Archive for the ‘Άργος’ Category
Ανδρέας Ν. Καρατζάς
Posted in Βουλευταί Άργους (1865-1910), Δήμαρχοι Άργους, tagged alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βουλευταί, Βουλευταί Άργους (1865-1910), Ιστορία, Καρατζάς, βουλευτής on 8 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Ανδρέας Ν. Καρατζάς.
Δικηγόρος, βουλευτής και δήμαρχος Άργους. Ήταν γιος του διαπρεπή νομομαθή Νεοκλή Καρατζά από την Πάτρα. Ο Ανδρέας Καρατζάς παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του Δημ. Τσώκρη, την εκλεκτή Ελένη, η οποία χρημάτισε πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών της πόλης μας. Με τον γάμο του εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου διέπρεψε ως δικηγόρος και πολιτικός.
Εκλέχτηκε βουλευτής το 1894 στη θέση του Ηλ. Κανελλόπουλου, που πέθανε τότε, και το 1899. Επίσης εκλέχτηκε δήμαρχος το 1907, αλλά η θητεία του παρατάθηκε μέχρι το 1914 λόγω των μεγάλων πολιτικών εξελίξεων και των εθνικών θεμάτων της εποχής εκείνης (κίνημα στο Γουδί, εκλογές, βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913). Αλλά και μετά το 1914, οπότε το Άργος έγινε κοινότητα, ο Καρατζάς συνέχισε να ασχολείται με τα κοινά και αναδείχτηκε τέσσερεις φορές συνολικά πρόεδρος του τότε κοινοτικού συμβουλίου.
Την εποχή εκείνη έχασε και τη γυναίκα του Ελένη, η οποία πέθανε στις 21 Οκτ. 1916.
Ο Ανδρέας Καρατζάς θεωρείται ένας από τους καλύτερους και πιο δραστήριους δημάρχους του Άργους. Επί της εποχής του και με προσωπικό αγώνα και μέσα από πολλές δυσκολίες κατόρθωσε να ηλεκτροδοτήσει το Άργος. Οι Αργείτες ποτέ δεν ξέχασαν τη μεγάλη ευεργεσία και όταν πέθανε, είχαν καλύψει με μαύρο τούλι τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και πένθους.
Ο Καρατζάς σε μακροσκελή του επιστολή προς την εφ. «Δαναΐς» του Δημοσθ. Δεσμίνη εξηγεί πως όνειρό του ήταν η άρδευση του αργολικού πεδίου με τα νερά του Ερασίνου, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης και η ύδρευσή της με το νερό που έφτανε τότε από το Κεφαλάρι με κτιστό υδραγωγείο στη δεξαμενή του θεάτρου. Ονειρευόταν να κατασκευάσει άλλη δεξαμενή πιο ψηλά, όπου θα ανέβαινε το νερό με το ρεύμα.
Δυστυχώς, διάφοροι λόγοι δεν του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει όλα όσα ονειρευόταν για το Άργος, είτε γιατί ήταν άρρωστος και δεν είχε καλούς συνεργάτες, όπως ο ίδιος εξομολογείται, είτε διότι τα οικονομικά μέσα της εποχής εκείνης ήταν πενιχρά.
Πέθανε στο Άργος στις 27 Μαρτίου 1932 και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο Δημ. Τσώκρη στον Αϊ-Γιάννη.
Βιβλιογραφία
-
Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος
Posted in Βουλευταί Άργους (1865-1910), Δήμαρχοι Άργους, tagged Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βουλευταί, Βουλευταί Άργους (1865-1910), Ιστορία, Παπαλεξόπουλος, Πολιτικοί on 5 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος.
Γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής. Σπούδασε στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Ήταν νέος, όταν για πρώτη φορά ασχολήθηκε με την πολιτική το 1870, οπότε και εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη του βουλευτή Ανδρέα Δανόπουλου.
Εκλέχτηκε για δεύτερη φορά δήμαρχος (1879-1883) και βουλευτής με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη το 1885. Διετέλεσε και νομάρχης.
Από αγγελία θανάτου της αδελφής του Αγγελικής Κούζη πληροφορούμαστε ότι ο βουλευτής Γεώργιος Παπαλεξόπουλος ήταν επίσης αδελφός του. Τους γονείς τους,τους έλεγαν Σταύρο και Σοφία. Ο Μιχ. Παπαλεξόπουλος είχε παντρευτεί στην Τρίπολη τη Βασιλική το γένος Χρήστου Μπιλάλη.
Βιβλιογραφία
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.
Πρoστατευμένο: Ο Ερασίνος. Ομιλία του Δημητρίου Βαρδουνιώτη στις 16 Ιουνίου 1896.
Posted in Άργος - Ιστορικά on 2 Νοεμβρίου, 2008|
Άργος
Posted in Άργος, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Αρχαίο θέατρο Άργους, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ευρώπη, Ιστορία, Κάστρο Άργους, Πόλεις, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 28 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Άργος
Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας. Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.
Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.
Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.
Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.
Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.
Προϊστορικοί Χρόνοι
Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]
Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).
Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]
Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.
Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.
Ιστορικοί Χρόνοι
Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.
Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).
Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.
Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.
Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.
Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του Δράμαλη τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.
Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.
Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.
Σήμερα
Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.
Βρίσκεται στο κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.
Ως η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.
Βιβλιογραφία
-
Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
-
Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
-
Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
[1] Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.
[2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.
Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.
Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).
Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.
Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.
Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.
[3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.
Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους
Posted in Άργος, Μουσεία Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, Ιστορία, Καλλέργειο, Καλλέργης Δημήτριος, Μουσεία, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 25 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους
Στο Αρχαιολογικό Μουσείου του Άργους στεγάζονται κινητά ευρήματα από την περιοχή της πόλης του Άργους, το δυτικό τμήμα της πεδινής Αργολίδας και την ορεινή Αργολίδα. Χρονολογούνται από τις προϊστορικές περιόδους έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Το κτιριακό συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από δύο τμήματα, ένα διατηρητέο μνημείο, το ¨Καλλέργειο¨ και μία νέα πτέρυγα. Η μόνιμη έκθεση συμπεριλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η μεγαλύτερη αίθουσα βρίσκεται στο ισόγειο του νέου τμήματος του μουσείου. Σ’ αυτήν, η έκθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, με ευρήματα από τη μεσοελλαδική περίοδο έως την κλασική εποχή.
Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι μία μεγάλη ταφική πυξίδα, μία χάλκινη πανοπλία, σιδερένιοι οβελοί με τους κρατευτές τους σε σχήμα πλοίου γεωμετρικής εποχής (8ου αιώνα π.Χ.), ένα τμήμα κρατήρος του 7ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει την τύφλωση του Πολυφήμου, μία λύρα κατασκευασμένη με καβούκι χελώνας και ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο του ζωγράφου Ερμόνακτα.
Στο ισόγειο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Λέρνας που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο έως την μυκηναϊκή εποχή. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι το πήλινο γυναικείο ειδώλιο νεολιθικής εποχής, η πήλινη κυκλική εστία και τα αποτυπώματα σφραγιδόλιθων από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Λέρνας. Στον όροφο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή, ως επί το πλείστον αντίγραφα κλασικών έργων. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι ένα ανάγλυφο των Ευμενίδων ελληνιστικής εποχής καθώς και ένα αντίγραφο του λεγόμενου Ηρακλή ¨Farnese¨ του Λύσιππου.
Στην αυλή του μουσείου έχει γίνει αναπαράσταση τμήματος του κήπου ρωμαϊκής έπαυλης που βρέθηκε στην οδό Γούναρη στο Άργος. Στις στοές του στεγάζονται ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν σ’ αυτήν ή στην περιοχή. Διακρίνονται σκηνές κυνηγιού με γεράκι και προσωποποιημένες εποχές και μήνες του έτους.
Ιστορικό
Το παλαιότερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους αποτελείται από το ¨Καλλέργειο¨. Πρόκειται για ένα κηρυγμένο νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που οικοδομήθηκε το 1830 ως κατοικία της οικογένειας του Στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη. Για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως ¨Παλάτιον της Κυβερνήσεως¨ από τον Καποδίστρια.
Τον Απρίλιο του 1932 οι κληρονόμοι του Δημήτρη Καλλέργη δώρισαν στο Δήμο Άργους το οίκημα και τον άμεσο περίβολό του για να στεγάσει μουσείο. Ο Δήμος του Άργους το παραχώρησε με το παρακείμενο οικόπεδο στο κράτος το 1955 γι’ αυτόν το σκοπό. Την ανέγερση του μουσείου ανέλαβε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατεδαφίστηκε τότε τμήμα της νοτιοανατολικής πλευράς του ¨Καλλέργειου¨ και κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου από τον Φόμιν, αρχιτέκτονα ρωσικής καταγωγής. Το ¨Καλλέργειο¨- Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα το 1961.
Το 2001 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής του εκθεσιακού χώρου της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου (επίστρωση δαπέδου, σοβάτισμα τοίχων, ανανέωση χρωματισμών). Το 2003 τοποθετήθηκαν στην αίθουσα Α του μουσείου μία μακέτα του Αρχαιολογικού Χώρου του Άργους (θεάτρου και αγοράς) καθώς και φωτογραφικό υλικό, δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος
Πληροφορίες
Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Βασ. Όλγας 2, Τ.Κ. 21200, Άργος (Νομός Αργολίδας)
Τηλέφωνο: +30 27510 68819
Πηγή
Στρατώνες Καποδίστρια – Άργος
Posted in Άργος, tagged Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Καπποδίστριας, Στρατώνες on 24 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Στρατώνες Καποδίστρια – Άργος
Οι στρατώνες κτίστηκαν αρχικά τη δεκαετία 1690 από τους Ενετούς και χρησίμευσαν ως νοσοκομείο, το οποίο διηύθυναν οι Αδελφοί του Ελέους. Οι Τούρκοι μετέτρεψαν το κτίσμα σε αγορά (μπεζεστένι) και κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι από όλη την επαρχία. Επίσης, εκεί στεγάστηκε και το ταχυδρομείο (Μεντζή Χανέ). Γι’ αυτό και σε έγγραφα της επαναστατικής περιόδου (1828 ) το κτίριο αναφέρεται ως μπεζεστένιο ή μεντζίλιο. Κατά την επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια. Ξανακτίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1829 ) και λειτούργησε για πρώτη φορά ως στρατώνας ιππικού. Τότε προστέθηκε και τέταρτη πτέρυγα στη βόρεια πλευρά της μεγάλης αυλής (1830), η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Την ανοικοδόμηση του κτιρίου είχε αναλάβει ο Ιθακήσιος αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός και την επιστασία στις εργασίες ασκούσε ο αξιωματικός μηχανικού Κ. Φωτάκης. Στο ισόγειο σταβλίζονταν τα άλογα, στον πρώτο όροφο ήταν οι θάλαμοι των στρατιωτών, ενώ στη βόρεια πτέρυγα στεγαζόταν το διοικητήριο και οι κοιτώνες των αξιωματικών. Φαίνεται όμως πως αυτή η πλευρά, που ήταν αξιολογότερη από αρχιτεκτονικής απόψεως, ανακατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς (1833) λόγω πυρκαγιάς.
Η θλιβερή ιστορία των στρατώνων, που λίγο ακόμα και θα κατεδαφίζονταν πριν από λίγα χρόνια, αρχίζει από το 1845, όταν κάποιος «γεωμέτρης» θέλησε να οικοπεδοποιήσει τη μεγάλη αυλή και να πουλήσει τα οικόπεδα στους Αργείους. Παρά το γεγονός, πάλι, ότι κτίστηκαν για το στρατό, για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν υπήρχε στρατός στο Άργος. Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα στις τοπικές εφημερίδες, με τα οποία εκφράζονται παράπονα προς τις κυβερνήσεις και διατυπώνεται η άποψη ότι «οι Αξιωματικοί μας δεν θέλουν να μετασταθμεύσουν εις το Άργος, διά να μη χάσουν τα γλυκίσματα του ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη, να μη χάσουν την μπύραν και την εκλεκτήν μαγειρικήν της Ήβης, διά να μη χάσουν τας λοιπάς απολαύσεις των ντελικάτων της πρωτευούσης».
Πράγματι, γύρω στο 1850 ο στρατός εγκαταλείπει το Άργος για πολλά χρόνια και μόλις το 1889 επανέρχεται κάποια μονάδα ιππικού για λίγο (1889-1890 και 1891-1892). Την επόμενη χρονιά (1893-94) οι στρατώνες μετατρέπονται σε σχολείο, επειδή η στέγη του καποδιστριακού σχολείου είχε καταρρεύσει. Το Μάιο 1899 έγιναν στους χώρους των στρατώνων τα εγκαίνια της πρώτης Πανελλήνιας Γεωργοκτηνοτροφικής έκθεσης παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, γεγονός με πανελλήνια σημασία. Την περίοδο 1905- 1912 στέγασαν μονάδα πεζικού και στη συνέχεια Τούρκους αιχμαλώ τους των βαλκανικών πολέμων.
Το 1915 εγκαταστάθηκε και πάλι ιππικό μέχρι το 1920 περίπου και στη συνέχεια φιλοξενήθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες. Την πενταετία 1927-1932 χρησιμοποιήθηκαν από τη Σχολή Έφιππης Χωροφυλακής. Τα επόμενα χρόνια (1932-1936) ο στρατός τους επισκευάζει και τότε ήταν που αντικαταστάθηκαν τα ξύλινα πατώματα του πρώτου ορόφου με τσιμέντo. Αλλά τότε κατεδαφίστηκε, δυστυχώς, η βορινή πτέρυγα, ύστερα από έκθεση κάποιου αξιωματικού του Μηχανικού και γι’ αυτό νοίκιασε ο στρατός το σπίτι του Γόρδωνος (1936).
Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται μόνιμα το 6ο Σύνταγμα Πυροβολικού, το οποίο έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο μαζί με πολλούς Αργείους. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι στρατώνες μετατράπηκαν σε άντρο ανακρίσεων και βασανισμών και ύστερα από πολλά χρόνια και για τελευταία φορά φιλοξενείται στρατός την περίοδο 1955-1968.
Το 1971 ο Δήμος Άργους τους αγόρασε από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας σε πολύ προσιτή τιμή και η ιδέα της κατεδάφισης δεν άργησε να φανεί. Αυτό το θέμα απασχόλησε το Δήμο, τα Υπουργεία, διάφορους φορείς και το λαό του Άργους μέχρι το 1978, εξαιτίας της εμμονής του Δήμου κυρίως να κατεδαφίσει το μνημείο. Η κρισιμότερη στιγμή ήταν η 5η Μαρτίου 1977, όταν το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει την κατεδάφιση (απόφαση 48/1977). Ύστερα από δημοσιεύματα για τη διάσωση του μνημείου και τη δυναμική παρέμβαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ναυπλίου και του υπό ίδρυση τότε Πολιτιστικού Ομίλου Άργους και ύστερα από την επίσκεψη του τότε Υπουργού Πολιτισμού Γ. Πλυτά, οι στρατώνες κηρύσσονται διατηρητέοι.
Βιβλιογραφία
-
Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, « Οι Ιστορικοί Στρατώνες του Άργους», Εν Αθήναις 1980. (Ανάτυπον εκ του περιοδικού ¨ ΒΩΜΟΙ¨ , τεύχος 54 – Μάρτιος – Απρίλιος 1980).
-
Βασίλη Κ. Δωροβίνη, « Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος. Ιστορία και μια πολιτιστική Μάχη». Ανάτυπο από τα ¨Αρχιτεκτονικά Θέματα¨, τεύχος 13 – 1979.
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.
Κάστρο της Λάρισας – Άργος
Posted in Άργος, Αργολίδα Μνημεία, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κάστρα, Κάστρο on 24 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Κάστρο της Λάρισας
Το κάστρο έχει υψόμετρο 289 μ. Οικοδομήθηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους και είναι νεότερο από τις οχυρώσεις της Ασπίδος. Η βάση του σε ορισμένα σημεία έχει ογκόλιθους, που μας θυμίζουν τα κυκλώπεια τείχη. Τον 5ο και 6ο αι. οι Αργείοι επισκευάζουν και συμπληρώνουν το τείχος, ακολουθώντας τα παλαιότερα ίχνη. Σημαντικά τμήματα της εποχής εκείνης σώζονται στο βόρειο και δυτικό τμήμα.
Τον 10ο αι. μ.Χ. κτίστηκε το μεσαιωνικό κάστρο. Τον 13ο αι. το ανανέωσαν οι Φράγκοι, τον 15ο αι. το συμπλήρωσαν οι Ενετοί και αργότερα οι Τούρκοι έκαναν τις δικές τους προσθήκες. Όλοι όσοι το διαφέντεψαν, Έλληνες και μη, φρόντισαν ν’ αφήσουν τα ίχνη της οχυρωματικής τους τέχνης στο επιβλητικό μνημείο, που δεσπόζει στην πεδιάδα του Άργους.
Το κάστρο έχει δύο περιβόλους· τον εξωτερικό, μήκους200 μ., και τον εσωτερικό, μήκους 70 περίπου μέτρων. Στον εσωτερικό χώρο υπήρχε ναός του Λαρισαίου Διός και της Αθηνάς Πολιάδος (Παυσ. ΙΙ, 24,3). Επίσης, υπήρχε σταυρεπίστεγη εκκλησία του 12ου αι. Σώθηκε η κτητορική της επιγραφή με το όνομα του επισκόπου Νικήτα, η οποία φυλάσσεται στις αποθήκες του μουσείου Άργους. Για την κατασκευή της εκκλησίας χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό της αρχαίας εποχής. Αλλά και σε πολλά ακόμη σημεία της τοιχοποιίας του κάστρου ο επισκέπτης μπορεί να διακρίνει ενσωματωμένα αρχιτεκτονικά μέλη.

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.
Το κάστρο συνδέθηκε ιστορικά με την επανάσταση του 1821. Όταν έφτασε στο Άργος η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη, ο Κολοκοτρώνης έκρινε ότι έπρεπε οι Έλληνες να το καταλάβουν, για να απασχολήσουν τον εχθρό, που θα το πολιορκούσε, και να κερδίσουν πολύτιμο χρόνο. Ο Κολοκοτρώνης έστειλε αρχικά εκατό διαλεχτούς άνδρες, στους οποίους προστέθηκαν αργότερα κι άλλοι κι έγιναν επτακόσιοι. Αρχηγός τους ήταν ο Δημ. Υψηλάντης, ο οποίος έδωσε δείγμα της στρατηγικής του ικανότητας.
Οι Έλληνες κράτησαν το κάστρο μέχρι τις 24 Ιουλίου και κατόρθωσαν να διαφύγουν ύστερα από αντιπερισπασμό, που προκάλεσαν στον εχθρό οι Έλληνες του στρατοπέδου των Μύλων. Οι Έλληνες είχαν κατορθώσει να καθυστερήσουν τον εχθρό 15 περίπου μέρες, που ήταν πολύτιμος χρόνος για την οργάνωσή τους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εχθρού στα Δερβενάκια μετά από δύο μέρες.
Το κάστρο σήμερα, αν και είναι παραμελημένο, χρησιμοποιείται κατά διαστήματα για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1992 (ΦΕΚ 28 Α/1922).
Διαβάστε ακόμη:
- Το φρούριο Λάρισα του Άργους
- Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)
Κωνσταντόπουλου Αρχοντικό – Άργος
Posted in Άργος, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διατηρητέα, Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο, Μνηνεία, Πολιτισμός on 24 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου
Κτίστηκε το 1912 από τον Αργείο μεγαλέμπορο Ηλία Κωνσταντόπουλο,* ο οποίος διατηρούσε αλευρόμυλους στον Πειραιά με τον αδελφό του Βασίλη και διακινούσε αλεύρι στο Άργος και σ’ όλη την Πελοπόννησο. Είναι έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ,[1] ενώ ο θαυμάσιος εσωτερικός του διάκοσμος έργο Ιταλών καλλιτεχνών.

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου, Δαναού 29. Γενική άποψη πριν την αποκατάσταση (Λήψη φωτογραφίας 1985).
Πρόκειται για διώροφο κτίσμα αρκετά ευρύχωρο – το εμβαδόν κάθε ορόφου είναι 285 τ.μ.– και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η είσοδος και ο εξώστης, που χρησιμεύει και ως βεράντα του πρώτου ορόφου και στηρίζεται σε δύο πεσσούς και δύο κίονες δωρικού ρυθμού.
Ιδιαιτερότητα ακόμη παρουσιάζει η μαρμάρινη εσωτερική σκάλα, το προστώο στην κεντρική είσοδο, τα επιμελημένα σφυρήλατα κιγκλιδώματα, οι οροφογραφίες και ο περιβάλλων χώρος. Η επικάλυψη της στέγης είναι κεραμοσκεπής, με κεραμίδια βυζαντινού τύπου, η οποία απολήγει σε γείσο με γησίποδες, σταγόνες και τραβηχτές οριζόντιες ταινίες.

Στα σκαλιά του Αρχοντικού του Ηλία Κωνσταντόπουλου. Από το οικογενειακό αρχείο του κ. Σωτήρη Κοτσοβού, ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για τα εικονιζόμενα πρόσωπα: «Στην πίσω σειρά από αριστερά είναι ο Τάκης Μπόμπος, βουλευτής – γερουσιαστής, δίπλα του η Νίτσα Κωνσταντοπούλου, κόρη του Ηλία που παντρεύτηκε στην Πάτρα τον μεγαλέμπορο Μουστάκη, δίπλα της η μητέρα της Κωστούλα Γεωρ. Τσαπούρη, συζ. του Ηλία Κωνσταντοπούλου (αδελφή του παππού μου) και στη πάνω άκρη δεξιά η Κατίνα Κωνσταντοπούλου συζ. του Τάκη Μπόμπου. Εμπρός αριστερά είναι ο Μίμης Κωνσταντόπουλος δικηγόρος, (ο τελευταίος επιζών στην μεταβίβαση του κτηρίου) οι άλλοι δύο δεν είναι της οικογένειας.
Στο αρχοντικό αυτό φιλοξενούνταν τα καλοκαίρια η μεγάλη ηθοποιός Κατίνα Παξινού, κόρη του Βασίλη Κωνσταντόπουλου. Επί κατοχής στέγασε τη Γερμανική διοίκηση και κλιμάκιο της Γκεστάπο. Μετά τον πόλεμο λειτούργησε ως νοσοκομείο και Γυμνάσιο Θηλέων και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τη Φιλαρμονική και τον Πολιτιστικό Όμιλο Άργους για τις εκδηλώσεις του. Το 1987 το αρχοντικό το απέκτησε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ),[2] η οποία αποφάσισε να το παραχωρήσει στο Δήμο, με την προϋπόθεση να το αναπαλαιώσει και να το κάμει πνευματικό κέντρο.
Το Μέγαρο αναστηλώθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επί Δημαρχίας Δ. Παπανικολάου. Λειτουργούσε αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων, ενώ σε αίθουσές του είχε φυλαχθεί το αρχείο του Δήμου Άργους και στεγαζόταν βιβλιοθήκη. Το 2010 στέγασε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου.
Επί Δημαρχίας Δ. Καμπόσου, το 2012, αλλάζει η χρήση του και το κτίριο στεγάζει πλέον την Ανώτερη Τουριστική Σχολή-ΣΑΕΚ Τουρισμού Πελοποννήσου, ενώ το αρχείο και η βιβλιοθήκη μετακόμισαν σε άγνωστη μέχρι σήμερα διεύθυνση.
* [Σημ. Βιβλιοθήκης: Συμπληρωματικές πληροφορίες, για την οικογένεια Κωνσταντόπουλου και την Κατίνα Παξινού, μας δίνει ο Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Σωτήρης Κωτσοβός, στενός συγγενής της οικογένειας. (Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος είχε νυμφευθεί την Κωστούλα Τσαπούρη αδελφή του παππού του).]
Το όνομα Κωνσταντόπουλος είναι εξελληνισμός του αρχικού επωνύμου τους, Κωνσταντίνοβιτς. Όνομα που υπάρχει και στον οικογενειακό τάφο τους στο κοιμητήριο της Παναγίας στο Άργος. Ήρθαν στην Ελλάδα οικογενειακά απ’ τον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, φέρνοντας τότε αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και χρυσό. Εξ αυτού στον Πειραιά αλλά και στο Άργος μεταγενέστερα το προσωνύμιό τους ήταν «Χρυσικός».
Απ’ αυτούς ο ένας γιος, ο Βασίλης ίδρυσε επιχείρηση εισαγόμενων σιτηρών από την Ρωσία και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε βιοτεχνία προϊόντων αλευρόμυλου που γιγαντώθηκε όμως σχετικά γρήγορα και έγιναν μια γνωστή πανελλήνια επιχείρηση με τον τίτλο, «Μύλοι Κωνσταντόπουλου», αλλά και κοινωνικά μια ιδιαίτερα εξέχουσα οικογένεια του Πειραιά. Ο Βασίλης απέκτησε επτά (7) παιδιά, μεταξύ αυτών και η Κατίνα (μετέπειτα Παξινού) αλλά και ο Λευτέρης, παππούς της ζωγράφου Μαρίας Ελευθερουδάκη-Τόλια που ζει στην Επίδαυρο.
Ο άλλος γιος ο Ηλίας, που επίσης ασχολήθηκε με εισαγωγή σιτηρών, ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά τον Δημήτρη, τον Βασίλη, τον Γιώργο (λογοτέχνη με το ψευδώνυμο «Δωρικός»), την Δέσποινα (Νίτσα), την Κατίνα και την Δήμητρα (Μιμή).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έκτισε το σπίτι του (Κωνσταντοπούλειο) στην οδό Δαναού με σχέδια Τσίλλερ και στην οδό Τσώκρη το κατάστημα πώλησης σιτηρών – αλεύρων κ.λπ. (σημερινό Ernesto). Το σπίτι τους αυτό, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε ως επιταγμένη έδρα της Ιταλικής στρατιωτικής δύναμης, στη συνέχεια ως Αγροτική Τράπεζα, ως Νοσοκομείο, ως Γυμνάσιο Θηλέων κ.λπ. και στεγάζει σήμερα την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παραχωρήθηκε την δεκαετία του ’90 από τους εν ζωή τότε ιδιοκτήτες του γιούς Δημήτρη, Βασίλη και Γεώργιο στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η οποία και το παραχώρησε στον Δήμο Άργους για πολιτιστικούς σκοπούς. Το κατάστημά του πωλήθηκε λίγο μετά την Κατοχή σε ιδιώτη.
Οι σχέσεις των δύο αδελφών Βασίλη και Ηλία ήταν πάντα άριστες όχι μόνον επαγγελματικά, στην εμπορία σιτηρών /αλεύρων αλλά και οικογενειακά. Στο τεράστιο μάλιστα σπίτι του Ηλία στο Άργος έρχονταν πάντα τα καλοκαίρια τα παιδιά του Βασίλη και ιδίως η Κατίνα που ήταν και η αγαπημένη εξαδέλφη της εδώ Κατίνας του Ηλία, η οποία στην πορεία ήταν και η μόνη που έμεινε στο Άργος αφού παντρεύτηκε τον Βουλευτή αλλά και Γερουσιαστή Τάκη Μπόμπο. Όταν μάλιστα η Κατίνα Παξινού διέπρεπε ως ηθοποιός κάθε χρόνο έμενε στο σπίτι της Κατίνας Μπόμπου (επί της οδού Βασ. Σοφίας – ήδη ιδιοκτησία Μαρίκου) για μερικές μέρες πριν πάει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της.
Υποσημειώσεις
[1] Ο Ερν. Τσίλλερ (1837-1923) ήταν από τη Σαξονία. Ήλθε στην Αθήνα το 1861 ως αρχιτέκτονας της Ακαδημίας, έγινε καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών (1872-1882), έκτισε πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις, έκανε ανασκαφές στο θέατρο Διονύσου και αλλού και διετέλεσε Διευθυντής δημοσίων έργων επί κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη. Πέθανε στην Αθήνα.
[2] Σημ. Βιβλιοθήκης: Μαρτυρία Σωτήρη Κοτσοβού: «Υπάρχουν και άλλες μη προβεβλημένες λεπτομέρειες της απόκτησης του κτιρίου αυτού από τον Δήμο. Η έντονη άρνηση των αδελφών Κωνσταντοπούλου να το μεταβιβάσουν στον Δήμο αλλά να το πουλήσουν στην ΑΤΕ. Στην ΑΤΕ ήταν μισθωμένο πριν την Κατοχή και με την εγκατάσταση του Γερμανικού αρχηγείου εκεί, η ΑΤΕ μετακόμισε στο σημερινό Ερνέστο επίσης ιδιοκτησίας των Κωνσταντοπουλων και τότε κατάστημα τους. Η πίεση όμως της οικογένειάς μου (πρώτοι εξάδελφοι της μητέρας μου) και εμού ως ανιψιού τους και δικηγόρου τους, αλλά και η συγκυρία της προεδρίας της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου από κάποιον κ. Αρτινό, γνωστό του τ. δημάρχου Δ. Παπανικολάου, πείσθηκαν και με ανταλλάγματα ακίνητα Αθηνών το μεταβίβασαν στην ΚΕΔ. Μάλιστα στην παράδοση του ακινήτου απ’ την ΚΕΔ στον Δήμο, θυμάμαι παρέστη τιμητικά και ιδιαίτερα συγκινημένος ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος, τελευταίος επιζών τότε των αδελφών. Αυτά που φαίνονται πλέον ως ιστορίες, τότε ήταν αγκάθια και όχι ρόδινες εξελίξεις.
Πηγή
- Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος 2007.














