Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Οι μοιραίες φράσεις του Χαρίλαου Τρικούπη


 

Μια κορυφαία πολιτική προσωπικότητα του 19ου αιώνα και από τους σημαντικότερους πολιτικούς της νεώτερης Ελλάδας, που διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός και συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της χώρας, έμεινε στην ιστορία για 3 φράσεις: «Τις πταίει», «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και «ανθ’ ημών Γουλιμής». Ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1832 και ήταν γιος του πολιτικού και ιστορικού της επανάστασης του 1821 Σπυρίδωνα Τρικούπη και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου, αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Το σπίτι των Τρικούπηδων παραμένει μέχρι σήμερα αναξιοποίητο στο Άργος στην οδό Δαναού, απέναντι από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο.

Χαρίλαος Τρικούπης

Ο Τρικούπης υπηρέτησε στο Διπλωματικό Σώμα από το 1853 έως το 1864. Το 1863 ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, που διαπραγματεύτηκε τη συνθήκη προσάρτησης των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, η οποία υπογράφηκε στις 16 Μαρτίου 1864.

Το 1865 εξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου και σε ηλικία μόλις 33 ετών ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος του εμπιστεύθηκε το κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών σε μια δύσκολη περίοδο, καθώς είχε ξεσπάσει η Κρητική Επανάσταση. Ως νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν επισκέφθηκε πρώτος τους ξένους πρεσβευτές στην Αθήνα, αλλά απαίτησε να τον επισκεφθούν αυτοί πρώτοι. Έτσι διαμόρφωσε μία εθιμοτυπία, που ισχύει μέχρι σήμερα. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου όμως κατέρρευσε, λόγω του Κρητικού Ζητήματος, και ο Τρικούπης προχώρησε στη δημιουργία νέου κόμματος, το «Πέμπτο Κόμμα».

Στις αρχές της πολιτικής του σταδιοδρομίας, στις 29 Ιουνίου του 1874, έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει». Σε αυτό ο Τρικούπης καταγγέλλει το πολιτικό σύστημα της εποχής και δείχνει ως υπεύθυνο για την πολιτική κρίση του τόπου το βασιλιά Γεώργιο Α΄ για τον τρόπο που ασκεί τις εξουσίες του, παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο, με το διορισμό Υπουργών από τη μειοψηφία. Προτείνει ο ανώτατος άρχοντας να διορίζει ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος, που θα έχει τη στήριξη της Βουλής. Ως τότε ίσχυε η λεγόμενη «θεωρία του κηπουρού»: Ο Βασιλιάς μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό όποιον ήθελε, ακόμα και τον κηπουρό του.

Έτσι καθιερώθηκε η αρχή της δεδηλωμένης, που είναι όρος του Συνταγματικού Δικαίου και ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» της Βουλής και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ενώ η τελευταία διατηρεί το δικαίωμά της να άρει την εμπιστοσύνη της με ψήφο δυσπιστίας ύστερα από πρόταση μομφής. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, η οποία  δεν εκλέγεται απευθείας από το λαό, αλλά διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα της χώρας.

Ο Χαρ. Τρικούπης κατέληγε στο συμπέρασμα πως «δεν πταίει το Έθνος» και ότι αλλού ήταν «το κακόν», υπονοώντας την κατάπτωση των θεσμών, την έλλειψη σεβασμού στη λαϊκή θέληση και τους διεφθαρμένους πολιτικούς.

Το άρθρο του Τρικούπη, που χαρακτήριζε τις εκλογές νόθες, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και υποδαύλιζε επαναστατική κινητοποίηση εναντίον του βασιλιά, οδήγησε στην ποινική του δίωξη και την προφυλάκισή του, αλλά αποφυλακίστηκε 4 μέρες αργότερα. Αυτό τον καθιέρωσε στη λαϊκή συνείδηση ως ηγέτη και του έδωσε τη δυνατότητα να κυβερνήσει τον τόπο. Στις 27 Απριλίου 1875, ο Χαρίλαος Τρικούπης γίνεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός.

Τα επόμενα 20 χρόνια θα είναι ο κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη αστική τάξη. Μεγάλοι του αντίπαλοι ήταν αρχικά ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο «λαϊκιστής» Θεόδωρος Δηλιγιάννης, που εκπροσωπούσαν τα «παλιά τζάκια». Ο Χαρίλαος Τρικούπης θα παραμείνει στο τιμόνι της χώρας για περίπου 11 χρόνια, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους μακροβιότερους πρωθυπουργούς της Ελλάδας.

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του θα θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας και της άμυνας, καθώς και ένα πολυδάπανο πρόγραμμα έργων υποδομής, με το οποίο, μεταξύ άλλων, ο Τρικούπης πρόλαβε, πριν πτωχεύσει η χώρα, να διευρύνει τον πορθμό του Ευρίπου, να αποξηράνει τη λίμνη Κωπαΐδα, να γεμίσει την Αθήνα σημαντικά κτίρια υπό την επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλερ, να κατασκευάσει 2.500 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών οδών και να δημιουργήσει από το μηδέν ένα πλήρες σιδηροδρομικό δίκτυο σε όλη την Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής, που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Κατάφερε επίσης να διανοίξει τη διώρυγα της Κορίνθου και να παραγγείλει τρία θωρηκτά πολεμικά πλοία (Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά). Τέλος κατάργησε το φόρο της δεκάτης στα δημητριακά προϊόντα, αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και θέσπισε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

 

Διώρυγα της Κορίνθου, 1902. Library of Congress.

 

Ισθμός της Κορίνθου, 1906. Library of Congress.

 

Χαρακτηριστικό της προοδευτικότητάς του είναι το παράτολμο για την εποχή του όραμά του για τη ζεύξη του Ρίου-Αντιρρίου, ιδέα που υλοποιήθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα με την κατασκευή της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην οποία δόθηκε το όνομά του στις 25 Μαΐου 2007.

Για το πρόγραμμα αυτό εκσυγχρονισμού της χώρας ο Τρικούπης θα συνάψει έξι συνολικά δάνεια:

  •   Το 1879 δάνειο ύψους 60 εκ. φράγκων με επιτόκιο 8,19%, για να καλυφθεί η αναγκαστική κυκλοφορία χρήματος.
  •   Το 1881 δάνειο ύψους 120 εκατ. φράγκων με επιτόκιο 7,35%, για να καλυφθούν οι επείγουσες ανάγκες της χώρας.
  •   Το 1884 δάνειο ύψους 100 εκατ. φράγκων με επιτόκιο 7,16%, για τη κατασκευή των σιδηροδρόμων.
  •   Το 1887 δάνειο ύψους 135 εκατ. Φράγκων με επιτόκιο 6%, για την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού και την εξυπηρέτηση προηγούμενων δανείων.
  •   Το 1889 δάνειο ύψους 155 εκ. με επιτόκιο 5,75%, για την αποπληρωμή των σιδηροδρομικών εταιριών.
  •   Το 1890-91 δάνειο ύψους 89 εκατ. με επιτόκιο 5,7%, για τη κατασκευή του σιδηροδρόμου Πειραιά – Λάρισας.

Από το συνολικό ονομαστικό ποσό των 643.000.000 εκατ. χρυσών φράγκων θα εισπραχθούν μόνο 463 εκατ. Για τα νέα και τα παλαιά δάνεια θα καταβληθούν τη δεκαετία 1880-1890 τοκοχρεολύσια ύψους 455.000.000 χρυσών φράγκων!

Τα δάνεια επενδύθηκαν στα  σημαντικά έργα υποδομής, αλλά η οικονομική πολιτική του Τρικούπη ταυτίστηκε γρήγορα με τη διαφθορά. Οι απόψεις του υπέρ της παρέμβασης του ιδιωτικού κεφαλαίου και ο ρόλος των ομογενών στα οικονομικά του κράτους δημιούργησαν την έντονη δυσαρέσκεια της αντιπολίτευσης του Θ. Δηλιγιάννη. Η ανάθεση σε ξένη εταιρεία του έργου της αποξήρανσης της Κωπαΐδας και η συμμετοχή ελλήνων ομογενών σε αυτή την επιχείρηση ενίσχυσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Στις εκλογές του 1890 ο Τρικούπης θα πληρώσει την πολιτική των φόρων. Θα τον διαδεχθεί ο Δηλιγιάννης και θα επιχειρηθεί η πολιτική εξόντωσή του με την παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο «ως σπαταλήσαντα το δημόσιο χρήμα»! Η πρόταση θα απορριφθεί από την πλειοψηφία των βουλευτών, αλλά το έργο του θα διακοπεί και η Δηλιγιαννική φαυλοκρατία θα οδηγήσει τη χώρα από το κακό στο χειρότερο. Ο λαός θα διορθώσει το λάθος του 1890 και στις εκλογές του 1892 θα δώσει στον Τρικούπη ισχυρή πλειοψηφία. Τα δημόσια οικονομικά όμως είναι σε αδιέξοδο και τα ελληνικά χρεόγραφα σε κατρακύλα. Ο Τρικούπης καταφεύγει σε νέους φόρους, που αυξάνουν τη λαϊκή αντίδραση.

Οι ξένοι κεφαλαιούχοι είναι «πρόθυμοι» να προσφέρουν νέα δάνεια με στόχο να ελέγξουν απόλυτα την οικονομία και τη χώρα. Ανταγωνίζονται μάλιστα οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί και στέλνουν, αντίστοιχα, στην Ελλάδα για έλεγχο των δημοσιονομικών τον λόρδο Εδουάρδο Λω, τον οικονομικό επιθεωρητή Ρου και τον τραπεζίτη Μόργκαν!

Ο Τρικούπης θα ζητήσει από τους Άγγλους δάνειο 3.500.000 στερλινών για να στηρίξει τα ελληνικά χρεόγραφα. Η συμφωνία προβλέπει την κύρωσή της με βασιλικό διάταγμα. Μετά την αντίδραση της αντιπολίτευσης και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αρνείται.

Η χρεοκοπία ουσιαστικά είχε επέλθει πριν Τρικούπης αναλάβει για τελευταία φορά την πρωθυπουργία στις 30 Οκτωβρίου του 1893. Εμφανιζόμενος στη Βουλή δε θα διστάσει να καταθέσει την αλήθεια και δεν θα τα παρατήσει. «Η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει» θα πει και θα προσπαθήσει να πετύχει διακανονισμό με τους δανειστές. Εκείνοι θα ζητήσουν τον έλεγχο όλων των κρατικών εσόδων. Ο Τρικούπης αρνείται θεωρώντας ότι στην ουσία θα υποθηκευόταν η ανεξαρτησία της χώρας. Είχαν όμως συμμάχους τα Ανάκτορα και την αντιπολίτευση, που υποκίνησαν μεγάλες διαδηλώσεις με σύνθημα κατά της πληρωμής των φόρων! Στις διαδηλώσεις μάλιστα εμφανίστηκε έφιππος και ο διάδοχος του θρόνου!

Η πρωτόγονη οικονομία της εποχής δε θα αντέξει το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη. Ο ίδιος θα προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στο λαό, λόγω της φορολογικής του πολιτικής. «Φορομπήκτης» και «Πετρέλαιος» ήταν δύο από τα προσωνύμια που του «κόλλησε» ο Τύπος. Τελικά, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της. Η Βουλή κηρύσσει χρεοστάσιο το 1893 και ο Τρικούπης, συνοψίζοντας το οικονομικό δράμα της Ελλάδας, αναφωνεί στις 10 Δεκεμβρίου: «Δυστυχώς Επτωχεύσαμεν!»

Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, που θα εισπράττει για λογαριασμό των δανειστών τους φόρους των ειδών μονοπωλίου (αλάτι, σπίρτα, πετρέλαιο, παιγνιόχαρτα, τσιγαρόχαρτο και σμύριδα). Ο ΔΟΕ θα καταργηθεί ύστερα από 80 χρόνια, το 1978 με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ!

Στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 το κόμμα του Τρικούπη παθαίνει πανωλεθρία και ο ίδιος αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής Μεσολογγίου. Χάνει την έδρα για 4 ψήφους από τον άσημο γιατρό της περιοχής Μιλτιάδη Γουλιμή. Αποχωρεί από την πολιτική γεμάτος πίκρα, με την κλασσική φράση «Ανθ’ ημών Γουλιμής… Καληνύχτα σας!».

Αποφασίζει να εγκαταλείψει και την πολιτική και την Ελλάδα. Μια Ελλάδα, που πλέον έχει εισέλθει σε πολιτικό χάος. Σε κάποιον πολιτικό του φίλο είπε: «Αποχώρησα από την πολιτική και αποχωρώ και από την πατρίδα μου. Συνταξιούχος πια με μόνη σύνταξή μου τις αναμνήσεις μου. Δεν θα επανέλθω πλέον ποτέ».

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Φεύγει αυτοεξόριστος και αρχίζει μια ζωή πόνου και μοναξιάς στα ξένα αρχικά σε μικρά χωριά της Νότιας Ιταλίας, άγνωστος και ξένος μεταξύ ξένων. Φτάνει στη Γένοβα, όπου τον αναγνωρίζουν και δέχεται επισκέψεις του Έλληνα Προξένου και αρκετών Ελλήνων της παροικίας. Όμως, γράφει στην αδελφή του Σοφία, …Με ενοχλούν αυτές οι επισκέψεις….Θα αναζητήσω την ηρεμία μου και πάλι στα μικρά χωριά…

Εγκαταλείπει τη Γένοβα και πάει στην κωμόπολη Νέρβι, ένα γραφικό χωριό με 800 κατοίκους, όπου αφιερώνει το χρόνο του σε μακρινούς περιπάτους και στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του.  Εκεί μια γρίπη θα τον καθηλώσει στο κρεβάτι και ο Τρικούπης αναχωρεί με προορισμό τις Κάννες, που τις προτίμησε για το εύκρατο κλίμα τους και για τη δυνατότητα ικανοποιητικής ιατρικής περίθαλψης. Καταλύει στο ξενοδοχείο Gray et Albion, αλλά την επομένη προσβάλλεται από οξεία αρθριτική εκδήλωση και παραμένει στο κρεβάτι, από το οποίο δε θα σηκωθεί ποτέ. Το πρωί της 24ης Μαρτίου 1896 ξυπνάει με οιδήματα στα πόδια. Ο Χαρίλαος Τρικούπης προαισθάνεται το θάνατό του και την ίδια ημέρα δίνει εντολή να καταστρέψουν το αρχείο του. Έτσι χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία από τη ζωή και την πολιτική δράση του. Το μεσημέρι της 28ης Μαρτίου θα φτάσουν στις Κάννες η αδελφή του Σοφία με τον ανιψιό του Κωνσταντίνο. Την επομένη 29η το οίδημα ανεβαίνει προς την καρδιά, η κατάστασή του επιδεινώνεται ώρα με την ώρα και το πρωί της 30ης Μαρτίου μόλις καταφέρνει να ψελλίσει στην αδελφή του. «Αισθάνομαι ότι αποθνήσκω. Αποθνήσκω εις ξένης γην». Και συμπληρώνει την τελευταία του επιθυμία. «Επιθυμώ να ταφώ εις την γην της πατρίδος μου. Εις την γην των Αθηνών. Θέλησίς μου είναι να μην αποδοθούν τιμαί. Δεν επιθυμώ λόγους».

Στις 30 Μαρτίου του 1896 ο μεγάλος πολιτικός της Ελλάδας, ένας άνθρωπος που άφησε τη σφραγίδα του στον ελληνικό πολιτικό χώρο, αφήνει στις Κάννες την τελευταία του πνοή. Από αυτή τη στιγμή θα αρχίσει η οδύσσεια του νεκρού Τρικούπη. Μια οδύσσεια με την οποία η πατρίδα του θέλησε να τον πληρώσει.

Ο Έλληνας πρόξενος στη Μασσαλία τηλεγραφεί στην Αθήνα τον θάνατό του. Ο πρωθυπουργός Θεοδ. Δηλιγιάννης βρίσκεται σε χοροεσπερίδα, όταν λαβαίνει το τηλεγράφημα, ενώ η Αθήνα και όλη η Ελλάδα ζει το παραλήρημα της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, οι οποίοι θα αρχίσουν σε λίγες μέρες. Έτσι ο Δηλιγιάννης θεωρεί σωστό να μην ανακοινώσει τίποτε και μόνο την επομένη 31 Μαρτίου θα δώσει στο δημοσιογραφικό όργανο του κόμματός του, την ΠΡΩΙΑ, λίγες  λέξεις. «Απεβίωσεν εν Κάνναις Γαλλίας ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδος Χαρ. Τρικούπης».

Το πένθος για τον αναμορφωτή της Ελλάδας ήταν ανύπαρκτο. Ο νεκρός του Χαρ. Τρικούπη ταριχευμένος περιμένει στις Κάνες την πατρίδα του να τον παραλάβει. Όμως η πατρίδα δεν δείχνει καμιά προθυμία. Στην Αθήνα τα στελέχη του κόμματός του συστήνουν μια Επιτροπή, η οποία ζητά από την κυβέρνηση του Δηλιγιάννη την αποστολή ενός πολεμικού σκάφους για τη μεταφορά του νεκρού. Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του στόλου δεν προορίζονται για τη μεταφορά νεκρών! Δέχεται μόνο να αναλάβει τα έξοδα για να μεταφερθεί ο νεκρός με το πλοίο της γραμμής. Στο νεκρό πρωθυπουργό, που έβγαλε από την αφάνεια το πολεμικό ναυτικό και το αναμόρφωσε, η πατρίδα αρνείται να  παραχωρήσει ένα πλοίο, για να επιστρέψει νεκρός και να ταφεί στα χώματά της.

Ο νεκρός του Τρικούπη μεταφέρεται από τις Κάνες στη Μασσαλία με μια θαλαμηγό, που προσέφερε κάποιος Γάλλος, και από εκεί με το πλοίο της γραμμής  στις 8 Απριλίου φτάνει στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα από την 6η Απριλίου του 1896 έχουν αρχίσει οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες και κανείς δεν δίνει σημασία σε μια άμαξα, που από τον Πειραιά ανεβαίνει προς την Αθήνα φορτωμένη με ένα φέρετρο. Η σωρός του Έλληνα πολιτικού μεταφέρεται και τοποθετείται στο ιστορικό οίκημα των Τρικούπηδων, στην οδό Ακαδημίας. Η ταφή του θα γίνει το απόγευμα της 11ης Απριλίου, χωρίς να ακουστεί κανένας επικήδειος. Η τελευταία επιθυμία του Τρικούπη έγινε σεβαστή.

Μετά το θάνατο του Χ. Τρικούπη ακολούθησε ο καταστροφικός ελληνο-τουρκικός πόλεμος του 1897. Η κατάληξη αυτού του πολέμου ήταν ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ), που επέβαλαν με το δάνειο 150 εκατ. φράγκων το 1897 οι ξένοι και ντόπιοι πιστωτές της Ελλάδας, οι λεγόμενοι «ομολογιούχοι», τις συνέπειες του οποίου πληρώνουμε ακόμη σήμερα.

Οι ιστορικές φράσεις του Τρικούπη παραμένουν δυστυχώς επίκαιρες και μπορούν σήμερα να συνοψίσουν το πρόβλημα της χώρας: «Η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει», παρότι «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», αλλά «Τις πταίει»;

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Πλατωνικός έρωτας


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Προδημοσιεύουμε  σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», το δέκατο έκτο κεφάλαιο από το υπό έκδοση βιβλίο, με τίτλο «Μύθος και Ιστορία» του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο Πλατωνικός έρωτας»

 

 

Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν αντικείμενο πολλών συζητήσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η φράση «πλατωνικός έρωτας» είναι αρκετά συνηθισμένη, αν και λίγοι έχουν υπόψη τους το ακριβές περιεχόμενό της. Ο έρωτας είχε απασχολήσει πολλούς φιλόσοφους και στοχαστές και στην ερώτηση «τι είναι έρωτας;» δινόταν από τον καθένα  διαφορετική ερμηνεία και εξήγηση.

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Ο Πλάτωνας αφιερώνει στον έρωτα έναν από τους σπουδαιότερους διαλόγους του, το Συμπόσιο, που θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της αρχαίας λογοτεχνίας. Στο συμπόσιο, που τοποθετείται στο έτος 416 π.Χ.,  όταν ο νεαρός ποιητής Αγάθωνας κέρδισε το βραβείο στα Λήναια –  πήραν μέρος ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος, ο Αγάθωνας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης – οι παρευρισκόμενοι αποφάσισαν να περάσουν τη βραδιά όχι με άγριο φαγοπότι, αλλά συζητώντας όμορφα γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Το θέμα του συμποσίου είναι ο έρωτας. «τι είναι ο έρωτας;»

Φίλοι και μαθητές του Σωκράτη συνομιλούν και επιχειρηματολογούν για τον έρωτα. Ακούγονται πολλές θεωρίες και κάποια στιγμή έρχεται η σειρά του Σωκράτη.  Ο Σωκράτης δηλώνει πως δεν ξέρει καθόλου τι είναι ο έρωτας και θα πει, όσα του είπε η Διοτίμα, μια μυστηριώδης σοφή και μάντισσα από τη Μαντίνεια, ειδική στα ερωτικά, με την οποία συζήτησε κάποτε για τον έρωτα και ήταν αυτή που του δίδαξε τα ερωτικά πράγματα. Αφηγείται, λοιπόν, το λόγο για τον Έρωτα, που άκουσε κάποτε από τη Διοτίμα, η οποία ήταν σοφή σ’ αυτά τα ζητήματα.

Η Διοτίμα (δηλ. αυτή που τιμά το Δία) είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο. Περιγράφεται ως ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας.  Κάποιοι μελετητές εκτιμούν πως δεν υπήρχε πραγματικό πρόσωπο με το όνομα και την ιδιότητα της Διοτίμας, δεδομένου ότι η παρουσία της στο Συμπόσιο είναι η μοναδική αναφορά σε αυτήν που βρίσκουμε σε ολόκληρη την αρχαία γραμματεία. Επομένως, πρόκειται πιθανότατα για μυθικό πρόσωπο. Αν  όμως λάβουμε υπόψη πως ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσε ιστορικά πρόσωπα στους διαλόγους του και δεν είχε ποτέ την ανάγκη να εφεύρει κάποιο, μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια την υπόθεση ότι η Διοτίμα ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Ας παρακολουθήσουμε πώς η Διοτίμα, η ιέρεια και φιλόσοφος του πλατωνικού Συμποσίου, αναλύει τα μυστικά του Έρωτα.

 

Ο μύθος της Διοτίμας

 

Πορτρέτο της Jadwiga Łuszczewska ως Διοτίμα – Λάδι σε καμβά, 1855, έργο του Józef Simmler. Lviv National Art Gallery.

Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι θεοί έκαναν δεξίωση και ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο Πόρος, ο γιος της Μήτιδας. Αφού λοιπόν έφαγαν και ήπιαν, ο Πόρος μέθυσε από το νέκταρ – κρασί δεν υπήρχε ακόμη – και ζαλισμένος από το ποτό μπήκε στον κήπο του Δία και κοιμήθηκε. Τότε κατέφθασε και η Πενία για ζητιανιά από το πλούσιο και άφθονο γεύμα. Στάθηκε  στην πόρτα, είδε τον Πόρο να κοιμάται και έβαλε στο μυαλό της να κάνει ένα παιδί με τον Πόρο, μήπως και καταφέρει μ’ αυτό να ξεφύγει από τη μιζέρια της και ξάπλωσε πλάι του. Εκείνος, μεθυσμένος καθώς ήταν, ήρθε σε επαφή μαζί της και έτσι έγινε η σύλληψη του Έρωτα. Γι’ αυτό ο Έρωτας, επειδή γεννήθηκε στη δεξίωση για τη γέννηση της Αφροδίτης, έχει γίνει ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης. Και συνάμα, επειδή η Αφροδίτη είναι όμορφη, και ο Έρωτας από τη φύση του είναι εραστής της ομορφιάς.

Επειδή ο Έρωτας  είναι γιος του Πόρου και της Πενίας κληρονόμησε τα χαρακτηριστικά των γονιών του.  Πρώτα – πρώτα έχει πάρει τη φύση της μητέρας του και είναι πάντα φτωχός, καθόλου μαλακός και καλός, όπως οι πιο πολλοί νομίζουν, αλλά σκληρός και τραχύς και ξυπόλητος και άστεγος. Κοιμάται  στο χώμα χωρίς σκεπάσματα και ξενυχτά στις πόρτες, στο δρόμο και στην ύπαιθρο και γενικά είναι παντοτινός συγκάτοικος της ανέχειας. Από τον πατέρα του τώρα κληρονόμησε την επιβουλή για τους καλούς και τους αγαθούς, γιατί είναι ανδρείος, θρασύς και ορμητικός. Είναι επίσης ασυναγώνιστος κυνηγός και συνέχεια κάτι σκαρώνει. Είναι επινοητικός, λαχταρά τη φρόνηση και καταγίνεται σ’ όλη του τη ζωή με τη φιλοσοφία, αλλά είναι και απατεώνας και μάγος και μεγάλος σοφιστής. Και από τη φύση του ούτε αθάνατος είναι, αλλά ούτε και θνητός. Κάποιες ώρες της ίδιας ημέρας είναι ζωντανός και ακμαίος, όταν δεν τον δέρνει η φτώχεια, και κάποιες άλλες πεθαίνει, αλλά ξαναζωντανεύει λόγω της πατρικής του καταγωγής. Το  εισόδημά του ο Έρωτας το εξασφαλίζει σε μικρές ποσότητες και ούτε αποταμιεύει, αλλά ούτε και δυστυχεί.

Και βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Γιατί κανένας από τους θεούς δε φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός, αφού είναι σοφός. Ποιος άλλωστε φιλοσοφεί, ενώ είναι σοφός;  Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι σοφοί και οι αμαθείς δε φιλοσοφούν. Οι  αμαθείς δε φιλοσοφούν ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί, γιατί τους κρατάει αιχμάλωτους η αμάθεια και πιστεύουν ότι τους είναι αρκετό να μην είναι καλοί και αγαθοί και φρόνιμοι. Αυτός  που δεν έχει συναίσθηση της φτώχιας του, δεν επιθυμεί εκείνο που νομίζει ότι δε χρειάζεται. Φιλοσοφούν μόνο εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα στις δυο αυτές κατηγορίες και ένας απ’ αυτούς είναι ο Έρωτας. Η σοφία είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα και ο Έρωτας αναφέρεται στην ομορφιά. Ο  Έρωτας, λοιπόν, είναι φιλόσοφος, αλλά βρίσκεται κάπου στη μέση μεταξύ του σοφού και του αμαθή, γιατί κατάγεται από πατέρα σοφό και εύπορο και από μητέρα όχι σοφή και άπορη.

Αυτή  είναι n φύση της θεότητας. Ο  Έρωτας είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ θνητού και αθάνατου.  Κάθε  θεότητα βρίσκεται ανάμεσα στους θεούς και τους θνητούς. Και έχει τη δύναμη να ερμηνεύει και να μεταφράζει στους θεούς τα ανθρώπινα και στους ανθρώπους τα θεϊκά. Ο θεός δεν έρχεται σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο, αλλά με τη διαμεσολάβησή του ασκείται η επαφή και συνομιλία συνολικά μεταξύ θεού και ανθρώπων είτε είναι ξύπνιοι είτε κοιμούνται. Αυτές οι θεότητες είναι πολλές και μία απ’ αυτές είναι και ο Έρωτας.

Τώρα, όποιος νομίζει ότι ο Έρωτας είναι το απόλυτο καλό, ταυτίζει αυτόν που ποθεί με το αντικείμενο του πόθου. Πράγματι, ο πόθος για το όμορφο είναι λεπτεπίλεπτο, τέλειο και αξιοθαύμαστο πράγμα. Και ο Έρωτας έχει σαν αντικείμενο τα όμορφα πράγματα. Το να ποθείς, όμως, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο εραστής ποθεί να αποκτήσει τα καλά, τα αγαθά, για να γίνει ευτυχισμένος. Οι  ευτυχισμένοι γίνονται ευτυχισμένοι με την απόκτηση των αγαθών. Αυτή την επιθυμία όμως, αυτόν τον έρωτα να αποκτήσουν τα αγαθά, δεν τον  νιώθουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως. Διότι  δεν αγαπούν όλοι και παντοτινά τα ίδια πράγματα, αλλά άλλοι αγαπούν και άλλοι όχι. Κάνουμε το λάθος να απομονώνουμε μια μορφή του έρωτα και να την ονομάζουμε έρωτα, χρησιμοποιώντας το όνομα του συνόλου. Την ίδια κατάχρηση κάνουμε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπως στην ποίηση. Ποίηση, βέβαια, είναι κάτι πολύ γενικό. Κάθε βήμα και κάθε αιτία που μεταβάλλει το τίποτα σε κάτι είναι ποίηση (δημιουργία). Όλες  οι τεχνικές εργασίες και κατασκευές είναι ποιήσεις και οι τεχνίτες που τις ασκούν είναι όλοι ποιητές. Δεν  ονομάζονται όμως ποιητές, αλλά έχουν άλλες ονομασίες. Από το σύνολο της ποίησης μόνο αυτό που σχετίζεται με τη μουσική και το μέτρο αποκόπηκε και διεκδίκησε για τον εαυτό του το αποκλειστικό προνόμιο να ονομάζεται με το όνομα του συνόλου. Μονάχα αυτό ονομάζεται ποίηση και όσοι ασχολούνται με αυτό ονομάζονται ποιητές!

Το ίδιο συμβαίνει και με τον έρωτα. Είναι μια περιληπτική έννοια, που δηλώνει την σφοδρή επιθυμία για τα αγαθά και τον ασίγαστο και απατηλό πόθο κάθε ανθρώπου για ευτυχία. Όμως κάποιοι στρέφονται και την αναζητούν σε διαφορετικά μέρη. Άλλος  τη συνδέει με την απόκτηση χρημάτων, άλλος με την άσκηση του σώματος και άλλος με τη φιλοσοφία. Αλλά  ούτε ερωτευμένοι λέγονται σε όλες αυτές  τις περιπτώσεις ούτε ερωτευμένοι αποκαλούνται.  Μόνο κάποιοι που επιδιώκουν με ιδιαίτερο ζήλο μια και μόνο μορφή, ένα μόριο του έρωτα, οικειοποιούνται το όνομα του συνόλου και γι’ αυτούς μόνο μιλάμε για έρωτα, για ερωτευμένους και για εραστές. Υπάρχει μια εκδοχή, σύμφωνα με την οποία διακατέχονται από έρωτα εκείνοι που επιζητούν το έτερον ήμισυ του εαυτού τους. Κατά την άποψη μου όμως, ο έρωτας δεν έχει να κάνει ούτε με το μισό, ούτε με το σύνολο, αν δεν έχει σημείο αναφοράς το αγαθό. Οι  άνθρωποι δε θα δίσταζαν να ακρωτηριαστούν και στα πόδια και στα χέρια, αν ήταν σίγουροι πως τα μέλη τους αυτά είναι αρρωστημένα. Επομένως, κάθε άνθρωπος δεν ερωτεύεται το όμοιο με τον εαυτό του, αλλά ονομάζει οικείο, εκείνο που είναι αγαθό και ξένο εκείνο που είναι κακό.

Δεν  υπάρχει τίποτε άλλο, που να ερωτευτούν σφοδρά οι άνθρωποι, εκτός από το αγαθό. Οι άνθρωποι ποθούν σφοδρά την απόκτηση των αγαθών όχι μόνο για το παρόν, αλλά για όλη τους τη ζωή. Έρωτας είναι ο πόθος για την παντοτινή απόκτηση του αγαθού.  Αφού, λοιπόν, ο έρωτας σε κάθε περίπτωση είναι αποκλειστικά αυτό το πράγμα, ποιος τρόπος και ποιας πράξης ο ιδιαίτερος ζήλος και n ισχυρή ένταση όλων των δυνάμεων εκείνων που τον επιδιώκουν θα ονομαζόταν έρωτας; Η γέννα του σώματος και της ψυχής σε καλό και όμορφο κλίμα. Οι άνθρωποι στο σύνολό τους κυοφορούν και στο σώμα και στην ψυχή και, όταν φτάσουν σε κάποια ηλικία, η φύση μας επιδιώκει τον τοκετό. Δεν μπορεί να γεννήσει σε κλίμα άσχημο και αισχρό, αλλά μόνο σε καλό και όμορφο. Η συνουσία του άντρα και της γυναίκας είναι έκφραση της γέννας. Η κύηση και ο τοκετός είναι θεάρεστο πράγμα και παρατηρείται στα ζώα, που είναι θνητά, για την εξασφάλιση της αθανασίας. Αντίθετα σε κλίμα αταίριαστο τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί. Αταίριαστο είναι κάθε αντίθετο στις θεϊκές επιταγές και θεωρείται αισχρό. Ταιριαστό είναι ό, τι θεωρείται καλό.

 

Το συμπόσιο του Πλάτωνα- Χαρακτικό, Anselm Feuerbach (1829–1880).

 

Στον  τοκετό είναι παρούσα η Μοίρα και η θεά του τοκετού η Ειλείθυια, η Καλλονή, και για αυτό το λόγο, όταν το κύημα πληροί όλες τις προϋποθέσεις ευπρέπειας, παίρνει χαρούμενη όψη και ανακουφισμένο απλώνεται και συντελούνται ο τοκετός και η γέννα σχετικά εύκολα. Αντίθετα, όταν έχουμε να κάνουμε με αισχρότητα, παίρνει όψη σκυθρωπή, ζαρώνει με άσχημη συναισθηματική φόρτιση, εμποδίζεται και τραβιέται πίσω με αποτέλεσμα να μην συντελείται η γέννα και το έμβρυο να παραμένει και να ταλαιπωρείται.  Όταν το κλίμα είναι καλό, δημιουργείται έντονη ψυχική έξαψη και ορμή στο έμβρυο, που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο κύησης, και μέσα από τις έντονες ωδίνες του τοκετού απελευθερώνεται ο οργανισμός που κυοφορεί. Επομένως, ο έρωτας δεν είναι για το καλό, αλλά για τη γέννηση και τον τοκετό σε καλό και ευχάριστο κλίμα. Γιατί η γέννηση είναι εκείνο που δίνει την αίσθηση της αιωνιότητας και της αθανασίας στα θνητά όντα. Και είναι ανάγκη να επιθυμεί κανείς την αθανασία μαζί με το αγαθό, αν βέβαια ο έρωτας σχετίζεται με την παντοτινή απόκτηση του αγαθού.

Ποια είναι αιτία για τον έρωτα αυτόν και τη σφοδρή επιθυμία; Όλα τα θηρία και της στεριάς και τα φτερωτά αποκτούν τρομερή διάθεση, όταν επιθυμήσουν τη γέννα. Νοσούν στην κυριολεξία και έχουν έντονη την ερωτική διάθεση πρώτα-πρώτα να ζευγαρώσουν μεταξύ τους. Έπειτα, για να εξασφαλίσουν την τροφή αυτού που θα γεννηθεί, είναι αποφασισμένα να τα βάλουν με τα πιο ισχυρά και να υποφέρουν τα ίδια από την πείνα προκειμένου να θρέψουν τα μικρά. Μάχονται για την υπεράσπιση των απογόνων τους, αν και χωρίς εφόδια από τη φύση τους,  και είναι έτοιμα να πεθαίνουν για χάρη τους και οτιδήποτε άλλο να κάνουν. Οι άνθρωποι τα κάνουν αυτά ύστερα από κάποια σκέψη. Όμως τα θηρία για ποιο λόγο έχουν αυτή την έντονη ερωτική διάθεση; Η ερωτική διάθεση έχει σχέση με τη φύση.  Η θνητή φύση επιδιώκει στο μέτρο του δυνατού την αιωνιότητα και την αθανασία. Και μόνο η γέννηση αφήνει πάντα πίσω κάποιο νέο στη θέση του παλιού.

Το νέο παίρνει τη θέση του παλιού, έστω και αν δεν είναι ακριβώς ίδιο, αφού και το καθένα χωριστά από τα ζώα, όσο καιρό ζει, ονομάζεται και είναι το ίδιο. Όπως ακριβώς και ο άνθρωπος ονομάζεται ο ίδιος από πιτσιρικάς μέχρι να γίνει γέρος, παρόλο που ποτέ δεν έχει πάνω του τα ίδια χαρακτηριστικά. Πράγματι κάθε άνθρωπος  πάντοτε αποκτά καινούργια χαρακτηριστικά, ενώ ταυτόχρονα αποβάλλει κάποια στοιχεία και χαρακτηριστικά, είτε στην τριχοφυΐα είτε στη σάρκα και στα οστά είτε στο αίμα και στο σώμα συνολικά. Και όχι μόνο το σώμα, αλλά και τα ψυχικά χαρακτηριστικά και το ηθικό υπόβαθρο και οι απόψεις, ακόμη και οι επιθυμίες, οι ηδονές, οι φόβοι και οι λύπες δεν παραμένουν με την ίδια μορφή και αναλλοίωτα στον καθένα. Κάποια εμφανίζονται και κάποια υποχωρούν. Ακόμη πιο παράδοξο από αυτά είναι πως και οι γνώσεις παθαίνουν το ίδιο πράγμα χωριστά η κάθε μια. Άλλες  έρχονται και άλλες μας εγκαταλείπουν και ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι σχετικά με τις γνώσεις μας. Άλλωστε η λήθη αποτελεί την απόδραση της γνώσης. Υπάρχει όμως η μελέτη, όταν η γνώση πρόκειται να δραπετεύσει, και η μελέτη σώζει τη γνώση επαναφέροντας στη μνήμη την καινούργια στη θέση της παλιάς με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται πως πρόκειται για την ίδια. Με αυτό τον τρόπο κάθε θνητή ύπαρξη διασώζεται με το να αφήνει ο απερχόμενος και γερασμένος οργανισμός πίσω του άλλον νέο και ακμαίο όμοιό του, χωρίς να είναι πάντα η ίδια σε όλα τα χαρακτηριστικά της, όπως είναι η θεϊκή φύση. Με αυτό το μηχανισμό τα θνητά συμμετέχουν στην αθανασία και στο σώμα και σε όλα τα άλλα. Μην απορείς, λοιπόν, που από τη φύση κάθε ύπαρξη με κάθε τρόπο εκδηλώνει στοργή και φροντίδα για το βλαστάρι της. Αυτός ο ζήλος και ο έρωτας και το ενδιαφέρον υπάρχουν στον καθένα από τον πόθο για την αθανασία. Να μην έχεις καμιά αμφιβολία γι αυτά.

 

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)

 

Τώρα επικέντρωσε την προσοχή σου στον αγώνα για διάκριση, που κάνουν οι άνθρωποι. Αναλογίσου με τι σφοδρό έρωτα επιθυμούν να γίνουν διάσημοι και να αποκτήσουν δόξα αθάνατη για πάντα. Είναι  έτοιμοι να υποβληθούν σε κάθε κίνδυνο για το σκοπό αυτό περισσότερο παρά για τα παιδιά τους,  να ξοδέψουν χρήματα, να καταβάλουν οποιοδήποτε κόπο, ακόμη και να πεθάνουν. Νομίζεις ότι η Άλκηστη θα πέθαινε για τον Άδμητο ή ο Αχιλλέας θα πέθαινε μετά τον Πάτροκλο ή ο Κόδρος θα πέθαινε νωρίτερα, για να βασιλεύσουν τα παιδιά του, αν δεν πίστευαν ότι θα εξασφαλίσουν αθάνατη μνήμη για την αρετή τους, με την οποία σήμερα εμείς τους έχουμε συνδέσει; Πολύ απίθανο μου φαίνεται. Νομίζω ότι όλοι πράττουν τα πάντα για την αθάνατη αρετή και για μια τόσο λαμπρή δόξα και, όσο πιο ανδρείοι είναι, τόσο πιο πολύ προσπαθούν, γιατί αγαπούν το αθάνατο.

Εκείνοι που είναι γκαστρωμένοι στα σώματα, στρέφονται πιο πολύ προς τις γυναίκες και εκδηλώνουν τον ερωτισμό τους με τον τρόπο αυτό, καθώς με την απόκτηση παιδιών εξασφαλίζουν, όπως πιστεύουν, για την υπόλοιπη ζωή τους αθανασία και ανάμνηση και ευτυχία. Εκείνοι τώρα που είναι γκαστρωμένοι στην ψυχή, γιατί υπάρχουν εκείνοι των οποίων οι ψυχές κυοφορούν περισσότερο από τα σώματα, εκδηλώνουν  τον ερωτισμό τους για εκείνα που ταιριάζουν στην ψυχή να κυοφορήσει και να γεννήσει. Και τι ταιριάζει στην ψυχή; Η φρόνηση και η υπόλοιπη αρετή. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και οι ποιητές, που στο σύνολο τους είναι δημιουργοί, και από τους τεχνίτες εκείνοι που είναι εφευρέτες. Η πιο μεγάλη και η πιο ωραία εκδήλωση της φρόνησης έχει σχέση με την εύρυθμη και αρμονική διάταξη όσων έχουν σχέση με την πόλη και την κοινωνία και αυτή η διάταξη έχει όνομα, σωφροσύνη και δικαιοσύνη.

Απ ‘αυτούς τώρα, αν κάποιος από μικρή ηλικία είναι γκαστρωμένος στην ψυχή και παραμένει άγαμος, παρόλο που βρίσκεται σε ηλικία αναπαραγωγής, επιδιώκει πλέον τον τοκετό και τη γέννα. Και νομίζω ότι αναζητεί περιφερόμενος εδώ και κει το καλό κλίμα μέσα στο οποίο θα συντελεστεί η γέννα. Και, επειδή κυοφορεί, υποδέχεται με χάρη πιο πολύ τα καλά σώματα, παρά τα αισχρά. Και, αν συναντήσει ψυχή δυνατή και όμορφη, που τη διακρίνει η δύναμη και η εξυπνάδα, παραδίδεται ερωτικά σ’ αυτή. Και  σ’ αυτό τον άνθρωπο τονίζει με σαφήνεια την αξία της αρετής, του εξηγεί πώς είναι ο αγαθός άνδρας και ποιες είναι οι ασχολίες του και προσπαθεί να τον εκπαιδεύσει. Επειδή, λοιπόν, αγγίζει τον καλό και συναναστρέφεται μαζί του, εκμαιεύει και γεννά εκείνα που από παλιά κυοφορούσε και τον  καρπό της γέννας τον εκτρέφει μαζί με κείνον. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ανώτερη μορφή επαφής και φιλία πιο σταθερή, γιατί έχουν έρθει σε ιδεατή επαφή με τα ομορφότερα και πιο αθάνατα παιδιά. Ο καθένας για τον εαυτό του θα προτιμούσε να είχε γεννήσει τέτοια παιδιά, πάρα ανθρώπινα. Αν έριχνε μια ματιά στον Όμηρο, τον Ησίοδο και τους άλλους ποιητές, θα τους ζήλευε για την ποιότητα των παιδιών που άφησαν πίσω τους, αφού είναι τέτοια που τους εξασφαλίζουν αθάνατη δόξα και αιώνιο μνήμη. Αν θέλεις πάλι, δες τι παιδιά άφησε στη Σπάρτη ο Λυκούργος, σωτήρες της Σπάρτης και της Ελλάδας. Καταξιωμένος είναι και ο Σόλωνας για το νομοθετικό του έργο. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι σε πολλά μέρη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους που παρουσίασαν πολλά και θεάρεστα έργα και διαπότισαν τους ανθρώπους με κάθε είδους αρετή. Σε αυτούς έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά για τα παιδιά τους (δημιουργήματα), ενώ ποτέ σε κανένα ως τώρα για τα ανθρώπινα παιδιά του.

Εκείνος, που κάνει ορθή προσέγγιση αυτού του πράγματος, πρέπει να αρχίζει από τα νεανικά του χρόνια να αναζητά τα καλά σώματα. Σε  πρώτη φάση επιβάλλεται να αγαπήσει το σώμα ενός ανθρώπου και εκεί να γεννήσει καλούς λόγους. Στη συνέχεια πρέπει να κατανοήσει ότι η ομορφιά που βρίσκεται σε ένα σώμα είναι ακριβώς όμοια και σε ένα άλλο σώμα. Αν πρέπει να επιδιώκει την ομορφιά που σχετίζεται με την εξωτερική εμφάνιση θα ήταν μεγάλη ανοησία να μη θεωρεί ότι είναι ένα και το αυτό πράγμα το κάλλος, που παρατηρείται σ’ όλα τα σώματα. Όταν συνειδητοποιήσει αυτή την αλήθεια, οφείλει να γίνει εραστής όλων των καλών σωμάτων και να περιφρονήσει τη σφοδρή επιθυμία ενός σώματος, να την παραβλέψει και να τη θεωρήσει ασήμαντη. Έπειτα πρέπει να θεωρήσει ότι η ψυχική ομορφιά έχει σημαντικό προβάδισμα έναντι του σωματικού κάλλους. Επομένως, αν κάποιος δεν έχει ψυχικά ψεγάδια, αλλά σωματικά η νεανική του ομορφιά είναι ασήμαντη, δεν πρέπει να διστάζει να τον αγαπά και να νοιάζεται να γεννήσει σ’ αυτόν τέτοιους λόγους που θα κάνουν τους νέους καλύτερους.  Αν  παρατηρεί το καλό μέσα από τις ενασχολήσεις και τους νόμους και διαπιστώνει ότι κάθε έκφραση του καλού βρίσκεται σε συγγενική σχέση μαζί του, θα πεισθεί απόλυτα και θα θεωρήσει ασήμαντη τη σωματική ομορφιά.

Μετά τις ενασχολήσεις πρέπει να στραφεί στο γνωστικό πεδίο με αντικειμενικό στόχο τη θέαση του κάλλους των γνώσεων και να ατενίσει την απέραντη ομορφιά όχι πια μονάχα του ενός. Ένας υπηρέτης που αγαπά την ομορφιά ενός παιδιού ή κάποιου ανθρώπου ή κάποιας ασχολίας παραμένει ασήμαντος και χαμηλών ενδιαφερόντων άνθρωπος, επειδή είναι δούλος. Ενώ, αν είναι στραμμένος στο απέραντο πέλαγος του ωραίου και παρακολουθεί λόγους καλούς και μεγαλοπρεπείς, θα γεννήσει και υψηλά  διανοήματα μέσα στο απέραντο φιλοσοφικό κλίμα. Εκεί  θα δυναμώσει, θα αυτονομηθεί και θα κατευθυνθεί σε έναν τομέα γνώσης, ο οποίος θα έχει άμεση σχέση με το απόλυτα ωραίο.  Όποιος, λοιπόν, παιδαγωγηθεί σωστά στα ερωτικά ζητήματα, θα προσεγγίσει με ορθό βλέμμα τα καλά και στο τέλος της ερωτικής του διαδρομής θα του αποκαλυφθεί ξαφνικά κάποιο καλό εξαίσιο στη φύση, εκείνο για το οποίο γίνονταν όλοι οι προηγούμενοι κόποι του.

Το πρώτο χαρακτηριστικό που έχει αυτό το καλό είναι η αιωνιότητα, δηλαδή δε γίνεται ούτε χάνεται, δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται. Δεν είναι τη μια καλό και την άλλη αισχρό. Είναι σταθερό και αναλλοίωτο. Δεν το βλέπουν κάποιοι σαν καλό και κάποιοι σαν αισχρό. Δεν είναι διαφορετικό  για διαφορετικούς ανθρώπους, άλλοτε καλό και άλλοτε κακό. Και δε γίνεται ορατό αυτό το καλό, όπως λ.χ. κάποιο πρόσωπο ή χέρια ή κάτι άλλο που έχει σχέση με το σώμα. Ούτε βρίσκεται κάπου, όπως σε κάποιο ζώο ή στη γη και τον ουρανό, ούτε μέσα σε κάποιο άλλο. Αποτελεί από μόνο του ανεξάρτητο και μοναδικό είδος και τα άλλα καλά συμμετέχουν σ’ αυτό με τέτοιο τρόπο, ώστε, ενώ αυτά γίνονται ή χάνονται, να μην υπάρχει σ’ αυτό καμιά επίπτωση. Ούτε  δηλαδή να αυξάνεται, ούτε να ελαττώνεται ή να παθαίνει κάτι.

Όταν, λοιπόν, κάποιος συνεχίζοντας την πορεία του εφαρμόζει ορθά την παιδεραστία, αρχίζει να διακρίνει ξεκάθαρα εκείνο το καλό που πλησιάζει την τελειότητα. Η  ορθή ερωτική πορεία με απώτερο στόχο και σταθερή πυξίδα εκείνο το καλό μοιάζει με κάποιον, που χρησιμοποιεί κλίμακα διαβάθμισης από το ένα στα δύο, από τα δυο σε όλα τα καλά σώματα, από τα καλά σώματα στις καλές ασχολίες, από τις ασχολίες στα καλά μαθήματα και από τα καλά μαθήματα γίνεται στάση σ’ εκείνο το μάθημα, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μάθημα του ίδιου του ωραίου. Και στο τέλος υπάρχει αποκάλυψη και γνώση της οντότητας αυτού του ωραίου. Σε αυτή τη φάση της ζωής ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει και να οδηγηθεί στη μέθεξη του καλού αυτού.

Από όλα τα σημεία της ζωής περισσότερο αξίζει η  θεώρηση του Κάλλους. Αν  το δεις ποτέ, δε θα το συγκρίνεις  ούτε με το χρυσάφι, ούτε με φορέματα, ούτε με τα όμορφα αγόρια και τους νεαρούς, τους οποίους τώρα βλέπεις και ζαλίζεσαι και είσαι έτοιμος και συ και πολλοί άλλοι, που βλέπετε τα τρυφερά αγόρια και δεν ξεκολλάτε απ’ αυτά, μήτε να τρώτε μήτε να πίνετε, αν ήταν δυνατόν,  αρκεί μονάχα να τα βλέπετε και να βρίσκεστε μαζί τους. Τι, λοιπόν, νομίζουμε πως θα συνέβαινε, αν τύχαινε  να δει κανείς το γνήσιο Κάλλος, καθαρό και όχι ανακατεμένο με ανθρώπινες σάρκες και χρώματα και πολλές άλλες μάταιες ανοησίες  των θνητών, αλλά να το δει αυτό το θεϊκό κάλλος στην απλή του μορφή σαν ανεξάρτητο και μοναδικό είδος;  Μήπως νομίζεις ότι θα ήταν φαύλη η ζωή του ανθρώπου, που θα έβλεπε προς τα εκεί και θα παρατηρούσε όπως πρέπει το θείο κάλλος και θα συναναστρεφόταν μαζί του;  Δε σκέπτεσαι ότι μονάχα αυτός θα μπορέσει, βλέποντας ό,τι γίνεται ορατό, να γεννήσει όχι είδωλα της αρετής, αφού δεν έρχεται σε επαφή με κάποιο είδωλο, αλλά αληθινή αρετή, αφού με την αλήθεια έρχεται σε επαφή; Και όταν γεννήσει την αληθινή αρετή και την αναθρέψει, τότε μπορεί να εξασφαλίσει την αγάπη των θεών και περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο να γίνει αθάνατος.

Για  να αποκτηθεί αυτό από την ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσε να βρει κανείς καλύτερο συνεργάτη από τον Έρωτα. Για  το λόγο αυτό επιβάλλεται κάθε άντρας να τιμά τον Έρωτα, να καταπιάνεται με τα ερωτικά πράγματα, να δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον, να προσκαλεί και  τους άλλους και να πλέκει το εγκώμιο του Έρωτα, τονίζοντας τη δύναμη και την ανδρεία του. Αυτόν, λοιπόν, το λόγο θεώρησέ τον εγκώμιο του Έρωτα, διαφορετικά ονόμασέ τον με όποιο όνομα σ’ ευχαριστεί [1].

 

Ανάλυση του πλατωνικού μύθου

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ Σάντσιο. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Σύμφωνα με το μύθο η γέννηση του Έρωτα συμπίπτει χρονικά με τη γέννηση της Αφροδίτης και είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο τελείως διαφορετικών προσώπων, του Πόρου και της Πενίας. Πατέρας του ήταν ο Πόρος, προσωποποίηση της εξυπνάδας και της εφευρετικότητας και γιος της Μήτιδας,  που ήταν πρώτη σύζυγος του Δία και προσωποποίηση της πρακτικής ευφυΐας. Μητέρα του η Πενία, που συμβόλιζε τη στέρηση και την έλλειψη και ήταν αμαθής. Η τελευταία ζητά την κάλυψη της ένδειάς της και ο Πόρος είναι αυτός που θα γεμίσει το κενό. Η συνάντηση των δύο αυτών κόσμων θα δημιουργήσει τον έρωτα. Εξαιτίας της μητρικής του προέλευσης ο Έρωτας είναι φτωχός και καθόλου τρυφερός ή όμορφος, αλλά άστεγος, τραχύς και λιπόσαρκος. Κοιμάται χωρίς στρωσίδια, μπροστά στις ξένες πόρτες, κάτω από τα άστρα. Ό,τι αποκτάει του φεύγει πάντοτε μέσα από τα χέρια. Από τον πατέρα του κληρονόμησε την ιδιότητα του κυνηγού. Κυνηγάει τους ωραίους και τους εκλεκτούς σκαρώνοντας πάντα καινούργια τεχνάσματα, παθιασμένος με τη γνώση, επινοητικός και ριψοκίνδυνος, πάντα φιλοσοφώντας.

Ο Έρωτας δεν είναι θεός ούτε θνητός, αλλά κάτι ενδιάμεσο. Αυτό το ενδιάμεσο είναι ο «Δαίμων» και εκφράζει τον πόθο του ανθρώπου για την αιώνια απόκτηση του ωραίου. Στην αρχαία Ελλάδα δαίμων ήταν αυτό που ερμήνευε και διαβίβαζε τα μηνύματα των ανθρώπων στους θεούς και των θεών στους ανθρώπους, καθώς δεν υπήρχε άμεση επαφή μεταξύ τους. Δεήσεις και θυσίες από τη μία, εντολές και χάρες από την άλλη, μεταφέρονταν μέσω των δαιμόνων. Τα δαιμονικά όντα κινούνταν ανάμεσα στο θνητό και στο αθάνατο. Ο Έρωτας μέσα στην ίδια μέρα, τη μια στιγμή που όλα του πάνε βολικά θάλλει και είναι γεμάτος σφρίγος και την άλλη αποχαιρετάει τη ζωή. Πάλι όμως ανασταίνεται χάρη στην αθάνατη πατρική φύση. Κινείται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, ως παιδί ενός σοφού και μιας αμαθούς. Δεν είναι ούτε σοφός ούτε ανόητος. Φιλόσοφοι είναι οι «ημιμαθείς», που ξέρουν αρκετά, ώστε να πουν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα σπουδαίο και έτσι θέλουν όλο να μαθαίνουν.

Το λάθος του Σωκράτη, σύμφωνα με τη Διοτίμα, είναι ότι θεώρησε πως ο Έρωτας είναι το αντικείμενο του έρωτα (ο ερωμένος), ενώ στην πραγματικότητα είναι το υποκείμενο (ο εραστής), αυτός που νιώθει έρωτα για κάτι. Ο ερωμένος είναι αναμενόμενο να είναι ωραίος και καλός, ο εραστής όχι. Ο ερωτευμένος επιθυμεί να κάνει δικά του τα ωραία και τα αγαθά, για να γίνει ευτυχισμένος. Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν τα ίδια αγαθά, για να κερδίσουν την ευτυχία, αλλά δεν τους ονομάζουμε όλους εραστές. Αυτό οφείλεται στον τρόπο που ορίζουμε τη λέξη «έρωτας». Απομονώσαμε ένα συγκεκριμένο τμήμα της έννοιας «έρωτας» και του δώσαμε το όνομα του όλου, ενώ για τα άλλα τμήματα χρησιμοποιούμε άλλες ονομασίες. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούμε τη λέξη «ποιητής». Όλοι οι καλλιτέχνες δημιουργούν κάτι, δηλαδή «ποιούν» κάτι, αλλά την ονομασία «ποιητής» την αποδίδουμε μόνο σε ένα μέρος αυτών, ενώ τους άλλους τους ονομάζουμε γλύπτες, ζωγράφους κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του έρωτα. Με τη γενική έννοια του όρου «έρωτας» εννοούμε τον πόθο των αγαθών και της ευτυχίας. Όμως εκείνους που στρέφονται σε άλλες εκδοχές του ερωτικού πάθους, όπως την απόκτηση χρημάτων, τον αθλητισμό, τη φιλοσοφία, ούτε ερωτευμένους ούτε εραστές τους χαρακτηρίζουμε. Όποιος έχει ερωτικό πάθος για τη φιλοσοφία λέγεται «φιλόσοφος, όποιος αγαπάει τον αθλητισμό «αθλητής». Μόνο όσοι στρέφονται σε μια ορισμένη έκφανση του έρωτα παίρνουν το όνομα του όλου, οπότε κάνουμε λόγο για «ερωτικό συναίσθημα» και «εραστές».

 

Το συμπόσιο του Πλάτωνα, λάδι σε καμβά, 1869. Άνσελμ Φόιερμπαχ – Anselm Feuerbach (1829–1880).

 

Ποιο όμως είναι το αντικείμενο του ερωτικού πάθους; Αυτοί που λένε ότι εραστές είναι αυτοί που επιθυμούν το «άλλο μισό του εαυτού τους», που αναφέρεται στο μύθο του Αριστοφάνη στο τελευταίο μέρος του Συμποσίου, δεν είναι ακριβείς. Ο άνθρωπος όχι μόνο το άλλο του μισό δεν αναζητά, αλλά και από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του, πόδι, χέρι, μύτη, θα ήθελε να απαλλαγεί, αν αυτό δεν είναι υγιές ή δεν τον ικανοποιεί αισθητικά. Ο έρωτας δεν έχει να κάνει με την αναζήτηση του άλλου μισού ούτε με την ολοκλήρωση του όλου. Το μόνο που ερωτεύεται ο άνθρωπος είναι το καλό και επιδιώκει να το αποκτήσει και να το έχει παντοτινά. Στο μύθο της Διοτίμας συλλαμβάνουμε την αποστροφή του Πλάτωνα για την πραγματικότητα των αισθήσεων. Η θεώρηση της καθαρής ομορφιάς, η επικοινωνία με τη θεία ομορφιά, είναι η μόνη πλατιά, βαθιά και πειστική γοητεία, που μπορεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο [2].

Ο έρωτας, λοιπόν,  είναι πιο πολύπλοκος και  μοιάζει με τη διαδικασία  της σωματικής και ψυχικής γέννας μέσα στην ομορφιά. Όλοι οι άνθρωποι κυοφορούν στο σώμα και την ψυχή και, όταν φτάσουν σε μια ηλικία, επιθυμούν να γεννήσουν. Όλα τα ζωντανά όντα, όταν επιθυμούν να ζευγαρώσουν, χαρακτηρίζονται από παράξενη συμπεριφορά, που τα κάνει να μοιάζουν άρρωστα, και είναι τόσο αποφασισμένα, που ακόμα και τα ανίσχυρα επιτίθενται στα ισχυρά με τον κίνδυνο του θανάτου, για να το καταφέρουν ή για να προστατέψουν τα μικρά τους. Η ερωτική συνεύρεση που οδηγεί στον τοκετό κάνει τη θνητή μας ύπαρξη να αποκτήσει τη βασική θεϊκή ιδιότητα της αθανασίας μέσω της γέννας. Αντικείμενο του έρωτα είναι η αθανασία. Κίνητρο είναι ότι η θνητή φύση κάνει ό,τι μπορεί για να προσεγγίσει την αιωνιότητα αντικαθιστώντας το παλιό με το νέο.

Με τη βιολογική και την πνευματική γέννα επιδιώκουμε να καλύψουμε το κενό του απερχόμενου παλιού με το νέο και να  δώσουμε συνέχεια στο ανθρώπινο είδος και στο πνεύμα. Όπως ένα άτομο, παρόλο που λέμε ότι παραμένει το ίδιο, κατά τη διάρκεια της ζωής του αλλάζει πρόσωπο και μυαλό από την παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα. Τον  ίδιο στόχο έχει και η «μελέτη», να αντικαταστήσει γνώσεις που ξεχνάμε με άλλες καινούργιες, ώστε να δίνεται η εντύπωση πως η γνώση παραμένει αναλλοίωτη. Το  αίτημα της αθανασίας μας κάνει όλους να επιθυμούμε να γίνουμε επώνυμοι και να αφήσουμε παρακαταθήκη τα έργα μας, τα χρήματά μας ή τα παιδιά μας. Ακόμα και οι βασιλείς θυσιάζονται, για να εξασφαλίσουν την αθάνατη ανάμνηση της αρετής τους.

Η σύνδεση του έρωτα με τη γέννα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την επιλογή του Πλάτωνα να βάλει μια γυναίκα να μιλήσει γι’ αυτόν.  Μόνο μια γυναίκα, ξένη με την αισθησιακή πλευρά του παιδικού έρωτα, μπορούσε να μιλήσει με άνεση για κάτι που κατά βάθος είναι κυοφορία και τοκετός.   Η γυναίκα βρίσκεται πιο κοντά στη φύση και έχει μεγαλύτερη διαίσθηση, προαίσθηση και ευαισθησία από τον άντρα, γιατί δεν αντιμετωπίζει τα θέματα με την ψυχρή λογική των ανδρών, αλλά με συναισθηματικό τρόπο. Και όσο περισσότερο  πρωτόγονη και μυστηριώδης  είναι αυτή η προσέγγιση των πραγμάτων, τόσο περισσότερο θεϊκή μοιάζει η προέλευσή της  για τον πρωτόγονο άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που οι αρχαίοι όριζαν συνήθως γυναίκες ως όργανα της θεόπνευστης μαντικής και θεωρούσαν ότι οι θεοί στις γυναίκες ενέπνεαν υπερφυσικές δυνάμεις [3].

 

Σωκράτης. Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αυστραλίας.

 

Ο έρωτας υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, καθώς όλοι είμαστε εραστές ορισμένων πραγμάτων. Η πορεία του ανθρώπου στον έρωτα μοιάζει με την άνοδο μιας κλίμακας. Η Διοτίμα θα διακρίνει τρία διαδοχικά στάδια: το σώμα, την ψυχή και τη γνώση. Η πορεία φυσικά είναι από την ύλη προς το πνεύμα, από το σώμα στη διανόηση. Αρχικά ο άνθρωπος ερωτεύεται ένα ωραίο σώμα (ο σωματικός έρωτας). Εκείνοι που εγκυμονούν στο σώμα κατευθύνουν την ερωτική τους δραστηριότητα στις γυναίκες. Τις ερωτεύονται και φαντάζονται πως αποκτώντας παιδιά εξασφαλίζουν την αθανασία, την υστεροφημία και την παντοτινή ευτυχία. Για τον Πλάτωνα όμως ο έρωτας ήταν μία ιδέα με σκοπό την ανοδική πορεία του ατόμου στο υψηλότερο σκαλί της ερωτικής μυσταγωγίας. Στο πρώτο βήμα η ανθρώπινη συνείδηση ρέπει προς τα ωραία σώματα. Έλκεται από τους εξωτερικά ωραίους ανθρώπους εστιάζοντας την ερωτική της διάθεση σ’ ένα σώμα. Σε  ένα δεύτερο στάδιο ο έρωτάς του στρέφεται προς όλα τα ωραία σώματα, γιατί όλα μετέχουν στην Ιδέα του ωραίου. Η ομορφιά του ενός σώματος είναι ίδια σε όλα τα σώματα. Ο επίδοξος μύστης της απόλυτης ομορφιάς οφείλει να λατρέψει αρχικά την εξωτερική ομορφιά ενός σώματος και το ενιαίο της ομορφιάς όλων των ωραίων σωμάτων ή προσώπων. Οι  περισσότεροι άνθρωποι μένουν σε αυτό το στάδιο και δεν προχωρούν πιο πάνω.

Σε ένα τρίτο στάδιο ερωτεύεται τα έργα πολιτισμού. Όποιος διακατέχεται από τη θεία μανία του Έρωτα, αγαπά το ωραίο, είτε είναι μια ευγενική και καλοκαμωμένη ψυχή που η δροσιά της μαγεύει, είτε σώμα ή πρόσωπο ή ένα ωραίο τοπίο ή ένα ωραίο λουλούδι ή μουσική ή ένας αξιόλογος ζωγραφικός πίνακας ή ένας λόγος που ακούει ή διαβάζει μεστός από φιλοσοφικές αλήθειες κλπ. Ο κατεχόμενος από πνευματικό Έρωτα εγκυμονεί και αυτός. Ο  καλλιτέχνης κυοφορεί την έμπνευση, βασανίζεται να γεννήσει και γεννά το πνευματικό του έργο, το άγαλμα, το ζωγραφικό πίνακα ή το μουσικό κομμάτι που δημιούργησε. Τέτοιες  αρετές δημιουργούν οι ποιητές και οι πρωτοπόροι και επινοητικοί τεχνίτες.

Στη συνέχεια έρχεται η ομορφιά των εθίμων και των νόμων. Η ψυχή μεταβαίνει από τη συνειδητοποίηση της ομορφιάς των αισθητών σωμάτων στη συνειδητοποίηση της ηθικής ομορφιάς των «επιτηδευμάτων». Πρέπει  να βρει την ομορφιά που υπάρχει στις ανθρώπινες ενασχολήσεις και στους θεσμούς. Να ανακαλύψει δηλαδή την ηθική των νόμων και των υπόλοιπων ηθικών αρχών που διέπουν την κοινωνία. Πιο ψηλά στην ιεράρχηση των αρετών βρίσκεται η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, που είναι απαραίτητες για  τη διακυβέρνηση των πόλεων και των σπιτικών. Αυτός που κυοφορεί αυτές τις αρετές, αναζητάει μια όμορφη ψυχή, συζητάει με τον κάτοχό της για την αρετή και έτσι δημιουργείται αμοιβαία πνευματική καλλιέργεια και ουσιαστική επικοινωνία με αποτέλεσμα τα παιδιά – δημιουργήματα, που είναι πιο σημαντικά και γοητευτικά από τα βιολογικά παιδιά. Οι γονείς γεννούν στα παιδιά τους τα λόγια και τις προτροπές για το πώς να τα βγάλουν πέρα στη ζωή τους. Ο παιδαγωγός εγκυμονεί τους λόγους για την αρετή και διδάσκει  ποιος πρέπει να είναι ο άνθρωπος και ποιο δρόμο να ακολουθήσει στη ζωή του. Αν  αγαπήσει τη δικαιοσύνη, θα διαπιστώσει ότι η ομορφιά είναι ενιαία και ότι το κάλλος της εξωτερικής ομορφιάς δεν έχει μεγάλη σημασία.

Στο  επόμενο στάδιο αντικείμενο του έρωτα είναι οι επιστήμες, τα μαθήματα που απομακρύνονται από τον κόσμο των αισθητών και πλησιάζουν τον κόσμο των Ιδεών. Έτσι θα οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών και της φιλοσοφίας, για να διαπιστώσει ότι πρέπει να μην χαραμίζεται υπηρετώντας μόνο την ομορφιά ενός ανθρώπου ή μιας δραστηριότητας. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να κατακτήσει το τελευταίο στάδιο της ερωτικής μύησης. Ο  κόσμος της γνώσης και των διαφόρων επιστημών είναι η τελευταία κατηγορία, πριν τον ιδεατό κόσμο. Έτσι ο πλατωνικός έρωτας ταυτίζεται με την προσπάθεια του φιλοσόφου να φτάσει στην αλήθεια, τις Ιδέες ξεκινώντας από τα αισθητά αντικείμενα. Η Διοτίμα χρησιμοποιεί ως αφετηρία το σωματικό έρωτα, για να μιλήσει τελικά για τον έρωτα της ψυχής και διαχωρίζει σαφώς τη σωματική από την πνευματική γέννα, βαφτίζοντας τη σωματική σαν ένα είδος περισπασμού από την πνευματική, που είναι η μόνη που θα χαρίσει την αθανασία.

Στο  τελευταίο στάδιο έχουμε την ανύψωση της ψυχής στην ίδια την Ιδέα του Ωραίου, την ιδέα της ομορφιάς, κάτι που είναι πλήρες, αθάνατο, μοναδικό και αναλλοίωτο. Αντικείμενα αυτού του έρωτα είναι η σοφία, το αγαθό, η ευδαιμονία, η αθανασία και πάνω από όλα η ομορφιά της ψυχής. Η απόλυτη ομορφιά δεν εξαρτάται από το βλέμμα του ανθρώπου, ούτε θα παρουσιαστεί με κάποια γνώριμη μορφή του κόσμου. Είναι η αυθύπαρκτη, άφθαρτη, μοναδική, ενιαία και διαχρονική ομορφιά, στην οποία όλες οι άλλες μετέχουν και, ενώ εκείνες έρχονται και παρέρχονται, αυτή μένει ανεπηρέαστη και αναλλοίωτη. Αυτήν την απόλυτη ομορφιά θα πρέπει να την εντάξουμε στα πλαίσια του «Κόσμου των Ιδεών» του Πλάτωνα. Η μορφή (Ιδέα) της Ομορφιάς είναι η υπέρτατη ομορφιά, που περιλαμβάνει τις ομορφιές των σωμάτων, των ψυχών και όλων των υπόλοιπων επιμέρους όμορφων πραγμάτων του κόσμου, ομορφιές που περιλαμβάνει, αλλά δεν εξαρτάται από αυτές. Οι άλλες μορφές του ωραίου μετέχουν στην απόλυτη ομορφιά με την έννοια ότι, ενώ αυτές έρχονται και παρέρχονται, εκείνη χωρίς να υπόκειται σε αυξομειώσεις παραμένει ανεπηρέαστη. Είναι κάτι αυθύπαρκτο, διαφορετικό από όποιο παράδειγμά του μπορούμε να βρούμε στον κόσμο γύρω μας, αλλά και από την αντίληψη των ανθρώπων, αφού δεν εξαρτάται από το βλέμμα [4].

 

Διοτίμα. Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αυστραλίας. Η Διοτίμα ήταν ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας. Το όνομα Διοτίμα είναι δηλωτικό δράσεων για την ισότητα ανδρών και γυναικών: η Διοτίμα ήταν η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο.

 

Ο ιδανικός έρωτας κατά τον Πλάτωνα δεν έχει να κάνει με την κατάκτηση, αλλά με την ανάμνηση. Ο  έρωτας εκφράζει την έντονη τάση του ανθρώπου να θυμηθεί τις ιδέες, τις οποίες η ψυχή του, προτού γεννηθεί αυτός, είχε γνωρίσει στον ουράνιο κόσμο των ιδεών. Η ψυχή του ανθρώπου είχε αντικρίσει κάποτε, όταν βρισκόταν ακόμα στον κόσμο των νοητών, την Ιδέα του Ωραίου, που ταυτίζεται με την Ιδέα του Αγαθού, την υπέρτατη δηλαδή Ιδέα. Τώρα φυλακισμένη στο σώμα αναγνωρίζει το Ωραίο και στρέφεται προς αυτό, στην επιθυμία της να αντικρίσει και πάλι την αθάνατη Ιδέα. Η διαδικασία της ανάμνησης, μέσω της οποίας μπορεί ο άνθρωπος να συλλάβει τις ιδέες, αποτελεί κατά τον Πλάτωνα βασικό συστατικό του έρωτος. Ο ερωτευμένος άνθρωπος ανακαλεί πάντοτε στη μνήμη του το πρόσωπο, που αποτελεί το αντικείμενο του έρωτά του, όποτε συμβαίνει να μη βρίσκεται κοντά σε αυτό. Αντίθετα, όταν το αντικείμενο του έρωτος περάσει πια στη λήθη και ο τελευταίος πάψει να το σκέπτεται, σημαίνει ότι δεν είναι ερωτευμένος πλέον με αυτό.

Η ανάκληση, λοιπόν, των ιδεών στην ψυχή του ανθρώπου μέσα από τη διαδικασία της ανάμνησης δηλώνει μία σχέση ερωτική του ανθρώπου προς τις ιδέες. Ο έρωτας κατά τον Πλάτωνα γεμίζει την ψυχή μας, όταν επαναφέρει στη μνήμη μας ιδέες και απόψεις που είχαμε κάποτε γνωρίσει. Το ωραίο λειτουργεί σαν καθρέφτης. Αντανακλά κάποιες αχτίδες από τη Θεία Ομορφιά, που κάποτε η ψυχή είχε ζήσει. Γίνεται αφορμή η θέα του κάλλους ή το άκουσμα, αν πρόκειται για μουσική, να ξαναθυμηθεί την Ομορφιά, που κάποτε είχε γνωρίσει. Γι αυτό και η ψυχή νοιώθει ένα γλυκό ρίγος τη στιγμή του αντικρίσματος ή του ακούσματος του ωραίου. Μια γλυκιά νοσταλγία αυτού που κάποτε είχε ζήσει. Και αυτό το θειο πάθος είναι αυτό που αποκαλούμε Έρωτα [5].

Αυτή η ερωτική σχέση του ανθρώπου προς τις ιδέες, κατά τον Πλάτωνα, δε δημιουργείται απευθείας, αλλά αναπτύσσεται προοδευτικά από το φαινομενικό κόσμο που ζούμε  μέχρι τον πραγματικό κόσμο, που είναι ο κόσμος της διάνοιας και της νόησης και αποτελεί το πρότυπο για τον κόσμο των φαινομένων. Ο σωστός εραστής θα ξεκινήσει από τις ομορφιές του κόσμου, από το ένα ωραίο σώμα στο σύνολο των ωραίων σωμάτων, στην ομορφιά της ψυχής και του συνόλου των ψυχών, στις δραστηριότητες των ανθρώπων και στη σοφία της επιστήμης, για να φτάσει στη σπουδή της απόλυτης ομορφιάς και να γνωρίσει τι είναι στην ουσία του το «κάλλος». Αυτή είναι η ποιότητα ζωής που καταξιώνει τον ανθρώπινο βίο, πέρα από το χρυσάφι και τα φορέματα, τα «όμορφα αγόρια» και τις υλικές απολαύσεις, τα οποία βλέπει τώρα και μένει με ανοιχτό το στόμα και για τα οποία κάνει τα πάντα για να τα αποκτήσει. Αλλά, αν κάνει έτσι για αυτά τα θνητά, τότε τι πρέπει να υποθέσουμε ότι συμβαίνει στον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να αντικρύσει αυτήν την Απόλυτη Ομορφιά, που δεν εξαρτάται από τα ανθρώπινα σάρκινα μέλη και τη ματαιότητα της θνητής φύσης; Αυτό είναι ΕΡΩΣ για τους αρχαίους Έλληνες.

Στην ανώτερη βαθμίδα η ψυχή θεάται το απόλυτο κάλλος, που είναι καθαρό και δεν έχει καμία ανάμειξη με οτιδήποτε σαρκικό και θνητή ματαιότητα. Με αυτόν τον τρόπο παύει η προσκόλληση σε έναν και μόνο άνθρωπο. Επομένως, μπορούμε να μοιάσουμε στο θεό, μόνο αν αγαπάμε την ομορφιά, χωρίς κάποια άλλη διέγερση, χωρίς δηλαδή να επιζητούμε τον αισθησιακό πόθο. Προορισμός παραμένει η «απόλυτη ομορφιά», η αρετή που ταυτίζεται με την αλήθεια, το ωραίο που θα μπορέσουμε να δούμε, όταν ξεπεράσουμε τη σάρκα, το πνεύμα, την κοινωνικότητα και την ίδια την επιστήμη. Έτσι από μάθηση σε μάθηση θα καταλήξει στη μάθηση εκείνη, που δεν είναι τίποτε άλλο πάρα η γνώση της απόλυτης Ομορφιάς. Αν υπάρχει κάτι, για το οποίο αξίζει να ζει ο άνθρωπος, αυτό είναι το να φτάσει μέχρι την θέα αυτού του Απολύτου του Αγαθού. Ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να γίνει μέτοχος της απόλυτης ομορφιάς και της αθανασίας, δύσκολα θα μπορούσε να βρει πολυτιμότερο συμπαραστάτη από τον Έρωτα.

Αν ρωτήσουμε σήμερα «τι είναι ο Πλατωνικός έρωτας;» η πλειοψηφία θα απαντήσει πως πρόκειται για τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Για τον έρωτα που, για διάφορους λόγους, έμεινε ανέκφραστος, θαμμένος βαθιά μέσα μας.  Συχνά, ακούμε τη φράση «πλατωνικός έρωτας», όταν κάποιος αναφέρεται στον πνευματικό ή «εγκεφαλικό έρωτα». Κατά τον Εμμανουήλ Ροΐδη ο πλατωνικός έρως είναι «μαλακόν παξιμάδιον διά τους μη έχοντας οδόντας». Σε κάθε περίπτωση η απάντηση θα περιέχει την υπόνοια πως πλατωνικός είναι ο έρωτας, που ποτέ δε δοκίμασε τη σαρκική επαφή. Από το μύθο της Διοτίμας όμως δεν επαληθεύεται η έννοια του πλατωνικού έρωτα ως πνευματική σχέση με απόρριψη της σωματικής επαφής, όπως τον εννοούμε σήμερα. Η Διοτίμα δεν αρνείται τον έρωτα της φυσικής ομορφιάς, τη σαρκική επαφή και την αφοσίωση σε έναν εραστή. Τα θεωρεί μάλιστα αναγκαστικά σκαλοπάτια προς αυτό το ανώτερο, την Ιδέα της Ομορφιάς. Το να ξεπεραστεί ο σαρκικός έρωτας δεν αποτελεί διόρθωση της συμπεριφοράς, αλλά  εξέλιξη προς το ανώτερο. Αυτό δε σημαίνει πως, αν κάποιος δεν καταφέρει να φτάσει στο απόλυτο, τα προηγούμενα στάδια ήταν χάσιμο χρόνου. Ο Πλατωνικός έρωτας δεν είναι, λοιπόν, ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Το αντίθετο, μάλιστα. Είναι ο έρωτας που περπάτησε όλα τα σκαλιά, για να καταλήξουν οι ερωτευμένοι σε κάτι ανώτερο, αφού γευτούν τη σωματική έλξη και απολαύσουν την ψυχική ένωση.

Ο  Πλάτωνας διηγείται την ιστορία, για να δείξει ότι η αληθινή αγάπη σημαδεύει την ψυχή και όχι το σώμα. Γι’ αυτό πολλοί πίστεψαν ότι ο συγγραφέας του «Συμποσίου» τάσσεται κατά της σαρκικής ένωσης, με το μύθο του πλατωνικού έρωτα να εξαπλώνεται παντού. Αλλά  ο Πλάτωνας είχε εξυμνήσει τον ερωτισμό και την ομοφυλοφιλία και συμμεριζόταν την αρχαιοελληνική ιδέα σχετικά με την ομορφιά των γυμνών σωμάτων. Ο  Πλάτωνας δεν υπήρξε ρομαντικός και δεχόταν το σεξ ως μέρος της αληθινής αγάπης. Ο ρομαντισμός ως έννοια και ως καλλιτεχνικό ρεύμα είναι ξένος με την ελληνική ιδιοσυγκρασία, η οποία πιστεύει στη λογική, το ρεαλισμό και προσπαθεί να συνταχθεί με τη φυσική τάξη. Ο όρος «πλατωνικός έρωτας» επινοήθηκε τον 15ο αιώνα και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο  στην κατεύθυνση της ισότητας των δύο φύλων. Την εποχή, που μεταχειρίζονταν τις γυναίκες ως σκλάβες ή παραγωγικές μηχανές, ο πλατωνικός έρωτας ήρθε να δώσει στο γυναικείο πληθυσμό περισσότερο χρόνο για φλερτ και συμμετοχή στα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά δρώμενα. Η συμβολή του Πλάτωνα στην ανθρωπότητα και στη μεταστροφή από μια κοινωνία πολεμιστών σε μια κοινωνία σοφών ήταν τεράστια.  Σήμερα, εξαιτίας του, έχουμε ήρωες τον Αϊνστάιν και το Σαίξπηρ και όχι τους ιππότες με τις αστραφτερές πανοπλίες [6].

Τελικά, τι είναι ο έρωτας; Έρωτας  προς το ωραίο; Ερωτευόμαστε την ψυχή κάποιου ή το σώμα του; Μήπως ερωτευόμαστε με απώτερο σκοπό τα χρήματα και τις υλικές απολαβές; Ο έρωτας είναι κάτι που μας κάνει να ξεπερνάμε τον εαυτό μας, να αποκτούμε τόλμη και ηρωισμό και να φθάνουμε μέχρι την αυτοθυσία για χάρη του άλλου; Επιθυμούμε αυτό που έχουμε, για να συνεχίσουμε να το έχουμε, ή αυτό που στερούμαστε; Είναι η εύρεση του άλλου μισού ή η αρμονία των αντιθέτων; Είναι ο έρωτας έμπνευση; Είναι ο Έρωτας φιλόσοφος; Γίνεται ποιητής ο ερωτευμένος, ακόμα και αν πριν δεν ήξερε τίποτα από ποίηση; Ο Έρωτας είναι θεός ή δαίμονας; Ο έρωτας είναι δόλιος ή επιζητεί την παντοτινή κατοχή του αγαθού; Μήπως πίσω από τον έρωτα κρύβεται απλά ο πόθος της αθανασίας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός του έρωτα;

Στα ερωτήματα αυτά ο Πλάτωνας έχει τις απαντήσεις. Η λέξη «εύνοια» σημαίνει την αφοσίωση, η «αγάπη» το συναισθηματικό δεσμό, η «στοργή» την τρυφερότητα, ο «πόθος» την επιθυμία, η «μανία» το αχαλίνωτο πάθος, η «οικειότης» την ιδέα κάποιου πράγματος εκ φύσεως συγγενικού. Η έννοια, που βρίσκεται πιο κοντά στον «έρωτα», είναι η «φιλία». Η φιλία ξεκινάει από τη θέαση της σωματικής ομορφιάς και μετατρέπεται σε έρωτα μόνο, αν αναπτυχθούν συναισθήματα. Διακρίνεται στη «φυσική» φιλία ανάμεσα σε άτομα που έχουν το ίδιο αίμα, την «ξενική» που αναπτύσσεται ανάμεσα σε φιλοξενούντα και φιλοξενούμενο, την «εταιρική» μεταξύ φίλων, την «ερωτική» ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου ή διαφορετικού φύλου, και τη «φιλοσοφική», που αποβλέπει στην αναζήτηση του Αγαθού [7].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πλάτωνα «Συμπόσιο» 201d- 212 a.

[2] Μπονάρ Αντρέ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, τόμος 3, σελ. 142.

[3] Συκουτρής Ιω., Πλάτωνος Συμπόσιον, εκδ. Εστίας, σελ. 157-158.

[4] Πλάτων, Φαίδων 99-100.

[5] Πλάτωνος, Μένων, 81 1a-d.

[6] Kennedy J., The Musical Structure of Plato’s Dialogues («Η μουσική δομή των πλατωνικών διαλόγων»), Εκδ. Routledge, 2011.

[7] Πλάτωνος,  Λύσις , 210 κ.ε.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Πλάτων, Μένων, μτφρ. Πετράκης Ιω., εκδ. ΠΟΛΙΣ 2008.
  • Πλάτων, Φαίδων (περί Ψυχής), μτφρ. Μαυρόπουλος Θ., εκδ. ΖΗΤΡΟΣ 2007.
  • Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενο- μετάφραση- ερμηνεία Συκουτρή Ιω. , εκδ. Εστίας 1970.
  • Kennedy J., The Musical Structure of Plato’s Dialogues («Η μουσική δομή των πλατωνικών διαλόγων»), Εκδ. Routledge, 2011.
  • Μπονάρ Αντρέ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, τομ. 1-3, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Read Full Post »

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Read Full Post »

Ζουράρις ερίδματος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» σύντομο σημείωμα από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, που αφορά στην επιστολή παραίτησης του Κώστα Ζουράρη.

 

Πρέπει να έχω γράψει τουλάχιστον πέντε ή έξι άρθρα για τον Κώστα Ζουράρι και τις λεκτικές του ακροβασίες, οπότε σήμερα που παραιτήθηκε από τη θέση του υφυπουργού τού χρωστάω ένα σύντομο σημείωμα, μια και φρόντισε στην επιστολή της παραίτησής του να πετάξει ένα ακόμα γλωσσικό πυροτέχνημα.

Η επιστολή παραίτησης του Κ. Ζουράρι δεν μπορούσε να μην έχει μια δύσκολη λέξη για φιγούρα, και μάλιστα στην αρχή- αρχή. Το κείμενο της επιστολής δίνεται ταυτόσημο από όλα τα μέσα ενημέρωσης, αλλά νομίζω ότι κάποια κόμματα έχουν παραλειφθεί και τα αποκαθιστώ εδώ:

Ερίδματε πρωθυπουργέ και σύντροφε, υποβάλλω σήμερα 14.1.2018 την από την θέση του υφυπουργού επί της παιδείας παραίτησίν μου, η οποία διευκολύνει, ως εικός, την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον. Μετά της προσηκούσης τιμής, Κώστας Γ. Ζουράρις.

Όλα τα ειδησεογραφικά μέσα, αντλώντας προφανώς από την ίδια πηγή, μεταφράζουν εντός παρενθέσεως «καλοδομημένε» το «ερίδματε», όμως δεν είναι και τόσο καλή αυτή η απόδοση, χώρια που αν την πεις γρήγορα τη λέξη μπορεί και να παρεξηγηθείς.

Το ερίδματος είναι δωρικός τύπος, άπαξ λεγόμενο θαρρώ, αφού πρέπει να υπάρχει μόνο στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στ. 1461) και αντιστοιχεί στο ερίδμητος. Αν κάνουμε ανάλυση της λέξης βρίσκουμε το γνωστό πανάρχαιο επιτατικό πρόθημα ερι- το οποίο στα νέα ελληνικά επιβιώνει βασικά στο επίθ. «ερίτιμος» (τα εριβώλαξ κτλ. είναι αρχαία που τα ξεθάβουμε μόνο για φιγούρα). Εριβώλαξ, η γη με τους μεγάλους βώλους, άρα η εύφορη. Ερίδμητος, ο γεροχτισμένος, ο καλοχτισμένος (πρβλ. νεόδμητος, ο νεοχτισμένος).

Άρα, το καλοδομημένος δεν είναι εντελώς λάθος απόδοση, αλλά δεν είναι και καλή. Το ελληνικό Λίντελ Σκοτ δίνει εξήγηση «ισχυρώς εκτισμένος, άρα ακίνητος, ακατάβλητος» και προφανώς με αυτή την τελευταία σημασία το χρησιμοποίησε ο Ζουράρις.

(Στον Αγαμέμνονα βέβαια ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το επίθετο για την Έριδα: Έρις ερίδματος, και ίσως να το διάλεξε και για την παρήχηση. Βαρυσύντυχη οργή, μεταφράζει ο Γρυπάρης).

Να πούμε βέβαια ότι ο Ζουράρις έπεσε θύμα προηγούμενης λεκτικής ακροβασίας του, όταν συζητώντας σε ραδιοσταθμό της Θεσσαλονίκης είπε (όχι ακριβώς έτσι, ακούστε το ηχητικό):

«Βουντού, βουντού, βουντού και μια καρφίτσα μαύρη, στο κατώτερο τμήμα του στεατοπυγικού μου υποσυστήματος έκατσαν 10.000 γαύροι…»

 

 

 

Πέρα από το ότι τέτοιες κουβέντες, έστω και στο πλαίσιο χαλαρής συζήτησης, δεν ταιριάζουν σε υπουργό, είναι και λάθος εφ’ όλης της ύλης. Δεν υπάρχει στεατοπυγικό σύστημα στον άνθρωπο, κι αν υπήρχε το κατώτερο τμήμα του δεν θα αντιστοιχούσε στο σημείο της ανατομίας για το οποίο γίνεται λόγος στην κανονική εκδοχή του συνθήματος.

Οπότε, καλώς παραιτήθηκε.

Νίκος Σαραντάκος

Read Full Post »

Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας* – Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας».

 

Ο χαρακτηρισμός κλασικός (classicus) προκειμένου να προσδιορίσει τους συγγραφείς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ως συγγραφείς «πρώτης τάξεως», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ. από τον λατίνο συγγραφέα Αύλο Γέλλιο (NA 19.8.15). Ο όρος Κλασικά Γράμματα*  περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία επειδή για την ποιότητά τους κρίθηκαν άριστες και ανυπέρβλητες, άξιες ν’ αποτελούν πρότυπο. Τα ομηρικά έπη τράβηξαν από νωρίς την προσοχή γραμματισμένων (γραμματικών) οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη διάσωση, την αποκατάσταση, την ερμηνεία τους. Τον 6ο αι. π.Χ. στην Αθήνα μ’ εντολή του Πεισιστράτου ένας κύκλος λογίων από τη μητροπολιτική και Μ. Ελλάδα ασχολήθηκε με την εξυγίανση του κειμένου της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τους παλαιότερους γραμματικούς και κριτικούς του Ομήρου ήταν ο Θεαγένης από το Ρήγιο της Κ. Ιταλίας (έζησε τον 6ο αι. π.Χ.), ο Στησίμβροτος από τη Θάσο (δίδαξε στην Αθήνα κατά τα τέλη του 5ου αι. π.Χ.), ο Αντίμαχος από την Κολοφώνα (επιμελήθηκε έκδοση των ομηρικών επών κι έγραψε Βίο Ομήρου τον 4ο αι. π.Χ.). Ως πρόδρομοι της φιλολογίας μπορούν να εκληφθούν ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, ο Ηράκλειτος και ο Ηρόδοτος για το ενδιαφέρον τους να ετυμολογούν λέξεις· ακόμη οι σοφιστές Πρωταγόρας, Πρόδικος και Ιππίας, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτων, επειδή ερμήνευαν επικά και αρχαϊκά ποιήματα και γενικώς ασχολούνταν με τη γλώσσα. Ο Αριστοτέλης δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος φιλόλογος καθώς τόσο η λογοτεχνική κριτική όσο και η τέχνη της ερμηνείας βρίσκουν τις αρχές τους σ’ αυτόν (Διον. Χρυσ. 53.1· βλ. Ποιητική και δύο χαμένα έργα του Περί ποιητών, Απορήματα Ομηρικά).

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ Σάντσιο. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Βέβαια, η φιλολογία θ’ αναπτυχθεί συστηματικά στα ισχυρά και πλούσια ελληνιστικά βασίλεια. Στις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Περγάμου και στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας (το πρώτο ερευνητικό ίδρυμα), διασώζονται, μελετώνται και προβάλλονται με συστηματικό τρόπο τ’ αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Φιλόλογοι (όπως ο Καλλίμαχος και ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο Αλέξανδρος Αιτωλός, ο Λυκόφρων από τη Χαλκίδα, ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη, ο Κράτης από την Κιλικία, ο Ευφορίων από τη Χαλκίδα, ο Δίδυμος από την Αλεξάνδρεια, κ.ά.π.) εκδίδουν με κριτικό τρόπο τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, παραμερίζοντας ψευδεπίγραφα, αντιπαραβάλλοντας γραφές χειρογράφων, απομακρύνοντας προσθήκες/παρεμβολές και διορθώνοντας φθαρμένα σημεία του κειμένου· συντάσσουν πλούσια ερμηνευτικά υπομνήματα και μελέτες, γεωγραφικές, γλωσσικές, γραμματολογικές, ιστορικές, βιογραφικές, μετρικές, ή γενικώς μελέτες που αφορούν κάθε έκφανση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Χωρίς τους αλεξανδρινούς φιλολόγους πολλά θα είχαν χαθεί ήδη από νωρίς. Μολονότι το έργο τους δεν είναι απαλλαγμένο από σφάλματα ή ατέλειες, εντούτοις θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας: οι κριτικές εκδόσεις και τα σχόλιά τους επηρέασαν όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις και σχολιασμούς. Κάποιες από τις βασικές φιλολογικές αρχές τους ισχύουν ακόμη.

Τον 3ο και 2ο αι. π.Χ., οι Ρωμαίοι από τη μια κατακτούσαν τις ελληνικές πόλεις της Κ. Ιταλίας και Σικελίας, από την άλλη εμπιστεύονταν την εκπαίδευση των παιδιών τους σ’ Έλληνες δασκάλους, δούλους ή απελεύθερους. Οι ημιέλληνες Λίβιος Ανδρόνικος κι Έννιος μετέφραζαν συνεχώς Έλληνες συγγραφείς, ενώ οι διαλέξεις που ο Κράτης από την Κιλικία έδωσε στη Ρώμη, έθεσαν τις βάσεις της λατινικής φιλολογίας.

Οι βυζαντινοί λόγιοι, έχοντας συνείδηση ότι είναι φορείς μιας σημαντικής παράδοσης, μελέτησαν, σχολίασαν, προσέλαβαν και διέσωσαν κείμενα της αρχαιότητας. Καταλυτική η επίδραση του Πλάτωνα και Αριστοτέλη σε φιλοσόφους όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Τον 9ο αι. η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αρχαία ελληνική παράδοση οδήγησε στον πρώτο βυζαντινό ουμανισμό. Ο Λέων ο Σοφός, ο πατριάρχης Φώτιος, ο αρχιεπίσκοπος Αρέθας, κ.ά. έσκυψαν με αγάπη, μελέτησαν, ερμήνευσαν και διέσωσαν αρχαίους συγγραφείς. Ο Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, αποτελεί τη σημαντικώτερη φιλολογική μορφή του 12ου αι. για το μνημειώδες του υπόμνημα των ομηρικών επών· φαίνεται ότι ανακάλυψε δώδεκα επιπλέον τραγωδίες του Ευριπίδη. Αξιόλογο το έργο των αδελφών Ισαάκ και Ιωάννη Τζέτζη ( του πρώτου για τα μετρικά σχόλια στον Πίνδαρο, του δεύτερου για τα σχόλια στον Ησίοδο, Αριστοφάνη και Λυκόφρονα). Κορυφαίος φιλόλογος της παλαιολόγειας αναγέννησης (13ος/14ος αι.) και κάτοχος της λατινικής γλώσσας ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε στα ελληνικά, έργα του Αυγουστίνου και του Οβιδίου, ενώ εξέδωσε πλήθος κειμένων της κλασικής και ελληνιστικής εποχής. Άξιος μαθητής του ο Μανουήλ Μοσχόπουλος (σχολίασε Όμηρο, Ησίοδο, Πίνδαρο, τραγικούς και Θεόκριτο). Με τον Δημήτριο Τρικλίνιο η φιλολογία έφτασε στο απόγειό της. Ο Τρικλίνιος εξέδωσε και υπομνημάτισε Ησίοδο, τραγικούς, Αριστοφάνη, Πίνδαρο, Θεόκριτο· η μεγαλύτερη προσφορά του έγκειται στην ορθή ανάλυση των μετρικών δομών του αρχαίου δράματος. Από τα μαθήματα ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο (τέλη του 14ου αι.) ωφελήθηκαν αρκετοί Ιταλοί, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσει η μετάφραση ελληνικών κειμένων. Μετά την άλωση της Κων/λης Έλληνες λόγιοι δίδαξαν στη Δύση, ενώ άλλοι όπως ο καρδινάλιος Βησσαρίων συγκρότησαν βιβλιοθήκες με ελληνικά χειρόγραφα. Η δημοσίευση έργων των Ελλήνων κλασικών σε τυπογραφεία της Φλωρεντίας και Βενετίας μ’ επιμέλεια του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη, Μάρκου Μουσούρου, κ.ά. συνετέλεσε στην αναγέννηση των γραμμάτων στη Δύση. Στη Γαλλία ο Ερμώνυμος από τη Σπάρτη, καθηγητής στο Παν/μιο των Παρισίων, έβγαλε επιφανείς μαθητές, μεταξύ των οποίων ο Έρασμος.

Κι ενώ στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία οι κλασικές σπουδές αναπτύσσονταν σταθερά, στον υπόδουλο ελλαδικό χώρο είχαν σβήσει. Εξαίρεση αποτέλεσαν όσοι Έλληνες είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν στη φωτισμένη Ευρώπη. Ένας απ’ αυτούς ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) που για το πλούσιο εκδοτικό του έργο (17 τόμους περιλαμβάνει η σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη με έργα αρχαίων Ελλήνων) θεωρείται ως ο πατριάρχης των κλασικών γραμμάτων στη νεώτερη Ελλάδα.

Η οικονομική ένδεια και άλλες δυσχέρειες που κατέτρυχαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος (πόλεμοι, πολιτικές ταραχές, κ.λπ.) δεν ευνόησαν την πρόοδο των κλασικών σπουδών. Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι των οποίων το επιστημονικό έργο χάρη στην πρωτοτυπία, την ορθότητα, την ευφυΐα έδωσε ώθηση στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων και αποτέλεσε σε διεθνές επίπεδο σημείο αναφοράς. Αναφέρω τους Γρηγόριο Βερναρδάκη (1848-1925), Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937), Ιωάννη Θ. Κακριδή (1901-1991) και Στυλιανό Καψωμένο (1907-1978). Η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των πανεπιστημιακών τμημάτων κλασικής φιλολογίας, τη συγκρότηση επιστημονικών βιβλιοθηκών, τη χορήγηση περισσότερων υποτροφιών για μετεκπαίδευση πτυχιούχων στο εξωτερικό με σκοπό την αρτιότερη κατάρτισή τους. Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι με επιστημονικές μελέτες και άρθρα δείχνουν μια παρουσία στο διεθνές στερέωμα. Ζητούμενο όμως, εξακολουθεί να παραμένει η ποιότητα – όχι η ποσότητα· δηλ. η εκπόνηση μελετών που δεν αναμασούν ούτε περιπλέκουν χιλιοειπωμένα, αλλά όντως ανοίγουν δρόμους στην κλασική φιλολογία επιλύοντας ή συνεισφέροντας στην επίλυση προβλημάτων.

Οι στέρεοι επιστήμονες αποτελούν προϊόν ενός στέρεου εκπαιδευτικού συστήματος. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές πρέπει να είναι ικανώς καταρτισμένοι για να μπορούν να διδάσκουν μ’ επάρκεια τους φοιτητές. Τούτο επιτυγχάνεται όταν οι πανεπιστημιακοί εκλέγονται μ’ επιστημονικά και όχι μ’ άλλου είδους κριτήρια (π.χ. πολιτικά, οικογενειακά, φιλικά, κ.λπ.). Η πλημμελής, μαζική παραγωγή χιλιάδων εξερχομένων πτυχιούχων δεν ωφελεί σε τίποτα. Η συρρίκνωση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών (είτε από μετάφραση είτε από πρωτότυπο) στη Μέση Εκπαίδευση, η επαφή των μαθητών με την αρχαία ελληνική γλώσσα μέσα από βαρυφορτωμένα – συχνά ακατάλληλα για την ηλικία τους – διδακτικά εγχειρίδια, οι ελάχιστες γνώσεις Λατινικών που οι μαθητές λαμβάνουν στο Λύκειο, δεν δομούν μιά κατάλληλη βάση για σοβαρές πανεπιστημιακές σπουδές. Ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι η ίδρυση Κλασικών Λυκείων θα λύσει το πρόβλημα καθώς εκεί θα μορφώνονται όσοι μαθητές ενδιαφέρονται για τα κλασικά γράμματα· κι αυτοί θα εξέρχονται καλύτερα προετοιμασμένοι να παρακολουθήσουν ανώτατες σπουδές. Τα Κλασικά Λύκεια μπορούν ν’ αποβούν ωφέλιμα, αρκεί οι διδάσκοντες σ’ αυτά να διαθέτουν γερή κατάρτιση και να έχουν εκλεγεί μετά από σοβαρές αξιοκρατικές διαδικασίες. Οι Έλληνες φιλόλογοι δεν υπολείπονται σε οξύνοια των ξένων συναδέλφων τους. Η εγγύτητα που εκ φύσεως διαθέτουν λόγω γλώσσας και νοοτροπίας, αποτελεί πλεονέκτημα ώστε να προσπελάσουν καλύτερα τα κείμενα των προγόνων τους. Όμως το πλεονέκτημα από μόνο του δεν αρκεί· χρειάζεται άρτια μόρφωση, πειθαρχία, αφιέρωση στο αντικείμενο, σοβαρή κι υπεύθυνη δουλειά· έτσι οι κλασικές σπουδές θ’ ακτινοβολήσουν με λαμπρό τρόπο στη χώρα μας.

 

 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Ομιλία στο Ίδρυμα «Μαρία Τσάκου», 17.12.2017.

* Οι επισημάνσεις με bold έγιναν  από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά – Βασίλης Κ. Δωροβίνης


  

«Ελεύθερο Βήμα» 

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού. 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων. 

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα: 

«Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά».

 

Φέτος, μεταξύ άνοιξης και καλοκαιριού, συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια μετά μία κοινωνική κίνηση στο Άργος που κατέληξε στην ίδρυση του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους (του Π.Ο.Α. όπως καθιερώθηκε, από φίλους και αντιπάλους). Σήμερα πια ό,τι δημιούργησε και προκάλεσε ο ΠΟΑ αποτελεί τμήμα της κοινωνικής ιστορίας της πόλης, για την οποία, όπως άλλωστε για του Ναυπλίου αλλά και του συνόλου της Αργολίδας, σημειώνεται δραματική, έλλειψη μελετών. Μεμονωμένες μελέτες και μόνον υπάρχουν, μάλιστα περισσότερες για το Άργος παρά για την υπόλοιπη Αργολίδα. Από την πλευρά μου και με αφορμή την ανάπτυξη άλλων θεμάτων προσέγγισα πλευρές της εξέλιξης της κοινωνίας του Άργους, όπως στις μελέτες μου για την πρώτη ίδρυση αγροτικού συνεταιρισμού, για τις απεργίες της δεκαετίας του 1930 και για το θέμα των Στρατώνων Καποδίστρια.

Θεωρώ ότι η διαπλοκή της κοινωνικής ιστορίας αποτελεί τον πυρήνα για να κατανοήσουμε τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική ζωή της πόλης, αλλά και για να διαλογιστούμε πώς έφτασε εδώ που έχει φτάσει σήμερα και ποιές πιθανές προοπτικές έχει (ή δεν έχει …) για το μέλλον. Πέρα από τον καταιγισμό των αποκαλούμενων «επικοινωνιακών», τελικά ρεκλαμαδόρικων, διαφημιστικών κόλπων, στα οποία πολλοί καταγίνονται, είτε για να προβάλλουν εαυτούς, είτε για να «κατεδαφίζουν» άλλους.

Στο προσωπικό αρχείο μου έχω διαφυλάξει πρωτότυπα δικά μου έγγραφα και σημειώσεις, αλλά και φωτοτυπίες άλλων εγγράφων, ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων του τοπικού και του αθηναϊκού τύπου γύρω από τη δράση του Π.Ο.Α., δημοσιευμένες ανακοινώσεις του όπως και επιθετικά δημοσιεύματα γι’ αυτόν, από τα οποία τα συντριπτικά περισσότερα είναι του «Αργειακού Βήματος». Επίσης διέσωσα αντίτυπα των ετησίων ημερολογίων που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο Π.Ο.Α., αντίτυπα του Καταστατικού του και έντυπα με γνώμες, για την αναθεώρησή του, που τελικά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Μία σειρά τεκμηρίων τα έχω παραδώσει στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, στο Ναύπλιο, όπου κανονικά θα πρέπει να κατατεθούν συλλογικά και ατομικά αρχεία που αφορούν τις πόλεις και τον Νομό μας, πρώτα και κύρια τα αρχεία Δήμων και Κοινοτήτων. Το Ναύπλιο ήδη έχει πρωτοπορήσει σε αυτό και το σύνολο του Δημοτικού Αρχείου, όπως άλλωστε και τα αρχεία των δικαστηρίων, έχουν διαφυλαχθεί στα ΓΑΚ της έδρας του Νομού. Εκεί και μόνον εκεί είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η σωστή φύλαξή τους και η επιστημονική διαχείρισή τους. Δίχως κλοπές και κλεπταποδοχές, όπως συνέβη σε τμήμα του δημοτικού αρχείου Άργους, ενώ άλλωστε αγνοείται η τύχη του υπολοίπου μέρους του.

  1. H κίνηση προς τον ΠΟΑ

Τρία χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 το Άργος ήδη έχει περάσει σε μία σημαντική καμπή. Από οικονομική πρωτεύουσα του νομού Αργολιδοκορινθίας, από την τελευταία κιόλας εικοσαετία του 19ου αιώνα, έχει καταλήξει στην πλήρη αποβιομηχάνιση, στη μείωση του εμπορίου και της μεταποίησης, αλλά και σε αισθητή μείωση των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Οι απέλπιδες προσπάθειες για «αναβίωση» του αρχαίου θεάτρου, όπου κατ’ ουσία οι ανασκαφές έχουν προ πολλού σταματήσει, ενώ ακόμα και μέχρι σήμερα δεν έχει αναληφθεί καμία ενέργεια για αναστήλωσή του και αναστήλωση άλλων αρχαίων κτισμάτων που το περιβάλλουν (αρχαία αγορά, Νυμφαίον, ελληνορωμαϊκό ωδείο, ρωμαϊκές θέρμες), οι προσπάθειες, λοιπόν αυτές άλλο δεν κάνουν παρά να τονίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιο σημαντικές αρχαιότητες της πόλης. Μιας πόλης που, μέχρι σήμερα, ακόμα δεν έχει καταλάβει τη σπουδαιότητα της βυζαντινής και της νεότερης ιστορίας της, γι’ αυτό και συμβιώνει με την οικτρή κατάσταση όπου έχουν περιέλθει ιστορικά ή και λαμπρά αρχιτεκτονήματα.

Στην πόλη είχε πια καθιερωθεί μια λέξη για να χαρακτηρίσει την όλη κατάσταση: το Τέλμα. Γυρίζοντας οριστικά στην πατρίδα στις αρχές του 1977 διαπιστώνω ότι άτομα με καλή προαίρεση, με μορφωτικό επίπεδο και με διάθεση να προσφέρουν στην πόλη έχουν αρχίσει να συναντιούνται. Στόχος τους, όπως ακούω από διαφόρους, ακριβώς το «να τελειώσουμε με το Τέλμα». Μάλιστα σε εποχή, που το Ναύπλιο έχει πάρει την ανιούσα, με την ομόνοια πολλών κατοίκων του, κάθε πολιτικής προσωπικής προτίμησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κίνηση που δημιουργείται συμμετέχουν ενεργά άνθρωποι με ενεργητικό ρόλο στο όποιο παραγωγικό δυναμικό της πόλης, όπως ο πρόεδρος, τότε, του EBΕΑ Κώστας Σκαρπίδης. Για μεγάλο διάστημα, το 1977 – 1978, οι συναντήσεις των μελών της κίνησης και του συγκροτηθέντος Π.Ο.Α. γίνονται στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ, που είχε προσφερθεί ευγενικά.

Από τους παλιούς θυμάμαι ως μέλη της αρχικής κίνησης τον γιατρό Ανδρέα Μπεκιάρη, τον Τάκη Μαύρο, τον μετέπειτα δήμαρχο Δημ. Παπανικολάου, τον μηχανικό Ιω. Παπαδημητρίου, τον γιατρό Ίναχο Κστσαρό, τον οδοντίατρο Θάνο Τζώτζο και άλλους, και φυσικά τον ίδιο τον Κ. Σκαρπίδη. Η κίνηση ανοίγει και έτσι αρχίζουν να συγκεντρώνονται και νεότεροι στην ηλικία, μεταξύ αυτών ο γράφων, και άλλοι όπως ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο οποίος και προσφέρει τις στήλες της «Αναγέννησης».

 

Μέλη του ΠΟΑ με τον Νέστορα Μάτσα στο Κάστρο για τις εκπομπές του για το Άργος (Φεβρουάριος 1979). Η μόνη φωτογραφία που βρέθηκε από τις δραστηριότητες του ΠΟΑ. Διακρίνονται από αριστερά: B. Δωροβίνης, Κ. Αναγνωστόπουλος, Σαλεσιώτη, Παρασκευόπουλος, Τζ. Μυλωνοπούλου, Γ. Μυλωνάς, Ν. Μάτσας, Κ. Σαλεσιώτη, Μ. Μυλωνά., (Αρχείο Κ. Αναγνωστόπουλου).

 

Από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, αφού όπως θα εκθέσω παρακάτω (τα επίσημα βιβλία του σωματείου του Π.Ο.Α. αγνοώ σε ποιών τα χέρια βρίσκονται σήμερα), εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προς το τέλος του 1977, είχαν ωριμάσει τα πράγματα και υπήρχε διαθέσιμη «κρίσιμη μάζα», ώστε η κίνηση να πάρει θεσμική μορφή, δηλαδή να συγκροτηθεί σε σωματείο. Έτσι μέσα από τα μέλη της κίνησης προήλθε το σήμα του Ομίλου, ενώ συγκεντρώθηκαν προτάσεις για τη διατύπωση του Καταστατικού, του οποίου την τελική σύνταξη ανέλαβαν ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνάς και ο γράφων.

  1. Η ίδρυση και δράση του ΠΟΑ

Με την απόφασή του 385/1977 εγκρίθηκε το Καταστατικό του Π.Ο.Α. από το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, έγινε σχετική δημοσίευση στον Τύπο, μαζί και διακήρυξή του. 70 ήταν τα αρχικά μέλη και στις «συναντήσεις γνωριμίας» που οργανώνονταν κάθε Δευτέρα βράδυ συμμετείχαν περίπου 40 άτομα. Οι συναντήσεις αυτές ξεκίνησαν στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ και σύντομα πήραν τη μορφή φιλικών συνεστιάσεων. Το Καταστατικό είχε την πρωτοτυπία να καθιερώνει Συντονιστικό Συμβούλιο, δίχως πρόεδρο, αλλά με συντονιστές κατά τομείς, και με ειδικές επιτροπές κατά θέματα, μέσα από τις οποίες δραστηριοποιούνταν τα μέλη του σωματείου. Από την πρώτη διακήρυξη που αναδημοσιεύουμε εδώ γίνεται κατανοητό το πνεύμα με το οποίο ξεκίνησαν τα μέλη του ΠΟΑ. Από άλλα τεκμήρια (όπως την προσφώνηση του ΠOA σε εκδήλωση της 27-3-78, με θέμα «Το Άργος και η επαρχία του») αντιγράφουμε:

 

«Απαρέγκλιτη αρχή στην οποία συμφωνήσαμε όλοι μας να μείνουμε πιστοί είναι εκείνη της συστηματικής αποχής από την ανάμιξη σε κομματικές ή άλλες διαμάχες παρόμοιου χαρακτήρα. (….) Δηλώνουμε πως, πέρα από όσα δημοσιεύσαμε στην αρχική διακήρυξή μας, είμαστε πρόθυμοι και έτοιμοι να συμπαρασταθούμε σε κάθε ανάλογη προσπάθεια, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, αλλά μέσα στα πλαίσια των αρχών από τις οποίες δεσμευόμαστε».

 

Από τις πρώτες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν (3-4-78) διάλεξη του τότε Αντιπρύτανη του Παντείου και έπειτα ακαδημαϊκού Κων. Δεσποτόπουλου, με αφορμή το τότε παγκόσμιο «έτος Αριστοτέλη», διάλεξη του ακαδημαϊκού Ιω. Θεοδωρακόπουλου για τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, διάλεξη του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στις σύγχρονες πόλεις, ανοιχτή συζήτηση (σε συνεργασία με το ΕΒΕΑ) με συμμετοχή του Προέδρου τότε της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στην ΕΟΚ Γιάγκου Πεσμαζόγλου, του Λεων. Κύρκου, του Γ. Παλαιοκρασσά κ.ά. με θέμα «ΕΟΚ και Ελλάδα», κοινή εκδήλωση ΠΟΑ και Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ στο αρχαίο θέατρο, παράσταση κουκλοθεάτρου για την προστασία του περιβάλλοντος (από την Ομάδα Κουκλοθεάτρου που είχαν συγκροτήσει μέλη μας με συντονίστρια την καθηγήτρια Έλλη Παπαδοπούλου). Η πρωτοτυπία ήταν ότι με βάση το «Βρωμοχώρι» της Σοφίας Ζαραμπούκα στήθηκε η παράσταση του κουκλοθεάτρου, που τελικά βγήκε από τα σύνορα του Άργους και της Αργολίδας και παίχθηκε και σε άλλους νομούς.

Θόρυβο προκάλεσε η διάλεξη, του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ανησυχίες το 1900: Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης», λόγω … ανησυχιών υπερσυντηρητικού κύκλου του Άργους, αλλά και του θεσμού που δημιούργησε ο ΠΟΑ να μην οργανώνονται στεγνές διαλέξεις, αλλά στο δεύτερο μέρος της διοργάνωσης να γίνεται ουσιαστικός διάλογος με τους ακροατές – με όλους τους «κινδύνους» που αυτό συνεπαγόταν, από στημένες «κλάκες» κλπ.

Θα πρέπει να σημειώσω ότι από τα μέσα του 1977 το θέμα της τύχης του ιστορικού κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια είχε τεθεί, επί τάπητος(1), μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου όπου, κατά λέξη δηλωνόταν …. «πρώτα να τους κατεδαφίσουμε ώστε μετά να προγραμματίσουμε τι θα κάνουμε». Το θέμα αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε η κύρια πρόφαση της αντιδρασιακής φατρίας που συγκροτήθηκε στους κόλπους του ΠΟΑ, μιας φατρίας και της δράσης της η οποία οδήγησε στην εσωτερική κρίση του σωματείου. Αρχές του 1978, τότε δηλαδή που ξεκινά δυναμικά η πολλαπλή δραστηριότητα του ΠΟΑ, κηρύσσεται για πρώτη φορά διατηρητέο το κτίριο από το Υπουργείο Πολιτισμού, με υπουργό τον Γ. Πλυτά, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του 20 εκατομμύρια δραχμές για τη μετατροπή του σε Πολιτιστικό Κέντρο. Ταυτόχρονα ο EOT δηλώνει επίσημα στον ΠΟΑ ότι θα συμβάλει και αυτός οικονομικά.

Με τη δράση του ΠΟΑ ευαισθητοποιούνται για το Άργος και την πολιτιστική κληρονομιά του πολλοί θεσμικοί, κεντρικοί φορείς και εξέχουσες προσωπικότητες. Το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ (διευθυντής ο Μ. Χατζιδάκις) έρχεται στο αρχαίο θέατρο και δίνει ρεσιτάλ (κόβονται 1500 εισιτήρια), ενώ τον Φεβρουάριο ο Γιάννης Ξενάκης, που θα κατέβαινε στις Μυκήνες για αυτοψία στους χώρους όπου, τον Σεπτέμβριο, έστησε το περίφημο «Πολύτοπο», συναντιέται μαζί μου(2) και πείθεται να επισκεφθεί τρεις χώρους του Άργους (αρχ. θέατρο, Κάστρο και Στρατώνες). Η επίσκεψη γίνεται, ρίχνει την ιδέα να δημιουργηθεί στο Άργος διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης έντεχνης μουσικής, αλλά η ιδέα δεν υλοποιείται λόγω πλήρους αδράνειας της δημοτικής Αρχής.

Προγραμματίζεται και μία δημόσια εκδήλωση για τους Στρατώνες στο Εργατικό Κέντρο, με δύο εισηγήσεις, του γράφοντα με τα ιστορικά στοιχεία που είχαν αναδειχθεί μέχρι τότε για το κτίριο και του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη, για το αρχιτεκτονικό μέρος και για τα σχέδια του ΥΠΠΟ. Σε μία κατάμεστη αίθουσα «έλαμψαν» με τις απίθανες παρεμβάσεις τους κάποιοι, που από τότε έλαβαν το προσωνύμιο «κατεδαφιστές».

Όμως με αφορμή την δραστηριότητα του ΠΟΑ, μεγάλη προβολή υπήρχε ήδη στον τοπικό αλλά και στον αθηναϊκό Τύπο. Αντιγράφω εδώ απόσπασμα (τότε) προοδευτικού τοπικού δημοσιογράφου.

 

«Μόνο σαν πολιτιστική επανάσταση μπορεί να χαρακτηρισθείς το τελευταίο κύμα εκδηλώσεων (…). Το “κουμπωμένο” ‘Αργος ξανοίγεται και κατακλύζει τις αίθουσες και τους χώρους που ο ΠΟΑ έκλεισε (…). Προβλέπεται να νικηθεί ο εχθρός: τα μπιλιάρδα ερημώνουν, οι πορνοταινίες χάνουν και τους τελευταίους ωτοβλεψίες, το γήπεδο βλέπει κάθε Κυριακή τις κερκίδες ν’ αδειάζουν (….) Να μια επανάσταση που θέλουμε όλοι να επικρατήσει».

 

 Υπερβολική, ίσως, η διαπίστωση αλλά υποδεικνύει το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί, αφού ο ΠΟΑ φαινόταν να έχει επιτύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:

Καταρχήν κατάφερε να συγκεντρώσει στους κόλπους του ανθρώπους κάποιας ηλικίας αλλά και πολλούς νέους ανθρώπους, που δημιουργούσαν πραγματικά με τη δράση τους και για πρώτη φορά έναν άλλο δρόμο, ένα δρόμο εξόδου από το Τέλμα, δημιουργικότητας και συλλογικής προσφοράς. Για παράδειγμα σημειώνω ότι η πρόταση για τη δημιουργία Πολιτιστικού Κέντρου, που δέχθηκε και το Υπουργείο, προήλθε από ένα πρώτο σχέδιο σκέψεων που συνέταξε ο γιατρός Ίναχος Κατσαρός, το οποίο πήρε τελικά μορφή μετά από συζήτηση σε επιτροπή του ΠΟΑ (το αναδημοσίευσα σε κάποιον από τους τόμους της «Αργειακής Γης»). Οι υπαρκτές πολιτικές συμπάθειες καθενός δεν αποτελούσαν εμπόδιο για την από κοινού συνεργασία και δράση, μέσα από ένα νέο πλαίσιο: δεν υπήρχε ένα Διοικητικό Συμβούλιο, που διοικούσε μόνο του, με ένα προβεβλημένο πρόεδρο, αλλά συντονιστικό συμβούλιο με στόχο την ενεργοποίηση, επιτροπών και ενθάρρυνση της δημιουργικότητας των μελών.

Ένα άλλο επίπεδο όπου σημειώθηκε επιτυχία ήταν η κινητοποίηση, όπως είπα, κεντρικών θεσμών και προσωπικοτήτων στην Αθήνα για το Άργος, για την πολιτιστική κληρονομιά του, για τις δυνατότητες αξιοποίησής της, για έναν εκσυγχρονισμό της πόλης συνδυασμένο με πλήρη σεβασμό για το διαχρονικό ιστορικό παρελθόν της.

Ένα τρίτο επίπεδο ήταν αυτό της ευαισθητοποίησης των πολιτών για την πόλη και τις δυνατότητες της. Εκεί ακριβώς σημειώθηκε η αντιπαράθεση με τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχεία, τα οποία προς στιγμή παρέσυραν ακόμα και κάποιους συλλόγους, όπως ο «Δαναός», οι οποίοι αρνούμενοι να ανανεωθούν περιήλθαν σε στασιμότητα.

Λίγο πριν οργανωθεί το «Πολύτοπο» του Ξενάκη στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών, ο μεγάλος καλλιτέχνης συναντήθηκε το βράδυ της 23 Αυγούστου 1978 με πολίτες του Άργους στο αρχαίο θέατρο και έγινε συζήτηση υψηλότατου επιπέδου. Δυστυχώς δεν μαγνητοσκοπήθηκε.

Η δράση του ΠΟΑ συνεχίστηκε και στα αμέσως επόμενα χρόνια, με τη συνεχή συνδρομή καλλιτεχνών όπως η «πολιτογραφημένη αργίτισα» Ντιάνα Αντωνακάτου, η Μαρίζα Κωχ, επιστήμονες ειδικοί στην προστασία του περιβάλλοντος, θεατρικοί όμιλοι ποιότητας και πολλά άλλα. Η στενότητα του χώρου δεν μας αφήνει άλλα περιθώρια ανάπτυξης εδώ. Όσοι, όμως, ενδιαφέρονται, μπορούν να ανατρέξουν στη σειρά φωτοτυπιών με δημοσιεύματα του Τύπου για τις δραστηριότητες του ΠΟΑ, που έχουν κατατεθεί στα Αρχεία του νομού Αργολίδας (Ναύπλιο).

Πάντως δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι χάρη στον ΠΟΑ διατηρήθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση το μέγαρο Κωνσταντόπουλου, πριν κηρυχθεί διατηρητέο και με τον κίνδυνο κατάρρευσής του, αφόταν ο ιδιοκτήτης του αδιαφόρησε για το ρήγμα που δημιουργήθηκε (ή δημιούργησε….) στη στέγη του. Στο κτίριο αυτό έδρασε το κουκλοθέατρο και παιδότοπος, αλλά και εκεί οργανώθηκαν και διαλέξεις, πριν γίνει η αναστήλωσή του και μετατραπεί σε πολιτισμική μονάδα, και πριν «εξελιχθεί» σε σχολή μαγείρων.

Προς το τέλος του 1978 ο ΠΟΑ δημιούργησε δικό του εντευκτήριο, σε νοικιασμένη αίθουσα στην οδό Γούναρη 22, και αργότερα μεταφέρθηκε σε αίθουσα στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 5, όπου και εξέπνευσε.

Τέλος, μεγάλο γεγονός υπήρξε ο ερχομός του Μίκη Θεοδωράκη, που για πρώτη φορά ήρθε και έδωσε συναυλία στο Άργος (16-9-80), σε ένα αρχαίο θέατρο το οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία υπερπληρώθηκε. Στο τέλος εκείνου του έτους δημιουργήθηκε και κινηματογραφική λέσχη.

  1. Η κρίση στον ΠΟΑ

Νομίζω χρήσιμο είναι να γραφούν ορισμένες σκέψεις για την κρίση που δημιουργήθηκε στον ΠΟΑ και η οποία οδήγησε στην προϊούσα αποδυνάμωσή του και, από εκεί, στην ανυπαρξία. Από τη στιγμή που η κίνηση έλαβε τη θεσμική μορφή του σωματείου και πριν από τις πρώτες αρχαιρεσίες για ανάδειξη Συντονιστικού Συμβουλίου, έκαμε την εμφάνισή της μία φατρία προσώπων που, στην πορεία, άφηνε να εννοηθεί ότι επρόσκειτο στο τότε ΚΚΕεσ. Με επικεφαλής γιατρό που τότε υπηρετούσε στο Άργος, ανέπτυξε μία τακτική διαρκών «ενστάσεων», αντιρρήσεων και κωλυσιεργειών, η οποία με το πέρασμα του χρόνου προξενούσε φθοροποιά επίδραση. Χωρίς να έχει αναπτύξει καμία συγκροτημένη πρόταση για την πορεία του σωματείου, αποτέλεσε καθαρά αντιδρασιακή οντότητα στους κόλπους του ΠΟΑ. Το πλέον γραφικό μέλος της ήταν πολιτικός μηχανικός, ο οποίος το 1981 και πριν το ΠΑΣΟΚ συγκροτήσει κυβέρνηση προσχώρησε εκεί, ενώ παρουσιαζόταν με δήθεν ιδιότητες υδρολόγου κλπ., για να αναδειχθεί, με κομματική φυσικά στήριξη, σε διοικητή και νοσοκομείου. Πάντοτε διακρίθηκε για τα υβριστικά και ασυνάρτητα κείμενα τον τοπικό Τύπο.

Με την ανάπτυξη της δράσης της φατρίας λογικό ήταν να παρθούν κάποιες επαφές με τη διοίκηση, του ΚΚΕεσ., για να διαπιστωθεί ότι δεν οφειλόταν η δράση της σε κάποια τυχόν «καθοδήγηση» από την Αθήνα, αλλά ήταν προϊόν της «αυτενέργειας» των εδώ μελών της. Δύο μέλη της είχαν εκλεγεί στο Συντονιστικό Συμβούλιο, όπου υπέβαλλαν σε συνεχή δοκιμασία νεύρων τα υπόλοιπα μέλη του. Το ίδιο συνέβαινε και στις συνάξεις και συνελεύσεις των μελών του συλλόγου.

Με την απόσταση του χρόνου και με τη γνώση της διαδρομής βίου πολλών, είναι πια ηλίου φαεινότερο ότι η αντιδρασιακή τακτική τους οφειλόταν στο κλασικό τρίπτυχο φθόνος – μίσος – εμπάθεια, αφού οι όποιες παρεμβάσεις της φατρίας δεν είχαν κανένα ιδεολογικό, τουλάχιστο διαφοροποιημένο περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονταν σε τυπικό εισοδισμό προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία και μόνη περίπτωση προσπάθησαν να αρθρώσουν ένα ψήγμα «στρατηγικής», όταν με επιμονή υποστήριξαν να … μην εμπλακεί ο ΠΟΑ στη μάχη για τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσαμε να … υποκαταστήσουμε τα κόμματα! Αλλά σε τι; Σε θέμα ιστορικού περιβάλλοντος, όπου όπως έδειξα στη μελέτη του 1987 για τους Στρατώνες, καμμία κομματική ομάδα του Άργους δεν είχε χαράξει σχετικά, αλλά και δεν έχει χαράξει μέχρι σήμερα, πολιτική, στρατηγική και τακτική – γι’ αυτό και φτάσαμε στη σιωπηλή παθητικότητα απέναντι σε βανδαλισμούς.

Απεναντίας στο θέμα των Στρατώνων, στρατηγικά κεντρικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (Ευ. Αβέρωφ, υπουργός Γ. Πλυτάς και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής) τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της διατήρησης και αξιοποίησης των Στρατώνων Καποδίστρια. Το ίδιο και το κεντρικό όργανο του ΠΑΣΟΚ για τα πολιτιστικά, με συντονιστή τον Κ. Πολιτόπουλο και ύστερα με υπουργό τη Μ. Μερκούρη. Και ήταν τοπικά στελέχη των δύο κομμάτων που τάχθηκαν υπέρ της κατεδάφισης, σε συνεργασία με τον πρώην αγωνιστή της Αριστεράς, εργολαβίζοντα πλέον Ν. Ζαφείρη, αλλά και κάποιους παλαιομηχανικούς του Άργους, στους οποίους ήρθε «πανταχούσα» από τον τότε Πρόεδρο του ΤΕΕ Ευ. Κουλουμπή, αλλά και από τον Αντώνη Τρίτση, το 1982, με την παρουσίαση του προεδρικού διατάγματος προστασίας του Άργους των Γ. Πλύτα – Α. Τρίτση – Κ. Καραμανλή.

Θεωρώ και σήμερα υπεύθυνη τη φατρία για τη δυσμενή πορεία στην οποία όδευσε ο ΠΟΑ. Διότι «κέντησαν» μέλη άλλων κομμάτων να συσπειρωθούν και να δημιουργήσουν, έτσι, άλλες φατρίες στο εσωτερικό του σωματείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχαιρεσίες των αρχών του 1981 είδαμε να προσέρχονται για να ψηφίσουν στο εντευκτήριο της οδού Π. Τσαλδάρη άτομα που ποτέ δεν είχαμε δει, μέχρι και μητέρες με μωρά στην αγκαλιά τους. Στις αρχές του 1982, με 50 παρόντα μέλη, ψήφισαν 109 εγγεγραμμένοι. Θεωρώ ότι περί τα μέσα του 1983, αφού υπήρξε δραματική διαρροή ενεργών μελών, ο ΠΟΑ σταμάτησε κάθε δραστηριότητα.

Από το 1980 ο τότε Γεν. Γραμματέας, ο ανιδιοτελής Γ. Μυλωνάς, είχε παραιτηθεί μην αντέχοντας άλλο, όπως μου είχε πει, τα καμώματα της φατρίας. Τον Αύγουστο του 1981 και αφού είχα απευθύνει στο Σ.Σ. επιστολές κατά της κομματικοποίησης, παραιτήθηκα και εγώ από το Σ.Σ. και μετά από λίγους μήνες, με άτομα από όλη την Αργολίδα, ιδρύσαμε μία καθαρά περιβαλλοντική oργάνωση, την Αργολική Οικολογική Εταιρεία (ΑΡ.Ο.ΕΤ.), με πλούσια και αυτή δράση, όσο την άφησαν (κι αυτήν…) κομματικές «μπηχτές».

Πληροφορήθηκα, ότι τα έπιπλα και τα βιβλία του ΠΟΑ, μαζί με το υλικό κουκλοθεάτρου, περιήλθαν σε τοπικό σύλλογο γυναικών, που και αυτός εξέπνευσε.

  1. Επίμετρο

Το αρχείο του ΠΟΑ ανήκει, πια, στην ιστορία του Άργους και της Αργολίδας. Δεν γνωρίζω αν και τυπικά ο σύλλογος έχει διαγραφεί από τα μητρώα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Όσοι όμως υπήρξαν μέλη του τελευταίου Συντονιστικού Συμβουλίου (τα ονόματα τους είναι γνωστά) ας προβούν στη σωστή ενέργεια να παραδώσουν στα Αρχεία του Νομού Αργολίδας το αρχείο του ΠΟΑ, δηλαδή τουλάχιστο τα βιβλία μητρώου, Συντονιστικού Συμβουλίου και γενικών συνελεύσεων, τα εξερχόμενα – εισερχόμενα έγγραφα, αφίσες και πληροφοριακό υλικό και φωτογραφίες.

Από την πλευρά μου, παρέδωσα στα ΓΑΚ Αργολίδας πλήρη σειρά δημοσιευμάτων του Τύπου περί τον ΠΟΑ, πλήρη σειρά επιθέσεων διά του Τύπου κατά του ΠΟΑ, τα τρία ημερολόγιά που εξέδωσε (1979,1980,1981), το Καταστατικό του, όπως και αντίγραφα εγγράφων που έχω στην κατοχή μου. Θα βάλω σε τάξη όσα κρατώ για τον ΠΟΑ και θα παραδώσω και άλλα αντίγραφα στα ΓΑΚ Αργολίδας.

Σημειώνω ακόμα ότι, με την αρνητική εμπειρία της φατρίας, ήδη από το 1978 ξεκίνησε προσπάθεια για αναμόρφωση του Καταστατικού, ουσιαστικότερο καθορισμό του ρόλου των επιτροπών και αποτροπή των «αλεξιπτωτικών» εγγραφών παραμονές αρχαιρεσιών, για άλωση του Σ.Σ. Ουδέποτε, όμως, ούτε τότε ούτε αργότερα, συγκεντρωνόταν η απαιτούμενη από το Καταστατικό απαρτία για την τροποποίηση του, που τελικά ποτέ δεν έγινε.

Τέλος, ας αναφέρω ότι μέλη της φατρίας υπήρξαν από τα ιδρυτικά μέλη της «Αργειακής Πολιτιστικής Εταιρείας», αστικής μη κερδοσκοπικής, που δημιουργήθηκε μετά την ουσιαστική, παύση του ΠΟΑ. Και αυτή εξεμέτρησε τον βίο της. Δεν ξέρω για ποιόν ακριβώς λόγο (διατέλεσα απλό μέλος της και αρνήθηκα συστηματικά να μπω στο Δ.Σ.). Υποθέτω ότι και εκεί δημιουργήθηκε το ίδιο ή ανάλογο διαβρωτικό φαινόμενο.

Προπολεμικά είχε δημιουργηθεί σωματείο με κάποιες ομοιότητες με τον ΠΟΑ, η «Νέα Ζωή». Υπέστη μεγάλη ζημιά από τη συμπεριφορά του ρέκτη προέδρου της και έπαψε να δρα επί δικτατορίας του Μεταξά, σε οργανώσεις της οποίας προσχώρησε ο κ. πρόεδρος. Τυπικά διαλύθηκε επί χούντας. Σκέπτομαι να δημοσιεύσω στοιχεία και γι’ αυτήν.

Τελικά, η ιστορία των σωματείων είναι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνικής ιστορίας.

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Για τους Στρατώνες έχω δημοσιεύσει δύο μελέτες, τη μία το 1979 στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» και το 1987 στον συλλογικό τόμο για το Οικολογικό Κίνημα στην Ελλάδα. Σήμερα είναι διαθέσιμες στον ηλεκτρονικό ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.
  2. Τον Ξενάκη είχα γνωρίσει προσωπικά στο Παρίσι με αφορμή τις διαλέξεις προς έλληνες φοιτητές του ίδιου, του Καστοριάδη, του Αξελού, της Κρανάκη και του Ανρί Λεφέβρ, τις οποίες οργάνωσα μέσω της Ένωσης Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης – Παράρτημα Παρισιού. Στην «Αργολίδα» της 13-2-2001 βλ. άρθρο μου «Ο Γιάννης Ξενάκης στην Αργολίδα».

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα, 9-13 Σεπτεμβρίου 2017

 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Αργολικά». 6 Οκτωβρίου, 2017.

 

Read Full Post »

Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα το «Ελεύθερο Βήμα» φιλοξενεί  άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο».

 

Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

Από τη μεριά του, ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος σε έναν διάλογο με κάποιον Εβραίο, έθεσε το ερώτημα: ποιος είμαι; Για να απαντήσει: είμαι χριστιανός. Παρεκτός του θρησκευτικού πλαισίου, ο Σχολάριος εκλάμβανε εαυτόν και τους συγχρόνους του ως Έλληνες και ονόμαζε την πατρίδα του Ελλάδα. Παραδεχόταν ότι ήταν απόγονος των Ελλήνων (Ἑλλήνων γάρ ἐσμέν παῖδες) και ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η πατρίδα του ελληνικού γένους στην εποχή του. Κομβικής σημασίας είναι η ανησυχία του για την πιθανότητα αφανισμού του ελληνικού γένους. O Σχολάριος, όμως, δεν συμμεριζόταν τον φόβο του Πλήθωνα για την πολιτισμική αλλοτρίωση του γένους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να αξιοποιηθεί η πρόοδος του δυτικού κόσμου. Οι σύγχρονοί του δεν έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες κατά αποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Ο Σχολάριος ένιωθε μια σύνδεση με τους Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, πέρα από χριστιανό και Ρωμαίο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός ελληνισμού, που θα εμπνεόταν μόνο από την κλασική αρχαιότητα, όπως είχε προταθεί από τον Πλήθωνα. Αντίθετα, επιδίωκε έναν ανανεωμένο και επίκαιρο ελληνισμό, που θα εμπλουτιζόταν από τα αξιόλογα στοιχεία που είχε να προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός· έναν ελληνισμό σύγχρονο, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του 15ου αιώνα.

Γεώργιος Τραπεζούντιος

Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες – Έλληνας και χριστιανός – που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πάλι, είχε επισημάνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα έπρεπε να έχει ως στόχο της το όφελος του γένους και της κοινής εστίας των Ελλήνων. Απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον προσφωνεί βασιλιά της Ελλάδας (Ὦ τῆς Ἑλλάδος ἣλιε βασιλεῦ), όπως αργότερα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα.  Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το άρθρο φιλοξενείται και στο: In(telligent) Deep Analysis , Μάιος 2017.

Read Full Post »

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή τον ερχομό της Εθνικής Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα»  το Λόγο της Εθνικής Επετείου που εκφωνήθηκε από τον Δρ. Γεώργιο Κόνδη στις 28 Οκτωβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους, με τίτλο: 

«Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου»

 

16 Φεβρουαρίου 1941

Σήμερα είναι Κυριακή. Το αρβανίτικο χωριό που καταυλιζόμαστε το λένε Γράμποβα. Είναι σε ύψος 1300 μέτρα, πάνω στις ράχες τις Κάμνιας. Οι κάτοικοί του είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Έχουνε μια εκκλησιά τον Άη Νικόλα. Ο συνάδελφός μου Καρυδάκης έρχεται πρωί και με φωνάζει να πάμε στην εκκλησία. «Παρ’το κράνος σου» μου λέει «και να ’σαι κοντά μου. Έχει χιονίσει τη νύκτα κι όλα παντού είναι άσπρα. Σκύβουμε και προχωρούμε προς την εκκλησία τρέχοντας. Οι Ιταλοί μας βλέπουν από απέναντι και μπορεί να μας ξύσει καμιά σφαίρα. Πραγματικοί προσκυνητές που όλο το δρόμο μέχρι το ναό τον κάνουμε σκύβοντας ως τη γη. Ο παπάς λειτουργάει στην ελληνική αλλά δεν την ξέρει καλά. Ακούω ευλαβικά το ευαγγέλιο, όπως κι αν το λέει.  Κάνει παγωνιά, αλλά τα λιγοστά κεριά, το λιβάνι και οι μορφές των αγίων σε ζεσταίνουν. Η εκκλησία στις περιστάσεις αυτές συγκινεί δυνατά. Μου φαίνεται πως αν ζήσω σε μέρες ειρήνης θα νιώθω πάντα ετούτη τη συγκίνηση μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας του αλβανίτικου φαραγγιού.

«Θεέ μου, άφισέ με να ζήσω»!

Μέσα στην εκκλησία είναι καμιά εικοσαριά φαντάροι. Δεν βλέπω τις μορφές τους. Σκέφτομαι τα σπίτια τους, στα πέρατα της Ελλάδας, Νησιά, Μοριά, Στερεά, Μακεδονία, Θράκη, και βλέπω τα νήματα της σκέψης τους να ξεκινάνε, από τούτο δω μέσα το ιερό πόστο, για κείνες τις μακρινές εστίες. «Θεέ μου, άφισέ τους κι αυτούς να γυρίσουν στα σπίτια τους»!

Ο γυρισμός μας προς τον καταυλισμό δεν γίνεται ανενόχλητα. Οι Ιταλοί μας βάλλουν με το πολυβόλο. Κοντεύω να σπάσω τη μέση μου από το σκύψιμο. Οι σφαίρες σφυρίζουνε, σαν ξύσιμο βίαιο του αέρα, αλλά ευτυχώς φτάνουμε στον καταυλισμό.

Το απόγευμα φεύγουμε οι μισοί για να αντικαταστήσουμε τις προφυλακές. Σκοτεινά μονοπάτια, γιομάτα νερά, χιόνι που χώνεται στις αρβύλες  και τις ποτίζει, πέτρες που κατρακυλάνε, καθώς προχωρείς και που πέφτεις απάνω τους σκοντάβοντας. Κι όλα αυτά να γίνονται με φόβο γιατί το αυτί του εχθρού απέχει 200 μέτρα. Ανεβαίνουμε ένα βουνό όρθιο, που το μονοπάτι του τόφτιαξαν οι νυχτερινές αυτές πορείες».

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

[…] Με τα λόγια που μόλις ακούσατε περιγράφει μια μέρα του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας ο οπλίτης Δημήτριος Λουκάτος. Και είναι μια περιγραφή που στην ίδια μέρα κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ειρήνευση που νιώθει ο μαχητής στο μόνο αποκούμπι που βρίσκει μέσα στην κόλαση του αλβανικού μετώπου: την εκκλησίτσα του χωριού Γράμποβα ή στην ύπαιθρο όπου οι στρατιωτικοί ιερείς λειτουργώντας δίνουν τη δική τους μάχη στήριξης. Κι ύστερα αρχίζει και πάλι ορμητική η ροή του πολέμου. Φεβρουάριος 1941. Ένας από τους τρομερότερους χειμώνες στα Βαλκάνια. Το κρύο να τσακίζει τις ανθρώπινες αντοχές και τα κρυοπαγήματα να τσακίζουν πόδια και χέρια. Ελάχιστες οι ελπίδες για τον Έλληνα στρατιώτη της πρώτης γραμμής να αποκτήσει κάλτσες ζεστές και άρβυλα καινούρια για να αντιμετωπίσει το δεύτερο μεγάλο εχθρό που δε φοβάται σφαίρες και κανόνια: τα κρυοπαγήματα. Κι όμως είναι όλοι ταγμένοι στο μεγάλο σκοπό. Να αγωνιστούν για την πατρίδα. Να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Να συνεχίσουν με δύναμη και ηρωισμό μέχρι να πετύχουνε το στόχο που ’βγαινε, σα λάβα από ηφαίστειο που μόλις είχε εκραγεί, από τους στίχους που γραψε στις 10 Νοεμβρίου 1940 ο  Άγγελος Σικελιανός:

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’ Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

Τ’ ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα, τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Μεταδίδουμε το πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού γενικού στρατηγείου. Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κι επειδή στη χώρα αυτή τη ρημαγμένη από τις κακουχίες και τους βαλκανικούς πολέμους δεν έφταναν τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν την είδηση του πολέμου σε κάθε χωριό και γειτονιά πόλης, άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να το διαλαλούν και οι Έλληνες να τρέχουν να παρουσιαστούν σαν να ’ταν λίγες οι θέσεις για τούτη τη γιορτή που άρχιζε και ήτανε κρίμα να τη χάσουν.

«Ήμουν στο Άργος υπάλληλος στο μπακάλικο του Αγιωργίτη», γράφει ο Κ. Κατσένης (Κωτσιο-Κατσένης) στο αφιέρωμα της 28ης Οκτωβρίου στην τοπική εφημερίδα «Καρυά»: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 είδα τα απιδιά του δημοτικού σχολείου να επιστρέφουν, ώρα 8.30 π.μ., από το σχολείο κλαίγοντας. Απόρησα γιατί κλαίνε και τα ρώτησα : «Γιατί κλαίτε παιδιά;». τα 7-10 χρονών παιδάκια μου απάντησαν : «Οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο και οι δάσκαλοί μας επιστρατεύτηκαν». Αμέσως άκουσα τις καμπάνες να χτυπάν…. Τα Καρυωτάκια με τραγούδια και χαρές άφησαν αρραβωνιαστικές, γυναίκες με βυζασταρόνια, επήραν την αυχή από τους γονιούς τους και έφυγαν ποδαρόδρομο για το Άργος. Από κεί με ό,τι μέσον ευρήκαν, σούστες, μοτοσικλέτες, σαραβαλάκια φορτηγά, τρένα και ποδήλατα έφθασαν στο Ναύπλιο να ντυθούν…»

Κι ο Κωστής Κωτσοβός από το Κουτσοπόδι μας δίνει επίσης μια εξαιρετική περιγραφή αυτού του κλίματος : «Στις 27 (Οκτωβρίου) ξεκουράστηκα λιγάκι και στις 28 κατέβηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό Κουτσοποδίου για να πληροφορηθώ την ανταπόκριση του τρένου για το Ναύπλιο. Φεύγοντας από εκεί με φωνάζει ο Σταθμάρχης Χρήστος Δερζιώτης : «Κώστα Κώστα γύρισε πίσω εκηρύχθη πόλεμος». Τότε εκείνος από το τηλέφωνο παίρνει τις σχετικές οδηγίες  από την υπηρεσία του και εγώ τις γράφω. Αφού εγύρισα στο πατρικό μου σπίτι  ανήγγειλα την κήρυξη του πολέμου στις αδελφές μου Σοφία και Βασιλική. Ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια μου Παναγιώτης και Βαγγέλης έμαθαν την κήρυξη του πολέμου και άφησαν τον σπαρτό, όπως και ο άλλος ο κόσμος και επέστρεψαν στα σπίτια τους για τον πόλεμο. Δεν περίμενα το τρένο αλλά με αυτοκίνητο περαστικό ήλθα στο Άργος. Εδώ διαπιστώνω μεγάλον ενθουσιαμό, σωστό πανηγύρι, να πηδούν οι επίστρατοι γρήγορα επάνω στα αυτοκίνητα σαν τα κατσίκια για να προφθάσουν να παρουσιαστούν στη μονάδα τους, ενώ ρήτορες στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της πόλεως έβγαζαν πύρινους λόγους για τον πόλεμο. (…) Με τον ίδιο και εγώ ενθουσιασμό μετέβηκα και παρουσιάστηκα στο χωριό Λευκάκια έξω από το Ναύπλιο. Σε χωριό ήταν το κέντρο επιστρατεύσεως για να αποφύγουμε τον βονβαρδισμόν από τα Ιταλικά αεροπλάνα».

Καμιά ιστορική και κοινωνική ανάλυση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συλλάβει στην ολότητά του το θαύμα που συντελέσθηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας από τον Ελληνικό Λαό. Αντίθετα το Έπος του ’40 πέρασε στο χρόνο της εθνικής ιστορίας ως μια επέτειος του «ΟΧΙ» και μόλις πρόσφατα αρχίζουμε να αναδεικνύουμε με έρευνες και μαρτυρίες το μεγαλείο του αγώνα εκείνου. «Ωστόσο» γράφει ο μεγάλος μας συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης, «αυτή η εκστρατεία που όλοι τη λένε «το Έπος», έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο – θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο χρονολογικά και Ιστορικά απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων. Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξεκίνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της Ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο Αρχείο προτού μνημονευτεί».

Οι Έλληνες στρατιώτες με εξοντωτικές πορείες ήδη από την αρχή του πολέμου, με το μουλάρι και με οπλισμό των βαλκανικών πολέμων ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο με άψογη στρατιωτική προετοιμασία, οργανωμένες επιμελητείες και ότι πιο σύγχρονο υπήρχε στο επίπεδο του οπλισμού την εποχή εκείνη. Απέναντι, όμως στον μουσολινικό μεγαλοϊδεατισμό αντιτάχθηκε ένας λαός που ζήταγε δικαίωση για όλες τις θυσίες που είχε κάνει μέχρι τότε. Σε ποια γεγονότα να πρωτοσταθεί κανείς και τι να μνημονεύσει περισσότερο από τις μάχες και τους ηρωισμούς απλών στρατιωτών και αξιωματικών που έδιναν τη μάχη υπέρ βωμών και εστιών. 8 Νοεμβρίου 1940 σε μια από τις φονικότερες μάχες του πολέμου στο Καλπάκι με φτυάρια και γκασμάδες για τα ορύγματα και όπλα περασμένων δεκαετιών ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να εξουδετερώσει τα ιταλικά τεθωρακισμένα  και να δώσει φτερά στις ελληνικές δυνάμεις. 21 Νοεμβρίου 1940 Κορυτσά. 3 Δεκεμβρίου 1940 Πρεμετή. 6 Δεκεμβρίου 1940 Άγιοι Σαράντα. 8 Δεκεμβρίου 1940 Αργυρόκαστρο. Κι ακόμα πάρα πέρα τραγούδαγαν με καντσονέτες περιπαικτικά οι επιθεωρήσεις στην Αθήνα.

Ποιο πολεμικό ανακοινωθέν και ποιο κείμενο ιστορίας θα κατορθώσει να περιγράψει κάποτε τη μάχη του υψώματος 731, άγνωστη ακόμα στους πολλούς, όταν στις 9 Μαρτίου 1941, στα προεόρτια της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι, 4 λόχοι ελληνικού στρατού θα κρατήσουν ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα που έπρεπε να είχε σβήσει από το χάρτη της περιοχής. Τόσος ήταν ο βομβαρδισμός που λιώνε σώματα, σιδερικά, πέτρες και χώματα κάνοντας ένα τρομακτικό σφαγείου σκηνικό.

«Είταν χαροκόπι δαιμονικό, βομβαρδισμός απίθανος σε ένταση και πυκνότητα, βροντοκόπημα από κεραυνούς απανωτούς, που τράνταζαν συθέμελα τη γη, με λύσσα να της ξεριζώσουν τα σπλάχνα. Πέρα, σε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση, σ’ άλλους τομείς του μετώπου, οι φαντάροι που βρίσκονταν ακόμα με το κεφάλι πλαγιασμένο στο χώμα, άκουγαν σαστισμένοι τη γη να βογκάει και να τρέμει σα να γινόταν στα έγκατά της τυμπανοκρουσία συναγερμού. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι μεγάλο αρχίζει». Λόγια του Άγγελου Τερζάκη.

Κάτι μεγάλο είχε ήδη αρχίσει και δεν θα το σταμάταγε κανένας βομβαρδισμός και καμιά πολεμική μηχανή όσο καλή κι αν ήταν. Το εγγυόταν η φωτιά που έκαιγε στα στήθη των Ελλήνων, το τραγουδούσε κάνοντας τις καρδιές να ριγούν η αγέρωχη φωνή της Σοφίας Βέμπο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», το τύλιγε η θαλπωρή της κουβέρτας που ’φτασε στον στρατιώτη των προφυλακών μας κι είχε πάνω της κεντημένο το όνομα : Ευδοκία Αποστολίδου – Νέα Κίος.

Κι όταν στις 27 Απριλίου 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ακόμα και τότε αντηχεί ένα «ΟΧΙ» θαρραλέο και ηρωικό. Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια «ΟΧΙ» – 28η Οκτωβρίου 1940», 11 Οκτωβρίου 1990.

Η έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα υπήρξε η κορυφαία ιταμή εκδήλωση του φασιστικού μεγαλοϊδεατισμού του Μουσολίνι. Υπήρξε όμως και μια εξαιρετική ευκαιρία που χάρισε η Ιστορία στον κόσμο για να συγκριθούν και να μετουσιωθούν σε κοινωνικό παράδειγμα οι αξίες της πατρίδας, της πίστης, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και του κοινού σκοπού. Αξίες που προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον πόλεμο του 40 αναμετρήθηκαν δυο κοινωνικές λογικές. Εκείνη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, της άδολης προσφοράς και της θυσίας για την προάσπιση μιας πατρίδας, μιας κοινότητας, μιας οικογένειας, μιας φιλίας. Από την άλλη παρατάχθηκε ο εγωιστικός μοναδισμός, υπόλογος στον Αρχηγό. Το πειθήνιο όργανο ενός μηχανισμού που δεν γνωρίζει συναισθηματισμούς, απάνθρωπα μοχθηρός και ανέκφραστος.

Στην αγάπη αντιπαρέβαλε το μίσος, στην ελευθερία την υποταγή, στην ελεύθερη σκέψη το δόγμα του αλάνθαστου Ηγέτη. Οι Έλληνες υπέγραψαν την ιστορία με το αίμα τους και έδωσαν με θάρρος την απάντηση που έπρεπε στη φασιστική και ναζιστική θηριωδία. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε το νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940 από την επετειακή στενότητα και να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα για μας και τις επόμενες γενιές βασισμένο στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την άδολη προσφορά και την αγάπη σε μια πατρίδα που δεν έχασε το νόημά της.

Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι

Ο Παναγιώτης Μπασακίδης, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Διοικητής του 8ου Συντάγματος που με έδρα το Ναύπλιο θα πάρει μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράφει στις 14 Ιανουαρίου 1941 ανάμεσα σε άλλες και την παρακάτω ημερήσια διαταγή συντάγματος αξιωματικών:

«Τον Διοικητήν του 7ου Λόχου Χριστόπουλον Παναγιώτην διαμνημονεύω διότι κατά τας επιχειρήσεις των βορειοανατολικών υψωμάτων Σκίβοβικ Μάλισπατ από 11 Δεκεμβρίου μέχρι 19 ιδίου επεδείξατο θάρρος, ψυχραιμίαν, ορμητικότητα και εξαιρετικήν διοικητικήν ικανότητα, παρορμών, εμψυψών, και ενθαρρύνων τους άνδρας του δια την κατάληψιν των εκάστοτε  αντικειμενικών σκοπών. Κατά δε τη λυσσώδη επίθεσην της 15ης Δεκεμβρίου προς κατάληψιν των βορείων υψωμάτων Προγκονατίου – χωρίου Προγκονατίου ώρμησεν ακάθεκτος μετά του Λόχου του συντρίβων μίαν προς μίαν τας πεισμόνους εχθρικάς αντιστάσεις, εξαναγκάζων τον εχθρόν να τρέπεται εν σπουδή εις φυγήν εγκαταλείπων επί του πεδίου της μάχης αυτόματα όπλα και όλμους και τέλος κατά την άνοδόν του προς κατάληψιν του τελευταίου υψώματος Προγκονάτ ετραυματίσθη υποστάς θλασιν οστού αριστεράς χειρός. Καίτοι δε φέρων σοβαρόν τραύμα δεν εδέχθη να αποχωρήση του Λόχου του ειμή  μετά ώραν αφού ο Λόχος του εγκατεστάθη επί του καταλειφθέντος υψώματος.

Τούτον επρότεινα όπως απονεμηθεί το Αριστείον Ανδρείας».

Η αυτοθυσία του και η θυσία των 13.936 αξιωματικών και οπλιτών και των χιλιάδων πολιτών, ανδρών και γυναικών, που έδωσαν το αίμα τους για να ζήσουμε ελεύθεροι ας οδηγεί τα δικά μας βήματα και εκείνα των επόμενων γενεών.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε σήμερα από το περιοδικό του Συλλόγου Αθηναίων  «Τα Αθηναϊκά» ομιλία του κ. Δημήτρη Λούκα, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του συλλόγου στις 15 Μαΐου 1997  με θέμα: «Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες στην παληά Αθήνα».

 

Θα διαπραγματευτούμε απόψε ένα θέμα που είναι διαχρονικό. Διαχρονικό με την έννοια πως «Κουτσαβάκηδες» ή κάπως διαφορετικά, π.χ. «Τεντιμπόϋδες» ή «Χούλιγκανς» ή «Πανκς» θα υπάρχουν, όπως φυσικά και αστυνομικοί, ανεξάρτητα αν λέγονται κλητήρες, ειρηνοφύλακες, χωροφύλακες κλπ. Με αυτή τη σημασία γράφτηκε ως τίτλος της αποψινής μας ομιλίας «Κουτσαβάκηδες και Μπαϊρακτάρηδες».

Αλλά πριν γνωρίσουμε την ιστορία αυτή μέσα από τα γεγονότα, που είναι όλα παρμένα από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία της εποχής ή βιβλία που αναφέρονται σε κείνη την εποχή, ας σχηματίσουμε την εικόνα της Αθηναϊκής κοινωνίας όπως προβάλλει μέσα από πέντε κείμενα, αποσπάσματα, τα δύο του περιοδικού «Αστυνομικά Χρονικά» και τα υπόλοιπα τρία του συγγράμματος «Σύγχρονος Ελλάς» του Αμπού, της ιστορικής μελέτης του Μπάμπη Άννινου, και του βιβλίου «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» της Αρτέμιδος Σκουμπουρδή.

Εις τα αστυνομικά χρονικά του 1848 υπάρχει μία φαιδρά αλλά και τραγική παρεξήγησις οφειλομένη εις την αγραμματοσύνην και την διανοητικήν ισχνότητα ενός αστυνόμου της πρωτευούσης. Διετάχθη η αστυνομία να συλλαβή και να απέλαση εις τας πατρίδας των όλους τους αλήτας και αγύρτας. Εκείνος δε αγνοών την λέξιν αγύρτας, εξέλαβεν ή εξήγησε ταύτην ως αφορώσαν τους Αργείτας. Διέταξε την συγκέντρωσιν εις το κατάστημα της αστυνομίας όλων των εξ Άργους πολιτών, εις ούς ανεκοίνωσε την απόφασιν της απελάσεως εις την ιδιαιτέραν των πατρίδα! Η φαιδρά παρεξήγησις ήρθη μετ’ ολίγον και οι Αργείοι εζήτησαν την παύσιν του αστυνόμου επί… βλακεία!

Ο Αμπού Εδμόνδος – Φραγκίσκος – Βαλεντίνος, Γάλλος λογοτέχνης και δημοσιογράφος που ήρθε στην Ελλάδα το 1851 (ως τρόφιμος της Γαλλικής Σχολής) και που έμεινε στο Ξενοδοχείο «Ευρώπη» για 4 χρόνια έγραψε το σύγγραμμά του «Σύγχρονη Ελλάδα» από το οποίο διαβάζουμε:

Στας Αθήνας του 1850-1852, η πόλις δεν περιελάμβανε πλείονας των δισχιλίων οικοδομών.

Ότε η καθέδρα του βασιλείου μετετέθη εκ Ναυπλίου εις Αθήνας – κατά την γνώμην δε του Αμπού, ενδεδειγμένη ως πρωτεύουσα δια την πρόσφορον αυτής γεωγραφικήν θέσιν ήτο η Κόρινθος – εκρίθη πρέπον όπως η κλεινή πόλις αποβάλη την τουρκικήν όψιν της και τον βάρβαρον ρυθμόν. Οι αναλαβόντες την ρυμοτόμησιν Βαυαροί μηχανικοί εχάραξαν δύο κεντρικός αρτηρίας, διασταυρούμενος κατά το μέσον, ών η μέν ωνομάσθη οδός Αιόλου εκ του θεωρουμένου τότε ως ναού του θεού των ανέμων ωρολογίου του Κυρρήστου, η δε οδός Ερμού, προωρισμένη να καταστή η κυρία εμπορική οδός της πόλεως, όπως και εγένετο τω όντι κατόπιν. Αι δύο αύται κύριαι οδοί, διασταυρούμενοι καθέτως, εσχημάτιζον τέσσαρας ορθάς γωνίας περί το σημείον της επαφής, αποτελούσας τα τέσσαρα τμήματα εις τα οποία διηρέθησαν αστυνομικώς αι Αθήναι. Προς γνώσιν μάλιστα και οδηγίαν των πολιτών είχε τοποθετηθή παρ’ εκάστην των τεσσάρων γωνιών εις το σημείον της διασταυρώσεως πάσσαλος μετ’ επιγραφής φερούσης τον αριθμόν του τμήματος.

Στο περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» της εποχής, διαβάζουμε τα εξής:

Οι αστυνομικοί εν Αθήναις επί της δημοτικής ουδέν διακριτικόν σημείον έφερον, ήσαν ενδεδυμένοι ως οι άλλοι πολίται με την φουστανέλλαν ή τα ευρωπαϊκά των κατόπιν. Το μόνον όπερ ηδύνατο να κριθή ως διακριτικόν σημείον ήτο ο βούρδουλας, τον οποίον εκρέμων από τον καρπόν της δεξιάς χειρός ή δια δερματίνου ή δια συρματίνου πλέγματος. Επίσης χαρακτηριστικόν ήτο ότι κατά μίαν περίοδον της βασιλείας του Όθωνος, δεκαπενταετείς περίπου οι κλητήρες δεν έφερον οπλισμόν, αλλά μόνον βραχείαν ράβδον μήκους εξήκοντα εκατοστών του μέτρου, στρογγύλην. Επί της μιας άκρας υπήρχε τετορνευμένον το μέρος της λαβής, επί της αντιστοίχου δε, δηλαδή του ύψους, ήτο ζωγραφισμένον εν ανοικτόν όμμα, συμβολίζον το άγρυπνον βλέμμα της Αστυνομίας. Ο κορμός της ράβδου ήτο τυλιγμέ­νος με πλατείας λωρίδας λευκού και κυανού χρώματος, κατά τα εθνικά χρώματα, και έπ’ αυτών εγράφετο κύκλω η ρήσις, «η ισχύς του Νόμου».

 

Κατά την ειρηνικήν και πειθαρχικήν περίοδον των πρώτων ετών του Όθωνος, οι κλητήρες της αστυνομίας είχον ονομασθή «ειρηνοφύλακες» και ουχί αδίκως, οι δε πολίται οίτινες δεν είχον διαφθαρή ακόμη ως εκ της εισροής παντοδαπών ξένων και τυχοδιωκτικών στοιχείων, ήσαν πειθαρχικοί ενώπιον των ειρηνοφυλάκων, οίτινες πλησιάζοντες τους ατακτούντας η δεομένους τιμωρίας, ως εκ του έργου των, ύψωνον την ράβδον των και εφώνουν: «Σε διατάσσω εν ονόματι του νόμου να με ακολουθήσης». Και οι πταίσται ηκολούθουν, εάν όμως εδυοτρόπουν, ο ειρηνοφύλαξ εκάλει εις βοήθειαν τους συναδέλφους του, και εκ των κέντρων των εγγύς προσέτρεχον, εις εξαιρετικός περιστάσεις αντιστά­σεως, και ο αστυνόμος και αυτός ο Δήμαρχος.

Ο Μπάμπης Άννινος ποιητής, λογογράφος, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας σε μια ιστορική μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1925 γράφει για την Αθήνα του 1850-51…

  

Ήσαν δε τα τοιαύτα άσματα είτε πρωτότυπα αισθηματικά, προϊόντα εγχωρίων στιχουργών, εκ των οποίων πολλά διασώζονται εις τας παλαιοτέρας Ανθολογίας, μελοποιημένα υπό των συγχρόνων μουσουρ­γών, είτε μεταφράσεις μονωδιών ή δυωδιών εκ των παρισταμένων εις το θέατρον μελοδραμάτων, οίον της «Νόρμας», της «Λουκίας», του «Τροβατόρε» κ.λ. εκπονούμενοι υπό ποιητών δοκιμωτέρων, όπως ο Σκυλίτσης και άλλοι.

 

Την εκ της διασκεδάσεως ταύτης εντύπωσιν διερμηνεύουν οι αφελέστατοι στίχοι ενός τοιούτου άσματος ψαλλομένου κατ’ εκείνους τους χρόνους, τους οποίους προ ετών ήκουσα εκ του στόματος πρεσβύτου, θαμώνος των τότε αθηναϊκών συναναστροφών και οι οποίοι είχον ως έξης:

Τι ωραία που είναι το βράδυ,

Όταν βγαίνη το φεγγάρι,

Ένας νέος ν’ ακομπανιάρη

Και μια νέα να τραγουδή.

Ηρίθμει δε η πόλις των Αθηνών, κατά την εν έτει 1851 γενομένην απογραφήν, 24.754 κατοίκους, η δε του Πειραιώς 5.247, ο νομός Αττικής 87.962 και το Κράτος εν συνόλω 998.266.

Ως προς την δίαιταν και την δαπάνην αρκεί ν’ αναφέρω το εξής περιστατικόν. Κατ’ Αύγουστον του 1852 ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας παρέθηκε «μέγα δείπνον» εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, τον στρατηγόν Κίτσον Τζαβέλλαν, τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και τον Σκούφον. Και η εφημερίς «Αθηνά» αναφέρουσα το γεγονός, έκρινε καλόν να σημείωση μετά θαυμασμού ότι η δαπάνη του μεγάλου δείπνου ανήλθεν εις 130 δραχμάς!

Η Άρτεμις Σκουμπουρδή, γνωστή σε όλους μας από τις διαλέξεις της στο χώρο αυτό, στο βιβλίο της Θέατρα της Παληάς Αθήνας… γράφει:

Στα 1856, ο Γρηγόριος Καμπούρογλου με τον τραπεζίτη Δημητριάδη και μελέτη του Γάλλου αρχιτέκτονα Boulanger υποβάλλουν σχέδια για οικοδόμηση «Εθνικού Θεάτρου». Ο θεμέλιος λίθος τίθεται στις 22 Δεκεμβρίου 1857, παρουσία του Όθωνα, με κάθε επισημότητα.

Όμως ο γραμματέας του Όθωνα, ο Βέτλαντ, που για προσωπικούς λόγους είναι αντίθετος με το παρόν έργο, εξαφανίζει τα σχέδια και στέλλει την Αστυνομία, η οποία σταματά τα έργα, αφού – φαινομενικά – ο Καμπούρογλου στερείται αρχιτεκτονικών σχεδίων.

Κι ας έλθουμε, στο θέμα μας.

Η συνοικία του Ψυρρή

Κουτσαβάκης: Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες, κοινώς «ψευτόμαγκες».

Κουτσαβάκης: Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες, κοινώς «ψευτόμαγκες».

Τα φιδίσια και στενά δρομάκια της συνοικίας Ψυρρή, της μικρής και παλαιάς αυτής συνοικίας της Αθήνας, τα κλείνουν τρεις γνωστοί δρόμοι με μεγάλη εμπορική κίνηση: η Αθηνάς, η Ερμού και η Πειραιώς. Τα δρομάκια τα τιμούν τα ονόματα φημισμένων ανδρών της αρχαιότητας, όπως είναι οι αποκαλούμενοι Τυραννοκτόνοι: Αριστογείτων και Αρμόδιος, οι ποιητές και τραγικοί Ευριπίδης, Σοφοκλής και Αισχύλος, η ποιήτρια Σαπφώ, οι κωμωδοί Αριστοφάνης και ο Αναξαγόρας, που, ίσως, εκεί κάπου να περιδιάβαζε και να φιλοσοφούσε για τα εγκόσμια, την κοσμογονία, τον τετραγωνισμό του κύκλου, και το ανθρώπινο μυαλό, που πίστευε ότι είναι ελεύθερο, αυτεξούσιο, η πηγή της ζωής και της γνώσης και μπορεί να ξέρει τα πάντα για το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.

Όσο γι αυτό το τελευταίο, δεν ξέρουμε αν είχε προϊδεί την εξέλιξη της Αθήνας, ούτε με τι δρόμο θα τον τιμούσαν οι σύγχρονοι Αθηναίοι.

Η συνοικία του Ψυρρή, στα πιο κοντινά μας χρόνια, ήταν το λημέρι των Ηρώων του 1821, και αυτούς τιμά η μικροσκοπική και κεντρική της συνοικίας Πλατεία Ηρώων, που σήμερα στολίζει ένας παληός φανοστάτης με τρεις γλόμπους. Σ’ αυτό το σημείο συγκεντρώνονταν οι Καπετανέοι της Επανάστασης του 21 για να συναντήσουν τους συμπολεμιστές τους, ν’ ανταλλάξουν πληροφορίες και μυστικά, να πάρουν μπαρούτι και πολεμοφόδια και κρασί για τα παγούρια τους.

Άγνωστο, από που προέρχεται η ονομασία Ψυρρή. Λένε ότι ξεκίνησε από το παρατσούκλι κάποιου «τύπου». Αυτό δεν είναι απίθανο γιατί στην περιοχή υπήρχαν πολλοί τύποι, άνδρες και γυναίκες και πολλά διηγούνταν γι’ αυτούς.

Τρεις εκδοχές υπάρχουν για το πως πήρε αυτό το περίεργο όνομα. Η πρώτη λέει ότι χρωστά την ονομασία στο ναό του Αγίου Αθανασίου του Ψυρρή. Η δεύτερη αναφέρει ότι προέκυψε όταν οι «αριστοκράτες» κάτοικοι της Πλάκας απομάκρυναν εκτός του ορίου της όλους εκείνους που θεωρούσαν Ψυρρήδες, δηλαδή προερχόμενους από λαϊκότερα στρώ­ματα. Η τρίτη και λαϊκότερη εκφράζεται από ένα μόνιμο κάτοικο της πλατείας, που επισημαίνει: «Σχεδόν έναν αιώνα πριν η περιοχή ανήκε σε κάποιο Γιώργο Ψυρρή». Λέγεται πως η πλατεία Ψυρρή ήταν ο ομφαλός της Γης. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό της συνοικίας ήταν και είναι οι πολλές και όμορφες εκκλησιές, βυζαντινές και μεταβυζαντινές.

Αλλά πώς μια συνοικία κατάσπαρτη από εκκλησίες μπορεί να ήταν το στέκι των κουτσαβάκηδων, των νταήδων, των πορτοφολάδων, είναι ν’ απορεί κανείς.

«Κουτσαβάκης, γράφει το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, βγήκε από τ’ όνομα ενός καυγατζή δεκανέα του ιππικού, τον καιρό του Όθωνα, και χαρακτηρίζει τους παληκαράδες και τους χυδαίους ψευτοήρωες. Όλοι αυτοί μαζεύτηκαν από διάφορες γωνιές της Αθήνας και έκαναν στέκι τους τη συνοικία του Ψυρρή».

Τα στήθια μου κατάντησαν

βασάνων κατοικία

που κατοικούν οι λέοντες

και τ’ άγρια θηρία, αχ! βαχ!

Ήταν η επωδός ενός τραγουδιού των «κουτσαβάκηδων» που ελυμαίνοντο την παληά Αθήνα, ιδίως τη συνοικία του Ψυρρή.

Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι: «Κουτσαβάκηδες είχον ονομασθή, γιατί εκούτσαιναν τεχνητά βαδίζοντας, παριστάνοντας τους «νταήδες». Η Αθήνα και οι γειτονιές της υπέφεραν από αυτούς τα πάνδεινα από την εποχή της βασιλείας του Όθωνος έως τις πρώτες δεκαετίες της δυναστείας του Γεωργίου του Α’. Ο κουτσαβακισμός αναπτύχθηκε και έδρασε στην Πλατεία Ψυρρή, κυρίως μετά την μεταπολίτευση του 1862 και για αρκετά χρόνια υπήρξε απρόσβλητος.

Αλλά ας δώσουμε μια εικόνα αυτών των περίφημων παληκαράδων ή τραμπούκων ή κουτσαβάκηδων, όπως λεγόντουσαν.

«Οι κουτσαβάκηδες λοιπόν φορούσαν μαύρο σακκάκι και ριγέ χρωματιστό ή με μεγάλα καρέ παντελόνι. Η μέση τους τυλιγόταν με μεγάλο πλατύ ζουνάρι που άρχιζε από το στήθος και τέλειωνε κάτω από τον αφαλό, στις πτυχές του οποίου έκρυβαν το οπλοστάσιο τους: τη διμούτσουνη (πιστόλι με δύο κάνες), το μαχαίρι, διάφορους σουγιάδες μαζί με την καπνοσακκούλα, το τσακμάκι κ.ά. Το πανταλόνι κατέληγε «τζογέ», δηλαδή στενώτατο στους αστραγάλους, ενώ για παπούτσια φορούσαν στιβάλια με ψηλό τακούνι που περνούσε δεκάρα από κάτω, στενά και μυτερά, με τη μύτη προς τα πάνω, τα «στενόχωρα πατούμενα», όπως τα έλεγαν. Τα στιβάλια ήτανε πάντα μαύρα αλειμμένα με χοιρινό λίπος και έπρεπε να τρίζουν. Είναι γνωστό ότι το παλιό υποδηματοποιείο του Μπέη, στην οδό Σταδίου, με σήμα: «Ένας είναι ο Μπέης» είχε ως έμβλημά του τα εξής : «Κομψότης, στερεότης και τριζότης».

Οι κουτσαβάκηδες στρατολογημένοι από άνεργους νέους, θρασείς και προκλητικούς, οι οποίοι αποτελούσαν στην αρχή τις στρατιές των «μπράβων» των κομμάτων, εξελίχθηκαν σιγά – σιγά σε δυνάστες του φιλήσυχου κόσμου. Η εμφάνισή τους ήταν αρκετά περίεργη και ασυνήθιστη για την εποχή.

Καιρός όμως να δούμε και την κόμμωσή τους η οποία αποτελούσε το άκρον άωτον της παληκαριάς τους.

«Μαλλιά μακριά, πασαλειμμένα με λίπος που συνήθως βρωμούσε, χτενισμένα «χωρίστρα» με αφέλειες που κατέβαιναν στο μέτωπο και σκέπαζαν χαρακτηριστικά το ένα μάτι, που το ξεσκέπαζε ο κούτσαβος, με αρειμάνια χειρονομία, όταν απειλούσε το σύμπαν».

Ένα σημαντικό στοιχείο τους ήταν το μουστάκι:

«Άλλο συνθετικό της «ομορφιάς» τους ήταν το μεγάλο μουστάκι, που όσο μεγαλύτερο γινόταν, τόσο το καμάρωναν και προσπαθούσαν να το ενώσουν με το γένι που έτρεφαν στο μάγουλο».

Τι φορούσαν οι κουτσαβάκηδες;

«Οι κουτσαβάκηδες φορούσαν πάντα ρεπούμπλικα ή «καβουράκι» με «χλίψη». Έτσι έλεγαν την πλατιά μαύρη κορδέλλα που περιέβαλλε το καπέλλο, ενδεικτικό κι αυτό παληκαριάς που έδειχνε ότι πενθούσε για το θάνατο κάποιου «τραμπούκου» που έπεσε «ηρωικά».

Άλλο τους χαρακτηριστικό ήταν ότι:

«Εβάδιζαν πάντα ελαφρά κουτσαίνοντας («κουτσαβάκηδες»), φτύ­νοντας ηχηρά, βήχοντας μεγαλόφωνα, κοιτάζοντας περιφρονητικά τους διαβάτες και ζητώντας αφορμή για παρεξήγηση και καυγά. Πολλοί «τραμπούκοι» φορούσαν το σακκάκι τους μόνο με το ένα μανίκι, ενώ το άλλο το κρατούσαν ριχτό στο δεξί ώμο».

Το πέρασμα των νοικοκυραίων από τις οδούς και τις παρόδους του Ψυρρή, ήταν άθλος, γιατί οι κούτσαβοι παραμόνευαν για να προκαλέ­σουν τους διερχόμενους ή να τους πετάξουν διάφορες ακαθαρσίες της αγοράς.

Η Μαρία Μαρκογιάννη στο βιβλίο της «Ματιές στην Αθήνα που έφυγε» γράφει πως:

Οι κουτσαβάκηδες είχαν ροζιασμένες χοντρές μαγκούρες, που τις ύψωναν απειλητικά στις εκλογικές διαδηλώσεις και στους καυγάδες. Οι νταήδες της Πλάκας και του Ψυρρή, ζώνονταν το κόκκινο ζουνάρι και όταν το έλυναν, ήταν σημάδι ότι πήγαιναν φιρί – φιρί για καυγά. Από εκεί βγήκε η έκφραση «έλυσε ή κρέμασε το ζωνάρι του».

Αλλά ας δούμε ποια ήταν τα μέσα της αστυνομικής επιβολής και ποιος ο ρόλος του βούρδουλα και να γνωρίσουμε την εξέλιξη της αστυνομίας.

«Μέχρι του 1863 ουδεμία στολή είχε καθιερωθεί δια τους κλητήρας της αστυνομίας, οίτινες έφερον έκαστος ό,τι είχε και ό,τι ηδύνατο ή ήθελε να φέρη. Η πατατούκα, η βράκα, η φουστανέλλα, τα κοντοβράκια, τα τσαρούχια απετέλουν μωσαϊκόν παράδοξον.Τελευταίος διευθυντής της αστυνομίας επί Όθωνος υπήρξεν ο Δημητριάδης.

Ο Δημητριάδης, άνθρωπος χρηστός και γενναίος, προσωπικώς απεφάσισε να επιβάλη κάποιον σεβασμόν προς τους νόμους εις την τάξιν εκείνην των κακοποιών και να απαλλάξη από τον εκβιασμόν και την τρομοκρατίαν των τους φιλήσυχους και εργατικούς πολίτας, συνεπώς ηναγκάσθη να αντιμετωπίση τους κουτσαβάκηδες, οίτινες προ του κοινού κινδύνου συνησπίσθησαν κατ’ αυτού προσωπικώς και απεφάσισαν να τον εξοντώσουν.

Εξήρχετο πάντοτε ο Δημητριάδης πάνοπλος και υπό συνοδείαν πάνοπλων επίσης κλητήρων, συνεπλέκετο δε προς τους κακοποιούς και όσους συνελάμβανε τους υπέβαλλεν εις βαρείς εξευτελισμούς δια να πλήξη το γόητρόν των.

Αλλά μίαν ημέραν οι κακοποιοί εκείνοι, μη δυνάμενοι να φονεύσουν τον ίδιον, εδολοφόνησαν τον γραμματέα της αστυνομίας Λύτραν εις την πλατείαν του Δημοπρατηρίου πλήξαντες αυτόν δια μαχαιρών.

Ο φόνος του Λύτρα εξηγρίωσε τους κλητήρας και εξήψε τον Δημητριάδην, εθεωρήθη δε ζήτημα τιμής ο φόνος ή η σύλληψις των φονέων, ως επίσης δια τους κακοποιούς ζήτημα τιμής ήτο η προστασία των φονέων και το ασύλληπτον αυτών.

Ο Δημητριάδης, πληροφορηθείς ότι δύο των δολοφόνων του Λύτρα εσύχναζον κρυφά κατά τας νύκτας εις εν καταγώγιον της οδού Καραϊσκάκη, απεφάσισε να τους συλλαβή ή να τους φονεύση, πολιορκών εν ανάγκη το άντρον των κακοποιών. Αληθής εκστρατεία επεχειρήθη τότε κατά του υπογείου άντρου, όπερ συνετήρει περίφημος κακοποιός ονόματι Νταούφαρης.

Επί κεφαλής ισχυράς κουστωδίας κλητήρων πάνοπλων, δεδοκιμασμένης γενναιότητος, ο Δημητριάδης επέδραμε κατά της φωλεός των κουτσαβάκηδων, ουδέν όμως θα επετύγχανεν αν δεν κατώρθου να εισβάλη εντός αυτού με την δίκανην πιστόλαν εις την δεξιάν, έτοιμος να φονεύση πάντα ανθιστάμενον. Αλλά παρ’ όλην την αιφνιδιαστικήν εισβολήν δεν απέφυγε την αιματοχυσίαν, διεκινδύνευσε δε και την ζωήν του. Οι κουτσαβάκηδες, άμα τη εισβολή, επυροβόλησαν κατά της μοναδικής λάμπας του καταγωγείου και την συνέτριψαν, εντός δε του σκότους εξέβαλλον αγρίας κραυγάς και επυροβόλουν προς την θύραν. Αλλ’ ο Δημητριάδης και οι κλητήρες ήσαν εφοδιασμένοι με κλεπτοφάναρα και αψηφούντες τον προφανή κίνδυνον ώρμησαν κατ’ αυτών και τους συνέλαβον. Οι κακοποιοί κατετροπώθησαν. Ο εις εκ των δολοφό­νων του Λύτρα εφονεύθη, αλλ’ εφονεύθησαν και ετραυματίσθησαν και κλητήρες, εσώθη δε ως εκ θαύματος ο Δημητριάδης από τας μαχαίρας και τας σφαίρας των κουτσαβάκηδων. Την επαύριον το «Ψυρρή» ήτο ανάστατον.

Οι κλητήρες απεσύρθησαν από την συνοικίαν, διότι θά εκακοποιούντο, οι δε «σχοινοιπαλούκηδες» Ψυρριώται έμειναν κύριοι της γειτονιάς και της πλατείας των κηρύξαντες εν είδος επαναστάσεως. Η κυβέρνησις τότε – ήτο πρωθυπουργός ο Βούλγαρης – αντί να δώση βαρύτερον πλήγμα κατά των κακοποιών, υπεχώρησεν.

Ο Δημητριάδης και ο Μιαούλης επρότειναν να αποκλεισθή η συνοικία και να ζητηθή εντός εικοσιτεσσάρων ωρών η παράδοσις των εργατών της παραδόξου εκείνης στάσεως, να χρησιμεύση δε η στάσις ως αφορμή συλλήψεως όλων των κακοποιών, δια να κτυπηθή κατακέφαλα η φωλεά εκείνη της αναρχίας και του κουτσαβακισμού. Αλλ’ ο Βούλγαρης δια λόγους δημοκοπίας δεν ηθέλησε. Ούτως οι Ψυρριώται ενεθαρρύνθησαν και απεθρασύνθησαν, η αποθράσυνσίς των δε εξεδηλώθη μετ’ ολίγας ημέρας δι’ απόπειρας δολοφονίας κατ’ αυτού του Δημητριάδου. Μία ομάς κακοποιών ενήδρευσε παρά τους Αγίους Θεοδώρους, εις την στροφήν του κήπου του «Κλαυθμώνος», και τον επυροβόλησεν ανεπιτυχώς.

Πάλι από το περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» διαβάζουμε και σας μεταφέρουμε αυτούσιο το κείμενο γιατί έχει, πιστεύουμε, σημαντικό ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας.

Η αποκορύφωσις της αποθρασύνσεως του «Ψυρρή» εσημειώθη μετά την μεταπολίτευσιν, ως εκ της γενικής πολιτικής και στρατιωτικής αναρχίας, ήτις επηκολούθησε, και τον σημειωθέντα προσεταιρισμόν των κακοποιών εκείνων υπό διαφόρων πολιτικών αρχηγών. Τότε το «Ψυρρή» απέβη ακρόπολις των αέργων και των κακοποιών. Εκ των πολιτικών δε δεσμών και υποστηρίξεων το κακόν επεξετάθη και εις τας άλλας συνοικίας, τας οποίας ετρομοκράτουν επίσης οι κακοποιοί.

Η κοινωνία ήρχισε να πάσχη δεινώς, διότι οι άνθρωποι εκείνοι ησέβουν και προς την οικογένειαν και προς την γυναίκα και την παρθένον, εσημειούντο δε σκηναί οικτραί. Η αστυνομία ήτο ανίσχυρος να προστατεύση τους πολίτας ή την οικογένειαν από τους εκβιασμούς ή την οργήν των κακούργων εκείνων, οιοσδήποτε δε οικογενειάρχης ή οικογένεια εσώζετο μόνον δια της δυνάμεως των ιδίων του όπλων.

Κατά την διάρκεια της Μεσοβασιλείας Διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών ήταν ο Νικόλαος Μακρής, ο οποίος ενσωμάτωσε τους αστυνο­μικούς κλητήρας σε μάχιμη δύναμη και τους ώπλισε με δίκανα κυνηγετικά όπλα «βαρέα εμπροσθογεμή, τα γνωστά υπό το όνομα «κλητορίστικα».

Και πάλι από τα «Αστυνομικά Χρονικά» διαβάζουμε:

«Οι από κατωτέρας τάξεως υλικόν προερχόμενοι αστυνομικοί κλητήρες, δεν διεκρίνοντο επί αβρότητι τρόπων και εξαιρέτω συμπερι­φορά. Το ευγλωττότερον όργανον της ανακρίσεως ήτο ο βούρδουλας. Εις τας εποχάς δε των μεγάλων πολιτικών συρράξεων, η αστυνομική δύναμις εμετράτο κατά βούρδουλαν, όπως αι διμοιρίαι κατ’ άνδρας και η χωροφυλακή κατά τουφέκια».

«Οι κοινοί κλέπται, οι λωποδύται και οι διαρρηκτοί ετιμωρούντο και δια του βούρδουλα και δια της διαπομπεύσεως. Ο δυστροπών να μαρτυρήση κατεδικάζετο αναλόγως της αντοχής του εις μίαν εκ των κατωτέρω βασάνων. Ή του παρείχοντο προς δείπνον άφθονες σαρδέλλες αλμυρές, εις τρόπον ώστε να καταληφθή υπό μεγάλης δίψης και υπό την διψαλέαν τυραννίαν του επεδεικνύετο άφθονον διαυγές και δροσερόν ύδωρ, το οποίον τότε μόνον θα του εδίδετο, όταν απεκά­λυπτε την μαρτυρίαν και κατέθετε την αλήθειαν. Ή ετίθεντο υπό τας μασχάλας του αυγά βραστά, άτινα τον κατέκαιον, ή εζεματίζετο εις τους γλουτούς δια ζέοντος ελαίου. Υπό την τελευταίαν βάσανον ετίθεντο κακούργοι ή και άσπονδοι εχθροί του Δημάρχου ή των αστυνόμων, πάντοτε προς σωφρονισμόν και εν ονόματι της τάξεως».

«Η εξέλιξις της ράβδου του ειρηνοφύλακος υπήρξεν ανάλογος των ηθών εν τη πρωτευούση».

 

Πώς γίνονταν όμως γνωστοί στους πολίτες της εποχής αστυνομικοί νόμοι και διατάξεις…

«Παράδοξος επίσης ήτο ο τρόπος της δημοσιότητος των αστυνο­μικών νόμων και διατάξεων καθ’ όλην την περίοδον της Α’ Δυναστείας και ικανά έτη επί της Β’. Η αστυνομία δεν κατέφευγεν εις τον Τύπον, ούτε εις τοιχοκολλήσεις εντύπων ανά τας στροφός των οδών και επί της προσόψεως των αστυνομικών καταστημάτων, αφ’ ενός μεν διότι ο τύπος δεν ήτο ημερήσιος, αφ’ ετέρου δε διότι ελάχιστοι εγνώριζον ανάγνωσιν και γραφήν. Προς ταύτα προσετίθετο και η συνήθεια του «ντελάλη», δια του οποίου και μόνον οι παλαιοί Αθηναίοι είχον συνηθίσει να μανθάνουν τα ενδιαφέροντα νέα.

Εις την δύναμιν της Αστυνομίας Αθηνών υπήρχε και εις τοιούτος, ο αστυνομικός «ντελάλης» μισθοδοτούμενος αντί δρχ. 25 κατά μήνα, όστις ανεκοίνου εις τους πολίτας τας αστυνομικός αποφάσεις, διατάξεις, νόμους και παν ό,τι η αστυνομία είχε συμφέρον η διαταγήν να ανακοινώσει εις την πόλιν.

Ο «ντελάλης» ηκολουθείτο από δύο ειρηνοφύλακας και ένα τυμπανοκρούστην ή και περισσοτέρους, αναλόγως της σπουδαιότητος της ανακοινώσεως. Μετά την τυμπανοκρουσίαν ανήρχετο επάνω εις μίαν καρέκλαν ή εις το ύψος μιας τραπέζης και αποκαθισταμένης σιγής ανήγγελε δια στεντορείας φωνής εις το πλήθος την διαταγήν, την απόφασιν ή την νέαν διάταξιν, ή τον νόμον. Το πέρας της ανακοινώσεως ανήγγελε σφοδρά τυμπανοκρουσία».

Ας γνωρίσουμε όμως έναν ακόμα Διευθυντή της Αστυνομίας

Ο Αλεξ. Κουμουνδούρος, κατά την πρώτην επί Γεωργίου Α’ πρωθυπουργίαν του, ενεπιστεύθη την διεύθυνσιν της αστυνομίας εις τον Βρατσάνον, έναν γενναίον και σκληροτράχηλον Ψαριανόν, ο οποίος εδέχθη ρητάς εντολάς να πατάξη το σμήνος των κακοποιών. Ο Βρατσάνος είχε και σύζυγον γενναίαν, την ιστορικήν Φλωρού, ήτις έπαιζε πιστόλι και καραμπίνα ως πολεμιστής και ουδόλως επτοείτο από τους κινδύνους.

Το έργον, όπερ ανέλαβεν ο Βρατσάνος, ήτο και δυσχερές και επικίνδυνον, διότι δεν επρόκειτο να επιτέλεση έργον μόνον δια της επιβολής του κύρους των νόμων και του προς αυτούς σεβασμού των πολιτών, αλλά δια της προσωπικής του ανδρείας και της περιφρονήσεως προς τους κινδύνους της ζωής του. Αλλά παρά την επιβολήν της προσωπικής ανδρείας του, δεν επέτυχε μεγάλα αποτελέσματα, ένεκα της πολιτικής κατ’ αυτού αντιδράσεως».

Από έντυπο της εποχής διαβάζουμε:

«Αλλά μία αθλία τάξις γυναικών, η αθλιεστέρα πασών, η τάξις των γυναικών του εμπορικού έρωτος, είχε κυριολεκτικώς δουλωθή από τους κακοποιούς εκείνους. Αι γυναίκες αύται όχι μόνον ουδεμιάς ετύγχανον προστασίας από τους φρουρούς της τάξεως, αλλά τουναντίον κατεδιώκοντο υπό πάντων, εγκαταλελειμμένοι δε και έρημοι υπό την φρικωδεοτέραν δίωξιν πάντων, περιέπιπτον εις τους όνυχας της προστασίας των κακοποιών, οι οποίοι τας εξεμεταλλεύοντο κατά τον μάλλον πεπωρωμένον και επαίσχυντον τρόπον, εκείνοι δε εξηγόραζον την φρικώδη προοτασίσν δι’ όλων των ρυπαρών κερδών της εμπορίας των, άτινα απερρόφων οι «κούτσαβοι» και οι «παληκαράδες». Η εσχάτη αύτη σήψις της ανθρωπινής ψυχής εσημείωσεν εποχήν οικτράν δια την κοινωνικήν εξέλιξιν των Αθηνών και έγραψε δράματα αληθώς αποτρό­παιων σφαγών και δολοφονιών των παναθλίων σκλάβων του ελευθέρου έρωτος».

Ένα επεισόδιο του 1880:

Το 1880 ο κούτσαβος Λιάς ο Μανιτόμπας, στον καφενέ του Τσούτη, είχε την ατυχή έμπνευση να στραπατσάρει έναν υπαξιωματικό του Πυροβολικού. Οι συνάδελφοί του όμως απεφάσισαν να «ξεκαθαρίσουν» την κατάσταση και έτσι μια Κυριακή, με σχέδιο στρατηγικό, εισέβαλαν στην πλατεία Ηρώων – άντρο του κουτσαβακισμού – ταυτόχρονα από τις οδούς Αγίου Δημητρίου και Ερμού. Στο καφενείο του Τσούτη έλαβε χώρα η παράδοση των όπλων των κούτσαβων και ο εξευτελισμός τους. Βέβαια ο κουτσαβακισμός δεν έσβησε αμέσως. Περίμενε την χαριστική βολή από τον Μπαϊρακτάρη.

Κι ενώ τα πράγματα είχαν έτσι ή κάπως έτσι, ήρθε ο Χαρίλαος Τρικούπης και ίδρυσε τη Στρατιωτική Αστυνομία.

«Η αθλία κατάστασις της αστυνομίας εν τη πρωτευούση και καθ’ όλον το κράτος, από πάσης απόψεως, έπεισε τον Χαρ. Τρικούπην να την κατάργηση και αφαιρών αυτήν από τους δήμους να την υπαγάγη υπό την τάξιν και την πειθαρχίαν του στρατού, και ούτως ιδρύθη η στρατιωτική αστυνομία λειτουργήσασα από του 1892 υπό ειδικούς νόμους και διατάξεις».

Το 1888 κι ενώ σε όλους τους χώρους ήταν οι ληστές ο πρωθυπουργός Τρικούπης ανέθεσε στον Μπαϊρακτάρη να τους εξοντώ­σει. Αυτός διάλεξε μερικά παληκάρια, κυρίως τσολιάδες, και καθάρισε τη Ρούμελη από τους ληστές.

Ο Τρικούπης τον παρασημοφόρησε και τον έκανε Συνταγματάρχη και στη συνέχεια του ανέθεσε τη διεύθυνση της Αστυνομίας Αθηνών, με πρόγραμμα να ξεκαθαρίσει και την πόλη της Αθήνας από τον υπόκοσμο.

Ποιος ήταν ο Μπαϊρακτάρης

Δημήτριος Μπαϊρακτάρης. Στρατιωτικός και πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.

Δημήτριος Μπαϊρακτάρης. Στρατιωτικός και πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.

Ο Μπαϊρακτάρης είχε γεννηθεί στο Αγρίνιο το 1833 από οικογένεια Σουλιωτών. Σε ηλικία 16 ετών κατατάχθηκε ως στρατιώτης στο Τάγμα Ακροβολιστών. Δεν άργησε να γίνει δεκανέας και με αίτηση του απεστάλη προς καταδίωξη ληστών υπό το λοχαγό Δασκαλόπουλο στην περιοχή Γαλαξειδίου και Άμφισσας, όπου είχαν τα λημέρια τους οι συμμορίες του Κακαράπη και του Νταβέλη. Σε λίγα χρόνια, «υπό πάντων εκτιμώμενος» θα γίνει αξιωματικός. Σύμφωνα με περιγραφές της εποχής του ήταν «μετρίου αναστήματος, ευτραφής, με χονδρήν κεφαλήν, αυστηρός εκφράσεως, δεδοκιμασμένης γενναιότητος, ψύχραιμος, δίκαιος, ευυπόληπτος». Υπηρέτησε στα Μεταβατικά Αποσπάσματα της Πελοποννήσου, όπου «περηφανείς υπηρεσίας προσήνεγκεν εις την δημοσίαν ασφάλειαν, απαλλάξας των φυγοδίκων την Μεσσηνίαν και τρεις άλλους νομούς…». Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε επίσης μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866, όπου και διακρίθηκε».

Αλλά τι σημαίνει Μπαϊρακτάρης;

«Μπαϊρακτάρης εκ του Τουρκικού μπαΐράκ και κατά παραφθορά του «μπαργιάκ» σημαίνει σημαία και «ντάρ» σημαίνει ο κρατών, δηλαδή ο σημαιοφόρος ή αρχηγός φυλής».

Από ένα άρθρο του ημερολογίου Νέα Ελλάς του 1896 διαβάζουμε…

«Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ο Διαφεντής! Ο Διευθυντής της Στρατιωτικής Αστυνομίας Αθηνών – Πειραιώς. Το κατ’ εξοχήν συνδεδεμένον με τον καταρτισμόν και την δράσιν της Στρατιωτικής Αστυνομίας όνομα».

Έτσι άρχιζε ένα άρθρο του Ημερολογίου «Νέα Ελλάς» του 1896, για να συνεχίσει: «Εις το λεξιλόγιον της εντίμου των λωποδυτών χορείας, των χαρτοπαικτών, των μέθυσων, των κουτσάβων, των ταραχοποιών εν γένει, το όνομα του κ. Μπαϊρακτάρη είναι ταυτόσημον προς το του κακού δαίμονος, της σφαίρας του τηλεβόλου, του οβουζίου, της θεότητος, του ολέθρου και της καταστροφής. Και δια να είπη τις την αλήθειαν, οι αξιόλογοι ούτοι κύριοι, οι υπό την σκέπην και την θαλπωρήν των θεσμών της χώρας – ατυχείς θεσμοί – βιούντες και αναπτυσσόμενοι δεν έχουν καθόλου άδικον.

Αν ο Μπαϊρακτάρης κατεδίωξε εξίσου όλες τις μορφές της εγκληματικότητας που «υπό την προστασίαν των θεσμών» (θα ‘λεγα κομματικές παρεμβάσεις) ταλάνιζε την πρωτεύουσα της προηγούμενης εκατονταετηρίδας, εν τούτοις το όνομἀ του συνδέθηκε περισσότερο με την εξόντωση των «κουτσάβων», ίσως για τις πρωτότυπες μεθόδους αντιμετώπισης τους που επενόησε».

Το σχέδιο του Μπαϊρακτάρη:

Ο Μπαϊρακτάρης, δίκαιος, αυστηρός και αδέκαστος, άρχισε να εφαρμόζει ένα σχέδιο χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις συστάσεις ή τις επιρροές των κομματικών παραγόντων. Κατά το σχέδιο, η καλύτερη μέθοδος θεραπείας είναι ο εξευτελισμός. Ο Μπαϊρακτάρης μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, έκανε μια βόλτα στου Ψυρρή, στην Πλάκα και στο Μεταξουργείο για να ενημερωθεί προσωπικά για τα συμβαίνοντα εκεί…

Έτσι, αφού εξήντλησε πρώτα το κεφάλαιο των συστάσεων και των συμβουλών, συγκέντρωσε τους τραμπούκους στο προαύλιο της Διευ­θύνσεως της Αστυνομίας, που βρισκόταν τότε στη μεσημβρινή πλευρά της πλατείας Κλαυθμώνος. Στη μέση της αυλής είχε στηθή ένα σιδερένιο αμόνι από αυτά που υπάρχουν στα σιδεράδικα και δίπλα ένα μεγάλο σιδερένιο σφυρί. Φώναζε έναν – ένα τους «αντάμηδες» ο Μπαϊρακτάρης και τους διέτασσε να αφήσουν δίπλα στο αμόνι τον οπλισμό τους, δηλαδή πιστόλια, μαχαίρια, γιαταγάνια, κάμες κ.ά. πάνω στον οποίο ήταν γραμμένοι στίχοι «περιπαθείς», απειλές και αναστεναγμοί: «Αχ! Βαχ!». Αφού άφηνε τον οπλισμό του, έπαιρνε νεώτερη διαταγή να τον σπάση, με τα ίδια του τα χέρια, κτυπώντας τον με τη βαρειά πάνω στο αμόνι. Όποιος δυστροπούσε, δεχόταν στο κεφάλι του το βαρύ βούρδουλα του Μπαϊρακτάρη και υποτασσόταν, αλλιώς θα τον πήγαιναν «σηκωτό» στο νοσοκομείο από το ξύλο. Προσβολή μεγάλη για τους «κούτσαβους» που την αποθανάτισαν στο δίστιχο:

Μια ξυλιά με το καμτσίκι

είν’ αιώνιο ρεζιλίκι…

Εδώ τελειώνει η πρώτη δοκιμασία για τους κουτσαβάκηδες…

Και αρχίζει η δεύτερη…

Η δεύτερη δοκιμασία αφορούσε την κόμμωση και την ενδυμασία των «τραμπούκων». Μια μεγάλη ψαλίδα – που την χειριζόταν ειδικός κουρέας – έκοβε τις λιγδωμένες αφέλειες των μαλλιών και τις μύτες από τα «στενόχωρα», δηλαδή τα παπούτσια. Ύστερα ερχόταν η σειρά του σακκακιού και του ζουναριού. Επειδή φορούσαν το ένα μανίκι του σακκακιού και το άλλο το κρατούσαν «ριχτό» στον ώμο, η ψαλίδα τους έκοβε το ριχτό μανίκι. Επίσης, τους έκοβε τα περισσεύματα του ζουναριού. Οι κακοποιοί, ύστερα από αυτά τα «καψόνια», απελύοντο, αλλά δεν ήθελαν να βγουν έξω, γιατί φοβόντουσαν τον εξευτελισμό και την ταπείνωση και ζητούσαν να τους κλείσουν στη φυλακή. Από τότε δε χρονολογείται το δίστιχο:

Τα σίδερα της φυλακής

είναι για τους λεβέντες…

Ύστερα από τις ταπεινώσεις αυτές οι κουτσαβάκηδες, που σχεδόν στην ολότητά τους ήταν θρασύδειλοι, δεν μπορούσαν να ξαναποκτήσουν την παλιά τους αίγλη. Οι μεγάλοι «Νταήδες» που έκαναν καυγά για ένα πέταγμα μύγας και απειλούσαν με φόνο κάθε περαστικό που νόμιζαν ότι τους στραβοκοιτούσε, έβαλαν την ουρά κάτω από τα σκέλη και μεταβλήθηκαν σε «κορέους». Ο βούρδουλας του Μπαϊρακτάρη και η άτεγκτη αυστηρότητά του είχαν σαν αποτέλεσμα να απαλλάξουν την πρωτεύουσα από τα κακοποιά στοιχεία που την πλημμύριζαν.

Εις τα σύγχρονα της εποχής εκείνης αστυνομικά χρονικά εφέρετο προς θυμηδίαν το ανέκδοτον του κακοποιού Μπαρμπαρούμπα! όστις, αφού υπέστη την τραγικήν μεταμόρφωσιν δια της ψαλίδος και επρόκειτο να απολυθή, εζήτησε να εξομολογηθή ιδιαιτέρως ένα «φοβερόν μυστικό» εις τον διευθυντήν. Η εξομολόγησίς του ήτο ότι είχε κάμει δήθεν δύο μυστικούς φόνους! και έπρεπε αντί να απολυθή να σταλή εις τας φύλακας!

«Για τους δυο παλαιούς φόνους σε συγχωρώ» του είπε γελών ο Μπαϊρακτάρης, «αλλά πρόσεξε μην κάμης τρίτον, είσαι χαμένος». Παρ’ όλην δε την επιμονήν του δεν απεστάλη εις τας φύλακας.

Η Εφημερίδα «Εφημερίς» σε ένα άρθρο της σχετικό με το θρύλο που δημιούργησε ο Μπαϊρακτάρης περισσότερο για την άδικη και σκληρή συμπεριφορά του προς τους κουτσαβάκηδες και λιγότερο για την κοινωνική προσφορά του, γράφει:

«Οι κατά τοιούτον τρόπον εξευτελιζόμενοι κακοποιοί θρασύδειλοι κατά κανόνα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν ήτο δυνατόν πλέον να επανακτήσουν την παλαιάν εύκλειαν, ούτε να επανοπλισθούν ευκόλως, διότι η υποτροπή ετιμωρείτο αυστηρότερον δι’ αυτού του βούρδουλα του Μπαϊρακτάρη. Ο βούρδουλας παρέμεινε φόβητρον δια πάντα κακοποιόν, εννοούμεν τον βούρδουλαν του Μπαϊρακτάρη, όστις κατά προτίμησιν έπιπτεν εις τους παληκαράδες, αντάμηδες ή κούτσαβους, και ετραυμάτιζεν εις το πρόσωπον μόνον και μόνον δι’ εξευτελισμόν.

Διότι μία πληγή ή μία ουλή μαχαίρας ή σφαίρας εις το πρόσωπον των κακοποιών εκείνων απετέλει παράσημον παληκαριάς, ενώ ένα σημάδι από βούρδουλα απετέλει αίσχος».

Όμως υπάρχει και συνέχεια. Αφού εξόντωσε τους κουτσαβάκηδες ήρθε η σειρά να εξοντώσει τους χαρτοπαίκτες.

Να πως περιγράφει κι αυτό μια εφημερίδα της εποχής:

«Μετά ήρθε η σειρά στους χαρτοπαίχτες. Η Αθήνα είχε γίνει μια χαρτούπολη. Κάθε καφενείο και χαρτοπαίγνιο και ζάρι. Πολλές οικογέ­νειες έμεναν νηστικές γιατί ο πατέρας είχε χάσει τα λεφτά του στα χαρτιά.

Για να πετύχει την εξόντωσή τους, πήρε στο σώμα για χωροφύλακες μερικούς χαρτοπαίκτες. Αυτό ήτανε. Μέσα σε ένα μήνα περίπου κανένα χαρτοπαίγνιο δεν λειτουργούσε. Όσους έπιαναν, τους φόρτωνε στην πλάτη το τραπέζι και τις καρέκλες και τους γύριζε στην πόλη, με την πράσινη τσόχα ή καρφωμένα επάνω τους τα τραπουλόχαρτα.

Για τις μικροπαραβάσεις και τους κλέφτες είχε ο Μπαϊρακτάρης το κατάλληλο αντίδοτο!

Για τις μικροπαραβάσεις, ο Μπαϊρακτάρης είχε άλλη μέθοδο. Τους έβαζε και καθαρίζανε όλη την Αθήνα.

Για τους κλέφτες, που δεν ήτανε και λίγοι την εποχή εκείνη, όταν τους έπιανε για πρώτη φορά, τους έκοβε το μουστάκι – που το θεωρούσαν τιμή και καμάρι τους – και τους έβαζε να καθαρίσουν το δρόμο. Αν τους ξανάπιανε, είχε το «μήλο της γνώσεως», όπως χαρακτηριστικά το έλεγε, Πολλοί, όμως, που τον αντιπαθούσαν, και πιο πολύ οι εφημερίδες, έγραφαν ότι καταπατά το Σύνταγμα και την ελευθερία του πολίτη. Ο Μπαϊρακτάρης όμως αδιαφορούσε. Με τις μεθόδους που εφάρμοσε για τους κουτσαβάκηδες το ψαλίδι και την κατώγα, δηλ. το κρατητήριο και το μήλο της γνώσης, δηλ. τον εξευτελισμό και το βούρδουλα για τους κλέφτες, η Αθήνα γλύτωσε μια για πάντα απ’ αυτούς.

Ακούστε και για μια πρωτιά που διεκδικεί ο Μπαϊρακτάρης

 

«Ο Μπαϊρακτάρης θεωρείται ο πρώτος που χρησιμοποίησε νερό για τη διάλυση των συγκεντρώσεων. Κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1890 οι οπαδοί του Ράλλη είχαν συγκεντρωθεί έξω από τα γραφεία της «Εφημερίδος» και κατά παράβαση των υφισταμένων αστυνομικών διατάξεων αρνούνταν να διαλυθούν, ενώ οι υποψήφιοι συνέχιζαν να ομιλούν. Τότε ο Μπαϊρακτάρης, αφού εξάντλησε κάθε μέσο πειθούς, επεστράτευσε την «τρόμπα» και οι ενθουσιώδεις οπαδοί επέστρεψαν στα σπίτια τους βρεγμένοι…».

Αλλά ως άνθρωπος και όχι ως αυστηρός αστυνομικός ποιος ήταν ο Μπαϊρακτάρης; Στο Εθνικό Ημερολόγιο της Νέας Ελλάδος που εκδό­θηκε το 1896 διαβάζουμε:

«Αυτός είναι ο Μπαϊρακτάρης ο εμπνεύσας τον τρόμον εις τα κακοποιό στοιχεία, αμέριστον δε της υγιούς μερίδος της κοινωνίας κατακτήσας την εμπιστοσύνην. Αυτός, ο αυστηρός αστυνόμος, το θηρίον, όπως όχι ολίγοι τον φαντάζονται. Έπρεπεν όμως να τον εγνώριζαν και ως άνθρωπον, ως χαρακτήρα, θα έμενον κατάπληκτοι προ του βουνού της αντιθέσεως. Αγαθός, αγαθώτατος, αρνίον. Του κάμνει κακόν να σκοτώσει μυίγαν ακόμη. Φιλοστοργότατος ως πατήρ, τύπος οικογενειάρχου. Πατριώτης δε ενθουσιωδέστατος. Αγαπά πρώτον τον θεόν και έπειτα την πατρίδα του, την οποίαν ονειροπολεί να ίδη μεγάλην».

Να και η πρώτη λογοκρισία θεατρικών έργων από το βιβλίο της Άρτεμης Σκουμπουρδή «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» (23 Αυγούστου 1895).

Ως τώρα οι διαταγές έμοιαζαν ανώδυνες και διασκεδαστικές. Όμως, ήρθαν και οι οδυνηρές… Συγκεκριμένα, στις 23 Αυγούστου του 1895 έχομε για πρώτη φορά λογοκρισία των θεατρικών έργων! Ο Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών – Πειραιώς, Δ. Μπαϊρακτάρης, αναθέτει στον καθηγητή Γ. Μιστριώτη και στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εκκλησιαστικών I. Καλοστύπη, να ελέγχουν «τα κωμειδύλλια και λοιπά έργα»!.

Η αστυνομική εντολή έχει ως εξής:

Αξιότιμοι Κύριοι,

Λαμβάνω την τιμήν να σας αναγγείλω ότι ανέθηκα υμίν τον έλεγχον των διαφόρων κωμειδυλλίων και λοιπών έργων, τα οποία οι συγγραφείς αυτών προτίθενται να διδάξωσιν επί σκηνής υπό ηθικήν έποψιν ως και αν δύναται να παρασταθώσι χωρίς να προκληθώσι σκάνδαλα και σας παρακαλώ ίνα ευαρεστούμενοι λάβητε την ευγενή καλωσύνην και παράσχητε ημίν την συνδρομήν σας εκθέτοντες εκάστοτε υμετέραν γνώμην, επί των έργων, άτινα θέλομεν υποβάλλει υπό την υμετέραν κρίσιν, προ της – από σκηνής – διδασκαλίας αυτών.

Ο Διευθυντής

(Τ.Σ.) Δ. Μπαϊρακτάρης

Αυτά συμβαίνουν την επομένη της τρίτης επιθεώρησης που ανεβαίνει στην Ελληνική σκηνή, του Μίκιου Λάμπρου με τον τίτλο: «Άνω – κάτω» στις 22-8-1895. Όσο για την πρώτη επιθεώρηση ήταν κι αυτή δημιούργημα του ιδίου και εμφανίστηκε με τον τίτλο «Λίγο απ’ όλα».

Για τις αστυνομικές απαγορεύσεις μας γράφει στο βιβλίο της «Θέατρα της Παληάς Αθήνας» η Άρτεμις Σκουμπουρδή.

Καθώς ο 19ος αιώνας πλησιάζει στη δύση του, αποφασίζεται για τρίτη φορά η απαγόρευση των καπέλλων στο Θέατρο! Ήταν φυσικό τα καπέλλα του συρμού – στολισμένα με… ανθόκηπους και ενίοτε με… λαχανόκηπους – να δημιουργούν προβλήματα σε πολλούς θεατές. Ο ποιητής Σουρής σατιρίζει την είδηση της σχετικής απαγόρευσης:

 

«…Ξεσκούφωτη στο θέατρο η ντάμα κι η κοπέλλα,

αστυνομική διαταγή και… Κάτω τα καπέλλα».

Αστυνομικές διαταγές που αφορούν στη συμπεριφορά των θεατών είχαν εκδοθεί και στο παρελθόν, ήδη από το 1841 και 1843. Ας δούμε μερικές απ’ αυτές: «Οι θεατές διαρκούσης της παραστάσεως οφείλουν να κάθηνται ασκεπείς και να εγείρωνται μόνον οσάκις ανακρούεται ο βασιλικός ύμνος. Απαγορεύεται εις αυτούς, να φέρουν – μεθ’ εαυτών – φιάλας με οινοπνευματώδη ή άλλα οιαδήποτε ποτά, να καπνίζουν πίπαν ή σιγαρέττον, να βλασφημούν ή να ερίζουν μεγαλοφώνως (!) και να ρίπτουν επί σκηνής άνθη, γλυκίσματα, περιστέρια, ποιήματα έντυπα ή χειρόγραφα, χρήματα και άλλα οιαδήποτε αντικείμενα άνευ προηγουμέ­νης αδείας της επιτροπής. Οφείλουν προς τούτοις, να χειροκροτώσιν ελαφρώς, χωρίς να κτυπούν τα καθίσματα ή τα πατώματα της πλατείας και των θεωρείων, προς δε, να γελούν κοσμίως χωρίς να καγχάζουν».

Μια δεύτερη διαταγή προστάζει:

«Απαγορεύεται εις τους θεατάς να εισάγωσι μεθ’ εαυτών σκύλους ως είναι απηγορευμένον εις αυτούς, και να κρατώσιν εις τας χείρας των εντός του θεάτρου ράβδους, οποιουδήποτε είδους ή μεγέθους».

Και τώρα παραθέτουμε ένα κείμενο για να γνωρίσουμε μια πρωτότυπη συμφωνία αστυνομίας λωποδυτών που όμοιά της δεν υπάρχει ή δεν ξανάγινε παγκοσμίως.

«Βρισκόμαστε στις παραμονές των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, στα 1896. Η Αθήνα που όταν έγινε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους είχε 7.000 μόνο κατοίκους, τώρα έχει φθάσει στις 100.000 περίπου. Η διεθνής αναγγελία ότι οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες θα γίνονταν στην Ελλάδα, στάθηκε αφορμή να πλημμυρίση το Άστυ από ξένους. Η ευκαιρία ήταν μοναδική και για τους λωποδύτες, που άρχισαν να συρρέουν από την Ευρώπη και την Αίγυπτο, ιδίως, «οσφρανθέντες αρκετό ψαχνό». Η αστυνομία της Αθήνας, ολιγάριθμη και ανεπαρκώς οργανωμένη την εποχή εκείνη, βρέθηκε στην αδυναμία να αντιμετώπιση το πλήθος των λωποδυτών και των κακοποιών που την είχαν κατακλύσει. Και επικαλέσθηκε μεν την προσοχή του κοινού, αλλά καταλάβαινε ότι δεν ήταν δυνατό να αντεπεξέλθη στην… πλημμύρα αυτών των κακο­ποιών. Και κατέφυγε στο εξής τέχνασμα:

Συγκέντρωσε όλους τους Έλληνες λωποδύτες και έκανε έκκληση στη φιλοπατρία και το εθνικό τους φιλότιμο. Τους ετόνισε ότι αν οι ξένοι που ήρθαν στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες, έπεφταν θύματα κλοπής, αυτό θα αντανακλούσε σ’ ολόκληρη την πατρίδα μας που θα ρεζιλευόταν. Άλλα κι’ αν ακόμα αυτοί δεν δρούσαν, θα δρούσαν οι λωποδύτες που ήρθαν από την Αίγυπτο και την Τουρκία, και το ρεζίλεμα της χώρας μας πάλι θα γινόταν. Τότε συνέβη ένα καταπληκτικό γεγονός: Οι λωποδύτες της Ελλάδος έκαναν συνέδριο στην Πνύκα, υπό την προστασία της Αστυνομίας, και αποφάσισαν όχι μόνο να μη διαπράξουν καμμιά κλοπή κατά τη διάρκεια των Αγώνων, αλλά να αναλάβουν και τη διαφύλαξη των ξένων που είχαν έρθει στην Αθήνα, από τους αλλοδα­πούς λωποδύτες. Δόθηκε ακόμη διαβεβαίωση ότι θα τσάκιζαν στο ξύλο, κάθε έναν που θα είχε το θράσος να παραβή τις αποφάσεις του συνεδρίου.

Οι Έλληνες λωποδύτες τήρησαν πιστά το λόγο τους και η Αστυνομία έκπληκτη διαπίστωσε ότι σ’ όλη την διάρκεια των αγώνων δεν εξαφανίσθηκε ούτε ένα πορτοφόλι.

Η πρωτότυπη και παράδοξη αυτή εκεχειρία έληξε την τελευταία ήμερα των εορτών. Από την επομένη οι αφελείς επαρχιώτες που είχαν έρθει στην Αθήνα και είχαν ξεθαρρέψει από την ασφάλεια των περασμένων ημερών, ήταν τα πρώτα θύματα αθρόων κλοπών. Και φυσικά οι λωποδύτες ρίχτηκαν στο έργο τους με περισσότερο ζήλο, ύστερα από την «αναδουλειά» της εβδομάδος των Αγώνων».

Κυρίες και Κύριοι,

 Η ζωή κυλάει στο αυλάκι του χρόνου και τίποτα δεν τη σταματάει. Καμιά φορά γυρίζουμε πίσω σα να θέλουμε κάτι να σταματήσουμε, κάτι να μάθουμε για τα περασμένα και να τα συγκρίνουμε με τα τωρινά. Σύγκριση δεν υπάρχει. Κάθε τόπος, κάθε εποχή, έχει το δικό της τρόπο ζωής, καμωμένο από τους ανθρώπους, που είναι στη βάση πάντα οι ίδιοι. Γλεντάνε, τραγουδάνε, χορεύουν, ερωτεύονται, παντρεύονται, αγωνί­ζονται για επιβίωση και ιδανικά, νικάνε ή ηττώνται και πεθαίνουν, αφήνοντας πίσω τους μνήμες και κουκίδες, που σημειώνουν το πέρασμα τους και τον μικρό τους κόσμο, που σφραγίζει τον κάθε αιώνα, και στη δική μας περίπτωση, τον δέκατο ένατο αιώνα, που έχει περάσει πια στην ιστορία…

Όμως, η μνήμη λειτούργησε απόψε για να φέρει κοντά μας ένα μεγάλο μέρος του με όλα τα γεγονότα που τον συνόδεψαν γύρω από δύο άξονες, τη λέξη «κουτσαβάκηδες» και τη λέξη «Μπαϊρακτάρηδες».

Αν το κατορθώσαμε εσείς θα το κρίνετε. Όμως για την προσοχή σας, σας ευχαριστούμε.

Δημήτρης Λούκας

Δημοσιεύεται στο περιοδικό του Συλλόγου Αθηναίων  «Τα Αθηναϊκά», 1997.

Διατηρήθηκε  η ορθογραφία του περιοδικού.  

Read Full Post »

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Κωνσταντίνου Γκότση,  με θέμα: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο*


Η ιστορία της άφιξης των σαινσιμονιστών στην Ελλάδα στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 και ιδίως στα χρόνια του Όθωνα είναι αρκετά περίπλοκη, με την έννοια ότι πλήθος παραγόντων τους ώθησαν να κινηθούν όπως κινήθηκαν. Ο πρώτος από αυτούς, ο Graillard, έρχεται στην Ελλάδα, μαζί με άλλους φιλέλληνες, τον Νοέμβριο του 1821 και συμμετέχει ενεργά σε διάφορες πολεμικές συγκρούσεις, μαχόμενος στο πλευρό των Ελλήνων.1 Κατά μικρά διαστήματα επιστρέφει στη Γαλλία, στο πλαίσιο της εκτέλεσης ορισμένων αποστολών που αφορούσαν την Ελλάδα. Τον Μάιο του 1833 διορίζεται Αρχηγός της νεοϊδρυθείσας Χωροφυλακής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα που συνέταξε στα τέλη του 1834 – αρχές του 1835 και απηύθυνε προς τον Όθωνα, στο οποίο διατυπώνονταν σκέψεις και προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Είναι προφανές ότι στο υπόμνημα αυτό έχει επηρεαστεί από τις απόψεις των σαινσιμονιστών. Ο Graillard δεν έφυγε ποτέ από την Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του το 1863, στην Κηφισιά.2

Henri de Saint-Simon (1760 - 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Τον Σεπτέμβριο του 1825 φθάνει στην Ελλάδα ο γιατρός Bailly,3 ο οποίος είχε διατελέσει στον στενό κύκλο των οπαδών του Σαιν-Σιμόν. Λίγο νωρίτερα, στις 19 Μαΐου 1825, πεθαίνει στο Παρίσι ο Σαιν-Σιμόν και ο επικήδειος εκφωνείται από τον Bailly.4 Ο τελευταίος παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη του 1829,5 όπου και συμμετείχε ενεργά στα πράγματα, κυρίως υπό την ιδιότητα του γιατρού.6  Έλαβε ενεργά μέρος στην αντιμετώπιση ζητημάτων υγείας που προέκυψαν στα χρόνια τού αγώνα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενώ παράλληλα διατύπωσε προτάσεις για την οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα.7 Αυτοί οι δύο φαίνεται ότι αποτελούν ατομικές περιπτώσεις, και επίσης ότι στην απόφασή τους αυτή για τον ερχομό τους στην Ελλάδα συνέβαλε κυρίως το κίνημα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη, με το οποίο συνέπλεαν οι απόψεις του Σαιν-Σιμόν.8

Οι υπόλοιποι, που έφυγαν από τη Γαλλία μετά το 1832, εντάσσονται στο γενικότερο ρεύμα φυγής των σαινσιμονιστών προς την Ανατολή.9 Στα έτη 1833-34 καταφθάνουν λοιπόν διαδοχικά στο Ναύπλιο διάφοροι σαινσιμονιστές, όπως ο Γουσταύος Εϊχτάλ,10 ο εξάδελφός του Γουλιέλμος Εϊχτάλ, ο Alexandre Roujoux,11 ο Victor Bertrand, ο Jourdan, ο Delaurie. Ουσιαστικά, μόνο κατά την περίοδο αυτή μπορούμε να μιλάμε για ομάδα σαινσιμονιστών, όπως άλλωστε αυτό έγινε αντιληπτό και από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών.

Η αντίδραση των Βαυαρών

Ο Κωλέττης, αρχηγός του λεγόμενου «Γαλλικού» κόμματος, το 1833 είναι υπουργός των Ναυτικών και από τον Οκτώβριο του 1833 υπουργός των Εσωτερικών.12 Κατά την περίοδο 1833-35 ο Κωλέττης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και ενισχύει τους σαινσιμονιστές που βρίσκονται στο Ναύπλιο.13 Είναι αυτός στον οποίο απευθύνονται οι σαινσιμονιστές και διαμεσολαβεί στην κατάληψη θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Ο Κωλέττης συμπράττει με τους Γάλλους σαινσιμονιστές, κυρίως γιατί είναι Γάλλοι και όχι γιατί συμπλέει ιδεολογικά μαζί τους.

Ο κρατικός θεσμός που συγκροτείται εκείνη την περίοδο με έντονη παρουσία των σαινσιμονιστών είναι το «Γραφείον Δημοσίας Οικονομίας».14 Σημειώνεται ότι μεταξύ των τριών συμβούλων του, οι δύο είναι Γάλλοι σαινσιμονιστές, ο Γουσταύος Εϊχτάλ και ο Roujoux· ο τρίτος είναι Έλληνας, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος. Το Γραφείο αυτό, εκτός από τις στατιστικές μελέτες-στοιχεία, αναλαμβάνει και άλλες αρμοδιότητες, όπως η υποβολή προτάσεων και γνωμοδοτήσεων, επιφορτίζεται τα σχετικά με τον αποικισμό εντός Ελλάδας ζητήματα (τόσο Ελλήνων, όσο και των «αλλογενών»), διερευνώντας και προτείνοντας τους κατάλληλους για αποικισμό τόπους, λαμβάνοντας υπόψη το επάγγελμα των υποψηφίων αποίκων, αλλά και διαπραγματευόμενο με «συντροφιές» και μεμονωμένα άτομα, που θέλουν να κατοικήσουν στην Ελλάδα.15

Η ανάγνωση του διατάγματος για τη σύσταση του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας» δείχνει ότι στους στόχους του έχουν ενσωματωθεί κάποιες ιδέες των σαινσιμονιστών· ιδίως ο αποικισμός ορισμένων επιλεγμένων τμημάτων της Ελλάδας από ευρωπαίους, με τη δημιουργία νέων κοινοτήτων, στις οποίες θα ζούσαν και θα εργάζονταν οι άποικοι αυτοί.16

Η παρουσία όμως των σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο, και κυρίως η γενικότερη εικόνα που εξέπεμπε το κίνημά τους στην Ευρώπη, προκάλεσαν την αντίδραση των Βαυαρών. Όπως κάθε εξουσία που «σέβεται» τον εαυτό της, η Αντιβασιλεία ανακάλυψε τη συνωμοτική τους δράση και την εν γένει αξιόποινη συμπεριφορά τους, αποδίδοντάς τους παράβαση ορισμένων άρθρων του «Ποινικού Νόμου».17 Στο σχετικό έγγραφο της Αντιβασιλείας γίνεται λόγος για «Σαινσιμωνική αίρεση», της οποίας τα μέλη συνεδριάζουν μυστικά και χωρίς άδεια στο Ναύπλιο, ζητείται δε από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών η διενέργεια έρευνας και η τιμωρία των ενόχων και συνενόχων. Ο Κωλέττης με εκτενές υπόμνημά του προς την Αντιβασιλεία ανέλαβε την υπεράσπισή τους, δηλώνοντας ότι δεν υφίσταται πλέον η «Σαινσιμωνική εταιρία».18 Αναφέρεται δε ονομαστικά σε πέντε από αυτούς,19 επισημαίνοντας ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Εϊχτάλ, αλλά και απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε μυστική συνεδρίαση.

Έξι μέρες μετά την επιστολή του Κωλέττη και παρά τις διαψεύσεις του ακολούθησε εκδόθηκε νέα διαταγή της Αντιβασιλέας, με την οποία αποφασίστηκε η παύση του Εϊχτάλ.20 Ο Κωλέττης απάντησε στην παραπάνω «βασιλικήν διαταγήν», ζητώντας να μην εκτελεστεί, προβάλλοντας επιχειρήματα υπέρ του Εϊχτάλ.21 Η Αντιβασιλεία εν τέλει, με βασιλική διαταγή της 10/22 Οκτωβρίου 1834, έκανε δεκτές τις εξηγήσεις για την αποχώρηση του Εϊχτάλ από την «Εταιρία των Σαινσιμωνιστών», και εκτιμώντας τις υπηρεσίες του αποφάσισε να παραμείνει στη θέση του στο Γραφείο.22

Όμως την ίδια περίοδο στο Ναύπλιο υπάρχουν και ορισμένοι Έλληνες που βλέπουν θετικά και είναι επηρεασμένοι από τις ιδέες των σαινσιμονιστών. Ο πιο δραστήριος από αυτούς ήταν ο Φραγκίσκος Πυλαρινός,23 ο οποίος έγραφε διάφορα σημειώματα στην εφημερίδα Ήλιος.24 Στην εφημερίδα αυτή συντάκτες ήταν οι αδελφοί Σούτσοι, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης, οι οποίοι φαίνεται να έχουν και αυτοί επηρεαστεί από τις ιδέες των σαινσιμονιστών.25 Υπάρχει επίσης ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, που λίγο αργότερα, το 1836, θα ξεκινήσει την έκδοση της εφημερίδας «Πρόοδος».

Όσο ο Κωλέττης ήταν παρών στην Ελλάδα, λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας των Γάλλων σαινσιμονιστών. Τον Μάιο του 1835 ο Κωλέττης απομακρύνεται από την Κυβέρνηση και τον Αύγουστο του ίδιου έτους διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι.26 Η παρουσία των σαινσιμονιστών εξασθενεί. Ο Εϊχτάλ έφυγε για το Παρίσι στις 11 Ιουνίου του 1835. Ο Bertrand απελάθηκε τον Μάιο του 1835.27 Ο Graillard παρέμεινε στην Ελλάδα. Ο Roujoux, ο οποίος παντρεύεται ελληνίδα,28 αρχικά ακολουθεί τον Κωλέττη στη Γαλλία ως γραμματέας του, στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα και αγοράζει μια μεγάλη έκταση στο Χαρβάτι Αττικής (Παλλήνη), όπου και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πρότυπο αγρόκτημα.29

Οι σαινσιμονιστές, καθότι Γάλλοι, συνδέονται με τον Κωλέττη, αρχηγό του Γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα. Έρχονται στην Ελλάδα όχι ως περιηγητές-επισκέπτες, αλλά ως άνθρωποι της δράσης. Για να πολεμήσουν στα χρόνια του αγώνα, για να εργαστούν στον κρατικό μηχανισμό και αλλού την εποχή της Αντιβασιλείας, θέτοντας σε εφαρμογή τις ιδέες των σαινσιμονιστών, για την οικονομική πρόοδο, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τα αποτελέσματα, μάλλον πενιχρά. Τουλάχιστον δεν φαίνονται αυτά άμεσα ορατά.30 Αι αιτίες όμως για τη μη υλοποίηση των στόχων που έθεσαν οι σαινσιμονιστές στην Ελλάδα, τόσο μέσω του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας», όσο και γενικότερα, απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.31

 

 Υποσημειώσεις 


 

1 Ειδικότερα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη των Μύλων στις 13 Ιουνίου του 1825, όπου και τραυματίστηκε, στη μάχη των Θηβών στις 21 Μαΐου του 1829 και στη μάχη της Πέτρας, στις 12 Σεπτεμβρίου, επίσης του 1829.

2 Σημειώνουμε επίσης ότι μετά την αποχώρηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, τον Μάιο του 1832, με πρόταση του Δ. Υψηλάντη, τοποθετήθηκε Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τον Graillard έχουν αντληθεί από τη σχετική μελέτη της Χαρίκλειας Δημακοπούλου, «Ο σαινσιμονιστής Francois Graillard περί των ελληνικών πραγμάτων (παρατηρήσεις και προτάσεις)», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τ. 22, 1979, σ. 307- 405. Σε σχέση με το υπόμνημα η Δημακοπούλου σημειώνει ότι «διετυπώθη μεταξύ Νοεμβρίου 1834 και Απριλίου 1835», ό.π., σ. 380. Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου το υπόμνημα αυτό συντάχθηκε τον Απρίλιο του 1835. Μπαλόγλου Χρ., «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint – Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον Ελλαδικό χώρο 1825-1837», ΣΠΟΥΔΑΙ, Τόμος 53, Τεύχος 3ο, 2003, Πανεπιστήμιο Πειραιά, σ. 77-108, ιδιαίτερα σ. 92.

Από πότε όμως ξεκινά και ποια είναι η σχέση του Graillard με τον σαινσιμονισμό αποτελεί ακόμη ζητούμενο, ιδίως μέχρι και το 1833, χρόνο άφιξης των υπολοίπων. Ο Γουσταύος Εϊχτάλ σε επιστολή του με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του και επιφανή σαινσιμονιστή Duveyrier (ο οποίος είχε καταδικαστεί με τον Enfantin στη δίκη των σαινσιμονιστών στη Γαλλία) αναφέρεται στον Graillard. Τον παρουσιάζει ως μαθητή και φίλο του γιατρού Bailly, μνημονεύοντας το γεγονός ότι ο Graillard ήταν την περίοδο εκείνη Αρχηγός της Χωροφυλακής. Δ. Βικέλας, Διαλέξεις και αναμνήσεις, εν Αθήναις, Έκδοσις Εστίας, 1893, σ. 265

3 Οι πληροφορίες για τον Bailly έχουν αντληθεί από τη μελέτη της Δέσποινας Προβατά, Etienne –Marin Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Σοκόλης, Αθήνα 2008.

4 Η «πολιτική κηδεία» του Σαιν-Σιμόν έγινε στις 22 Μαΐου 1825 στο νεκροταφείο του Père –Lachaise στο Παρίσι. Δ. Προβατά, ό.π., σ. 19

5 Δ. Προβατά, ό.π., σ. 70

6 Σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύονται στα Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας και σε άλλα έγγραφα της εποχής, ο Bailly αναφέρεται επίσης ως Βαλλής, (δόκτωρ Βαλλής ή και ιατρός Βαλλής) και ως Μπαλής.

7 Για τη δράση του Bailly παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα μελέτη της Δέσποινας Προβατά.

8 Οι φιλελληνικές απόψεις του ίδιου του Σαιν-Σιμόν είναι γνωστές. Βλ. Μπαλόγλου Χρ., ό.π., 84-85.

9 Ο Ανφαντέν, ο οποίος μετά τον θάνατο του Σαιν-Σιμόν σταδιακά αναγνωρίζεται ως ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος, με μια πολυπληθή ομάδα σαινσιμονιστών, εγκαθίσταται στην Αίγυπτο, όπου επιχειρεί να εμπλακεί στην κατασκευή των μεγάλων έργων (κατασκευή φραγμάτων στο Δέλτα του Νείλου), στην αγροτική παραγωγή και στην εκπαίδευση των μηχανικών, Picon Α., Οι σαινσιμονιστές. Ορθός λόγος, φαντασιακό, ουτοπία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2007, σ. 140-143.

10 Από τις ίδιες τις επιστολές του Εϊχτάλ προκύπτει ότι έφτασε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1833. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 259-261. Το ίδιο διάστημα, στο ΦΕΚ αρ. 33 της 13ης Οκτωβρίου 1833 πληροφορούμαστε ότι ο «Βαρών Αδ. Αϊχτάλ» διορίζεται «Γενικός Πράκτωρ εις Παρίσια». Πρόκειται για τον αδελφό του Γουσταύου Εϊχτάλ.

11 Όπως πληροφορούμαστε από την προαναφερθείσα επιστολή του Εϊχτάλ, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier, ο Roujoux ήταν 24 ετών την εποχή εκείνη (το 1834) και εξάδελφος του Goury (επίσης σαινσιμονιστή),. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Εϊχτάλ, ο Roujoux ήταν «ένθερμος δημοκράτης, επολέμησε μανιωδώς εις τας οδούς των Παρισίων κατά τας ημέρας του Ιουλίου (1830). Τόση ήτο η έξαψίς του, ώστε επί τινας μήνας διέμεινεν ως έξω φρενών. Τον έστειλαν εις Ελλάδα δια να καθησυχάση εντελώς. Είχε διδαχθή τα ελληνικά παρά του Κοραή, το δίκαιον παρά του Daunou και του Legraverend. Προσεκολλήθη εις την Γαλλικήν πρεσβείαν, αλλ’ όχι επισήμως∙ προσέφερε δε μεγάλας υπηρεσίας, χάρις εις την γνώσιν του της Ελληνικής γλώσσης, την τεραστίαν δραστηριότητά του και την επιδεξιότητά του εις τας μετά των εγχωρίων σχέσεις», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 269.

12 Ήδη μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Κωλέττης ήταν μέλος της τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής, μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Μετά την έλευση του Όθωνα ο Κωλέττης διορίστηκε υπουργός των Ναυτικών. Πολύ σύντομα όπως με το ξέσπασμα της εξέγερσης του Κρίτσαλη στην Πελοπόννησο διορίστηκε υπουργός των Εσωτερικών και του παρασχέθηκε δικτατορική σχεδόν εξουσία «ίνα κατευνάση την επανάστασιν», Γούδας Α, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. ΣΤ΄, Αθήνα 1874, σ. 272-273. Στο ΦΕΚ με αριθμ. 34 της 15ης/27ης Οκτωβρίου 1833 δημοσιεύεται το διάταγμα της 12 (24) Οκτωβρίου 1833, σύμφωνα με το οποίο: «Ο άχρι τούδε Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Ναυτικών Κύριος Κωλέττης παύει της διοικήσεως των Ναυτικών, και διορίζεται Γραμματεύς των Εσωτερικών αντί του διορησθησομένου εις άλλην υπηρεσίαν Κ. Ψύλλα».

13 Από την αλληλογραφία του Γουσταύου Εϊχτάλ προκύπτει ότι όταν έφτασε στο Ναύπλιο, ο Roujoux ήταν ήδη εκεί και ήταν ο τελευταίος που τον γνώρισε στον Κωλέττη. «Εις Ναύπλιον ευρήκα την Αντιβασιλείαν, τον εξάδελφόν μου Γουλιέλμον, και τον Roujoux, όστις μ’ επαρουσίασεν εις τον Κωλέτην», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 261. Βλ. επίσης Gustave D’ Eichthal, La langue grecque, Librairie de Hachette, Paris 1887, σ. 18

14 «Περί της συστάσεως του Γραφείου της Δημοσίου Οικονομίας παρά της επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 18/22-5-1834)

15 Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου: «Πράγματι, οι αρμοδιότητες του Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας περιγράφονται σ’ ένα κείμενο με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, όπως η χωρογραφία, τοπογραφία και γεωδαισία του βασιλείου, με τελικό στόχο τη σχεδίαση χάρτη ακριβείας, η γενική απογραφή του πληθυσμού και των ζώων κάθε κατηγορίας, η σύνταξη κτηματολογίου, η καταγραφή μεταλλείων και αρχαιοτήτων, η μελέτη της πιστωτικής καταστάσεως και τοκογλυφίας, η επεξεργασία προτάσεων για την γεωργία, το εμπόριο, την βιομηχανία, την χάραξη οδικού δικτύου, την μετεγκατάσταση ή και ίδρυση οικισμών, και την προετοιμασία «ιδίως» του αποικισμού», ό.π., σ. 89

16 Ο Γ. Εϊχτάλ στην προαναφερθείσα επιστολή του, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier σημειώνει: «Αφότου έφθασα ενταύθα η επιθυμία μου είναι να φέρω αποίκους εις την Ελλάδα. Επί της ερημωθείσης ταύτης γης, πόλεις, μνημεία, θέατρα, δρόμοι, οικίαι, – επί των σιωπηλών ήδη θαλασσών της, πλοία ιστιοφόρα, ατμοκίνητα, ταύτα πλανώνται αενάως ενώπιον της φαντασίας μου. Επί εξ ήδη μήνας στρέφω και περιστρέφω την σφαίραν εις τας χείρας μου, προσπαθών να εύρω επ’ αυτής σημείον λαβής. Επί τέλους προς δύο μηνών, την επαύριον της αναχωρήσεως του Goury, συνέσφιγξα τα δάκτυλα, και από σχέδιον εις σχέδιον, από διάβημα εις διάβημα, κατώρθωσα να επιτύχω την συγκρότησιν είδους γραφείου πολιτικής οικονομίας, το οποίον θα αναλάβη και θα φέρη εις πέρας το επιχείρημα», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 268. Σημειώνει επίσης στην ίδια επιστολή ο Εϊχτάλ: «…οι Έλληνες εννοούν κάλλιστα παν το αναγόμενον εις τα οικονομικά. Γνωρίζουν τι σημαίνει πίστις, είναι ευδιάθετοι να δεχθούν εξ Ευρώπης πάσας τας βιομηχανικάς βελτιώσεις τας δυναμένας ν’ αυξήσουν την αξίαν της γης των, νομίζω δε ότι ευχαρίστως θα ίδουν αποικίας, και μάλιστα αποικίας βιομηχάνων, εγκαθισταμένας εις την πατρίδα των. Δεν θ’ αποκρούσουν και αποικίας γεωργικάς, αρκεί μόνον να δοθή εις τους παλαιούς κατοίκους μερίς ικανή κατά την διανομήν της εθνικής γης, η οποία αποτελεί τα ¾ της χώρας», ό.π, σ. 271. Αναφέρεται επίσης ο Εϊχτάλ στα ζητήματα που τον απασχολούσαν σχετικά με τον αποικισμό αυτόν, δηλαδή στο πως θα συνδυαστούν Αγγλικές, Γαλλικές και Γερμανικές αποικίες, στο πως θα επιλεγούν οι άποικοι, κλπ. Για το θέμα αυτό διευκρινίζει ότι έχει ήδη απευθυνθεί στην Αντιβασιλεία, ενώ έχει στείλει επιστολή και στον αδελφό του στο Παρίσι. Εκφράζει δε τους φόβους του ως προς την επιτυχία του εγχειρήματος του αποικισμού, αναφερόμενος στον ρόλο της Ρωσίας και του Άγγλου πρεσβευτή Dawkins. Ό.π., σ. 271-273. Σε νέα επιστολή του προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, ο Εϊχτάλ δηλώνει ότι θα εργαστεί σκληρά με τον Roujoux για την επιτυχία του αποικισμού, απευθύνοντας έκκληση στον Duveyrier: «Εις όσους φίλους εύρης ευδιαθέτους να έλθουν προς αποικισμόν, δύνασαι να υποσχεθής ουρανόν ωραίον, κυβέρνησιν φιλελευθέραν, δικαιώματα πολιτών Ελλήνων, πλήρη ελευθερίαν θρησκευτικήν, έλλειψιν τίτλων ευγενείας, νόμους και έθιμα αξιόλογα, γην ευφορωτάτην, κτλ.». Εκφράζει δε την άποψη ότι ο αποικισμός μπορεί να αρχίσει από τη Μεσσηνία και την Ηλεία και την επιθυμία να λάβει μέρος σ’ αυτόν η Γαλλία, γιατί αν αυτό δεν συμβεί, φοβάται ότι τα παράλια της Πελοποννήσου θα γίνουν Αγγλικά και Αυστριακά. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 274-275. Ως προς τους όρους της παραχώρησης γης στους αποίκους, στις προθέσεις του Γραφείου, όπως αυτές διατυπώνονται από τον Εϊχτάλ, ήταν οι πωλήσεις, οι πολυετείς ενοικιάσεις και οι διαρκείς παραχωρήσεις, με την καταβολή ετήσιας αποζημίωσης. Βλ. την επιστολή του Εϊχτάλ προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 275.

17 Σύμφωνα με το από 19 Σεπτεμβρίου/1η Οκτωβρίου 1834, έγγραφο της Αντιβασιλείας: «Πληροφορούμεθα ότι πολλά μέλη της Σαινσιμωνικής Εταιρίας συνέρχονται άνευ αδείας εις μυστικάς συνεδριάσεις. Η Γραμματεία οφείλει δια παντός να εξιχνιάση το ατόπημα τούτο και να καταδιώξη τους ενόχους και τους συνενόχους αυτών κατά τα άρθρα 212, 216, 218, 220 και 222 του Ποινικού Νόμου. Το αποτέλεσμα των ερευνών και, χρείας τυχούσης, των καταδιώξεων πρέπει να κοινοποιηθή εις ημάς εντός εξ ημερών από σήμερον. Επειδή αι τάσεις της Σαινσιμωνικής αιρέσεως ταύτης ουδόλως συμφωνούν προς τας αρχάς του δικαίου και της νομιμότητος, κατά τας οποίας η ημετέρα πατρική στοργή θέλει διέπωνται οι πιστοί ημών υπήκοοι, ουδέποτε οφείλει να δοθή εις τους αιρετιστάς τούτους η άδεια να εξασκούν τα μηχανήματά των, ανάγκη δε να επιβλέπωνται αυστηρώς. Οι παραβάντες το άρθρον 212 του ποινικού νόμου, καθ’ ην περίπτωσιν είναι ξένοι υπήκοοι, πρέπει να εξωσθούν αμέσως του ημετέρου Κράτους», βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 277-278

18 Επισημαίνεται επίσης από τον Κωλέττη ότι: «Αύτη διελύθη οι δε κατά καιρόν χρηματίσαντες μέλη της επανέλαβον τον συνήθη βίον, διατηρούντες, ή κατά το μάλλον ή ήττον τροπολογούντες, έκαστος το καθ’ εαυτόν, τας αρχαίας δοξασίας των », Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 279-280.

19 Στο υπόμνημα του Κωλέττη προς τα μέλη της Αντιβασιλείας, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου/ 2 Οκτωβρίου 1834, γίνεται αναφορά στους σαινσιμονιστές τους Ναυπλίου, προκειμένου να διασκεδάσει τους φόβους των Βαυαρών: «Ο κ. συνταγματάρχης Γραλλιάρ δεν ευρίσκεται επί του παρόντος εις Ναύπλιον, ώστε δεν δύναται ούτος να συγκαταλεχθή μεταξύ των υπόπτων. Ο δε κ. Εϊχτάλ, άμα αναλαβών τα καθήκοντά του, έσπευσεν αυθορμήτως να με διαβεβαιώσει ότι ουδεμία τον συνέδεεν υποχρέωσις προς τας παρελθούσας αυτού σχέσεις, ότι είχε την θέλησιν και την απόφασιν να προσενεχθή κατά πάντα ως προσήκει εις πιστόν και αγαθόν της Υ.Μ. υπήκοον (…) Μένουν οι προ τινων μηνών ελθόντες τρεις νέοι. Εξ αυτών ο ονομαζόμενος Bertrand ολίγας ημέρας μετά την άφιξίν του προσελήφθη εις την υπηρεσίαν της εν Αττική εταιρίας (…) όπως διεύθυνη του Μελιταίους εργάτας, διαμένη δ’ έκτοτε εκεί. Τον δεύτερον, ονόματι Jourdan, παρέλαβεν ο συντάκτης του Σωτήρος κ. Σκούφος, δια να μεταφράζη εις την Γαλλικήν τα άρθρα της εφημερίδος του. Ο τρίτος, ονόματι Delaury, ελπίζει ότι θα προσληφθή ως υπάλληλος εις εμπορικόν τι κατάστημα, εν τω μεταξύ δε κερδίζει τα προς το ζην δίδων μαθήματα της Γαλλικής γλώσσης». Σε κάποιο άλλο σημείο δε, προς το τέλος της επιστολής του σημειώνει ότι αυτές είναι οι πρώτες έρευνες «περί των εν Ελλάδι ευρισκομένων αρχαίων μελών της Σαινσιμωνικής Εταιρίας» Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 280-282. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά στον Roujoux.

20 Σύμφωνα με διαταγή αυτή «το προσωπικόν των συμβούλων εις το γραφείον της Πολιτικής Οικονομίας είναι υπέρ το δέον πολυάριθμον, απ’ εναντίας δε το του Υπουργείου των Εσωτερικών ανεπαρκές, αποφασίζομεν να ελαττώσωμεν το μεν κατά ένα σύμβουλον, ν’ αυξήσωμεν δε το δεύτερον κατά έναΚαι ως προς μεν το πρώτον, διατάσσομεν να κοινοποιηθή προς τον κ. Γουσταύον Εϊχτάλ η εκ της ημετέρας υπηρεσίας παύσις του», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 283.

21 Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι είναι «άξιος παντός επαίνου δια τον ζήλον, την δραστηριότητά του και την εις την Υ.Μ. αφοσίωσιν», πολύ εργατικός, ότι γνωρίζει τη γερμανική γλώσσα και ότι ποτέ δεν ζήτησε τον μισθό του. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 284-285.

22 Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 292.

23 Για τον Πυλαρινό, βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Οι σαινσιμονικές ιδέες στην Ελλάδα», Επίμετρο στο βιβλίο του Antoine Picon, ό.π., σ. 331-332. Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Γνώση τ. 1, Αθήνα 1990, σ. 119-124.

24 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι και το τέλος του 1833, μόλις δηλαδή για μερικούς μήνες. Αιτία της διακοπής της έκδοσής της αποτέλεσαν οι διατάξεις για την απαίτηση μια υπέρογκης για τα δεδομένα της εποχής εγγύησης για όλες τις πολιτικές εφημερίδες, (5.000 δρχ.), που θα χρησιμοποιούνταν για την αποζημίωση των τυχόν θιγομένων, από τα γραφόμενα των εφημερίδων, προσώπων. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του νόμου «Περί της Αστυνομίας του τύπου» (ΦΕΚ αριθμ. 29 της 14/26 Σεπτεμβρίου 1833), προβλέπεται ότι: «Πάσα εντός του Βασιλείου εκδιδομένη εφημερίς και περιοδικόν σύγγραμμα πρέπει να έχη άνευ διακοπής υπεύθυνον συντάκτην, του οποίου το όνομα να φανερόνεται εις παν φύλλον, κομμάτι, ή τετράδιον της εφημερίδος ή του περιοδικού συγγράμματος. Ο υπεύθυνος συντάκτης έχει χρέος να καταβάλη εις μετρητά εγγύησιν 5.000 Δραχ. Εξ αυτής της εγγυήσεως λαμβάνονται τα πρόστιμα, τα έξοδα και αι αποζημιώσεις των προσβληθέντων ατόμων, εις τας οποίας ήθελε καταδικασθή ο υπεύθυνος συντάκτης. Αφού δε εξαντληθή η ποσότης, πρέπει να ανανεωθή εντελώς και ευθύς». Η εγγύηση αυτή δεν απαιτείται για τους εκδότες «επιστημονικών και τεχνικών εφημερίδων και περιοδικών συγγραμμάτων, ή και απλών ειδοποιήσεων». Στην περίπτωση όμως που οι τελευταίοι αυτοί εκδότες δεχτούν να δημοσιεύουν άρθρα, που δεν είναι επιστημονικά ή τεχνικά, εκτός από την επιβολή προστίμου 100–500 δραχμών, υποχρεούνται, πριν εξακολουθήσουν την έκδοση του εντύπου, να καταβάλουν και την εγγύηση των 5.000 δραχμών. Η διάταξη αυτή είχε άμεσα «θύματα» τους εκδότες που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης, όπως η εφημερίδα «Ήλιος», η οποία μετά τη δημοσίευση του νόμου μετατράπηκε από Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και Εμπορική σε «Εφημερίς Επιστημών, Τεχνών, Φιλολογίας και Εμπορίου» και στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1833) έβαλε τέλος στη λειτουργία της, ακριβώς λόγω των περιορισμών αυτών.

25 Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π., σ. 332-335

26 Ο Άρμανσπεργκ, βλέποντας την «ολοένα αυξανόμενη δύναμη του Κωλέτη» αλλά και το γεγονός ότι ο Όθωνας, «εν όψει της ενηλικίωσής του έχει αρχίσει να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στα πολιτικά πράγματα της χώρας (…) αναπόφευκτα, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του, θα αντιπαρατεθεί στον Κωλέττη και εν συνεχεία στον ίδιο τον Όθωνα». Ο Άρμανσπεργκ, κατόρθωσε, ακόμη και μετά την ενηλικίωση του Όθωνα «να εξασφαλίσει ευρείες πολιτικές δικαιοδοσίες. Με την πλήρη υποστήριξη του νέου πρεσβευτή της Αγγλίας, Lyons, κατάφερε να εκδιώξει τον Heideck και να απομακρύνει τον Κωλέττη, εξαναγκάζοντας έτσι τον βασιλιά να εξαρτάται από αυτόν», Λούβη Λ., «Το ελληνικό κράτος 1333-1871», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τ. 4, σ. 13-14. Ο Κωλέττης, αφού έμεινε αρκετά χρόνια στο Παρίσι, επιστρέφει το 1843 στην Ελλάδα και λίγο αργότερα γίνεται πρωθυπουργός. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1847 πεθαίνει στην Αθήνα, αφού εν τω μεταξύ, από το 1844, έχει αναπτύξει τη «μεγάλη ιδέα». Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του αναφωνεί στα γαλλικά τη φράση «sur la terre», ενώ σιγοψιθυρίζει ένα κλέφτικο τραγούδι. Σύμφωνα με τον Γούδα: «Τελευταίον κατά την 1 Σεπτεμβρίου απεβίωσε, κλέφτικόν τι τραγώδιον εν ήχω υποψιθυρίσας, και τα λέξεις sur la terre δυνηθείς μόνον να εναρθρώση», ό.π., σ. 286

27 Κατηγορήθηκε ότι «ερράπισεν αξιωματικόν του στρατού ημών, ζητήσαντα εξηγήσεις κατά τινα βάναυσον διαγωγήν του. Εκ της ένεκα τούτου γενομένης ανακρίσεως εξάγεται προσέτι ότι ο Bertrand εφωράθη και άλλοτε φέρων όπλα απηγορευμένα, ότι εξύβρισεν αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ημετέρου στρατού, εξεφράσθη δημοσία δια τρόπου πάντη ανοικείου περί τάξεως ολοκλήρου των στρατιωτικών τούτων και επροσπάθησε να διεγείρη το κατ’ αυτών μίσος, αποδεικνύων ούτω τον ολίγον αυτού σεβασμόν προς τους θεσμούς και την έννομον τάξιν της χώρας. Η ανάγκη επιβλέψεως προς τήρησιν της δημοσίας τάξεως επιβάλλει την απομάκρυνσιν του κακοκεφάλου τούτου νέου, όστις παρά την άτοπον διαγωγήν του, επιδεικνύει και αλλόκοτον ενδυμασίαν. Το επί των Εσωτερικών υπουργείον οφείλει άνευ περαιτέρω αναβολής να εκτελέση την από 27 Απριλίου/9 Μαΐου ημετέραν διαταγήν». Πρόκειται για βασιλική διαταγή της 13/25 Μαΐου 1835. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 281-282.

28 Την Ανθούσα, κόρη του Χρήστου Παλάσκα.

29 Ο Roujoux κατέλαβε διάφορες θέσεις, κυρίως ως διπλωμάτης της Γαλλίας στην Ελλάδα, μέχρι τον θάνατό του στην Αθήνα το 1852, σε ηλικία 43 ετών.

30 Ένας απολογισμός για την επίδραση και τη διάσωση των ιδεών του γίνεται από τον Μπαλόγλου, ό.π., σ. 93-96.

31 Με τον τρόπο αυτόν θα φωτίζονταν και ορισμένες κοινοτοπίες, που μας βασανίζουν ακόμη και σήμερα, όπως ότι οι ξένοι θα μπορούσαν να τα κάνουν καλύτερα από τους Έλληνες. Το γεγονός όμως ότι τα πρώτα κρίσιμα χρόνια μετά την απελευθέρωση είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα ένας ολόκληρος «στρατός» από Βαυαρούς, στην κυριολεξία, αλλά και μεταφορικά, με την έννοια των υπαλλήλων και στελεχών της διοίκησης, σε κανένα σχεδόν επίπεδο δεν βοήθησε την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων. Και για να επανέλθουμε στους σαινσιμονιστές, θυμίζουμε μια διαπίστωση του Εϊχτάλ για τη μη υλοποίηση του αποικισμού. Σε αρκετές περιστάσεις ο Εϊχτάλ έθετε ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του αποικισμού, την επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος, μέσω της διανομής της γης. Το ζήτημα αυτό το έθεσε τόσο στον Άρμανσπεργκ, όσο και στον Κόβελ. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 287, 289- 290. Σημειώνει ο Εϊχτάλ τι μετέφερε στον Κόβελ: «Μετά ταύτα επελήφθημεν της ιστορίας του Νόμου τούτου και του ζητήματος του αποικισμού. Κατέκρινα δεινώς τον κ. Αρμανσπέργην ως θελήσαντα να διεξαγάγη και τα του αποικισμού της Ελλάδος καθ’ ον τρόπον απεφάσισε, και την μεταφοράν της πρωτευούσης εις Αθήνας. Το τελευταίον τούτο μέτρον, καλόν καθ’ εαυτό, ελήφθη όμως λίαν κατεσπευσμένως. Τα του αποικισμού έγειναν ακόμη χειρότερα. Διότι, προτού αποκαταστήσουν ιδιοκτήτας τους Έλληνας αυτούς, (βάσιν ταύτην πρωτίστην της ευημερίας της χώρας), ηθέλησαν να ρίψουν εις την Ελλάδα χιλιάδας οικογενειών, χωρίς να προνοήσουν περί αυτών πως να μη αποθάνουν της πείνης, ή να μη καταστραφούν εκ της ζηλοτυπίας των εγχωρίων· ανέφερα όσας δυσκολίας απηντήσαμεν κατά την σύστασιν των αποικιών του Πεταλιδίου, της Ερετρίας, των Σαμίων εν Ευβοία κ.τ.λ., δυσκολίας προερχομένας εκ της παρούσης θέσεως του ζητήματος της ιδιοκτησίας εν Ελλάδι, και απέδειξα το άτοπον του να αναμιγνύεται η προσωπική φιλαυτία του αρχηγού της Κυβερνήσεως εις ζητήματα, εις τα οποία έπρεπε να είναι απλώς και μόνον κριτής αμερόληπτος». ό.π., σ. 289-290.

 Κωνσταντίνος Γκότσης

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Αναγνώσεις» avgi-anagnoseis.blogspot.gr

Διαβάστε ακόμηΣαινσιμονισμός – Η »Ανατομία» ενός κινήματος

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »