Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βελεστινλής – Φεραίος Ρήγας  (1757-1798)


« Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»

 

Ο Ρήγας  υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους.

Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» :

               

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,

μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες  στα βουνά;

……………………………………………………..

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

………………………………………………….

 

Προσωπογραφία του Ρήγα, ελαιογραφία του Ανδρέα Κριεζή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές. Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.  Όταν επέστρεψε, δίδαξε για ένα χρόνο στο σχολείο άλλου πηλιορείτικου χωριού, του Κισσού.

Μετά τα πρώιμα θεσσαλικά του χρόνια, ο Ρήγας φύση ανήσυχη και τολμηρή, βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με τα φαναριώτικα περιβάλλοντα της κοινωνίας των Ρωμιών πιθανότατα με την οικογένεια του λόγιου Μεγάλου Διερμηνέα και αργότερα ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.        

Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς.

Η Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.

Στη Βιέννη τυπώνει, εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη « Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη  να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία  και δόξα.

Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα  το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα « Ελευθερία- Ισότης – Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος  και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο.

Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα.  Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία.

Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του.

Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας, έργο Νίκου Εγγονόπουλου.

Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην»  συγγραφέας του βιβλίου  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806.

Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα :

          « Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…

        Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…

       Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν  έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της.

       Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον  αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος  ελευθέρωσιν.»

Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος». Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο  και τη θυσία του ήταν μεγάλη. 

Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό»  ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό: Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του.

Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά,  ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας.  Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον».

Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα,  τιμώντας το μεγάλο τέκνο της  και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

                                                                      

Σπύρος Κ. Καραμούντζος 

 

 

 

Read Full Post »

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Read Full Post »

Ψωροκώσταινα


 

 

Το όνομα «Ψωροκώσταινα»[1] το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος.

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος [2] (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.

Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακλουθώντας τον Βενιαμίν Λέσβιο στην Ύδρα και αργότερα, στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, [3] ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Το 1826 έγινε έρανος [4] στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε  στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».

Η πλύστρα Πανώρεια όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις –  να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.

Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρεια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανώρειας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.

Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανώρεια Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε το ακόλουθο σημείωμα στον «Νέον Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368: «Ψωροκώσταινα. Περί της επωνυμίας ταύτης, δι’ ης αυτοκακίζεται το ημέτερον έθνος, εγράφησαν τα εξής εν τη εφημερίδι Έθνει τη 2 Σεπτεμβρίου 1915. Η περίφημος, η κλασσική, η πασίγνωστος προσωνυμία της ημετέρας πατρίδος λοιπόν, το σκληρόν και χαρακτηριστικόν εκείνο παρατσούκλι «ψωροκώσταινα» έχει την ιστορίαν του. Η «ψωροκώσταινα» κατήγετο από τας Κυδωνιάς, ήτο σύζυγος του εμπόρου Κώστα Αϊβαλιώτη και ωνομάζετο Πανώρεια. Τω 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον σύζυγον και τα τέσσερα τέκνα της Πανώρειας, και αύτη μετεφέρθη από έναν ψαριανόν εις τα Ψαρά, όπου εύρε τον συμπατριώτην της διδάσκαλον Βενιαμίν τον Λέσβιον και τον ηκολούθησεν εις το Ναύπλιον. Εκεί έζησεν αρκετόν καιρόν, αλλά κατά την ερήμωσιν της Πελοποννήσου υπό του Ιμβραήμ περιέπεσεν εις μεγάλην πενίαν, αναλαβούσα να διατρέφη δωδεκάδα ορφανών. Ο προστάτης της διδάσκαλος είχεν αποθάνει από τύφον, και το παρατσούκλι της αυτό… την Ελλάδα… ετίμησε κατόπιν ολόκληρον». Βλ. και Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία, τ. 1ος, 297-298.

[2] «Ενταύθα αναγνωρισθείσα υπό του ομοιοπαθούς διδασκάλου των Κυδωνιών Βενιαμίν του Λεσβίου, ηκολούθησεν αυτόν εις Πελοπόννησον και βραδύτερον εις Ναύπλιον, άμα ως τούτο ηλώθη υπό των Ελλήνων. Η Πανώρεια πάσαν την στοργήν της συνεκέντρωσεν ήδη εις τον γηραιόν διδάσκαλον Βενιαμίν, τον οποίον όμως ταχέως επέπρωτο να θρηνήση αποθανόντα εκ του μαστίζοντος τότε την πόλιν του Ναυπλίου φοβερού λοιμώδους τύφου, ου τα σπέρματα κατέλιπον εις την αλωθείσαν πόλιν οι αναχωρήσαντες Οθωμανοί κάτοικοι αυτής», Ημερολόγιον Σκόκου 1905, «Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως».

[3] Βενιαμίν Λέσβιος. Λόγιος και μοναχός με σαφή την επιρροή του πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατηγορήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους για τη διδασκαλία της νέας φυσικής κοσμολογίας. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συμμετείχε στην οργάνωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα πολιτικά δρώμενα της επαναστατημένης χώρας.

[4] Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

“Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!” 

“Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!”  

 

Πηγές


 

 

  • Τάκης Νατσούλης, «Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
  • Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα», τεύχος 13.
  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη: Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

Read Full Post »

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

 Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης – Τροιζήνας


 

 Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου-5 Μαΐου 1827). Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτη της Ελλάδας» για επταετή θητεία, ψήφισε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και για το λόγο αυτό διακήρυττε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Τη ρητή αυτή διακήρυξη επαναλάμβαναν όλα τα Ελληνικά Συντάγματα μετά το 1864.

Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα. Καθιέρωνε μιαν αυστηρή διάκριση των εξουσιών αναθέτοντας στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, ονομαζόμενο Βουλή, τη νομοθετική. Ο Κυβερνήτης είχε απλώς το δικαίωμα αναβλητικού veto στα νομοσχέδια, ενώ δεν είχε και το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Ο ίδιος ήταν «απαραβίαστος», ενώ οι «Γραμματείς της Επικράτειας», δηλαδή οι Υπουργοί, αναλάμβαναν την ευθύνη για τις δημόσιες πράξεις του (και έτσι ενυπήρχαν στο Σύνταγμα του 1827 τα πρώτα ψήγματα της κοινοβουλευτικής αρχής). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εμπεριέχει την αρτιότερη και πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ των Συνταγμάτων της εποχής.

Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828.

 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των αντιπροσώπων της επαναστατημένης Ελλάδας είχε αρχί­σει τις εργασίες της στις 6 του Απρίλη του 1826 στην Επίδαυρο, αλλά σε λίγες μέρες διακό­πηκε από τους διαπληκτισμούς και τις διχόνοιες που ξέσπασαν ανάμεσα στα μέλη της. Τότε η διοικητική επιτροπή της Ελλάδας, που την αποτελούσαν ο Ανδρέας Ζαΐμης ως πρόεδρος και γενικός γραμματέας ο Χιώτης γιατρός και πολιτικός Γεώργιος Γλαράκης και μέλη οι Δ. Τσαμαδός, Π. Μαυρομιχάλης, Σ. Τρικούπης, Π. Δ. Δημητρακόπουλος, Α. Χ. Αναργύρου, Α. Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος και I. Βλάχος, πήγε στην Αίγινα και με τον ισχυρισμό ότι μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να ορίσει τον τόπο, όπου θα έπρεπε να συνεχιστούν οι εργασίες της συνέλευσης, κάλεσε τους πληρεξούσιους να πάνε εκεί.

Επίσης τούτη η επιτροπή υποστήριζε ότι είχε και το δικαίωμα να αναγνωρίζει ως νόμιμους πληρεξούσιους του έθνους μόνο αυ­τούς που απαρτίζανε την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου. Και σύμφωνα με τούτη την άποψη, η συνέλευση που θα γινόταν στην Αίγινα θα υπολογιζόταν ως συνέχεια εκείνης της Επιδαύρου, όπου και θα έπαιρναν μέρος μόνο οι πληρεξούσιοι που ήταν πριν στην Επί­δαυρο.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Αλλά μια μεγάλη ομάδα πληρεξούσιων διαφώνησε με όλα αυτά. Για τον τόπο της συνέ­χισης των εργασιών της εθνικής συνέλευσης είχε αντίρρηση και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, όμως δεν παρέλειπε να πιέζει την επιτροπή της συνέλευσης για την ανάγκη να μη χάνεται χρόνος. Από τ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1826 παρότρυνε τούτη την επιτροπή γράφοντας: «Τώρα είναι καιρός να προκηρύξετε, ως επιτροπή της Συνελεύσεως, να τελειώσωμεν την Συνέλευσιν του απερασμένου Απριλίου και θέλει χασομερίσωμε. Τώρα είναι καιρός, είναι χειμώνας και ούτε ημείς πολεμούμε, ούτε ο Ιμπραΐμης». Σε ερώτηση της επιτροπής, για το ποιον τόπο θεωρούσε σίγουρο για τη συνέλευση, αποκρίθηκε: «Απάνω στην Πελοπόννησο να γένη η Συνέλευσις, να έχωμε και έγνοια τον Ιμπραΐμη οπού να δίνωμε εις το στρατικό βοήθειαν εις κάθε ανάγκην, διότι έχομε τον εχθρόν εις την πόρτα μας». Και για σίγουρους τόπους πρότεινε: «Είναι το Λενίδι, είναι το Κρανίδι, είναι το Καστρί, είναι και η Πιάδα, από τους τέσσερους τόπους, όποιον θέλετε εκλεχτέ».

Και συνεχίζει: «Με αποκρίθηκαν: Να ρωτήσωμεν και την διοικητικήν επιτροπήν. Και ανταμώσαμεν, και ωμίλησαν τα δυο σώματα, και αποφάσισαν με δόλο, ή εις τον Πόρο, ή εις την Αίγιναν, δια να κάμουν την Συνέλευσιν κατά θέλησίν τους, όποιον πληρεξούσιον θέλουν να εμβάζουν, όποιον δεν θέλουν να μην τον δέχωνται εις το νησί. Και μου αποκρίθηκε η επιτροπή την ομιλίαν οπού έκαμε με το άλλο σώμα το Κυβερνητικό ότι να γένη η Συνέλευσις εις τον Πόρο ή εις την Αί­γινα. Και εγώ δεν το εδέχθηκα, και τους επροφασίστηκα ότι: Εγώ εις το γιαλό δεν εμπαίνω γιατί έκαμα όρκο όταν με είχαν εις την Ύδρα[i] και δεν μπαίνω πλοίο στο πέλαγο. Εάν δεν είμαι εις την Συνέλευσιν εγώ που ήμουν ένα άτομο δεν έβλαβε, όμως είχα πολλούς ψήφους, και από άρματα και από πολιτικούς, είχα και άλλους που δεν ήθελαν να πάνε».

  

Η Συνέλευση στην Ερμιόνη


 

Ύστερα από μάταιες προσπάθειες για συνεννόηση ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να πάει στην Ερμιόνη: «Και της ευθύς επήγα εις το σπίτι μου και καβάλληκα και επήρα και τον Τσώκρη[ii] με διακοσίους ανθρώπους και τον Νικολάκη Πονηρό[iii] και Αναγνωστάκο, ανήμε­ρα του Αγίου Δημητρίου, και όσο να πάγω στην Ερμιόνη εσύναξα τετρακοσίους. Και μα­θαίνοντας ότι εγώ πάγω στην Ερμιόνη, σηκώθηκαν και αι δύο επιτροπαί και επήγαν εις την Αίγινα και επροκήρυξαν την Συνέλευσιν. Και επροκήρυξα και εγώ να μαζωχτούν να κάμωμε την Συνέλευσιν στην Ερμιόνη.

Έστειλα τον Νικολάκη Πονηρό εις την Ύδρα, εις τον κυρ-Γιώργη[iv] και λοιπούς Υδραίους και ήλθον οι Υδραίοι και η Συνέλευσις η εδική μας ήτον ως ενενήντα πληρεξούσιοι και εις την Αίγινα ήτον πενήντα με ταις δυο επιτροπές».

Στην Ερμιόνη λοιπόν μαζεύτηκαν οι περισσότεροι πληρεξούσιοι, που κατά το Αρχείο Μάμουκα ήσαν 141[v], αν και ο Κολοκοτρώνης τους υπολογίζει ως 90. Εκεί παραβρέθηκαν, εκτός από τους πληρεξούσιους που είχαν πάρει μέρος στη συνέλευση της Επιδαύρου, και άλλοι από επαρχίες που είχαν αγωνιστεί ενάντια στους Τούρκους και είχαν απελευθερωθεί και που αυτοί της Αίγινας δεν ήθελαν να τους αναγνωρίσουν.

Ο Κολοκοτρώνης είχε στρατοπεδεύσει στην Ερμιόνη από τον Νοέμβρη του 1826 και επιδιδόταν σε δραστήριες ενέργειες για να συνεχιστεί η συνέλευση εκεί, ερχόμενος σε συνεν­νόηση με τους κυριότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς της επαναστατημένης Ελλάδας. Αλλά οι συγκεντρωμένοι στην Αίγινα πληρεξούσιοι επιμένανε στην άποψή τους και για τον τόπο της συνέλευσης και για την αναγνώριση των αντιπροσώπων. Όσοι πάλι μαζεύτη­καν στην Ερμιόνη παραμένανε αμετάπειστοι, υποστηρίζοντας ότι η άποψη αυτή ούτε νόμι­μη ήταν, ούτε δίκαιη, και ότι τον τόπο της συνέλευσης μόνο η πλειοψηφία των πληρεξού­σιων, με ανανεωμένη μάλιστα τη λαϊκή εντολή, μπορούσε να τον καθορίσει.

Η διαμάχη αυτή είχε συγκλονίσει το λαό και το στρατό σε όλη την επαναστατημένη χώ­ρα. Η γενική κατάσταση ήτανε κρίσιμη. Το Μεσολόγγι έπεσε. Η ακρόπολη της Αθήνας κιν­δύνευε. Ο στρατός είχε εξαντληθεί και πολεμοφόδια και τρόφιμα δεν υπήρχαν. Κι ακόμα οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη, που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των Τούρκων και των Ευρωπαίων πρεσβευτών με επικεφαλής τον Βρετανό πρέσβη, είχανε σταματήσει, αφού δεν στέλνονταν οδηγίες από την Ελλάδα. Γενική απογοήτευση επικρατούσε που κο­ρυφωνόταν από τη διαμάχη των πληρεξούσιων του Έθνους.

Η απειλή, να καταστραφεί ό,τι είχε επιτευχθεί ως τώρα για τον απελευθερωτικό αγώνα και για τη σωτηρία της πατρίδας, είτανε φανερή. Μέσα στις συνθήκες αυτές με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη προκηρύχτηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης στην Ερμιόνη. Εκλέχτηκε πρόεδρος της συνέλευ­σης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αλλά παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιατρός Γεώργιος Σισίνης με γραμματέα τον Νικόλαο Σπηλιάδη, που διέθετε εξαίρετη μόρφωση και γλωσσο­μάθεια. Βοηθοί του πρώτου γραμματέα ορίστηκαν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Γεώργιος Χρηστίδης ή Μιχαήλ Χρυσηίδης. Ο Σισίνης φιλοξενήθηκε σε σπίτι Κομμά. Βουλευτήριο έγινε το σπίτι Οικονόμου. Ο Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν γενικός αρχηγός του Στρατού, είχε εγκαταστήσει το αρχη­γείο του στο σπίτι του Γιάννη Μήτσα-Μίτζα.[vi]

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνε­δριάσεις, από 18 του Γενάρη του 1827 ως τις 10 του Φλεβάρη, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν στις 11 του Φλεβάρη και τέλειωσαν στις 17 του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Κατά τις προκαταρκτικές συνεδριάσεις εκλέχτηκε φρούραρχος της συνέλευσης ο στρα­τηγός Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς, ανεψιός του Κολοκοτρώνη, και αποφασίστη­κε όπως η φρουρά αποτελεστεί απο τετρακόσιους άντρες. Και για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα γενικά, αποφασίστηκε η πώληση των προσόδων του Κάτω Ναχαγέ.

Στη διάρκεια τούτων των συνεδριάσεων έφτασε έγγραφο από την Αίγινα με την πρότα­ση να συγκληθεί η Εθνοσυνέλευση σε τρίτον τόπο. Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση-πρόσκληση να πάνε εκεί οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, όπου με το δικαίωμα της πλειοψη­φίας είχε αποφασιστεί και οριστεί ως τόπος της συνέλευσης. Έφτασε επίσης γράμμα από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, γραμμένο στο στρατόπεδο του στο Δίστομο της Λειβαδιάς. Ο γενικός αρχηγός των στρατοπέδων της Στερεάς Ελλάδας συ­νιστούσε ομόνοια και αδελφοσύνη και πρότεινε ως τρίτον τόπο της συνέλευσης τη Σαλαμίνα.

Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση όπου αναφερόταν: «Τώρα εσχάτως ήλθον απε­σταλμένοι και εξ Αιγίνης δι’αυτήν την ιδίαν περί του τόπου υπόθεσιν και είδον ότι το δι­καίωμα των πλειόνων και ουχί άλλος τις αποφασίζει τόπον Συνελεύσεως την Ερμιόνην, ήτις και άλλως είναι τόπος κατά πάντα πρόσφορος και κατάλληλος δια τούτο και όσοι δεν κυριεύονται ειμή υπό απλούν το συμφέρον της Πατρίδος δεν έμειναν αμετάπειστοι, ούτε θ’αργήσουν να μεταβούν και εκείνοι εξ Αιγίνης εδώ και τους άλλους να παρακινήσουν να μεταβούν».[vii]

Κι ακόμη ζητούσαν από τον Καραϊσκάκη να παρακινήσει τους πληρεξούσι­ους των μερών του να πάνε στην Ερμιόνη το γρηγορότερο για να μην «αναβάλλεται η ωφέ­λεια της Πατρίδος» σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Δεύτερο έγγραφο έφτασε από την Αίγινα, που καλούσε τους πληρεξούσιους της Ερμιό­νης να πάνε εκεί και τόνιζε ότι καμιά πράξη των συγκεντρωμένων στην Ερμιόνη δεν θα αναγνωριζόταν ως νόμιμη. Σε τούτο δεν δόθηκε απάντηση.

Πριν αρχίσουν οι τακτικές συνεδριάσεις, έγινε θρησκευτική τελετή στην εκκλησιά των Ταξιαρχών και ακολούθησε ορκωμοσία των πληρεξούσιων. Στη συνέχεια άρχισαν οι εργα­σίες της πρώτης τακτικής συνεδρίασης, όπου πάρθηκε απόφαση να μη θεωρηθούν ως νόμι­μοι οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, γιατί δεν αντιπροσώπευαν το λαό. Μετά εγκρίθηκε ο κα­νονισμός των εργασιών του σώματος, οι διατάξεις δηλαδή των συνεδριάσεων και καθορί­στηκαν οι οδηγίες προς το φρούραρχο και προς τον αστυνόμο.

Κατά τις τακτικές αυτές συνεδριάσεις αποφασίστηκε να εκστρατεύσει ο Γενναίος Κο­λοκοτρώνης για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αττικής με 4.500 άντρες.[viii]

Επίσης εγκρίθηκε η πρόταση να ακολουθήσουν οι συνεδριάσεις της Ερμιόνης τον αριθ­μό των προηγούμενων συνεδριάσεων της Επιδαύρου ως συνέχειά τους. Δεύτερη πρόταση που εγκρίθηκε ήτανε να σταλεί γράμμα προς τον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Κωνσταντι­νούπολη Stratford Canning,  όπου να αναφέρεται η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους προς αυτόν και προς τους πρεσβευτές των άλλων μεγάλων δυνάμεων, για τη θερμή υποστή­ριξη των ελληνικών δικαίων κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Τούρκους για ειρήνη.

Στη διάρκεια της πέμπτης συνεδρίασης διαβάστηκε μήνυμα του αγωνιστή Αναστάση Λιδωρίκη από τη Δωρίδα, γραμμένο στη Σαλαμίνα, όπου έκανε γνωστό στη συνέλευση, ότι έρχεται στην Ερμιόνη μαζί με άλλους πληρεξούσιους από τη Στερεά Ελλάδα.

Στις συνεδριάσεις της Ερμιόνης συζητήθηκαν πολλά θέματα και πάρθηκαν αποφάσεις, όπως η απόφαση να αποζημιωθούν από τα ωφελήματα της ελληνικής επικράτειας, μετά την οποιαδήποτε αποκατάσταση του Έθνους, όσοι αγωνιστές ζημιώθηκαν και δυστύχησαν και εγκρίθηκε ανάλογο ψήφισμα. Διαβάστηκαν ακόμη αναφορές από διάφορα μέρη που ζητού­σαν βοήθεια σε πολεμοφόδια, τρόφιμα, γιδοπρόβατα, ζωοτροφές.

Από τη 13η συνεδρίαση στάλθηκε γράμμα προς το λόρδο Thomas Cochrane, που βρισκό­τανε τότε στη Μεσόγειο, με την παράκληση να έρθει στις ελληνικές θάλασσες και να βοηθή­σει στον απελευθερωτικόν αγώνα. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε όπως η βάση του ελ­ληνικού πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.

Στη 16η συνέλευση διαβάστηκε έγγραφο του Κολοκοτρώνη, όπου πρότεινε τον Άγγλο στρατηγό  Richard Church ως αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων της ξηράς και το λόρ­δο Cochrane ως αρχηγό των ναυτικών δυνάμεων. Ακόμη πρότεινε την εκλογή κυβερνήτη της Ελλάδας υποδείχνοντας τον πολιτικό και διπλωμάτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 Γράφει σχε­τικά ο Κολοκοτρώνης:

«Και ημείς τον Μάρτιον μήνα, σαν εγινήκαμε πλήρεις ενενήντα, αρχίσαμεν ταις εργασίαις μας και εβάλαμεν πρόεδρον τον Σισίνην. Τότινες έφτασε και ο Κό­χραν και τον εψηφίσαμεν αρχιθαλάσσιον εις ταις τρεις μοίραις Σπετσών, Υδραίων και Ψα­ρών. Εις τον ίδιον καιρόν ήλθε και ο Τσούρτς, διατί έλεγε η Συνέλευσις της Αιγίνης, ότι ο Κολοκοτρώνης γυρεύει πάντα να γίνη αρχιστράτηγος της Ελλάδος, κ’εγώ αποφάσισα, δια να μην ευρίσκουν αυτήν την πρόφασιν, έρηξα την φιλοτιμίαν μου κάτω δια την αγάπην της Πατρίδος, και έρηξαν κάτω την φιλοτιμίαν τους και αι τρεις νήσοι, και υπόγραψαν αρχιθαλάσσιον τον Κόχραν».

Η διαίρεση ανάμεσα στους πληρεξούσιους της Αίγινας, που ήσαν οπαδοί της κυβέρνη­σης του Αντρέα Ζαΐμη, και σε κείνους της Ερμιόνης, που ανήκαν στην αντιπολίτευση, εξα­κολουθούσε, αφού ούτε οι πρώτοι υποχωρούσαν, ούτε οι δεύτεροι: «Η διαίρεσις ακολου­θούσε τρεις μήνας. Ο Άμιλτων ευρισκότανε τον τότε καιρό εκεί, επήγαινε και εις την Αίγι­να και έρχονταν και εις ημάς να μας ενώση να κάμωμε την συνέλευσίν μας και ημείς ελέγαμε: Ας έλθουν εδώ οι Αιγινήται, που είμεθα πλειότεροι και τους δεχόμαστε. Εκείνοι έλεγαν το ίδιο. Και εφιλονικούνταν το πράγμα και έγραφαν εις τον μινίστρο Κάνιγγ ως επιτροπή και εγώ έγραφα ατομικώς. Και ελάβαιναν και εκείνοι απόκρισιν, ελάβαινα και εγώ».

Πολλές προσπάθειες καταβάλανε οι Άγγλοι για την ένωση των δυο ομάδων, αλλά η πλειοψηφία των πληρεξούσιων της Ερμιόνης ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει τη συνέλευ­ση εκεί και οι προσπάθειες δεν καρποφορούσαν: «Και ερχόμενος ο Κόχραν εις τον Πόρον, επήρα τον Μεταξά[ix] να τον ανταμώσω εις το καράβι και ωμιλήσαμεν τα όσα αποφάσισε η συνέλευσίς μας. Αυτός εζήτησε την ένωσιν και ημείς ελέγαμεν την ιδίαν ομιλίαν: Ας έλθη η συνέλευσις της Αίγινας και ημείς την δεχόμεθα.

Και είδα εις την ομιλίαν του την φαντασίαν οπού είχεν ο Κόχραν και εγώ του αποκρίθηκα, ως ‘Ελλην, φαντασμένα. Βγαίνοντας αναχωρήσαμεν και επήγαμεν πίσω στην Ερμιόνη και εκρατήσαμε και τον γκενεράλη Τσούρτς εις την Ερμιόνη. Και τότε έσμιξε ο Κόχραν με τον Τσούρτς και έγιναν μια γνώμη δια να μας συμβιβάσουν».

Μέσα στις συνθήκες αυτές έφτασε στη συνέλευση της Ερμιόνης και η έκκληση από την Αθήνα για βοήθεια: «Εκείναις ταις ώραις έγραφαν από την Αθήνα, ότι είναι στενοχωρημέ­νοι από στρατεύματα, και τότε η συνέλευσις μ’ επεφόρτισε να στείλω στρατεύματα, και διέ­ταξα τον Γενναίον και όλαις ταις επαρχίαις και σε είκοσι ημέραις έγινε με τρεις χιλιάδας, και με υποσχέθηκε η συνέλευσις ότι να τους πληρώσει, το έθνος, τους λουφέδες και έτσι εμείναμε ήσυχοι. Τότες ήλθαν οι δυο αρχηγοί της θαλάσσης και της ξηράς να μας ενώσουν, και να εύρουν ένα τρίτον τόπον, δια να τελειώσουν την συνέλευσιν, και ο τρίτος τόπος ήταν η Τροιζήνα, λεγόμενη Δαμαλά.

Όμως αποκρίθημεν των αρχηγών: «Ημείς πηγαίνομεν, όσα πρακτικά έχομεν κάμει να είναι επικυρωμένα από την συνέλευσιν, η φρουρά να μείνη η ιδία (τον Νικηταρά είχαμεν) και αν στερχθούν ερχόμεθα και ημείς εις την Τροιζήνα. Και έτσι εστέρχθησαν οι Αιγινήται. Και εσηκώθημεν και τα δύο μέρη και εσμίξαμεν εις την Τροιζήνα, και ενωμένοι εις την Τροιζήνα αρχίσαμεν τα πρακτικά (όσα είχαμεν καμωμένα ημείς έμειναν ασάλευτα) και αρχίσαμεν εμπρός».[x]

Τελικά οι προσπάθειες για ένωση έφεραν αποτέλεσμα και αφού έγινε δεχτός ο όρος των πληρεξούσιων της Ερμιόνης να αναγνωριστούν τα πρακτικά της συνέλευσής τους. Η περιπόθητη ένωση έφερε ανακούφιση και στο λαό και στο στρατό ύστερα από πολύμηνη αγωνία.

Οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στη συνέλευση της Ερμιόνης, γράφουν: «Η θέση της Ερμιό­νης ήτο τοιαύτη, και εθεωρείτο τόσον ασφαλής, λόγω της γειτονίας προς τας δύο πολεμι­κάς νήσους και το Ναύπλιον, ώστε πολλοί κατέφευγον εις αυτήν, μετά δε τους εμφυλίους πολέμους, τας διαιρέσεις και την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν δια της πτώσεως του Μεσολογγίου, προεκρίθη από τους αντιπολιτευμένους την νέαν κυβέρνησιν του Ανδρέα Ζαΐμη, ως τόπος της Εθνικής Συνελεύσεως.

Πράγματι όταν η Γ’ εν Επιδαύρω συνέλευσις ανέβαλε τας εργασίας της, εψήφισεν ότι θα συνήρχετο τον Σεπτέμβριον 1826 εις ό,τι μέρος θα συνεκαλήτο από την επιτροπήν της συνελεύσεως. Δις οι πληρεξούσιοι εκλήθησαν εις τον Πόρον και ουδείς μετέβη. Αφού δε απεφασίσθη να συγκληθή η συνέλευσις εις Αίγιναν, όπου και η κυβέρνησις, οι αντιπολιτευόμενοι έχοντες επί κεφαλής τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, εξωθούμενοι από τους Κουντουριώτας και αριθμούντες τους κρατίστους εκ των κατά ξηράν και θάλασσαν πολεμικών αρχηγών, συνεκεντρώθησαν εις Ερμιόνην και εκάλεσαν τους λοιπούς παλαιούς και νέους συναδέλφους, να συνέλθωσιν εις το Καστρί, δυνάμει του ψηφίσματος της εν Επιδαύρω Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις και μεταξύ των αντιπολιτευομένων επήλθε διαφωνία, ήτις εκλόνισε την δύναμίν των προς στιγμήν απειλήσασαν να επικράτηση. Εστάλησαν εξ Αιγίνης πρεσβείαι όπως μεταπείσουν τους εν Ερμιό­νη. Επί μακρόν και ο Άγγλος κομμοδόρος Χάμιλτων και εμμέσως ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Στράτφορδ Κάνιγγ επάσχιζον προς τούτο. Επροτείνετο τέλος να εξευρεθή ουδέτερος τόπος, ένθα, εάν δεν εφαίνετο ο καπνός των πολιορκούντων την Ακρόπολιν κα­νονίων, να ηκούετο τουλάχιστον ο κρότος αυτών. Ουδέν όμως ίσχυσε.

  

Τροιζήνα


 

Τροιζήνα

Και την 11 Φεβρου­αρίου 1827 εκηρύχθη η έναρξις της εν Ερμιόνη Εθνικής συνελεύσεως, υπό την προεδρίαν του γηραιού Σισίνη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας κατέφθασεν ο Ριχάρδος Τσουρτζ, και μετ’ αυ­τόν, κατά Μάρτιον ο λόρδος Κόχραν. Αμφότεροι συνήνεσαν εις την εκλογήν ως τόπου της συνελεύσεως την Τροιζήνα (των Δαμαλών), πικρότατα δε εμέμφθησαν τους εν Ερμιόνη επι­μένοντας. Ο Κόχραν μάλιστα απηύθυνε δριμύτατον έγγραφον, χάρις εις το οποίον οι εν Ερμιόνη επείσθησαν να μεταβώσιν εις Τροιζήνα. Και ούτω διελύθη το κέντρον τούτο της αντιπολιτευομένης τον Ζαΐμην μερίδος, χωρίς να θεωρηθή ως πραγματική η εν Ερμιόνη Εθνική συνέλευσις».[xi]

Στον Δαμαλά (Τροιζήνα) συνεχίστηκαν και τέλειωσαν οι εργασίες της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης και εκεί ψηφίστηκε η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια[xii] ως κυβερνήτη.

Παρά την ικανοποίηση που ένιωσε και ο λαός της Ερμιόνης για την ένωση των πληρε­ξούσιων, λυπήθηκε πολύ που δεν θα άκουγε πια τα «τούμπανα» που καλούσαν τα μέλη της συνέλευσης στο Βουλευτήριο και θα έλειπε από τον τόπο τους η ζωηρή κίνηση. Η μεγάλη συγκίνηση και η ιδιαίτερη ανησυχία που είχε κυριέψει λαό και πολεμιστές στο διάστημα της διαίρεσης και η αγωνία για την ένωση και τη σωτηρία του αγώνα και της πατρίδας δεν αγνοήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Οι παρακάτω στίχοι τραγουδιούνταν και στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη και σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα:

Στην Αιγίνη δε θα γίνει.

Στην Ερμιόνη δεν τελειώνει.

Στο Δαμαλά πάει καλά.

Εκεί θα τελειωθεί

και η Ελλάδα θα σωθεί.[xiii]

 

Πηγές


  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Βουλή των Ελλήνων, «Από την Επανάσταση έως την Καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας  (1821-1864)».

 

 

Υποσημειώσεις


[i] Κατά τον εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στους επαναστάτες μετά τις νίκες στα Δερβενάκια και στ’ Ανάπλι ο Κολοκοτρώνης έχασε το γιο του Πάνο και ο ίδιος φυλακίστηκε στην Ύδρα.

[ii] Είναι ο αγωνιστής Δημήτριος Τσώκρης από το Άργος.

[iii] Νικόλαος Πονηρόπουλος, νομικός που ο Κολοκοτρώνης συνήθιζε να τον λέει Πονηρό.

[iv] Πρόκειται για τον Υδραίο πολιτικό Γιώργη Κουντουριώτη.

[v] Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 14-18.

[vi] Ο άξιος Ερμιονίτης αγωνιστής Γιάννης Μήτσας-Μίτζας με την έκρηξη της επανάστασης τέθηκε επικεφαλής Ερμιονιτών και Διδυμιωτών αγωνιστών και πήρε μέρος σε μάχες στο Άργος, στα Δερβενάκια, στο Παλαμήδι και αλλού. Στη διάρκεια της εθνικής συνέλευσης διοικούσε 45 άντρες φρουρούς της Ερμιόνης. Στη συνέχεια πήγε στην Αττική και τέθηκε στις διαταγές του Καραϊσκάκη. Στην άτυχη μάχη του Νέου Φαλήρου βρήκε ένδοξο θάνα­το στο πλευρό του αρχηγού του. Ο Κολοκοτρώνης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ισάξιος του ήταν και ο αδελφός του Σταμάτης.

[vii] Μάλλωσης ο.π. σ. 23

[viii] Κατά τον Κολοκοτρώνη, ο.π. σ. 145, τρεις χιλιάδες.

[ix] Αντρέας Μεταξάς, πολιτικός και στρατιωτικός του αγώνα του 1821 από την Κεφαλονιά.

[x] Κολοκοτρώνης ο.π. α. 145-146. – Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 267.

[xi] Γ. Δ. Καψάλης – Γ. Δ. Κορομηλάς, Μεγ. Ελλ. Εγκ. τομ. 11, σ. 570, Ερμιόνη.

[xii] Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος, για επτά χρόνια. Στις σχετικές συζητήσεις παρατηρήθηκε διχογνωμία και η τελική επιλογή προκάλεσε δυσάρεστα αισθήματα σε ορισμένους προύχοντες. Εκδόθηκαν συνολικά 24 ψηφίσματα στα οποία, μεταξύ άλλων, διορίστηκε επιτροπή για τον έλεγχο των δανείων, αποκαταστάθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης στα πολιτικά του δικαιώματα, ενώ ψηφίσθηκαν ομόφωνα αρχηγοί των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας οι Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church) και ο λόρδος Cochrane αντίστοιχα.

Στην Τροιζήνα, η συνέλευση αναθεώρησε τον Νόμο της Επιδαύρου, το σύνταγμα που είχε ψηφίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1823. Η Συνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε την 1η Μαΐου 1827 το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το τρίτο κατά σειρά της ελληνικής επανάστασης και περισσότερο δημοκρατικό και φιλελεύθερο από τα προηγούμενα. Για την απονομή της δικαιοσύνης θεσμοθετήθηκαν τα ειρηνοδικεία, τα επαρχιακά και ανέκκλητα, ενώ ορίστηκε επιπλέον «ανώτατο» ή «ακυρωτικό δικαστήριο» στην έδρα της κυβέρνησης.

[xiii] Μάλλωσης ο.π. σ. 12.

 

Read Full Post »

Κασομούλης Νικόλαος (1795 – 1872)


Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1795 και πέθανε το 1872. Από τα νεανικά του χρόνια έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Πολέμησε στα Ψαρά, στην Ύδρα , στους Μύλους, στο Μεσολόγγι. Πρωτοστάτησε στη Έξοδο και περιέγραψε κατόπιν με αφηγηματική δύναμη τη γενναιότητα των πολιορκημένων. Πολέμησε επίσης στην Αττική και στην Κόρινθο.

 

Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872)

Αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων του Αγώνα, γεννημένος στην Κοζάνη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές της επανάστασης του Ολύμπου.* Μετά την αποτυχία της, κατέφυγε στην περιοχή του Ασπροπόταμου και έγινε γραμματικός του καπετάνιου Στορνάρη, τον οποίο και ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Υπήρξε συνεργάτης του Καραϊσκάκη. Το 1826 βρίσκεται μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, μαζί με τους αδερφούς του, Δημήτριο και Γεώργιο. Συνέταξε την απόφαση της εξόδου καθ’ υπαγόρευση του Επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ και επιφορτίστηκε την αποστολή να συντονίσει τις ενέργειες όλων των τμημάτων, ώστε να επιτύχει η Έξοδος. Κατά την έξοδο τραυματίστηκε θανάσιμα ο αδερφός του Δημήτριος.

Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Έγινε φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, καθώς και φρούραρχος στη Λαμία και το Μπούρτζι. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων το 1836, για την οποία δίνει πολύτιμες πληροφορίες στο Ημερολόγιο.  Έγραψε τα απομνημονεύματα του Αγώνα με τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», έργο σημαντικό για την Επανάσταση, αλλά και για την κοινωνία της εποχής.

Στο έργο του Κασομούλη, εκτός των άλλων, βρίσκουμε και πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την καθημερινότητα κατά το 19ο αιώνα, αλλά και σχετικά με τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των αγωνιστών του ΄21, τον τρόπο ενδυμασίας και γενικά τον τρόπο ζωής κατά την περίοδο αυτή. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την ανάλυση και την περιγραφή των κωδικών επικοινωνίας, τόσο των κυρίαρχων όσο και των επιμέρους περιθωριακών συμπεριφορών, οι οποίες χαρακτηρίζουν την εποχή του 19ου αιώνα στα Βαλκάνια και ειδικότερα στις ελληνικές περιοχές.

 

Υποσημείωση


  

* Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη.

Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά». Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα.

Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο.

Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιθωριακοί», τεύχος 265, 16 Δεκεμβρίου 2004.
  • Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Αρ. Τεύχους 133, Σεπτέμβριος 2007.

Read Full Post »

Η Επανάσταση του ’21 και η αναγνώριση της Ελλάδας από την Αϊτή (1822)


Η Αϊτή υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Το 1822, ο πρόεδρος της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγιέ (JeanPierre Boyer), απέστειλε στην Ελληνική Επιτροπή των Παρισίων και τα μέλη του «διευθυντηρίου» της, Αδαμάντιο Κοραή, Κ. Πολυχρονιάδη, Α. Βογορίδη και Χρ. Κλωνάρη, επιστολή, με την οποία η χώρα της Καραϊβικής αναγνώριζε τότε την ανεξάρτητη Ελλάδα.

Ζαν Πιερ Μπουαγιέ

Είχε προηγηθεί επιστολή του Κοραή και άλλων επιφανών Ελλήνων των Παρισίων προς τον Βόγιερ, με την οποία του ζητούσαν βοήθεια για την Επανάσταση, κατόπιν συστάσεων του περίφημου στρατηγού Λαφαγιέτ και του Επισκόπου Βλαισών Γρηγορίου, που είχε επισκεφθεί την περιοχή. Η Αϊτή, προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν η πρώτη χώρα που κατάργησε τη δουλεία και κυβερνήθηκε από μαύρους.

Το γράμμα προς τον Αδαμάντιο Κοραή και τους άλλους τρεις Έλληνες, διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του φιλικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος:

 

Επιστολή Μπουαγιέ προς Αδαμάντιο  Κοραή

 

Ιωάννης Πέτρου Βόγερ, πρόεδρος του Χαϊτίου (Αϊτή), προς τους πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Χρ. Κλωνάρην.

Εις τα Παρίσια

Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20ή παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας. Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται την ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ην μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε.

Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και διά των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας.

Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου, εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ων έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκη, επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ου η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος.

Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα, υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ης προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν.

Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, ας λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεικνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ην επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων.

Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας

 

Πηγές


  • Καθημερινή, αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.
  • Διονυσίου Κόκκινου «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος 2, σελίδες 444-446, και Τάσου Βουρνά, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», Αθήνα, εκδόσεις Τολίδης, σελ. 94.
  • Ελευθεροτυπία, «Το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας», Χρήστος Μιχαηλίδης, Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010.

  

 

Αϊτή – Από την επανάσταση των σκλάβων στην απόλυτη φτώχεια


Mark Danner

The New York Times

H Αϊτή είναι η αγαπημένη τραγωδία όλων. Πολύ πριν την πλήξει η καταστροφική μανία του Εγκέλαδου, ο έξω κόσμος, και ιδιαίτερα οι Αμερικανοί, μιλούσαν για την Αϊτή μόνον με όρους συνώνυμους της μιζέριας και της δυστυχίας.

Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα μυστικιστικό γύρω από τα δεινά της χώρας αυτής, ούτε καμία κατάρα που την καταδιώκει. Από την ανεξαρτησία της, αλλά και πριν από αυτή, υπεύθυνοι για τα δεινά της Αϊτής υπήρξαν άνθρωποι, όχι δαίμονες. Αν και φυσική καταστροφή, ο σεισμός οδήγησε στο θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους εξαιτίας της διαφθοράς και της αδυναμίας του κράτους της Αϊτής. Όση κι αν είναι η βοήθεια που θα λάβει η χώρα αυτή δεν θα μπορέσει να ανακάμψει αν δεν αντιμετωπισθούν τα αίτια που είναι υπεύθυνα για τα δεινά της.

 

Ένδοξη ιστορία


 

Επανάσταση στη Αϊτή

Το 1804 η ανακήρυξη της ελεύθερης Δημοκρατίας της Αϊτής αποτέλεσε ιστορικό θρίαμβο για το έθνος αυτό. Είναι δύσκολο πραγματικά να υπερβάλλει κανείς αναφερόμενος στην ένδοξη ιστορία της γέννησης αυτού του κράτους. Εκατοντάδες χιλιάδες σκλάβοι από την Αφρική είχαν δουλέψει σκληρά για να καταστήσουν το Σαντ Ντομίνγκ, όπως ήταν τότε γνωστή η Αϊτή, την πλουσιότερη αποικία της γης, ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ζαχαροκάλαμου, τον πιο ακριβό καρπό του 18ου αιώνα. Από γενιά σε γενιά, οι δευτερότοκοι γιοι των πλούσιων γαλλικών οικογενειών έφθαναν από τη Γαλλία στην άλλη άκρη του κόσμου προκειμένου να αναλάβουν τις τεράστιες φυτείες, να χαρούν όσα είχαν να προσφέρουν οι καλλίγραμμες σκλάβες από την Αφρική και να φτιάξουν τις περιουσίες τους.

Ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής εκείνης οι συνθήκες που επικρατούσαν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου ήταν άθλιες. Οι σκλάβοι πέθαιναν νέοι. Έκαναν λίγα παιδιά. Όσο αυξάνονταν οι εξαγωγές ζάχαρης και καφέ, αυξάνονταν οι εισαγωγές νεαρών Αφρικανών. Κι έτσι όταν έφτασε η ώρα της μεγάλης εξέγερσης του 1791, η πλειοψηφία των περίπου 500.000 μαύρων που ξεσηκώθηκαν είχαν γεννηθεί στην Αφρική, μιλούσαν αφρικανικές γλώσσες και λάτρευαν Αφρικανούς θεούς.

Maitland και Louverture

Στη διάρκεια μιας απίστευτα σύνθετης δεκαετούς σύγκρουσης, αυτοί οι Αφρικανοί στρατιώτες-σκλάβοι υπό την ηγεσία θρυλικών αρχηγών όπως ο Τουσέν Λουβερτούρ και ο Ζαν Ζακ Ντεσαλίνες, νίκησαν τρεις δυτικούς στρατούς, μεταξύ των οποίων την υπερδύναμη της εποχής, τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στη διάρκεια ενός πραγματικά άγριου πολέμου – «Κάψτε σπίτια, κόψτε κεφάλια», ήταν το σύνθημα του Ντεσαλίνες- οι σκλάβοι δολοφόνησαν τα λευκά αφεντικά τους και κατάφεραν να διώξουν τα υπόλοιπα από τη γη αυτή.

Την 1η Ιανουαρίου του 1804, όταν ο Ντεσαλίνες δημιούργησε τη σημαία της Αϊτής, αφαιρώντας το λευκό τμήμα από τη γαλλική σημαία, είχε πετύχει ό,τι δεν είχε πετύχει ο Σπάρτακος. Είχε οδηγήσει σε θρίαμβο τη μοναδική επιτυχημένη εξέγερση σκλάβων στην ιστορία.

Η Αϊτή έγινε η πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία του κόσμου και η δεύτερη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου. Δυστυχώς, η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την επαναστατική της διακήρυξη «όλοι οι άνθρωποι γενιούνται ίσοι», αντιμετώπισαν αυτούς τους ανθρώπους που είχαν κερδίσει μόνοι τους την ελευθερία τους με περιφρόνηση και φόβο. Η Αϊτή αποτελούσε παράδειγμα ενός αγώνα για την ελευθερία που απλώς είχε παρατραβήξει σκορπώντας τον τρόμο στους γαιοκτήμονες του αμερικανικού νότου που διατηρούσαν ακόμη σκλάβους.

 

Το εμπάργκο


 

Για το λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνταν επί έξι δεκαετίες να αναγνωρίσουν την Αϊτή, μέχρι που το έκανε ο Αβραάμ Λίνκολν το 1862. Αντιθέτως, μαζί με τις υπόλοιπες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες… αντάμειψαν την Αϊτή με ένα ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο, αναγκάζοντάς την παράλληλα να πληρώσει αποζημιώσεις στον πρώην αποικιοκρατικό της δυνάστη.

Το νέο έθνος, με τις φυτείες και τις πόλεις του κατεστραμμένες από τον πόλεμο, γονάτισε υπό το βάρος των αστρονομικών αποζημιώσεων, οι οποίες στραγγάλισαν την οικονομία της για περισσότερο από έναν αιώνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, της απομόνωσης και της περιφρόνησης, γεννήθηκε το περίεργο πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο θύμιζε κακοφορμισμένο μοντέλο της κοινωνίας των σκλάβων της εποχής της αποικιοκρατίας.

Λίγο μετά την ανεξαρτησία, οι μεγάλες φυτείες διαλύθηκαν και τμήματά τους μοιράστηκαν στους πρώην σκλάβους, γεγονός που κατέστησε την Αϊτή μια χώρα μικρών γαιοκτημόνων, η απομωνομένη ύπαιθρος της οποίος παρέμενε, σε ό,τι αφορούσε τη γλώσσα, τη θρησκεία και της συνήθειες, βασικά αφρικανική.

Ανίκανοι να αντικαταστήσουν τους λευκούς, τα μέλη της νέας αϊτινής ελίτ εγκατέλειψαν τις φυτείες και αποφάσισαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον μόνο θεσμό που μπορούσε να επιβάλλει φόρους στα προϊόντα τους: την κυβέρνηση. Όσο οι απελεύθεροι σκλάβοι δούλευαν σκληρά για να κάνουν τη γη τους να αποδώσει, η ισχυρή μειοψηφία απομυζούσε τους καρπούς των κόπων τους μέσω της φορολογίας.

Η αϊτινή ιστορία έκτοτε αποτελείται από μια μακρά σειρά συγκρούσεων για τον έλεγχο του κράτους μεταξύ φραξιών που πολλές φορές καθορίζονταν από το χρώμα του δέρματος. Η άσκηση της πολιτικής δεν ήταν παρά μια διαρκής ίντριγκα, γεμάτη συγκρούσεις, ανατροπές και δολοφονίες.

 

Η αμερικανική κατοχή και η δικτατορία Papa Doc


 

Το 1915 οι λευκοί επέστρεψαν, με την απόβαση Αμερικανών πεζοναυτών σε μια επιχείρηση που είχε στόχο τον τερματισμό μιας σύγκρουσης, η οποία υπό τη σκιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έμοιαζε να αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Στη διάρκεια της σχεδόν εικοσαετούς κυριαρχίας τους, οι Αμερικανοί έχτισαν στην Αϊτή δρόμους και γέφυρες, έστησαν τις υποδομές για τη δημιουργία της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς και έστειλαν τους Αϊτινούς στο εξωτερικό να σπουδάσουν, με την ελπίδα δημιουργίας μιας πιο σταθερής μεσαίας τάξης.

Όταν αποχώρησαν, στην πραγματικότητα λίγα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αϊτινός εθνικισμός, ο οποίος είχε πυροδοτηθεί εκ νέου με την άφιξη των Αμερικανών, οδήγησε τελικώς στην εξουσία το 1957 τον Φρανσουά Ντιβαλιέ, τον περίφημο Papa Doc έναν από τους πιο αιμοσταγείς δικτάτορες της ιστορίας.

Η εποχή Ντιβαλιέ έληξε το 1986 με την ανατροπή του γιου του Ζαν Κλοντ, γνωστού ως Baby Doc, και έδωσε τη θέση της στην τελευταία φάση της ασταθούς αϊτινής ιστορίας η οποία έχει τα τελευταία 25 χρόνια σηματοδοτηθεί από δικτατορίες και εξεγέρσεις, κάποιες σχετικά δημοκρατικές εκλογές, μια δεύτερη αμερικανική κατοχή και καμιά δωδεκαριά Αϊτινούς ηγέτες, που εναλλάσσονται στην εξουσία της πιο φτωχής χώρας του δυτικού ημισφαιρίου.

Καθημερινή, Αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.

 

Read Full Post »

Σπηλιωτόπουλου Αδελφοί


Δημητσάνα

 

Πολύ μεγάλη ιστορική αξία έχει η κωμόπολη της Γορτυνίας Δημητσάνα. Το όνομά της πρωτοσυναντάται το 963π.Χ. Άκμαζε επί Τουρκοκρατίας, κατοικούμενη από 1500 κατοίκους και έχοντας σουλτανικά προνόμια. Μεγάλη δόξα γνώρισε και από την ίδρυση της περίφημης Σχολής της το 1764, στην οποία συνέρρεε η νεολαία της Ελλάδας στο σύνολό της και η οποία λόγω της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της μετατράπηκε σε λαμπρό πνευματικό φυτώριο του υποδουλωμένου Έθνους. Υπήρξε κοιτίδα πολλών μεγάλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους και 6 πατριάρχες, 70 αρχιερείς, ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, οι Καράκαλοι, ο περίφημος μητροπολίτης Λακεδαίμονας Ανανίας Λαμπάρδης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η Δημητσάνα διευκόλυνε με έξοχο τρόπο τον Ιερό Αγώνα, αποτελώντας το πολεμικό του εργοστάσιο. Η γη της ήταν πλούσια στην παραγωγή νίτρου, από το οποίο κατασκευάζεται η πυρίτιδα. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα της χώρας αυτής είχαν εκτιμήσει οι Τούρκοι και οι Βενετοί. Οι Τούρκοι της ΙΖ’ εκατονταετηρίδας είχαν εγκαταστήσει εκεί δημόσιο πυριτιδοποιείο. Αλλά και οι ντόπιοι ασχολούνταν κατ’ οίκον με την τέχνη αυτή και βαθμιαία εξελίχθηκαν σε καλούς πυριτιδοποιούς. Ο μητροπολίτης Ανανίας έκτισε εκεί, γύρω στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, δύο πυριτιδόμυλους, τους οποίους όμως κατέστρεψαν οι Τούρκοι το 1767.

Ανάμεσα στους θαυμαστούς γόνους της Δημητσάνας συγκαταλέγονται και οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος, λαμπροί αστέρες της Επανάστασης, αγνοί και ανεκτίμητοι πατριώτες. Πριν το 1821 ήταν εγκατεστημένοι ως έμποροι στην Ύδρα. Ωστόσο, από το 1818, μετά την κατήχηση από τον Αναγνωσταρά, έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και αναδείχθηκαν σε θερμότατους επαναστάτες, στο έπακρο του σωβινισμού (υπερβολικού και αλαζονικού πατριωτισμού) και παρείχαν τεράστιες εξυπηρετήσεις και θυσίες στην πατρίδα.

Πρωτίστως είχαν την πατριωτική ιδέα να αναστήσουν το πυριτιδοποιείο της Δημητσάνας, χάριν της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και αναπτύσσοντας το κατεστραμμένο έργο του μητροπολίτη Ανανία ή, όπως λέει ο Μιχαήλ Οικονόμου, μετατρέποντας την περιουσία τους σε νίτρο και θείο. Για τον σκοπό αυτό διέλυσαν το εμπορικό κατάστημά τους στην Ύδρα και έφυγαν για τη Δημητσάνα. Με τη συνδρομή των ίδιων και άλλων Φιλικών Εταίρων ανοικοδομήθηκαν οι ερειπωμένοι πυριτιδόμυλοι του Ανανία. Με τον ίδιο τρόπο μεταποίησαν και άλλους υδρόμυλους της κωμόπολης και τους εμπλούτισαν με μεγάλη ποσότητα απαιτούμενων υλικών για την παραγωγή πυρίτιδας. Στους απορημένους δε Τούρκους δικαιολογούνταν, λέγοντας πως εργάζονται για το εμπόριο πυρίτιδας στα νησιά.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821, παραμονές της Επανάστασης, εργάζονταν δραστήρια στη Δημητσάνα πέντε πυριτιδόμυλοι, αποταμιευόταν δε πυρίτιδα σε μοναστήρια, απρόσιτα σπήλαια, απομακρυσμένους ληνούς και διάφορα υπόγεια. Η εργασία αυτή δεν ήταν εντελώς ακίνδυνη, όμως η ευφυΐα και ο πατριωτισμός των Δημητσανιτών έκαναν τα πάντα πραγματοποιήσιμα. Συνέβη να προδοθεί η εργασία αυτή στην εξουσία και να καταγγελθεί ότι κατασκευαζόταν πυρίτιδα για τον αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποσταλεί από την Τρίπολη μπουμπασίρης (ανακριτής) για εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο εκείνος επέστρεψε άπρακτος, διαψεύδοντας την καταγγελία, η οποία απέβη άγονη, διότι οι Σπηλιωτόπουλοι εξαγόρασαν αδρώς την εύνοια και σιωπή του ανακριτή και του καϊμακάμη (τοποτηρητή) του απόντα τότε βαλή του Μωρηά στην Τρίπολη.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι πυριτιδόμυλοι αυτοί αυξήθηκαν σε 14 και παρήγαγαν, με αδιάκοπη εργασία, μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, με την οποία τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα της επανάστασης. Υπολογίσθηκε δε η καθημερινή αυτή παραγωγή σε 150 οκάδες άριστης πυρίτιδας σε κάποιους και 300-500 σε άλλους. Το εργοστάσιο αυτό χορήγησε πολεμοφόδια κατά τον αγώνα σε Πελοπόννησο, Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη, Κασσάνδρα και Άθω.

Εντός του έτους 1821 οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν δωρεά στην Πελοπόννησο μόνο, ανερχόμενη σε 13.106 οκάδες πυρίτιδας, 3.510 οκάδες σφαιρών και 804.320 φυσίγγια, όπως επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί.

Οι Σπηλιωτόπουλοι εντούτοις δεν περιορίσθηκαν μόνο στην πυριτιδοποιία, αν και μόνο από αυτή θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε μεγάλους ευεργέτες του Έθνους. Αλλά αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, γύρω στα τέλη Μαρτίου, μετέβησαν σε μέρη ευρύτερης δράσης.

Πρώτος ο Νικόλαος κατευθύνθηκε στο Άργος, όπου με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συνέστησαν την επαναστατική τοπική διοίκηση υπό το όνομα Καγγελαρία και ξεκίνησαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τόσο ενθουσιώδης ήταν ο Νικόλαος ώστε εκπαίδευε κάθε μέρα τους Αργείους στα όπλα, χωρίς να έχει ο ίδιος καμία γνώση της τακτικής, όπως λέει ο Σπηλιάδης.

Από το Άργος έφυγε για την Ύδρα και συνεργάστηκε με τον φίλο του αρχιεπαναστάτη Αντώνιο Οικονόμου για την εξέγερσή της, η οποία πραγματοποιήθηκε τη 16η Απριλίου. Από εκεί επανήλθε στο Άργος και κατόπιν μετέβη στους Καλτεζούς, όπου την 26η Μαΐου συμμετείχε στην πρώτη Εθνική Συνέλευση που συγκροτήθηκε εκεί και τον Ιούνιο στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

Ο δε Σπύρος, αφού τακτοποίησε τις εργασίες του πυριτιδοποιείου, στρατολόγησε σώμα αποτελούμενο από Δημητσανίτες και θέτοντας τον εαυτό του επικεφαλής τους, έφυγε με προορισμό τον Κολοκοτρώνη, υπό τις εντολές του οποίου αγωνίστηκε έκτοτε, εκτελώντας μάλιστα την εμπιστευτική υπηρεσία του υπασπιστή του. Σύντομα προστέθηκε σε αυτή την ομάδα και ο Νικόλαος.

Την 14η Ιουνίου οι Σπηλιωτόπουλοι έγραψαν από τα Τρίκορφα στην Ύδρα προς τον προσφάτως αφιχθέντα Υψηλάντη θερμότατο γράμμα με πατριωτικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για την αίσια άφιξή του, αποκαλώντας τον άλλο Μωυσή και λαμπρότατο προστάτη του ελληνικού γένους και έγραφαν συν τοις άλλοις ότι «η Πελοπόννησος αναπνέει τώρα τον ζωογόνο αέρα της χρηστής ελπίδας και παρηγοριά της». Ο δε Υψηλάντης απάντησε με ωραία επιστολή, γράφοντας ότι είναι ευτυχής, ότι έζησε για να αγωνισθεί υπέρ της φίλτατης πατρίδας και είναι ακόμα ευτυχέστερος που βρήκε τέτοιους συναγωνιστές.

Οι Σπηλιωτόπουλοι αγωνίσθηκαν με ενθουσιασμό σε όλους τους Δραμαλικούς πολέμους. Κατά τη διάρκεια αυτών ο Σπύρος εκτελούσε χρέη υπασπιστή του Αρχηγού, διορίσθηκε όμως επισήμως τον Σεπτέμβριο του 1822 με το εξής έγγραφο:

Ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Με την παρούσα διορίζω τον κ. Σπύρο Σπηλιωτόπουλο αγιουτάντε μου και τον διατάσω να φροντίζει να καταμετρά όσα στρατεύματα καταφθάνουν ή κατευθύνονται προς το γενικό στρατόπεδο ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση να τα αναφέρει με ραπόρτο του προς τη Σεβαστή Γερουσία και προς εμένα. Ομοίως να εκτελεί και κάθε άλλη υπουργική αρμοδιότητα, που ήθελε να του αναθέτω. Όλοι οι καπεταναίοι και στρατιώτες γνωρίζοντας τον πρέπει να ακολουθείτε την καταμέτρησή του και τις οδηγίες του, γιατί κατά την καταμέτρησή του θα δίδονται τα ταΐνια.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1822 στην Τριπολιτσά

(Τ.Σ.) θεοδορίς κολοκοτρώνης

Οι πατριώτες αδελφοί, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θυσίασαν για την πατρίδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότερα από 300.000 γρόσια.

Ο δε Σπύρος σημείωσε και πολιτική δράση. Διετέλεσε πληρεξούσιος Ναυπλίου στην Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 και της Πρόνοιας του 1832.

Κατά την έλευση του Κυβερνήτη το 1828 ήταν δημογέροντας Ναυπλίου. Αλλά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1831 στο Ναύπλιο, καταδιώχθηκε με πολλούς άλλους, λόγω της αντίθεσής του προς τον Κυβερνήτη, συνελήφθη ως ύποπτος συνωμότης, φυλακίσθηκε στο φρούριο Μπούρτζι, από όπου όμως δραπέτευσε με λέμβο και κατέφυγε στην Ύδρα, την εστία των αντικαποδιστριακών.

Οι Σπηλιωτόπουλοι είχαν και αδελφή, ονόματι Ελεούσα, η οποία παντρεύτηκε τον Αργείο κτηματία Νικόλ. Παναγόπουλο.

Από τους δύο αδελφούς ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος, παντρεύτηκε στην Ύδρα, πέθανε δε κατά τα πρώτα έτη της επανάστασης ή κατ’ άλλους τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο.

Και  ο Σπύρος, στην αρχή του αγώνα, παντρεύτηκε την Κατήγκω, κόρη του προκρίτου συμπολίτη του Αθαν. Αντωνόπουλου, έχοντας παράνυμφο τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη, ύστερα όμως, αφού πέθανε η σύζυγός του, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο το 1828 με την Αλεξάνδρα, κόρη του επιφανέστατου Αργείου Θεοδωράκη Βλάσση, έχοντας παράνυμφο τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Με αυτήν απέκτησε τρία παιδιά, τον Τιμολέοντα, πρωτοδίκη και εισαγγελέα, την Αβροκόμη και την Χαρίκλεια σύζυγο του διαπρεπούς Αθηναίου Πέτρου Πανταζή, εφέτη και δικηγόρου στο Ναύπλιο. Ο Σπύρος, μετά τον νέο του γάμο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, αργότερα δε το 1841 στο Ναύπλιο, όπου απολάμβανε τη μέγιστη υπόληψή του. Δημιούργησε αρκετά μεγάλη περιουσία, ιδίως στη Σικυώνα, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου είχε δύο κατοικίες, στη μία από τις οποίες δημιουργήθηκε η πρώτη δημοτική λέσχη την 8η Απριλίου 1834, βρίσκονταν δε και οι δύο στη μεγαλύτερη οδό της πόλης, που οδηγούσε από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος και προς τον νότον, η μία στο σημερινό δημαρχείο (1913), η άλλη στην πλατεία των ανακτόρων, όπου κατόπιν ήταν το φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν.

Τέλος ο Σπύρος πέθανε την 5η Αυγούστου 1841 στο Ναύπλιο από κακοήθη πυρετό, ακριβώς την ημέρα κατά την οποία διορίσθηκε δήμαρχος Ναυπλίου, η δε σύζυγός του τον ακολούθησε κατά το έτος 1875.

  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων


  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα, είναι συνδεδεμένο με πολλά σημαντικά γεγονότα κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Στους ευρύτερους χώρους του, θόλους και υπόγεια, είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών αναγκαίων για την κατασκευή πυρίτιδας, όταν εγκαταστάθηκαν στη Δημητσάνα το 1819 χάριν του Αγώνα, μετά το κλείσιμο της μεγάλης εμπορικής επιχείρησής τους στην Ύδρα. Επίσης, σε αυτό το σπίτι αποθήκευαν και κατεργασμένη πυρίτιδα, όταν άρχισαν να επισκευάζουν τους κατεστραμμένους μπαρουτόμυλους και εκείνους που οι ίδιοι με φροντίδα τους δημιούργησαν πριν από την εξέγερση, για να τους κάνουν δεκατέσσερις μετά  το ξέσπασμα της Εθνεγερσίας.

Στην αυλή του σπιτιού τους λειτουργούσε φούρνος που παρασκεύαζε ψωμί για την τροφοδοσία των μαχόμενων Ελλήνων και στα υπόγεια του λειτουργούσε χυτήριο που μετέβαλλε τα μεταλλικά σκεύη σε βόλια.

Το σπίτι αυτό ήταν ο δέκτης μηνυμάτων για την πορεία του Αγώνα. Ακόμα ήταν ο δέκτης παραγγελιών που έστελναν οι αρχηγοί των στρατοπέδων, των μαχόμενων τμημάτων των εξεγερθέντων Ελλήνων και οι Εκπρόσωποι της Προσωρινής Κυβέρνησης για τον εφοδιασμό τους με πολεμικά εφόδια, τρόφιμα και άλλα είδη.

Ο συγγραφέας Επ. Σπηλιωτόπουλος αναφέρει ότι  σε αυτό το σπίτι οι προγονοί του Αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι «εφιλοξένησαν πολλάκις τον Κολοκοτρώνην, τον Ανδρούτσον, τον Καραϊσκάκην, τους Μαυρομιχαλαίους και τον συγγενήν των Σταϊκόπουλον κ.λπ. αγωνιστάς, αι προσωπογραφίαι των οποίων παρά διασήμου ζωγράφου εκόσμουν αίθουσάς των, διατηρηθείσαι μέχρι σήμερον (1972) εις χείρας μου και είδον ημέρας σπανιωτάτης ευκλείας και τιμής».*

  

Οι μπαρουτόμυλοι


 

Ερείπιο μπαρουτόμυλου

«Πολλοί Δημητσανίτες εφτιάνανε μπαρούτι. Στον Αγώνα του Εικοσιένα η Δημητσάνα ήτανε “μπαρουταποθήκη”. Τότε, οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, που ήσαντε Δημητσανίτες, ήρθανε από την Ύδρα κι εφτιάσανε  στη Δημητσάνα αρκετούς μπαρουτόμυλους. Μόλις άρχισε η επανάσταση, οι μύλοι εγινήκανε πιο πολλοί και, μάλιστα, λένε πως μπαρούτι εφτιάνανε και στα σπίτια τους ακόμα πολλοί Δημητσανίτες, εκτός από τους μπαρουξήδες που εδουλεύανε στους μύλους, και το κοπανάγανε στα χαβάνια που είχανε στο σπίτι.

Λένε πως τους δυο πρώτους μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα τους έφτιασε πριν από το 1770 ο μητροπολίτης Λακαιδεμόνιος Ανανίας Λαμπάρδης. Υπήρχανε πολλοί μπαρουξήδες (μπαρουτοποιοί) στη Δημητσάνα, που είχε βγει και επώνυμο Μπαρουξής.

Το υλικό για το μπαρούτι ήτανε το κάρβουνο, το νίτρο και το θειάφι. Το κάρβουνο εγινότανε από κλίματα, σπαρτά, αλλά το καλύτερο υλικό ήταν η ασφάκα (σφάκα). Το νίτρο μαζευότανε δύσκολα. Το επαίρνανε από τις ακαθαρσίες των ζώων. Το νίτρο το ονομάζανε “βοτάνι” και γι’ αυτό εκείνοι που το μαζεύανε ελεγόσαντε βοτανιαραίοι. Εμαζεύανε τη κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά ήτανε πολύ καλό υλικό οι κοτσιλιές από τα πουλιά και ιδίως από τα αγριοπερίστερα. Μετά από αυτή τη λεπτομέρεια να ειπούμε ότι τις ακαθαρσίες τις ερίνανε σε καζάνια κι ανάβανε και φωτιά και  με νερό αυτό έβραζε και το νίτρο έβγαινε πάνω – πάνω.

Πολλοί εμαζώχνανε το νίτρο. Μόλις το ετοιμάζανε, το παραδίνανε στην εκκλησία, για να πάρουνε την αμοιβή τους. Από την εκκλησία επηγαίνανε το νίτρο στους μπαρουτόμυλους. Το τειάφι (θειάφι) οι Δημητσανίτες το επέρνανε από τι εμπόριο. Αυτά τα τρία υλικά το νίτρο, το τειάφι και το κάρβουνο, τα εκοπανάγανε στα ξύλινα χαβάνια.

Κάθε μπαρουτόμυλος είχε το σύστημα αυτό που κοπανιότανε το μπαρούτι, δηλαδή τα χαβάνια, τα κοπάνα και τη φτερωτή.

Μουσείο Υδροκίνησης

Πάνω στη φτερωτή πέφτει το νερό με ορμή και κινάει το μύλο και έτσι ανεβοκατεβαίνουνε τα ξύλινα κόπανα και κοπανάνε τα τρία υλικά. Δηλαδή, τα κόπανα συνδέονται με ένα κεντρικό άξονα και αυτός με τη φτερωτή. Εκεί υπάρχει ένα “χωνί” (ξύλινο κωνικό βαρέλι, που η διάμετρος του στο σημείο εκροής στενεύει συστηματικά για να αυξάνεται η ταχύτητα του νερού), που μέσα σε αυτό έπεφτε με δύναμη το νερό από ψηλά κι εκίναγε τη φτερωτή. Έτσι “επέρνανε  μπρος” και τα κόπανα και ανεβοκατεβαίνανε και “εζυμώνανε” το υλικό. Κάθε μπαρουτόμυλος είχε μέχρι δεκατέσσερα γουδιά (κόπανα με τα χαβάνια). Το κάθε χαβάνι εχώραγε δέκα οκάδες. Τα χαβάνια ήσαντε στερεωμένα μέσα στο έδαφος. Οι μπαρουτόμυλοι (κόπανα, φτερωτή, άξονας κ.λπ.) εφτιαχνόσαντε με ξύλο. Στον ίδιο τόπο, εκτός από το μπαροτόμυλο, υπήρχε μια χαμωκέλα που  εβάνανε πρωτύτερα τα υλικά, μια αποθήκη που εβάνανε το μπαρούτι  μόλις εγινότανε και πιο μακρύτερα οι μπαρουξήδες είχανε το μαγειρείο τους και την τραπεζαρία τους. Εκεί εξεκουραζόσαντε.

Με τον καιρό αλλάξανε οι μπαρουτόμυλοι και το μπαρούτι έβγαινε αλλιώτικα. Είχανε πια ένα λιθάρι που γυρνάει γύρω – γύρω και λιώνει το υλικό του μπαρουτιού. Το λιθάρι εκινιότανε πάλι με τη φτερωτή κι απάνω της ερχότανε με πίεση το  νερό. Εφτιάνανε δυο λογιώνε μπαρούτι. Το ένα  ήτανε μπαρούτι κυνηγιού και το άλλο ήτανε μπαρούτι για υπονόμους (φουρνέλα).

Οι μπαρουξήδες είχανε ένα καντάρι που εζυγιάζανε τα υλικά, μεγάλες σκάφες  που εζημώνανε το μπαρούτι και κοσκινά, για να ξεχωρίζουνε ποιο μπαρούτι ήτανε για το κυνήγι και ποιο για τα φουρνέλα. Για το ξεχαβάνιασμα είχανε ξύλινες κουτάλες. Είχανε ακόμα φτυάρια, για να ανακατώνουνε το υλικό και κάτι βούρτσες, για να σκουπίζουνε το υλικό που έβγαινε έξω από τα χαβάνια και να το ξαναρίνουνε μέσα.

Το κοπανισμένο μπαρούτι μετά το λιάζανε  στις “λιάστρες” (λινά πανιά) και μετά το κοσκινάγανε οι μπαρουξήδες το εγυαλίζανε σκέτο και αργότερα με γραφίτη  (δηλαδή αρχικά βάζανε το μπαρούτι μέσα σε βαρέλι προορισμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής. Aπό τη συνεχή τριβή των κόκκων του μπαρουτιού μεταξύ τους και με την επιφάνεια του βαρελιού επιτυγχάνεται το γυάλισμα. Αργότερα μαζί με το μπαρούτι ρίχνανε στο περιστρεφόμενο βαρέλι και γραφίτη). Το μπαρούτι πια είναι έτοιμο».**

  

Υποσημειώσεις


 * Α. Καρδάσης, Δημητσάνα, μια δοξασμένη πόλη, Αθήνα, 1988, σελ. 386-7.

** Μαρτυρία Σπύρου Σεργόπουλου, συμπληρωμένη με στοιχεία από το Μουσείο Υδροκίνησης.  

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Δήμητρα Αγγελοπούλου, «Δημητσάνα, Λαογραφώντας τη μνήμη», εκδόσεις ergo, Αθήνα, 2006.

 

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »