Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα το «Ελεύθερο Βήμα» φιλοξενεί  άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο».

 

Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

Από τη μεριά του, ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος σε έναν διάλογο με κάποιον Εβραίο, έθεσε το ερώτημα: ποιος είμαι; Για να απαντήσει: είμαι χριστιανός. Παρεκτός του θρησκευτικού πλαισίου, ο Σχολάριος εκλάμβανε εαυτόν και τους συγχρόνους του ως Έλληνες και ονόμαζε την πατρίδα του Ελλάδα. Παραδεχόταν ότι ήταν απόγονος των Ελλήνων (Ἑλλήνων γάρ ἐσμέν παῖδες) και ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η πατρίδα του ελληνικού γένους στην εποχή του. Κομβικής σημασίας είναι η ανησυχία του για την πιθανότητα αφανισμού του ελληνικού γένους. O Σχολάριος, όμως, δεν συμμεριζόταν τον φόβο του Πλήθωνα για την πολιτισμική αλλοτρίωση του γένους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να αξιοποιηθεί η πρόοδος του δυτικού κόσμου. Οι σύγχρονοί του δεν έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες κατά αποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Ο Σχολάριος ένιωθε μια σύνδεση με τους Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, πέρα από χριστιανό και Ρωμαίο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός ελληνισμού, που θα εμπνεόταν μόνο από την κλασική αρχαιότητα, όπως είχε προταθεί από τον Πλήθωνα. Αντίθετα, επιδίωκε έναν ανανεωμένο και επίκαιρο ελληνισμό, που θα εμπλουτιζόταν από τα αξιόλογα στοιχεία που είχε να προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός· έναν ελληνισμό σύγχρονο, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του 15ου αιώνα.

Γεώργιος Τραπεζούντιος

Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες – Έλληνας και χριστιανός – που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πάλι, είχε επισημάνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα έπρεπε να έχει ως στόχο της το όφελος του γένους και της κοινής εστίας των Ελλήνων. Απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον προσφωνεί βασιλιά της Ελλάδας (Ὦ τῆς Ἑλλάδος ἣλιε βασιλεῦ), όπως αργότερα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα.  Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το άρθρο φιλοξενείται και στο: In(telligent) Deep Analysis , Μάιος 2017.

Read Full Post »

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή τον ερχομό της Εθνικής Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα»  το Λόγο της Εθνικής Επετείου που εκφωνήθηκε από τον Δρ. Γεώργιο Κόνδη στις 28 Οκτωβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους, με τίτλο: 

«Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου»

 

16 Φεβρουαρίου 1941

Σήμερα είναι Κυριακή. Το αρβανίτικο χωριό που καταυλιζόμαστε το λένε Γράμποβα. Είναι σε ύψος 1300 μέτρα, πάνω στις ράχες τις Κάμνιας. Οι κάτοικοί του είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Έχουνε μια εκκλησιά τον Άη Νικόλα. Ο συνάδελφός μου Καρυδάκης έρχεται πρωί και με φωνάζει να πάμε στην εκκλησία. «Παρ’το κράνος σου» μου λέει «και να ’σαι κοντά μου. Έχει χιονίσει τη νύκτα κι όλα παντού είναι άσπρα. Σκύβουμε και προχωρούμε προς την εκκλησία τρέχοντας. Οι Ιταλοί μας βλέπουν από απέναντι και μπορεί να μας ξύσει καμιά σφαίρα. Πραγματικοί προσκυνητές που όλο το δρόμο μέχρι το ναό τον κάνουμε σκύβοντας ως τη γη. Ο παπάς λειτουργάει στην ελληνική αλλά δεν την ξέρει καλά. Ακούω ευλαβικά το ευαγγέλιο, όπως κι αν το λέει.  Κάνει παγωνιά, αλλά τα λιγοστά κεριά, το λιβάνι και οι μορφές των αγίων σε ζεσταίνουν. Η εκκλησία στις περιστάσεις αυτές συγκινεί δυνατά. Μου φαίνεται πως αν ζήσω σε μέρες ειρήνης θα νιώθω πάντα ετούτη τη συγκίνηση μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας του αλβανίτικου φαραγγιού.

«Θεέ μου, άφισέ με να ζήσω»!

Μέσα στην εκκλησία είναι καμιά εικοσαριά φαντάροι. Δεν βλέπω τις μορφές τους. Σκέφτομαι τα σπίτια τους, στα πέρατα της Ελλάδας, Νησιά, Μοριά, Στερεά, Μακεδονία, Θράκη, και βλέπω τα νήματα της σκέψης τους να ξεκινάνε, από τούτο δω μέσα το ιερό πόστο, για κείνες τις μακρινές εστίες. «Θεέ μου, άφισέ τους κι αυτούς να γυρίσουν στα σπίτια τους»!

Ο γυρισμός μας προς τον καταυλισμό δεν γίνεται ανενόχλητα. Οι Ιταλοί μας βάλλουν με το πολυβόλο. Κοντεύω να σπάσω τη μέση μου από το σκύψιμο. Οι σφαίρες σφυρίζουνε, σαν ξύσιμο βίαιο του αέρα, αλλά ευτυχώς φτάνουμε στον καταυλισμό.

Το απόγευμα φεύγουμε οι μισοί για να αντικαταστήσουμε τις προφυλακές. Σκοτεινά μονοπάτια, γιομάτα νερά, χιόνι που χώνεται στις αρβύλες  και τις ποτίζει, πέτρες που κατρακυλάνε, καθώς προχωρείς και που πέφτεις απάνω τους σκοντάβοντας. Κι όλα αυτά να γίνονται με φόβο γιατί το αυτί του εχθρού απέχει 200 μέτρα. Ανεβαίνουμε ένα βουνό όρθιο, που το μονοπάτι του τόφτιαξαν οι νυχτερινές αυτές πορείες».

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

[…] Με τα λόγια που μόλις ακούσατε περιγράφει μια μέρα του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας ο οπλίτης Δημήτριος Λουκάτος. Και είναι μια περιγραφή που στην ίδια μέρα κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ειρήνευση που νιώθει ο μαχητής στο μόνο αποκούμπι που βρίσκει μέσα στην κόλαση του αλβανικού μετώπου: την εκκλησίτσα του χωριού Γράμποβα ή στην ύπαιθρο όπου οι στρατιωτικοί ιερείς λειτουργώντας δίνουν τη δική τους μάχη στήριξης. Κι ύστερα αρχίζει και πάλι ορμητική η ροή του πολέμου. Φεβρουάριος 1941. Ένας από τους τρομερότερους χειμώνες στα Βαλκάνια. Το κρύο να τσακίζει τις ανθρώπινες αντοχές και τα κρυοπαγήματα να τσακίζουν πόδια και χέρια. Ελάχιστες οι ελπίδες για τον Έλληνα στρατιώτη της πρώτης γραμμής να αποκτήσει κάλτσες ζεστές και άρβυλα καινούρια για να αντιμετωπίσει το δεύτερο μεγάλο εχθρό που δε φοβάται σφαίρες και κανόνια: τα κρυοπαγήματα. Κι όμως είναι όλοι ταγμένοι στο μεγάλο σκοπό. Να αγωνιστούν για την πατρίδα. Να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Να συνεχίσουν με δύναμη και ηρωισμό μέχρι να πετύχουνε το στόχο που ’βγαινε, σα λάβα από ηφαίστειο που μόλις είχε εκραγεί, από τους στίχους που γραψε στις 10 Νοεμβρίου 1940 ο  Άγγελος Σικελιανός:

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’ Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

Τ’ ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα, τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Μεταδίδουμε το πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού γενικού στρατηγείου. Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κι επειδή στη χώρα αυτή τη ρημαγμένη από τις κακουχίες και τους βαλκανικούς πολέμους δεν έφταναν τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν την είδηση του πολέμου σε κάθε χωριό και γειτονιά πόλης, άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να το διαλαλούν και οι Έλληνες να τρέχουν να παρουσιαστούν σαν να ’ταν λίγες οι θέσεις για τούτη τη γιορτή που άρχιζε και ήτανε κρίμα να τη χάσουν.

«Ήμουν στο Άργος υπάλληλος στο μπακάλικο του Αγιωργίτη», γράφει ο Κ. Κατσένης (Κωτσιο-Κατσένης) στο αφιέρωμα της 28ης Οκτωβρίου στην τοπική εφημερίδα «Καρυά»: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 είδα τα απιδιά του δημοτικού σχολείου να επιστρέφουν, ώρα 8.30 π.μ., από το σχολείο κλαίγοντας. Απόρησα γιατί κλαίνε και τα ρώτησα : «Γιατί κλαίτε παιδιά;». τα 7-10 χρονών παιδάκια μου απάντησαν : «Οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο και οι δάσκαλοί μας επιστρατεύτηκαν». Αμέσως άκουσα τις καμπάνες να χτυπάν…. Τα Καρυωτάκια με τραγούδια και χαρές άφησαν αρραβωνιαστικές, γυναίκες με βυζασταρόνια, επήραν την αυχή από τους γονιούς τους και έφυγαν ποδαρόδρομο για το Άργος. Από κεί με ό,τι μέσον ευρήκαν, σούστες, μοτοσικλέτες, σαραβαλάκια φορτηγά, τρένα και ποδήλατα έφθασαν στο Ναύπλιο να ντυθούν…»

Κι ο Κωστής Κωτσοβός από το Κουτσοπόδι μας δίνει επίσης μια εξαιρετική περιγραφή αυτού του κλίματος : «Στις 27 (Οκτωβρίου) ξεκουράστηκα λιγάκι και στις 28 κατέβηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό Κουτσοποδίου για να πληροφορηθώ την ανταπόκριση του τρένου για το Ναύπλιο. Φεύγοντας από εκεί με φωνάζει ο Σταθμάρχης Χρήστος Δερζιώτης : «Κώστα Κώστα γύρισε πίσω εκηρύχθη πόλεμος». Τότε εκείνος από το τηλέφωνο παίρνει τις σχετικές οδηγίες  από την υπηρεσία του και εγώ τις γράφω. Αφού εγύρισα στο πατρικό μου σπίτι  ανήγγειλα την κήρυξη του πολέμου στις αδελφές μου Σοφία και Βασιλική. Ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια μου Παναγιώτης και Βαγγέλης έμαθαν την κήρυξη του πολέμου και άφησαν τον σπαρτό, όπως και ο άλλος ο κόσμος και επέστρεψαν στα σπίτια τους για τον πόλεμο. Δεν περίμενα το τρένο αλλά με αυτοκίνητο περαστικό ήλθα στο Άργος. Εδώ διαπιστώνω μεγάλον ενθουσιαμό, σωστό πανηγύρι, να πηδούν οι επίστρατοι γρήγορα επάνω στα αυτοκίνητα σαν τα κατσίκια για να προφθάσουν να παρουσιαστούν στη μονάδα τους, ενώ ρήτορες στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της πόλεως έβγαζαν πύρινους λόγους για τον πόλεμο. (…) Με τον ίδιο και εγώ ενθουσιασμό μετέβηκα και παρουσιάστηκα στο χωριό Λευκάκια έξω από το Ναύπλιο. Σε χωριό ήταν το κέντρο επιστρατεύσεως για να αποφύγουμε τον βονβαρδισμόν από τα Ιταλικά αεροπλάνα».

Καμιά ιστορική και κοινωνική ανάλυση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συλλάβει στην ολότητά του το θαύμα που συντελέσθηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας από τον Ελληνικό Λαό. Αντίθετα το Έπος του ’40 πέρασε στο χρόνο της εθνικής ιστορίας ως μια επέτειος του «ΟΧΙ» και μόλις πρόσφατα αρχίζουμε να αναδεικνύουμε με έρευνες και μαρτυρίες το μεγαλείο του αγώνα εκείνου. «Ωστόσο» γράφει ο μεγάλος μας συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης, «αυτή η εκστρατεία που όλοι τη λένε «το Έπος», έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο – θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο χρονολογικά και Ιστορικά απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων. Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξεκίνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της Ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο Αρχείο προτού μνημονευτεί».

Οι Έλληνες στρατιώτες με εξοντωτικές πορείες ήδη από την αρχή του πολέμου, με το μουλάρι και με οπλισμό των βαλκανικών πολέμων ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο με άψογη στρατιωτική προετοιμασία, οργανωμένες επιμελητείες και ότι πιο σύγχρονο υπήρχε στο επίπεδο του οπλισμού την εποχή εκείνη. Απέναντι, όμως στον μουσολινικό μεγαλοϊδεατισμό αντιτάχθηκε ένας λαός που ζήταγε δικαίωση για όλες τις θυσίες που είχε κάνει μέχρι τότε. Σε ποια γεγονότα να πρωτοσταθεί κανείς και τι να μνημονεύσει περισσότερο από τις μάχες και τους ηρωισμούς απλών στρατιωτών και αξιωματικών που έδιναν τη μάχη υπέρ βωμών και εστιών. 8 Νοεμβρίου 1940 σε μια από τις φονικότερες μάχες του πολέμου στο Καλπάκι με φτυάρια και γκασμάδες για τα ορύγματα και όπλα περασμένων δεκαετιών ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να εξουδετερώσει τα ιταλικά τεθωρακισμένα  και να δώσει φτερά στις ελληνικές δυνάμεις. 21 Νοεμβρίου 1940 Κορυτσά. 3 Δεκεμβρίου 1940 Πρεμετή. 6 Δεκεμβρίου 1940 Άγιοι Σαράντα. 8 Δεκεμβρίου 1940 Αργυρόκαστρο. Κι ακόμα πάρα πέρα τραγούδαγαν με καντσονέτες περιπαικτικά οι επιθεωρήσεις στην Αθήνα.

Ποιο πολεμικό ανακοινωθέν και ποιο κείμενο ιστορίας θα κατορθώσει να περιγράψει κάποτε τη μάχη του υψώματος 731, άγνωστη ακόμα στους πολλούς, όταν στις 9 Μαρτίου 1941, στα προεόρτια της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι, 4 λόχοι ελληνικού στρατού θα κρατήσουν ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα που έπρεπε να είχε σβήσει από το χάρτη της περιοχής. Τόσος ήταν ο βομβαρδισμός που λιώνε σώματα, σιδερικά, πέτρες και χώματα κάνοντας ένα τρομακτικό σφαγείου σκηνικό.

«Είταν χαροκόπι δαιμονικό, βομβαρδισμός απίθανος σε ένταση και πυκνότητα, βροντοκόπημα από κεραυνούς απανωτούς, που τράνταζαν συθέμελα τη γη, με λύσσα να της ξεριζώσουν τα σπλάχνα. Πέρα, σε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση, σ’ άλλους τομείς του μετώπου, οι φαντάροι που βρίσκονταν ακόμα με το κεφάλι πλαγιασμένο στο χώμα, άκουγαν σαστισμένοι τη γη να βογκάει και να τρέμει σα να γινόταν στα έγκατά της τυμπανοκρουσία συναγερμού. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι μεγάλο αρχίζει». Λόγια του Άγγελου Τερζάκη.

Κάτι μεγάλο είχε ήδη αρχίσει και δεν θα το σταμάταγε κανένας βομβαρδισμός και καμιά πολεμική μηχανή όσο καλή κι αν ήταν. Το εγγυόταν η φωτιά που έκαιγε στα στήθη των Ελλήνων, το τραγουδούσε κάνοντας τις καρδιές να ριγούν η αγέρωχη φωνή της Σοφίας Βέμπο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», το τύλιγε η θαλπωρή της κουβέρτας που ’φτασε στον στρατιώτη των προφυλακών μας κι είχε πάνω της κεντημένο το όνομα : Ευδοκία Αποστολίδου – Νέα Κίος.

Κι όταν στις 27 Απριλίου 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ακόμα και τότε αντηχεί ένα «ΟΧΙ» θαρραλέο και ηρωικό. Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια «ΟΧΙ» – 28η Οκτωβρίου 1940», 11 Οκτωβρίου 1990.

Η έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα υπήρξε η κορυφαία ιταμή εκδήλωση του φασιστικού μεγαλοϊδεατισμού του Μουσολίνι. Υπήρξε όμως και μια εξαιρετική ευκαιρία που χάρισε η Ιστορία στον κόσμο για να συγκριθούν και να μετουσιωθούν σε κοινωνικό παράδειγμα οι αξίες της πατρίδας, της πίστης, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και του κοινού σκοπού. Αξίες που προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον πόλεμο του 40 αναμετρήθηκαν δυο κοινωνικές λογικές. Εκείνη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, της άδολης προσφοράς και της θυσίας για την προάσπιση μιας πατρίδας, μιας κοινότητας, μιας οικογένειας, μιας φιλίας. Από την άλλη παρατάχθηκε ο εγωιστικός μοναδισμός, υπόλογος στον Αρχηγό. Το πειθήνιο όργανο ενός μηχανισμού που δεν γνωρίζει συναισθηματισμούς, απάνθρωπα μοχθηρός και ανέκφραστος.

Στην αγάπη αντιπαρέβαλε το μίσος, στην ελευθερία την υποταγή, στην ελεύθερη σκέψη το δόγμα του αλάνθαστου Ηγέτη. Οι Έλληνες υπέγραψαν την ιστορία με το αίμα τους και έδωσαν με θάρρος την απάντηση που έπρεπε στη φασιστική και ναζιστική θηριωδία. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε το νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940 από την επετειακή στενότητα και να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα για μας και τις επόμενες γενιές βασισμένο στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την άδολη προσφορά και την αγάπη σε μια πατρίδα που δεν έχασε το νόημά της.

Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι

Ο Παναγιώτης Μπασακίδης, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Διοικητής του 8ου Συντάγματος που με έδρα το Ναύπλιο θα πάρει μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράφει στις 14 Ιανουαρίου 1941 ανάμεσα σε άλλες και την παρακάτω ημερήσια διαταγή συντάγματος αξιωματικών:

«Τον Διοικητήν του 7ου Λόχου Χριστόπουλον Παναγιώτην διαμνημονεύω διότι κατά τας επιχειρήσεις των βορειοανατολικών υψωμάτων Σκίβοβικ Μάλισπατ από 11 Δεκεμβρίου μέχρι 19 ιδίου επεδείξατο θάρρος, ψυχραιμίαν, ορμητικότητα και εξαιρετικήν διοικητικήν ικανότητα, παρορμών, εμψυψών, και ενθαρρύνων τους άνδρας του δια την κατάληψιν των εκάστοτε  αντικειμενικών σκοπών. Κατά δε τη λυσσώδη επίθεσην της 15ης Δεκεμβρίου προς κατάληψιν των βορείων υψωμάτων Προγκονατίου – χωρίου Προγκονατίου ώρμησεν ακάθεκτος μετά του Λόχου του συντρίβων μίαν προς μίαν τας πεισμόνους εχθρικάς αντιστάσεις, εξαναγκάζων τον εχθρόν να τρέπεται εν σπουδή εις φυγήν εγκαταλείπων επί του πεδίου της μάχης αυτόματα όπλα και όλμους και τέλος κατά την άνοδόν του προς κατάληψιν του τελευταίου υψώματος Προγκονάτ ετραυματίσθη υποστάς θλασιν οστού αριστεράς χειρός. Καίτοι δε φέρων σοβαρόν τραύμα δεν εδέχθη να αποχωρήση του Λόχου του ειμή  μετά ώραν αφού ο Λόχος του εγκατεστάθη επί του καταλειφθέντος υψώματος.

Τούτον επρότεινα όπως απονεμηθεί το Αριστείον Ανδρείας».

Η αυτοθυσία του και η θυσία των 13.936 αξιωματικών και οπλιτών και των χιλιάδων πολιτών, ανδρών και γυναικών, που έδωσαν το αίμα τους για να ζήσουμε ελεύθεροι ας οδηγεί τα δικά μας βήματα και εκείνα των επόμενων γενεών.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε σήμερα από το περιοδικό του Συλλόγου Αθηναίων  «Τα Αθηναϊκά» ομιλία του κ. Δημήτρη Λούκα, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του συλλόγου στις 15 Μαΐου 1997  με θέμα: «Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες στην παληά Αθήνα».

 

Θα διαπραγματευτούμε απόψε ένα θέμα που είναι διαχρονικό. Διαχρονικό με την έννοια πως «Κουτσαβάκηδες» ή κάπως διαφορετικά, π.χ. «Τεντιμπόϋδες» ή «Χούλιγκανς» ή «Πανκς» θα υπάρχουν, όπως φυσικά και αστυνομικοί, ανεξάρτητα αν λέγονται κλητήρες, ειρηνοφύλακες, χωροφύλακες κλπ. Με αυτή τη σημασία γράφτηκε ως τίτλος της αποψινής μας ομιλίας «Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες».

Αλλά πριν γνωρίσουμε την ιστορία αυτή μέσα από τα γεγονότα, που είναι όλα παρμένα από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία της εποχής ή βιβλία που αναφέρονται σε κείνη την εποχή, ας σχηματίσουμε την εικόνα της Αθηναϊκής κοινωνίας όπως προβάλλει μέσα από πέντε κείμενα, αποσπάσματα, τα δύο του περιοδικού «Αστυνομικά Χρονικά» και τα υπόλοιπα τρία του συγγράμματος «Σύγχρονος Ελλάς» του Αμπού, της ιστορικής μελέτης του Μπάμπη Άννινου, και του βιβλίου «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» της Αρτέμιδος Σκουμπουρδή.

Εις τα αστυνομικά χρονικά του 1848 υπάρχει μία φαιδρά αλλά και τραγική παρεξήγησις οφειλομένη εις την αγραμματοσύνην και την διανοητικήν ισχνότητα ενός αστυνόμου της πρωτευούσης. Διετάχθη η αστυνομία να συλλαβή και να απέλαση εις τας πατρίδας των όλους τους αλήτας και αγύρτας. Εκείνος δε αγνοών την λέξιν αγύρτας, εξέλαβεν ή εξήγησε ταύτην ως αφορώσαν τους Αργείτας. Διέταξε την συγκέντρωσιν εις το κατάστημα της αστυνομίας όλων των εξ Άργους πολιτών, εις ούς ανεκοίνωσε την απόφασιν της απελάσεως εις την ιδιαιτέραν των πατρίδα! Η φαιδρά παρεξήγησις ήρθη μετ’ ολίγον και οι Αργείοι εζήτησαν την παύσιν του αστυνόμου επί… βλακεία!

Ο Αμπού Εδμόνδος – Φραγκίσκος – Βαλεντίνος, Γάλλος λογοτέχνης και δημοσιογράφος που ήρθε στην Ελλάδα το 1851 (ως τρόφιμος της Γαλλικής Σχολής) και που έμεινε στο Ξενοδοχείο «Ευρώπη» για 4 χρόνια έγραψε το σύγγραμμά του «Σύγχρονη Ελλάδα» από το οποίο διαβάζουμε:

Στας Αθήνας του 1850-1852, η πόλις δεν περιελάμβανε πλείονας των δισχιλίων οικοδομών.

Ότε η καθέδρα του βασιλείου μετετέθη εκ Ναυπλίου εις Αθήνας – κατά την γνώμην δε του Αμπού, ενδεδειγμένη ως πρωτεύουσα δια την πρόσφορον αυτής γεωγραφικήν θέσιν ήτο η Κόρινθος – εκρίθη πρέπον όπως η κλεινή πόλις αποβάλη την τουρκικήν όψιν της και τον βάρβαρον ρυθμόν. Οι αναλαβόντες την ρυμοτόμησιν Βαυαροί μηχανικοί εχάραξαν δύο κεντρικός αρτηρίας, διασταυρούμενος κατά το μέσον, ών η μέν ωνομάσθη οδός Αιόλου εκ του θεωρουμένου τότε ως ναού του θεού των ανέμων ωρολογίου του Κυρρήστου, η δε οδός Ερμού, προωρισμένη να καταστή η κυρία εμπορική οδός της πόλεως, όπως και εγένετο τω όντι κατόπιν. Αι δύο αύται κύριαι οδοί, διασταυρούμενοι καθέτως, εσχημάτιζον τέσσαρας ορθάς γωνίας περί το σημείον της επαφής, αποτελούσας τα τέσσαρα τμήματα εις τα οποία διηρέθησαν αστυνομικώς αι Αθήναι. Προς γνώσιν μάλιστα και οδηγίαν των πολιτών είχε τοποθετηθή παρ’ εκάστην των τεσσάρων γωνιών εις το σημείον της διασταυρώσεως πάσσαλος μετ’ επιγραφής φερούσης τον αριθμόν του τμήματος.

Στο περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» της εποχής, διαβάζουμε τα εξής:

Οι αστυνομικοί εν Αθήναις επί της δημοτικής ουδέν διακριτικόν σημείον έφερον, ήσαν ενδεδυμένοι ως οι άλλοι πολίται με την φουστανέλλαν ή τα ευρωπαϊκά των κατόπιν. Το μόνον όπερ ηδύνατο να κριθή ως διακριτικόν σημείον ήτο ο βούρδουλας, τον οποίον εκρέμων από τον καρπόν της δεξιάς χειρός ή δια δερματίνου ή δια συρματίνου πλέγματος. Επίσης χαρακτηριστικόν ήτο ότι κατά μίαν περίοδον της βασιλείας του Όθωνος, δεκαπενταετείς περίπου οι κλητήρες δεν έφερον οπλισμόν, αλλά μόνον βραχείαν ράβδον μήκους εξήκοντα εκατοστών του μέτρου, στρογγύλην. Επί της μιας άκρας υπήρχε τετορνευμένον το μέρος της λαβής, επί της αντιστοίχου δε, δηλαδή του ύψους, ήτο ζωγραφισμένον εν ανοικτόν όμμα, συμβολίζον το άγρυπνον βλέμμα της Αστυνομίας. Ο κορμός της ράβδου ήτο τυλιγμέ­νος με πλατείας λωρίδας λευκού και κυανού χρώματος, κατά τα εθνικά χρώματα, και έπ’ αυτών εγράφετο κύκλω η ρήσις, «η ισχύς του Νόμου».

 

Κατά την ειρηνικήν και πειθαρχικήν περίοδον των πρώτων ετών του Όθωνος, οι κλητήρες της αστυνομίας είχον ονομασθή «ειρηνοφύλακες» και ουχί αδίκως, οι δε πολίται οίτινες δεν είχον διαφθαρή ακόμη ως εκ της εισροής παντοδαπών ξένων και τυχοδιωκτικών στοιχείων, ήσαν πειθαρχικοί ενώπιον των ειρηνοφυλάκων, οίτινες πλησιάζοντες τους ατακτούντας η δεομένους τιμωρίας, ως εκ του έργου των, ύψωνον την ράβδον των και εφώνουν: «Σε διατάσσω εν ονόματι του νόμου να με ακολουθήσης». Και οι πταίσται ηκολούθουν, εάν όμως εδυοτρόπουν, ο ειρηνοφύλαξ εκάλει εις βοήθειαν τους συναδέλφους του, και εκ των κέντρων των εγγύς προσέτρεχον, εις εξαιρετικός περιστάσεις αντιστά­σεως, και ο αστυνόμος και αυτός ο Δήμαρχος.

Ο Μπάμπης Άννινος ποιητής, λογογράφος, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας σε μια ιστορική μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1925 γράφει για την Αθήνα του 1850-51…

  

Ήσαν δε τα τοιαύτα άσματα είτε πρωτότυπα αισθηματικά, προϊόντα εγχωρίων στιχουργών, εκ των οποίων πολλά διασώζονται εις τας παλαιοτέρας Ανθολογίας, μελοποιημένα υπό των συγχρόνων μουσουρ­γών, είτε μεταφράσεις μονωδιών ή δυωδιών εκ των παρισταμένων εις το θέατρον μελοδραμάτων, οίον της «Νόρμας», της «Λουκίας», του «Τροβατόρε» κ.λ. εκπονούμενοι υπό ποιητών δοκιμωτέρων, όπως ο Σκυλίτσης και άλλοι.

 

Την εκ της διασκεδάσεως ταύτης εντύπωσιν διερμηνεύουν οι αφελέστατοι στίχοι ενός τοιούτου άσματος ψαλλομένου κατ’ εκείνους τους χρόνους, τους οποίους προ ετών ήκουσα εκ του στόματος πρεσβύτου, θαμώνος των τότε αθηναϊκών συναναστροφών και οι οποίοι είχον ως έξης:

Τι ωραία που είναι το βράδυ,

Όταν βγαίνη το φεγγάρι,

Ένας νέος ν’ ακομπανιάρη

Και μια νέα να τραγουδή.

Ηρίθμει δε η πόλις των Αθηνών, κατά την εν έτει 1851 γενομένην απογραφήν, 24.754 κατοίκους, η δε του Πειραιώς 5.247, ο νομός Αττικής 87.962 και το Κράτος εν συνόλω 998.266.

Ως προς την δίαιταν και την δαπάνην αρκεί ν’ αναφέρω το εξής περιστατικόν. Κατ’ Αύγουστον του 1852 ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας παρέθηκε «μέγα δείπνον» εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, τον στρατηγόν Κίτσον Τζαβέλλαν, τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και τον Σκούφον. Και η εφημερίς «Αθηνά» αναφέρουσα το γεγονός, έκρινε καλόν να σημείωση μετά θαυμασμού ότι η δαπάνη του μεγάλου δείπνου ανήλθεν εις 130 δραχμάς!

Η Άρτεμις Σκουμπουρδή, γνωστή σε όλους μας από τις διαλέξεις της στο χώρο αυτό, στο βιβλίο της Θέατρα της Παληάς Αθήνας… γράφει:

Στα 1856, ο Γρηγόριος Καμπούρογλου με τον τραπεζίτη Δημητριάδη και μελέτη του Γάλλου αρχιτέκτονα Boulanger υποβάλλουν σχέδια για οικοδόμηση «Εθνικού Θεάτρου». Ο θεμέλιος λίθος τίθεται στις 22 Δεκεμβρίου 1857, παρουσία του Όθωνα, με κάθε επισημότητα.

Όμως ο γραμματέας του Όθωνα, ο Βέτλαντ, που για προσωπικούς λόγους είναι αντίθετος με το παρόν έργο, εξαφανίζει τα σχέδια και στέλλει την Αστυνομία, η οποία σταματά τα έργα, αφού – φαινομενικά – ο Καμπούρογλου στερείται αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Κι ας έλθουμε, στο θέμα μας.

Η συνοικία του Ψυρρή

Κουτσαβάκης: Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες, κοινώς «ψευτόμαγκες».

Κουτσαβάκης: Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες, κοινώς «ψευτόμαγκες».

Τα φιδίσια και στενά δρομάκια της συνοικίας Ψυρρή, της μικρής και παλαιάς αυτής συνοικίας της Αθήνας, τα κλείνουν τρεις γνωστοί δρόμοι με μεγάλη εμπορική κίνηση: η Αθηνάς, η Ερμού και η Πειραιώς. Τα δρομάκια τα τιμούν τα ονόματα φημισμένων ανδρών της αρχαιότητας, όπως είναι οι αποκαλούμενοι Τυραννοκτόνοι: Αριστογείτων και Αρμόδιος, οι ποιητές και τραγικοί Ευριπίδης, Σοφοκλής και Αισχύλος, η ποιήτρια Σαπφώ, οι κωμωδοί Αριστοφάνης και ο Αναξαγόρας, που, ίσως, εκεί κάπου να περιδιάβαζε και να φιλοσοφούσε για τα εγκόσμια, την κοσμογονία, τον τετραγωνισμό του κύκλου, και το ανθρώπινο μυαλό, που πίστευε ότι είναι ελεύθερο, αυτεξούσιο, η πηγή της ζωής και της γνώσης και μπορεί να ξέρει τα πάντα για το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.

Όσο γι αυτό το τελευταίο, δεν ξέρουμε αν είχε προϊδεί την εξέλιξη της Αθήνας, ούτε με τι δρόμο θα τον τιμούσαν οι σύγχρονοι Αθηναίοι.

Η συνοικία του Ψυρρή, στα πιο κοντινά μας χρόνια, ήταν το λημέρι των Ηρώων του 1821, και αυτούς τιμά η μικροσκοπική και κεντρική της συνοικίας Πλατεία Ηρώων, που σήμερα στολίζει ένας παληός φανοστάτης με τρεις γλόμπους. Σ’ αυτό το σημείο συγκεντρώνονταν οι Καπετανέοι της Επανάστασης του 21 για να συναντήσουν τους συμπολεμιστές τους, ν’ ανταλλάξουν πληροφορίες και μυστικά, να πάρουν μπαρούτι και πολεμοφόδια και κρασί για τα παγούρια τους.

Άγνωστο, από που προέρχεται η ονομασία Ψυρρή. Λένε ότι ξεκίνησε από το παρατσούκλι κάποιου «τύπου». Αυτό δεν είναι απίθανο γιατί στην περιοχή υπήρχαν πολλοί τύποι, άνδρες και γυναίκες και πολλά διηγούνταν γι’ αυτούς.

Τρεις εκδοχές υπάρχουν για το πως πήρε αυτό το περίεργο όνομα. Η πρώτη λέει ότι χρωστά την ονομασία στο ναό του Αγίου Αθανασίου του Ψυρρή. Η δεύτερη αναφέρει ότι προέκυψε όταν οι «αριστοκράτες» κάτοικοι της Πλάκας απομάκρυναν εκτός του ορίου της όλους εκείνους που θεωρούσαν Ψυρρήδες, δηλαδή προερχόμενους από λαϊκότερα στρώ­ματα. Η τρίτη και λαϊκότερη εκφράζεται από ένα μόνιμο κάτοικο της πλατείας, που επισημαίνει: «Σχεδόν έναν αιώνα πριν η περιοχή ανήκε σε κάποιο Γιώργο Ψυρρή». Λέγεται πως η πλατεία Ψυρρή ήταν ο ομφαλός της Γης. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό της συνοικίας ήταν και είναι οι πολλές και όμορφες εκκλησιές, βυζαντινές και μεταβυζαντινές.

Αλλά πώς μια συνοικία κατάσπαρτη από εκκλησίες μπορεί να ήταν το στέκι των κουτσαβάκηδων, των νταήδων, των πορτοφολάδων, είναι ν’ απορεί κανείς.

«Κουτσαβάκης, γράφει το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, βγήκε από τ’ όνομα ενός καυγατζή δεκανέα του ιππικού, τον καιρό του Όθωνα, και χαρακτηρίζει τους παληκαράδες και τους χυδαίους ψευτοήρωες. Όλοι αυτοί μαζεύτηκαν από διάφορες γωνιές της Αθήνας και έκαναν στέκι τους τη συνοικία του Ψυρρή».

Τα στήθια μου κατάντησαν

βασάνων κατοικία

που κατοικούν οι λέοντες

και τ’ άγρια θηρία, αχ! βαχ!

Ήταν η επωδός ενός τραγουδιού των «κουτσαβάκηδων» που ελυμαίνοντο την παληά Αθήνα, ιδίως τη συνοικία του Ψυρρή.

Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι: «Κουτσαβάκηδες είχον ονομασθή, γιατί εκούτσαιναν τεχνητά βαδίζοντας, παριστάνοντας τους «νταήδες». Η Αθήνα και οι γειτονιές της υπέφεραν από αυτούς τα πάνδεινα από την εποχή της βασιλείας του Όθωνος έως τις πρώτες δεκαετίες της δυναστείας του Γεωργίου του Α’. Ο κουτσαβακισμός αναπτύχθηκε και έδρασε στην Πλατεία Ψυρρή, κυρίως μετά την μεταπολίτευση του 1862 και για αρκετά χρόνια υπήρξε απρόσβλητος.

Αλλά ας δώσουμε μια εικόνα αυτών των περίφημων παληκαράδων ή τραμπούκων ή κουτσαβάκηδων, όπως λεγόντουσαν.

«Οι κουτσαβάκηδες λοιπόν φορούσαν μαύρο σακκάκι και ριγέ χρωματιστό ή με μεγάλα καρέ παντελόνι. Η μέση τους τυλιγόταν με μεγάλο πλατύ ζουνάρι που άρχιζε από το στήθος και τέλειωνε κάτω από τον αφαλό, στις πτυχές του οποίου έκρυβαν το οπλοστάσιο τους: τη διμούτσουνη (πιστόλι με δύο κάνες), το μαχαίρι, διάφορους σουγιάδες μαζί με την καπνοσακκούλα, το τσακμάκι κ.ά. Το πανταλόνι κατέληγε «τζογέ», δηλαδή στενώτατο στους αστραγάλους, ενώ για παπούτσια φορούσαν στιβάλια με ψηλό τακούνι που περνούσε δεκάρα από κάτω, στενά και μυτερά, με τη μύτη προς τα πάνω, τα «στενόχωρα πατούμενα», όπως τα έλεγαν. Τα στιβάλια ήτανε πάντα μαύρα αλειμμένα με χοιρινό λίπος και έπρεπε να τρίζουν. Είναι γνωστό ότι το παλιό υποδηματοποιείο του Μπέη, στην οδό Σταδίου, με σήμα: «Ένας είναι ο Μπέης» είχε ως έμβλημά του τα εξής : «Κομψότης, στερεότης και τριζότης».

Οι κουτσαβάκηδες στρατολογημένοι από άνεργους νέους, θρασείς και προκλητικούς, οι οποίοι αποτελούσαν στην αρχή τις στρατιές των «μπράβων» των κομμάτων, εξελίχθηκαν σιγά – σιγά σε δυνάστες του φιλήσυχου κόσμου. Η εμφάνισή τους ήταν αρκετά περίεργη και ασυνήθιστη για την εποχή.

Καιρός όμως να δούμε και την κόμμωσή τους η οποία αποτελούσε το άκρον άωτον της παληκαριάς τους.

«Μαλλιά μακριά, πασαλειμμένα με λίπος που συνήθως βρωμούσε, χτενισμένα «χωρίστρα» με αφέλειες που κατέβαιναν στο μέτωπο και σκέπαζαν χαρακτηριστικά το ένα μάτι, που το ξεσκέπαζε ο κούτσαβος, με αρειμάνια χειρονομία, όταν απειλούσε το σύμπαν».

Ένα σημαντικό στοιχείο τους ήταν το μουστάκι:

«Άλλο συνθετικό της «ομορφιάς» τους ήταν το μεγάλο μουστάκι, που όσο μεγαλύτερο γινόταν, τόσο το καμάρωναν και προσπαθούσαν να το ενώσουν με το γένι που έτρεφαν στο μάγουλο».

Τι φορούσαν οι κουτσαβάκηδες;

«Οι κουτσαβάκηδες φορούσαν πάντα ρεπούμπλικα ή «καβουράκι» με «χλίψη». Έτσι έλεγαν την πλατιά μαύρη κορδέλλα που περιέβαλλε το καπέλλο, ενδεικτικό κι αυτό παληκαριάς που έδειχνε ότι πενθούσε για το θάνατο κάποιου «τραμπούκου» που έπεσε «ηρωικά».

Άλλο τους χαρακτηριστικό ήταν ότι:

«Εβάδιζαν πάντα ελαφρά κουτσαίνοντας («κουτσαβάκηδες»), φτύ­νοντας ηχηρά, βήχοντας μεγαλόφωνα, κοιτάζοντας περιφρονητικά τους διαβάτες και ζητώντας αφορμή για παρεξήγηση και καυγά. Πολλοί «τραμπούκοι» φορούσαν το σακκάκι τους μόνο με το ένα μανίκι, ενώ το άλλο το κρατούσαν ριχτό στο δεξί ώμο».

Το πέρασμα των νοικοκυραίων από τις οδούς και τις παρόδους του Ψυρρή, ήταν άθλος, γιατί οι κούτσαβοι παραμόνευαν για να προκαλέ­σουν τους διερχόμενους ή να τους πετάξουν διάφορες ακαθαρσίες της αγοράς.

Η Μαρία Μαρκογιάννη στο βιβλίο της «Ματιές στην Αθήνα που έφυγε» γράφει πως:

Οι κουτσαβάκηδες είχαν ροζιασμένες χοντρές μαγκούρες, που τις ύψωναν απειλητικά στις εκλογικές διαδηλώσεις και στους καυγάδες. Οι νταήδες της Πλάκας και του Ψυρρή, ζώνονταν το κόκκινο ζουνάρι και όταν το έλυναν, ήταν σημάδι ότι πήγαιναν φιρί – φιρί για καυγά. Από εκεί βγήκε η έκφραση «έλυσε ή κρέμασε το ζωνάρι του».

Αλλά ας δούμε ποια ήταν τα μέσα της αστυνομικής επιβολής και ποιος ο ρόλος του βούρδουλα και να γνωρίσουμε την εξέλιξη της αστυνομίας.

«Μέχρι του 1863 ουδεμία στολή είχε καθιερωθεί δια τους κλητήρας της αστυνομίας, οίτινες έφερον έκαστος ό,τι είχε και ό,τι ηδύνατο ή ήθελε να φέρη. Η πατατούκα, η βράκα, η φουστανέλλα, τα κοντοβράκια, τα τσαρούχια απετέλουν μωσαϊκόν παράδοξον.Τελευταίος διευθυντής της αστυνομίας επί Όθωνος υπήρξεν ο Δημητριάδης.

Ο Δημητριάδης, άνθρωπος χρηστός και γενναίος, προσωπικώς απεφάσισε να επιβάλη κάποιον σεβασμόν προς τους νόμους εις την τάξιν εκείνην των κακοποιών και να απαλλάξη από τον εκβιασμόν και την τρομοκρατίαν των τους φιλήσυχους και εργατικούς πολίτας, συνεπώς ηναγκάσθη να αντιμετωπίση τους κουτσαβάκηδες, οίτινες προ του κοινού κινδύνου συνησπίσθησαν κατ’ αυτού προσωπικώς και απεφάσισαν να τον εξοντώσουν.

Εξήρχετο πάντοτε ο Δημητριάδης πάνοπλος και υπό συνοδείαν πάνοπλων επίσης κλητήρων, συνεπλέκετο δε προς τους κακοποιούς και όσους συνελάμβανε τους υπέβαλλεν εις βαρείς εξευτελισμούς δια να πλήξη το γόητρόν των.

Αλλά μίαν ημέραν οι κακοποιοί εκείνοι, μη δυνάμενοι να φονεύσουν τον ίδιον, εδολοφόνησαν τον γραμματέα της αστυνομίας Λύτραν εις την πλατείαν του Δημοπρατηρίου πλήξαντες αυτόν δια μαχαιρών.

Ο φόνος του Λύτρα εξηγρίωσε τους κλητήρας και εξήψε τον Δημητριάδην, εθεωρήθη δε ζήτημα τιμής ο φόνος ή η σύλληψις των φονέων, ως επίσης δια τους κακοποιούς ζήτημα τιμής ήτο η προστασία των φονέων και το ασύλληπτον αυτών.

Ο Δημητριάδης, πληροφορηθείς ότι δύο των δολοφόνων του Λύτρα εσύχναζον κρυφά κατά τας νύκτας εις εν καταγώγιον της οδού Καραϊσκάκη, απεφάσισε να τους συλλαβή ή να τους φονεύση, πολιορκών εν ανάγκη το άντρον των κακοποιών. Αληθής εκστρατεία επεχειρήθη τότε κατά του υπογείου άντρου, όπερ συνετήρει περίφημος κακοποιός ονόματι Νταούφαρης.

Επί κεφαλής ισχυράς κουστωδίας κλητήρων πάνοπλων, δεδοκιμασμένης γενναιότητος, ο Δημητριάδης επέδραμε κατά της φωλεός των κουτσαβάκηδων, ουδέν όμως θα επετύγχανεν αν δεν κατώρθου να εισβάλη εντός αυτού με την δίκανην πιστόλαν εις την δεξιάν, έτοιμος να φονεύση πάντα ανθιστάμενον. Αλλά παρ’ όλην την αιφνιδιαστικήν εισβολήν δεν απέφυγε την αιματοχυσίαν, διεκινδύνευσε δε και την ζωήν του. Οι κουτσαβάκηδες, άμα τη εισβολή, επυροβόλησαν κατά της μοναδικής λάμπας του καταγωγείου και την συνέτριψαν, εντός δε του σκότους εξέβαλλον αγρίας κραυγάς και επυροβόλουν προς την θύραν. Αλλ’ ο Δημητριάδης και οι κλητήρες ήσαν εφοδιασμένοι με κλεπτοφάναρα και αψηφούντες τον προφανή κίνδυνον ώρμησαν κατ’ αυτών και τους συνέλαβον. Οι κακοποιοί κατετροπώθησαν. Ο εις εκ των δολοφό­νων του Λύτρα εφονεύθη, αλλ’ εφονεύθησαν και ετραυματίσθησαν και κλητήρες, εσώθη δε ως εκ θαύματος ο Δημητριάδης από τας μαχαίρας και τας σφαίρας των κουτσαβάκηδων. Την επαύριον το «Ψυρρή» ήτο ανάστατον.

Οι κλητήρες απεσύρθησαν από την συνοικίαν, διότι θά εκακοποιούντο, οι δε «σχοινοιπαλούκηδες» Ψυρριώται έμειναν κύριοι της γειτονιάς και της πλατείας των κηρύξαντες εν είδος επαναστάσεως. Η κυβέρνησις τότε – ήτο πρωθυπουργός ο Βούλγαρης – αντί να δώση βαρύτερον πλήγμα κατά των κακοποιών, υπεχώρησεν.

Ο Δημητριάδης και ο Μιαούλης επρότειναν να αποκλεισθή η συνοικία και να ζητηθή εντός εικοσιτεσσάρων ωρών η παράδοσις των εργατών της παραδόξου εκείνης στάσεως, να χρησιμεύση δε η στάσις ως αφορμή συλλήψεως όλων των κακοποιών, δια να κτυπηθή κατακέφαλα η φωλεά εκείνη της αναρχίας και του κουτσαβακισμού. Αλλ’ ο Βούλγαρης δια λόγους δημοκοπίας δεν ηθέλησε. Ούτως οι Ψυρριώται ενεθαρρύνθησαν και απεθρασύνθησαν, η αποθράσυνσίς των δε εξεδηλώθη μετ’ ολίγας ημέρας δι’ απόπειρας δολοφονίας κατ’ αυτού του Δημητριάδου. Μία ομάς κακοποιών ενήδρευσε παρά τους Αγίους Θεοδώρους, εις την στροφήν του κήπου του «Κλαυθμώνος», και τον επυροβόλησεν ανεπιτυχώς.

Πάλι από το περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» διαβάζουμε και σας μεταφέρουμε αυτούσιο το κείμενο γιατί έχει, πιστεύουμε, σημαντικό ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας.

Η αποκορύφωσις της αποθρασύνσεως του «Ψυρρή» εσημειώθη μετά την μεταπολίτευσιν, ως εκ της γενικής πολιτικής και στρατιωτικής αναρχίας, ήτις επηκολούθησε, και τον σημειωθέντα προσεταιρισμόν των κακοποιών εκείνων υπό διαφόρων πολιτικών αρχηγών. Τότε το «Ψυρρή» απέβη ακρόπολις των αέργων και των κακοποιών. Εκ των πολιτικών δε δεσμών και υποστηρίξεων το κακόν επεξετάθη και εις τας άλλας συνοικίας, τας οποίας ετρομοκράτουν επίσης οι κακοποιοί.

Η κοινωνία ήρχισε να πάσχη δεινώς, διότι οι άνθρωποι εκείνοι ησέβουν και προς την οικογένειαν και προς την γυναίκα και την παρθένον, εσημειούντο δε σκηναί οικτραί. Η αστυνομία ήτο ανίσχυρος να προστατεύση τους πολίτας ή την οικογένειαν από τους εκβιασμούς ή την οργήν των κακούργων εκείνων, οιοσδήποτε δε οικογενειάρχης ή οικογένεια εσώζετο μόνον δια της δυνάμεως των ιδίων του όπλων.

Κατά την διάρκεια της Μεσοβασιλείας Διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών ήταν ο Νικόλαος Μακρής, ο οποίος ενσωμάτωσε τους αστυνο­μικούς κλητήρας σε μάχιμη δύναμη και τους ώπλισε με δίκανα κυνηγετικά όπλα «βαρέα εμπροσθογεμή, τα γνωστά υπό το όνομα «κλητορίστικα».

Και πάλι από τα «Αστυνομικά Χρονικά» διαβάζουμε:

«Οι από κατωτέρας τάξεως υλικόν προερχόμενοι αστυνομικοί κλητήρες, δεν διεκρίνοντο επί αβρότητι τρόπων και εξαιρέτω συμπερι­φορά. Το ευγλωττότερον όργανον της ανακρίσεως ήτο ο βούρδουλας. Εις τας εποχάς δε των μεγάλων πολιτικών συρράξεων, η αστυνομική δύναμις εμετράτο κατά βούρδουλαν, όπως αι διμοιρίαι κατ’ άνδρας και η χωροφυλακή κατά τουφέκια».

«Οι κοινοί κλέπται, οι λωποδύται και οι διαρρηκτοί ετιμωρούντο και δια του βούρδουλα και δια της διαπομπεύσεως. Ο δυστροπών να μαρτυρήση κατεδικάζετο αναλόγως της αντοχής του εις μίαν εκ των κατωτέρω βασάνων. Ή του παρείχοντο προς δείπνον άφθονες σαρδέλλες αλμυρές, εις τρόπον ώστε να καταληφθή υπό μεγάλης δίψης και υπό την διψαλέαν τυραννίαν του επεδεικνύετο άφθονον διαυγές και δροσερόν ύδωρ, το οποίον τότε μόνον θα του εδίδετο, όταν απεκά­λυπτε την μαρτυρίαν και κατέθετε την αλήθειαν. Ή ετίθεντο υπό τας μασχάλας του αυγά βραστά, άτινα τον κατέκαιον, ή εζεματίζετο εις τους γλουτούς δια ζέοντος ελαίου. Υπό την τελευταίαν βάσανον ετίθεντο κακούργοι ή και άσπονδοι εχθροί του Δημάρχου ή των αστυνόμων, πάντοτε προς σωφρονισμόν και εν ονόματι της τάξεως».

«Η εξέλιξις της ράβδου του ειρηνοφύλακος υπήρξεν ανάλογος των ηθών εν τη πρωτευούση».

 

Πώς γίνονταν όμως γνωστοί στους πολίτες της εποχής αστυνομικοί νόμοι και διατάξεις…

«Παράδοξος επίσης ήτο ο τρόπος της δημοσιότητος των αστυνο­μικών νόμων και διατάξεων καθ’ όλην την περίοδον της Α’ Δυναστείας και ικανά έτη επί της Β’. Η αστυνομία δεν κατέφευγεν εις τον Τύπον, ούτε εις τοιχοκολλήσεις εντύπων ανά τας στροφός των οδών και επί της προσόψεως των αστυνομικών καταστημάτων, αφ’ ενός μεν διότι ο τύπος δεν ήτο ημερήσιος, αφ’ ετέρου δε διότι ελάχιστοι εγνώριζον ανάγνωσιν και γραφήν. Προς ταύτα προσετίθετο και η συνήθεια του «ντελάλη», δια του οποίου και μόνον οι παλαιοί Αθηναίοι είχον συνηθίσει να μανθάνουν τα ενδιαφέροντα νέα.

Εις την δύναμιν της Αστυνομίας Αθηνών υπήρχε και εις τοιούτος, ο αστυνομικός «ντελάλης» μισθοδοτούμενος αντί δρχ. 25 κατά μήνα, όστις ανεκοίνου εις τους πολίτας τας αστυνομικός αποφάσεις, διατάξεις, νόμους και παν ό,τι η αστυνομία είχε συμφέρον η διαταγήν να ανακοινώσει εις την πόλιν.

Ο «ντελάλης» ηκολουθείτο από δύο ειρηνοφύλακας και ένα τυμπανοκρούστην ή και περισσοτέρους, αναλόγως της σπουδαιότητος της ανακοινώσεως. Μετά την τυμπανοκρουσίαν ανήρχετο επάνω εις μίαν καρέκλαν ή εις το ύψος μιας τραπέζης και αποκαθισταμένης σιγής ανήγγελε δια στεντορείας φωνής εις το πλήθος την διαταγήν, την απόφασιν ή την νέαν διάταξιν, ή τον νόμον. Το πέρας της ανακοινώσεως ανήγγελε σφοδρά τυμπανοκρουσία».

Ας γνωρίσουμε όμως έναν ακόμα Διευθυντή της Αστυνομίας

Ο Αλεξ. Κουμουνδούρος, κατά την πρώτην επί Γεωργίου Α’ πρωθυπουργίαν του, ενεπιστεύθη την διεύθυνσιν της αστυνομίας εις τον Βρατσάνον, έναν γενναίον και σκληροτράχηλον Ψαριανόν, ο οποίος εδέχθη ρητάς εντολάς να πατάξη το σμήνος των κακοποιών. Ο Βρατσάνος είχε και σύζυγον γενναίαν, την ιστορικήν Φλωρού, ήτις έπαιζε πιστόλι και καραμπίνα ως πολεμιστής και ουδόλως επτοείτο από τους κινδύνους.

Το έργον, όπερ ανέλαβεν ο Βρατσάνος, ήτο και δυσχερές και επικίνδυνον, διότι δεν επρόκειτο να επιτέλεση έργον μόνον δια της επιβολής του κύρους των νόμων και του προς αυτούς σεβασμού των πολιτών, αλλά δια της προσωπικής του ανδρείας και της περιφρονήσεως προς τους κινδύνους της ζωής του. Αλλά παρά την επιβολήν της προσωπικής ανδρείας του, δεν επέτυχε μεγάλα αποτελέσματα, ένεκα της πολιτικής κατ’ αυτού αντιδράσεως».

Από έντυπο της εποχής διαβάζουμε:

«Αλλά μία αθλία τάξις γυναικών, η αθλιεστέρα πασών, η τάξις των γυναικών του εμπορικού έρωτος, είχε κυριολεκτικώς δουλωθή από τους κακοποιούς εκείνους. Αι γυναίκες αύται όχι μόνον ουδεμιάς ετύγχανον προστασίας από τους φρουρούς της τάξεως, αλλά τουναντίον κατεδιώκοντο υπό πάντων, εγκαταλελειμμένοι δε και έρημοι υπό την φρικωδεοτέραν δίωξιν πάντων, περιέπιπτον εις τους όνυχας της προστασίας των κακοποιών, οι οποίοι τας εξεμεταλλεύοντο κατά τον μάλλον πεπωρωμένον και επαίσχυντον τρόπον, εκείνοι δε εξηγόραζον την φρικώδη προοτασίσν δι’ όλων των ρυπαρών κερδών της εμπορίας των, άτινα απερρόφων οι «κούτσαβοι» και οι «παληκαράδες». Η εσχάτη αύτη σήψις της ανθρωπινής ψυχής εσημείωσεν εποχήν οικτράν δια την κοινωνικήν εξέλιξιν των Αθηνών και έγραψε δράματα αληθώς αποτρό­παιων σφαγών και δολοφονιών των παναθλίων σκλάβων του ελευθέρου έρωτος».

Ένα επεισόδιο του 1880:

Το 1880 ο κούτσαβος Λιάς ο Μανιτόμπας, στον καφενέ του Τσούτη, είχε την ατυχή έμπνευση να στραπατσάρει έναν υπαξιωματικό του Πυροβολικού. Οι συνάδελφοί του όμως απεφάσισαν να «ξεκαθαρίσουν» την κατάσταση και έτσι μια Κυριακή, με σχέδιο στρατηγικό, εισέβαλαν στην πλατεία Ηρώων – άντρο του κουτσαβακισμού – ταυτόχρονα από τις οδούς Αγίου Δημητρίου και Ερμού. Στο καφενείο του Τσούτη έλαβε χώρα η παράδοση των όπλων των κούτσαβων και ο εξευτελισμός τους. Βέβαια ο κουτσαβακισμός δεν έσβησε αμέσως. Περίμενε την χαριστική βολή από τον Μπαϊρακτάρη.

Κι ενώ τα πράγματα είχαν έτσι ή κάπως έτσι, ήρθε ο Χαρίλαος Τρικούπης και ίδρυσε τη Στρατιωτική Αστυνομία.

«Η αθλία κατάστασις της αστυνομίας εν τη πρωτευούση και καθ’ όλον το κράτος, από πάσης απόψεως, έπεισε τον Χαρ. Τρικούπην να την κατάργηση και αφαιρών αυτήν από τους δήμους να την υπαγάγη υπό την τάξιν και την πειθαρχίαν του στρατού, και ούτως ιδρύθη η στρατιωτική αστυνομία λειτουργήσασα από του 1892 υπό ειδικούς νόμους και διατάξεις».

Το 1888 κι ενώ σε όλους τους χώρους ήταν οι ληστές ο πρωθυπουργός Τρικούπης ανέθεσε στον Μπαϊρακτάρη να τους εξοντώ­σει. Αυτός διάλεξε μερικά παληκάρια, κυρίως τσολιάδες, και καθάρισε τη Ρούμελη από τους ληστές.

Ο Τρικούπης τον παρασημοφόρησε και τον έκανε Συνταγματάρχη και στη συνέχεια του ανέθεσε τη διεύθυνση της Αστυνομίας Αθηνών, με πρόγραμμα να ξεκαθαρίσει και την πόλη της Αθήνας από τον υπόκοσμο.

Ποιος ήταν ο Μπαϊρακτάρης

Δημήτριος Μπαϊρακτάρης. Στρατιωτικός και πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.

Δημήτριος Μπαϊρακτάρης. Στρατιωτικός και πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.

Ο Μπαϊρακτάρης είχε γεννηθεί στο Αγρίνιο το 1833 από οικογένεια Σουλιωτών. Σε ηλικία 16 ετών κατατάχθηκε ως στρατιώτης στο Τάγμα Ακροβολιστών. Δεν άργησε να γίνει δεκανέας και με αίτηση του απεστάλη προς καταδίωξη ληστών υπό το λοχαγό Δασκαλόπουλο στην περιοχή Γαλαξειδίου και Άμφισσας, όπου είχαν τα λημέρια τους οι συμμορίες του Κακαράπη και του Νταβέλη. Σε λίγα χρόνια, «υπό πάντων εκτιμώμενος» θα γίνει αξιωματικός. Σύμφωνα με περιγραφές της εποχής του ήταν «μετρίου αναστήματος, ευτραφής, με χονδρήν κεφαλήν, αυστηρός εκφράσεως, δεδοκιμασμένης γενναιότητος, ψύχραιμος, δίκαιος, ευυπόληπτος». Υπηρέτησε στα Μεταβατικά Αποσπάσματα της Πελοποννήσου, όπου «περηφανείς υπηρεσίας προσήνεγκεν εις την δημοσίαν ασφάλειαν, απαλλάξας των φυγοδίκων την Μεσσηνίαν και τρεις άλλους νομούς…». Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε επίσης μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866, όπου και διακρίθηκε».

Αλλά τι σημαίνει Μπαϊρακτάρης;

«Μπαϊρακτάρης εκ του Τουρκικού μπαΐράκ και κατά παραφθορά του «μπαργιάκ» σημαίνει σημαία και «ντάρ» σημαίνει ο κρατών, δηλαδή ο σημαιοφόρος ή αρχηγός φυλής».

Από ένα άρθρο του ημερολογίου Νέα Ελλάς του 1896 διαβάζουμε…

«Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ο Διαφεντής! Ο Διευθυντής της Στρατιωτικής Αστυνομίας Αθηνών – Πειραιώς. Το κατ’ εξοχήν συνδεδεμένον με τον καταρτισμόν και την δράσιν της Στρατιωτικής Αστυνομίας όνομα».

Έτσι άρχιζε ένα άρθρο του Ημερολογίου «Νέα Ελλάς» του 1896, για να συνεχίσει: «Εις το λεξιλόγιον της εντίμου των λωποδυτών χορείας, των χαρτοπαικτών, των μέθυσων, των κουτσάβων, των ταραχοποιών εν γένει, το όνομα του κ. Μπαϊρακτάρη είναι ταυτόσημον προς το του κακού δαίμονος, της σφαίρας του τηλεβόλου, του οβουζίου, της θεότητος, του ολέθρου και της καταστροφής. Και δια να είπη τις την αλήθειαν, οι αξιόλογοι ούτοι κύριοι, οι υπό την σκέπην και την θαλπωρήν των θεσμών της χώρας – ατυχείς θεσμοί – βιούντες και αναπτυσσόμενοι δεν έχουν καθόλου άδικον.

Αν ο Μπαϊρακτάρης κατεδίωξε εξίσου όλες τις μορφές της εγκληματικότητας που «υπό την προστασίαν των θεσμών» (θα ‘λεγα κομματικές παρεμβάσεις) ταλάνιζε την πρωτεύουσα της προηγούμενης εκατονταετηρίδας, εν τούτοις το όνομἀ του συνδέθηκε περισσότερο με την εξόντωση των «κουτσάβων», ίσως για τις πρωτότυπες μεθόδους αντιμετώπισης τους που επενόησε».

Το σχέδιο του Μπαϊρακτάρη:

Ο Μπαϊρακτάρης, δίκαιος, αυστηρός και αδέκαστος, άρχισε να εφαρμόζει ένα σχέδιο χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις συστάσεις ή τις επιρροές των κομματικών παραγόντων. Κατά το σχέδιο, η καλύτερη μέθοδος θεραπείας είναι ο εξευτελισμός. Ο Μπαϊρακτάρης μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, έκανε μια βόλτα στου Ψυρρή, στην Πλάκα και στο Μεταξουργείο για να ενημερωθεί προσωπικά για τα συμβαίνοντα εκεί…

Έτσι, αφού εξήντλησε πρώτα το κεφάλαιο των συστάσεων και των συμβουλών, συγκέντρωσε τους τραμπούκους στο προαύλιο της Διευ­θύνσεως της Αστυνομίας, που βρισκόταν τότε στη μεσημβρινή πλευρά της πλατείας Κλαυθμώνος. Στη μέση της αυλής είχε στηθή ένα σιδερένιο αμόνι από αυτά που υπάρχουν στα σιδεράδικα και δίπλα ένα μεγάλο σιδερένιο σφυρί. Φώναζε έναν – ένα τους «αντάμηδες» ο Μπαϊρακτάρης και τους διέτασσε να αφήσουν δίπλα στο αμόνι τον οπλισμό τους, δηλαδή πιστόλια, μαχαίρια, γιαταγάνια, κάμες κ.ά. πάνω στον οποίο ήταν γραμμένοι στίχοι «περιπαθείς», απειλές και αναστεναγμοί: «Αχ! Βαχ!». Αφού άφηνε τον οπλισμό του, έπαιρνε νεώτερη διαταγή να τον σπάση, με τα ίδια του τα χέρια, κτυπώντας τον με τη βαρειά πάνω στο αμόνι. Όποιος δυστροπούσε, δεχόταν στο κεφάλι του το βαρύ βούρδουλα του Μπαϊρακτάρη και υποτασσόταν, αλλιώς θα τον πήγαιναν «σηκωτό» στο νοσοκομείο από το ξύλο. Προσβολή μεγάλη για τους «κούτσαβους» που την αποθανάτισαν στο δίστιχο:

Μια ξυλιά με το καμτσίκι

είν’ αιώνιο ρεζιλίκι…

Εδώ τελειώνει η πρώτη δοκιμασία για τους κουτσαβάκηδες…

Και αρχίζει η δεύτερη…

Η δεύτερη δοκιμασία αφορούσε την κόμμωση και την ενδυμασία των «τραμπούκων». Μια μεγάλη ψαλίδα – που την χειριζόταν ειδικός κουρέας – έκοβε τις λιγδωμένες αφέλειες των μαλλιών και τις μύτες από τα «στενόχωρα», δηλαδή τα παπούτσια. Ύστερα ερχόταν η σειρά του σακκακιού και του ζουναριού. Επειδή φορούσαν το ένα μανίκι του σακκακιού και το άλλο το κρατούσαν «ριχτό» στον ώμο, η ψαλίδα τους έκοβε το ριχτό μανίκι. Επίσης, τους έκοβε τα περισσεύματα του ζουναριού. Οι κακοποιοί, ύστερα από αυτά τα «καψόνια», απελύοντο, αλλά δεν ήθελαν να βγουν έξω, γιατί φοβόντουσαν τον εξευτελισμό και την ταπείνωση και ζητούσαν να τους κλείσουν στη φυλακή. Από τότε δε χρονολογείται το δίστιχο:

Τα σίδερα της φυλακής

είναι για τους λεβέντες…

Ύστερα από τις ταπεινώσεις αυτές οι κουτσαβάκηδες, που σχεδόν στην ολότητά τους ήταν θρασύδειλοι, δεν μπορούσαν να ξαναποκτήσουν την παλιά τους αίγλη. Οι μεγάλοι «Νταήδες» που έκαναν καυγά για ένα πέταγμα μύγας και απειλούσαν με φόνο κάθε περαστικό που νόμιζαν ότι τους στραβοκοιτούσε, έβαλαν την ουρά κάτω από τα σκέλη και μεταβλήθηκαν σε «κορέους». Ο βούρδουλας του Μπαϊρακτάρη και η άτεγκτη αυστηρότητά του είχαν σαν αποτέλεσμα να απαλλάξουν την πρωτεύουσα από τα κακοποιά στοιχεία που την πλημμύριζαν.

Εις τα σύγχρονα της εποχής εκείνης αστυνομικά χρονικά εφέρετο προς θυμηδίαν το ανέκδοτον του κακοποιού Μπαρμπαρούμπα! όστις, αφού υπέστη την τραγικήν μεταμόρφωσιν δια της ψαλίδος και επρόκειτο να απολυθή, εζήτησε να εξομολογηθή ιδιαιτέρως ένα «φοβερόν μυστικό» εις τον διευθυντήν. Η εξομολόγησίς του ήτο ότι είχε κάμει δήθεν δύο μυστικούς φόνους! και έπρεπε αντί να απολυθή να σταλή εις τας φύλακας!

«Για τους δυο παλαιούς φόνους σε συγχωρώ» του είπε γελών ο Μπαϊρακτάρης, «αλλά πρόσεξε μην κάμης τρίτον, είσαι χαμένος». Παρ’ όλην δε την επιμονήν του δεν απεστάλη εις τας φύλακας.

Η Εφημερίδα «Εφημερίς» σε ένα άρθρο της σχετικό με το θρύλο που δημιούργησε ο Μπαϊρακτάρης περισσότερο για την άδικη και σκληρή συμπεριφορά του προς τους κουτσαβάκηδες και λιγότερο για την κοινωνική προσφορά του, γράφει:

«Οι κατά τοιούτον τρόπον εξευτελιζόμενοι κακοποιοί θρασύδειλοι κατά κανόνα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν ήτο δυνατόν πλέον να επανακτήσουν την παλαιάν εύκλειαν, ούτε να επανοπλισθούν ευκόλως, διότι η υποτροπή ετιμωρείτο αυστηρότερον δι’ αυτού του βούρδουλα του Μπαϊρακτάρη. Ο βούρδουλας παρέμεινε φόβητρον δια πάντα κακοποιόν, εννοούμεν τον βούρδουλαν του Μπαϊρακτάρη, όστις κατά προτίμησιν έπιπτεν εις τους παληκαράδες, αντάμηδες ή κούτσαβους, και ετραυμάτιζεν εις το πρόσωπον μόνον και μόνον δι’ εξευτελισμόν.

Διότι μία πληγή ή μία ουλή μαχαίρας ή σφαίρας εις το πρόσωπον των κακοποιών εκείνων απετέλει παράσημον παληκαριάς, ενώ ένα σημάδι από βούρδουλα απετέλει αίσχος».

Όμως υπάρχει και συνέχεια. Αφού εξόντωσε τους κουτσαβάκηδες ήρθε η σειρά να εξοντώσει τους χαρτοπαίκτες.

Να πως περιγράφει κι αυτό μια εφημερίδα της εποχής:

«Μετά ήρθε η σειρά στους χαρτοπαίχτες. Η Αθήνα είχε γίνει μια χαρτούπολη. Κάθε καφενείο και χαρτοπαίγνιο και ζάρι. Πολλές οικογέ­νειες έμεναν νηστικές γιατί ο πατέρας είχε χάσει τα λεφτά του στα χαρτιά.

Για να πετύχει την εξόντωσή τους, πήρε στο σώμα για χωροφύλακες μερικούς χαρτοπαίκτες. Αυτό ήτανε. Μέσα σε ένα μήνα περίπου κανένα χαρτοπαίγνιο δεν λειτουργούσε. Όσους έπιαναν, τους φόρτωνε στην πλάτη το τραπέζι και τις καρέκλες και τους γύριζε στην πόλη, με την πράσινη τσόχα ή καρφωμένα επάνω τους τα τραπουλόχαρτα.

Για τις μικροπαραβάσεις και τους κλέφτες είχε ο Μπαϊρακτάρης το κατάλληλο αντίδοτο!

Για τις μικροπαραβάσεις, ο Μπαϊρακτάρης είχε άλλη μέθοδο. Τους έβαζε και καθαρίζανε όλη την Αθήνα.

Για τους κλέφτες, που δεν ήτανε και λίγοι την εποχή εκείνη, όταν τους έπιανε για πρώτη φορά, τους έκοβε το μουστάκι – που το θεωρούσαν τιμή και καμάρι τους – και τους έβαζε να καθαρίσουν το δρόμο. Αν τους ξανάπιανε, είχε το «μήλο της γνώσεως», όπως χαρακτηριστικά το έλεγε, Πολλοί, όμως, που τον αντιπαθούσαν, και πιο πολύ οι εφημερίδες, έγραφαν ότι καταπατά το Σύνταγμα και την ελευθερία του πολίτη. Ο Μπαϊρακτάρης όμως αδιαφορούσε. Με τις μεθόδους που εφάρμοσε για τους κουτσαβάκηδες το ψαλίδι και την κατώγα, δηλ. το κρατητήριο και το μήλο της γνώσης, δηλ. τον εξευτελισμό και το βούρδουλα για τους κλέφτες, η Αθήνα γλύτωσε μια για πάντα απ’ αυτούς.

Ακούστε και για μια πρωτιά που διεκδικεί ο Μπαϊρακτάρης

 

«Ο Μπαϊρακτάρης θεωρείται ο πρώτος που χρησιμοποίησε νερό για τη διάλυση των συγκεντρώσεων. Κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1890 οι οπαδοί του Ράλλη είχαν συγκεντρωθεί έξω από τα γραφεία της «Εφημερίδος» και κατά παράβαση των υφισταμένων αστυνομικών διατάξεων αρνούνταν να διαλυθούν, ενώ οι υποψήφιοι συνέχιζαν να ομιλούν. Τότε ο Μπαϊρακτάρης, αφού εξάντλησε κάθε μέσο πειθούς, επεστράτευσε την «τρόμπα» και οι ενθουσιώδεις οπαδοί επέστρεψαν στα σπίτια τους βρεγμένοι…».

Αλλά ως άνθρωπος και όχι ως αυστηρός αστυνομικός ποιος ήταν ο Μπαϊρακτάρης; Στο Εθνικό Ημερολόγιο της Νέας Ελλάδος που εκδό­θηκε το 1896 διαβάζουμε:

«Αυτός είναι ο Μπαϊρακτάρης ο εμπνεύσας τον τρόμον εις τα κακοποιό στοιχεία, αμέριστον δε της υγιούς μερίδος της κοινωνίας κατακτήσας την εμπιστοσύνην. Αυτός, ο αυστηρός αστυνόμος, το θηρίον, όπως όχι ολίγοι τον φαντάζονται. Έπρεπεν όμως να τον εγνώριζαν και ως άνθρωπον, ως χαρακτήρα, θα έμενον κατάπληκτοι προ του βουνού της αντιθέσεως. Αγαθός, αγαθώτατος, αρνίον. Του κάμνει κακόν να σκοτώσει μυίγαν ακόμη. Φιλοστοργότατος ως πατήρ, τύπος οικογενειάρχου. Πατριώτης δε ενθουσιωδέστατος. Αγαπά πρώτον τον θεόν και έπειτα την πατρίδα του, την οποίαν ονειροπολεί να ίδη μεγάλην».

Να και η πρώτη λογοκρισία θεατρικών έργων από το βιβλίο της Άρτεμης Σκουμπουρδή «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» (23 Αυγούστου 1895).

Ως τώρα οι διαταγές έμοιαζαν ανώδυνες και διασκεδαστικές. Όμως, ήρθαν και οι οδυνηρές… Συγκεκριμένα, στις 23 Αυγούστου του 1895 έχομε για πρώτη φορά λογοκρισία των θεατρικών έργων! Ο Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών – Πειραιώς, Δ. Μπαϊρακτάρης, αναθέτει στον καθηγητή Γ. Μιστριώτη και στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εκκλησιαστικών I. Καλοστύπη, να ελέγχουν «τα κωμειδύλλια και λοιπά έργα»!.

Η αστυνομική εντολή έχει ως εξής:

Αξιότιμοι Κύριοι,

Λαμβάνω την τιμήν να σας αναγγείλω ότι ανέθηκα υμίν τον έλεγχον των διαφόρων κωμειδυλλίων και λοιπών έργων, τα οποία οι συγγραφείς αυτών προτίθενται να διδάξωσιν επί σκηνής υπό ηθικήν έποψιν ως και αν δύναται να παρασταθώσι χωρίς να προκληθώσι σκάνδαλα και σας παρακαλώ ίνα ευαρεστούμενοι λάβητε την ευγενή καλωσύνην και παράσχητε ημίν την συνδρομήν σας εκθέτοντες εκάστοτε υμετέραν γνώμην, επί των έργων, άτινα θέλομεν υποβάλλει υπό την υμετέραν κρίσιν, προ της – από σκηνής – διδασκαλίας αυτών.

Ο Διευθυντής

(Τ.Σ.) Δ. Μπαϊρακτάρης

Αυτά συμβαίνουν την επομένη της τρίτης επιθεώρησης που ανεβαίνει στην Ελληνική σκηνή, του Μίκιου Λάμπρου με τον τίτλο: «Άνω – κάτω» στις 22-8-1895. Όσο για την πρώτη επιθεώρηση ήταν κι αυτή δημιούργημα του ιδίου και εμφανίστηκε με τον τίτλο «Λίγο απ’ όλα».

Για τις αστυνομικές απαγορεύσεις μας γράφει στο βιβλίο της «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» η Άρτεμις Σκουμπουρδή.

Καθώς ο 19ος αιώνας πλησιάζει στη δύση του, αποφασίζεται για τρίτη φορά η απαγόρευση των καπέλλων στο Θέατρο! Ήταν φυσικό τα καπέλλα του συρμού – στολισμένα με… ανθόκηπους και ενίοτε με… λαχανόκηπους – να δημιουργούν προβλήματα σε πολλούς θεατές. Ο ποιητής Σουρής σατιρίζει την είδηση της σχετικής απαγόρευσης:

 

«…Ξεσκούφωτη στο θέατρο η ντάμα κι η κοπέλλα,

αστυνομική διαταγή και… Κάτω τα καπέλλα».

Αστυνομικές διαταγές που αφορούν στη συμπεριφορά των θεατών είχαν εκδοθεί και στο παρελθόν, ήδη από το 1841 και 1843. Ας δούμε μερικές απ’ αυτές: «Οι θεατές διαρκούσης της παραστάσεως οφείλουν να κάθηνται ασκεπείς και να εγείρωνται μόνον οσάκις ανακρούεται ο βασιλικός ύμνος. Απαγορεύεται εις αυτούς, να φέρουν – μεθ’ εαυτών – φιάλας με οινοπνευματώδη ή άλλα οιαδήποτε ποτά, να καπνίζουν πίπαν ή σιγαρέττον, να βλασφημούν ή να ερίζουν μεγαλοφώνως (!) και να ρίπτουν επί σκηνής άνθη, γλυκίσματα, περιστέρια, ποιήματα έντυπα ή χειρόγραφα, χρήματα και άλλα οιαδήποτε αντικείμενα άνευ προηγουμέ­νης αδείας της επιτροπής. Οφείλουν προς τούτοις, να χειροκροτώσιν ελαφρώς, χωρίς να κτυπούν τα καθίσματα ή τα πατώματα της πλατείας και των θεωρείων, προς δε, να γελούν κοσμίως χωρίς να καγχάζουν».

Μια δεύτερη διαταγή προστάζει:

«Απαγορεύεται εις τους θεατάς να εισάγωσι μεθ’ εαυτών σκύλους ως είναι απηγορευμένον εις αυτούς, και να κρατώσιν εις τας χείρας των εντός του θεάτρου ράβδους, οποιουδήποτε είδους ή μεγέθους».

Και τώρα παραθέτουμε ένα κείμενο για να γνωρίσουμε μια πρωτότυπη συμφωνία αστυνομίας λωποδυτών που όμοιά της δεν υπάρχει ή δεν ξανάγινε παγκοσμίως.

«Βρισκόμαστε στις παραμονές των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, στα 1896. Η Αθήνα που όταν έγινε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους είχε 7.000 μόνο κατοίκους, τώρα έχει φθάσει στις 100.000 περίπου. Η διεθνής αναγγελία ότι οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες θα γίνονταν στην Ελλάδα, στάθηκε αφορμή να πλημμυρίση το Άστυ από ξένους. Η ευκαιρία ήταν μοναδική και για τους λωποδύτες, που άρχισαν να συρρέουν από την Ευρώπη και την Αίγυπτο, ιδίως, «οσφρανθέντες αρκετό ψαχνό». Η αστυνομία της Αθήνας, ολιγάριθμη και ανεπαρκώς οργανωμένη την εποχή εκείνη, βρέθηκε στην αδυναμία να αντιμετώπιση το πλήθος των λωποδυτών και των κακοποιών που την είχαν κατακλύσει. Και επικαλέσθηκε μεν την προσοχή του κοινού, αλλά καταλάβαινε ότι δεν ήταν δυνατό να αντεπεξέλθη στην… πλημμύρα αυτών των κακο­ποιών. Και κατέφυγε στο εξής τέχνασμα:

Συγκέντρωσε όλους τους Έλληνες λωποδύτες και έκανε έκκληση στη φιλοπατρία και το εθνικό τους φιλότιμο. Τους ετόνισε ότι αν οι ξένοι που ήρθαν στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες, έπεφταν θύματα κλοπής, αυτό θα αντανακλούσε σ’ ολόκληρη την πατρίδα μας που θα ρεζιλευόταν. Άλλα κι’ αν ακόμα αυτοί δεν δρούσαν, θα δρούσαν οι λωποδύτες που ήρθαν από την Αίγυπτο και την Τουρκία, και το ρεζίλεμα της χώρας μας πάλι θα γινόταν. Τότε συνέβη ένα καταπληκτικό γεγονός: Οι λωποδύτες της Ελλάδος έκαναν συνέδριο στην Πνύκα, υπό την προστασία της Αστυνομίας, και αποφάσισαν όχι μόνο να μη διαπράξουν καμμιά κλοπή κατά τη διάρκεια των Αγώνων, αλλά να αναλάβουν και τη διαφύλαξη των ξένων που είχαν έρθει στην Αθήνα, από τους αλλοδα­πούς λωποδύτες. Δόθηκε ακόμη διαβεβαίωση ότι θα τσάκιζαν στο ξύλο, κάθε έναν που θα είχε το θράσος να παραβή τις αποφάσεις του συνεδρίου.

Οι Έλληνες λωποδύτες τήρησαν πιστά το λόγο τους και η Αστυνομία έκπληκτη διαπίστωσε ότι σ’ όλη την διάρκεια των αγώνων δεν εξαφανίσθηκε ούτε ένα πορτοφόλι.

Η πρωτότυπη και παράδοξη αυτή εκεχειρία έληξε την τελευταία ήμερα των εορτών. Από την επομένη οι αφελείς επαρχιώτες που είχαν έρθει στην Αθήνα και είχαν ξεθαρρέψει από την ασφάλεια των περασμένων ημερών, ήταν τα πρώτα θύματα αθρόων κλοπών. Και φυσικά οι λωποδύτες ρίχτηκαν στο έργο τους με περισσότερο ζήλο, ύστερα από την «αναδουλειά» της εβδομάδος των Αγώνων».

Κυρίες και Κύριοι,

 Η ζωή κυλάει στο αυλάκι του χρόνου και τίποτα δεν τη σταματάει. Καμιά φορά γυρίζουμε πίσω σα να θέλουμε κάτι να σταματήσουμε, κάτι να μάθουμε για τα περασμένα και να τα συγκρίνουμε με τα τωρινά. Σύγκριση δεν υπάρχει. Κάθε τόπος, κάθε εποχή, έχει το δικό της τρόπο ζωής, καμωμένο από τους ανθρώπους, που είναι στη βάση πάντα οι ίδιοι. Γλεντάνε, τραγουδάνε, χορεύουν, ερωτεύονται, παντρεύονται, αγωνί­ζονται για επιβίωση και ιδανικά, νικάνε ή ηττώνται και πεθαίνουν, αφήνοντας πίσω τους μνήμες και κουκίδες, που σημειώνουν το πέρασμα τους και τον μικρό τους κόσμο, που σφραγίζει τον κάθε αιώνα, και στη δική μας περίπτωση, τον δέκατο ένατο αιώνα, που έχει περάσει πια στην ιστορία…

Όμως, η μνήμη λειτούργησε απόψε για να φέρει κοντά μας ένα μεγάλο μέρος του με όλα τα γεγονότα που τον συνόδεψαν γύρω από δύο άξονες, τη λέξη «κουτσαβάκηδες» και τη λέξη «Μπαϊρακτάρηδες».

Αν το κατορθώσαμε εσείς θα το κρίνετε. Όμως για την προσοχή σας, σας ευχαριστούμε.

Δημήτρης Λούκας

Δημοσιεύεται στο περιοδικό του Συλλόγου Αθηναίων  «Τα Αθηναϊκά», 1997.

Διατηρήθηκε  η ορθογραφία του περιοδικού.  

Read Full Post »

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Κωνσταντίνου Γκότση,  με θέμα: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο*


Η ιστορία της άφιξης των σαινσιμονιστών στην Ελλάδα στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 και ιδίως στα χρόνια του Όθωνα είναι αρκετά περίπλοκη, με την έννοια ότι πλήθος παραγόντων τους ώθησαν να κινηθούν όπως κινήθηκαν. Ο πρώτος από αυτούς, ο Graillard, έρχεται στην Ελλάδα, μαζί με άλλους φιλέλληνες, τον Νοέμβριο του 1821 και συμμετέχει ενεργά σε διάφορες πολεμικές συγκρούσεις, μαχόμενος στο πλευρό των Ελλήνων.1 Κατά μικρά διαστήματα επιστρέφει στη Γαλλία, στο πλαίσιο της εκτέλεσης ορισμένων αποστολών που αφορούσαν την Ελλάδα. Τον Μάιο του 1833 διορίζεται Αρχηγός της νεοϊδρυθείσας Χωροφυλακής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα που συνέταξε στα τέλη του 1834 – αρχές του 1835 και απηύθυνε προς τον Όθωνα, στο οποίο διατυπώνονταν σκέψεις και προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Είναι προφανές ότι στο υπόμνημα αυτό έχει επηρεαστεί από τις απόψεις των σαινσιμονιστών. Ο Graillard δεν έφυγε ποτέ από την Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του το 1863, στην Κηφισιά.2

Henri de Saint-Simon (1760 - 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Τον Σεπτέμβριο του 1825 φθάνει στην Ελλάδα ο γιατρός Bailly,3 ο οποίος είχε διατελέσει στον στενό κύκλο των οπαδών του Σαιν-Σιμόν. Λίγο νωρίτερα, στις 19 Μαΐου 1825, πεθαίνει στο Παρίσι ο Σαιν-Σιμόν και ο επικήδειος εκφωνείται από τον Bailly.4 Ο τελευταίος παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη του 1829,5 όπου και συμμετείχε ενεργά στα πράγματα, κυρίως υπό την ιδιότητα του γιατρού.6  Έλαβε ενεργά μέρος στην αντιμετώπιση ζητημάτων υγείας που προέκυψαν στα χρόνια τού αγώνα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενώ παράλληλα διατύπωσε προτάσεις για την οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα.7 Αυτοί οι δύο φαίνεται ότι αποτελούν ατομικές περιπτώσεις, και επίσης ότι στην απόφασή τους αυτή για τον ερχομό τους στην Ελλάδα συνέβαλε κυρίως το κίνημα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη, με το οποίο συνέπλεαν οι απόψεις του Σαιν-Σιμόν.8

Οι υπόλοιποι, που έφυγαν από τη Γαλλία μετά το 1832, εντάσσονται στο γενικότερο ρεύμα φυγής των σαινσιμονιστών προς την Ανατολή.9 Στα έτη 1833-34 καταφθάνουν λοιπόν διαδοχικά στο Ναύπλιο διάφοροι σαινσιμονιστές, όπως ο Γουσταύος Εϊχτάλ,10 ο εξάδελφός του Γουλιέλμος Εϊχτάλ, ο Alexandre Roujoux,11 ο Victor Bertrand, ο Jourdan, ο Delaurie. Ουσιαστικά, μόνο κατά την περίοδο αυτή μπορούμε να μιλάμε για ομάδα σαινσιμονιστών, όπως άλλωστε αυτό έγινε αντιληπτό και από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών.

Η αντίδραση των Βαυαρών

Ο Κωλέττης, αρχηγός του λεγόμενου «Γαλλικού» κόμματος, το 1833 είναι υπουργός των Ναυτικών και από τον Οκτώβριο του 1833 υπουργός των Εσωτερικών.12 Κατά την περίοδο 1833-35 ο Κωλέττης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και ενισχύει τους σαινσιμονιστές που βρίσκονται στο Ναύπλιο.13 Είναι αυτός στον οποίο απευθύνονται οι σαινσιμονιστές και διαμεσολαβεί στην κατάληψη θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Ο Κωλέττης συμπράττει με τους Γάλλους σαινσιμονιστές, κυρίως γιατί είναι Γάλλοι και όχι γιατί συμπλέει ιδεολογικά μαζί τους.

Ο κρατικός θεσμός που συγκροτείται εκείνη την περίοδο με έντονη παρουσία των σαινσιμονιστών είναι το «Γραφείον Δημοσίας Οικονομίας».14 Σημειώνεται ότι μεταξύ των τριών συμβούλων του, οι δύο είναι Γάλλοι σαινσιμονιστές, ο Γουσταύος Εϊχτάλ και ο Roujoux· ο τρίτος είναι Έλληνας, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος. Το Γραφείο αυτό, εκτός από τις στατιστικές μελέτες-στοιχεία, αναλαμβάνει και άλλες αρμοδιότητες, όπως η υποβολή προτάσεων και γνωμοδοτήσεων, επιφορτίζεται τα σχετικά με τον αποικισμό εντός Ελλάδας ζητήματα (τόσο Ελλήνων, όσο και των «αλλογενών»), διερευνώντας και προτείνοντας τους κατάλληλους για αποικισμό τόπους, λαμβάνοντας υπόψη το επάγγελμα των υποψηφίων αποίκων, αλλά και διαπραγματευόμενο με «συντροφιές» και μεμονωμένα άτομα, που θέλουν να κατοικήσουν στην Ελλάδα.15

Η ανάγνωση του διατάγματος για τη σύσταση του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας» δείχνει ότι στους στόχους του έχουν ενσωματωθεί κάποιες ιδέες των σαινσιμονιστών· ιδίως ο αποικισμός ορισμένων επιλεγμένων τμημάτων της Ελλάδας από ευρωπαίους, με τη δημιουργία νέων κοινοτήτων, στις οποίες θα ζούσαν και θα εργάζονταν οι άποικοι αυτοί.16

Η παρουσία όμως των σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο, και κυρίως η γενικότερη εικόνα που εξέπεμπε το κίνημά τους στην Ευρώπη, προκάλεσαν την αντίδραση των Βαυαρών. Όπως κάθε εξουσία που «σέβεται» τον εαυτό της, η Αντιβασιλεία ανακάλυψε τη συνωμοτική τους δράση και την εν γένει αξιόποινη συμπεριφορά τους, αποδίδοντάς τους παράβαση ορισμένων άρθρων του «Ποινικού Νόμου».17 Στο σχετικό έγγραφο της Αντιβασιλείας γίνεται λόγος για «Σαινσιμωνική αίρεση», της οποίας τα μέλη συνεδριάζουν μυστικά και χωρίς άδεια στο Ναύπλιο, ζητείται δε από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών η διενέργεια έρευνας και η τιμωρία των ενόχων και συνενόχων. Ο Κωλέττης με εκτενές υπόμνημά του προς την Αντιβασιλεία ανέλαβε την υπεράσπισή τους, δηλώνοντας ότι δεν υφίσταται πλέον η «Σαινσιμωνική εταιρία».18 Αναφέρεται δε ονομαστικά σε πέντε από αυτούς,19 επισημαίνοντας ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Εϊχτάλ, αλλά και απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε μυστική συνεδρίαση.

Έξι μέρες μετά την επιστολή του Κωλέττη και παρά τις διαψεύσεις του ακολούθησε εκδόθηκε νέα διαταγή της Αντιβασιλέας, με την οποία αποφασίστηκε η παύση του Εϊχτάλ.20 Ο Κωλέττης απάντησε στην παραπάνω «βασιλικήν διαταγήν», ζητώντας να μην εκτελεστεί, προβάλλοντας επιχειρήματα υπέρ του Εϊχτάλ.21 Η Αντιβασιλεία εν τέλει, με βασιλική διαταγή της 10/22 Οκτωβρίου 1834, έκανε δεκτές τις εξηγήσεις για την αποχώρηση του Εϊχτάλ από την «Εταιρία των Σαινσιμωνιστών», και εκτιμώντας τις υπηρεσίες του αποφάσισε να παραμείνει στη θέση του στο Γραφείο.22

Όμως την ίδια περίοδο στο Ναύπλιο υπάρχουν και ορισμένοι Έλληνες που βλέπουν θετικά και είναι επηρεασμένοι από τις ιδέες των σαινσιμονιστών. Ο πιο δραστήριος από αυτούς ήταν ο Φραγκίσκος Πυλαρινός,23 ο οποίος έγραφε διάφορα σημειώματα στην εφημερίδα Ήλιος.24 Στην εφημερίδα αυτή συντάκτες ήταν οι αδελφοί Σούτσοι, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης, οι οποίοι φαίνεται να έχουν και αυτοί επηρεαστεί από τις ιδέες των σαινσιμονιστών.25 Υπάρχει επίσης ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, που λίγο αργότερα, το 1836, θα ξεκινήσει την έκδοση της εφημερίδας «Πρόοδος».

Όσο ο Κωλέττης ήταν παρών στην Ελλάδα, λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας των Γάλλων σαινσιμονιστών. Τον Μάιο του 1835 ο Κωλέττης απομακρύνεται από την Κυβέρνηση και τον Αύγουστο του ίδιου έτους διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι.26 Η παρουσία των σαινσιμονιστών εξασθενεί. Ο Εϊχτάλ έφυγε για το Παρίσι στις 11 Ιουνίου του 1835. Ο Bertrand απελάθηκε τον Μάιο του 1835.27 Ο Graillard παρέμεινε στην Ελλάδα. Ο Roujoux, ο οποίος παντρεύεται ελληνίδα,28 αρχικά ακολουθεί τον Κωλέττη στη Γαλλία ως γραμματέας του, στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα και αγοράζει μια μεγάλη έκταση στο Χαρβάτι Αττικής (Παλλήνη), όπου και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πρότυπο αγρόκτημα.29

Οι σαινσιμονιστές, καθότι Γάλλοι, συνδέονται με τον Κωλέττη, αρχηγό του Γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα. Έρχονται στην Ελλάδα όχι ως περιηγητές-επισκέπτες, αλλά ως άνθρωποι της δράσης. Για να πολεμήσουν στα χρόνια του αγώνα, για να εργαστούν στον κρατικό μηχανισμό και αλλού την εποχή της Αντιβασιλείας, θέτοντας σε εφαρμογή τις ιδέες των σαινσιμονιστών, για την οικονομική πρόοδο, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τα αποτελέσματα, μάλλον πενιχρά. Τουλάχιστον δεν φαίνονται αυτά άμεσα ορατά.30 Αι αιτίες όμως για τη μη υλοποίηση των στόχων που έθεσαν οι σαινσιμονιστές στην Ελλάδα, τόσο μέσω του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας», όσο και γενικότερα, απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.31

 

 Υποσημειώσεις 


 

1 Ειδικότερα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη των Μύλων στις 13 Ιουνίου του 1825, όπου και τραυματίστηκε, στη μάχη των Θηβών στις 21 Μαΐου του 1829 και στη μάχη της Πέτρας, στις 12 Σεπτεμβρίου, επίσης του 1829.

2 Σημειώνουμε επίσης ότι μετά την αποχώρηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, τον Μάιο του 1832, με πρόταση του Δ. Υψηλάντη, τοποθετήθηκε Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τον Graillard έχουν αντληθεί από τη σχετική μελέτη της Χαρίκλειας Δημακοπούλου, «Ο σαινσιμονιστής Francois Graillard περί των ελληνικών πραγμάτων (παρατηρήσεις και προτάσεις)», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τ. 22, 1979, σ. 307- 405. Σε σχέση με το υπόμνημα η Δημακοπούλου σημειώνει ότι «διετυπώθη μεταξύ Νοεμβρίου 1834 και Απριλίου 1835», ό.π., σ. 380. Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου το υπόμνημα αυτό συντάχθηκε τον Απρίλιο του 1835. Μπαλόγλου Χρ., «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint – Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον Ελλαδικό χώρο 1825-1837», ΣΠΟΥΔΑΙ, Τόμος 53, Τεύχος 3ο, 2003, Πανεπιστήμιο Πειραιά, σ. 77-108, ιδιαίτερα σ. 92.

Από πότε όμως ξεκινά και ποια είναι η σχέση του Graillard με τον σαινσιμονισμό αποτελεί ακόμη ζητούμενο, ιδίως μέχρι και το 1833, χρόνο άφιξης των υπολοίπων. Ο Γουσταύος Εϊχτάλ σε επιστολή του με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του και επιφανή σαινσιμονιστή Duveyrier (ο οποίος είχε καταδικαστεί με τον Enfantin στη δίκη των σαινσιμονιστών στη Γαλλία) αναφέρεται στον Graillard. Τον παρουσιάζει ως μαθητή και φίλο του γιατρού Bailly, μνημονεύοντας το γεγονός ότι ο Graillard ήταν την περίοδο εκείνη Αρχηγός της Χωροφυλακής. Δ. Βικέλας, Διαλέξεις και αναμνήσεις, εν Αθήναις, Έκδοσις Εστίας, 1893, σ. 265

3 Οι πληροφορίες για τον Bailly έχουν αντληθεί από τη μελέτη της Δέσποινας Προβατά, Etienne –Marin Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Σοκόλης, Αθήνα 2008.

4 Η «πολιτική κηδεία» του Σαιν-Σιμόν έγινε στις 22 Μαΐου 1825 στο νεκροταφείο του Père –Lachaise στο Παρίσι. Δ. Προβατά, ό.π., σ. 19

5 Δ. Προβατά, ό.π., σ. 70

6 Σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύονται στα Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας και σε άλλα έγγραφα της εποχής, ο Bailly αναφέρεται επίσης ως Βαλλής, (δόκτωρ Βαλλής ή και ιατρός Βαλλής) και ως Μπαλής.

7 Για τη δράση του Bailly παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα μελέτη της Δέσποινας Προβατά.

8 Οι φιλελληνικές απόψεις του ίδιου του Σαιν-Σιμόν είναι γνωστές. Βλ. Μπαλόγλου Χρ., ό.π., 84-85.

9 Ο Ανφαντέν, ο οποίος μετά τον θάνατο του Σαιν-Σιμόν σταδιακά αναγνωρίζεται ως ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος, με μια πολυπληθή ομάδα σαινσιμονιστών, εγκαθίσταται στην Αίγυπτο, όπου επιχειρεί να εμπλακεί στην κατασκευή των μεγάλων έργων (κατασκευή φραγμάτων στο Δέλτα του Νείλου), στην αγροτική παραγωγή και στην εκπαίδευση των μηχανικών, Picon Α., Οι σαινσιμονιστές. Ορθός λόγος, φαντασιακό, ουτοπία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2007, σ. 140-143.

10 Από τις ίδιες τις επιστολές του Εϊχτάλ προκύπτει ότι έφτασε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1833. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 259-261. Το ίδιο διάστημα, στο ΦΕΚ αρ. 33 της 13ης Οκτωβρίου 1833 πληροφορούμαστε ότι ο «Βαρών Αδ. Αϊχτάλ» διορίζεται «Γενικός Πράκτωρ εις Παρίσια». Πρόκειται για τον αδελφό του Γουσταύου Εϊχτάλ.

11 Όπως πληροφορούμαστε από την προαναφερθείσα επιστολή του Εϊχτάλ, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier, ο Roujoux ήταν 24 ετών την εποχή εκείνη (το 1834) και εξάδελφος του Goury (επίσης σαινσιμονιστή),. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Εϊχτάλ, ο Roujoux ήταν «ένθερμος δημοκράτης, επολέμησε μανιωδώς εις τας οδούς των Παρισίων κατά τας ημέρας του Ιουλίου (1830). Τόση ήτο η έξαψίς του, ώστε επί τινας μήνας διέμεινεν ως έξω φρενών. Τον έστειλαν εις Ελλάδα δια να καθησυχάση εντελώς. Είχε διδαχθή τα ελληνικά παρά του Κοραή, το δίκαιον παρά του Daunou και του Legraverend. Προσεκολλήθη εις την Γαλλικήν πρεσβείαν, αλλ’ όχι επισήμως∙ προσέφερε δε μεγάλας υπηρεσίας, χάρις εις την γνώσιν του της Ελληνικής γλώσσης, την τεραστίαν δραστηριότητά του και την επιδεξιότητά του εις τας μετά των εγχωρίων σχέσεις», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 269.

12 Ήδη μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Κωλέττης ήταν μέλος της τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής, μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Μετά την έλευση του Όθωνα ο Κωλέττης διορίστηκε υπουργός των Ναυτικών. Πολύ σύντομα όπως με το ξέσπασμα της εξέγερσης του Κρίτσαλη στην Πελοπόννησο διορίστηκε υπουργός των Εσωτερικών και του παρασχέθηκε δικτατορική σχεδόν εξουσία «ίνα κατευνάση την επανάστασιν», Γούδας Α, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. ΣΤ΄, Αθήνα 1874, σ. 272-273. Στο ΦΕΚ με αριθμ. 34 της 15ης/27ης Οκτωβρίου 1833 δημοσιεύεται το διάταγμα της 12 (24) Οκτωβρίου 1833, σύμφωνα με το οποίο: «Ο άχρι τούδε Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Ναυτικών Κύριος Κωλέττης παύει της διοικήσεως των Ναυτικών, και διορίζεται Γραμματεύς των Εσωτερικών αντί του διορησθησομένου εις άλλην υπηρεσίαν Κ. Ψύλλα».

13 Από την αλληλογραφία του Γουσταύου Εϊχτάλ προκύπτει ότι όταν έφτασε στο Ναύπλιο, ο Roujoux ήταν ήδη εκεί και ήταν ο τελευταίος που τον γνώρισε στον Κωλέττη. «Εις Ναύπλιον ευρήκα την Αντιβασιλείαν, τον εξάδελφόν μου Γουλιέλμον, και τον Roujoux, όστις μ’ επαρουσίασεν εις τον Κωλέτην», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 261. Βλ. επίσης Gustave D’ Eichthal, La langue grecque, Librairie de Hachette, Paris 1887, σ. 18

14 «Περί της συστάσεως του Γραφείου της Δημοσίου Οικονομίας παρά της επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 18/22-5-1834)

15 Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου: «Πράγματι, οι αρμοδιότητες του Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας περιγράφονται σ’ ένα κείμενο με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, όπως η χωρογραφία, τοπογραφία και γεωδαισία του βασιλείου, με τελικό στόχο τη σχεδίαση χάρτη ακριβείας, η γενική απογραφή του πληθυσμού και των ζώων κάθε κατηγορίας, η σύνταξη κτηματολογίου, η καταγραφή μεταλλείων και αρχαιοτήτων, η μελέτη της πιστωτικής καταστάσεως και τοκογλυφίας, η επεξεργασία προτάσεων για την γεωργία, το εμπόριο, την βιομηχανία, την χάραξη οδικού δικτύου, την μετεγκατάσταση ή και ίδρυση οικισμών, και την προετοιμασία «ιδίως» του αποικισμού», ό.π., σ. 89

16 Ο Γ. Εϊχτάλ στην προαναφερθείσα επιστολή του, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier σημειώνει: «Αφότου έφθασα ενταύθα η επιθυμία μου είναι να φέρω αποίκους εις την Ελλάδα. Επί της ερημωθείσης ταύτης γης, πόλεις, μνημεία, θέατρα, δρόμοι, οικίαι, – επί των σιωπηλών ήδη θαλασσών της, πλοία ιστιοφόρα, ατμοκίνητα, ταύτα πλανώνται αενάως ενώπιον της φαντασίας μου. Επί εξ ήδη μήνας στρέφω και περιστρέφω την σφαίραν εις τας χείρας μου, προσπαθών να εύρω επ’ αυτής σημείον λαβής. Επί τέλους προς δύο μηνών, την επαύριον της αναχωρήσεως του Goury, συνέσφιγξα τα δάκτυλα, και από σχέδιον εις σχέδιον, από διάβημα εις διάβημα, κατώρθωσα να επιτύχω την συγκρότησιν είδους γραφείου πολιτικής οικονομίας, το οποίον θα αναλάβη και θα φέρη εις πέρας το επιχείρημα», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 268. Σημειώνει επίσης στην ίδια επιστολή ο Εϊχτάλ: «…οι Έλληνες εννοούν κάλλιστα παν το αναγόμενον εις τα οικονομικά. Γνωρίζουν τι σημαίνει πίστις, είναι ευδιάθετοι να δεχθούν εξ Ευρώπης πάσας τας βιομηχανικάς βελτιώσεις τας δυναμένας ν’ αυξήσουν την αξίαν της γης των, νομίζω δε ότι ευχαρίστως θα ίδουν αποικίας, και μάλιστα αποικίας βιομηχάνων, εγκαθισταμένας εις την πατρίδα των. Δεν θ’ αποκρούσουν και αποικίας γεωργικάς, αρκεί μόνον να δοθή εις τους παλαιούς κατοίκους μερίς ικανή κατά την διανομήν της εθνικής γης, η οποία αποτελεί τα ¾ της χώρας», ό.π, σ. 271. Αναφέρεται επίσης ο Εϊχτάλ στα ζητήματα που τον απασχολούσαν σχετικά με τον αποικισμό αυτόν, δηλαδή στο πως θα συνδυαστούν Αγγλικές, Γαλλικές και Γερμανικές αποικίες, στο πως θα επιλεγούν οι άποικοι, κλπ. Για το θέμα αυτό διευκρινίζει ότι έχει ήδη απευθυνθεί στην Αντιβασιλεία, ενώ έχει στείλει επιστολή και στον αδελφό του στο Παρίσι. Εκφράζει δε τους φόβους του ως προς την επιτυχία του εγχειρήματος του αποικισμού, αναφερόμενος στον ρόλο της Ρωσίας και του Άγγλου πρεσβευτή Dawkins. Ό.π., σ. 271-273. Σε νέα επιστολή του προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, ο Εϊχτάλ δηλώνει ότι θα εργαστεί σκληρά με τον Roujoux για την επιτυχία του αποικισμού, απευθύνοντας έκκληση στον Duveyrier: «Εις όσους φίλους εύρης ευδιαθέτους να έλθουν προς αποικισμόν, δύνασαι να υποσχεθής ουρανόν ωραίον, κυβέρνησιν φιλελευθέραν, δικαιώματα πολιτών Ελλήνων, πλήρη ελευθερίαν θρησκευτικήν, έλλειψιν τίτλων ευγενείας, νόμους και έθιμα αξιόλογα, γην ευφορωτάτην, κτλ.». Εκφράζει δε την άποψη ότι ο αποικισμός μπορεί να αρχίσει από τη Μεσσηνία και την Ηλεία και την επιθυμία να λάβει μέρος σ’ αυτόν η Γαλλία, γιατί αν αυτό δεν συμβεί, φοβάται ότι τα παράλια της Πελοποννήσου θα γίνουν Αγγλικά και Αυστριακά. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 274-275. Ως προς τους όρους της παραχώρησης γης στους αποίκους, στις προθέσεις του Γραφείου, όπως αυτές διατυπώνονται από τον Εϊχτάλ, ήταν οι πωλήσεις, οι πολυετείς ενοικιάσεις και οι διαρκείς παραχωρήσεις, με την καταβολή ετήσιας αποζημίωσης. Βλ. την επιστολή του Εϊχτάλ προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 275.

17 Σύμφωνα με το από 19 Σεπτεμβρίου/1η Οκτωβρίου 1834, έγγραφο της Αντιβασιλείας: «Πληροφορούμεθα ότι πολλά μέλη της Σαινσιμωνικής Εταιρίας συνέρχονται άνευ αδείας εις μυστικάς συνεδριάσεις. Η Γραμματεία οφείλει δια παντός να εξιχνιάση το ατόπημα τούτο και να καταδιώξη τους ενόχους και τους συνενόχους αυτών κατά τα άρθρα 212, 216, 218, 220 και 222 του Ποινικού Νόμου. Το αποτέλεσμα των ερευνών και, χρείας τυχούσης, των καταδιώξεων πρέπει να κοινοποιηθή εις ημάς εντός εξ ημερών από σήμερον. Επειδή αι τάσεις της Σαινσιμωνικής αιρέσεως ταύτης ουδόλως συμφωνούν προς τας αρχάς του δικαίου και της νομιμότητος, κατά τας οποίας η ημετέρα πατρική στοργή θέλει διέπωνται οι πιστοί ημών υπήκοοι, ουδέποτε οφείλει να δοθή εις τους αιρετιστάς τούτους η άδεια να εξασκούν τα μηχανήματά των, ανάγκη δε να επιβλέπωνται αυστηρώς. Οι παραβάντες το άρθρον 212 του ποινικού νόμου, καθ’ ην περίπτωσιν είναι ξένοι υπήκοοι, πρέπει να εξωσθούν αμέσως του ημετέρου Κράτους», βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 277-278

18 Επισημαίνεται επίσης από τον Κωλέττη ότι: «Αύτη διελύθη οι δε κατά καιρόν χρηματίσαντες μέλη της επανέλαβον τον συνήθη βίον, διατηρούντες, ή κατά το μάλλον ή ήττον τροπολογούντες, έκαστος το καθ’ εαυτόν, τας αρχαίας δοξασίας των », Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 279-280.

19 Στο υπόμνημα του Κωλέττη προς τα μέλη της Αντιβασιλείας, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου/ 2 Οκτωβρίου 1834, γίνεται αναφορά στους σαινσιμονιστές τους Ναυπλίου, προκειμένου να διασκεδάσει τους φόβους των Βαυαρών: «Ο κ. συνταγματάρχης Γραλλιάρ δεν ευρίσκεται επί του παρόντος εις Ναύπλιον, ώστε δεν δύναται ούτος να συγκαταλεχθή μεταξύ των υπόπτων. Ο δε κ. Εϊχτάλ, άμα αναλαβών τα καθήκοντά του, έσπευσεν αυθορμήτως να με διαβεβαιώσει ότι ουδεμία τον συνέδεεν υποχρέωσις προς τας παρελθούσας αυτού σχέσεις, ότι είχε την θέλησιν και την απόφασιν να προσενεχθή κατά πάντα ως προσήκει εις πιστόν και αγαθόν της Υ.Μ. υπήκοον (…) Μένουν οι προ τινων μηνών ελθόντες τρεις νέοι. Εξ αυτών ο ονομαζόμενος Bertrand ολίγας ημέρας μετά την άφιξίν του προσελήφθη εις την υπηρεσίαν της εν Αττική εταιρίας (…) όπως διεύθυνη του Μελιταίους εργάτας, διαμένη δ’ έκτοτε εκεί. Τον δεύτερον, ονόματι Jourdan, παρέλαβεν ο συντάκτης του Σωτήρος κ. Σκούφος, δια να μεταφράζη εις την Γαλλικήν τα άρθρα της εφημερίδος του. Ο τρίτος, ονόματι Delaury, ελπίζει ότι θα προσληφθή ως υπάλληλος εις εμπορικόν τι κατάστημα, εν τω μεταξύ δε κερδίζει τα προς το ζην δίδων μαθήματα της Γαλλικής γλώσσης». Σε κάποιο άλλο σημείο δε, προς το τέλος της επιστολής του σημειώνει ότι αυτές είναι οι πρώτες έρευνες «περί των εν Ελλάδι ευρισκομένων αρχαίων μελών της Σαινσιμωνικής Εταιρίας» Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 280-282. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά στον Roujoux.

20 Σύμφωνα με διαταγή αυτή «το προσωπικόν των συμβούλων εις το γραφείον της Πολιτικής Οικονομίας είναι υπέρ το δέον πολυάριθμον, απ’ εναντίας δε το του Υπουργείου των Εσωτερικών ανεπαρκές, αποφασίζομεν να ελαττώσωμεν το μεν κατά ένα σύμβουλον, ν’ αυξήσωμεν δε το δεύτερον κατά έναΚαι ως προς μεν το πρώτον, διατάσσομεν να κοινοποιηθή προς τον κ. Γουσταύον Εϊχτάλ η εκ της ημετέρας υπηρεσίας παύσις του», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 283.

21 Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι είναι «άξιος παντός επαίνου δια τον ζήλον, την δραστηριότητά του και την εις την Υ.Μ. αφοσίωσιν», πολύ εργατικός, ότι γνωρίζει τη γερμανική γλώσσα και ότι ποτέ δεν ζήτησε τον μισθό του. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 284-285.

22 Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 292.

23 Για τον Πυλαρινό, βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Οι σαινσιμονικές ιδέες στην Ελλάδα», Επίμετρο στο βιβλίο του Antoine Picon, ό.π., σ. 331-332. Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Γνώση τ. 1, Αθήνα 1990, σ. 119-124.

24 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι και το τέλος του 1833, μόλις δηλαδή για μερικούς μήνες. Αιτία της διακοπής της έκδοσής της αποτέλεσαν οι διατάξεις για την απαίτηση μια υπέρογκης για τα δεδομένα της εποχής εγγύησης για όλες τις πολιτικές εφημερίδες, (5.000 δρχ.), που θα χρησιμοποιούνταν για την αποζημίωση των τυχόν θιγομένων, από τα γραφόμενα των εφημερίδων, προσώπων. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του νόμου «Περί της Αστυνομίας του τύπου» (ΦΕΚ αριθμ. 29 της 14/26 Σεπτεμβρίου 1833), προβλέπεται ότι: «Πάσα εντός του Βασιλείου εκδιδομένη εφημερίς και περιοδικόν σύγγραμμα πρέπει να έχη άνευ διακοπής υπεύθυνον συντάκτην, του οποίου το όνομα να φανερόνεται εις παν φύλλον, κομμάτι, ή τετράδιον της εφημερίδος ή του περιοδικού συγγράμματος. Ο υπεύθυνος συντάκτης έχει χρέος να καταβάλη εις μετρητά εγγύησιν 5.000 Δραχ. Εξ αυτής της εγγυήσεως λαμβάνονται τα πρόστιμα, τα έξοδα και αι αποζημιώσεις των προσβληθέντων ατόμων, εις τας οποίας ήθελε καταδικασθή ο υπεύθυνος συντάκτης. Αφού δε εξαντληθή η ποσότης, πρέπει να ανανεωθή εντελώς και ευθύς». Η εγγύηση αυτή δεν απαιτείται για τους εκδότες «επιστημονικών και τεχνικών εφημερίδων και περιοδικών συγγραμμάτων, ή και απλών ειδοποιήσεων». Στην περίπτωση όμως που οι τελευταίοι αυτοί εκδότες δεχτούν να δημοσιεύουν άρθρα, που δεν είναι επιστημονικά ή τεχνικά, εκτός από την επιβολή προστίμου 100–500 δραχμών, υποχρεούνται, πριν εξακολουθήσουν την έκδοση του εντύπου, να καταβάλουν και την εγγύηση των 5.000 δραχμών. Η διάταξη αυτή είχε άμεσα «θύματα» τους εκδότες που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης, όπως η εφημερίδα «Ήλιος», η οποία μετά τη δημοσίευση του νόμου μετατράπηκε από Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και Εμπορική σε «Εφημερίς Επιστημών, Τεχνών, Φιλολογίας και Εμπορίου» και στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1833) έβαλε τέλος στη λειτουργία της, ακριβώς λόγω των περιορισμών αυτών.

25 Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π., σ. 332-335

26 Ο Άρμανσπεργκ, βλέποντας την «ολοένα αυξανόμενη δύναμη του Κωλέτη» αλλά και το γεγονός ότι ο Όθωνας, «εν όψει της ενηλικίωσής του έχει αρχίσει να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στα πολιτικά πράγματα της χώρας (…) αναπόφευκτα, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του, θα αντιπαρατεθεί στον Κωλέττη και εν συνεχεία στον ίδιο τον Όθωνα». Ο Άρμανσπεργκ, κατόρθωσε, ακόμη και μετά την ενηλικίωση του Όθωνα «να εξασφαλίσει ευρείες πολιτικές δικαιοδοσίες. Με την πλήρη υποστήριξη του νέου πρεσβευτή της Αγγλίας, Lyons, κατάφερε να εκδιώξει τον Heideck και να απομακρύνει τον Κωλέττη, εξαναγκάζοντας έτσι τον βασιλιά να εξαρτάται από αυτόν», Λούβη Λ., «Το ελληνικό κράτος 1333-1871», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τ. 4, σ. 13-14. Ο Κωλέττης, αφού έμεινε αρκετά χρόνια στο Παρίσι, επιστρέφει το 1843 στην Ελλάδα και λίγο αργότερα γίνεται πρωθυπουργός. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1847 πεθαίνει στην Αθήνα, αφού εν τω μεταξύ, από το 1844, έχει αναπτύξει τη «μεγάλη ιδέα». Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του αναφωνεί στα γαλλικά τη φράση «sur la terre», ενώ σιγοψιθυρίζει ένα κλέφτικο τραγούδι. Σύμφωνα με τον Γούδα: «Τελευταίον κατά την 1 Σεπτεμβρίου απεβίωσε, κλέφτικόν τι τραγώδιον εν ήχω υποψιθυρίσας, και τα λέξεις sur la terre δυνηθείς μόνον να εναρθρώση», ό.π., σ. 286

27 Κατηγορήθηκε ότι «ερράπισεν αξιωματικόν του στρατού ημών, ζητήσαντα εξηγήσεις κατά τινα βάναυσον διαγωγήν του. Εκ της ένεκα τούτου γενομένης ανακρίσεως εξάγεται προσέτι ότι ο Bertrand εφωράθη και άλλοτε φέρων όπλα απηγορευμένα, ότι εξύβρισεν αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ημετέρου στρατού, εξεφράσθη δημοσία δια τρόπου πάντη ανοικείου περί τάξεως ολοκλήρου των στρατιωτικών τούτων και επροσπάθησε να διεγείρη το κατ’ αυτών μίσος, αποδεικνύων ούτω τον ολίγον αυτού σεβασμόν προς τους θεσμούς και την έννομον τάξιν της χώρας. Η ανάγκη επιβλέψεως προς τήρησιν της δημοσίας τάξεως επιβάλλει την απομάκρυνσιν του κακοκεφάλου τούτου νέου, όστις παρά την άτοπον διαγωγήν του, επιδεικνύει και αλλόκοτον ενδυμασίαν. Το επί των Εσωτερικών υπουργείον οφείλει άνευ περαιτέρω αναβολής να εκτελέση την από 27 Απριλίου/9 Μαΐου ημετέραν διαταγήν». Πρόκειται για βασιλική διαταγή της 13/25 Μαΐου 1835. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 281-282.

28 Την Ανθούσα, κόρη του Χρήστου Παλάσκα.

29 Ο Roujoux κατέλαβε διάφορες θέσεις, κυρίως ως διπλωμάτης της Γαλλίας στην Ελλάδα, μέχρι τον θάνατό του στην Αθήνα το 1852, σε ηλικία 43 ετών.

30 Ένας απολογισμός για την επίδραση και τη διάσωση των ιδεών του γίνεται από τον Μπαλόγλου, ό.π., σ. 93-96.

31 Με τον τρόπο αυτόν θα φωτίζονταν και ορισμένες κοινοτοπίες, που μας βασανίζουν ακόμη και σήμερα, όπως ότι οι ξένοι θα μπορούσαν να τα κάνουν καλύτερα από τους Έλληνες. Το γεγονός όμως ότι τα πρώτα κρίσιμα χρόνια μετά την απελευθέρωση είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα ένας ολόκληρος «στρατός» από Βαυαρούς, στην κυριολεξία, αλλά και μεταφορικά, με την έννοια των υπαλλήλων και στελεχών της διοίκησης, σε κανένα σχεδόν επίπεδο δεν βοήθησε την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων. Και για να επανέλθουμε στους σαινσιμονιστές, θυμίζουμε μια διαπίστωση του Εϊχτάλ για τη μη υλοποίηση του αποικισμού. Σε αρκετές περιστάσεις ο Εϊχτάλ έθετε ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του αποικισμού, την επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος, μέσω της διανομής της γης. Το ζήτημα αυτό το έθεσε τόσο στον Άρμανσπεργκ, όσο και στον Κόβελ. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 287, 289- 290. Σημειώνει ο Εϊχτάλ τι μετέφερε στον Κόβελ: «Μετά ταύτα επελήφθημεν της ιστορίας του Νόμου τούτου και του ζητήματος του αποικισμού. Κατέκρινα δεινώς τον κ. Αρμανσπέργην ως θελήσαντα να διεξαγάγη και τα του αποικισμού της Ελλάδος καθ’ ον τρόπον απεφάσισε, και την μεταφοράν της πρωτευούσης εις Αθήνας. Το τελευταίον τούτο μέτρον, καλόν καθ’ εαυτό, ελήφθη όμως λίαν κατεσπευσμένως. Τα του αποικισμού έγειναν ακόμη χειρότερα. Διότι, προτού αποκαταστήσουν ιδιοκτήτας τους Έλληνας αυτούς, (βάσιν ταύτην πρωτίστην της ευημερίας της χώρας), ηθέλησαν να ρίψουν εις την Ελλάδα χιλιάδας οικογενειών, χωρίς να προνοήσουν περί αυτών πως να μη αποθάνουν της πείνης, ή να μη καταστραφούν εκ της ζηλοτυπίας των εγχωρίων· ανέφερα όσας δυσκολίας απηντήσαμεν κατά την σύστασιν των αποικιών του Πεταλιδίου, της Ερετρίας, των Σαμίων εν Ευβοία κ.τ.λ., δυσκολίας προερχομένας εκ της παρούσης θέσεως του ζητήματος της ιδιοκτησίας εν Ελλάδι, και απέδειξα το άτοπον του να αναμιγνύεται η προσωπική φιλαυτία του αρχηγού της Κυβερνήσεως εις ζητήματα, εις τα οποία έπρεπε να είναι απλώς και μόνον κριτής αμερόληπτος». ό.π., σ. 289-290.

 Κωνσταντίνος Γκότσης

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Αναγνώσεις» avgi-anagnoseis.blogspot.gr

Διαβάστε ακόμηΣαινσιμονισμός – Η »Ανατομία» ενός κινήματος

Read Full Post »

Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κυρίου Χρήστου Ι. Δρούγκα με θέμα:

«Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής».

 

Πρόλογος    

 

Η Τουρκία, από την εποχή της διακυβέρνησής της από τον Μουσταφά Κεμάλ, κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» προκειμένου να ενταχθούν σ’ αυτήν οι πληθυσμοί της κεντρικής κυρίως Μ. Ασίας (Καππαδοκίας), οι οποίοι, ήσαν Ρωμηοί αλλά μιλούσαν την Τουρκική γλώσσα και ήσαν γνωστοί ως Καραμανλήδες. Όμως, όλες αυτές οι προσπάθειες των Κεμαλιστών, απέβησαν άκαρπες.

Στις ημέρες μας αναζωπυρώνονται οι κινήσεις γύρω από αυτή την πολιτική της Τουρκίας, που δεν έπαυσε να υπάρχει. Οι μηχανισμοί της γειτονικής χώρας πραγματοποίησαν στην πόλη Νίγδη – στις 3 Ιουνίου 2014 – επιστημονικό συνέδριο, με παράλληλη έκθεση φωτογραφιών, προκειμένου να αναγνωρισθούν, από επιστημονικής πλευράς, οι ισχυρισμοί των Τούρκων επιστημόνων περί των Καραμανλήδων ως τούρκικου φύλλου, (Συνέδριο στην Καππαδοκία για τους ορθόδοξους τούρκους !!) – εφημερίδα «Ανατολή», τεύχος Ιουνίου 2014.

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Η προσπάθεια αυτή για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» και της υιοθέτησης των Καραμανλήδων της Καππαδοκίας ως Τούρκων δεν είναι κάτι το νέο στην πολιτική της γειτονικής μας χώρας. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει και άλλες φορές κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε. Η σοβαρότερη είναι εκείνη που έγινε κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα με τις «ευλογίες» του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος βρήκε πρόθυμο σύμμαχο στην επιδίωξή του για τη δημιουργία μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» τον Έλληνα ιερέα – Πόντιο την καταγωγή που υπηρετούσε σε ενορία της Καππαδοκίας – Ευθύμιο Καραχισαρίδη, που έμεινε γνωστός ως «παπά-Ευθύμ».

Το σαθρό αυτό κατασκεύασμα των μηχανισμών της Κεμαλικής κυβέρνησης προσπάθησε να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για την άλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την διάλυση του ιστού του Γένους των Ρωμηών. Όμως το σύνολο – πλήν ολίγων – των τουρκόφωνων Καππαδοκών είχαν και εξακολουθούν να έχουν – Ρωμαίικη συνείδηση και δεν ακολούθησαν τον παπά – Ευθύμ στην τυχοδιωκτική του πολιτική με την ανακήρυξη « Αυτοκέφαλου Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Έτσι το κατασκεύασμα αυτό της συνεργασίας Κεμαλικής κυβέρνησης και εξωμότη Ευθυμίου Καραχισαρίδη, αφού δημιούργησε πολλές πληγές στο σώμα της Μ.τ.Χ. Εκκλησίας, δεν κατόρθωσε να σταθεί όρθιο και κατέρρευσε.

Σήμερα κάποιοι κύκλοι της Τουρκίας επανέρχονται και προσπαθούν να «βαπτίσουν» τους Ρωμηούς Καππαδόκες σε … «Ορθόδοξους Τούρκους»!! Είναι μία κίνηση η οποία δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς, επειδή οι Καραμανλήδες έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της Ρωμαίικης καταγωγής των. Απόδειξη τούτου είναι η στάση των κατά την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1924. Τότε, όλοι οι Καππαδόκες έκλεισαν τ’ αυτιά στους ήχους των σειρήνων του «παπά-Ευθύμ», που τους καλούσαν να προσχωρήσουν στο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο», ώστε να παραμείνουν στις πατρογονικές εστίες των. Προτίμησαν να ακολουθήσουν το δρόμο της σκληρής προσφυγιάς στην Ελλάδα από την άρνηση της Ρωμαίικης συνείδησής των και της παραμονής των στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η προσπάθεια της Κεμαλικής κυβέρνησης να ιδρύσει το προαναφερόμενο «Πατριαρχείο», καθώς και οι συνέπειες αυτού του γεγονότος, έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Πρέπει να μελετηθούν – ιδιαίτερα σήμερα – που οι διάφοροι μηχανισμοί στους κόλπους της Τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν προσπάθειες, ανάλογες με εκείνες της Κεμαλικής κυβέρνησης κατά την δεκαετία του 1920 και μετέπειτα.

 

Εισαγωγή

 

Σεβγκί Ερενερόλ

Σεβγκί Ερενερόλ

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και οι συνέπειες αυτού είναι σχεδόν άγνωστες στο μεγαλύτερο μέρος του Γένους των Ρωμηών. Οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνον για «τις εκκλησίες του παπά – Ευθύμ στο Γαλατά» και, τα τελευταία χρόνια, για την εγγονή του παπα – Ευθύμ, Σεβγκί Ερενερόλ από την «υπόθεση Ergenecon».   Όπως είναι γνωστόν η Σεβγκί Ερενερόλ, μαζί με Στρατηγούς έ.ά του Στρατού, Αστυνομίας και Χωροφυλακής, Πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, τον αρχηγό της νεολαίας των Γκρίζων Λύκων κ.ά, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για συνωμοσία κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κέντρο της συνωμοσίας ήταν ένας από τούς Ναούς που κατακρατούν οι απόγονοι του παπά- Ευθύμ στο Γαλατά, αυτός της Παναγίας της Καφατιανής. Οι απόγονοι του παπά – Ευθύμ κατακρατούν, μέχρι και σήμερα, τους τρείς Ναούς του Γαλατά που απέσπασαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με τα κτίσματα και τα εξαρτήματα αυτών. Για την παράνομη και άδικη αυτή κατακράτηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει προσφύγει στα Δικαστήρια της Τουρκίας και αναμένει την κρίση των.

Για πληρέστερη κατανόηση των όσων συνέβησαν στην Μ. Ασία πριν από εκατό περίπου χρόνια, της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του πρωταγωνιστού της άσχημης αυτής περιπέτειας, που βίωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας, είναι απαραίτητη η καταχώρηση δύο αποσπασμάτων από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μύρων Δρος Χρυσοστόμου Καλαϊτζή «Ο ΔΙΑΒΟΗΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΝ, 2013», όπου ο παπά – Ευθύμ σκιαγραφείται αριστοτεχνικά. Προηγουμένως ο συγγραφέας έχει διαχωρίσει τους ανθρώπους που «γράφουν ιστορία» σε εκείνους που είναι «καλοί και αγαθοί» και οι οποίοι, προσφέροντας υπηρεσίες στο Γένος, δόξασαν την καταγωγή τους και στους άλλους, οι οποίοι αποτελούν εξαίρεση – ευτυχώς λίγοι – και δεν φέρθηκαν καλά, σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής.

«[…] Ένας τέτοιος, αινιγματικός τύπος, «ανικανοποίητος» κατά τα κοινώς παραδεχούμενα, ήταν και ο υπό εξέταση, διαβόητος στην κυριολεξία της λέξης, παπά – Ευθύμ, που το πάθος του για την προϊσταμένη του αρχή τον οδήγησε σε πολλά και διάφορα άτοπα, απαρνηθείς και μη υπακούσας συνείδηση και καταγωγή, προσκόμισε μύρια όσα κακά στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία τώρα και ένα ολόκληρο, περίπου, αιώνα υφίσταται μεγάλα δεινά! Το να χαρακτηρίσουμε τον υπό εξέταση ως «προδότη» είναι λίγο και πολύ σχετικό, γιατί είναι κάτι περισσότερο από αυτό, μόνο που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας κατάλληλη λέξη για να χαρακτηρισθεί».

«[…] Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι ο παπά – Ευθύμ ήταν ένας μεγάλος χρηματοθήρας! Δεν είχε ούτε πιστεύω ούτε ιδανικά. Ήταν ένας μεγάλος αγύρτης…. Το μάτι του ήταν στα χρήματα του Πατριαρχείου και σ’ αυτά απέβλεπαν και οι καταληψίες και οι καταλήψεις των Πατριαρχείων, αλλά και των Ναών του Γαλατά, απ’ όπου αντλούσε τα προς το ζείν και βύζαινε το αίμα της Ρωμιοσύνης, όπως η βδέλλα το αίμα των ζωντανών !…».

 

Ιστορικη αναδρομή των γεγονότων

 

Την περίοδο του πολέμου στη Μ. Ασία το 1919-1922 οι Τούρκοι εθνικιστές με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ίδρυσαν στην Καππαδοκία μία «Ανεξάρτητη Τουρκορθόδοξη Εκκλησία». Επιδίωξή τους ήταν να διασπάσουν την Ορθόδοξη Κοινότητα, στην οποία υπήρχαν και Χριστιανοί Τουρκικής καταγωγής, με απώτερο σκοπό να την αποσπάσουν από την ελληνική επιρροή. Της «εκκλησίας» αυτής ηγήθηκε ο παπά – Ευθύμ (papa Eftim), κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης ή Καραχισαρίογλου και αργότερα Ζεκί Ερενερόλ, ο οποίος γεννήθηκε στο Αγκτάγκ Μαντέν (Σαμπίν Καραχισάρ) του Πόντου.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919.  Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παύλος Καραχισαρίδης κατά τα έτη 1911-12 παρακολούθησε μαθήματα στην Εμπορική Σχολή της Άγκυρας. Μετά τις σπουδές του άνοιξε δικό του σαγματοποιείο, το οποίο έκλεισε με την οικονομική κρίση που ξέσπασε παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εργάσθηκε ως υπάλληλος σε μεγάλη εταιρία παραγωγής υφασμάτων. Από το γάμο του με τη Μαρία Καλφόγλου απέκτησε τρείς κόρες και δύο γιούς. Το 1914 , για να μην επιστρατευθεί, κατέφυγε στην πατρίδα του, τον Πόντο και αργότερα πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί, ζήτησε από τον Μητροπολίτη Νικόλαο Β’ (Σακκόπουλο) να χειροτονηθεί ιερέας. Πράγματι, χειροτονήθηκε ιερέας με το όνομα Ευθύμιος τον μήνα Μάρτιο 1918 και διορίσθηκε στην ενορία Κέσκιν, πόλη κοντά στην Άγκυρα, στη θέση του ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλου, ο οποίος ασθένησε και ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, που υπογράφηκε μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο παπά – Ευθύμ συμμετείχε στον Ελληνικό Σύλλογο της πόλης Κέσκιν.

Την εποχή εκείνη το Κεμαλικό Εθνικιστικό Κίνημα αναπτυσσόταν ραγδαία. Ο παπά – Ευθύμ κατάλαβε ότι θα είχε όφελος να προσεγγίσει ανθρώπους του Κεμαλικού Κινήματος. Έτσι, συνδέεται με τον βουλευτή Ανδριανούπολης Μεχμέτ Σερέφ και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συγκέντρωση 1300 τουρκικών λιρών από τους προύχοντες της Κοινότητας. Το ποσό αυτό παρέδωσε στον έμπιστο του Κεμάλ Μουσταφά, τον Αλή Φουάτ.

Η επιστροφή στο Κέσκιν του π. Παναγιώτη Παπαδόπουλου και η διεκδίκηση της θέσης του αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την περαιτέρω πορεία του παπά – Ευθύμ. Η Κοινότητα διχάσθηκε και το θέμα έφθασε, για την επίλυσή του, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δικαίωσε τον ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Χολωμένος ο παπά – Ευθύμ από την απόφαση κατηγόρησε το Φανάρι και διέκοψε τη σχέση του με το Πατριαρχείο. Δεν έμεινε όμως στο γεγονός της διακοπής των σχέσεών του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξανάγκασε τους Καππαδόκες, μεταξύ των οποίων είχε μεγάλη επιρροή, να εκλέξουν Κεμαλικό βουλευτή στις εκλογές που έγιναν, τον Ρεζά , ο οποίος ήταν από το Κέσκιν.

Επειδή όμως ο παπά – Ευθύμ έβλεπε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, προσέτρεξε στην εκζήτηση βοήθειας από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Έτσι, πήγε στην Άγκυρα και τον συνάντησε. Η συνάντηση αυτή με τον Κεμάλ γίνεται η απαρχή της συνεργασίας των, καθ’ όσον οι πρωτοβουλίες του «σαϊτάν-παπά», διαβολόπαπα, όπως τον αποκαλούσε ο Κεμάλ, τον ενδιέφεραν πολύ.

Η πρώτη αναφορά για την ίδρυση Αυτοκέφαλης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας συναντάται το 1921 σε Κεμαλική εφημερίδα στην Άγκυρα. Πράγματι, την άνοιξη του 1921 άρχισαν οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας». Οι Κεμαλικοί σχεδίασαν τη σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης Τ/Ορθοδόξων. Σ’ αυτήν ο παπά – Ευθύμ δεν έλαβε μέρος, λόγω μειωμένων προσόντων από πλευράς εκπαίδευσης, αλλά υποστηρίχθηκε σθεναρά από το Κεμαλικό Κίνημα και ιδιαίτερα από τον φίλο του Μεχμέτ Σερέφ. Υποστήριξη όμως είχε και από δυτικούς παράγοντες με επικεφαλής τον Φρανκλίν Μπουγιόν, μεσολαβητή της Γαλλίας στην Άγκυρα.

Την εποχή εκείνη εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο Μελέτιος ο Δ’ (Μεταξάκης), φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Δημ. Μαυρόπουλος, Διευθυντής της Εφημερίδας των Αθηνών «Η Φωνή της Εκκλησίας», στο βιβλίο του «Πατριαρχικαί Σελίδες», Εν Αθήναις 1960, σχολιάζοντας την εκλογή του Μελετίου σημειώνει: «[…] Η Κυβέρνησις της Άγκύρας εν τω προσώπω του εκλεγέντος Μελετίου αντιμετώπισε την εκλογήν όχι ως εκλογή Θρησκευτικού Αρχηγού αλλά ως φανατικού οργάνου μιάς πολιτικής μερίδος [1], εις την οποίαν και απέδιδε την κυρίως υπαιτιότητα της επιδιωχθείσης καταλύσεως του Τουρκικού Κράτους. Ο Μουσταφά Κεμάλ εν ενί λόγω την εκλογήν ταύτην εθεώρησεν ως πρόκλησιν». Και συνεχίζει ο Δ. Μαυρόπουλος με την άποψιν «συνετών και αντικειμενικώς κρινόντων» οι οποίοι πίστευαν ότι «εάν εν Κωνσταντινουπόλει επεκράτουν μετριοπαθέστεραι και νηφαλιώτεραι σκέψεις μεταξύ των Ταγών της Εκκλησίας και των εκεί Βενιζελικών παραγόντων, εξελέγετο δε Οικουμενικός Πατριάρχης είς εκ των Ιεραρχών του Θρόνου, ως λ.χ. […] ή τέλος είς εκ των τότε Συνοδικών Μητροπολιτών, ασφαλώς η θέσις των εν Μ. Ασία ομογενών θα ήτο πολύ διάφορος, επαρκώς βελτιουμένη, οι δε πλείστοι των Κωνσταντινουπολιτών δεν θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν εκ της πόλεως του Βύζαντος. […]».

Η απάντηση της Κεμαλικής Κυβερνήσεως εις «την πρόκλησιν» της εκλογής του Μελετίου ήταν άμεση. Με κρυπτογραφική διαταγή της Άγκυρας προς τους Νομάρχες της Τουρκίας, απαγορεύθηκε στους ζώντες στην Μ. Ασία Επισκόπους, ιερείς και εν γένει κληρικούς να μνημονεύουν το νέο Οικουμενικό Πατριάρχη στις εκκλησίες των. Απείθεια στην διαταγή αυτή θα θεωρείτο ως εσχάτη προδοσία με ανάλογες κυρώσεις.

Η μυστική αυτή διαταγή της Κεμαλικής Κυβέρνησης έδωσε αφορμή στον παπά – Ευθύμ, ο οποίος διέμενε στην Άγκυρα, να εκδηλώνει, αναφανδόν πλέον και με τρόπο θορυβώδη, αισθήματα πίστεως και αφοσιώσεως προς το καθεστώς του Κεμάλ.

Το Νοέμβριο 1921, με εγκύκλιό του γραμμένη στα τουρκικά, δήλωνε «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών» και έδινε εντολή στους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις στο τέλος των Λειτουργιών υπέρ της μακροημερεύσεως του Κεμάλ και της Κυβερνήσεως καθώς και υπέρ της επικρατήσεως του Εθνικού Όρκου (Μισάκ-ι-μιλλή). Αμέσως κάλεσε τις χριστιανικές Κοινότητες της Μ. Ασίας να στείλουν αντιπροσώπους στην Καισάρεια για την συγκρότηση «Ορθοδόξου Συμβουλίου». Πολλά χωριά ευθυγραμμίσθηκαν μαζί του, εκτός αυτών που ήσαν στα κατεχόμενα από τον Ελληνικό Στρατό εδάφη. Την 1η Μαΐου του έτους αυτού πάνω από 2.700 τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Σαφράμπολης, δυτικά του Πόντου, με επικεφαλής 10 προκρίτους και τον ιερέα Γερμανό, ζήτησαν την ίδρυση «Αυτοκέφαλου Τουρκικού Πατριαρχείου». Μεταξύ των πιστών που έσπευσαν ήταν τουρκόφωνοι του Πόντου, γνωστοί ως Μπαφραλήδες, αρκετοί Λαζοί Χριστιανοί και πολλοί τουρκόφωνοι Χριστιανοί της Καππαδοκίας και του Ικονίου, γνωστοί ως Καραμανλήδες.

Για να έχει ο παπά – Ευθύμ την υποστήριξη των Κεμαλικών, προχώρησε σε μία σειρά «καλών χειρονομιών» προς το Κίνημα: α) διέψευσε τα εγκλήματά τους κατά των Χριστιανών, β) ζήτησε από τους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις για τον Μουσταφά Κεμάλ και γ) συγκέντρωνε χρήματα κατά τις περιοδείες του στην Καππαδοκία για την οικονομική ενίσχυση του Κινήματος των Κεμαλικών. Κατά την επιστροφή του στην Άγκυρα σύστησε «Γραφείο διεκπεραίωσης θεμάτων της μειονότητας». Από εκεί άρχισε η διαβόητη δράση του: α) έκλεισε 68 Ορθόδοξα Εκπαιδευτήρια, β) απαγόρευσε στους ιερείς να φέρουν άμφια εκτός του Ναού, γ) απαίτησε να μιλούν – όλοι – την τουρκική γλώσσα και να έχουν τουρκική υπηκοότητα και άλλα. Ακόμα προχώρησε στην έκδοση εντύπου με τον τίτλο: «Φωνή της Τουρκορθοδοξίας» και την Άνοιξη του 1922 συνεκάλεσε «Προσωρινή Επιτροπή» στην Καισάρεια. Εκεί, διόρισε α ν τ ι κ α ν ο ν ι κ ά ως Μητροπολίτη Καισαρείας τον, μέχρι τότε, Επίσκοπο Πατάρων Μελέτιο (Χρηστίδη) στη θέση του Μητροπολίτη Νικολάου Β’ (Σακκόπουλου), ο οποίος κατέφυγε στο Φανάρι.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Έτσι ο παπά – Ευθύμ απέκτησε την εμπιστοσύνη των Κεμαλικών, οι οποίοι με ικανοποίηση ενέκριναν αμέσως την ίδρυση της «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» . Σε ένδειξη δε της ικανοποίησής των αποφυλάκισαν 30 Καππαδόκες και επέτρεψαν την επιστροφή στα χωριά των 1.300 εξορίστων. Το «Συμβούλιον των Καππαδόκων», το οποίο συνήλθε το Καλοκαίρι 1922, διόρισε τον παπά – Ευθύμ Μέγα Οικονόμο με αρμοδιότητες διαμεσολαβητή μεταξύ Άγκυρας και Ορθοδόξων της Καππαδοκίας. Ο Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος (Λαζαρίδης) διαφώνησε με όλες αυτές τις ενέργειες και τα πονηρά σχέδια του παπά – Ευθύμ. Οι Τούρκοι πίεζαν αφόρητα για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου και για να αποφευχθεί οριστική ρήξη των Καππαδόκων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακηρύχθηκε, «Αυτοκέφαλο Πατριαρχείο» με επικεφαλής τον Προκόπιο. Απομονωμένος ο παπά – Ευθύμ από τους άλλους Καππαδόκες Ιεράρχες επέστρεψε στην Άγκυρα.

Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου στην Μ. Ασία, ο παπά – Ευθύμ, κατά τις επαφές του με τουρκόφωνους Χριστιανούς, τους διαβεβαίωνε ότι, μέσα στους κόλπους της  «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών έκανε πολλές προσπάθειες να πείσει την Τουρκική Κυβέρνηση να εξαιρέσει από την ανταλλαγή τους τουρκόφωνους Ορθοδόξους από τους Ελληνορθοδόξους. Μάταια, όμως. Ο ίδιος δεν διώχθηκε, ως ανταλλάξιμος, κάτι που συνιστούσε αναγνώριση της προσήλωσής του στον τουρκικό εθνικισμό και της προστασίας που του παρείχε ο ίδιος ο Κεμάλ Μουσταφά.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Καππαδοκία με την αποδοχή, από μέρους του Προκοπίου, του τίτλου του «Πατριάρχου» και η ενδοτική στάση του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη – τον οποίο δεν ήθελε το Κεμαλικό Καθεστώς λόγω του φιλικού δεσμού του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο – κατά την Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 14.1.1923, όπου εκδηλώθηκε η πρόθεση του Πατριάρχου Μελετίου να ενδώσει στην δύσκολη κατάσταση της Ανατολής, δημιούργησε αναταράξεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναγκασθεί ο Πατριάρχης Μελέτιος να φύγει «με αναρρωτική άδεια» στις 10.7.1923 στο Άγιο Όρος, απ’ όπου στις 20.9.1923 έστειλε την παραίτησή Του από τον Οικουμενικό Θρόνο.

Κατά τη Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου στις 2.10.1923, εις την οποία συζητιόταν το θέμα της αποδοχής ή όχι της παραίτησης του Πατριάρχου Μελετίου, γίνεται επέμβαση / έφοδος του παπά – Ευθύμ και των συνοδών του στο Φανάρι. Κατά την επέμβαση, όχι μόνον ασχημονούν και παραφέρονται, αλλά και επιμένουν να λάβουν μέρος στη Συνεδρία της Συνόδου. Η Σύνοδος προχώρησε στον ορισμό του Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου ως Τοποτηρητού του Θρόνου. Αυτό, όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τους «παπαευθυμικούς» , επειδή ο Τοποτηρητής ήταν ανεπιθύμητος στην Κυβέρνηση, αλλά υποδείκνυαν και αξίωναν την τοποθέτηση άλλου προσώπου στη θέση Του! Ταυτοχρόνως απαιτούσαν να απομακρυνθούν από τη Σύνοδο οι συμμετέχοντες Μητροπολίτες από περιοχές εκτός επικράτειας του Τουρκικού Κράτους.

Σε μία προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης και αποχώρησης, το δυνατόν ταχύτερο, των «παπαευθυμικών» από το Φανάρι η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε τον διορισμό του παπά – Ευθύμ ως «Αποκρισιαρίου» [2] του Πατριαρχείου στην Άγκυρα, τίτλο τον οποίο ουδέποτε ανεγνώρισαν οι Τούρκοι. Με την επιστροφή του στην Άγκυρα άρχισε τις παλινωδίες του, δηλαδή άλλοτε να υποστηρίζει το Πατριαρχείο και άλλοτε να το υβρίζει.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1923, με την ευκαιρία των διεργασιών για την ανάδειξη νέου Πατριάρχου, ο παπά – Ευθύμ έρχεται με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη και στις 7.12.1923, ξαφνικά, καταλαμβάνει πραξικοπηματικά το Πατριαρχείο. Αιτία η εκλογή του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Γρηγορίου ως Πατριάρχου. Για το νέο Πατριάρχη δήλωσε ότι «δεν πρέπει να αναγνωρισθεί» ως «Έλλην προπαγανδιστής» και ότι με την εκλογή του Γρηγορίου «το Πατριαρχείο μετετράπη εις Ελληνικό Ίδρυμα». Η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα», 6.12.1923, χαρακτηρίζει με σκληρά λόγια την ενέργεια αυτή του παπα- Ευθύμ:

«Άνθρωπος του σκότους, όφις και γέννημα εχίδνης, κατά την ωραίαν του Θεανθρώπου φράσιν, εν τω σκότει γεννηθείς και εν αυτώ δρών […] εις νέον προέβη εν τω σκότει χθές , ασεβές και αυθάδες τόλμημα, και μετέτρεψε τον οίκον του Θεού, λευϊτης αυτός – ώ της ειρωνείας ! – είς οίκον αισχύνης, βδέλυγμα ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω».

Η εφημερίδα «ΒΑΚΙΤ» (Άγκυρα) στις 10.12.1923 πληροφορούσε ότι ο παπά – Ευθύμ απέστειλε στην Κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα: «Ο εκλεγείς νέος Πατριάρχης Γρηγόριος είναι προδότης της πατρίδος και εχθρός της Δημοκρατίας. Διατάξτε να λάβω υπό την επιτήρησίν μου το Πατριαρχείον» !! Η Άγκυρα, βεβαίως, δεν απάντησε, αλλά προσπαθούσε να παρεμποδίσει με την Αστυνομία περαιτέρω γεγονότα στο Φανάρι.

Στις δηλώσεις του ο παπά – Ευθύμ έλεγε ξεκάθαρα ότι στην Ανατολή θα επέστρεφε μόνον όταν θα εκλεγόταν Πατριάρχης επιθυμητός από την Κυβέρνηση και φοβέριζε ότι θα παρέμενε «με το ζόρι και με το καλό» στα Πατριαρχεία!! Φοβέριζε και επαναλάμβανε «…ή εγώ θα επιτύχω και θα τους αποδιώξω όλους ή εκείνοι θα με καθαιρέσουν».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια των καταλήψεων πολλοί κληρικοί και λαϊκοί κτυπήθηκαν και εκδιώχθηκαν, εκτοξεύθηκαν ύβρεις και οι βιαιοπραγίες της συμμορίας του έφθασαν μέχρι του να κλειδώσουν σε γραφείο του Πατριαρχείου τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο, Μητροπολίτη Αίνου.

Τελικά η Τουρκική Κυβέρνηση ικανοποίησε τις επικλήσεις του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου και απομάκρυνε τους καταληψίες από το Πατριαρχείο.

Ο αρθρογράφος της εφημερίδος «Ημερήσια Νέα», 8.12.1923, αρ.φ.114, αφηγείται το γεγονός της αποχώρησης του παπά – Ευθύμ, ως να ήτο παρών εκείνη τη στιγμή: «Ο Ευτύμ κάτωχρος, πελιδνός, τρέμων κατέρχεται την κλίμακα ενώ όπισθέν του ακούει την προπεμπτήριον αράν ¨στο διάβολο να πάς¨. […] Καλύπτει το πρόσωπον δια των μακρών του χειρών και ολισθαίνει, γέννημα του σκότους αυτός, εν τω σκότει χάνεται […]».

Προχωρώντας προς την έξοδο μυκτήριζε τους Ρωμιούς της Πόλης και έλεγε ότι θα τον γυρέψουν, όπως οι Έλληνες τον Βενιζέλο.

Λόγω των γεγονότων αυτών βρήκε την ευκαιρία να κάνει δηλώσεις δεξιά και αριστερά. Δύο μικρά αποσπάσματα από αυτές κάνουν φανερή την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο παπα-Ευθύμ και την απώλεια του ελέγχου των λόγων του:

«…Έπειτα εσκέφθην ότι, όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή, η ζωή και το άτομό μου θα χρειασθεί δια την βελτίωσιν της θέσεως του Πατριαρχείου…»

«…Οι Ρωμηοί της Κωνσταντινουπόλεως δεν εξετίμησαν τας υπηρεσίας μου. Αλλά θα μετανοήσουν και θα με ζητήσουν μίαν ημέραν … όπως οι Έλληνες εζήτησαν τον Βενιζέλον! Ένεκα της πολιτικής των ταύτης, μέχρι τούδε, εζημιώθησαν οι Ρωμηοί της Ανατολής. Τώρα ήλθεν η σειρά εις τους Ρωμηούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε θα τρέχουν να εύρουν βοήθειαν όχι μόνον από τον παπά – Ευθύμ αλλά και από το φείδι [sic] ακόμα, αλλά θα είναι αργά !!» (εφημ. «Ημερήσια Νέα» 11.12.1923, αρ.φ.116)

Ο παπά – Ευθύμ δεν έμεινε ήσυχος αφού δεν χώνεψε την αποβολή του από το Πατριαρχείο. Πήγε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας Βασήφ Μπέη μήνυση κατά του Πατριάρχου και του Πατριαρχείου, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει δίωξη κατά του Φαναρίου. Δεν έμεινε όμως σ’ αυτό. Επειδή, όπως υποψιάζεται η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα» (13.2.1924), ο παπα-Ευθύμ ήθελε να έχει μια «γωνιά – απόστημα» απ’ όπου θα μπορούσε να εκδράμει και να δημιουργεί επεισόδια, ήλθε σε συνεννόηση με τον κοινοτικό παράγοντα του Γαλατά Δ. Δαμιανίδη για τη ληστεία των κοινοτικών εισοδημάτων «δίδοντες ψιχία και τα κόκκαλα εις τους περί αυτούς συμπαραστάτας». Ακολούθησαν παραιτήσεις και απομακρύνσεις προσώπων από τις ενορίες και τα συμβούλια της Κοινότητας Γαλατά, έλεγχοι λογαριασμών, παράδοση σε πενταμελή επιτροπή, διορισμός Διαιτητικής Επιτροπής και πολλές άλλες τραγελαφικές ενέργειες !

Τα επικίνδυνα και ολέθρια για την Εκκλησία έκτροπα, στα οποία προστέθηκε η διαίρεση των πιστών και των κοινοτικών παραγόντων σε φίλους και μη των «παπευθυμικών», ήλθαν στην Σύνοδο του Πατριαρχείου. Αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση του Ιερατικώς Προϊσταμένου της Εφορίας της Κοινότητος Γαλατά Αρχιμ. Γενναδίου Ζησιάδη, ως «ουχί συνετώς πολιτευθέντα εν τη προκειμένη περιπτώσει».

Τα γεγονότα που συνέβησαν ήταν πολλά και επικρατούσε αστάθεια. Το ποτήρι της «υπόθεσης παπά – Ευθύμ» φαίνεται ότι ξεχείλισε και η Εκκλησία, πλέον, ανέλαβε να λύσει το περίπλοκο αυτό πρόβλημα, το οποίο ταλάνιζε τη Διοίκησή της και το πλήρωμά της. Έτσι, με εισήγηση του Μητροπολίτη Νέοκαισαρείας Αγαθαγγέλου και βάσει του 55ου Αποστολικού Κανόνα ο παπά – Ευθύμ έπρεπε να καθαιρεθεί γιατί την 7η Δεκεμβρίου 1923, έξω από την Μεγάλη Αρχιδιακονία του Πατριαρχείου εξύβρισε και αποκάλεσε «ευτελείς» αλτσακλάρ τους Μητροπολίτες Νικαίας, Προύσης, Αίνου, Σηλυβρίας και Ροδοπόλεως και τους έδιωξε, σέρνοντάς τους από τα ενδύματα, έξω από την αίθουσα της Μ. Αρχιδιακονίας . (Συνεδρία 22.12.1923).

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου ήταν καταπέλτης για τον «ταραξία» παπά – Ευθύμ: Καθαίρεση, βάσει των Ιερών Κανόνων, υποβάθμιση και κατάταξη στην τάξη των λαϊκών «μη δυναμένου του λοιπού νομίμως και κανονικώς να φέρη το διακριτικόν ένδυμα του κληρικού της καθ΄ημάς Εκλησίας». (Συνεδρία 19.2.1924)

Ο Ευθύμιος, πλέον, Καραχισαρίδης φοβέριζε τους πάντες και δήλωνε: «…Εν πάση περιπτώσει, εκείνοι δεν θα δυνηθούν να κόψουν τα γένεια μου, αλλ’ εγώ θα τους κάμω, προσεχώς, να εξαλείψουν την κατ’ εμού απόφασιν. Θα κόψω εγώ με τα χέρια μου τα γένεια όλων και θα τους διώξω από το Πατριαρχείον». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ.φ.177).

Η διανοητική του κατάσταση και η ισορροπία του νου του είχαν διαταραχθεί και τούτο γίνεται κατανοητό από τις παρακάτω δηλώσεις του σε εφημερίδες της εποχής : « […] Το Πατριαρχείον και εγώ είμεθα εχθροί ως το πύρ και η πυρίτις. Ο Γρηγόριος φοβηθείς από την δύναμίν μου, την οποίαν προσλαμβάνω συγκεντρών πέριξ εμού τους Ρωμηούς, με καθήρεσε»   (εφημερίς «ΤΑΧΒΙΤ») και « […] Ο σκοπός μου είναι να παραδώσω το Πατριαρχείον εις τιμίας και ακηλιδώτους χείρας. Ινσαλάχ, θα επιτύχω τούτο !! Είμαι γενικός πληρεξούσιος, όχι μόνον του Γαλατά, αλλά και της πλειονοψηφίας των Ρωμηών. Συνεπώς θα κάμω χρήσιν, του επί του Πατριαρχείου δικαιώματός μου…». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ. φ.177).

Κατά την Συνεδρία της Ι. Συνόδου της 6ης. 3. 1924 ο Πατριάρχης ανακοινώνει ότι ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης συνεχίζει να ασεβεί προς την Εκκλησία, ν’ απευθύνει με το ταχυδρομείο απειλητικές επιστολές προς τον Πατριάρχη και τους Συνοδικούς Αρχιερείς, στις οποίες απροκάλυπτα μιλά για επικείμενη και πάλι επιδρομή κατά του Πατριαρχείου. Αυτά αναγκάζουν την Εκκλησία να στείλει νέο τ α κ ρ ί ρ ι [3] με το οποίο κατήγγειλε και πάλι το γεγονός και να ζητήσει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των.

Ο «ταραξίας» Ευθύμιος δεν σταμάτησε εδώ. Προσέφυγε στα δικαστήρια και ζήτησε αποζημιώσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αμυνόμενο άρχισε έναν άνισο αγώνα φθοράς. Στις 12.2.1924 ο Ευθύμιος με την ομάδα του καταλαμβάνει τον Ι. Ναό της Παναγίας Καφατιανής στο Γαλατά και μεταφέρει εκεί την έδρα του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Η Αστυνομία αποφεύγει να λάβει θέση διότι Διαταγή της Νομαρχίας αναφέρει: «…Εν τούτοις επειδή τα θρησκευτικά ζητήματα ανήκουσιν εις τους ιδίους, εντέλεσθε όπως, ανακοινώσητε κατηγορηματικώς εις το Ρωμαϊκόν Πατριαρχείον να μη δοθή τόπος εις δημιουργίαν επεισοδίου διαταράττοντος την δημοσίαν τάξιν και μας πληροφορήσητε επειγόντως περί του αποτελέσματος».

Στο μεταξύ ο Ευθύμιος, διαθέτοντας και ιερατείο γύρω του, τον Αρχιμανδρίτη Πανάρετον Τράνταν και τον Διάκονο Κλεώπα Κεσίσογλου, τόλμησε να προχωρήσει σε ανίερη πράξη, «να αυτοχειροτονηθεί» σε Επίσκοπο και προχώρησε σε νέα κατάληψη Ι. Ναού, του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρέμεινε με «σταυρωμένα τα χέρια». Καθήρεσε τους προαναφερομένους κληρικούς (Συνεδρία 1ης Απριλίου 1926) και στη Συνεδρία της 3ης Απριλίου 1926 αποφάσισε να αποστείλει εγκύκλιο προς τον Ιερό Κλήρο και το Ορθόδοξο πλήρωμα της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Επαρχιών «περί του ζητήματος Ευθυμίου Καραχισαρίδη και των συνεπειών της κοινωνίας μετ’ αυτού».

Είναι χαρακτηριστικά δύο αποσπάσματα από την απόφαση της Ι. Συνόδου:

  1. «…Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά! Ο αποστάτης ούτος της Εκκλησίας, αφικόμενος ενταύθα εξ Ανατολής, μυρία όσα απετόλμησε κατά της πνευματικώς εκθρεψάσης και γαλουχησάσης αυτόν Μητρός Εκκλησίας […] αναφέρομεν δε μόνον ότι η Εκκλησία, υπεραμυνομένη των εαυτής δικαιωμάτων […] υπέβαλλεν αυτόν εις την εκκλησιαστικήν ποινήν της καθαιρέσεως, ως παραβάτην των Ιερών Κανόνων..…»
  2. «…συνιστώμεν και προτρεπόμεθα πάντας υμάς πνευματικώς και πατρικώς ίνα ακλινώς εμμείνητε εν τη Θεοπαραδότω πίστη και τη πατρώα ευσεβεία, μηδεμίαν προς τους υπό της Εκκλησίας καθαιρεθέντας έχοντες θρησκευτικήν κοινωνίαν…».

Ο «κακο – Ευθύμης», όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο του ο Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, συνέχισε τις προκλήσεις του με τις «χειροτονίες» των Παναγιώτη Ν. Σταύρου εις ψευδοϊερέα και Γεωργίου Ναΐδη εις ψευδοδιάκονο, τους οποίους η Εκκλησία αφού επέδειξαν μετάνοια, συγχώρησε και δέχθηκε στους κόλπους Της. Οι περιπέτειες, όμως, συνεχίσθηκαν και δέχθηκε ισχυρή δοκιμασία το δικαίωμά της να διαχειρίζεται τα θρησκευτικά ζητήματα όταν προσπάθησε να απαγορεύσει την ταφή του καθηρημένου Πανάρετου Τράντα. Η άρνησή Της βρήκε αντίθετο τον «κακο – Ευθύμη» (χαρακτηρισμός του Μητροπολίτου Μύρων), ο οποίος προσέφυγε στην Αστυνομία και, παρά τις έγγραφες διαμαρτυρίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις αρμόδιες Αρχές, πέτυχε την, διά της βίας, διάρηξη της Πύλης του Κοινοτικού Κοιμητηρίου Βαλουκλή και την ταφή του νεκρού. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης έφερε Επιτραχήλιον και διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές.

Στη συνέχεια τοποθέτησε σταυρό με την επιγραφή «Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τράντας, εκ των ιερέων της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας Σταμπούλ. Γέννηση 1874 – Θάνατος 1931». Οι προκλήσεις του , όμως, συνεχίσθηκαν και με τα συχνά «Τρισάγια» στον τάφο του Π. Τράντα και την – με αίτησή του – υπόδειξη της Αστυνομίας προς τον υπεύθυνο του Κοιμητηρίου όπως η πύλη αυτού να είναι μόνιμα ανοικτή. Όλα αυτά με τη συμπαράσταση του Μουαβίνη (βαθμούχου αστυνόμου) της περιοχής και του Αρχηγού της Χωροφυλακής.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας ’30 έγινε μία προσπάθεια ανανέωσης του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου» με «εισαγωγή» ποιμνίου. Ένας από τους πατέρες του Τουρκικού Εθνικισμού, ο Αμπντουλάχ Σουπχί, όταν έγινε πρέσβης στο Βουκουρέστι το 1931, προσπάθησε να πείσει τους τουρκόφωνους ορθοδόξους της Βεσσαραβίας, τους Γκαγκαούζους, να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Ο γιός του Ευθύμιου Τουργκούτ (Γεώργιος) Ερενερόλ ισχυρίσθηκε αργότερα, ότι ο Σουπχί είχε υποσχεθεί στον πατέρα του να φέρει ένα ποίμνιο 250.000 ατόμων από τους Γκαγκαούζους. Η έναρξη όμως του Πολέμου απέτρεψε την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου και η πλειονότητα των 70 φοιτητών που μετανάστευσαν στην Τουρκία το 1935 ασπάσθηκε το Ισλάμ. (Βλ. Baydar M. «Hamdullah Suphi Tannover ve Anilari» – Istanbul 1998 , σελ.157 – 161) και Balcigil O. «Fener Patrikhanesine karsi bir Ortodoks» – Hurgun, 14 – 19 Οκτωβρίου 1985).

Το έτος 1932 η Εκκλησία παράλαβε, σε άθλια κατάσταση, από τον Ευθύμιο Καραχισαρίδη τον Ι. Ναό του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά, αλλά όχι και τα προσοδοφόρα εξαρτήματα και κτίσματα αυτού. Για την απόκτησή των άνοιξε νέος κύκλος δικαστικών προσφυγών με όλες τις συνέπειες και τις φθορές τις οποίες συνεπάγονται αυτές.

Κατά τη δεκαετία του 1930, και μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση, ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης χάνει σιγά-σιγά την ελευθερία δράσης που είχε αμέσως μετά τη «Μικρασιατική Καταστροφή». Κατά τη δεκαετία αυτή συνεχίζει τη δράση του και πρωτοστατεί στην ίδρυση του «Κοσμικού Οργανισμού των Χριστιανών Τούρκων». Ο Οργανισμός αυτός ιδρύθηκε το 1935 από Αρμένιους και Ρωμηούς , κυρίως «Ευθυμικούς», με σκοπό τον εκτουρκισμό και την πλήρη ενσωμάτωση των μειονοτικών Κοινοτήτων στην Τουρκική κοινωνία.

Το 1949, μετά την εκλογή και άφιξη του Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο Ευθύμ στέλνει στο νέο Πατριάρχη συγχαρητήριο μήνυμα και ανακοινώνει ότι θα τον αναγνωρίζει ως εκκλησιαστική αρχή.

Μέσα στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν εντωμεταξύ και, μέσα στο πλαίσιο των βελτιωμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Ευθύμ έχασε κάθε ελπίδα για διεκδικήσει οτιδήποτε σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, λόγω του Κυπριακού, ήλθε πάλι στο προσκήνιο ο Ευθύμ και ξεκίνησε μία εθνικιστική καμπάνια που είχε στόχο το Πατριαρχείο και την κοινότητα των Ρωμηών και η οποία κατέληξε στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα γνωστά ως «Σεπτεμβριανά». Σε αυτή τη συγκυρία ο Ευθύμ στηρίζεται και πάλι από τον τύπο και τις εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες τον παρουσιάζουν …εμπειρογνώμονα στα εκκλησιαστικά ζητήματα!

Η μετά τα «Σεπτεμβριανά» νέα βελτίωση των σχέσεων Ελλάδος – Τουρκίας περιθωριοποίησαν τους «Ευθυμικούς» και την «Εκκλησία» τους. Τον Αύγουστο 1959, στην Έκθεση που ετοίμασαν οι διπλωμάτες Δημ. Μπίτσιος και Ζεκί Κουνεράλπ για τα προβλήματα των μειονοτήτων των δύο χωρών, καταλήγουν ότι θα έπρεπε ο Ευθύμ να εγκαταλείψει και τον τελευταίο Ναό που κατέχει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο να του παρέχει ένα μισθό διά βίου.

Η υγεία του Ευθύμ είχε κλονισθεί, πλέον. Έτσι, αναγκάσθηκε να παραδώσει τη διαδοχή στον γιό του Τουργκούτ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Β’». Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης πέθανε το έτος 1968. Το Πατριαρχείο αρνήθηκε, στην αρχή, να γίνει η ταφή του στο Κοιμητήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Πόλης (Σισλί) . Έπειτα όμως από πολλές πιέσεις των Αρχών, το Πατριαρχείο δέχθηκε να γίνει αυτή.

Εν τω μεταξύ, μετά την αναβίωση του Κυπριακού το 1963, μία νέα επίθεση εκδηλώθηκε από τους «Ευθυμικούς» το 1965, όταν κατέλαβαν δύο Ναούς της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως στο Γαλατά, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και τον Άγιο Νικόλαο.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Το έτος 1991, μετά τον θάνατο του Τουργκούτ, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σελτζούκ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Γ’». Ο τελευταίος πέθανε το 2002 και τότε ο «πατριαρχικός θρόνος» της «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» περιήλθε στον γιό του Pasa Umit Erenerol με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Δ’». Ο τελευταίος διαμένει στην Αμερική και τα διοικητικά καθήκοντα έχει αναλάβει η αδελφή του, κόρη του Σελτζούκ, γνωστή από την υπόθεση ERGENECON, Σεβγκί Ερενερόλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι, η «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» καταλήγει να είναι, ουσιαστικά, οικογενειακή υπόθεση ιδιοποίησης, ξένης προς αυτήν, περιουσίας. Εκείνο που είναι πασιφανές είναι η τήρηση – «εις το ακέραιον» – των οδηγιών του Μουσταφά Κεμάλ για την «δια βίου» προστασία του Ευθύμ και της οικογένειάς του. Η εκτίμηση που είχε ο Μουσταφά Κεμάλ προς τον Baba Eftim είναι διατυπωμένη σε μία φράση του, η οποία αποτελεί και το επίγραμμα στο τάφο του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί : «Baba Eftim bu memlekete bir ordu kadar hizmet etmistir = Ο παπά-Ευθύμ έχει προσφέρει στη χώρα μας όσο ένας στρατός».

 

Επίλογος

 

Το μεγάλο αυτό ζήτημα, το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», για πολλές δεκαετίες έμεινε στο περιθώριο της Ιστορίας και απασχολούσε σποραδικά τον Τύπο με τα γεγονότα της ζωής της οικογένειας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη. Η έρευνα γύρω από αυτό το ζήτημα άρχισε με την επανεμφάνιση του προαναφερομένου κατά την δεκαετία ’60, όταν αρχίζουν οι ελληνοτουρκικές προστριβές με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο. Σήμερα σημαντικοί ερευνητές, λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλεί και στη σύγχρονη εποχή, μελετούν σε βάθος την υπόθεση αυτή που δημιούργησε πολλά προβλήματα, για σειρά ετών, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», η απόπειρα δηλαδή δημιουργίας μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» μέσα στα όρια της επικράτειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ταλαιπώρησε και εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ευχή όλων είναι να δικαιωθεί η Μητέρα Εκκλησία με την επιστροφή των τριών Ιερών Ναών της Κοινότητας Γαλατά, τους οποίους κατακρατούν τα απομεινάρια της ανταρσίας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη και να κλείσει οριστικά η μελανή αυτή σελίδα στη σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Κλείνοντας αυτό το χρονικό για το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και την απόπειρα του πρωταγωνιστή του να ιδρύσει «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» στην Τουρκία, καταφεύγουμε σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσοστόμου, με το οποίο ο συγγραφεύς δίνει την εικόνα της τραγικής θέσης του Πατριαρχείου – διαχρονικά – μέσα στο Τουρκικό Κράτος :

«… Έτσι λοιπόν έχουν ή μάλλον είχαν τα πράγματα του Πατριαρχείου μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και σε σένα αναγνώστη απομένει να βάλεις το χέρι στην καρδιά σου και να διερωτηθείς εάν είναι ή όχι Εσταυρωμένη Εκκλησία».

 

Υποσημειώσεις


[1] εννοεί: τους Βενιζελικούς.

[2] Εκπρόσωπος της Εκκλησίας στις κοσμικές αρχές.

[3] takrir:υπόμνημα

 

Πηγές


 

  • Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου (Καλαϊτζή): «Ο διαβόητος παπά – Ευθύμ και τα κατ΄αυτόν», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μύρων και εκδ. «ΙΣΤΟΣ», Πόλη 2013.
  • Δημ. Μαυροπούλου : «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ – Το Οικουμενικον Πατριαρχείον από 1878-1949», Εν Αθήναις, 1960.
  • Αλεξ. Αλεξανδρή: « Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμ.4ος 1983, σελ.159 – 199.
  •  Φώτη Μπελίνσοϊ: «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο» 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.

 

Χρήστος Ι. Δρούγκας

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος ή η εμμενής νεότητα



Μνήμη Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου,

του Βασίλη Κ. Δωροβίνη,

από το «Ελεύθερο Βήμα»

της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Πριν μερικές μέρες αποχαιρετίσαμε οριστικά, για το μεγάλο ταξίδι του, τον φιλόσοφο, καθηγητή και ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, με τον οποίο με συνέδεε μακρά φιλία, πάνω από σαράντα ετών. Σύμπασα η Ελλάδα, όπως φάνηκε από όλα τα μέσα ενημέρωσης, κάθε παράταξης και πολιτικής κατεύθυνσης, τίμησε τον τεθνεώτα με εκτεταμένα άρθρα, εκπομπές και αναφορές, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Αυτή η ανταπόκριση και αντίδραση αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, ιδιαίτερα σε μία χώρα όπου πάθη, συμπάθειες και αντιπάθειες υπερτερούν όταν πρόκειται να αποτιμηθεί η ζωή και η προσφορά πνευματικών ανθρώπων, που όμως θέλησαν να έχουν συνεχή και ενεργητική συμμετοχή στα κοινά.

Για όσους θέλησαν να μάθουν ποιός ήταν ο Δεσποτόπουλος άφθονες υπήρξαν οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν αυτόν τον καιρό. Γι αυτό και στο σημείωμα που συντάσσω προτιμώ να ακούσω και να μεταφέρω τη «μέσα φωνή μου» για τον άνδρα, δηλαδή και τελικά ό,τι καταστάλαξε στον εσωτερικό κόσμο μου γι αυτόν. Και να δημοσιεύσω μαζί με αυτό μία φωτογραφία που γνωστοποιήθηκε μια και μοναδική φορά μέχρι σήμερα, σε αυτοβιογραφική εκπομπή στην τηλεόραση, πριν πολλά χρόνια, από τον ίδιο. Ήταν στις αρχές του χειμώνα του 1968, όταν με χιόνια, μια μικρή ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών με τον Δεσποτόπουλο, περπατούσαμε στο πάρκο της διεθνούς Πανεπιστημιούπολης του Παρισιού. Στη λεζάντα της φωτογραφίας αναφέρονται τα ονόματά τους. Από αυτούς έφυγαν πρόωρα ο Βασίλης Κεραμίδας και η Γιούλη Σπαντιδάκη. Από τους υπόλοιπους, η Λίντα Παπαγαλάνη, ο Κώστας Σπαντιδάκης και εγώ συνδεθήκαμε από τότε με αδελφική φιλία, μια φιλία που μας συνέδεε και με τον Δεσποτόπουλο, αδιάλειπτα μέχρι το θάνατό του.

 

Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κεραμίδας, Ντόρα Μαμαρέλη, Κωνστ. Δεσποτόπουλος, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Λίντα Παπαγαλάνη, Βασίλης Δωροβίνης, Μάχη Βαΐτση. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κεραμίδας, Ντόρα Μαμαρέλη, Κωνστ. Δεσποτόπουλος, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Λίντα Παπαγαλάνη, Βασίλης Δωροβίνης, Μάχη Βαΐτση. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

 

Ο Δεσποτόπουλος είχε εκπατρισθεί αμέσως μετά το πραξικόπημα της Χούντας, ώστε να αποφύγει μια δεύτερη (και βέβαιη) Μακρόνησο. Έφτασα στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 1967 και ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που γνώρισα. Αυτός στο Ελληνικό Περίπτερο και εγώ στο Ιταλικό, όπως είχα ζητήσει στον αλησμόνητο Κ. Γεωργούλη, διευθυντή του Ελληνικού, από τον οποίο περνούσαν οι εισδοχές των Ελλήνων φοιτητών στην Πανεπιστημιούπολη. Υπήρξαμε από τους «τακτικούς» ακροατές του καθηγητή, για να διαπιστώσουμε καταρχήν το ήθος και την ακεραιότητά του, ιδιότητες ιδιαίτερα πολύτιμες στη χώρα μας μετά τον τυφώνα του υπέρ καταναλωτισμού, της διαφθοράς και του αμοραλισμού, που ζήσαμε και κατά ένα μέρος εξακολουθούμε να ζούμε και στις μέρες μας.

Ήταν εντυπωσιακή, και παρέμεινε μέχρι και τα 103 χρόνια του, η μνήμη του: είχε αποστηθίσει και ανέφερε εκτεταμένα χωρία αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ιδίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αλλά και λογοτεχνών της νεότερης Γραμματείας μας, ενώ δεινός ήταν και με την απαγγελία χωρίων από τη Γερμανική Γραμματεία, όπως του Γκαίτε και του Φίχτε. Τούτο δεν εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας οξύτατης κρίσης, τόσο στον χώρο της φιλοσοφίας, όπως και σε εκείνον ευρύτερα των κοινωνικών επιστημών, της πολιτικής και της νομικής.

Πολύ νωρίς και πριν την αποδημία του στο Παρίσι, έδειξε και το μέτρο της πρωτοποριακής κρίσης του, μάλιστα σε τρία καίρια και καυτά θέματα, όπου διατύπωσε ριζικές προτάσεις (και ριζοσπαστικές, σε σχέση με τα κρατούντα). Πρόκειται για τις προτάσεις του, τεκμηριωμένες νομικά και αρδευόμενες από ένα πνεύμα βαθύτατου ανθρωπισμού, για την κατάργηση της θανατικής ποινής, για την κατάργηση της υποχρεωτικής ορκοδοσίας στα δικαστήρια και για ένα σύστημα επωνύμων, που θα έθετε σε ίση μοίρα τον προσδιορισμό αρρενογονίας και θηλυγονίας.

Για την κατάργηση της θανατικής ποινής χρειάστηκαν σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το σχετικό άρθρο του Δεσποτόπουλου (έγινε με τον νόμο 2172 του 1993, με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Γ. Α. Μαγκάκη, και το 2004, με τον νόμο 3289, που επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτόκολλο για την κατάργησή της «σε όλες τις περιστάσεις»). Θυμάμαι ότι ο Δεσποτόπουλος μου τηλεφώνησε το 1981, όταν είχα δημοσιεύσει στο «Νομικό Βήμα» μελέτη για την εισαγωγή της θανατικής ποινής και την εφαρμογή της στη νεότερη Ελλάδα- επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πόσο η ελληνική κοινωνία είχε αποδοκιμάσει την εφαρμογή της-, για να μου πει ότι συνέβαλα στην κίνηση και τον αγώνα για την κατάργηση της ποινής αυτής.

Η κατάργηση της υποχρεωτικής ορκοδοσίας έγινε σε πολύ πρόσφατο χρόνο ενώ το σύστημα επωνύμων, παρά το ότι σχετικό άρθρο του Δεσποτόπουλου δημοσιεύθηκε και στη γαλλική Επιθεώρηση Αστικού Δικαίου και συγκέντρωσε πολύ ευνοϊκές κριτικές, παρέμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, ίσως διότι θεωρήθηκε (κακώς) πολύπλοκο και, πάντως, εκτός κρατουσών συνηθειών.

Ο Δεσποτόπουλος έδωσε το μέτρο της διεισδυτικότητάς του ιδίως στον τομέα της Φιλοσοφίας του Δικαίου και στην ανάλυση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην πολιτική φιλοσοφία του πρώτου και ανατρέποντας την κρατούσα γνώμη για την «αντιδραστικότητά του» – πράγμα που τον έφερε μέχρι τέλους σε αντίθεση με τον κατά τα άλλα πολύ φίλο του Καστοριάδη.

Πάνω απ’ όλα κρατώ τη διόλου εύκολη στάση του, μάλιστα στις εποχές όπου έζησε, να μείνει νηφάλιος συμμέτοχος στην πολιτική ζωή δίχως, όμως, να ενταχθεί σε κομματικές παρατάξεις, αποτιμώντας τους πολιτικούς κυρίως ως προς ό,τι θετικό είχε παρουσιάσει ο καθένας και μη διστάζοντας να υπογραμμίσει τη συμβολή ανθρώπων που ακόμα μέχρι και σήμερα έχουν βρεθεί στο περιθώριο (όπως ο Γ. Καρτάλης). Αυτή ίσως η τάση του τον ώθησε σε ριζικές (ανα)θεωρήσεις κάποιων πολιτικών που η κατά το μάλλον ή ήττον ψύχραιμη και «αντικειμενική» ιστοριογραφία έχει κατατάξει σε σωστή θέση (όπως τον Ιω. Μεταξά και τον Παν. Κανελλόπουλο).

Η ίδια αυτή τάση του, όμως, τον χαρακτήριζε και στις προσωπικές σχέσεις και φιλίες του. Διέβλεπε ό,τι πιο θετικό είχε καθένας, εκεί «εστίαζε», πάνω εκεί συμβούλευε και   ενθάρρυνε, με άπειρη καλοσύνη και ενδιαφέρον. Αυτό ακριβώς δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, όπως και κάτι άλλο, που «χρωμάτιζε» την όλη συμπεριφορά του. Πρόκειται για αυτό που ονομάζω «εμμενή νεότητα», μια φρεσκάδα της σκέψης, μια ικανότητα να καταδύεται ακόμα και στα πιο «δύσκολα» κείμενα της αρχαίας Γραμματείας, στα απώτερα γεγονότα της ιστορίας, και με διαύγεια και μαχητικότητα να αναλύει και να επιχειρηματολογεί. Αυτό το κράτησε μέχρι τέλους, μέχρι και τη σύνταξη των τελευταίων, πριν το θάνατο, μελετών του.

Η παρουσία του Δεσποτόπουλου, το παράδειγμά του, η οντότητά του θα είναι για τους φίλους του ένα ζωντανό κεφάλαιο της δικής τους ζωής. Θέλω να πιστεύω ότι και για τη χώρα μας θα έχει την ίδια αξία και μάλιστα σε ένα ευρύτερο, όσο κι αν παρουσιάζεται σήμερα προβληματικό, ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου η πνευματική διαδρομή του Δεσποτόπουλου άνετα ανελίχθηκε.

Για τα βιογραφικά του Δεσποτόπουλου οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μπορούν να συμβουλευθούν τους τρεις τόμους, σχεδόν σε σχήμα τσέπης, των δικών του «Αναπολήσεων», στις εκδόσεις Παπαζήση (Α’ τόμος, εκδ. 2005, περίοδος μέχρι το 1940, Β’ τόμος 1940-1960, εκδ. 2006, Γ’ τόμος 1961-2013, εκδ. 2013).

Ο Δεσποτόπουλος έφυγε την παραμονή των 103 γενεθλίων του, στον ύπνο του.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα 17.2. 2016

Read Full Post »

Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή το αφιέρωμα μνήμης* στον μεγάλο Γάλλο Ελληνιστή Jacques Lacarièrre, το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:

«Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα».

Η Ελλάδα του είναι μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Είναι η πατρίδα μιας γλώσσας αιώνιας, των αρχαίων φιλοσόφων, των βυζαντινών μυστικιστών και των περιπλανώμενων ναυτικών. Μια γλώσσα που άνοιξε τις πόρτες της ζωής, της περιπέτειας, της γνώσης και του θανάτου, εκείνη που έδωσε στους ανθρώπους ένα οικουμενικό λεξιλόγιο ώστε να μιλήσουν για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

                                                                                        Daniel Rondeau [1]

Όταν ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης Φεντερίκο Φελλίνι στην κινηματογραφική του ταινία «Και το πλοίο φεύγει» (E la nave va), παρουσιάζει ένα ειδικά οργανωμένο ταξίδι στο Αιγαίο με σκοπό το διασκορπισμό της τέφρας μιας μεγάλης ελληνίδας αοιδού (ντίβας), ίσως πέρα από την δυναμική του συμβολισμού να μη σκεπτόταν πως κάποτε η ίδια σκηνή θα επαναλαμβανόταν πραγματικά στα ίδια γαλάζια νερά. Να ακολούθησε άραγε το σενάριο αυτό ο Ζακ Λακαριέρ, ώστε να ζητήσει να διασκορπιστεί η τέφρα του στα ελληνικά νερά διατηρώντας αιώνια το δεσμό του με την Ελλάδα;

 

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ο Λακαριέρ, ο πιο Έλληνας από τους Γάλλους συγγραφείς, «εραστής των ελληνικών γραμμάτων» [2] και του πνεύματος, της αρχαίας Ελλάδας αλλά και της σύγχρονης, πέθανε σε ηλικία 79 ετών, σε νοσοκομείο του Παρισιού το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2005. Η Ελλάδα φαίνεται να έχασε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της, όμως η τελευταία του επιθυμία της αποτέφρωσης και του διασκορπισμού της τέφρας του στην ελληνική θάλασσα, κάλυψε το κενό της σωματικής απουσίας : ο Ζακ Λακαριέρ θα παραμείνει για πάντα στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στη Γαλλία, στη Λιμόζ (Limoges), στις 2 Δεκεμβρίου 1925. Ένα ταλαντούχο όσο και ανήσυχο πνεύμα, έσπρωχνε τον άνθρωπο σε μια διαρκή κίνηση, σε συστηματική αλλαγή θέσης, στην απόλυτη γνωριμία με τα αντικείμενα και τους ανθρώπους που αγάπησε, το μυστικισμό της Ανατολής, την ελληνική σκέψη, τα τοπία, την ποίηση και την καθημερινότητα. «Ο δρόμος προς τη γνώση είναι το ίδιο σημαντικός όσο και η ίδια η γνώση» [3], επαναλάμβανε πάντα ο συγγραφέας και με αυτή την πεποίθηση πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή. Περνάει τα παιδικά του χρόνια στην Ορλεάνη και αρχίζει τις σπουδές του στη Νομική την οποία εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στις κλασσικές φιλολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι. Ταυτόχρονα μαθαίνει ελληνικά και ανατολικές γλώσσες (κυρίως hindi) στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών. Ανακαλύπτει τη δημοσιογραφία στην οποία αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής του δύναμης ασκούμενος σε διάφορες μορφές της (χρονικογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, κτλ) και συνεργάζεται από το 1953 με μεγάλα γαλλικά έντυπα όπως οι ημερήσιες Combat, Le Monde, Le Matin, τα εβδομαδιαία περιοδικά L’Express, le Nouvel Observateur και τα μηνιαία Realite, Geo, le Magazine Litteraire, Caravane, κ.α.

Το ταλαντούχο πνεύμα του εκφράζεται σε περισσότερα από 40 έργα : από κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων σε λογοτεχνικά και από συλλογές έργων τέχνης και φωτογραφίας σε σημαντικές μεταφράσεις ιδιαίτερα Ελλήνων συγγραφέων. Με το βιβλίο του «Κάνοντας Δρόμο: χίλια χιλιόμετρα διασχίζοντας με τα πόδια τη Γαλλία», θα καθιερωθεί ως ένας από τους καλύτερους περιηγητές και εξαίρετος περιπατητής. Όμως δεν θα αρκεστεί σ’ αυτό! Θα γίνει και δεινός περιηγητής στους δρόμους του πνεύματος! Ο Ζακ Λακαριέρ θα βραβευτεί για το έργο του από τη Γαλλική Ακαδημία το 1991 και με το Βραβείο Λογοτεχνίας «Πρίγκιπας Πέτρος του Monaco» το 1995.

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ένας ατελείωτος έρωτας για την Ελλάδα

 

Η αγάπη του για την Ελλάδα αρχίζει ήδη από το Λύκειο της Ορλεάνης στο οποίο φοιτά επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, τη μυθολογία και την ιστορία. Όταν το 1947, ως μέλος της φοιτητικής θεατρικής ομάδας της Σορβόννης, φτάνει στην Επίδαυρο εκστασιάζεται μπροστά στο θέαμα του Αρχαίου Θεάτρου και η αγάπη του για την Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό έρωτα. Το 1952 φτάνει στην Ελλάδα και διαμένει μέχρι το 1966 κάνοντας πράξη το όνειρό του να γνωρίσει το πνεύμα, την ιστορία, την καθημερινότητα του Έλληνα. Η εμπειρία και οι γνώσεις που θα αποκτήσει θα τον οδηγήσουν στη συγγραφή και έκδοση του «Ελληνικού καλοκαιριού», το 1976, ένα βιβλίο που θα τον αναδείξει παγκοσμίως, θα συσφίξει ακόμα περισσότερο τη σχέση του με την Ελλάδα και θα μεταφέρει τα πρόσωπά της σε χιλιάδες αναγνώστες. «Ακόμα και σήμερα» γράφει ο Olivier Delcroix, «το σημαντικό αυτό έργο παραμένει σίγουρα το πιο αληθινό και το πιο εκπληκτικό πορτρέτο που μπορεί να δοθεί για την Ελλάδα μιας καθημερινότητας τεσσάρων χιλιάδων χρόνων».

«Σούρουπο στις Μυκήνες. Καρδιά ενός τοπίου ξερού προς το βοριά, που γλυκαίνει όμως προς το νότο και τον κόλπο του Άργους, σε σημείο να φαίνονται συστάδες πράσινες πριν από τη θάλασσα: στη μέση της χρυσωμένης γαλήνης της πεδιάδας, τις σειρές των καλλιεργειών, της υπομονετικιάς εργασίας που μαντεύεις στα γύρω για να σχηματιστούνε ταράτσες κι αυλάκια, η ακρόπολη αποκαλύπτεται σαν ένας προκατακλυσμιαίος βράχος, ένας πρωτόγονος μονόλιθος απομονωμένος μέσα στην ελληνική μνήμη. Μοναδική κηλίδα χρώματος πάνω στον έντονο γκρίζο βράχο μικρά κυκλάμινα στραμμένα στον ήλιο». (Το Ελληνικό καλοκαίρι, σ. 142)

Ο Λακαριέρ καλλιεργεί όλο και περισσότερο τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα. Θα είναι ο πρώτος που θα μεταφράσει έργα των Βασιλικού, Ταχτσή, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Φραγκιά, Πρεβελάκη και πολλών άλλων για να τα κάνει γνωστά στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Γαλλίας. Ο ίδιος δεν διαχωρίζει τη γνώση από την καθημερινότητα, την παιδεία από τις ανθρώπινες σχέσεις, την έμπνευση από το βουητό του κόσμου. Το ένα συνδέεται με το άλλο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Γράφει ο ίδιος για τη σχέση αυτή :

«Όλα τα χρόνια ανάμεσα στο 1957 και το 1963 ήταν χρόνια όπου θεμελίωνα τις ελληνικές φιλίες μου. Καθώς μιλούσα τη γλώσσα, καθώς μετέφραζα και ενεργούσα για την έκδοση στη γαλλική γλώσσα των έργων που αγαπούσα ή με ενδιέφεραν, ζούσα μια ζωή όπου δουλειά και απόλαυση είχαν γίνει συνώνυμα. Συνήθως διάλεγα για να μεταφράζω ή να δουλεύω τα καφενεία στις κάτω γειτονιές της Αθήνας, μακριά απ’ το κέντρο, προς το Θησείο ή το Μοναστηράκι. Δούλευα, εκεί, μέσα στη σπαρταριστή κίνηση της αγοράς, στις φωνές του δρόμου, στις κουβέντες των καφενείων, και όλα αυτά σταλάζανε μέσα μου μια καθημερινή, αδελφική μου Ελλάδα. (…) Στο διάστημα αυτών των χρόνων συνάντησα πολλούς συγγραφείς, πολλούς ποιητές των οποίων μετέφρασα το έργο. Και λίγο-λίγο μυόμουν στη γλώσσα, στη λογοτεχνική έκφραση της Ελλάδας, σ’ αυτή τη γλώσσα μάρτυρα της ελληνικής πραγματικότητας και της ελληνικής ταυτότητας». (Το ελληνικό καλοκαίρι, σ.297)

Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Είναι τόσο σκληρός ο αποχωρισμός από τη χώρα που αγαπάει ώστε να γραφτεί πως ο Λακαριέρ «εξορίστηκε στη Γαλλία» [4].

Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια νέα γόνιμη περίοδο για τα ελληνικά γράμματα. Ο συγγραφέας που είχε αποφασίσει να μη γράψει τίποτα πλέον για την Ελλάδα, δεν μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του. Οι γνωστικοί (1975), Οι Ένθεοι (1977), Ο Ηνίοχος (1982), Συγγραφική πορεία : Από το ημερολόγιο ενός φιλέλληνα (1992), Με τα φτερά του Ικάρου (1995), Τα παιδικά χρόνια του Ικάρου και άλλα ποιήματα (1997), για να σημειώσουμε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του.

Το 2001 ένα «περίεργο» Λεξικό τυπώνεται και κυκλοφορεί : «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» (ελληνική έκδοση 2002) (Dictionnaire amoureux de la Grece). Σε συνέντευξη που παραχωρεί στο γαλλικό περιοδικό «Lire», ο Ζακ Λακαριέρ θα πει πως πρόκειται «για ένα μεγάλο γράμμα αγάπης για την Ελλάδα» [5]. Ο Β. Βασιλικός θα γράψει πως «σαράντα χρόνια μετά το Ελληνικό Καλοκαίρι, έχουμε τώρα το Λεξικό, που κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσιάζει σε σύντομα περιεκτικά κείμενα, τις «αγάπες» του Λακαριέρ για τη χώρα μας… Στο δύσπιστο ξένο, που αναρωτιέται συχνά τι σχέση έχει η αρχαία με τη νέα Ελλάδα, στις άδικες περιγραφές των περιηγητών του 19ου αιώνα που τόνιζαν αυτό το χάσμα, ο Λακαριέρ έρχεται να δώσει τη δική του ερμηνεία, με τον πιο έξυπνο τρόπο, πως τέτοιο χάσμα δεν υπήρξε ποτέ» [6].

Το 2003 θα παρουσιάσει τέλος, ακόμα ένα ταξίδι στη ματωμένη Κύπρο. Στο «Λευκωσία : η νεκρή ζώνη» παρά τη συγκινησιακή φόρτιση, ο Λακαριέρ θα μεταφέρει μια εικόνα του διαμελισμού της πόλης και του νησιού, απόλυτα αντικειμενική.

Ο θάνατος ενός μεγάλου ανθρώπου των γραμμάτων και φιλέλληνα αποτελεί μια οδυνηρή απώλεια για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Όμως, ο Ζακ Λακαριέρ θέλησε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα. Την τέφρα του αγκάλιασαν τα ελληνικά νερά όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ίσως το μεγαλύτερο ευχαριστώ που θα μπορούσε να πει κανείς να είναι η υπενθύμιση σε όλους μας των λόγων του για την ελληνική γλώσσα, όταν στην ερώτηση «Ο δρόμος για τα ελληνικά, είναι λοιπόν ακόμα προσβάσιμος;» [7], ο Ζακ Λακαριέρ απάντησε :

«Ναι, αλλά δεν τον διευκολύνουν πλέον. Το να μαθαίνεις ελληνικά πριν τον πόλεμο, ήταν πολύ απλό, περίπου ένας μαθητής στους δυο μάθαινε αφού δεν υπήρχαν παρά δυο προσανατολισμοί. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο, ο πατέρας μου ήταν λογιστής και η μητέρα μου μοδίστρα. Το ότι έμαθα ελληνικά και λατινικά είναι θαύμα, αλλά την εποχή εκείνη ήταν ακόμα δυνατό: εάν ένας μαθητής αγαπούσε τα γράμματα, μπορούσε να τα μάθει, πράγμα που προϋπόθετε τη γνώση ελληνικών και λατινικών. Στην εποχή μας ούτε η κοινωνία, ούτε και οι οικογένειες δε διευκολύνουν αυτό τον προσανατολισμό, γι’ αυτό θα πρέπει να αγωνιστείς. Εξακολουθώ δε να πιστεύω πως οι δυο πυλώνες της δημιουργίας της προσωπικότητας στο επίπεδο της κατανόησης του Κόσμου είναι τα μαθηματικά και τα αρχαία ελληνικά τα οποία, αντίθετα με ότι πιστεύουμε, είναι απολύτως αδιαχώριστα. (…) Στις μέρες μας, είναι σαφές πως η ελληνική γλώσσα διδάσκεται : αλλά εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, είναι να γνωρίζουμε ποια θα είναι η θέση που της επιφυλάσσουμε και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως θα πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτό».

 

Γεώργιος Κόνδης

 

* Αφιέρωμα μνήμης στη ζωή και το έργο του μεγάλου Γάλλου ελληνιστή Jacques Lacarriere, οργανώνει και θα πραγματοποιήσει ο δήμος Ναυπλιέων και ο Δημοτικός Οργανισμός Πολιτισμού το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου, στις 7:30 το βράδυ στην αίθουσα του Βουλευτικό, στο Ναύπλιο.

Την παρουσίαση της εκδήλωσης θα κάνει ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ θα ακολουθήσει μουσικό αφιέρωμα με την Τυνήσια τραγουδίστρια Lamia Bedioui και τη συνοδεία της Caroline Page στο πιάνο και του Γιώργου Θεοδωράκου στο κοντραμπάσο.

Θα παρουσιαστούν μια σειρά από γνωστά κι αγαπημένα Γαλλικά τραγούδια της Edith Piaf, του Charles Aznavour, του Georges Brassens, του Jacques Brel, της Mistinguett του Enrico Ma, που θα ταξιδέψουν το κοινό σε μια άλλη νοσταλγική εποχή στο Παρίσι, την περίοδο 1930 – 1960.

Υποσημειώσεις


1 « Le pays des buveurs d’Histoire », Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό L’ Express (Livres), 21 Σεπτεμβρίου 2005.

2 Τίνα Βαλαούρα , «Έφυγε ο φιλέλληνας Ζακ Λακαριέρ», Αφιέρωμα στην ΕΡΤ, 20 Σεπτεμβρίου 2005.

3 Olivier Delcroix, «Jacques Lacarriere, a ciel ouvert», εφημερίδα Le Figaro, Culture et Spectacles, 19 Σεπτεμβρίου 2005.

4 Renaud Donnedieu de Vabres, Hommage a Jacques Lacarriere, 19 Σεπτεμβρίου 2005 : «Exile en France, ce marathonien semble apprecier son pays en patrie neuve et a la marche ».

5 Alexie Lorca, Questions a…Jacques Lacarriere, Ιούνιος 2001.

6 «Λεξικό αγάπης», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 17 Απριλίου 2001.

7 Συνέντευξη στους Francois CRIQUI και Marc PAQUIEN. στο “Idees”, Μάιος 1999.

Read Full Post »

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μελέτη της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44»

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 – 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Διευθυντής της β΄ Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά…πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα…μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή…οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; – δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών… Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας… “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες… “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” … “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” … Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία…ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής…».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!

Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται…τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Read Full Post »

Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα: «Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση»

 

Οι Καλικάντζαροι, τα εύθυμα και άτακτα δαιμόνια, που αφήνουν για λίγο την κατοικία τους στα έγκατα της γης και ανεβαίνουν στην επιφάνειά της, για να πειράξουν τους ανθρώπους, εμφανίζονται το Δωδεκαήμερο. Το Δωδεκαήμερο, λαογραφικός όρος που τον χρησιμοποιούν οι Έλληνες από τα βυζαντινά χρόνια, αρχίζει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων και τελειώνει την παραμονή των Θεοφανίων. Είναι μια συνεχής αλυσιδωτή γιορτή, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από θρησκευτική κατάνυξη και πολλά έθιμα. Τις μέρες αυτές, τοποθετημένες μέσα στη καρδιά του χειμώνα, το σπίτι με τα βρασμένα καινούργια κρασιά, τις φρέσκες ρακές, το μπόλικο χοιρινό κρέας και τις μεγάλες φωτιές στο τζάκι, γινόταν μια αληθινή ζεστή φωλιά, που γεννούσε διάθεση για χαρά, τραγούδι, χορό και γλέντι. Θεωρείται όμως και επικίνδυνη περίοδος, επειδή τις νύχτες, που είναι και οι μεγαλύτερες του έτους, κυκλοφορούν στους δρόμους και στα χαλάσματα κάθε νύχτα οι τρομεροί Καλικάντζαροι και πειράζουν τους ανθρώπους, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους, για να κάθονται ήσυχα. Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Θεοφάνεια. Αλλά τι είναι οι Καλικάντζαροι;

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Η φαντασία του λαού οργιάζει γι αυτά τα δημοφιλή όντα της λαϊκής παράδοσης. Ο λαός πίστευε ότι είναι δαιμόνια και έρχονται από τα έγκατα της Γης. Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό. Κάπου πρέπει να στηρίζεται. Και το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι και αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που κρατά στη θέση της τη Γη, γιατί θέλουν να τη δουν να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν. Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι κάτω από τη γη πελεκούν προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Ο κορμός του όμως είναι πολύ χοντρός και χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει λίγο ακόμα, αλλά πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν, γεννιέται ο Χριστός, έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε «αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του». Ανεβαίνουν, λοιπόν, πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από μυριάδες τρύπες που βρίσκονται στο έδαφός της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από μυρμηγκοφωλιές και άλλες μικροσκοπικές τρύπες της Γης! Έρχονται σε κάθε χωριό και μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής. Στο διάστημα αυτό όμως το δέντρο ξαναγίνεται, κλείνει τις πληγές που του προκάλεσαν όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι! Τα Θεοφάνεια που γυρίζουν και βλέπουν το δέντρο ακέραιο να έχει βγάλει νέους βλαστούς, τα δαιμόνια μανιάζουν και αρχίζουν πάλι να το κόβουν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, που βγαίνουν ξανά στη γη και αρχίζουν πάλι να ξεσπάνε στους ανθρώπους.

 

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

 

Ο λαός φαντάζεται αυτά τα περίεργα δαιμονικά να μοιάζουν με τους ανθρώπους, αλλά με διάφορες μορφές κατά περιοχή και με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις πάνω τους. Είναι κακομούτσουνοι και σιχαμένοι. Καθένας τους έχει και από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλος στραβοχέρης, στραβομούρης με καμπούρα ή ουρά. Οι περιγραφές για τους καλικάντζαρους δεν συμπίπτουν απόλυτα. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι όντα λιπόσαρκα και κατάμαυρα με μαλλιά ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου και πόδια τράγου, με χέρια σαν της μαϊμούς, με τριχωτό όλο τους το σώμα, φορούν σιδεροπάπουτσα και είναι πολύ κουτοί. Άλλοι τους φαντάζονται νάνους, άλλοι ψηλούς και μαυριδερούς με τρίχες σε όλο τους το σώμα, χέρια και νύχια πίθηκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι, άλλοτε γυμνούς και άλλοτε ρακένδυτους με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια σιδερένια ή με τσαρούχια. Όλοι όμως συμφωνούν ότι είναι όντα διχόγνωμα και φιλόνικα, δε βοηθά ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά, όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό είναι αναποτελεσματικοί και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η επιθυμία τους. Όσο και αν διαφωνεί, όμως, ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα, στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.

Η λέξη «καλικάντζαρος» είναι σύνθετη (καλός + κάνθαρος, που σημαίνει σκαθάρι) και σύμφωνα με μια θεωρία οι καλικάντζαροι προήλθαν από τους κανθάρους. Τα σκαθάρια ήταν κολεόπτερα βλαπτικά για τους αγρούς και τα αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Βέβαια, οι καλικάντζαροι κάθε άλλο παρά καλοί ήταν. Ίσως το όνομά τους ήταν ένας ευφημισμός σε μια προσπάθεια του λαού να τους «καλοπιάσει», για να γλιτώσει από τις σκανδαλιές τους. Σε άλλους χριστιανικούς λαούς τα δαιμονικά όντα του Δωδεκαήμερου εμφανίζονται ως Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες ή Παγανά. Παγανά γενικότερα είναι τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus έλεγαν το χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή είναι η Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται και το αβάπτιστο νήπιο. Πίστευαν ότι τα βρέφη που πέθαιναν αβάπτιστα γίνονταν παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι. Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα» και έτσι βρίσκουν ευκαιρία και οι καλικάντζαροι να αλωνίσουν τον κόσμο.

Διάφορες θεωρίες διατυπώθηκαν σχετικά με την προέλευση των Καλικάντζαρων. Η αρχή των μύθων των σχετικών με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Η ύπαρξή τους έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, όπου συναντούμε τους Κένταυρους και τους Σάτυρους, πλάσματα που από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι, ενώ από τη μέση και κάτω ζώα. Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, που γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα, οι άνθρωποι με κρυμμένα τα πρόσωπά τους έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν και οι άνθρωποι ησύχαζαν. Τριγύριζαν ελεύθεροι και ελευθεριάζοντες στους δρόμους, πείραζαν τους ανθρώπους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια και αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και οι νοικοκυραίοι έκλειναν πόρτες και παράθυρα, για να γλιτώσουν απ’ αυτούς. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα και από τις καμινάδες. Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού και η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα, που τα ονόμασε καλικάντζαρους. Οι Καλικάντζαροι, λοιπόν, είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας, στα οποία έδωσαν αφορμή οι μεταμφιέσεις των βυζαντινών χρόνων κατά το Δωδεκαήμερο, επειδή οι μεταμφιεσμένοι συχνά ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους. Το έθιμο των μεταμφιέσεων, που εμφανίζεται και σήμερα στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας, φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.α.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.

Τα στοιχεία όμως, που αναφέρονται στην προέλευση, τη μορφή και την ενέργεια αυτών των δαιμονίων, καθιστούν πιθανό το συσχετισμό των Καλικάντζαρων με τους νεκρούς. Οι Καλικάντζαροι, που έρχονται από τον κάτω κόσμο, όπου διαμένουν όλο τον άλλο χρόνο, εμφανίζονται με διάφορες μορφές σαν όντα μαλλιαρά, σαν Αράπηδες ή σαν ζούζουλα και μιαίνουν τις τροφές, συμβολίζουν τους νεκρικούς δαίμονες, που κατά την περίοδο των χειμερινών τροπών του Ηλίου επιστρέφουν για λίγο χρόνο ανάμεσα στους ζωντανούς. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές, όταν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη το Δωδεκαήμερο οι νεκροί επέστρεφαν στον απάνω Κόσμο, τριγύριζαν τις νύχτες στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια από τις καμινάδες. Παρεμφερής είναι και η δοξασία ότι οι Καλικάντζαροι είναι οι βρικολακιασμένες ψυχές των στρατιωτών του Ηρώδη. Η «παγάνα» που ξαπόστειλε ο Ηρώδης, για να σκοτώσει όλα τα νήπια κάτω των δύο χρόνων με την ελπίδα πως έτσι θα εξόντωνε και το νεογέννητο Χριστό.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Τα ονόματα, που έχει δώσει ο λαός στους καλικάντζαρους, είναι σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους και ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά. Ο καλικάντζαρος Μαλαγάνας ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και καταφέρνει να τους πάρει τα γλυκά. Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι, που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι, ενώ του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές στο πλεχτό της γιαγιάς. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους, γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι. Ο Μαλαπέρδας κατουράει στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές πρέπει να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους. Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς τα πάντα και κατόπιν ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας. Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος με ένα χέρι κοντό και ένα μακρύ, γι’ αυτό όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω. Ο Παρωρίτης εμφανίζεται αξημέρωτα (παρά την ώρα), πριν λαλήσει ο πετεινός, και ξεσηκώνει με τις φωνές τους ανθρώπους. Ο Γουρλός έχει τεράστια μάτια σαν αυγά και πεταμένα έξω και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι. Ο Στραβολαίμης στριφογυρνάει διαρκώς το κεφάλι του σαν σβούρα. Ο Κοψαχείλης έχει δόντια τεράστια, που κρέμονται έξω από τα χείλη του, φοράει ψεύτικο καλυμμαύκι και κοροϊδεύει τους παπάδες. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι και μπορεί να περνάει εύκολα από τις κλειδαρότρυπες και από τις τρύπες του κόσκινου. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος. Ο Κατσικοπόδαρος είναι φαλακρός, κασιδιάρης με ένα κατσικίσιο ποδάρι και όπου βάλει το ποδάρι του φέρνει καταστροφή, γιατί είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης.

Καθώς η παράδοση ρίζωνε στους βαλκανικούς λαούς, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα, όπως καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζάρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, πλανητάροι, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες, σκαρικατζέρια, καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι και παγανά.

 

Καλικάντζαροι

Καλικάντζαροι

 

Ο Παγανός είναι κουτσός, γιατί έφαγε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας, που την κυνηγούσε κάποτε για να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι, που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της, και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε πολύ και άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή κλωτσιά έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ο πιο γνωστός και αρχηγός των καλικάντζαρων είναι ο Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης. Κρατάει για σκήπτρο του μια γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Τα αυτιά του είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου και η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να τα σκεπάσει. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Του αρέσει να πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια και να ρίχνει γάντζο από την καμινάδα, για να κλέψει λουκάνικα από τη φωτιά.

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Όποια μορφή και αν έχουν οι Καλικάντζαροι, η τροφή τους είναι κυρίως ακάθαρτη. Τρώνε φίδια, σκουλήκια, βατράχους, σαύρες, ποντίκια, αλλά τους αρέσουν και τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου, τα ξεροτήγανα, οι τηγανίτες και τα λουκάνικα. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα πλαστά από αλεύρι στο τηγάνι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια και τα πόδια τους όσο θέλουν, και βουτάνε ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο σκορπάει μια ευωδιαστή και πολύ ευχάριστη μυρωδιά, όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα. Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι σκέπαζαν το χοιρινό με σπαράγγια, για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Το σπαράγγι είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν είναι τρυφερό, όταν όμως μεγαλώσει, γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και με αυτό σκέπαζαν το χοιρινό, τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει με πρώτη ύλη το χοιρινό.

Την παραμονή των Χριστουγέννων οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα, για να ξεπροβάλλουν ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη, σπάζουν τα κεραμίδια και κάνουν μεγάλη φασαρία. Κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου επιχειρούν να μπουν στα σπίτια και να μαγαρίσουν τα φαγητά και το νερό. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθύρων, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία, που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα και στους λύχνους, που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για φωτισμό στα χωριά. Κάνουν το σπίτι αγνώριστο. Μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Τα λερώνουν με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις βρωμιές τους όπου βρουν προκαλώντας υστερία στις νοικοκυρές. Συνήθως όμως το εγχείρημά τους αποτυγχάνει, γιατί η φωτιά καίει στο τζάκι συνεχώς και η νοικοκυρά έχει θυμιάσει το σπίτι. Τότε, για να βγάλουν το άχτι τους, κατουρούν από την καπνοδόχο, για να σβήσουν τη φωτιά και να μολύνουν ό,τι ψήνεται σ’ αυτή. Το ξημέρωμα, πριν το λάλημα του πετεινού, γίνονται άφαντοι. Φοβούνται πολύ το φως και γι’ αυτό την ημέρα κρύβονται.

Επειδή όμως τα εμπόδια για να μπουν στο σπίτι είναι πολλά, επιχειρούν να βλάψουν τον άνθρωπο και έξω από το σπίτι. Η προνοητική νοικοκυρά φρόντιζε να μην αφήνει έξω από το σπίτι τις νύχτες του Δωδεκαημέρου σκεύη, αγγεία, ενδύματα και μικροέπιπλα, για να μην τα μαγαρίσουν τα παγανά. Η νυχτερινή σύναξη των Καλικαντζάρων γίνεται στην εξοχή, στα τρίστρατα, σε απομακρυσμένους μύλους, στα αλώνια ή κάτω από γεφύρια. Οι Καλικάντζαροι τριγυρίζουν στους δρόμους και αλλοίμονο σε κείνον που θα βγει τη νύχτα να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές, για να τον φοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν, τον αναγκάζουν να χορέψει μαζί τους, τον περδικλώνουν και τον εμποδίζουν να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους είναι να πειράζουν τις κακόμοιρες τις γριές και γι’ αυτό όλες τους φοβόντουσαν, εκτός από τις μαμές. Το λαϊκό πνεύμα εξαίρεσε τις μαμές από τον κίνδυνο των καλικαντζάρων, γιατί ήταν αναγκαίο να μπορούν να προσφέρουν τη βοήθειά τους στις ετοιμόγεννες, όποια ώρα της νύχτας κι αν τις φώναζαν.

Αλλά και οι μυλωνάδες, που εργάζονταν στο μύλο χτισμένο σε μέρος μακριά από το χώρο του οικισμού, συνήθως δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε πέρδικα ή γουρουνάκι. Εκεί που γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν καλικάντζαρο, που γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε, αλλά ο καλικάντζαρος τον ρώτησε πώς τον λένε. «Eαυτό με λένε», του λέει ο μυλωνάς. Μετά από λίγο, όταν το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο καλικάντζαρος βάζει τη σούβλα του με τους βατράχους πάνω στο κρέας του μυλωνά. Τότε ο μυλωνάς του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε! Βάζει τις φωνές ο καλικάντζαρος. «Bοηθάτε, αδέρφια, μ’ έκαψαν»! «Ποιος σ’ έκαψε;» του λένε οι άλλοι καλικάντζαροι απ’ έξω. «O Eαυτός μ’ έκαψε» τους λέει εκείνος. «Εμ, σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι;» του είπαν οι άλλοι καλικάντζαροι και τον άφησαν αβοήθητο.   Έτσι την έπαθε ο καλικάντζαρος με τη σούβλα, γιατί ο μυλωνάς με την απάντηση, που είχε δώσει και ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο, φάνηκε εξυπνότερός του.

Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους. Το κύριο μέσο, για να κρατηθούν οι Καλικάντζαροι μακριά από τα σπίτια των ανθρώπων, είναι η φωτιά, στην οποία η λαϊκή αντίληψη αποδίδει δύναμη αποτρεπτική των δαιμόνων. Γι’ αυτό τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμμένα και η φωτιά καίει συνεχώς. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο, γιατί ο λαός πίστευε ότι τα αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια. Μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δε έσβηνε από την οικογενειακή εστία και κρατούσε τους Καλικάντζαρους μακριά. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, έκαναν καθαρμό των χωριών και των σπιτιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Καθάριζαν και τις κοπριές των ζώων από τα κατώγια, οι άνθρωποι πλένονταν, καθάριζαν το εικονοστάσι και άλλαζαν το νερό στο καντήλι, γιατί οι σταχτοπάτηδες, πέρα από τα προβλήματα που είχαν προξενήσει στους νοικοκυραίους, είχαν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους έλεγαν και κατουρλήδες. Καθάριζαν το τζάκι και μάζευαν τη στάχτη. Τα ξύλα που απόμεναν και η στάχτη είχαν αποτρεπτική δύναμη και τα χρησιμοποιούσαν για την προφύλαξη του σπιτιού και των χωραφιών από κάθε κακό, όπως ξωτικά, σκαθάρια, χαλάζι κ.α. Τα μισοκαμένα δαυλιά τα χρησιμοποιούσαν στους φράχτες και με τη στάχτη ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων και τη σκόρπιζαν στις αυλές, τους στάβλους, τα περιβόλια και τους κήπους, για να διώξουν μακριά κάθε κακό, ή την πετούσαν σε μέρος που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).

Συνηθισμένες για την απομάκρυνση των καλικάντζαρων ήταν και οι μαγικές πράξεις, όπως το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες. Στη φωτιά του τζακιού έκαιγαν αλάτι ή ένα δερμάτινο παλιοτσάρουχο ή και τα δυο μαζί, επειδή πίστευαν ότι οι κρότοι από το αλάτι και η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές τους «ζεμάτιζαν» με το λάδι από τις τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Άλλοι κρεμούσαν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, επειδή η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού, τα χαϊμαλιά πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, ξύλα, κούτσουρα και δαυλιά καημένα τα θεωρούσαν αποτρεπτικά για τους καλικάντζαρους. Όταν αυτά δεν ήταν αρκετά, για να διώξουν τους Καλικάντζαρους, χτυπούσαν και κουδούνια. Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό είναι η κρεμμύδα, η «χρυσοβασιλίτσα», όπως τη λένε, που ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, φυτρώνει τέτοια εποχή και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως, που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

Άλλοι πάλι για να τους εξαπατήσουν έδεναν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού, περνούσε η ώρα, έφτανε το ξημέρωμα, λαλούσε ο πετεινός της αυγής, προάγγελος της μέρας, που διώχνει μακριά όλα τα δαιμονικά της νύχτας, και οι καλικάντζαροι όπου φύγει φύγει. Επίσης, οι νοικοκυρές μάζευαν μέσα στο σπίτι όποια αγγεία βρίσκονταν έξω και έβαζαν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, σαν περίεργοι και πάρα πολύ βλάκες που είναι, άρχιζαν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο». Παρακάτω δεν ήξεραν να μετρήσουν και μπερδεύονταν. Έτσι έχαναν την ώρα τους, ξημέρωνε και έπρεπε να εξαφανιστούν. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που ήθελαν να τους καλοπιάσουν και τους πετούσαν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.

Το κυριότερο, βέβαια, μέσο για την αντιμετώπιση των καλικάντζαρων ήταν οι πράξεις χριστιανικής λατρείας. Φόβος και τρόμος τους ο σταυρός και οι παπάδες. Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού τους κρατούσε μακριά. Το λιβάνι, που το σιχαίνονται οι καλικάντζαροι και γι’ αυτό οι νοικοκυρές όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου θυμιάτιζαν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήναν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι. Η απαγγελία του «Πάτερ ημών , που όταν το ακούσουν οι καλικάντζαροι τρεις φορές, φεύγουν. Και πάνω απ’ όλα ο Αγιασμός των σπιτιών, η «Πρωτάγιαση», δηλαδή ο πρώτος Αγιασμός, που γίνεται στην εκκλησία την παραμονή των Φώτων, τελευταία ημέρα του Δωδεκαήμερου. Ύστερα ο παπάς παίρνει με τη σειρά ένα – ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει με ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού. Την «Πρωτάγιαση» οι χωρικοί τη μεταφέρουν στις βρύσες του χωριού και στα κτήματά τους, για να διώξουν τους Καλικαντζάρους, που μαγαρίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

Αυτή η τελευταία ημέρα του Δωδεκαημέρου είναι και η τελευταία ημέρα παραμονής των Καλικαντζάρων πάνω στη γη. Φεύγουν τρέχοντας, γιατί τους κυνηγάει η αγιαστούρα του παπά και καθώς απομακρύνονται τρέχοντας πανικόβλητοι, λένε μεταξύ τους: «Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!». Φεύγοντας από τον Απάνω Κόσμο οι Καλικάντζαροι επιστρέφουν στα έγκατα της γης, όπου αρχίζουν πάλι να πριονίζουν το δένδρο, που τη στηρίζει και που είχαν παρατήσει σχεδόν κομμένο, αλλά στο μεταξύ ξανάγινε ακέραιο. Και αρχίζουν πάλι να το κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα και όλο απ’ την αρχή.

Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικά όντα που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην παλιά κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι ακίνητη προσηλωμένη στο θόλο του ουρανού και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Το δένδρο που στηρίζει τη Γη είναι ο Ήλιος, που ζωογονεί τη φύση, μέσα στην οποία ζούμε. Φως σημαίνει ζωή, ελπίδα και χαρά. Εχθρός του Ήλιου είναι το σκοτάδι. Όλοι σχεδόν οι λαοί της Γης φαντάζονται στους μύθους τους τον Ήλιο να πολεμάει με τις δυνάμεις του χειμώνα και του σκότους, που δεν ήθελαν να υποταχθούν στον «αήττητο Ήλιο», και να βγαίνει νικητής. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι είναι οι Καλικάντζαροι της λαϊκής παράδοσης, που ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του Ήλιου.

Τα περισσότερα λαϊκά έθιμα κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Πρόκειται δηλαδή για διαβατήρια έθιμα, που ερμηνεύουν την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς που τελειώνει και μιας καινούργιας που αρχίζει ή τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη. Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου το σκοτάδι υποχωρεί, το φως κερδίζει τη μάχη και η ημέρα μεγαλώνει. Και καθώς το φως αυξάνεται με το μεγάλωμα της μέρας, μεγαλώνει και η ελπίδα για τη βλάστηση, που αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή, και την παραγωγή, που την περιμένει ο αγροτικός κόσμος στην κτηνοτροφία και τη σοδειά. Στο διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν, για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο, θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Σ’ αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Αν μπούμε στη θέση του ανυπεράσπιστου χωρικού σε κάθε λογής ατυχήματα, όπως χειμωνιάτικες επιδρομές άγριων ζώων σε οικισμούς και ζωντανά, θα κατανοήσουμε την ανάγκη του να τα αποδώσει σε κακόβουλα όντα. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι, που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλάστησης. Πίσω από αυτές τις μεταφυσικές δεισιδαιμονίες, λοιπόν, κρύβεται ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου για το χειμώνα και το σκοτάδι του.

Η περίοδος του Δωδεκαήμερου όμως, πέρα από την τεράστια θρησκευτική σημασία στη ζωή του λαού, ήταν και οι μέρες που ο άνθρωπος έπρεπε να ξεκουραστεί και με ξανανιωμένες τις δυνάμεις να αρχίσει πάλι τον κύκλο της ζωής, με μεγαλύτερη όρεξη, θάρρος και ελπίδα για το μέλλον. Τα πειράγματα των καλικάντζαρων, είτε αφορούν τους ανθρώπους είτε τα υποστατικά τους, και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά. Οι Καλικάντζαροι τελικά ήταν ακίνδυνοι και δεν τρόμαζαν ποτέ στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Περιφέρονταν εδώ κι εκεί, πηδούσαν, χόρευαν και ενοχλούσαν, αλλά δεν κακοποιούσαν τους ανθρώπους. Πιο πολύ τους διασκέδαζαν ή «φτιάχτηκαν» και εμφανίζονται αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίοδο, για να δικαιολογήσουν «ανεξήγητα» συμβάντα των ημερών.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κουκουλές Φαίδων, «Καλικάντζαροι», Λαογραφία 7 (1923).
  • Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, 12 μήνες. Τα λαογραφικά, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία 1986.
  • Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985.
  • Λουκάτος Δημήτρης Σ., Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών, εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1979.
  • Μέγας Γ.Α., Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα λαϊκής λατρείας, με εισαγωγικό σημείωμα Μιχάλη Γ. Μερακλή, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1988.
  • Nilsson P. Martin, Ελληνική λαϊκή Θρησκεία, μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 2000.
  • Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’, εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994.
  • Ρωμαίος Κ., Κοντά στις Ρίζες, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1980.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)».

 

Ο σκληρός στρατιωτικός και πολιτικός ανταγωνισμός Βυζαντινών και Αράβων, κυρίως κατά την κορύφωσή του (9ος-10ς αι.), έβρισκε την ιδεολογική του έκφραση στα κείμενα των εκπροσώπων της εξουσίας και των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, δύο σχετικές αναφορές, προερχόμενες αντίστοιχα από μία αραβική και μία βυζαντινή πηγή. Στο αίτημα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ προς τον χαλίφη των Φατιμιδών al-Mu’iiz για σύναψη αιώνιας ειρήνης (957-958), εκείνος, σύμφωνα με τον άραβα ιστορικό Al-Nu’man (al-majalis wa l-musayarat), απάντησε μέσω του βυζαντινού πρεσβευτή ως εξής: η θρησκεία και ο ισλαμικός νόμος απαγορεύουν τη σύναψη αιώνιας ειρήνης διότι ο Αλλάχ έστειλε τον προφήτη του Μωάμεθ και εγκαθίδρυσε το θεσμό των Ιμάμηδων προκειμένου να καλέσουν τον κόσμο ν’ ασπασθεί τη θρησκεία του και να διεξάγουν, για το σκοπό αυτό, ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων.[1]

Από την άλλη πλευρά, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, στον 18ο κανόνα των «Τακτικών» του, ομολογεί ότι συνέγραψε το συγκεκριμένο έργο εξαιτίας των Σαρακηνών (Αράβων). Προκειμένου να ενισχύσει το ηθικό των στρατηγών του, επιστρατεύει και εκείνος το ιδεολογικό επιχείρημα της θρησκείας, κηρύσσοντας στην πραγματικότητα με τη σειρά του ένα είδος «ιερού πολέμου» των χριστιανών εναντίον των «απίστων» Αράβων. Καὶ ἐθίζεσθε πάντες ὁμοῦ οἱ διὰ Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ πατρίδος καὶ τοῦ ὅλου τῶν Χριστιανῶν ἔθνους ἀγωνιζόμενοι εὐκόλως ὑποφέρειν καὶ … δεινὰ γενναίως ἐγκαρτερεῖν, ἔστι γὰρ τῶν ἀποκειμένων μισθῶν έκ τε Θεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐξ αὐτοῦ βασιλείας ἡμῶν παρ᾽ ὑμῶν ἐργασία.[2]

 Οι δύο παραπάνω πηγές χρονολογούνται τον 10ο αιώνα, ένα αιώνα ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος, σημαδεύτηκε από τις πιο σκληρές αραβο-βυζαντινές συγκρούσεις. Με βάση τις μαρτυρίες αυτές και πολλές συναφείς, και λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των πολεμικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στα αραβο-βυζαντινά σύνορα και στις επικράτειες των δύο αυτοκρατοριών, στη διάρκεια των δύο τουλάχιστον αιώνων που εξετάζουμε εδώ, οι σχέσεις των δύο πλευρών θα μπορούσαν εύκολα να περιγραφούν με όρους καθαρά πολεμικούς. Ωστόσο, πολλές μαρτυρίες, προερχόμενες από ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα και από την επιστολογραφία των βασιλικών αυλών του Βυζαντίου και των διαφόρων αραβικών χαλιφάτων, μας δίνουν και την άλλη «όψη του νομίσματος». Εκείνη, δηλαδή, που απεικονίζει μια διαρκή, αμοιβαία προσπάθεια ειρηνικής προσέγγισης, συνεννόησης και αλληλοκατανόησης των εμπολέμων, μέσα από ποικίλες δράσεις και με τη διαμεσολάβηση πολλών παραγόντων. Οι προσπάθειες αυτές είχαν εκδηλωθεί και κατά τους προηγούμενους αιώνες, σποραδικά και άναρχα, τον 9ο και 10ο όμως αιώνα ενισχύθηκαν σημαντικά, εντάσσοντας στην εξωτερική πολιτική των δύο αυτοκρατοριών μια υψηλού επιπέδου θεσμοθετημένη διπλωματία.

Το επιχείρημα περί του «ιερού πολέμου» δεν αποτελούσε εκείνη την εποχή παρά ένα σημαντικό εργαλείο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των ηγεσιών των δύο πλευρών προκειμένου να κρατούν σε εγρήγορση τους ταλαιπωρημένους από τους συνεχείς πολέμους στρατιώτες τους. Το Βυζάντιο, αν και συρρικνωμένο εδαφικά, διέθετε ακόμη μεγάλη πολιτική δύναμη και πνευματική ακτινοβολία, ενισχύοντας και παγιώνοντας, μέσα και έξω, την αντίληψη για την παγκόσμια κυριαρχία του. Τον 9ο αιώνα, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εχθρό που είχε εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη. Ήταν η μόνη δύναμη, ανάμεσα στους γείτονές του, με γραφειοκρατική διοίκηση, θεσμούς, διπλωματία, οργανωμένο στρατό και πολεμική τεχνολογία. Το Ισλάμ με σημαία τον «ιερό πόλεμο» έθετε πλέον ξεκάθαρα σε αμφισβήτηση την παγκοσμιότητα του Βυζαντίου και διεκδικούσε για λογαριασμό του την παγκόσμια εξουσία. Η Κρήτη και οι άλλες χώρες του κόσμου είναι δικές μας χάρη στην εύνοια του Θεού, ο οποίος μας έθεσε επικεφαλής του κόσμου, διακηρύσσει ο χαλίφης al-Mu’iiz στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β’, με αφορμή την πρεσβεία του 957/8.[3] Παρατηρεί κανείς εδώ ότι στα μέσα πλέον του 10ου αιώνα η πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών περί της εκ Θεού απορρέουσας παγκόσμιας εξουσίας [4] έχει μεταλαμπαδευθεί στους κόλπους του Ισλάμ και έχει επηρεάσει βαθειά τη σκέψη και την πολιτική φιλοσοφία των αραβικών ηγετικών κύκλων.

 

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Η βυζαντινή αυλή, αμήχανη και αντιφατική μπροστά στη νέα κατάσταση που σταδιακά διαμορφώνεται στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας, αναγκάζεται, φραστικά έστω, ν’ αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της ως ισότιμο και να του αναγνωρίσει τυπικά το μερίδιο που του αναλογεί στη διεκδίκηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε αυτό το πνεύμα του συμβιβασμού και της υποχώρησης από τις πάγιες θέσεις περί της μοναδικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και της πρωτοκαθεδρίας της στην παγκόσμια ηγεμονία, συνέταξε τη γνωστή επιστολή του προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al- Muqtadir, ο πατριάρχης και αντιβασιλεύς Νικόλαος Α΄ Μυστικός, με το γνωστό, χαρακτηριστικό παρακάτω απόσπασμα: Υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο, αυτή των Σαρακηνών (Αράβων) και αυτή των Ρωμαίων (Βυζαντινών), οι οποίες υπερτερούν όλων των άλλων και λάμπουν όπως οι δύο φωστήρες του στερεώματος. Στη συνέχεια, επισημαίνει μεν τις τεράστιες διαφορές στους κόλπους των δύο κοινωνιών λόγω των θρησκειών, σπεύδει όμως να τονίσει ότι αυτές δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στις μεταξύ τους κοινωνικές και αδελφικές σχέσεις και να στερήσουν από τους δύο λαούς την επικοινωνία.[5] Λίγα χρόνια πριν, ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄, στα «Τακτικά» του, μέσα από ένα λόγο αντιφατικό, καθώς εμπεριείχε και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Άραβες, δεν διστάζει να τους προβάλει ταυτόχρονα και ως πρότυπο προς μίμηση, αναφερόμενος στη στρατιωτική τους οργάνωση, την ανιδιοτελή μαζική συμμετοχή τους στον πόλεμο και την αποτελεσματικότητα του «ιερού πολέμου» (djihād), στοιχεία και συμπεριφορές που θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και οι Βυζαντινοί.[6]

Το Βυζάντιο όφειλε πλέον ν’ αντιμετωπίσει έναν εχθρό «με κεφαλαίο Ε», όπως εύστοχα έχει επισημάνει η Ν. Κουτράκου σε σχετική μελέτη της.[7] Όφειλε να προσδιορίσει έναν αντίπαλο που του έμοιαζε σταδιακά όλο και περισσότερο, μια μεγάλη πολιτική και θρησκευτική δύναμη που διεκδικούσε τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα και αμφισβητούσε σοβαρά τη δική του ηγεμονία.

Επομένως, όσο σκληρή και αν ήταν η πολεμική που ασκούσαν οι Βυζαντινοί εναντίον των Αράβων, μέσω των θρησκευτικών τους κυρίως κειμένων, όσο φανατικές και αν ήταν οι εκκλήσεις των θρησκευτικών κυρίως αραβικών κύκλων για ιερό πόλεμο (djihād) εναντίον των χριστιανών, η προσέγγιση των δύο πλευρών είχε πλέον καταστεί νομοτελειακή. Πέρα από ιδεολογίες και ιδεοληψίες, η βυζαντινή αυλή όφειλε ν’ αντιμετωπίσει με την ψυχρή λογική τη σκληρή πραγματικότητα ενός μεγάλου επελαύνοντος εχθρού και μιας πραγματικής πλέον απειλής για την ύπαρξή της. Στο αραβικό χαλιφάτο, από την άλλη πλευρά, είχαν ξεσπάσει, την εποχή εκείνη, διαμάχες και σκληροί εσωτερικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες δυναστείες με αποτέλεσμα τη διατάραξη της εθνικής συνοχής τους και τη σταδιακή υποχώρηση της στρατιωτικής τους ορμής. Κατά συνέπεια, οι δύο μεγάλες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να «εξημερώσουν» τον πόλεμο, εντάσσοντάς τον στις κανονικές κοινωνικές σχέσεις τους, να τον καταστήσουν προβλέψιμο, περιορίζοντας το χώρο και το χρόνο του, και να τον μετατρέψουν σε αιτία και παράγοντα μιας αέναης μεταξύ τους επικοινωνίας.[8] Σε επίπεδο ηγεσιών οι δύο πλευρές είχαν προ πολλού ξεκινήσει τις διπλωματικές διεργασίες, οι οποίες μέχρι τον 9ο αιώνα αφορούσαν κυρίως σε ζητήματα πολέμου και σε συνθήκες ειρήνης[9] Από τον 9ο αιώνα και μετά η άμεση επικοινωνία και οι διπλωματικές επαφές βυζαντινών αυτοκρατόρων και χαλίφηδων εντάθηκαν και εξελίχθηκαν σημαντικά. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης αναπτύχθηκε μια νέα δυναμική με επίκεντρο τους αιχμαλώτους: την εξαγορά, την ανταλλαγή, τη νομική προστασία και τη δίκαιη μεταχείρισή τους από τον αντίπαλο. Μέσα από τις διαδικασίες επίλυσης τέτοιων ζητημάτων αναπτύχθηκαν νέες μορφές διπλωματικής δραστηριότητας στις δύο αυλές, οι οποίες δημιούργησαν εξαιρετικές συνθήκες επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.[10]

Σε βυζαντινές και αραβικές πηγές διασώζεται μεγάλος αριθμός σχετικών πληροφοριών, οι οποίες συνθέτουν την εικόνα ενός διπλωματικού μαραθώνιου, στον οποίο, όπως προκύπτει από τη μελέτη τους, εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες: αυτοκράτορες και χαλίφηδες, υψηλοί αξιωματούχοι των δύο αυλών (στρατηγοί, πατρίκιοι, εμίρηδες και βεζύρηδες), πατριάρχες και ιεράρχες, πρέσβεις και διερμηνείς και κυρίως επώνυμοι αιχμάλωτοι και από τα δύο στρατόπεδα, οι οποίοι, εκούσια ή ακούσια, συνέβαλαν στην επικοινωνία, την πληροφόρηση, την πολιτική και πολιτισμική προσέγγιση των δύο αυτοκρατοριών. Αξιοπρόσεκτη για το επίπεδο επικοινωνίας των δύο πλευρών, τον 9ο αιώνα, είναι η αφήγηση του al-Tabarī, σχετικά με την πρεσβεία του περίφημου Άραβα διπλωμάτη Nașr bn. al-Azhar (Nașir) (861), απεσταλμένου του χαλίφη al-Mutawakkil για τη διαπραγμάτευση της πέμπτης ανταλλαγής αιχμαλώτων, στον οποίο οι αξιωματούχοι της βυζαντινής αυλής προσέφεραν κατά την αποχώρησή του πολλά δώρα, προορισμένα για τον χαλίφη, όπως αρώματα, μετάξι, κρόκο και άλλα πολύτιμα είδη[11].

Τομή στις διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου – Ισλάμ υπήρξε, αναμφίβολα, ο θεσμός των επίσημων ομαδικών ανταλλαγών των αιχμαλώτων, ο οποίος καθιερώθηκε στα τέλη του 8ου αιώνα.[12] Η αποστολή πρεσβευτών, επιστολών και δώρων, η ανταλλαγή ομήρων και το πλήθος του απλού κόσμου που συνέρρεε εκεί από τις πλησιέστερες συνοριακές περιοχές συνιστούσαν πλέον το τελετουργικό του νέου status των αραβο-βυζαντινών σχέσεων γύρω από τους αιχμαλώτους. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών προσέφερε την ευκαιρία μιας πολυεπίπεδης επικοινωνίας των εμπολέμων, που ξεκινούσε από τις βασιλικές αυλές του Βυζαντίου και του Ισλάμ, περνούσε από τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές των συνοριακών επαρχιών και έφθανε στους απλούς ανθρώπους – χριστιανούς και μουσουλμάνους. Σ’ ένα πνεύμα κατευνασμού των παθών, παρά τον θρησκευτικό φανατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση που καλλιεργούνταν, οι ιθύνοντες της στρατιωτικής διπλωματίας και των δύο πλευρών συμπεριέλαβαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προσέγγισης και τους κατοίκους των αραβο-βυζαντινών συνόρων. Επέτρεπαν σε συνοριακούς εκατέρωθεν πληθυσμούς να προσεγγίσουν τον ποταμό Λάμο και να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς όλες αυτές τις πρωτόγνωρες διπλωματικές διεργασίες της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι οποίες αποτελούσαν αναντίρρητα ένα σημαντικό βήμα στην προσέγγιση των δύο αντιπάλων.[13]

Είναι αλήθεια ότι ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια των αραβοβυζαντινών διπλωματικών σχέσεων έχει εγγραφεί στο περιεχόμενο των επίσημων ανταλλαγών και εξαγορών αιχμαλώτων, στις όχθες του ποταμού Λάμος, κοντά στην Ταρσό. Οι περισσότερες συμφωνίες και οι διαδικασίες των ανταλλαγών έχουν καταγραφεί από Άραβες ιστορικούς όπως, ο al-Masudi, ο al-Maqrizī, ο al-Tabarī, ο al-Balādhurī, και άλλοι.[14] Το περιεχόμενο της επιστολής του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al-Radī, το έτος 938, με αφορμή την ανταλλαγή αιχμαλώτων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αγωνιώδους προσπάθειας επικοινωνίας με τον αντίπαλο. Ο βυζαντινός ηγέτης εκφράζει την ευχή και την επιθυμία, μετά την ανταλλαγή, να προχωρήσουν στη σύσφιγξη των μεταξύ τους σχέσεων και στη συμφιλίωση των λαών τους.[15] Ανάλογη ανησυχία εκφράζει και o πατριάρχης Νικόλαος Α΄ προς τον χαλίφη al- Muqtadir για την κατάσταση των Κυπρίων αιχμαλώτων, και ταυτόχρονα διατυπώνει την επιθυμία και την ευχή του για συμφιλίωση των δύο κόσμων.[16] Το ίδιο ενδιαφέρον εκδήλωναν συχνά και οι αραβικές αρχές για την τύχη των μουσουλμάνων αιχμαλώτων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαμαρτυρία προς τις αρχές της Κωνσταντινούπολης του βεζύρη Alī bn-Isā για την κακομεταχείριση των Αράβων αιχμαλώτων, κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Αλέξανδρου, αδελφού του Λέοντος Σοφού (911-912).[17]

Στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των ανταλλαγών κορυφαίο ρόλο έπαιζαν οι πρεσβευτές. Και από τις δύο πλευρές επιλέγονταν ικανοί και ευέλικτοι αξιωματούχοι που διακρίνονταν για την ευφυία, τις γνώσεις και τον πολιτισμό τους,[18] με πιο γνωστούς από το Βυζάντιο τον Μεθόδιο,[19] τον Λέοντα Χοιροσφάκτη[20] και τον Κουρκούα[21] και από το χαλιφάτο τον έμπειρο και επιτυχημένο διπλωμάτη Naşir (Naşr) bn al- Azhar.[22]

Οι συνθήκες της εποχής και η γραφειοκρατία των δύο αυλών επέβαλαν τη μακρά, συνήθως, παραμονή των ξένων πρεσβευτών στις πρωτεύουσες των συνομιλητών τους, η οποία τους παρείχε την ευκαιρία όχι μόνο της απλής επικοινωνίας, αλλά και της ενημέρωσης για την βαθύτερη γνώση της κοινωνίας της «άλλης πλευράς.»[23] Αραβικές και βυζαντινές πηγές περιγράφουν την υποδοχή των πρέσβεων στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών ως μεγαλοπρεπή και ιδιαίτερα πομπώδη. Οι διοργανωτές της επεδίωκαν με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσουν τους ξένους επισήμους για τον πλούτο της αυλής τους και τη δύναμη του ηγέτη τους.[24] Στο σημείο αυτό αξίζει ν’ αναφερθώ ενδεικτικά (τα παραδείγματα είναι πολλά) στην επιστολή του εμίρη της Αιγύπτου Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό, με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 936-937. Στο περιεχόμενό της εκτυλίσσεται με λεπτομέρειες όλο το σκηνικό της υποδοχής και της φιλοξενίας των βυζαντινών πρεσβευτών στο παλάτι του εμίρη και αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην αποκατάσταση ή την περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων Βυζαντίου και Αράβων. Είναι πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό η φράση με την οποία ο εμίρης Muhammad, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα, κλείνει την επιστολή του: «επειδή εσύ εγκαινίασες σχέσεις φιλικές και ευγενικές μαζί μας αξίζεις να τις καλλιεργήσουμε και να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς, ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες σου και τις επιθυμίες σου.»[25]

Οι Βυζαντινοί, σύμφωνα με τη λεπτομερή περιγραφή του έργου «Περί της βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, απέδιδαν μεγάλη σημασία στη φιλοξενία των Αράβων πρεσβευτών και στις εντυπώσεις που εκείνοι θα αποκόμιζαν από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.[26] Στο συγκεκριμένο έργο γίνονται ειδικές αναφορές στους «φίλους Σαρακηνούς», τους οποίους υποδέχονταν στα σύνορα βυζαντινοί αξιωματούχοι και τους εγκαθιστούσαν στη συνέχεια στο πολυτελές οίκημα, το γνωστό από τον Πορφυρογέννητο μητᾶτον. Η συμμετοχή τους σε επίσημες αυλικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, η πρόσκλησή τους σε επίσημα συμπόσια και η τιμητική θέση που καταλάμβαναν σε αυτά[27] καταδεικνύουν τη λειτουργία ενός ειδικού τιμητικού πρωτοκόλλου για τους Άραβες, στο οποίο ο Λέων ΣΤ΄ ενέταξε και Άραβες αιχμαλώτους, σύμφωνα με το περίφημο «Κλητορολόγιον» του Φιλoθέου, το οποίο ο δημιουργός του συνέγραψε στις αρχές του 10ου αιώνα.[28] Στο πλαίσιο αυτού του νεωτερισμού εντάσσεται αναμφίβολα η πρόσκληση και η συμμετοχή στις εκδηλώσεις του παλατιού και στις θρησκευτικές τελετές, του γνωστού, λόγιου Άραβα αιχμαλώτου Harūn bn-Yahyā. Ο Άραβας αιχμάλωτος αποκαλύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια και αξιοπιστία τους συμβολισμούς και τη σημειολογία των πρακτικών της βυζαντινής διπλωματίας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως», στο οποίο έχει καταγράψει προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις από την περίοδο της αιχμαλωσίας του στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Harūn bn-Yahyā αποτελεί, μαζί με το «Περί της βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, μία από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορική γεωγραφία της βυζαντινής πρωτεύουσας του 9ου και 10ου αιώνα. Η περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του διάκοσμου του παλατιού και της Μεγάλης Εκκλησίας, οι θρησκευτικές και οι αυτοκρατορικές τελετές, η παρουσία και η συμμετοχή ξένων στα δρώμενα της βασιλικής αυλής, αντανακλούν, αναμφίβολα, την έκπληξη, το θαυμασμό αλλά και το δέος του παρατηρητή-συγγραφέα. Η γραπτή κατάθεση του Harūn bn-Yahyā με όλα τα συναισθήματα που προκαλεί η περιγραφή του, μεταφέρθηκε και μεταδόθηκε στον κόσμο των Αράβων μέσω του ομοεθνούς συγχρόνου του γεωγράφου, Ibn Rosteh, ο οποίος το διέσωσε, ενσωματώνοντάς το στο δικό του έργο «Kitab al-a laq al nafisā» (= «Livre des choses presieuses»)[29]. Τόσο η συγκεκριμένη πολύτιμη για τη βυζαντινή διπλωματία πηγή όσο και οι μαρτυρίες άλλων βυζαντινών και αραβικών πηγών που αναφέρονται στις διπλωματικές δραστηριότητες της βυζαντινής αυλής, προδίδουν ξεκάθαρα τις στρατηγικές και τους στόχους της αυτοκρατορίας για την αντιμετώπιση και την ειρηνική προσέγγιση του μεγαλύτερου, ίσως, έως τότε εχθρού της, ο οποίος διεκδικούσε με αξιώσεις τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Μέσω των περίπλοκων μηχανισμών και των περίτεχνων μεθόδων της, η βυζαντινή διπλωματία, ιδιαίτερα τον 10ο αιώνα, είχε εξαπολύσει έναν «πόλεμο» εντυπώσεων και μια «επίθεση» ιδεολογικής επιρροής, σε όλα τα επίπεδα, στον ευρύτερο αραβικό κόσμο: στη Δύση, στη Βόρεια Αφρική και κυρίως στην Ανατολή, διαδίδοντας την οικουμενική χριστιανική ιδεολογία της μέσα στους κόλπους του Ισλάμ και προβάλλοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον υλικό πολιτισμό και τον πλούτο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στα μάτια ανθρώπων της άρχουσας, κυρίως, τάξης των Αράβων, όπως ήταν για παράδειγμα οι πρεσβευτές καθώς και οι επώνυμοι και διάσημοι αιχμάλωτοι. Ως προσπάθεια ιδεολογικής παρέμβασης μπορεί να ερμηνευτεί και η ευνοϊκή μεταχείριση εκ μέρους των βυζαντινών αρχών των γνωστών στην αραβική κοινωνία, επώνυμων Αράβων αιχμαλώτων, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του εμίρη της Κρήτης Abd al-Azīz (του γνωστού Κουρουπά), του ποιητή-διανοούμενου Αbū Firās, του προαναφερόμενου Harūn bn-Yahyā, παλαιότερα του Qabāth ibn-Razīn, κ. α.[30] Σε αυτό το πνεύμα, ενταγμένη σε ένα χριστιανικό πολιτισμικό πλαίσιο, λειτουργούσε και η συμβολική γλώσσα των βυζαντινών τελετών, όπως την προσέλαβε, χωρίς ενδεχομένως να την κατανοεί, ο αιχμάλωτος Harūn[31]. Ο θαυμασμός και η έκπληξή του από το τελετουργικό σύμπλεγμα των θριάμβων, των δημοσίων πομπών, των τελετών και των συμποσίων, όλα μέσα από μια θρησκευτική διάσταση, καταγεγραμμένα στο κείμενό του, όπως ο ίδιος τα βίωσε, φαίνεται να δικαιώνουν τους εμπνευστές και τους λειτουργούς του διπλωματικού γίγνεσθαι της βυζαντινής βασιλικής αυλής. Η ακριβής περιγραφή του αυτοκρατορικού ανακτορικού συγκροτήματος της Κωνσταντινούπολης από τον Harūn ibn Yahyā και οι εικόνες που μετέφεραν και μετέδιδαν στα αραβικά χαλιφάτα οι επιφανείς αιχμάλωτοι και οι υψηλοί αξιωματούχοι – πρεσβευτές του Ισλάμ, δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Άραβες χαλίφηδες και τις αυλές τους. Με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 917 στη Βαγδάτη, στην οποία οι Άραβες επεφύλαξαν μια από τις λαμπρότερες υποδοχές στους βυζαντινούς απεσταλμένους, καταγράφηκαν πολλές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων με την απαρίθμηση και την περιγραφή όλων των μερών του παλατινού συγκροτήματος των Αββασιδών, το οποίο, σύμφωνα με την ιστορία της Βαγδάτης του al-Hatīb al-Bagdādī,[32] ανταγωνίζονταν επάξια σε πλούτο και λαμπρότητα το βυζαντινό. Και ενώ για τους Αββασίδες δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, πέραν των λογικών υποθέσεων, για το αν το τελετουργικό της αυλής τους ακολουθούσε βυζαντινά πρότυπα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου. Κατά τον σπουδαίο αραβολόγο M. Canard, ο οποίος επιχείρησε μια συγκριτική μελέτη του βυζαντινού και του αραβικού τελετουργικού των Φατιμιδών, μέσα από τις διασωζόμενες πηγές των δύο πλευρών («Περί της βασιλείου τάξεως» του Πορφυρογέννητου και τους «πίνακες τελετών» του άραβα Maqrizi και των μεταγενέστερων Ibn al-Ma’ mūn και Ibn al-Tuwair)[33], υπάρχει συνέχεια στις διάφορες πτυχές του φατιμιδικού τελετουργικού, η οποία δικαιολογεί τη σύγκριση και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από τα τέλη του 10ου έως τον 12ο αιώνα, η αυτοκρατορία του Βυζαντίου και εκείνη των Φατιμιδών είναι πλέον οι δύο μόνες μεγάλες δυνάμεις της μεσογειακής Ανατολής. Οι Φατιμίδες, εντυπωσιασμένοι προφανώς από τις περιγραφές των Αράβων επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης και τις παραγόμενες εικόνες, υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στο τελετουργικό τους ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία του βυζαντινού τελετουργικού, προκειμένου να ανταγωνισθούν σε λάμψη και σε δόξα τον «Ρωμαίον» αυτοκράτορα, όπως, αναμφίβολα και παρά την απουσία σχετικών πληροφοριών, το είχαν πράξει και οι Αββασίδες. Ο θαυμασμός και η έκπληξη που ένοιωθαν οι βυζαντινοί πρεσβευτές κατά την επίσκεψη και την παραμονή τους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης, παραπέμπουν στον πλούτο και τη λαμπρότητα με την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, περιβαλλόταν το παλάτι των Αββασιδών.[34]

Η βυζαντινή αυλή βέβαια, λειτουργώντας στο πλαίσιο ενός δαιδαλώδους παρασκηνίου και εφαρμόζοντας τις πολυσύνθετες πρακτικές της διπλωματίας της, δεν αρκούνταν στην έκθεση του υλικού και πνευματικού πλούτου της βυζαντινής πρωτεύουσας και στη δημιουργία εικόνων μόνο και εντυπώσεων. Μέσω των πρεσβευτών της επιχειρούσε και άλλες παρεμβάσεις με περιεχόμενο πολιτιστικό, κοινωνικό και ενίοτε ιδεολογικό. Για την πολιτιστική πολιτική που άσκησε το Βυζάντιο στις αυλές των χαλιφάτων, εκτός από τις περιστασιακές αναφορές Βυζαντινών και Αράβων συγγραφέων σε αμοιβαίες προσφορές δώρων, στη διάρκεια των διαφόρων διπλωματικών αποστολών, πληροφορίες παρέχει και μία άλλη αυθεντική πηγή, προερχόμενη, κατά τους μελετητές των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, από το αρχειακό υλικό των αραβικών βασιλικών αυλών. Πρόκειται για το περίφημο «Βιβλίο θησαυρών και δώρων» («Livre des Tresors et des Cadeaux»), το οποίο έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 11ου αιώνα.[35] Περιέχει κατάλογο και περιγραφές των πολύτιμων δώρων που ανά τακτά διαστήματα αποστέλλονταν από βυζαντινούς αυτοκράτορες σε χαλίφηδες και εμίρηδες μέσω των πρεσβειών, κυρίως κατά τους 10ο και 11ο αιώνες. Ενδεικτικά, μπορούν ν’ αναφερθούν για τον 10ο αιώνα δύο αποστολές δώρων εκ μέρους των βυζαντινών αυτοκρατόρων προς Άραβες χαλίφηδες, ο κατάλογος και η περιγραφή των οποίων εμπεριέχεται στην προαναφερόμενη αραβική πηγή. Πρόκειται για τα πολύτιμα δώρα που απέστειλε ο Ρωμανός Λεκαπηνός στον χαλίφη της Βαγδάτης Al-Radī το έτος 938 και για εκείνα του Ιωάννη Τσιμισκή προς τον Φατιμίδη χαλίφη Al-Mu’ izz, μετά την είσοδό του στην Αίγυπτο το 973.[36]

Πρέπει να επισημανθεί ακόμη ότι πολιτιστική διπλωματία στους κόλπους των Αράβων ασκήθηκε από το Βυζάντιο και κατά τους προηγούμενους αιώνες, και μάλιστα από την αρχή της συγκρότησης του αραβικού χαλιφάτου. Αραβικές πηγές αναφέρουν ότι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέστειλαν αρχιτέκτονες, τεχνίτες μωσαϊκών και υλικά για την ανέγερση και τη διακόσμηση των πρώτων παλατιών των χαλίφηδων, κυρίως όμως για τη διακόσμηση των τζαμιών της Μεδίνας και της Δαμασκού.[37] Η επιβίωση αυτών των διπλωματικών πρακτικών και κατά τους επόμενους αιώνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποστολή βυζαντινών τεχνιτών στην Cordova για την ψηφιδωτή διακόσμηση του μεγάλου τζαμιού της[38], αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της συνέχισης των πολιτισμικών παρεμβάσεων της βυζαντινής αυλής, πάντοτε στο πνεύμα και το πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής προσέγγισης.

 

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη,
β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ότι στο πολιτισμικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι των Αράβων, από την εμφάνιση του Ισλάμ, τόσο κατά τη διάρκεια της συγκρότησης και της ακμής των χαλιφάτων, όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν κατευθύνονταν απευθείας από τη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Από αραβικές κυρίως πηγές αντλούμε πληροφορίες για την αξιοποίηση βυζαντινών αιχμαλώτων, ιδιαίτερα στην αρχή της οργάνωσης του χαλιφάτου, σε τομείς της διοίκησης, των τεχνικών έργων, των οικονομικών υπηρεσιών, των γραμμάτων, κ.λπ.[39] Εξίσου σημαντική υπήρξε, επίσης, και η συμβολή των χριστιανικών κοινοτήτων (μονοφυσιτών, κοπτών και νεστοριανών), που παρέμειναν μετά την κατάληψη των εδαφών τους υπό αραβική κατοχή.[40] Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, όπως ήταν η Αλεξάνδρεια, η Γάζα, η Βηρυτός, η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Νίσιβις, κ. ά., μετά την κατάληψή τους από τους Άραβες, από την πρώιμη ισλαμική εποχή, μετατράπηκαν σε πεδίο έντονων θεολογικών διαλόγων και αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο μιας διαθρησκευτικής, διαπνευματικής προσέγγισης χριστιανισμού και ισλαμισμού, μέσω κυρίως της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας.[41] Πνευματικοί άνθρωποι από τις υποδουλωμένες στους Άραβες χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής μετέδωσαν και διέδωσαν, μέσω διπλών συνήθως μεταφράσεων, τα έργα των μεγάλων ελλήνων φιλοσόφων, ενώ άλλοι, εκούσια ή ακούσια, επιστρατεύθηκαν από τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Ανατολής στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας της, προσφέροντας την τεχνογνωσία και τις εμπειρίες τους στην οργάνωση της αυλής των χαλίφηδων, στη διπλωματία, στο εμπόριο, στις τέχνες, κ.λπ.[42]

Η κορυφαία πνευματική συνάντηση των Βυζαντινών με τους Άραβες έγινε τον 9ο αιώνα, όταν εκδήλωσαν από κοινού το ενδιαφέρον τους για την αναβίωση της κλασικής ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας.[43] Κλασικά ελληνικά έργα, από τα δύο προαναφερόμενα πεδία, μεταφράσθηκαν στα αραβικά κατά την περίοδο της χαλιφίας των Αββασιδών στο μεγάλο διεπιστημονικό κέντρο της Βαγδάτης, στον «Οίκο της Σοφίας».[44] Το γεγονός αυτό υπήρξε αναμφίβολα η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση Βυζαντινών – Αράβων, στο πνευματικό και επιστημονικό πεδίο, με πρωτοβουλία του γνωστού λάτρη της κλασικής αρχαιότητας, του χαλίφη al Ma’mun και τη συμμετοχή και συνεργασία βυζαντινών μοναχών και πνευματικών ανθρώπων της Συρίας και της Μεσοποταμίας, πιθανότατα με την παρότρυνση και τη βοήθεια της βυζαντινής αυλής.[45] Αξίζει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την αλληλογραφία του χαλίφη al Ma’mūn και του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόφιλου, με αφορμή τον μεγάλο βυζαντινό διανοούμενο Λέοντα Μαθηματικό, τον οποίο ο πρώτος διεκδικούσε ειρηνικά από τη βυζαντινή αυλή, προκειμένου να μεταδώσει τις γνώσεις του στο χαλιφάτο. [46] Εκτός όμως από την κλασική φιλοσοφία και τις ελληνικές επιστήμες, στον αραβικό κόσμο διείσδυσε εν μέρει και η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή σε τομείς, όπως ήταν τα νομικά κείμενα, τα στρατιωτικά εγχειρίδια, και σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστοριογραφία. Αυτό προκύπτει από τη συνολική ή την αποσπασματική διάσωση ορισμένων αραβικών κειμένων, τα οποία αποτελούν μεταφράσεις ή προσαρμογές από αντίστοιχα βυζαντινά, όπως είναι ο «Νόμος Ροδίων»[47], ο «Πρόχειρος Νόμος»[48], τα «Ναυμαχικά»[49] και άλλα στρατιωτικά εγχειρίδια, καθώς και ορισμένα δάνεια από βυζαντινές χρονογραφίες, προσαρμοσμένα σε αραβικά χρονικά, με πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση την ιστορία του al- Tabarī.[50] Σχετικά με την αντιμετώπιση, από τις δύο αυλές, των πρεσβευτών οι οποίοι αποτελούσαν τους βασικούς παράγοντες προσέγγισης, είναι γνωστό ότι το status των μουσουλμάνων πρεσβευτών στη βυζαντινή πρωτεύουσα βασιζόταν, γενικά, στην κλασική παράδοση περί φιλοξενίας και στη χριστιανική αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το status, αντίστοιχα, των βυζαντινών απεσταλμένων στις διάφορες αραβικές πρωτεύουσες ήταν πιο περίπλοκο και περιείχε διάφορα στάδια και επίπεδα, όπως αυτά ορίζονταν από τους κανόνες του μουσουλμανικού δικαίου. Κοινή συνισταμένη, ωστόσο, όλων των νομικών φάσεων της υποδοχής και της παραμονής τους στο χαλιφάτο ήταν η προστασία και η γενναιόδωρη φιλοξενία, καθώς επίσης και η αντιμετώπισή τους ως ιερά πρόσωπα, όπως συνέβαινε σε όλα τα πολιτισμένα «έθνη» της εποχής εκείνης.[51] Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στο σύνολο των πρεσβειών που αντηλλάγησαν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, περιλαμβάνονται ορισμένες αποστολές με περιεχόμενο καθαρά πολιτιστικό. Η προσφορά από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, μέσω πρεσβειών, της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του Ορόσιου και του εγχειριδίου «Περί βοτανικής» των Διοσκουρίδων προς τον χαλίφη της Cordova, το αίτημα του χαλίφη της Βαγδάτης al- Ma’mūn προς τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, μέσω ειδικής πρεσβείας, να αποστείλει στην αυλή του τον Λέοντα Μαθηματικό, παρόμοιο με εκείνο του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ προς τον χαλίφη Hārūn ar-Rashīd να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα τον άραβα ποιητή Abū’ l-Atāhiya,[52] η αποστολή καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών υλικών (μωσαϊκών, μαρμάρων, όνυχα κ. λπ.) από το Βυζάντιο προς τα διάφορα χαλιφάτα για την ανέγερση και τη διακόσμηση παλατιών και τζαμιών, αποτελούν αναφορές που υποδηλώνουν στοχευμένες παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των δύο κόσμων, μέσω των γραμμάτων, του πολιτισμού και της τέχνης, οι οποίες ξεπερνούσαν τα στενά όρια των τυπικών διπλωματικών σχέσεων.[53]

Στο θρησκευτικό και ιδεολογικό πεδίο, το Βυζάντιο και το Ισλάμ, παρά τις μεγάλες διαφορές των δύο θρησκειών, μοιράζονταν μια κοινή κοσμοαντίληψη, μια κοινή θεολογική ενόραση της ανθρώπινης ιστορίας με παρόμοια ηθικά επίπεδα ως προς την επίγεια δικαιοσύνη και τη μετά θάνατο ζωή.[54] Από πολύ νωρίς άλλωστε, και συγκεκριμένα από την εποχή των Ομμεϊάδων, οι ίδιοι οι χαλίφηδες και ορισμένοι άνθρωποι της αυλής τους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον χριστιανισμό και έθεταν ερωτήματα σχετικά με το θεολογικό περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του. Σχετικά με την διαθρησκευτική επικοινωνία Βυζαντινών και Αράβων στην αναζήτηση πνευματικών συγκλίσεων και αποκλίσεων, είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω παραδείγματα: ο διάλογος μεταξύ του Στέφανου Βυζάντιου και ενός Άραβα διανοούμενου στα μέσα του 9ου αιώνα για τη θέση των δύο θρησκειών απέναντι στις ανθρωποκτόνες πράξεις[55], η μυθιστορηματική αφήγηση του Άραβα αιχμαλώτου στην Κωνσταντινούπολη Quabāth bn-Razīn, (διεσώθη από τον ομοεθνή του al-Tanūkhi, 10ος αι., στο έργο του «La delivrance après l’angoisse»), για τον θεολογικού περιεχομένου διάλογο που είχε ο ίδιος με τον πατριάρχη, με πρωτοβουλία του βυζαντινού αυτοκράτορα,[56] καθώς και οι αναφορές του αιχμάλωτου ποιητή Abū- Firās, στην ποιητική συλλογή του Rūmmiyyāt (οι Έλληνες), για έναν παρόμοιο διάλογο που διεξήγαγε με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά.[57] Αξιοσημείωτο επίσης και ενδεικτικό της προσπάθειας προσέγγισης Βυζαντίου και Ισλάμ, είναι το επεισόδιο της επίσκεψης ενός Άραβα διανοούμενου, κατ’ επιθυμίαν του χαλίφη Wātiq αλλά κατά παρέκλιση των αρχών της βυζαντινής διπλωματίας, στο σπήλαιο των επτά κοιμωμένων στην Έφεσο, μια σκηνή της χριστιανικής μυθολογίας, που φιγουράρει χαρακτηριστικά στο κοράνι.[58] Επομένως παρά τις μακρές περιόδους πολέμου και σκληρών συγκρούσεων και παρά τη διάσταση που χαρακτήριζε τις δύο θρησκείες, υπήρχαν ή δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις περιστασιακών, έστω, συνεργασιών των δύο αυτοκρατοριών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η θεολογία, η επιστήμη, η τέχνη και άλλα τεχνικά εγχειρήματα.

Ολοκληρώνοντας, πρέπει να σημειωθεί ότι τα επεισόδια των ειρηνικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων είναι πολλά και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν σε μια μελέτη. Από τα παραδείγματα, ωστόσο, στα οποία έγινε αναφορά μπορούν να εξαχθούν κάποια ενδεικτικά συμπεράσματα.

Ως προς το ζήτημα των αιχμαλώτων, που αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς στην παρούσα μελέτη, φαίνεται ότι ο θεσμός των επίσημων ανταλλαγών ή εξαγορών λειτούργησε και για τις δύο πλευρές ως στοιχείο τακτικής και συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση μιας κάποιας πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Από την άλλη, ο νεωτερισμός αυτός, μοχλός πίεσης στην ανάπτυξη ενός διαρκούς διαλόγου, χάραξε διαύλους επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των δύο κόσμων.

Όσον αφορά τον γενικό πίνακα των διπλωματικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων, αυτές φαίνεται ότι κινήθηκαν σε δύο άξονες: α) στον άξονα μιας αυστηρά θεσμοθετημένης διπλωματίας, στο πλαίσιο της οποίας περιλαμβάνονταν η αποστολή πρέσβεων, επιστολών, δώρων και ενίοτε αιχμαλώτων, με σκοπό τη διαπραγμάτευση συνθηκών ειρήνης, ανακωχών και ανταλλαγών ή εξαγορών αιχμαλώτων· και β) στον άξονα μιας πιο χαλαρής και ελεύθερης διπλωματίας, εθιμικού κυρίως χαρακτήρα, στο περιεχόμενο της οποίας εγγράφονται πολιτιστικές δράσεις, ευνοϊκές συμπεριφορές έναντι ορισμένων προσώπων και από τις δύο πλευρές,[59] αλλά ακόμη και προσπάθειες ανάπτυξης πνευματικού και θρησκευτικού διαλόγου, στο πλαίσιο της ίδιας της διαφορετικότητας των θρησκευτικών αντιλήψεων των δύο κόσμων.[60] Επομένως, ο ίδιος ο πόλεμος και οι συνέπειές του – εξίσου σκληρές και επώδυνες και για τις δύο πλευρές – και η εκατέρωθεν αναγνώριση του αντιπάλου ως ισότιμου, υπήρξαν οι σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν, παράλληλα με τις εχθρικές, οι ειρηνικές ή οι φιλικές ενίοτε σχέσεις της βυζαντινής αυλής και του αραβικού χαλιφάτου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes: La dynastie macédonnienne (867-959), II-1, Βρυξέλλες 1950, 420-423; M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siecles, Melanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 287-289 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII]; Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations in the reign of Al-Mu’iiz li-Din (953-975 A. D.) as reflected in primary arabic sources, Graeco-arabica 4 (1991), appendix II, 102.

[2] Λέοντος Σοφού Τακτικά, έκδ. G. Dennis,The Taktika of Leo VI (text, translation, and commentary), Ουάσιγκτον 2010, 444. Πρβλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Ο δίκαιος πόλεμος κατά τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, Σύμμεικτα Σεφεριάδου, Αθήνα 1961, 411-434.

[3] Canard, Les sources arabes, 287; Tibi, Byzantine-Fatimid relations, appendix III, 104.

[4] Σοφία Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο. Από τη θεωρία στην πράξη, Αθήνα 2008, 29-128.

[5] J.H. Jenkins – L.G. Westerink, Nicholas I Patriarch of Constantinople Letters, [CFHB VI], Dumbarton Oaks, Ουάσιγκτον 1973, 2.

[6] G. Dennis, The Taktika of Leo VI, 474-480; Πρβλ. G. Dagron «Ceux d’en face». Les peuples étrangers dans les traites militaires byzantins, Traveaux et Memoires 10 (1987), 223; J.F. Haldon, Recruitement and Conscription in the Byzantine Army c. 550-950. A study on the origins of the Stratiotika Ktemata (Oster. Akad. d. Wissenschaften Phil.-hist. Kl. Sitzungsber., 357 bd.), Βιέννη 1979, 48 κ ε.

[7] Nike Koutrakou, The image of the Arabs in middle-byzantine Politics. A study in the Enemy principle (8th-10th centuries), Graeco-arabica 5 (1993), 215.

[8]  G. Dagron, Apprivoiser la guerre. Byzantins et Arabes ennemis intimes, στον τόμο Το εμπόλεμο Βυζάντιο 9ος-12ος αι. (Byzantium at war), Αθήνα 1997, 37.

[9] H. Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy in the Near East from the Ιslamic Conquests to the Mid-eleventh Century, έκδ. J. Shepard – S. Franklin, Byzantine Diplomacy, Variorum 1992, 137.

[10] Η συμβολή των βυζαντινών αιχμαλώτων, σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, υπήρξε πολύ σημαντική, από τους πρώτους αιώνες της αραβικής εξάπλωσης, στην οργάνωση του χαλιφάτου και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε όλα τα επίπεδα. Μαζί με τις χριστιανικές κοινότητες της Συρίας και της Αιγύπτου (μονοφυσιτικές και κοπτικές), οι αιχμάλωτοι πολέμου χρησιμοποιήθηκαν και αξιοποιήθηκαν στη μετάδοση της γνώσης των επιστημών και της κλασικής φιλοσοφίας, αλλά κυρίως στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας του Ισλάμ σε τομείς όπως ήταν η διοίκηση, η διπλωματία, το εμπόριο, οι τέχνες, οι οικιακές εργασίες, κ. λπ. (βλ. J. Meyendorff, Byzantine Views of Islam, DOP 18 (1954), 113; Maria Campagnolo-Pothitou, Les échanges de prisoniers entre Byzance et l’Islam aux IXe-Xe siècles, Journal of Oriental and African Studies 7 (1995), 24; Milka Andonova-Hristova, Modéles historiques de coexistence pacifique entre musulmans et chrétiens orthodoxes pendant les periodes byzantine et post-byzantine, Byzantinoslavica 61 (2003), 229-239.

[11] Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy, 139. O Tabarī, μέσα από την εξιστόρηση της πρεσβείας του Άραβα απεσταλμένου και των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στη βυζαντινή αυλή, μας παρέχει μια ακόμη πολύ σημαντική πληροφορία. Πρόκειται για την παρουσία ελλήνων διερμηνέων στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, οι οποίοι γνώριζαν την αραβική γλώσσα από την περίοδο της αιχμαλωσίας και της υπηρεσίας τους πιθανότατα σε κάποιους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του χαλιφάτου (στο ίδιο, 140).

[12] R. A. Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί: το πρόβλημα των αιχμαλώτων πολέμου, Θεσσαλονίκη 1983, 68-87· Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 29-30.

[13] A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, la dynastie macédonienne (867-959), Extraits des sources arabes (μτφ. Marius Canard), Βρυξέλλες 1950, 117. Πρβλ. Fr. R. Trombley, The Arabs in Anatolia and the Islamic Law of War (fiqh al-jihad) Seventh-Tenth Centuries, Al-Masãq, (Islam and the Medieval Mediterranean) 23/1 (2011), 151 και Σοφία Πατούρα, Οι αχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ς αι.), Αθήνα 1994, 137-138.

[14] Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 7-8, 30.

[15] Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 425-430; Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί, 69-70.

[16] Jenkins – Westerink, Nicholas I Patriarch, 2-16· πρβλ. C. P. Kyrris, The nature of arab-byzantine relations in Cyprus from the middle of the 7th to the middle of the 10th century A. D. Graeco-arabica 3 (1984), 152-153.

[17] Στην περίοδο της χαλιφίας του al-Muqtadir, ο βεζύρης του Alī bn-Isā απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία, συνοδευόμενη από τους πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, με σκοπό να διερευνήσουν τις συνθήκες διαβίωσης και τη μεταχείριση που είχαν από τους Βυζαντινούς οι μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι της βυζαντινής πρωτεύουσας (M. Canard, Extaits des sources arabes, στο A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 286-291).

[18] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 390-393.

[19] Ο σλαβονικός Βίος των ιεραποστόλων αδελφών Κύριλλου και Μεθόδιου παραδίδει την πληροφορία σχετικά με την πρεσβεία του Μεθόδιου στη Βαγδάτη το έτος 851· βλ. Fr. Dvornik, Les legendes de Constantin et de Methode vues de Byzance, Πράγα 1969/2, 69 κ.ε.

[20] Ο Λέων Χοιροσφάκτης, επικεφαλής της πρεσβείας του 908 στη Βαγδάτη, επέδωσε κατά τον ιστορικό al-Tabarī ιδιόγραφη επιστολή του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄, μέσω της οποίας του πρότεινε ανταλλαγή αιχμαλώτων και του ζητούσε να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα έναν Άραβα πρεσβευτή προκειμένου να συγκεντρώσει τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους. Η ανταπόκριση του χαλίφη υπήρξε άμεση, λόγω κυρίως της ευελιξίας και των διαπραγματευτικών ικανοτήτων του Χοιροσφάκτη, όπως επισημαίνει ο Άραβας ιστορικός· (Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1 132-139· G. Kolias, Léon Choerosphactès, magister, proconsul et patrice, Αθήνα 1939).

[21] Βλ. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 316.

[22] Ο al-Tabarī, στην περιγραφή της πρεσβείας του Naşir στην Κωνσταντινούπολη το έτος 860-861 για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής αιχμαλώτων αναφέρεται στο επεισόδιο που προκλήθηκε στη βυζαντινή αυλή από την άρνηση του Άραβα πρεσβευτή να ακολουθήσει το πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο όφειλε να αλλάξει την ενδυμασία του και να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα. Το επεισόδιο αυτό αποτελεί ένδειξη της ισχύος του συγκεκριμένου προσώπου και της υψηλής θέσης που κατείχε στο χαλιφάτο (Vasiliev, Byzance et les Arabes I, La dynastie d’Amorium [820-867], Βρυξέλλες 1935, 320, όπου και η μετάφραση του σχετικού χωρίου ).

[23] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 141.

[24] Στο ίδιο, 141-143.

[25] M. Canard, Une lettre de Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd émir d’Egypte a l’empereur Romain Lécapène, Annales de l’Institut d’Etudes Orientales de la Faculté des Lettres d’Alger (AIEO) 2, Αλγέρι 1936 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, VII].

[26] Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί της βασιλείου Τάξεως, έκδ. J.J. Reiske, Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae [CSHB 2], Βόννη 1829-1830, 570-592.

[27] Στο ίδιο, 399, 401, 570-592· πρβλ. M. Canard, Les relations politiques et sociales entre Byzance et les Arabes, DOP 18 (1964), 36-37 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIX]· L. Douglas – J. Shepard, A double life: placing the peri presbeon, Byzantinoslavica 52 (1991), 34-35.

[28] Σύμφωνα με το νεωτερισμό που εισήγαγε ο Λέων ΣΤ΄ Σοφός με το «Κλητορολόγιον» του Φιλοθέου, στα επίσημα συμπόσια που πραγματοποιούνταν στη βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τις εορτές της χριστιανοσύνης προσκαλούνταν και μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι, στη θέση ενδεχομένως των απόντων πρεσβευτών (βλ. N. Oikonomides, Les listes de Préséance byzantines des IXe et Xe siècles (Introduction, Text, Traduction et Commentaire), Παρίσι 1972; Liliana Simeonova, In the depths of tenth-century byzantine ceremonial: the treatment of Arab prisoners of war at imperial banquets BMGS 22 (1998), 75-104.

[29] A.A. Vasiliev, Harūn ibn-Yahyā and his description of Constantinople, Seminarium Kondakovianum 5 (1932), 149-153· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 103-110.

[30] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 93-110 και 121-123.

[31] Simeonova, In the depths, 95-98.

[32] Canard, Bagdât au IVe siècle de l’hégire, 271; Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 42.

[33] M. Canard, Le cérémonial fatimite et le cérémonial byzantin: essai de comparaison, Byzantion 21 (1951), 415-417 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIV].

[34] M. Canard, Bagdât au IVe siecle de l’hégire, 271-272.

[35] M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siècles, Mélanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 289-290 [= Variorum Reprints, Byzance et les Musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII].

[36] Στο ίδιο, 290. Πρόκειται πιθανότατα για την πρεσβεία που απεστάλη από τον βυζαντινό αυτοκράτορα στον χαλίφη Al- Mu’ izz, μετά την κατάληψη του χαλιφάτου της Αιγύπτου και τη μεταφορά της αυλής του από τη βόρεια Αφρική στο Κάιρο, της οποίας ηγείτο κάποιος Νικόλαος (βλ. Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations, 97.

[37] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135.

[38] Ε. Levi-Provencal, Histoire de l’Espagne musulmane II, (Παρίσι 1950), 143-153 και ΙΙΙ (Παρίσι 1967), 393.

[39] Campagnolo-Pothitou, Les échanges des prisoniers, 24.

[40] Από τις χριστιανικές κοινότητες των μονοφυσιτών και των νεστοριανών, Άραβες αξιωματούχοι προσέλαβαν δούλους, διπλωμάτες και γραμματείς, εμπόρους και επιχειρηματίες, πρόθυμους να συμβάλουν στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας των Αράβων (Meyendorff, Byzantine Views, 115).

[41] I. Shahid, Byzantium and the Islamic World, στον τόμο (έκδ. Angeliki E. Laiou – H. Maguire) Byzantium: A World Civilisation, Dumbarton Oaks, 1992, 50-51.

[42] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135. C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs: war and peace between two world civilisations, Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), 18-20 (= The Arabs, Byzantium and Iran: Studies in Early Islamic History and Culture, Variorum 1996, XIII).

[43] Η ακτινοβολία του Ελληνισμού, ο οποίος αναβίωσε κατά την περίοδο της εικονομαχίας και αγκάλιασε προοδευτικά όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτων – ποίηση, θέατρο, ρητορική, ιστορία, θετικές επιστήμες και φιλοσοφία – δεν έλαμψε μόνο στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας αλλά επεκτάθηκε και έξω από τα σύνορά της με ξεχωριστή επίδραση στον ισλαμικό κόσμο και, κυρίως, στις ηγετικές του τάξεις (βλ. B. Hemmerdinger, Une mission scientifique arabe a l’origine de la renaissance iconoclaste, BZ 55 [1962], 66· P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, μτφ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Αθήνα 1985/2, 35· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 49-60.

[44] Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 35, σημ. 9. Σχετικά με τους τύπους των μεσαιωνικών μεταφράσεων από την ελληνική στην αραβική γλώσσα και τη γενικότερη μεταφραστική δραστηριότητα στο χαλιφάτο των Αββασιδών, βλ. N. Serikoff, Ancient Greece and Byzantium through Arabic Eyes, Byzantinoslavica 54/1 (1993), 198-201· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 76-77.

[45] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 389.

[46] Αφορμή για την αλληλογραφία του χαλίφη al-Ma’mūn με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο υπήρξε η παρουσία στην αυλή του χαλίφη κάποιου διανοούμενου βυζαντινού αιχμάλωτου, άλλοτε μαθητή του Λέοντος του Φιλόσοφου ή Μαθηματικού. Στο 4ο βιβλίο της Συνέχειας του Θεοφάνη, την οποία ακολουθεί πιστά σχεδόν ο Κεδρηνός, διασώζεται η παράδοση που αναφέρεται στη ζωή και τη διδασκαλία του Λέοντος του Μαθηματικού, στην αιχμαλωσία του μαθητή του από τους Άραβες και στη συνάντηση του τελευταίου με τον ίδιο τον χαλίφη Ma’mūn· (Θεοφάνους Συνεχιστής, έκδ. I. Bekker, Theοphanis Continuatus, [CSHB], Βόννη 1838, 165-191 και Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, έκδ. I. Bekker, Georgii Cedreni Compendium Historiarum II, [CSHB], Βόννη 1839, 166-169· πρβλ. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 130-134).

[47] V. Christides, Raid and Trade in the Eastern Mediterranean: A treatise by Muhammad bn. ‘Umar: the Faqīh from occupied moslem Crete and the Rhodian Sea Law: two parallel texts, Graeco-arabica 5 (1993), 63-94 και D. G. Letsios, Sea trade as illustrated in the «Rhodian Sea Law» with special reference to the reception of its norms in the Arabic Ecloga, Graeco-arabica 6 (1995), 209-225.

[48] J. Pahlitzsch, The translation of the byzantine Procheiros Nomos into arabic: techniques and cultural context, Byzantinoslavica 65 (2007), 19-29.

[49] V. Christides, Naval warfare in the Eastern Mediterranean (6th-14th centuries). An arabic translation of Leo VI’s Naumachica, Graeco-arabica 3 (1984), 137-143.

[50] S. Franklin – Maria Mauroudi, Graeco-slavic and graeco-arabic translation. Movements and their cultural implications: problems and possibilities of comparison, Byzantinoslavica 65 (2007), 57-67.

[51] C.E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 6; Canard, Les relations politiques, 37-38.

[52] Βλ. M. Canard, La prise d’Héraclée et les relations entre Hārūn ar-Rashīd et l’empereur Nicéphore Ier, Byzantion 32 (1962), 366-371 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, London 1973, XVIII].

[53] Canard, Les relations politiques et sociales, 36; Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 78-81. Στην πολιτιστική διπλωματία περιλαμβάνονταν ασφαλώς και τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσονταν μέσω των πρέσβεων αλλά και το εμπόριο που ασκούσαν ελεύθερα οι επίσημοι απεσταλμένοι, Βυζαντινοί και Άραβες, κατά την παραμονή τους στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών.

[54] C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 18.

[55] D. Krausmuller, Killing at God’s Command: Niketas Byzantios’ Polemic against Islam and the Christian Tradition of Divinely Sanctioned Murder, Al-Masāq (Islam and the Medieval Mediterranean) 16/1 (2004), 163-170.

[56] M. Canard, Les aventures d’un prisonnier arabe et d’un patrice byzantin à l’epoque des guerres bulgaro-byzantines, Récit tiré de Tanūkhi (Xe siècle), al Faradj ba’ d ash-shidda, la delivrance après l’angoisse, DOP 11 (1956), 51-72 και Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 97-103.

[57] M. Canard, Extraits… στο A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 349-350. Στις σελίδες 353-370 περιλαμβάνονται τα μεταφρασμένα αποσπάσματα από το Diwan του Άραβα ποιητή, από ποιήματά του όμως που αναφέρονται σε γεγονότα μέχρι το 959· πρβλ. Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 93-97.

[58] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes I, 8, 12 και Toynbee, Constantine Porphyrogenitus, 389.

[59] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 22-26, 83-124, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία.

[60] C. E. Bosworth, The «protected peoples» (christ.ians and Jews) in medieval Egypt and Syria, στο Bulletin of the John Rylands University Library of Manchester 1979, 11-35 [= Variorum, The Arabs, Byzantium and Iran. Studies in Early Islamic History and Culture, Λονδίνο 1996, VII]· J. Meyendorff, Byzantine views of Islam, DOP 18 (1964), 115-132· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 50-51.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »