνος τους ενημερώνει πως χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας μπορούν πλέον να βλέπουν τα αγαπημένα τους προγράμματα λουσμένα με τα πιο ζωηρά χρώματα. «Tο μόνο που χρειάζεται να κάνετε είναι να τοποθετήσετε μια νάιλον κάλτσα στην οθόνη της τηλεόρασής σας», λέει ο Stensson, σπεύδοντας μάλιστα να αναπαραστήσει το εγχείρημα σε απευθείας σύνδεση.

Tο γεωγραφικό χάρτη της Eυρώπης επιχείρησαν να αλλάξουν οι «Times» του Λονδίνου, αναστατώνοντας για μια ημέρα τους κατοίκους μιας ολόκληρης χώρας. Tην Πρωταπριλιά του 1992 η εφημερίδα δημοσίευσε θέμα για τις διαπραγματεύσεις, που θα οδηγούσαν στη διάλυση του Bελγίου. Oι γαλλόφωνες περιοχές θα ενώνονταν με τη Γαλλία, ενώ η Oλλανδία θα προσαρτούσε τις υπόλοιπες. Στο κύριο άρθρο της εφημερίδας, μάλιστα, έγινε το εξής καυστικό σχόλιο: «Tο αγαπημένο ανέκδοτο ονομάστε πέντε διάσημους Bέλγους θα πάψει να έχει πλάκα». Aκόμα και ο τότε υπουργός Eξωτερικών της Mεγάλης Bρετανίας πίστεψε το αστείο και λίγο έλειψε να δώσει τηλεοπτική συνέντευξη για να σχολιάσει το γεγονός.

Tο 1998, εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Bαλτιμόρης ελπίζοντας να αποκτήσουν ένα παλιό χρυσό νόμισμα και έπεσαν θύματα της φάρσας τοπικού ραδιοσταθμού. Oι παρουσιαστές ανακοίνωσαν ότι στο κατάστρωμα του παλιού ιστιοπλοϊκού «Constellation», το οποίο ήταν αγκυροβολημένο για χρόνια στο λιμάνι, βρέθηκε ένα σεντούκι με χρυσά νομίσματα. H Eπιτροπή Aποκατάστασης του «Constellation» είχε αποφασίσει να μοιράσει τα νομίσματα στους κατοίκους της πόλης τηρώντας αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Aποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια άνευ προηγουμένου ουρά από πολίτες που περίμεναν υπομονετικά. Kανένας από αυτούς δεν ήξερε ότι η Eπιτροπή Aποκατάστασης του «Constellation» είχε καταργηθεί 20 χρόνια πριν…

Tο Big Ben είναι το διασημότερο ρολόι του κόσμου και για το λόγο αυτό θα πρέπει να δείχνει με ακρίβεια την ώρα. Aυτό ισχυρίστηκε το βρετανικό δίκτυο BBC, όταν το 1980 ανακοίνωσε πως το ιστορικό ρολόι θα λειτουργούσε πλέον με ψηφιακό μηχανισμό. Mάλιστα το ιαπωνικό BBC, μεταδίδοντας την είδηση, ανέφερε ότι οι δείκτες του ρολογιού θα πωλούνταν στους τέσσερις πρώτους ακροατές, που θα επικοινωνούσαν με το σταθμό και οι προσφορές που δέχτηκε «έσπασαν τα ταμεία»…

Σύμφωνα με το ειδησεογραφικό πρακτορείο Itar-Tass, η ρωσική Δούμα διαβουλεύτηκε το 1996 προκειμένου να αποφασίσει αν θα θέσει ξανά σε ισχύ το σύμφωνο της Bαρσοβίας. H είδηση – που δεν αποτελούσε παρά μια πρωταπριλιάτικη δημοσιογραφική «σκανταλιά»- μεταδόθηκε με αστραπιαίους ρυθμούς στην Tσεχία και τη Bουλγαρία προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Λίγες ώρες αργότερα το Itar-Tass αποκάλυψε ότι επρόκειτο για φάρσα.

Tο 1976 ο Bρετανός αστρονόμος Patrick Moore ανακοίνωσε στο ραδιόφωνο του BBC ότι στις 09.47 εκείνης της ημέρας θα συνέβαινε ένα γεγονός το οποίο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ζήσει μόνο μια φορά στη ζωή του. O πλανήτης Πλούτωνας θα διερχόταν δίπλα από τον Kρόνο, προκαλώντας μια στιγμιαία ευθυγράμμιση της βαρύτητας. O Moore είπε στους ακροατές πως, αν χοροπηδούσαν στον αέρα στις 22.47 ακριβώς, θα αιωρούνταν για μερικά δευτερόλεπτα. Tο BBC δέχτηκε στη συνέχεια εκατοντάδες τηλεφωνήματα από ακροατές, οι οποίοι παραδέχονταν ενθουσιασμένοι ότι βίωσαν στ’ αλήθεια τη μοναδική εμπειρία!

Λάθος ώρα για να αστειευτεί διάλεξε την 1η Aπριλίου 2003 ο πρέσβης του Iράκ στη Pωσία. Kατά τη διάρκεια συνέντευξης Tύπου στη Mόσχα και ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις προέλαυναν στο ιρακινό έδαφος, ο Aμπάς Kαλάφ Kουνφούτ διάβασε ένα έκτακτο ανακοινωθέν του Pόιτερς, το οποίο έλεγε: «Oι Aμερικανοί έριξαν κατά λάθος πυρηνικό πύραυλο σε Bρετανικές δυνάμεις προκαλώντας το θάνατο επτά στρατιωτών». Oι πάντες πάγωσαν, αλλά η έκπληξή τους έγινε μεγαλύτερη όταν άκουσαν τον πρέσβη να φωνάζει: «Πρωταπριλιά!». Ήταν η τελευταία συνέντευξη του πρέσβη, αφού λίγες μέρες μετά το καθεστώς του Σαντάμ κατέρρευσε.

Στις 31 Mαρτίου 1940 το Iνστιτούτο Φράνκλιν στις HΠA ανακοίνωσε ότι την επόμενη μέρα θα ερχόταν το τέλος του κόσμου και ένας τοπικός ραδιοσταθμός μετέδωσε την είδηση ως εξής: «Oι χειρότεροι φόβοι σας, ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, επιβεβαιώνονται από τους αστρονόμους του Iνστιτούτου Φράνκλιν. Oι επιστήμονες προβλέπουν ότι το τέλος έρχεται αύριο στις 3 το απόγευμα. Δεν είναι πρωταπριλιάτικο αστείο». O πανικός ήταν τόσο μεγάλος, ώστε οι αρχές δεν προλάβαιναν να απαντούν στα απελπισμένα τηλέφωνα των πολιτών. Tο θέμα έληξε με την αποκάλυψη ότι η φάρσα ήταν έργο του υπεύθυνου Tύπου του Iνστιτούτου, ο οποίος ήθελε να διαφημίσει ομιλία με θέμα «Πώς θα τελειώσει ο κόσμος;» προγραμματισμένη για την 1η Aπριλίου.

Tο μαγικό φίλτρο της έμπνευσης φαίνεται ότι ήπιαν οι συντάκτες του «Independent», οι οποίοι το 1993 δημοσίευσαν ρεπορτάζ για την ανακάλυψη του χωριού του Aστερίξ από επιστήμονες της Oξφόρδης και του Mπρεστ. Tο χωριό υποτίθεται ότι ανακαλύφθηκε ακριβώς στην περιοχή, που το τοποθετούσαν οι ιστορίες του Pενέ Γκοσινί. Oι ανασκαφές έβγαλαν στην επιφάνεια νομίσματα, τα οποία απεικόνιζαν αγριογούρουνα, καθώς και πολλά μενίρ, ενώ δεν ανακαλύφθηκε ούτε ίχνος ρωμαϊκής εισβολής.

 

Η Πρωταπριλιά στις ελληνικές εφημερίδες

 

Η τήρηση της Πρωταπριλιάς στις εφημερίδες είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη του ελληνικού Τύπου, μια και συναντάμε πολλά τέτοια «ψέματα» στα έντυπα όλων των εποχών.

Το έθιμο γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση μετά το 1974, όταν υπήρχε πλέον άπλετη ελευθερία στον Τύπο, ο οποίος είχε ξεμπερδέψει και με τη βασιλεία, που ήταν από τη βάση της ένας θεσμός λογοκρισίας. Κάτι ήξερε άλλωστε γι’ αυτό ο ηγέτης της Αριστεράς, Πασαλίδης, όταν την Πρωταπριλιά του 1967 απαντούσε με τον ίδιο τρόπο στο χιούμορ των δημοσιογράφων, που τον ρωτούσαν, αν είχε ζητήσει από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο εντολή σχηματισμού κυβέρνησης της… ΕΔΑ: «Δεν εζήτησα από το βασιλιά την εντολή. Θα το έπαιρνε για πρωταπριλιάτικο αστείο».

Το 1982 η «Καθημερινή» δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον ψέμα, όταν «αποκάλυπτε» φιλοβασιλική γιάφκα μέσα στην τότε ΕΡΤ 1: «Ομολόγησαν ότι ανήκαν σε αντικαθεστωτική οργάνωση και ότι ασκούσαν φιλοβασιλική προπαγάνδα οι δύο γυναίκες υπάλληλοι της ΕΡΤ, που είχαν τεθεί εκτός υπηρεσίας από την περασμένη Τρίτη λόγω μεταδόσεως του δημοτικού τραγουδιού «Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς». Αυτό ανακοίνωσε χθες σε ειδική συνάντησή του με τους δημοσιογράφους ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου Σάκης Πεπονής, ο οποίος πρόσθεσε ότι, εκτός των δύο υπαλλήλων, που ομολόγησαν ήδη τη συμμετοχή τους στην παράνομη οργάνωση, υπάρχουν και άλλοι οκτώ υπάλληλοι της ΕΡΤ 1, εναντίον των οποίων έχουν προκύψει υποψίες και ανακρίνονται συνεχώς».

Την ίδια χρονιά ο «Μικροπολιτικός» στα «Νέα» ανέφερε ότι ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έγραφε βιβλίο για τον εαυτό του, το οποίο θα προλόγιζε ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου: «Tην επιμέλεια του βιβλίου, που πέρα από το πολιτικό ενδιαφέρον θα αναφέρεται και σε πολλές άγνωστες λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή του Προέδρου, όπως την αδυναμία του σε μερικά πρόσωπα (π.χ. Θόδωρος) ή σε μερικά πράγματα (γκολφ, σπανακόπιτες κ.λπ.) έκανε και… συνεχίζει (μια και στο αρχικό κείμενο όλο και κάτι προστίθεται κάθε τόσο) ο Πέτρος Μολυβιάτης. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και στον πρόλογό του. Γιατί θα τον γράψει – εκτός απροόπτου – ο Ανδρέας Παπανδρέου! Η πρώτη κρούση έγινε πριν δύο μήνες περίπου, όταν το κείμενο καθαρογράφτηκε, αλλά η «κατ’ αρχήν συμφωνία» έκλεισε κατά την προχθεσινή δίωρη συνάντηση Προέδρου και Πρωθυπουργού. Όπως ακούστηκε, ο Ανδρέας δέχτηκε, εφ’ όσον όλα πάνε καλά και ο Κων. Καραμανλής ξαναβάλει υποψηφιότητα σαν Πρόεδρος το ’85. Θ’ αποτελεί άλλωστε το γεγονός και μια έμπρακτη απόδειξη ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει Καραμανλή για Πρόεδρο…».

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, ο απατεώνας τραπεζίτης Κοσκωτάς πρωταγωνιστούσε συχνά στις ειδήσεις αυτής της ημέρας. Εκείνη την περίοδο ο Κοσκωτάς είχε αγοράσει τα πάντα, εκτός από τις εφημερίδες. Την πρωταπριλιά γραφόταν ότι αγόρασε το «Ριζοσπάστη» κατά τη «Βραδυνή», το «Δημοκρατικό Λόγο» κατά τον «Ελεύθερο Τύπο» και το «Ποντίκι» . Πιο κοντά στην αλήθεια είχε βρεθεί η «Ελεύθερη Ώρα», που είχε γράψει ότι ο Κοσκωτάς είχε πτωχεύσει, κάτι που έγινε λίγα χρόνια μετά. Την ίδια χρονιά η «Αυριανή» έγραφε για τον αφορισμό του Τρίτση από την Ιερά Σύνοδο, η «Ελευθεροτυπία» βούλιαζε το «Σισμίκ» στην Τένεδο, η «Πρώτη» το έφερνε στο Τουρκολίμανο, ενώ για τη «Μεσημβρινή» η κυβέρνηση έβγαζε – επιτέλους – τη χώρα μας από το ΝΑΤΟ.

Το 1987 είχαμε ένα περιστατικό στην κρατική τηλεόραση, που θυμίζει την ιστορία με τη φραπελιά της Δρούζα. Τότε, στην εκπομπή «Κυριακάτικα», που παρουσίαζε η Έλενα Ακρίτα, παρουσιάστηκε ένας τύπος, ο οποίος έλεγε ότι είχε ανακαλύψει ένα φάρμακο, που θεράπευε τα πάντα και φυσικά και τον καρκίνο. Όπως είναι κατανοητό, προκλήθηκε σάλος, που οδήγησε τους υπεύθυνους της εκπομπής να ζητήσουν συγγνώμη για τον πανικό που προκάλεσαν.

Κάθε χρόνο η πρωταπριλιά έχει την «τιμητική» της στις περισσότερες τηλεοπτικές εκπομπές, οι οποίες κάνουν φάρσες στους τηλεθεατές – έστω και για λίγο- ώστε να τηρήσουν το έθιμο, που θέλει τη συγκεκριμένη μέρα οι άνθρωποι να λένε ψέματα ο ένας στον άλλον.

Η ψευδολογία μπορεί να μας βοηθήσει να μην πάθουμε κακό; Αυτό τουλάχιστον πιστεύει ο λαός και ακολουθεί το έθιμο της ψευδολογίας κάθε Πρωταπριλιά. Πιστεύει δηλαδή ότι και η Πρωταπριλιά, όπως και κάθε αρχιμηνιά, είναι κρίσιμη μέρα και για το λόγο αυτό γίνονται διάφορες δεισιδαίμονες ενέργειες, μέσα, πράξεις κ.λ.π., που έχουν σκοπό να αποσοβήσουν κάθε επικείμενο κίνδυνο. Μεταξύ αυτών είναι και η ψευδολογία.

Πάντως ο λαός φαίνεται ότι λέει το ψέμα στα χωριά για να «ξορκίσει» τις μαγικές δυνάμεις, το κακό. Στη Θράκη την Πρωταπριλιά «ψεματούν για το μετάξι, το ’χουν σε καλό», ενώ μαγική ιδιότητα δίνεται και στη βροχή της Πρωταπριλιάς, που σε ορισμένα χωριά τη βάζουν σε ένα μπουκάλι και τη χρησιμοποιούν για…γιατρικό! Από τα χωράφια…μέχρι τα προξενιά. Η ψευδολογία θεωρείται μέσο αποτροπής των κακών πνευμάτων, τα οποία εκμεταλλεύονται τη γεωργική παραγωγή και τον ανθρώπινο μόχθο, ενώ χρησιμοποιείται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην παρασκευή επτάζυμων άρτων ή στην επιτυχία των προξενιών, αφού «χωρίς ψέματα δεν πήτιαζε η δουλειά των προξενητών».

Πάντως στη λαϊκή παράδοση ο Απρίλιος, παρά τις άφθονες και επίπονες κτηνοτροφικές και γεωργικές εργασίες, ως προς τη διαβίωση των χωρικών είναι μήνας δύσπραγος, μιας και όλα τα αγαθά έχουν καταναλωθεί το χειμώνα: «Απρίλης γρύλης και τιναχτοκοφινίδης» λέει χαρακτηριστικά ο λαός. Η μόνη παρήγορη σκέψη των αγροτών είναι το επικείμενο σε παραγωγή και σοδειά, καλοκαίρι…

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Η ιστορία του χαρταετού


 

«Χαρταετός», έργο του αλεξανδρινού ζωγράφου Γιάννη Μαγκανάρη (1918-2007).

Ο ουρανός την Καθαρά Δευτέρα γεμίζει από χαρταετούς. Πολύχρωμοι και πολυγωνικοί, με τις φουντωτές ναζιάρικες ουρές τους, υψώνονται στον ουρανό σαν προάγγελοι της Άνοιξης και βέβαια ως ένδειξη του τέλους της Αποκριάς.

Ο χαρταετός, παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους και απαραίτητο συστατικό της Καθαρής Δευτέρας, φαίνεται πως άνοιξε τα πολύχρωμα φτερά του πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, περίπου στα 1.000 π.Χ.

Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική στιγμή και η τοποθεσία, που ο πρώτος χαρταετός ανέβηκε στον ουρανό, όμως πιθανότατα οι Κινέζοι έκαναν την αρχή με μια κατασκευή που αντέγραφε τη μορφή των πουλιών. Από τις αρχές του κόσμου ο άνθρωπος ονειρευόταν να πετάξει σαν τα πουλιά – ένα όνειρο που φαίνεται σε γραπτά και εικόνες που χρονολογούνται από το 500 π.Χ. Οι χαρταετοί, λοιπόν, έκαναν την εμφάνιση τους στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια. Εκεί ήταν διαθέσιμα και τα κατάλληλα υλικά για την κατασκευή τους: καλάμια bambou για το πλαίσιο και μετάξι για το πανί και την ουρά.

Με αφετηρία την Άπω Ανατολή ο χαρταετός πέρασε τη δική του «Οδύσσεια» ακολουθώντας αρχαίες διαδρομές και υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ηπείρους, αποκτώντας νέες μορφές και δημιουργώντας μύθους, καθώς έκανε την εμφάνισή του στους διάφορους πολιτισμούς. Οι ανατολικοί λαοί τους έδωσαν ζωντανές μορφές (ψάρια, πουλιά, δράκοντες κ.λπ.). Άλλοι έδεναν σ’ αυτούς (γραμμένες πάνω σε μικρότερο χαρτί) τις αρρώστιες και τις συμφορές και τις άφηναν να φύγουν μακριά, άλλοι έστελναν προς τα επάνω τις ευχές και τις επιθυμίες τους, και άλλοι προσάρμοζαν μικρές φλογέρες στο κεφάλι του αετού, για να σφυρίζουν και να διώχνουν τα κακά πνεύματα. Τέλος, άλλοι σήκωναν ομαδικά τους αετούς, σαν προσευχή στον ουρανό και έψαλλαν ύμνους.

 

Οι χαρταετοί έκαναν την εμφάνιση τους στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια.

Οι χαρταετοί έκαναν την εμφάνιση τους στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια.

 

Στην  ελληνική αρχαιότητα, τον 4ο  αιώνα  π.Χ., ο  μαθηματικός  και  αρχιμηχανικός  Αρχύτας  (440-360 π.Χ.), από  τον  Τάραντα  της  Νότιας  Ιταλίας, καλός  φίλος  του  Πλάτωνα  και  οπαδός  του  Πυθαγόρα, χρησιμοποίησε  στην  αεροδυναμική  του  τον  χαρταετό  και  λέγεται  ότι  ήταν  ο  εφευρέτης  του. Παλαιότερη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί η απεικόνιση σε ελληνικό αγγείο της κλασικής περιόδου μιας κόρης που κρατά στα χέρια της λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, ένα είδος αϊτού δηλαδή, και την οποία ετοιμάζεται να πετάξει. Βέβαια, χρειαζόταν  πολύ και λεπτό χαρτί και χαρτί δεν διέθεταν οι χώρες μας (όπως η Άπω Ανατολή), αφού με δυσκολία έβρισκαν παπύρους, για να γράψουν.

«Ο Χαρταετός», έργο του Ισπανού ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια (1746-1828).

«Ο Χαρταετός», έργο του Ισπανού ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια (1746-1828).

Στην Ευρώπη ο χαρταετός κάνει την εμφάνισή του γύρω στο 1400 μ.Χ. Ο Μάρκο Πόλο γυρίζοντας από τα ταξίδια του φέρνει το χαρταετό στη Μεσαιωνική Ευρώπη. 0 χαρακτήρας του εξαγνισμού, τον οποίο πολλοί απέδιδαν στο πέταγμα του χαρταετού, γίνεται με τον καιρό απολαυστικό παιχνίδι, επιστημονική έμπνευση και πηγή μιας διαρκούς ικανοποίησης του ανθρώπου για την υποταγή της ύλης στα πιο ευφάνταστα και τολμηρά του όνειρα.

Ο χαρταετός στη μακραίωνη ιστορία του χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως: για τη μέτρηση της θερμοκρασίας και της ταχύτητας των ανέμων, για μελέτες της ατμόσφαιρας και του ηλεκτρισμού, αλλά ακόμα και για αεροφωτογραφίσεις. Έσωσε ναυαγούς, έστειλε στρατιωτικά σήματα, κίνησε κάρα, ακόμα και αυτοκίνητα.

 

Στην ιστορική διαδρομή του χαρταετού συνέβησαν πολλά και διάφορα:

 

  • Το 1749 ο Σκωτσέζος μετεωρολόγος Alexander χρησιμοποίησε χαρταετούς με θερμόμετρα, προκειμένου να καταγράψει και να μελετήσει τις θερμοκρασιακές μεταβολές σε μεγάλο υψόμετρο.
  • Το 1752 ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμα με τον χαρταετό, προκειμένου να αποδείξει ότι οι αστραπές δεν είναι τίποτα άλλο παρά στατικός ηλεκτρισμός. Τα χρόνια 1799-1809, ο σερ George Cayley άρχισε να πειραματίζεται με τους χαρταετούς, προκειμένου να κατασκευάσει μια μηχανή που να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ανθρώπους στον αέρα. Και τα κατάφερε! Το 1853 πέτυχε να πετάξει το πρώτο ανεμοπλάνο, που μπόρεσε να σηκώσει το βάρος ενός ατόμου για σαράντα ολόκληρα δευτερόλεπτα.
  • Το 1833 ένας Βρετανός, αυτή τη φορά, μετεωρολόγος, χρησιμοποίησε τους χαρταετούς για να ανυψώνει ανεμόμετρα, ώστε να καταγράφει και να μελετά τις ταχύτητες των ανέμων στα διάφορα υψόμετρα.
  • Το 1887 ο Ε. Β. Archibald τράβηξε τις πρώτες αεροφωτογραφίες χρησιμοποιώντας χαρταετούς. Επίσης, έχουμε μαρτυρίες ότι χαρταετοί έσωσαν ναυαγούς ή χρησιμοποιήθηκαν για αποστολή στρατιωτικών σημάτων!

Από την Ευρώπη ήρθε το παιγνίδι αυτό και στην Ελλάδα, πιάνοντας πρώτα τα λιμάνια της Ανατολής (Σμύρνη, Χίο, Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, έπειτα της Σύρας και των Πατρών, και σιγά-σιγά όλα τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε να αγοραστεί σπάγκος και χρωματιστό χαρτί. Τα χωριατόπαιδα είδαν τα παιδιά των πόλεων στις εκδρομές τους και τα μιμήθηκαν, με πρόχειρα μέσα: ένα κομμάτι χαρτί του μπακάλη (που όμως ήταν βαρύ), ένα φύλλο από τετράδιο του σχολείου, καθώς και νήμα από κουβάρι. Σήμερα βέβαια η κατασκευή ενός χαρταετού είναι σχετικά εύκολη υπόθεση, καθώς υπάρχουν όλα τα τεχνικά μέσα. Αρκεί βέβαια ο κατασκευαστής να έχει κοφτερό μυαλό, επιδέξια χέρια, και βεβαίως έμπνευση.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα ονόματα των χαρταετών δεν είναι διαφορετικά μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά πολλές φορές και από περιοχή σε περιοχή μέσα στην ίδια χώρα. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, τον χαρταετό στη Θράκη τον λένε «πετάκι», στα Επτάνησα «φύσουνα», ενώ γενικά τους εξάγωνους αϊτούς τους λένε και «σμυρνάκια».

Το πέταγμα του χαρταετού. Εξώφυλλο του βιβλίου του Δημητρίου Λουκάτου, «Πασχαλινά και της Άνοιξης», εκδόσεις Φιλιππότη, 1995.

Το πέταγμα του χαρταετού. Εξώφυλλο του βιβλίου του Δημητρίου Λουκάτου, «Πασχαλινά και της Άνοιξης», εκδόσεις Φιλιππότη, 1995.

Για τα ελληνικά κούλουμα ο χαρταετός κατασκευαζόταν πάντα από τα ίδια τα παιδιά, με ή χωρίς τη βοήθεια των δικών τους, με απλά υλικά, όπως χαρτί, καλάμι ή λεπτό πηχάκι, σπάγγο και εφημερίδες και με περισσεύματα από τις αποκριάτικες κορδέλες. Τα στολίδια του χαρταετού είναι ανάλογα με την έμπνευση του κατασκευαστή του, ο οποίος μερικές φορές εξελίσσεται σε πραγματικό καλλιτέχνη, όταν σκέφτεται με αγάπη το έργο του. Αρχίζει από το ανάλαφρα σχισμένο καλάμι, προσέχει την πολυγωνική συμμετρία και τα χαρούμενα χρώματα. Η ουρά του χαρταετού είναι μικρό πανηγύρι γι’ αυτόν. Διαλέγει τα χρώματα και τα ταιριάζει, προσέχοντας το πάχος να είναι συμμετρικό. Βλέπει τον «αετό» σαν πουλί με την ωραία ουρά του.

Όποιος δεν έπαιξε ποτέ του με χαρταετό, δεν κοίταξε όσο χρειάζεται ψηλά. Όποιος δεν ένιωσε την αντίσταση του μεγάλου σπάγκου, δεν κατάλαβε τη δύναμη του αέρα. Κι όποιος δεν φώναξε με την ευθύνη και την πρωτοβουλία του παιδιού, που βλέπει να κινδυνεύει στον ψηλό μετεωρισμό του ο «αετός», δεν ένιωσε τη χαρά και την υπερένταση του να τα βγάζεις πέρα μόνος σου με τη Φύση. Ωραίο και γραφικό θέαμα οι χαρταετοί, πανηγύρι χρωμάτων στον ουρανό. Ας χαρούμε το έθιμο αυτό, με τον συμβολισμό της Καθαρής Ημέρας του, αφού όλοι θα πρέπει να κοιτάμε ψηλά, προς τον ελληνικό ήλιο και τον ελληνικό ουρανό!

Σήμερα, αντί γι αυτά, αγοράζονται έτοιμοι, πλαστικοί… χαρταετοί!  Αν δεν παλέψεις όμως, δεν αγωνιστείς, δεν ιδρώσεις, δεν ματωθείς, για να δέσεις τα καλάμια, να κανονίσεις τα ζύγια και την ουρά, δεν καταλαβαίνεις τι θα πει «πέταγμα χαρταετού»!

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Αλέξης Τότσικας, «Δεύτερη Ανάγνωση», Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2013.

Read Full Post »

Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο»

 

Η βασιλόπιτα είναι ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που τηρείται σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά σπίτια και κυρίως στα ελληνικά. Κανένα από τα ετήσια έθιμα δεν τηρείται τόσο απαράβατα από τους Νεοέλληνες, όπου κι αν βρίσκονται στα πέρατα του κόσμου, και δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο, όσο η βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς. Γιατί ανέκαθεν με το κρυμμένο «φλουρί» της συμβολίζει την εύνοια της τύχης, που θα φανερώσει τον τυχερό του χρόνου.

Πού όμως πρέπει να αναζητήσουμε τη ρίζα του ωραίου εθίμου της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας; Ο ελληνικός λαός είναι φορέας και δημιουργός ενός θαυμαστού πολιτισμού, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, αλλά και στο χριστιανικό Βυζάντιο. Γι’ αυτό και όλα τα έθιμά μας έχουν την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική ερμηνεία τους.

Βασιλόπιτα

Βασιλόπιτα

Οι Λαογράφοι αναζητούν τη ρίζα του εθίμου στην αρχαιοελληνική παράδοση. Από τα πανάρχαια χρόνια σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, από τότε που έμαθαν να κατασκευάζουν αλεύρι οι άνθρωποι, αφιέρωναν στα πνεύματα της βλάστησης μικρά ψωμάκια ως εξιλαστήρια ή ευχαριστήρια προσφορά. Οι Αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στους θεούς σε κάθε μεγάλη καμπή του χρόνου ή της ζωής τους «εορταστικούς άρτους». Κάθε Αθηναίος στρατιώτης, πριν ξεκινήσει για τον πόλεμο, αφιέρωνε στον Άρη, το θεό του πολέμου, τρία ψωμάκια. Ένα για να πάει καλά, ένα για να νικήσει και το τρίτο για να γυρίσει γερός και αρτιμελής. Οι κυνηγοί, για να έχουν πλούσιο κυνήγι αφιέρωναν παρόμοια ψωμάκια στη θεά Άρτεμη, την προστάτιδα του κυνηγιού.  Οι θεριστάδες της γης αφιέρωναν αρτίδια στη θεά Δήμητρα, που τα ονόμαζαν «θαλύσια αρτίδια» στη γιορτή της συγκομιδής και απλώς «άρτους» ή «πλακούντες» στη γιορτή των Θεσμοφορίων.

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων. Στα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο και τον θεωρούσαν θεό της γονιμότητας, καθιέρωσαν  τυπικές θυσίες και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων, υπαίθριες αγορές και τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Στη γιορτή αυτή αντιστρέφονταν οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες και οι δούλοι δεν τιμωρούνταν, αν χλεύαζαν τους κυρίους τους. Αυτό οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός θεώρησε τη λέξη «σατουρνάλια» ταυτόσημη με τα «όργια». Ανάμεσα στα έθιμα της γιορτής ήταν  και η συνήθεια να ζυμώνουν πλακούντες, που στη συνέχεια τους έτρωγαν, για να πάρουν δύναμη. Οι πλακούντες ήταν οι μακρινοί πρόγονοι των πιτών και των κέικ. Η ζύμη τους ήταν παρόμοια με τη ζύμη των ψωμιών, αλλά ήταν εμπλουτισμένη με γάλα, λίπος, μυρωδικά, μπαχαρικά κ.α.

Οι Ρωμαίοι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν στους πλακούντες εκείνους το μεταλλικό νόμισμα για υγεία και καλοχρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Οι Φράγκοι τα επόμενα χρόνια παρέλαβαν από τους ρωμαίους το έθιμο και πρόσθεσαν την ανακήρυξη ως «Βασιλιά της βραδιάς» εκείνου, που θα έβρισκε το τυχερό κομμάτι με το νόμισμα. Σύμφωνα με άλλο έθιμο έβαζαν στην πίτα φασόλι αντί νομίσματος και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».

Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση συνέδεσε αυτό το έθιμο με την ανάμνηση ενός γεγονότος, που συνέβη στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία, όπου επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισάρειας και ζούσε βοηθώντας κάθε φτωχό και ανήμπορο. Υπάρχουν μάλιστα δύο παραδόσεις για το έθιμο αυτό.

Η πρώτη λέει ότι ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε το τέχνασμα αυτό, θέλοντας να προσφέρει χαρά χωρίς να ακούει ούτε ένα ευχαριστώ. Ήθελε να βλέπει τα πρόσωπα των ανθρώπων να φωτίζονται από χαρά. Τι έκανε λοιπόν; Έπαιρνε λίρες, τις έβαζε μέσα στις πίτες και τις μοίραζε στους φτωχούς. Έπειτα καθώς έτρωγαν τις πίτες, έβρισκαν το δώρο του Αγίου Βασιλείου και περνούσαν όμορφα τις γιορτές. Έτσι διατηρήθηκε η παράδοση να βάζουμε και εμείς φλουρί για να τιμήσουμε τον Άγιο Βασίλειο και προς τιμήν του ονομάσαμε την πίτα, βασιλόπιτα.

Η δεύτερη παράδοση έχει να κάνει με μία ιστορία που συνέβη στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου, τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη Καισάρεια. Κάποια χρονιά έπεσε μεγάλη σιτοδεία στη χώρα,  η γη δεν κάρπισε και ο κόσμος πεινούσε. Ο σκληρός όμως Έπαρχος Ελβίνιος ζητούσε οπωσδήποτε το φόρο της «δεκάτης» και απειλούσε με επιδρομή και λεηλασία την Καισάρεια. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης και κάθε νοικοκύρη να προσφέρει ένα χρυσαφικό, για να τα παραδώσουν ως «λύτρα» στον Έπαρχο και να σώσουν την πόλη και τη ζωή τους. Έτσι μαζεύτηκε ένας ολόκληρος θησαυρός. Ο Άγιος  πήγε και συνάντησε το σκληρό Έπαρχο, του εξιστόρησε το δράμα των ανθρώπων και του είπε ότι ως νομοταγείς πολίτες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν τους φόρους στερούμενοι χρυσά κειμήλια και αγαπημένα τους κοσμήματα. Με τη γλύκα του λόγου του μαλάκωσε την ψυχή του Έπαρχου και καταλάγιασε τόσο το θυμό του, ώστε αποφάσισε να χαρίσει τους φόρους και παρακάλεσε τον Ποιμενάρχη να επιστρέψει τον θησαυρό στο ποίμνιό του.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μέγας Βασίλειος προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό τα χρυσαφικά που είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως, που ο στρατηγός άνοιξε το σεντούκι και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους στρατιώτες του  και σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Κατά την παράδοση ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος Αγγέλων, που απομάκρυνε το στρατό του Έπαρχου και απάλλαξε την πόλη από την καταστροφή.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας, αλλά ο Μέγας Βασίλειος βρέθηκε σε δύσκολη θέση!  Έπρεπε να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και να πάρει ο καθένας το δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, αφού δεν ήξερε τι ανήκε στον καθένα. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε με μια ωραία ιδέα. Επειδή ο κόσμος πεινούσε, έδωσε εντολή και ετοιμάστηκαν τόσοι εορτάσιμοι άρτοι, όσες και οι οικογένειες, που είχαν προσφέρει τιμαλφή. Σε κάθε  άρτο τοποθετήθηκε και από ένα χρυσό αντικείμενο και άφησε στη χάρη του Θεού να καθορίσει τί θα τύχαινε στον καθένα. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό και έβρισκε μέσα το χρυσαφικό της! Από τότε η βασιλόπιτα με το «φλουρί», για τον τυχερό του χρόνου, καθιερώθηκε σαν έθιμο, που εορτάζεται την πρώτη μέρα του χρόνου στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου.

Τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη, λένε οι Λαογράφοι, τους παρασκεύαζαν οι Βυζαντινοί. Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά. Αυτές τις πίτες τις συνέδεσαν με το θρύλο του Αγίου Βασιλείου και τις καθιέρωσαν ως αναπόσπαστο άρτυμα και έθιμο της πρωτοχρονιάς. Έτσι η βασιλόπιτα ξεκίνησε σαν αρχαιοελληνική λατρευτική ιερή συνήθεια, πέρασε μέσω των Ρωμαίων στο Βυζάντιο, όπου ενδύθηκε το χριστιανικό μανδύα, δέθηκε με τη γιορτή ενός από τους πιο προσφιλείς Αγίους της ελληνικής ορθοδοξίας, του Αγίου Βασιλείου, που τιμάται η μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου, και έφτασε στις μέρες μας ως το χαρακτηριστικότερο έθιμο της ελληνικής πρωτοχρονιάς.

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Το έθιμο της βασιλόπιτας λοιπόν, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη του Αγίου Βασιλείου. Στις μέρες μας βάζουμε μέσα στην πίτα ένα κέρμα, το φλουρί, πιστεύοντας ότι σε όποιον πέσει, αυτός θα είναι ο τυχερός και ευνομούμενος του νέου έτους! Οι συνταγές ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή, όπως βέβαια και το γούρι καλής τύχης, που μπαίνει στα τοπικά πρωτοχρονιάτικα ψωμιά, τις πίτες και τα κέικ. Σήμερα, το φλουρί- είτε πραγματικό νόμισμα είτε ψεύτικο- είναι αυτό που παίρνουν οι περισσότεροι από εμάς, όταν πετύχουν το τυχερό κομμάτι. Αλλά στο παρελθόν το γούρι μπορεί να ήταν ένα άσπρο κουμπί ή ένα κομμάτι κόκκινη κλωστή, ιδίως αν η οικογένεια ήταν φτωχή. Σε ορισμένες περιοχές έβαζαν βελανίδια και κομμάτια καλαμποκιού ή ακόμα και μικρά κλαδάκια από κάποια δέντρα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι στο παρελθόν, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθένας. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα «σημάδια» δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για «τάξιμο». Και τα κομμάτια της πίτας τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν «φιλιά». Σε όποιου γιου το «φιλί» έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σε όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι ,το ξερικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχυρο τα ζωντανά κ.λ.π.

Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας στο παρελθόν γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έπειτα έκανε με κλειδί, με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι, και την ώρα ακριβώς που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά. Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς. Και όταν τελείωνε το εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριον θρυμμάτιζε και σκορπούσε ένα κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.

Η Βασιλόπιτα κατά το ελληνικό έθιμο κόβεται και σήμερα σε οικογενειακή συγκέντρωση αμέσως με τον ερχομό του νέου έτους κυρίως μετά από το φαγοπότι της βραδιάς και ακολουθεί χαρτοπαιξία «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Έτσι στις 12.00 ακριβώς τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του έτους σβήνουν τα φώτα και μετά από ένα λεπτό ξανανάβουν και εύχονται όλοι «χρόνια πολλά» και «ευτυχισμένο το νέο έτος». Τότε η νοικοκυρά του σπιτιού φέρνει τη Βασιλόπιτα στο τραπέζι και ο νοικοκύρης, αφού τη σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές, αρχίζει να την κόβει σε τριγωνικά κομμάτια, που τα  προσφέρει σε κάθε παριστάμενο μέλος της οικογένειας, φίλους και συγγενείς με πρώτο το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας και του Άι Βασίλη και κατόπιν του σπιτιού, του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς και των υπόλοιπων παρισταμένων κατά τάξη συγγένειας και ηλικία με τελευταίο το κομμάτι του φτωχού, χωρίς βέβαια να λησμονούνται και τα πρόσωπα της οικογένειας, που για διάφορους λόγους δεν παρίστανται. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να κοπεί κομμάτι «για την εταιρεία», «για το μαγαζί» κ.λ.π..

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας γίνεται και τις άλλες μέρες του «Δωδεκαήμερου» των εορτών. Ο Νεοέλληνας ως μέλος μιας οικογένειας, ενός Συλλόγου ή μιας κοινωνίας οργανωμένων ατόμων, δεν εννοεί αλλαγή του χρόνου, χωρίς την κοπή της βασιλόπιτας. Υπουργεία, γραφεία και σύλλογοι μπορεί να κόβουν βασιλόπιτες μέχρι και το Φεβρουάριο.

Σήμερα βέβαια σε πολλές περιπτώσεις την έχουμε προσαρμόσει στα γαστρονομικά αστικά δεδομένα της καταναλωτικής κοινωνίας και την έχουμε μετατρέψει σε ένα ευωδιαστό  αρτογλύκισμα πολυτελείας – τσουρέκι κατά προτίμηση – για το οποίο τη λύση δίνει το ζαχαροπλαστείο. Υπάρχουν όμως ακόμα άξιες Ελληνίδες νοικοκυρές, που με θρησκευτική ευλάβεια επιμένουν να την παρασκευάζουν με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι όπως τον έμαθαν από τη μάνα τους, με συνταγή που και εκείνη είχε διδαχθεί από τη δική της μάνα, συνεχίζοντας παράδοση αιώνων. Οι εξαιρετικές ιδιότητες, που αποδίδονταν κάποτε στη βασιλόπιτα, συνετέλεσαν, ώστε η ετοιμασία της να γίνεται με συμβολική τελετουργία και να συνοδεύεται συχνά από πράξεις αναλογικής μαγείας. Γιατί στη συλλογική συνείδηση του λαού μας η βασιλόπιτα ήταν κάποτε πρωτοχρονιάτικο σύμβολο με εξαιρετικές ιδιότητες, καθοριστικές για την τύχη των ανθρώπων, των ζωντανών και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής οικογένειας. Γι’ αυτό και ο τρόπος παρασκευής της ακόμα  εξασφάλιζε την καλοχρονιά. Και τέτοιες δοξασίες δύσκολα ξεριζώνονται από την ψυχή του λαού.

  

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο αριθμός 7


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», κείμενο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο αριθμός 7»

 

Η επιστήμη των αριθμών αποτελεί το θεμέλιο κάθε γνώσης σε όλους τους πολιτισμούς. Από την αρχαιότητα δεν υπάρχει λαός  με φιλοσοφία ή παράδοση, που να μην δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς. Χαλδαίοι, Βαβυλώνιοι, Κινέζοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Ίνκας και άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν τους αριθμούς για να εκφράσουν τις κοσμογονικές τους αντιλήψεις. Μερικοί αριθμοί ωστόσο, όπως το 3, το 4, το 7 και το 9, προσέλκυσαν την ιδιαίτερη προσοχή των ανθρώπων. Τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στη φύση, οι συμπτώσεις, οι συνδυασμοί, τα διάφορα περιστατικά, που συνδέθηκαν με τους αριθμούς αυτούς, έδωσαν αφορμή να αναπτυχθεί ένα είδος μυστηριακής λατρείας γύρω τους.

Ο αριθμός 7

Ο αριθμός 7

Οι δοξασίες γύρω από τον αριθμό 7 κυριάρχησαν στους περισσότερους λαούς της αρχαιότητας και ο απόηχός τους φτάνει ως τις μέρες μας ερεθίζοντας το νου και του σημερινού ανθρώπου. Ο αριθμός 7 θεωρείται ιερός και συμβολικός και κλείνει μέσα του μια δύναμη μυστηριακή. Αν προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλα τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μυστηριώδη αριθμό, θα χρειαστούμε ολόκληρο βιβλίο. Ας δούμε όμως μερικές εφαρμογές του αριθμού 7:

Κατά τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 7 είναι «αμήτωρ», αφού δεν είναι γινόμενο παραγόντων. Είναι ακόμη το σύμβολο της τελειότητας, γιατί είναι άθροισμα του 3 και του 4, που εκφράζουν τα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το 7 ως μυστηριώδη αριθμό και για τις γεωμετρικές του ιδιότητες, επειδή 7 σημεία δεν μπορούν να δημιουργήσουν συμμετρία σε ένα κύκλο!

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ακόμα τον αριθμό 7 ως εικόνα και πρότυπο της τάξης και της αρμονίας στη φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία (σύμβολο της θείας τριάδας σε όλους τους λαούς, χριστιανικούς και παγανιστικούς), στην οποία προστίθεται το ένα ή η θεία μονάδα (3Χ2+1=7).

Για τους Ανατολικούς λαούς οι 7 πλανητικές σφαίρες αντιπροσωπεύονται από τους 7 κρίκους, που φορούν οι γυναίκες στα 7 μέρη του σώματος, που διακοσμούνται (κεφάλι, λαιμό, χέρια, πόδια, αυτιά, μύτη και μέση). Η κινέζικη φιλοσοφία 7 σημεία θεωρεί ως θεμελιώδη (αέρας, νερό, μέταλλο, αιθέρας, φωτιά, ξύλο και γη).

Οι αρχαίοι ανατολικοί λαοί πίστευαν ότι 7 ήταν οι μεγάλες θεότητες και 7 τα μεγάλα αστέρια. Οι Χαλδαίοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Ινδοί και Πέρσες μέτρησαν τους 7 πλανήτες, τα 7 άστρα της μεγάλης Άρκτου και τα 7 της μικρής Άρκτου. Οι Μουσουλμάνοι δικαιούνται να έχουν 7 γυναίκες σύμφωνα με το Κοράνι. Κάθε φάση της Σελήνης διαρκεί 7 ημέρες.

Για τους Εβραίους 7 μέρες κρατούσαν οι γιορτές της σκηνοπηγίας , 7 χρόνια διαρκούσε το Σαββατικό έτος και 7 τέτοια έτη αποτελούσαν το Ιωβηλαίο. Επτά ιερείς με 7 σάλπιγγες γύριζαν γύρω από την Ιεριχώ για 7 μέρες και την 7η ημέρα έκαναν 7 φορές το γύρω των τειχών της. Επτάφωτη ήταν η ιερή λυχνία, την έβδομη μέρα από την γέννηση γινόταν η περιτομή των αγοριών, επτά φορές συγχωρούνταν τα αμαρτήματα, στο επταπλάσιο ο κλέφτης αποζημίωνε τον παθόντα.

Η αρχαία Ελλάδα είχε 7 σοφούς (Θαλής, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Πιττακός, Σόλων και Χίλων) και η εκπαίδευση των αγοριών στην αρχαία Σπάρτη άρχιζε στα επτά τους χρόνια. Οι ελεύθερες τέχνες στην αρχαιότητα ήταν 7  (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική, αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία) και  7  τα θαύματα του αρχαίου κόσμου (Κολοσσός Ρόδου, πυραμίδα Χέοπος, Μαυσωλείο  Αλικαρνασσού, Φάρος Αλεξάνδρειας, κρεμαστοί κήποι Βαβυλώνας, Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο). 7 στρατηγοί εκστρατεύσανε κατά της Θήβας στους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου (Άδραστος –Πολυνείκης – Τυδέας – Αμφίαραος – Καπανέας – Ιππομέδοντας – Παρθενοπαίος) και 7 ήρωες (Ετεοκλής – Πολυφόντας – Μελάνιππος – Μεγαρέας – Ύπερος – Λασθένης – Άκτορας) υπερασπίστηκαν τις 7 πύλες της Θήβας.

7 πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου (Χίος, Σμύρνη, Κύμη, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα) και με 7διπλο βοδινό δέρμα ήταν φτιαγμένη η ασπίδα του Αίαντα στην Ιλιάδα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χώριζαν τους ωκεανούς του κόσμου σε 7 θάλασσες (Αιγαίο,  Μεσόγειο, Αδριατική, Μαύρη, Ερυθρά,  Κασπία, Περσικό Κόλπο).

Στον 7ο μήνα της κύησης πρέπει να γεννηθεί το έμβρυο για να επιζήσει, στον 7ο μήνα ζωής βγάζει δόντια και στο 7ο έτος τα ανανεώνει. Σε επτάδες χώριζαν την ηλικία του ανθρώπου (ως 7 βρεφική, ως 14 παιδική, 21 εφηβική, 28 νεανική, 35 ωριμότητα, 42 ακμή κ.λ.π.), 7 είναι τα ανοίγματα της κεφαλής (2 μάτια, 2 αυτιά, 2 ρουθούνια, 1 στόμα), 7 τα σπλάχνα (στομάχι, καρδιά, σπλήνα, συκώτι, πνευμόνι και 2 νεφροί), 7 και οι αποκρίσεις του ανθρώπινου οργανισμού (δάκρυ, μύξα, σάλιο, σπέρμα, ούρα, κόπρανα και ιδρώτας).

Ο Όμηρος θέλει 7 τις αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα, 7 χορδές έχει η λύρα του, επτάπηχο ανδριάντα του δώρισαν οι Αιγύπτιοι. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια στο νησί της Καλυψώς και στο μύθο του Θησέα 7 παλικάρια και 7 κόρες έστελναν για τροφή στο Μινώταυρο.

Ξεχωριστή θέση έχει ο αριθμός 7 και στην Παλαιά διαθήκη: Οι μέρες της Δημιουργίας ήταν 7, την 7η ημέρα έπλασε ο θεός τον άνθρωπο και η 7η ημέρα της Δημιουργίας είναι ημέρα ανάπαυσης και αργίας και συμβολίζει την ολοκλήρωση και την τελειότητα!. Το Πάσχα διαρκούσε 7 ημέρες. Ο Νώε έβαλε στην κιβωτό 7 ζεύγη ζώων και πτηνών, Ο Κατακλυσμός άρχισε 7 μέρες μετά την είσοδο του Νώε στην κιβωτό, την 7η μέρα μετά τον Κατακλυσμό έστειλε ο Νώε το περιστέρι έξω και 7 ημέρες και 7 νύκτες ταξίδεψε το περιστέρι μέχρι να επιστρέψει στην Κιβωτό.  Ο Φαραώ ονειρεύτηκε 7 παχιές και 7 αδύνατες αγελάδες, καθώς και 7 καρποφόρα και 7 άκαρπα στάχια. Η λυχνία του Μωυσή ήταν επτάφωτη.  Ο βασιλιάς Δαβίδ 7 φορές την ημέρα υμνούσε το Θεό και 7 πλεξίδες είχαν τα μαλλιά του Σαμψών, που του έδιναν τη δύναμή. Ο αριθμός 7 χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη 70 φορές!

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Κωνσταντινούπολη, που είχε και επτά ονόματα (Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Αντωνία, Θησαυρός του Ισλάμ, Διαχωριστής του Κόσμου, Ινσταμπούλ, και Κωνσταντινούπολη.), πολιορκήθηκε από τους Μωαμεθανούς 7 φορές και αλώθηκε μετά από 7 εβδομάδες από τον έβδομο Σουλτάνο των Οσμανιδών.

Στην ορθόδοξη εκκλησία 7 είναι τα ιερά μυστήρια (Γάμος, Βάπτιση, Χρίσμα, Ευχέλαιο, Μετάληψη, Εξομολόγηση, Ιεροσύνη),  7 είναι τα θαύματα του Χριστού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη,  7 οι κύριες αρετές (ταπεινότητα, ευσπλαχνία, αγνότητα, φιλαλληλία, επιείκεια, καλοσύνη, εργατικότητα),  7  τα θανάσιμα αμαρτήματα ((φιλαργυρία, πορνεία, γαστριμαργία, φθόνος, οργή, ακηδία) και 7 οι ευχές που περιέχει το «Πάτερ ημών», 3 για το Θεό (αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου) και 4 για τις ανάγκες του ανθρώπου (τον άρτον ημών δος, άφες τα οφειλήματα, μη εισενέγκεις εις πειρασμόν, ρύσαι από του πονηρού).

Τα χρώματα του φάσματος και του ουράνιου τόξου είναι7 (κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο, βαθυγάλαζο, βιολετί). Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υποψίες ότι ο Νεύτων, που μίλησε πρώτη φορά για τα χρώματα, διέκρινε έξι χρώματα και πρόσθεσε το χρώμα indigo – βαθυγάλαζο, λουλακί – για να συμπληρωθεί ο «μαγικός» αριθμός επτά.

Οι  νότες του πενταγράμμου 7, οι φθόγγοι της μουσικής 7 (do, re, mi, fa, sol, la, si ), 7  και της βυζαντινής μουσικής (πα, βου, γα, δι, και, ζω, νι), 7 οι καλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, ποίηση, χορός, μουσική και κινηματογράφος),  7 τα μέταλλα των αλχημιστών ( χρυσός,  άργυρος,  υδράργυρος,  χαλκός, σίδηρος, κασσίτερος, μόλυβδος),  7 τα άστρα στον αστερισμό Πλειάδες, (Αλκυόνη, Μερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Κελαινώ, Μαία, Αστερόπη),  7 οι ουρανοί του κόσμου και  7 τα κακά της μοίρας μας!.

Στη δημώδη γλώσσα υπάρχουν πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το εφτά: εφτάδιπλος, εφτάζυμο, εφταήμερο, εφτάπηχος, εφτάψυχος, εφταμηνίτικος, εφτάστερος, εφτασφράγιστος, εφτάφωτος, επτάλοφος, επταπύργιο, Επτάνησα, Επταχώρι, επταδάκτυλος, επτάχορδος, εφτασύλλαβος και «7 τραγούδια θα σου πω / για να διαλέξεις το σκοπό / που θα μου πεις και θα σου πω / το σ’ αγαπώ» έλεγε το γνωστό τραγούδι του Χατζηδάκι, Τα Επτάνησα του Ιονίου πελάγους είναι 7 ( Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Λευκάδα, Κύθηρα και Παξοί),  7 οι νάνοι στη Χιονάτη, 7 χρόνια κράτησε η δικτατορία του 67,  7 τα φωνήεντα της αλφαβήτου, 7up το γνωστό αναψυκτικό και τη θύρα 7 έχουν οι φανατικοί φίλοι του Ολυμπιακού!

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αριθμός αυτός κρύβει κάτι το ξεχωριστό και μυστηριώδες, αφού από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο την ζωή μας.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Ο εορτασμός του Πάσχα στην Άρεια Ναυπλίου


 

 

Το Πάσχα η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, γιορταζόταν στην Άρεια με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Οι προετοιμασίες για τη Λαμπρή άρχιζαν πολύ ενωρίς. Η πρώτη μέριμνα ήταν το πασχαλινό αρνί. Το λαμπριάτικο μανάρι, όπως τόλεγαν, έπρεπε να ήταν αρνί, όχι κατσίκι και, φυσικά, δεν το αγόραζαν από το χασάπη τις παραμονές της γιορτής, αλλά το μανάρευε κάθε οικογένεια. Από τρόφιμα δεν αγόραζαν τίποτε. Ζυμαρικά, όσπρια, φρούτα, λαχανικά, ζαρζαβα-τικά, γάλα, τυρί κ.λ.π., ήταν όλα από τη δική τους παραγωγή. Το ίδιο και τα κρεατικά. Κάθε οικογένεια είχε απ’ όλα τα οικόσιτα. Κότες πολλές και αυγά πολλά για τις ανάγκες της οικογέ-νειας, αλλά και για να πωλούν σε Ναυπλιείς που προτιμούσαν τα φρέσκα για τα μικρά παιδιά τους.

Αφθονούσαν λοιπόν τα κοτόπουλα και οι γαλοπούλες ελεύθερης βοσκής. Θρεμμένα όλα με αγνές τροφές για την οικογένεια και για το εμπόριο. Η κατσίκα και η προβατίνα, ήταν απαραί-τητα οικόσιτα. Από την προβατίνα που γεννούσε δύο και τρία αρνιά πρώιμα, πριν από τα Χριστούγεννα, το καλύτερο, το ξεχώριζαν και το προόριζαν για το Πάσχα. Το «Λαμπριάτη», τον περιποιούνταν ιδιαίτερα για να μεγαλώσει, όσο το δυνατόν πιο πολύ, ως το Πάσχα.

Δεύτερη μεγάλη φροντίδα ήταν η καθαριότητα του σπιτιού. Τη βουβή βδομάδα, (πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα), όλες οι γυναίκες βρίσκονταν σε συναγερμό. Έβγαζαν τα πράγματα έξω και άσπριζαν με ασβέστη όλο το εσωτερικό του σπιτιού. Μόνο τη μεγάλη σάλα την έβαφαν κατά το πλείστον με χρώμα φυστικί. Για το άσπρισμα των εσωτερικών χώρων χρησιμο-ποιούσαν βούρτσα. Για τις αυλές και τις μάνδρες χρησιμοποιούσαν και ψεκαστήρα. Μετά τακτοποιούσαν τα πράγματα του σπιτιού και όλα άστραφταν από καθαριότητα και νοικοκυροσύνη. Μοσχοβολούσε ο τόπος από το φρέσκο ασβέστωμα που έδινε συγχρόνως μια ευχάριστη και εντυπωσιακή εικόνα.

Η καθαριότητα των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων ήταν μια άλλη προετοιμασία. Τα ασπρόρουχα ήθελαν ειδικό τρόπο. Άναβαν φωτιά με ξύλα για να βράσει το νερό στο μεγάλο καζάνι. Τα ζεμάτιζαν και τα έβαζαν στο μπουγαδοκόφινο, (μεγάλο καλάθι), αφού προηγου-μένως είχαν ντύσει τα τοιχώματα του μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Όταν γέμιζε το καλάθι με ρούχα, τοποθετούσαν πάνω απ’ αυτό ένα άλλο πανέρι ντυμένο, και μέσα σ’ αυτό έβαζαν αρκετή στάχτη. Σ’ αυτή έριχναν πολλές φορές καυτό νερό, με τις κολοκυθόκουπες που φιλτραριζόταν και βρέχονταν τα ρούχα. Μετά τα έπλεναν στη σκάφη με σπιτίσιο σαπούνι. Τα ξέβγαζαν με άφθονο κρύο νερό μέσα στο οποίο διέλυαν λουλάκι (γαλάζια χρωστική σκόνη που παραγόταν από την Ινδικοφόρο ή Βαφική) και τα ρούχα γίνονταν ολόλευκα. Αυτό έδινε μεγάλη ικανοποίηση στις νοικοκυρές.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Μια από τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης εβδομάδας έκαναν το ζύμωμα και τα κουλούρια. Τα «καλά», τα κουλούρια της αμμωνίας, όπως και σήμερα και τα προζυμένια ή «κοιμιστά». Απ’ τα τελευταία έφτιαχναν πολλά. Τα τοποθετούσαν ένα – ένα με σειρά επάνω στα κρεβάτια. Τα σκέπαζαν και περίμεναν πότε θα γίνουν για να τα φουρνίσουν. Αργούσαν να γίνουν επειδή ήταν ζυμωμένα με αλεύρι, προζύμι, νερό, γάλα, κανέλλα, ζάχαρη και βούτυρο. Τα έλεγαν «κοιμιστά», επειδή έμεναν πολλές ώρες σκεπασμένα στο κρεβάτι, σαν να «κοιμόντουσαν». Όλα αυτά τα έψηναν στο φούρνο που είχε κάθε σπίτι. Τα ξύλα τα προμηθεύονταν από το βουνό, όπου φύονται άφθονα πουρνάρια. Τα έκοβαν με το ειδικό εργαλείο, το κλαροξίνι. Έφτιαχναν έξι δεμάτια, τα φόρτωναν στη γαϊδουρίτσα και τα κατέβαζαν στο σπίτι. Άλλοι έδεναν τα δεμάτια όλα μαζί με την μεγάλη τριχιά και η «ζαλιά» μ’ ένα σπρώξιμο έπαιρνε τον κατήφορο.

Τις μέρες αυτές μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα του χωριού από τα ψησίματα. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά, ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή οι νέες κοπέλες στόλιζαν, από το πρωί, τον Επιτάφιο με άνθη νεραντζιάς και άλλα λουλούδια. Συγχρόνως έψελναν τους λυπητερούς ύμνους στον Εσταυρωμένο Χριστό. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα…» κ.λ.π. Το βράδυ παρακολουθούσαν όλοι την ακολουθία και την περιφορά του επιταφίου, ψέλνοντας τα εγκώμια.

Τα μικρά παιδιά, παρ’ ότι ζήλευαν, δεν τολμούσαν να ζητήσουν κουλούρια. Πάνω απ’ όλα σεβασμός στην παράδοση. Κάποτε, κάποτε, όμως, έκαναν στα κρυφά και τις «παρανομίες» τους. Έτσι η αγωνία πότε θάρθει η Λαμπρή κορυφωνόταν και όλοι μικροί και μεγάλοι ένιωθαν, ουσιαστικά, τις Άγιες αυτές ημέρες. Το Μεγάλο Σάββατο έπρεπε κάθε σπίτι να σφάξει το Πασχαλινό αρνί που μανάρευε πάνω από τέσσερις μήνες και θα ήταν το λιγότερο είκοσι οκάδες. Την στιγμή που τόσφαζαν έριχναν και βαρελότα ή καμιά ντουφέκια.

Το δέρμα του αρνιού την επόμενη μέρα το πρωί όλοι το πήγαιναν και το χάριζαν στην εκκλησία. Η συγκέντρωση γινόταν στο προαύλιο του ναού από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Τα ζύγιζαν και τα πωλούσαν την ίδια μέρα σε δερματέμπορους. Το ωραίο αυτό έθιμο ήταν ένα σημαντικό έσοδο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Η νηστεία όλο το πενηντάημερο, όπως τόλεγαν, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως ήταν υποχρεωτική για μικρούς και μεγάλους. Κρέας, ψάρια, αυγά και τυροκομικά δεν είχαν θέση στο τραπέζι. Έτσι η Λαμπρή για τα μικρά παιδιά ήταν ημέρα εναγώνιας προσμονής για τα καινούργια ρούχα, τα άσπρα παπούτσια, αλλά και για την παύση της νηστείας.

Τη νύχτα της Αναστάσεως παρακολουθούσαν όλοι τη Θεία Λειτουργία. Δεν έφευγε κανένας. Συνήθως μετά τον ασπασμό της εικόνας της Αναστάσεως αποχωρούσε η μητέρα που πήγαινε στο σπίτι για να αποτελειώσει την πατροπαράδοτη σούπα ή μαγειρίτσα. Τα μικρά παιδιά, που συνήθιζαν να κοινωνούν τη Μεγάλη Πέμπτη, είχαν στην τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι και μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν, έτρωγαν και έδιναν τέλος στην ανυπομονησία τους, λόγω της πολυήμερης νηστείας. Μετά το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας, γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα, όλοι χαρούμενοι γύριζαν στο σπίτι κρατώντας τη λαμπάδα με το Άγιο Φως.

Ο πατέρας με την αναμμένη λαμπάδα έκανε το σημείο του σταυρού στο πάνω μέρος της εξώπορτας και ύστερα την έδινε στη γυναίκα του λέγοντας της: «Χριστός Ανέστη». Εκείνη απαντούσε: «Αληθώς Ανέστη». Και με το φως της λαμπάδας άναβε το καντήλι. Πολλές είχαν την ωραία συνήθεια να διατηρούν το φως αυτά ακοίμητο (χωρίς να σβήσει) μέχρι και την παραμονή της Αναλήψεως, που παύει να λέγεται το Χριστός Ανέστη. Ύστερα όλη η οικογένεια καθόταν στο τραπέζι. Ο πατέρας έπαιρνε στα χέρια του τη μεγάλη Πασχαλινή Κουλούρα με το κόκκινο αυγό στη μέση. Τη σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε τέσσερα μεγάλα κομμάτια, ενώ η οικοδέσποινα την τεμάχιζε σε μικρότερα. Τσούγκριζαν μεταξύ τους τα κόκκινα αυγά, λέγοντας πάλι το «Χριστός Ανέστη» και άρχιζαν να τρώνε με όρεξη την πεντανόστιμη μαγειρίτσα, μετά από τόση μεγάλη νηστεία.

Την Κυριακή, πρώτη μέρα της Αναστάσεως και μετά το μεσημεριανό φαγητό γύρω στις 4μ.μ. ο παπάς χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα και καλούσε τους πιστούς να παρακολουθήσουν τον «Εσπερινό της Αγάπης». Όλοι καλοντυμένοι με τις καλύτερες φορεσιές και με τη λαμπάδα έτρεχαν στην εκκλησιά. Τις ωραιότερες φορεσιές τις είχαν τα κορίτσια και τα αγόρια εκείνα, που είχαν σειρά για να παντρευτούν. Οι μητέρες έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο ντύσιμο των κοριτσιών που έπρεπε να παντρευτούν. Τους έραβαν ωραία φορέματα και τα στόλιζαν με κοσμήματα της εποχής, δηλαδή, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και άλλα για να διακρίνονται.

Η μεγάλη ημέρα της Χριστιανοσύνης είχε την θρησκευτική, αλλά και την κοινωνική της πλευρά. Από την ημέρα αυτή της ωραίας εμφάνισης των νέων ξεκινούσαν τα περισσότερα προξενιά. Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα αισθήματα. Επικρατούσε όμως ο ρομαντισμός, η σοβαρότητα, ο αμοιβαίος σεβασμός και η γνήσια αγάπη που απέβλεπε στο μυστήριο του γάμου. Όταν τέλειωνε η χαρμόσυνη ακολουθία, έτσι όπως ήσαν λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι από το φως της Αναστάσεως, έδιναν μεταξύ τους τον ασπασμό της αγάπης. Οποιαδήποτε έχθρα μικρή ή μεγάλη την ημέρα αυτή λησμονιόταν. Δεν υπήρχαν εχθροί, παρά μόνο φίλοι, αδελφοί και συγγενείς. Το «συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει», που ψαλλόταν με έμφαση και τόνο πανηγυρικό, γαλήνευε τις καρδιές όλων και τις έκαμε απαλές, συγχωρητικές.

Έτσι, καθώς έβγαιναν αδελφωμένοι μέσα από τη λαμπροφόρα Εκκλησιά, έστηναν χορό στην πλατεία του χωριού, «τα πέντε αλώνια» μέχρι που νύχτωνε. Χορό μεγάλο, από δύο και τρεις κύκλους, ώστε να χωρούν όλοι και να αισθάνονται όλοι πραγματικά αδελφωμένοι και συγχωρεμένοι. Οι καλοφωνάρηδες και οι καλοφωνάρισσες άρχιζαν πρώτοι το τραγούδι και ύστερα όλοι μ’ ένα στόμα και με μια φωνή επαναλάμβαναν τα λόγια τους. Τα τραγούδια ήταν τα δημοτικά και το περιεχόμενο τους ανάλογο με τη μεγάλη Θρησκευτική γιορτή και τη γιορτή της ανοίξεως. Φυσικά, από τον πλούσιο κατάλογο των δημοτικών τραγουδιών, δεν έλειπαν και τα ντόπια, αυτά που έφτιαχναν οι πιο επιτήδειοι και τα τραγουδούσαν πολλές φορές και με μεγαλύτερη ευθυμία.

 

Βλάσης Π. Βαμβακάς

«Άρεια – Το μπαλκόνι τ’ Άναπλιού», Ναύπλιο, 2006.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »