Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κυρίου Χρήστου Ι. Δρούγκα με θέμα:

«Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής».

 

Πρόλογος    

 

Η Τουρκία, από την εποχή της διακυβέρνησής της από τον Μουσταφά Κεμάλ, κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» προκειμένου να ενταχθούν σ’ αυτήν οι πληθυσμοί της κεντρικής κυρίως Μ. Ασίας (Καππαδοκίας), οι οποίοι, ήσαν Ρωμηοί αλλά μιλούσαν την Τουρκική γλώσσα και ήσαν γνωστοί ως Καραμανλήδες. Όμως, όλες αυτές οι προσπάθειες των Κεμαλιστών, απέβησαν άκαρπες.

Στις ημέρες μας αναζωπυρώνονται οι κινήσεις γύρω από αυτή την πολιτική της Τουρκίας, που δεν έπαυσε να υπάρχει. Οι μηχανισμοί της γειτονικής χώρας πραγματοποίησαν στην πόλη Νίγδη – στις 3 Ιουνίου 2014 – επιστημονικό συνέδριο, με παράλληλη έκθεση φωτογραφιών, προκειμένου να αναγνωρισθούν, από επιστημονικής πλευράς, οι ισχυρισμοί των Τούρκων επιστημόνων περί των Καραμανλήδων ως τούρκικου φύλλου, (Συνέδριο στην Καππαδοκία για τους ορθόδοξους τούρκους !!) – εφημερίδα «Ανατολή», τεύχος Ιουνίου 2014.

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Η προσπάθεια αυτή για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» και της υιοθέτησης των Καραμανλήδων της Καππαδοκίας ως Τούρκων δεν είναι κάτι το νέο στην πολιτική της γειτονικής μας χώρας. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει και άλλες φορές κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε. Η σοβαρότερη είναι εκείνη που έγινε κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα με τις «ευλογίες» του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος βρήκε πρόθυμο σύμμαχο στην επιδίωξή του για τη δημιουργία μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» τον Έλληνα ιερέα – Πόντιο την καταγωγή που υπηρετούσε σε ενορία της Καππαδοκίας – Ευθύμιο Καραχισαρίδη, που έμεινε γνωστός ως «παπά-Ευθύμ».

Το σαθρό αυτό κατασκεύασμα των μηχανισμών της Κεμαλικής κυβέρνησης προσπάθησε να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για την άλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την διάλυση του ιστού του Γένους των Ρωμηών. Όμως το σύνολο – πλήν ολίγων – των τουρκόφωνων Καππαδοκών είχαν και εξακολουθούν να έχουν – Ρωμαίικη συνείδηση και δεν ακολούθησαν τον παπά – Ευθύμ στην τυχοδιωκτική του πολιτική με την ανακήρυξη « Αυτοκέφαλου Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Έτσι το κατασκεύασμα αυτό της συνεργασίας Κεμαλικής κυβέρνησης και εξωμότη Ευθυμίου Καραχισαρίδη, αφού δημιούργησε πολλές πληγές στο σώμα της Μ.τ.Χ. Εκκλησίας, δεν κατόρθωσε να σταθεί όρθιο και κατέρρευσε.

Σήμερα κάποιοι κύκλοι της Τουρκίας επανέρχονται και προσπαθούν να «βαπτίσουν» τους Ρωμηούς Καππαδόκες σε … «Ορθόδοξους Τούρκους»!! Είναι μία κίνηση η οποία δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς, επειδή οι Καραμανλήδες έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της Ρωμαίικης καταγωγής των. Απόδειξη τούτου είναι η στάση των κατά την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1924. Τότε, όλοι οι Καππαδόκες έκλεισαν τ’ αυτιά στους ήχους των σειρήνων του «παπά-Ευθύμ», που τους καλούσαν να προσχωρήσουν στο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο», ώστε να παραμείνουν στις πατρογονικές εστίες των. Προτίμησαν να ακολουθήσουν το δρόμο της σκληρής προσφυγιάς στην Ελλάδα από την άρνηση της Ρωμαίικης συνείδησής των και της παραμονής των στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η προσπάθεια της Κεμαλικής κυβέρνησης να ιδρύσει το προαναφερόμενο «Πατριαρχείο», καθώς και οι συνέπειες αυτού του γεγονότος, έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Πρέπει να μελετηθούν – ιδιαίτερα σήμερα – που οι διάφοροι μηχανισμοί στους κόλπους της Τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν προσπάθειες, ανάλογες με εκείνες της Κεμαλικής κυβέρνησης κατά την δεκαετία του 1920 και μετέπειτα.

 

Εισαγωγή

 

Σεβγκί Ερενερόλ

Σεβγκί Ερενερόλ

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και οι συνέπειες αυτού είναι σχεδόν άγνωστες στο μεγαλύτερο μέρος του Γένους των Ρωμηών. Οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνον για «τις εκκλησίες του παπά – Ευθύμ στο Γαλατά» και, τα τελευταία χρόνια, για την εγγονή του παπα – Ευθύμ, Σεβγκί Ερενερόλ από την «υπόθεση Ergenecon».   Όπως είναι γνωστόν η Σεβγκί Ερενερόλ, μαζί με Στρατηγούς έ.ά του Στρατού, Αστυνομίας και Χωροφυλακής, Πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, τον αρχηγό της νεολαίας των Γκρίζων Λύκων κ.ά, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για συνωμοσία κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κέντρο της συνωμοσίας ήταν ένας από τούς Ναούς που κατακρατούν οι απόγονοι του παπά- Ευθύμ στο Γαλατά, αυτός της Παναγίας της Καφατιανής. Οι απόγονοι του παπά – Ευθύμ κατακρατούν, μέχρι και σήμερα, τους τρείς Ναούς του Γαλατά που απέσπασαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με τα κτίσματα και τα εξαρτήματα αυτών. Για την παράνομη και άδικη αυτή κατακράτηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει προσφύγει στα Δικαστήρια της Τουρκίας και αναμένει την κρίση των.

Για πληρέστερη κατανόηση των όσων συνέβησαν στην Μ. Ασία πριν από εκατό περίπου χρόνια, της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του πρωταγωνιστού της άσχημης αυτής περιπέτειας, που βίωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας, είναι απαραίτητη η καταχώρηση δύο αποσπασμάτων από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μύρων Δρος Χρυσοστόμου Καλαϊτζή «Ο ΔΙΑΒΟΗΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΝ, 2013», όπου ο παπά – Ευθύμ σκιαγραφείται αριστοτεχνικά. Προηγουμένως ο συγγραφέας έχει διαχωρίσει τους ανθρώπους που «γράφουν ιστορία» σε εκείνους που είναι «καλοί και αγαθοί» και οι οποίοι, προσφέροντας υπηρεσίες στο Γένος, δόξασαν την καταγωγή τους και στους άλλους, οι οποίοι αποτελούν εξαίρεση – ευτυχώς λίγοι – και δεν φέρθηκαν καλά, σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής.

«[…] Ένας τέτοιος, αινιγματικός τύπος, «ανικανοποίητος» κατά τα κοινώς παραδεχούμενα, ήταν και ο υπό εξέταση, διαβόητος στην κυριολεξία της λέξης, παπά – Ευθύμ, που το πάθος του για την προϊσταμένη του αρχή τον οδήγησε σε πολλά και διάφορα άτοπα, απαρνηθείς και μη υπακούσας συνείδηση και καταγωγή, προσκόμισε μύρια όσα κακά στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία τώρα και ένα ολόκληρο, περίπου, αιώνα υφίσταται μεγάλα δεινά! Το να χαρακτηρίσουμε τον υπό εξέταση ως «προδότη» είναι λίγο και πολύ σχετικό, γιατί είναι κάτι περισσότερο από αυτό, μόνο που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας κατάλληλη λέξη για να χαρακτηρισθεί».

«[…] Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι ο παπά – Ευθύμ ήταν ένας μεγάλος χρηματοθήρας! Δεν είχε ούτε πιστεύω ούτε ιδανικά. Ήταν ένας μεγάλος αγύρτης…. Το μάτι του ήταν στα χρήματα του Πατριαρχείου και σ’ αυτά απέβλεπαν και οι καταληψίες και οι καταλήψεις των Πατριαρχείων, αλλά και των Ναών του Γαλατά, απ’ όπου αντλούσε τα προς το ζείν και βύζαινε το αίμα της Ρωμιοσύνης, όπως η βδέλλα το αίμα των ζωντανών !…».

 

Ιστορικη αναδρομή των γεγονότων

 

Την περίοδο του πολέμου στη Μ. Ασία το 1919-1922 οι Τούρκοι εθνικιστές με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ίδρυσαν στην Καππαδοκία μία «Ανεξάρτητη Τουρκορθόδοξη Εκκλησία». Επιδίωξή τους ήταν να διασπάσουν την Ορθόδοξη Κοινότητα, στην οποία υπήρχαν και Χριστιανοί Τουρκικής καταγωγής, με απώτερο σκοπό να την αποσπάσουν από την ελληνική επιρροή. Της «εκκλησίας» αυτής ηγήθηκε ο παπά – Ευθύμ (papa Eftim), κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης ή Καραχισαρίογλου και αργότερα Ζεκί Ερενερόλ, ο οποίος γεννήθηκε στο Αγκτάγκ Μαντέν (Σαμπίν Καραχισάρ) του Πόντου.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919.  Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παύλος Καραχισαρίδης κατά τα έτη 1911-12 παρακολούθησε μαθήματα στην Εμπορική Σχολή της Άγκυρας. Μετά τις σπουδές του άνοιξε δικό του σαγματοποιείο, το οποίο έκλεισε με την οικονομική κρίση που ξέσπασε παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εργάσθηκε ως υπάλληλος σε μεγάλη εταιρία παραγωγής υφασμάτων. Από το γάμο του με τη Μαρία Καλφόγλου απέκτησε τρείς κόρες και δύο γιούς. Το 1914 , για να μην επιστρατευθεί, κατέφυγε στην πατρίδα του, τον Πόντο και αργότερα πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί, ζήτησε από τον Μητροπολίτη Νικόλαο Β’ (Σακκόπουλο) να χειροτονηθεί ιερέας. Πράγματι, χειροτονήθηκε ιερέας με το όνομα Ευθύμιος τον μήνα Μάρτιο 1918 και διορίσθηκε στην ενορία Κέσκιν, πόλη κοντά στην Άγκυρα, στη θέση του ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλου, ο οποίος ασθένησε και ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, που υπογράφηκε μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο παπά – Ευθύμ συμμετείχε στον Ελληνικό Σύλλογο της πόλης Κέσκιν.

Την εποχή εκείνη το Κεμαλικό Εθνικιστικό Κίνημα αναπτυσσόταν ραγδαία. Ο παπά – Ευθύμ κατάλαβε ότι θα είχε όφελος να προσεγγίσει ανθρώπους του Κεμαλικού Κινήματος. Έτσι, συνδέεται με τον βουλευτή Ανδριανούπολης Μεχμέτ Σερέφ και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συγκέντρωση 1300 τουρκικών λιρών από τους προύχοντες της Κοινότητας. Το ποσό αυτό παρέδωσε στον έμπιστο του Κεμάλ Μουσταφά, τον Αλή Φουάτ.

Η επιστροφή στο Κέσκιν του π. Παναγιώτη Παπαδόπουλου και η διεκδίκηση της θέσης του αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την περαιτέρω πορεία του παπά – Ευθύμ. Η Κοινότητα διχάσθηκε και το θέμα έφθασε, για την επίλυσή του, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δικαίωσε τον ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Χολωμένος ο παπά – Ευθύμ από την απόφαση κατηγόρησε το Φανάρι και διέκοψε τη σχέση του με το Πατριαρχείο. Δεν έμεινε όμως στο γεγονός της διακοπής των σχέσεών του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξανάγκασε τους Καππαδόκες, μεταξύ των οποίων είχε μεγάλη επιρροή, να εκλέξουν Κεμαλικό βουλευτή στις εκλογές που έγιναν, τον Ρεζά , ο οποίος ήταν από το Κέσκιν.

Επειδή όμως ο παπά – Ευθύμ έβλεπε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, προσέτρεξε στην εκζήτηση βοήθειας από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Έτσι, πήγε στην Άγκυρα και τον συνάντησε. Η συνάντηση αυτή με τον Κεμάλ γίνεται η απαρχή της συνεργασίας των, καθ’ όσον οι πρωτοβουλίες του «σαϊτάν-παπά», διαβολόπαπα, όπως τον αποκαλούσε ο Κεμάλ, τον ενδιέφεραν πολύ.

Η πρώτη αναφορά για την ίδρυση Αυτοκέφαλης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας συναντάται το 1921 σε Κεμαλική εφημερίδα στην Άγκυρα. Πράγματι, την άνοιξη του 1921 άρχισαν οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας». Οι Κεμαλικοί σχεδίασαν τη σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης Τ/Ορθοδόξων. Σ’ αυτήν ο παπά – Ευθύμ δεν έλαβε μέρος, λόγω μειωμένων προσόντων από πλευράς εκπαίδευσης, αλλά υποστηρίχθηκε σθεναρά από το Κεμαλικό Κίνημα και ιδιαίτερα από τον φίλο του Μεχμέτ Σερέφ. Υποστήριξη όμως είχε και από δυτικούς παράγοντες με επικεφαλής τον Φρανκλίν Μπουγιόν, μεσολαβητή της Γαλλίας στην Άγκυρα.

Την εποχή εκείνη εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο Μελέτιος ο Δ’ (Μεταξάκης), φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Δημ. Μαυρόπουλος, Διευθυντής της Εφημερίδας των Αθηνών «Η Φωνή της Εκκλησίας», στο βιβλίο του «Πατριαρχικαί Σελίδες», Εν Αθήναις 1960, σχολιάζοντας την εκλογή του Μελετίου σημειώνει: «[…] Η Κυβέρνησις της Άγκύρας εν τω προσώπω του εκλεγέντος Μελετίου αντιμετώπισε την εκλογήν όχι ως εκλογή Θρησκευτικού Αρχηγού αλλά ως φανατικού οργάνου μιάς πολιτικής μερίδος [1], εις την οποίαν και απέδιδε την κυρίως υπαιτιότητα της επιδιωχθείσης καταλύσεως του Τουρκικού Κράτους. Ο Μουσταφά Κεμάλ εν ενί λόγω την εκλογήν ταύτην εθεώρησεν ως πρόκλησιν». Και συνεχίζει ο Δ. Μαυρόπουλος με την άποψιν «συνετών και αντικειμενικώς κρινόντων» οι οποίοι πίστευαν ότι «εάν εν Κωνσταντινουπόλει επεκράτουν μετριοπαθέστεραι και νηφαλιώτεραι σκέψεις μεταξύ των Ταγών της Εκκλησίας και των εκεί Βενιζελικών παραγόντων, εξελέγετο δε Οικουμενικός Πατριάρχης είς εκ των Ιεραρχών του Θρόνου, ως λ.χ. […] ή τέλος είς εκ των τότε Συνοδικών Μητροπολιτών, ασφαλώς η θέσις των εν Μ. Ασία ομογενών θα ήτο πολύ διάφορος, επαρκώς βελτιουμένη, οι δε πλείστοι των Κωνσταντινουπολιτών δεν θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν εκ της πόλεως του Βύζαντος. […]».

Η απάντηση της Κεμαλικής Κυβερνήσεως εις «την πρόκλησιν» της εκλογής του Μελετίου ήταν άμεση. Με κρυπτογραφική διαταγή της Άγκυρας προς τους Νομάρχες της Τουρκίας, απαγορεύθηκε στους ζώντες στην Μ. Ασία Επισκόπους, ιερείς και εν γένει κληρικούς να μνημονεύουν το νέο Οικουμενικό Πατριάρχη στις εκκλησίες των. Απείθεια στην διαταγή αυτή θα θεωρείτο ως εσχάτη προδοσία με ανάλογες κυρώσεις.

Η μυστική αυτή διαταγή της Κεμαλικής Κυβέρνησης έδωσε αφορμή στον παπά – Ευθύμ, ο οποίος διέμενε στην Άγκυρα, να εκδηλώνει, αναφανδόν πλέον και με τρόπο θορυβώδη, αισθήματα πίστεως και αφοσιώσεως προς το καθεστώς του Κεμάλ.

Το Νοέμβριο 1921, με εγκύκλιό του γραμμένη στα τουρκικά, δήλωνε «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών» και έδινε εντολή στους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις στο τέλος των Λειτουργιών υπέρ της μακροημερεύσεως του Κεμάλ και της Κυβερνήσεως καθώς και υπέρ της επικρατήσεως του Εθνικού Όρκου (Μισάκ-ι-μιλλή). Αμέσως κάλεσε τις χριστιανικές Κοινότητες της Μ. Ασίας να στείλουν αντιπροσώπους στην Καισάρεια για την συγκρότηση «Ορθοδόξου Συμβουλίου». Πολλά χωριά ευθυγραμμίσθηκαν μαζί του, εκτός αυτών που ήσαν στα κατεχόμενα από τον Ελληνικό Στρατό εδάφη. Την 1η Μαΐου του έτους αυτού πάνω από 2.700 τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Σαφράμπολης, δυτικά του Πόντου, με επικεφαλής 10 προκρίτους και τον ιερέα Γερμανό, ζήτησαν την ίδρυση «Αυτοκέφαλου Τουρκικού Πατριαρχείου». Μεταξύ των πιστών που έσπευσαν ήταν τουρκόφωνοι του Πόντου, γνωστοί ως Μπαφραλήδες, αρκετοί Λαζοί Χριστιανοί και πολλοί τουρκόφωνοι Χριστιανοί της Καππαδοκίας και του Ικονίου, γνωστοί ως Καραμανλήδες.

Για να έχει ο παπά – Ευθύμ την υποστήριξη των Κεμαλικών, προχώρησε σε μία σειρά «καλών χειρονομιών» προς το Κίνημα: α) διέψευσε τα εγκλήματά τους κατά των Χριστιανών, β) ζήτησε από τους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις για τον Μουσταφά Κεμάλ και γ) συγκέντρωνε χρήματα κατά τις περιοδείες του στην Καππαδοκία για την οικονομική ενίσχυση του Κινήματος των Κεμαλικών. Κατά την επιστροφή του στην Άγκυρα σύστησε «Γραφείο διεκπεραίωσης θεμάτων της μειονότητας». Από εκεί άρχισε η διαβόητη δράση του: α) έκλεισε 68 Ορθόδοξα Εκπαιδευτήρια, β) απαγόρευσε στους ιερείς να φέρουν άμφια εκτός του Ναού, γ) απαίτησε να μιλούν – όλοι – την τουρκική γλώσσα και να έχουν τουρκική υπηκοότητα και άλλα. Ακόμα προχώρησε στην έκδοση εντύπου με τον τίτλο: «Φωνή της Τουρκορθοδοξίας» και την Άνοιξη του 1922 συνεκάλεσε «Προσωρινή Επιτροπή» στην Καισάρεια. Εκεί, διόρισε α ν τ ι κ α ν ο ν ι κ ά ως Μητροπολίτη Καισαρείας τον, μέχρι τότε, Επίσκοπο Πατάρων Μελέτιο (Χρηστίδη) στη θέση του Μητροπολίτη Νικολάου Β’ (Σακκόπουλου), ο οποίος κατέφυγε στο Φανάρι.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Έτσι ο παπά – Ευθύμ απέκτησε την εμπιστοσύνη των Κεμαλικών, οι οποίοι με ικανοποίηση ενέκριναν αμέσως την ίδρυση της «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» . Σε ένδειξη δε της ικανοποίησής των αποφυλάκισαν 30 Καππαδόκες και επέτρεψαν την επιστροφή στα χωριά των 1.300 εξορίστων. Το «Συμβούλιον των Καππαδόκων», το οποίο συνήλθε το Καλοκαίρι 1922, διόρισε τον παπά – Ευθύμ Μέγα Οικονόμο με αρμοδιότητες διαμεσολαβητή μεταξύ Άγκυρας και Ορθοδόξων της Καππαδοκίας. Ο Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος (Λαζαρίδης) διαφώνησε με όλες αυτές τις ενέργειες και τα πονηρά σχέδια του παπά – Ευθύμ. Οι Τούρκοι πίεζαν αφόρητα για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου και για να αποφευχθεί οριστική ρήξη των Καππαδόκων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακηρύχθηκε, «Αυτοκέφαλο Πατριαρχείο» με επικεφαλής τον Προκόπιο. Απομονωμένος ο παπά – Ευθύμ από τους άλλους Καππαδόκες Ιεράρχες επέστρεψε στην Άγκυρα.

Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου στην Μ. Ασία, ο παπά – Ευθύμ, κατά τις επαφές του με τουρκόφωνους Χριστιανούς, τους διαβεβαίωνε ότι, μέσα στους κόλπους της  «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών έκανε πολλές προσπάθειες να πείσει την Τουρκική Κυβέρνηση να εξαιρέσει από την ανταλλαγή τους τουρκόφωνους Ορθοδόξους από τους Ελληνορθοδόξους. Μάταια, όμως. Ο ίδιος δεν διώχθηκε, ως ανταλλάξιμος, κάτι που συνιστούσε αναγνώριση της προσήλωσής του στον τουρκικό εθνικισμό και της προστασίας που του παρείχε ο ίδιος ο Κεμάλ Μουσταφά.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Καππαδοκία με την αποδοχή, από μέρους του Προκοπίου, του τίτλου του «Πατριάρχου» και η ενδοτική στάση του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη – τον οποίο δεν ήθελε το Κεμαλικό Καθεστώς λόγω του φιλικού δεσμού του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο – κατά την Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 14.1.1923, όπου εκδηλώθηκε η πρόθεση του Πατριάρχου Μελετίου να ενδώσει στην δύσκολη κατάσταση της Ανατολής, δημιούργησε αναταράξεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναγκασθεί ο Πατριάρχης Μελέτιος να φύγει «με αναρρωτική άδεια» στις 10.7.1923 στο Άγιο Όρος, απ’ όπου στις 20.9.1923 έστειλε την παραίτησή Του από τον Οικουμενικό Θρόνο.

Κατά τη Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου στις 2.10.1923, εις την οποία συζητιόταν το θέμα της αποδοχής ή όχι της παραίτησης του Πατριάρχου Μελετίου, γίνεται επέμβαση / έφοδος του παπά – Ευθύμ και των συνοδών του στο Φανάρι. Κατά την επέμβαση, όχι μόνον ασχημονούν και παραφέρονται, αλλά και επιμένουν να λάβουν μέρος στη Συνεδρία της Συνόδου. Η Σύνοδος προχώρησε στον ορισμό του Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου ως Τοποτηρητού του Θρόνου. Αυτό, όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τους «παπαευθυμικούς» , επειδή ο Τοποτηρητής ήταν ανεπιθύμητος στην Κυβέρνηση, αλλά υποδείκνυαν και αξίωναν την τοποθέτηση άλλου προσώπου στη θέση Του! Ταυτοχρόνως απαιτούσαν να απομακρυνθούν από τη Σύνοδο οι συμμετέχοντες Μητροπολίτες από περιοχές εκτός επικράτειας του Τουρκικού Κράτους.

Σε μία προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης και αποχώρησης, το δυνατόν ταχύτερο, των «παπαευθυμικών» από το Φανάρι η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε τον διορισμό του παπά – Ευθύμ ως «Αποκρισιαρίου» [2] του Πατριαρχείου στην Άγκυρα, τίτλο τον οποίο ουδέποτε ανεγνώρισαν οι Τούρκοι. Με την επιστροφή του στην Άγκυρα άρχισε τις παλινωδίες του, δηλαδή άλλοτε να υποστηρίζει το Πατριαρχείο και άλλοτε να το υβρίζει.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1923, με την ευκαιρία των διεργασιών για την ανάδειξη νέου Πατριάρχου, ο παπά – Ευθύμ έρχεται με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη και στις 7.12.1923, ξαφνικά, καταλαμβάνει πραξικοπηματικά το Πατριαρχείο. Αιτία η εκλογή του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Γρηγορίου ως Πατριάρχου. Για το νέο Πατριάρχη δήλωσε ότι «δεν πρέπει να αναγνωρισθεί» ως «Έλλην προπαγανδιστής» και ότι με την εκλογή του Γρηγορίου «το Πατριαρχείο μετετράπη εις Ελληνικό Ίδρυμα». Η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα», 6.12.1923, χαρακτηρίζει με σκληρά λόγια την ενέργεια αυτή του παπα- Ευθύμ:

«Άνθρωπος του σκότους, όφις και γέννημα εχίδνης, κατά την ωραίαν του Θεανθρώπου φράσιν, εν τω σκότει γεννηθείς και εν αυτώ δρών […] εις νέον προέβη εν τω σκότει χθές , ασεβές και αυθάδες τόλμημα, και μετέτρεψε τον οίκον του Θεού, λευϊτης αυτός – ώ της ειρωνείας ! – είς οίκον αισχύνης, βδέλυγμα ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω».

Η εφημερίδα «ΒΑΚΙΤ» (Άγκυρα) στις 10.12.1923 πληροφορούσε ότι ο παπά – Ευθύμ απέστειλε στην Κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα: «Ο εκλεγείς νέος Πατριάρχης Γρηγόριος είναι προδότης της πατρίδος και εχθρός της Δημοκρατίας. Διατάξτε να λάβω υπό την επιτήρησίν μου το Πατριαρχείον» !! Η Άγκυρα, βεβαίως, δεν απάντησε, αλλά προσπαθούσε να παρεμποδίσει με την Αστυνομία περαιτέρω γεγονότα στο Φανάρι.

Στις δηλώσεις του ο παπά – Ευθύμ έλεγε ξεκάθαρα ότι στην Ανατολή θα επέστρεφε μόνον όταν θα εκλεγόταν Πατριάρχης επιθυμητός από την Κυβέρνηση και φοβέριζε ότι θα παρέμενε «με το ζόρι και με το καλό» στα Πατριαρχεία!! Φοβέριζε και επαναλάμβανε «…ή εγώ θα επιτύχω και θα τους αποδιώξω όλους ή εκείνοι θα με καθαιρέσουν».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια των καταλήψεων πολλοί κληρικοί και λαϊκοί κτυπήθηκαν και εκδιώχθηκαν, εκτοξεύθηκαν ύβρεις και οι βιαιοπραγίες της συμμορίας του έφθασαν μέχρι του να κλειδώσουν σε γραφείο του Πατριαρχείου τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο, Μητροπολίτη Αίνου.

Τελικά η Τουρκική Κυβέρνηση ικανοποίησε τις επικλήσεις του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου και απομάκρυνε τους καταληψίες από το Πατριαρχείο.

Ο αρθρογράφος της εφημερίδος «Ημερήσια Νέα», 8.12.1923, αρ.φ.114, αφηγείται το γεγονός της αποχώρησης του παπά – Ευθύμ, ως να ήτο παρών εκείνη τη στιγμή: «Ο Ευτύμ κάτωχρος, πελιδνός, τρέμων κατέρχεται την κλίμακα ενώ όπισθέν του ακούει την προπεμπτήριον αράν ¨στο διάβολο να πάς¨. […] Καλύπτει το πρόσωπον δια των μακρών του χειρών και ολισθαίνει, γέννημα του σκότους αυτός, εν τω σκότει χάνεται […]».

Προχωρώντας προς την έξοδο μυκτήριζε τους Ρωμιούς της Πόλης και έλεγε ότι θα τον γυρέψουν, όπως οι Έλληνες τον Βενιζέλο.

Λόγω των γεγονότων αυτών βρήκε την ευκαιρία να κάνει δηλώσεις δεξιά και αριστερά. Δύο μικρά αποσπάσματα από αυτές κάνουν φανερή την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο παπα-Ευθύμ και την απώλεια του ελέγχου των λόγων του:

«…Έπειτα εσκέφθην ότι, όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή, η ζωή και το άτομό μου θα χρειασθεί δια την βελτίωσιν της θέσεως του Πατριαρχείου…»

«…Οι Ρωμηοί της Κωνσταντινουπόλεως δεν εξετίμησαν τας υπηρεσίας μου. Αλλά θα μετανοήσουν και θα με ζητήσουν μίαν ημέραν … όπως οι Έλληνες εζήτησαν τον Βενιζέλον! Ένεκα της πολιτικής των ταύτης, μέχρι τούδε, εζημιώθησαν οι Ρωμηοί της Ανατολής. Τώρα ήλθεν η σειρά εις τους Ρωμηούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε θα τρέχουν να εύρουν βοήθειαν όχι μόνον από τον παπά – Ευθύμ αλλά και από το φείδι [sic] ακόμα, αλλά θα είναι αργά !!» (εφημ. «Ημερήσια Νέα» 11.12.1923, αρ.φ.116)

Ο παπά – Ευθύμ δεν έμεινε ήσυχος αφού δεν χώνεψε την αποβολή του από το Πατριαρχείο. Πήγε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας Βασήφ Μπέη μήνυση κατά του Πατριάρχου και του Πατριαρχείου, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει δίωξη κατά του Φαναρίου. Δεν έμεινε όμως σ’ αυτό. Επειδή, όπως υποψιάζεται η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα» (13.2.1924), ο παπα-Ευθύμ ήθελε να έχει μια «γωνιά – απόστημα» απ’ όπου θα μπορούσε να εκδράμει και να δημιουργεί επεισόδια, ήλθε σε συνεννόηση με τον κοινοτικό παράγοντα του Γαλατά Δ. Δαμιανίδη για τη ληστεία των κοινοτικών εισοδημάτων «δίδοντες ψιχία και τα κόκκαλα εις τους περί αυτούς συμπαραστάτας». Ακολούθησαν παραιτήσεις και απομακρύνσεις προσώπων από τις ενορίες και τα συμβούλια της Κοινότητας Γαλατά, έλεγχοι λογαριασμών, παράδοση σε πενταμελή επιτροπή, διορισμός Διαιτητικής Επιτροπής και πολλές άλλες τραγελαφικές ενέργειες !

Τα επικίνδυνα και ολέθρια για την Εκκλησία έκτροπα, στα οποία προστέθηκε η διαίρεση των πιστών και των κοινοτικών παραγόντων σε φίλους και μη των «παπευθυμικών», ήλθαν στην Σύνοδο του Πατριαρχείου. Αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση του Ιερατικώς Προϊσταμένου της Εφορίας της Κοινότητος Γαλατά Αρχιμ. Γενναδίου Ζησιάδη, ως «ουχί συνετώς πολιτευθέντα εν τη προκειμένη περιπτώσει».

Τα γεγονότα που συνέβησαν ήταν πολλά και επικρατούσε αστάθεια. Το ποτήρι της «υπόθεσης παπά – Ευθύμ» φαίνεται ότι ξεχείλισε και η Εκκλησία, πλέον, ανέλαβε να λύσει το περίπλοκο αυτό πρόβλημα, το οποίο ταλάνιζε τη Διοίκησή της και το πλήρωμά της. Έτσι, με εισήγηση του Μητροπολίτη Νέοκαισαρείας Αγαθαγγέλου και βάσει του 55ου Αποστολικού Κανόνα ο παπά – Ευθύμ έπρεπε να καθαιρεθεί γιατί την 7η Δεκεμβρίου 1923, έξω από την Μεγάλη Αρχιδιακονία του Πατριαρχείου εξύβρισε και αποκάλεσε «ευτελείς» αλτσακλάρ τους Μητροπολίτες Νικαίας, Προύσης, Αίνου, Σηλυβρίας και Ροδοπόλεως και τους έδιωξε, σέρνοντάς τους από τα ενδύματα, έξω από την αίθουσα της Μ. Αρχιδιακονίας . (Συνεδρία 22.12.1923).

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου ήταν καταπέλτης για τον «ταραξία» παπά – Ευθύμ: Καθαίρεση, βάσει των Ιερών Κανόνων, υποβάθμιση και κατάταξη στην τάξη των λαϊκών «μη δυναμένου του λοιπού νομίμως και κανονικώς να φέρη το διακριτικόν ένδυμα του κληρικού της καθ΄ημάς Εκλησίας». (Συνεδρία 19.2.1924)

Ο Ευθύμιος, πλέον, Καραχισαρίδης φοβέριζε τους πάντες και δήλωνε: «…Εν πάση περιπτώσει, εκείνοι δεν θα δυνηθούν να κόψουν τα γένεια μου, αλλ’ εγώ θα τους κάμω, προσεχώς, να εξαλείψουν την κατ’ εμού απόφασιν. Θα κόψω εγώ με τα χέρια μου τα γένεια όλων και θα τους διώξω από το Πατριαρχείον». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ.φ.177).

Η διανοητική του κατάσταση και η ισορροπία του νου του είχαν διαταραχθεί και τούτο γίνεται κατανοητό από τις παρακάτω δηλώσεις του σε εφημερίδες της εποχής : « […] Το Πατριαρχείον και εγώ είμεθα εχθροί ως το πύρ και η πυρίτις. Ο Γρηγόριος φοβηθείς από την δύναμίν μου, την οποίαν προσλαμβάνω συγκεντρών πέριξ εμού τους Ρωμηούς, με καθήρεσε»   (εφημερίς «ΤΑΧΒΙΤ») και « […] Ο σκοπός μου είναι να παραδώσω το Πατριαρχείον εις τιμίας και ακηλιδώτους χείρας. Ινσαλάχ, θα επιτύχω τούτο !! Είμαι γενικός πληρεξούσιος, όχι μόνον του Γαλατά, αλλά και της πλειονοψηφίας των Ρωμηών. Συνεπώς θα κάμω χρήσιν, του επί του Πατριαρχείου δικαιώματός μου…». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ. φ.177).

Κατά την Συνεδρία της Ι. Συνόδου της 6ης. 3. 1924 ο Πατριάρχης ανακοινώνει ότι ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης συνεχίζει να ασεβεί προς την Εκκλησία, ν’ απευθύνει με το ταχυδρομείο απειλητικές επιστολές προς τον Πατριάρχη και τους Συνοδικούς Αρχιερείς, στις οποίες απροκάλυπτα μιλά για επικείμενη και πάλι επιδρομή κατά του Πατριαρχείου. Αυτά αναγκάζουν την Εκκλησία να στείλει νέο τ α κ ρ ί ρ ι [3] με το οποίο κατήγγειλε και πάλι το γεγονός και να ζητήσει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των.

Ο «ταραξίας» Ευθύμιος δεν σταμάτησε εδώ. Προσέφυγε στα δικαστήρια και ζήτησε αποζημιώσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αμυνόμενο άρχισε έναν άνισο αγώνα φθοράς. Στις 12.2.1924 ο Ευθύμιος με την ομάδα του καταλαμβάνει τον Ι. Ναό της Παναγίας Καφατιανής στο Γαλατά και μεταφέρει εκεί την έδρα του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Η Αστυνομία αποφεύγει να λάβει θέση διότι Διαταγή της Νομαρχίας αναφέρει: «…Εν τούτοις επειδή τα θρησκευτικά ζητήματα ανήκουσιν εις τους ιδίους, εντέλεσθε όπως, ανακοινώσητε κατηγορηματικώς εις το Ρωμαϊκόν Πατριαρχείον να μη δοθή τόπος εις δημιουργίαν επεισοδίου διαταράττοντος την δημοσίαν τάξιν και μας πληροφορήσητε επειγόντως περί του αποτελέσματος».

Στο μεταξύ ο Ευθύμιος, διαθέτοντας και ιερατείο γύρω του, τον Αρχιμανδρίτη Πανάρετον Τράνταν και τον Διάκονο Κλεώπα Κεσίσογλου, τόλμησε να προχωρήσει σε ανίερη πράξη, «να αυτοχειροτονηθεί» σε Επίσκοπο και προχώρησε σε νέα κατάληψη Ι. Ναού, του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρέμεινε με «σταυρωμένα τα χέρια». Καθήρεσε τους προαναφερομένους κληρικούς (Συνεδρία 1ης Απριλίου 1926) και στη Συνεδρία της 3ης Απριλίου 1926 αποφάσισε να αποστείλει εγκύκλιο προς τον Ιερό Κλήρο και το Ορθόδοξο πλήρωμα της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Επαρχιών «περί του ζητήματος Ευθυμίου Καραχισαρίδη και των συνεπειών της κοινωνίας μετ’ αυτού».

Είναι χαρακτηριστικά δύο αποσπάσματα από την απόφαση της Ι. Συνόδου:

  1. «…Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά! Ο αποστάτης ούτος της Εκκλησίας, αφικόμενος ενταύθα εξ Ανατολής, μυρία όσα απετόλμησε κατά της πνευματικώς εκθρεψάσης και γαλουχησάσης αυτόν Μητρός Εκκλησίας […] αναφέρομεν δε μόνον ότι η Εκκλησία, υπεραμυνομένη των εαυτής δικαιωμάτων […] υπέβαλλεν αυτόν εις την εκκλησιαστικήν ποινήν της καθαιρέσεως, ως παραβάτην των Ιερών Κανόνων..…»
  2. «…συνιστώμεν και προτρεπόμεθα πάντας υμάς πνευματικώς και πατρικώς ίνα ακλινώς εμμείνητε εν τη Θεοπαραδότω πίστη και τη πατρώα ευσεβεία, μηδεμίαν προς τους υπό της Εκκλησίας καθαιρεθέντας έχοντες θρησκευτικήν κοινωνίαν…».

Ο «κακο – Ευθύμης», όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο του ο Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, συνέχισε τις προκλήσεις του με τις «χειροτονίες» των Παναγιώτη Ν. Σταύρου εις ψευδοϊερέα και Γεωργίου Ναΐδη εις ψευδοδιάκονο, τους οποίους η Εκκλησία αφού επέδειξαν μετάνοια, συγχώρησε και δέχθηκε στους κόλπους Της. Οι περιπέτειες, όμως, συνεχίσθηκαν και δέχθηκε ισχυρή δοκιμασία το δικαίωμά της να διαχειρίζεται τα θρησκευτικά ζητήματα όταν προσπάθησε να απαγορεύσει την ταφή του καθηρημένου Πανάρετου Τράντα. Η άρνησή Της βρήκε αντίθετο τον «κακο – Ευθύμη» (χαρακτηρισμός του Μητροπολίτου Μύρων), ο οποίος προσέφυγε στην Αστυνομία και, παρά τις έγγραφες διαμαρτυρίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις αρμόδιες Αρχές, πέτυχε την, διά της βίας, διάρηξη της Πύλης του Κοινοτικού Κοιμητηρίου Βαλουκλή και την ταφή του νεκρού. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης έφερε Επιτραχήλιον και διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές.

Στη συνέχεια τοποθέτησε σταυρό με την επιγραφή «Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τράντας, εκ των ιερέων της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας Σταμπούλ. Γέννηση 1874 – Θάνατος 1931». Οι προκλήσεις του , όμως, συνεχίσθηκαν και με τα συχνά «Τρισάγια» στον τάφο του Π. Τράντα και την – με αίτησή του – υπόδειξη της Αστυνομίας προς τον υπεύθυνο του Κοιμητηρίου όπως η πύλη αυτού να είναι μόνιμα ανοικτή. Όλα αυτά με τη συμπαράσταση του Μουαβίνη (βαθμούχου αστυνόμου) της περιοχής και του Αρχηγού της Χωροφυλακής.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας ’30 έγινε μία προσπάθεια ανανέωσης του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου» με «εισαγωγή» ποιμνίου. Ένας από τους πατέρες του Τουρκικού Εθνικισμού, ο Αμπντουλάχ Σουπχί, όταν έγινε πρέσβης στο Βουκουρέστι το 1931, προσπάθησε να πείσει τους τουρκόφωνους ορθοδόξους της Βεσσαραβίας, τους Γκαγκαούζους, να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Ο γιός του Ευθύμιου Τουργκούτ (Γεώργιος) Ερενερόλ ισχυρίσθηκε αργότερα, ότι ο Σουπχί είχε υποσχεθεί στον πατέρα του να φέρει ένα ποίμνιο 250.000 ατόμων από τους Γκαγκαούζους. Η έναρξη όμως του Πολέμου απέτρεψε την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου και η πλειονότητα των 70 φοιτητών που μετανάστευσαν στην Τουρκία το 1935 ασπάσθηκε το Ισλάμ. (Βλ. Baydar M. «Hamdullah Suphi Tannover ve Anilari» – Istanbul 1998 , σελ.157 – 161) και Balcigil O. «Fener Patrikhanesine karsi bir Ortodoks» – Hurgun, 14 – 19 Οκτωβρίου 1985).

Το έτος 1932 η Εκκλησία παράλαβε, σε άθλια κατάσταση, από τον Ευθύμιο Καραχισαρίδη τον Ι. Ναό του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά, αλλά όχι και τα προσοδοφόρα εξαρτήματα και κτίσματα αυτού. Για την απόκτησή των άνοιξε νέος κύκλος δικαστικών προσφυγών με όλες τις συνέπειες και τις φθορές τις οποίες συνεπάγονται αυτές.

Κατά τη δεκαετία του 1930, και μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση, ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης χάνει σιγά-σιγά την ελευθερία δράσης που είχε αμέσως μετά τη «Μικρασιατική Καταστροφή». Κατά τη δεκαετία αυτή συνεχίζει τη δράση του και πρωτοστατεί στην ίδρυση του «Κοσμικού Οργανισμού των Χριστιανών Τούρκων». Ο Οργανισμός αυτός ιδρύθηκε το 1935 από Αρμένιους και Ρωμηούς , κυρίως «Ευθυμικούς», με σκοπό τον εκτουρκισμό και την πλήρη ενσωμάτωση των μειονοτικών Κοινοτήτων στην Τουρκική κοινωνία.

Το 1949, μετά την εκλογή και άφιξη του Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο Ευθύμ στέλνει στο νέο Πατριάρχη συγχαρητήριο μήνυμα και ανακοινώνει ότι θα τον αναγνωρίζει ως εκκλησιαστική αρχή.

Μέσα στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν εντωμεταξύ και, μέσα στο πλαίσιο των βελτιωμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Ευθύμ έχασε κάθε ελπίδα για διεκδικήσει οτιδήποτε σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, λόγω του Κυπριακού, ήλθε πάλι στο προσκήνιο ο Ευθύμ και ξεκίνησε μία εθνικιστική καμπάνια που είχε στόχο το Πατριαρχείο και την κοινότητα των Ρωμηών και η οποία κατέληξε στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα γνωστά ως «Σεπτεμβριανά». Σε αυτή τη συγκυρία ο Ευθύμ στηρίζεται και πάλι από τον τύπο και τις εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες τον παρουσιάζουν …εμπειρογνώμονα στα εκκλησιαστικά ζητήματα!

Η μετά τα «Σεπτεμβριανά» νέα βελτίωση των σχέσεων Ελλάδος – Τουρκίας περιθωριοποίησαν τους «Ευθυμικούς» και την «Εκκλησία» τους. Τον Αύγουστο 1959, στην Έκθεση που ετοίμασαν οι διπλωμάτες Δημ. Μπίτσιος και Ζεκί Κουνεράλπ για τα προβλήματα των μειονοτήτων των δύο χωρών, καταλήγουν ότι θα έπρεπε ο Ευθύμ να εγκαταλείψει και τον τελευταίο Ναό που κατέχει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο να του παρέχει ένα μισθό διά βίου.

Η υγεία του Ευθύμ είχε κλονισθεί, πλέον. Έτσι, αναγκάσθηκε να παραδώσει τη διαδοχή στον γιό του Τουργκούτ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Β’». Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης πέθανε το έτος 1968. Το Πατριαρχείο αρνήθηκε, στην αρχή, να γίνει η ταφή του στο Κοιμητήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Πόλης (Σισλί) . Έπειτα όμως από πολλές πιέσεις των Αρχών, το Πατριαρχείο δέχθηκε να γίνει αυτή.

Εν τω μεταξύ, μετά την αναβίωση του Κυπριακού το 1963, μία νέα επίθεση εκδηλώθηκε από τους «Ευθυμικούς» το 1965, όταν κατέλαβαν δύο Ναούς της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως στο Γαλατά, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και τον Άγιο Νικόλαο.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Το έτος 1991, μετά τον θάνατο του Τουργκούτ, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σελτζούκ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Γ’». Ο τελευταίος πέθανε το 2002 και τότε ο «πατριαρχικός θρόνος» της «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» περιήλθε στον γιό του Pasa Umit Erenerol με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Δ’». Ο τελευταίος διαμένει στην Αμερική και τα διοικητικά καθήκοντα έχει αναλάβει η αδελφή του, κόρη του Σελτζούκ, γνωστή από την υπόθεση ERGENECON, Σεβγκί Ερενερόλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι, η «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» καταλήγει να είναι, ουσιαστικά, οικογενειακή υπόθεση ιδιοποίησης, ξένης προς αυτήν, περιουσίας. Εκείνο που είναι πασιφανές είναι η τήρηση – «εις το ακέραιον» – των οδηγιών του Μουσταφά Κεμάλ για την «δια βίου» προστασία του Ευθύμ και της οικογένειάς του. Η εκτίμηση που είχε ο Μουσταφά Κεμάλ προς τον Baba Eftim είναι διατυπωμένη σε μία φράση του, η οποία αποτελεί και το επίγραμμα στο τάφο του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί : «Baba Eftim bu memlekete bir ordu kadar hizmet etmistir = Ο παπά-Ευθύμ έχει προσφέρει στη χώρα μας όσο ένας στρατός».

 

Επίλογος

 

Το μεγάλο αυτό ζήτημα, το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», για πολλές δεκαετίες έμεινε στο περιθώριο της Ιστορίας και απασχολούσε σποραδικά τον Τύπο με τα γεγονότα της ζωής της οικογένειας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη. Η έρευνα γύρω από αυτό το ζήτημα άρχισε με την επανεμφάνιση του προαναφερομένου κατά την δεκαετία ’60, όταν αρχίζουν οι ελληνοτουρκικές προστριβές με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο. Σήμερα σημαντικοί ερευνητές, λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλεί και στη σύγχρονη εποχή, μελετούν σε βάθος την υπόθεση αυτή που δημιούργησε πολλά προβλήματα, για σειρά ετών, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», η απόπειρα δηλαδή δημιουργίας μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» μέσα στα όρια της επικράτειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ταλαιπώρησε και εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ευχή όλων είναι να δικαιωθεί η Μητέρα Εκκλησία με την επιστροφή των τριών Ιερών Ναών της Κοινότητας Γαλατά, τους οποίους κατακρατούν τα απομεινάρια της ανταρσίας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη και να κλείσει οριστικά η μελανή αυτή σελίδα στη σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Κλείνοντας αυτό το χρονικό για το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και την απόπειρα του πρωταγωνιστή του να ιδρύσει «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» στην Τουρκία, καταφεύγουμε σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσοστόμου, με το οποίο ο συγγραφεύς δίνει την εικόνα της τραγικής θέσης του Πατριαρχείου – διαχρονικά – μέσα στο Τουρκικό Κράτος :

«… Έτσι λοιπόν έχουν ή μάλλον είχαν τα πράγματα του Πατριαρχείου μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και σε σένα αναγνώστη απομένει να βάλεις το χέρι στην καρδιά σου και να διερωτηθείς εάν είναι ή όχι Εσταυρωμένη Εκκλησία».

 

Υποσημειώσεις


[1] εννοεί: τους Βενιζελικούς.

[2] Εκπρόσωπος της Εκκλησίας στις κοσμικές αρχές.

[3] takrir:υπόμνημα

 

Πηγές


 

  • Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου (Καλαϊτζή): «Ο διαβόητος παπά – Ευθύμ και τα κατ΄αυτόν», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μύρων και εκδ. «ΙΣΤΟΣ», Πόλη 2013.
  • Δημ. Μαυροπούλου : «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ – Το Οικουμενικον Πατριαρχείον από 1878-1949», Εν Αθήναις, 1960.
  • Αλεξ. Αλεξανδρή: « Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμ.4ος 1983, σελ.159 – 199.
  •  Φώτη Μπελίνσοϊ: «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο» 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.

 

Χρήστος Ι. Δρούγκας

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος ή η εμμενής νεότητα



Μνήμη Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου,

του Βασίλη Κ. Δωροβίνη,

από το «Ελεύθερο Βήμα»

της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Πριν μερικές μέρες αποχαιρετίσαμε οριστικά, για το μεγάλο ταξίδι του, τον φιλόσοφο, καθηγητή και ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, με τον οποίο με συνέδεε μακρά φιλία, πάνω από σαράντα ετών. Σύμπασα η Ελλάδα, όπως φάνηκε από όλα τα μέσα ενημέρωσης, κάθε παράταξης και πολιτικής κατεύθυνσης, τίμησε τον τεθνεώτα με εκτεταμένα άρθρα, εκπομπές και αναφορές, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Αυτή η ανταπόκριση και αντίδραση αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, ιδιαίτερα σε μία χώρα όπου πάθη, συμπάθειες και αντιπάθειες υπερτερούν όταν πρόκειται να αποτιμηθεί η ζωή και η προσφορά πνευματικών ανθρώπων, που όμως θέλησαν να έχουν συνεχή και ενεργητική συμμετοχή στα κοινά.

Για όσους θέλησαν να μάθουν ποιός ήταν ο Δεσποτόπουλος άφθονες υπήρξαν οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν αυτόν τον καιρό. Γι αυτό και στο σημείωμα που συντάσσω προτιμώ να ακούσω και να μεταφέρω τη «μέσα φωνή μου» για τον άνδρα, δηλαδή και τελικά ό,τι καταστάλαξε στον εσωτερικό κόσμο μου γι αυτόν. Και να δημοσιεύσω μαζί με αυτό μία φωτογραφία που γνωστοποιήθηκε μια και μοναδική φορά μέχρι σήμερα, σε αυτοβιογραφική εκπομπή στην τηλεόραση, πριν πολλά χρόνια, από τον ίδιο. Ήταν στις αρχές του χειμώνα του 1968, όταν με χιόνια, μια μικρή ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών με τον Δεσποτόπουλο, περπατούσαμε στο πάρκο της διεθνούς Πανεπιστημιούπολης του Παρισιού. Στη λεζάντα της φωτογραφίας αναφέρονται τα ονόματά τους. Από αυτούς έφυγαν πρόωρα ο Βασίλης Κεραμίδας και η Γιούλη Σπαντιδάκη. Από τους υπόλοιπους, η Λίντα Παπαγαλάνη, ο Κώστας Σπαντιδάκης και εγώ συνδεθήκαμε από τότε με αδελφική φιλία, μια φιλία που μας συνέδεε και με τον Δεσποτόπουλο, αδιάλειπτα μέχρι το θάνατό του.

 

Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κεραμίδας, Ντόρα Μαμαρέλη, Κωνστ. Δεσποτόπουλος, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Λίντα Παπαγαλάνη, Βασίλης Δωροβίνης, Μάχη Βαΐτση. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κεραμίδας, Ντόρα Μαμαρέλη, Κωνστ. Δεσποτόπουλος, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, Λίντα Παπαγαλάνη, Βασίλης Δωροβίνης, Μάχη Βαΐτση. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

 

Ο Δεσποτόπουλος είχε εκπατρισθεί αμέσως μετά το πραξικόπημα της Χούντας, ώστε να αποφύγει μια δεύτερη (και βέβαιη) Μακρόνησο. Έφτασα στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 1967 και ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που γνώρισα. Αυτός στο Ελληνικό Περίπτερο και εγώ στο Ιταλικό, όπως είχα ζητήσει στον αλησμόνητο Κ. Γεωργούλη, διευθυντή του Ελληνικού, από τον οποίο περνούσαν οι εισδοχές των Ελλήνων φοιτητών στην Πανεπιστημιούπολη. Υπήρξαμε από τους «τακτικούς» ακροατές του καθηγητή, για να διαπιστώσουμε καταρχήν το ήθος και την ακεραιότητά του, ιδιότητες ιδιαίτερα πολύτιμες στη χώρα μας μετά τον τυφώνα του υπέρ καταναλωτισμού, της διαφθοράς και του αμοραλισμού, που ζήσαμε και κατά ένα μέρος εξακολουθούμε να ζούμε και στις μέρες μας.

Ήταν εντυπωσιακή, και παρέμεινε μέχρι και τα 103 χρόνια του, η μνήμη του: είχε αποστηθίσει και ανέφερε εκτεταμένα χωρία αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ιδίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αλλά και λογοτεχνών της νεότερης Γραμματείας μας, ενώ δεινός ήταν και με την απαγγελία χωρίων από τη Γερμανική Γραμματεία, όπως του Γκαίτε και του Φίχτε. Τούτο δεν εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας οξύτατης κρίσης, τόσο στον χώρο της φιλοσοφίας, όπως και σε εκείνον ευρύτερα των κοινωνικών επιστημών, της πολιτικής και της νομικής.

Πολύ νωρίς και πριν την αποδημία του στο Παρίσι, έδειξε και το μέτρο της πρωτοποριακής κρίσης του, μάλιστα σε τρία καίρια και καυτά θέματα, όπου διατύπωσε ριζικές προτάσεις (και ριζοσπαστικές, σε σχέση με τα κρατούντα). Πρόκειται για τις προτάσεις του, τεκμηριωμένες νομικά και αρδευόμενες από ένα πνεύμα βαθύτατου ανθρωπισμού, για την κατάργηση της θανατικής ποινής, για την κατάργηση της υποχρεωτικής ορκοδοσίας στα δικαστήρια και για ένα σύστημα επωνύμων, που θα έθετε σε ίση μοίρα τον προσδιορισμό αρρενογονίας και θηλυγονίας.

Για την κατάργηση της θανατικής ποινής χρειάστηκαν σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το σχετικό άρθρο του Δεσποτόπουλου (έγινε με τον νόμο 2172 του 1993, με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Γ. Α. Μαγκάκη, και το 2004, με τον νόμο 3289, που επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτόκολλο για την κατάργησή της «σε όλες τις περιστάσεις»). Θυμάμαι ότι ο Δεσποτόπουλος μου τηλεφώνησε το 1981, όταν είχα δημοσιεύσει στο «Νομικό Βήμα» μελέτη για την εισαγωγή της θανατικής ποινής και την εφαρμογή της στη νεότερη Ελλάδα- επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πόσο η ελληνική κοινωνία είχε αποδοκιμάσει την εφαρμογή της-, για να μου πει ότι συνέβαλα στην κίνηση και τον αγώνα για την κατάργηση της ποινής αυτής.

Η κατάργηση της υποχρεωτικής ορκοδοσίας έγινε σε πολύ πρόσφατο χρόνο ενώ το σύστημα επωνύμων, παρά το ότι σχετικό άρθρο του Δεσποτόπουλου δημοσιεύθηκε και στη γαλλική Επιθεώρηση Αστικού Δικαίου και συγκέντρωσε πολύ ευνοϊκές κριτικές, παρέμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, ίσως διότι θεωρήθηκε (κακώς) πολύπλοκο και, πάντως, εκτός κρατουσών συνηθειών.

Ο Δεσποτόπουλος έδωσε το μέτρο της διεισδυτικότητάς του ιδίως στον τομέα της Φιλοσοφίας του Δικαίου και στην ανάλυση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην πολιτική φιλοσοφία του πρώτου και ανατρέποντας την κρατούσα γνώμη για την «αντιδραστικότητά του» – πράγμα που τον έφερε μέχρι τέλους σε αντίθεση με τον κατά τα άλλα πολύ φίλο του Καστοριάδη.

Πάνω απ’ όλα κρατώ τη διόλου εύκολη στάση του, μάλιστα στις εποχές όπου έζησε, να μείνει νηφάλιος συμμέτοχος στην πολιτική ζωή δίχως, όμως, να ενταχθεί σε κομματικές παρατάξεις, αποτιμώντας τους πολιτικούς κυρίως ως προς ό,τι θετικό είχε παρουσιάσει ο καθένας και μη διστάζοντας να υπογραμμίσει τη συμβολή ανθρώπων που ακόμα μέχρι και σήμερα έχουν βρεθεί στο περιθώριο (όπως ο Γ. Καρτάλης). Αυτή ίσως η τάση του τον ώθησε σε ριζικές (ανα)θεωρήσεις κάποιων πολιτικών που η κατά το μάλλον ή ήττον ψύχραιμη και «αντικειμενική» ιστοριογραφία έχει κατατάξει σε σωστή θέση (όπως τον Ιω. Μεταξά και τον Παν. Κανελλόπουλο).

Η ίδια αυτή τάση του, όμως, τον χαρακτήριζε και στις προσωπικές σχέσεις και φιλίες του. Διέβλεπε ό,τι πιο θετικό είχε καθένας, εκεί «εστίαζε», πάνω εκεί συμβούλευε και   ενθάρρυνε, με άπειρη καλοσύνη και ενδιαφέρον. Αυτό ακριβώς δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, όπως και κάτι άλλο, που «χρωμάτιζε» την όλη συμπεριφορά του. Πρόκειται για αυτό που ονομάζω «εμμενή νεότητα», μια φρεσκάδα της σκέψης, μια ικανότητα να καταδύεται ακόμα και στα πιο «δύσκολα» κείμενα της αρχαίας Γραμματείας, στα απώτερα γεγονότα της ιστορίας, και με διαύγεια και μαχητικότητα να αναλύει και να επιχειρηματολογεί. Αυτό το κράτησε μέχρι τέλους, μέχρι και τη σύνταξη των τελευταίων, πριν το θάνατο, μελετών του.

Η παρουσία του Δεσποτόπουλου, το παράδειγμά του, η οντότητά του θα είναι για τους φίλους του ένα ζωντανό κεφάλαιο της δικής τους ζωής. Θέλω να πιστεύω ότι και για τη χώρα μας θα έχει την ίδια αξία και μάλιστα σε ένα ευρύτερο, όσο κι αν παρουσιάζεται σήμερα προβληματικό, ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου η πνευματική διαδρομή του Δεσποτόπουλου άνετα ανελίχθηκε.

Για τα βιογραφικά του Δεσποτόπουλου οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μπορούν να συμβουλευθούν τους τρεις τόμους, σχεδόν σε σχήμα τσέπης, των δικών του «Αναπολήσεων», στις εκδόσεις Παπαζήση (Α’ τόμος, εκδ. 2005, περίοδος μέχρι το 1940, Β’ τόμος 1940-1960, εκδ. 2006, Γ’ τόμος 1961-2013, εκδ. 2013).

Ο Δεσποτόπουλος έφυγε την παραμονή των 103 γενεθλίων του, στον ύπνο του.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα 17.2. 2016

Read Full Post »

Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή το αφιέρωμα μνήμης* στον μεγάλο Γάλλο Ελληνιστή Jacques Lacarièrre, το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:

«Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα».

Η Ελλάδα του είναι μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Είναι η πατρίδα μιας γλώσσας αιώνιας, των αρχαίων φιλοσόφων, των βυζαντινών μυστικιστών και των περιπλανώμενων ναυτικών. Μια γλώσσα που άνοιξε τις πόρτες της ζωής, της περιπέτειας, της γνώσης και του θανάτου, εκείνη που έδωσε στους ανθρώπους ένα οικουμενικό λεξιλόγιο ώστε να μιλήσουν για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

                                                                                        Daniel Rondeau [1]

Όταν ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης Φεντερίκο Φελλίνι στην κινηματογραφική του ταινία «Και το πλοίο φεύγει» (E la nave va), παρουσιάζει ένα ειδικά οργανωμένο ταξίδι στο Αιγαίο με σκοπό το διασκορπισμό της τέφρας μιας μεγάλης ελληνίδας αοιδού (ντίβας), ίσως πέρα από την δυναμική του συμβολισμού να μη σκεπτόταν πως κάποτε η ίδια σκηνή θα επαναλαμβανόταν πραγματικά στα ίδια γαλάζια νερά. Να ακολούθησε άραγε το σενάριο αυτό ο Ζακ Λακαριέρ, ώστε να ζητήσει να διασκορπιστεί η τέφρα του στα ελληνικά νερά διατηρώντας αιώνια το δεσμό του με την Ελλάδα;

 

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ο Λακαριέρ, ο πιο Έλληνας από τους Γάλλους συγγραφείς, «εραστής των ελληνικών γραμμάτων» [2] και του πνεύματος, της αρχαίας Ελλάδας αλλά και της σύγχρονης, πέθανε σε ηλικία 79 ετών, σε νοσοκομείο του Παρισιού το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2005. Η Ελλάδα φαίνεται να έχασε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της, όμως η τελευταία του επιθυμία της αποτέφρωσης και του διασκορπισμού της τέφρας του στην ελληνική θάλασσα, κάλυψε το κενό της σωματικής απουσίας : ο Ζακ Λακαριέρ θα παραμείνει για πάντα στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στη Γαλλία, στη Λιμόζ (Limoges), στις 2 Δεκεμβρίου 1925. Ένα ταλαντούχο όσο και ανήσυχο πνεύμα, έσπρωχνε τον άνθρωπο σε μια διαρκή κίνηση, σε συστηματική αλλαγή θέσης, στην απόλυτη γνωριμία με τα αντικείμενα και τους ανθρώπους που αγάπησε, το μυστικισμό της Ανατολής, την ελληνική σκέψη, τα τοπία, την ποίηση και την καθημερινότητα. «Ο δρόμος προς τη γνώση είναι το ίδιο σημαντικός όσο και η ίδια η γνώση» [3], επαναλάμβανε πάντα ο συγγραφέας και με αυτή την πεποίθηση πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή. Περνάει τα παιδικά του χρόνια στην Ορλεάνη και αρχίζει τις σπουδές του στη Νομική την οποία εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στις κλασσικές φιλολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι. Ταυτόχρονα μαθαίνει ελληνικά και ανατολικές γλώσσες (κυρίως hindi) στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών. Ανακαλύπτει τη δημοσιογραφία στην οποία αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής του δύναμης ασκούμενος σε διάφορες μορφές της (χρονικογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, κτλ) και συνεργάζεται από το 1953 με μεγάλα γαλλικά έντυπα όπως οι ημερήσιες Combat, Le Monde, Le Matin, τα εβδομαδιαία περιοδικά L’Express, le Nouvel Observateur και τα μηνιαία Realite, Geo, le Magazine Litteraire, Caravane, κ.α.

Το ταλαντούχο πνεύμα του εκφράζεται σε περισσότερα από 40 έργα : από κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων σε λογοτεχνικά και από συλλογές έργων τέχνης και φωτογραφίας σε σημαντικές μεταφράσεις ιδιαίτερα Ελλήνων συγγραφέων. Με το βιβλίο του «Κάνοντας Δρόμο: χίλια χιλιόμετρα διασχίζοντας με τα πόδια τη Γαλλία», θα καθιερωθεί ως ένας από τους καλύτερους περιηγητές και εξαίρετος περιπατητής. Όμως δεν θα αρκεστεί σ’ αυτό! Θα γίνει και δεινός περιηγητής στους δρόμους του πνεύματος! Ο Ζακ Λακαριέρ θα βραβευτεί για το έργο του από τη Γαλλική Ακαδημία το 1991 και με το Βραβείο Λογοτεχνίας «Πρίγκιπας Πέτρος του Monaco» το 1995.

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ένας ατελείωτος έρωτας για την Ελλάδα

 

Η αγάπη του για την Ελλάδα αρχίζει ήδη από το Λύκειο της Ορλεάνης στο οποίο φοιτά επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, τη μυθολογία και την ιστορία. Όταν το 1947, ως μέλος της φοιτητικής θεατρικής ομάδας της Σορβόννης, φτάνει στην Επίδαυρο εκστασιάζεται μπροστά στο θέαμα του Αρχαίου Θεάτρου και η αγάπη του για την Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό έρωτα. Το 1952 φτάνει στην Ελλάδα και διαμένει μέχρι το 1966 κάνοντας πράξη το όνειρό του να γνωρίσει το πνεύμα, την ιστορία, την καθημερινότητα του Έλληνα. Η εμπειρία και οι γνώσεις που θα αποκτήσει θα τον οδηγήσουν στη συγγραφή και έκδοση του «Ελληνικού καλοκαιριού», το 1976, ένα βιβλίο που θα τον αναδείξει παγκοσμίως, θα συσφίξει ακόμα περισσότερο τη σχέση του με την Ελλάδα και θα μεταφέρει τα πρόσωπά της σε χιλιάδες αναγνώστες. «Ακόμα και σήμερα» γράφει ο Olivier Delcroix, «το σημαντικό αυτό έργο παραμένει σίγουρα το πιο αληθινό και το πιο εκπληκτικό πορτρέτο που μπορεί να δοθεί για την Ελλάδα μιας καθημερινότητας τεσσάρων χιλιάδων χρόνων».

«Σούρουπο στις Μυκήνες. Καρδιά ενός τοπίου ξερού προς το βοριά, που γλυκαίνει όμως προς το νότο και τον κόλπο του Άργους, σε σημείο να φαίνονται συστάδες πράσινες πριν από τη θάλασσα: στη μέση της χρυσωμένης γαλήνης της πεδιάδας, τις σειρές των καλλιεργειών, της υπομονετικιάς εργασίας που μαντεύεις στα γύρω για να σχηματιστούνε ταράτσες κι αυλάκια, η ακρόπολη αποκαλύπτεται σαν ένας προκατακλυσμιαίος βράχος, ένας πρωτόγονος μονόλιθος απομονωμένος μέσα στην ελληνική μνήμη. Μοναδική κηλίδα χρώματος πάνω στον έντονο γκρίζο βράχο μικρά κυκλάμινα στραμμένα στον ήλιο». (Το Ελληνικό καλοκαίρι, σ. 142)

Ο Λακαριέρ καλλιεργεί όλο και περισσότερο τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα. Θα είναι ο πρώτος που θα μεταφράσει έργα των Βασιλικού, Ταχτσή, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Φραγκιά, Πρεβελάκη και πολλών άλλων για να τα κάνει γνωστά στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Γαλλίας. Ο ίδιος δεν διαχωρίζει τη γνώση από την καθημερινότητα, την παιδεία από τις ανθρώπινες σχέσεις, την έμπνευση από το βουητό του κόσμου. Το ένα συνδέεται με το άλλο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Γράφει ο ίδιος για τη σχέση αυτή :

«Όλα τα χρόνια ανάμεσα στο 1957 και το 1963 ήταν χρόνια όπου θεμελίωνα τις ελληνικές φιλίες μου. Καθώς μιλούσα τη γλώσσα, καθώς μετέφραζα και ενεργούσα για την έκδοση στη γαλλική γλώσσα των έργων που αγαπούσα ή με ενδιέφεραν, ζούσα μια ζωή όπου δουλειά και απόλαυση είχαν γίνει συνώνυμα. Συνήθως διάλεγα για να μεταφράζω ή να δουλεύω τα καφενεία στις κάτω γειτονιές της Αθήνας, μακριά απ’ το κέντρο, προς το Θησείο ή το Μοναστηράκι. Δούλευα, εκεί, μέσα στη σπαρταριστή κίνηση της αγοράς, στις φωνές του δρόμου, στις κουβέντες των καφενείων, και όλα αυτά σταλάζανε μέσα μου μια καθημερινή, αδελφική μου Ελλάδα. (…) Στο διάστημα αυτών των χρόνων συνάντησα πολλούς συγγραφείς, πολλούς ποιητές των οποίων μετέφρασα το έργο. Και λίγο-λίγο μυόμουν στη γλώσσα, στη λογοτεχνική έκφραση της Ελλάδας, σ’ αυτή τη γλώσσα μάρτυρα της ελληνικής πραγματικότητας και της ελληνικής ταυτότητας». (Το ελληνικό καλοκαίρι, σ.297)

Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Είναι τόσο σκληρός ο αποχωρισμός από τη χώρα που αγαπάει ώστε να γραφτεί πως ο Λακαριέρ «εξορίστηκε στη Γαλλία» [4].

Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια νέα γόνιμη περίοδο για τα ελληνικά γράμματα. Ο συγγραφέας που είχε αποφασίσει να μη γράψει τίποτα πλέον για την Ελλάδα, δεν μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του. Οι γνωστικοί (1975), Οι Ένθεοι (1977), Ο Ηνίοχος (1982), Συγγραφική πορεία : Από το ημερολόγιο ενός φιλέλληνα (1992), Με τα φτερά του Ικάρου (1995), Τα παιδικά χρόνια του Ικάρου και άλλα ποιήματα (1997), για να σημειώσουμε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του.

Το 2001 ένα «περίεργο» Λεξικό τυπώνεται και κυκλοφορεί : «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» (ελληνική έκδοση 2002) (Dictionnaire amoureux de la Grece). Σε συνέντευξη που παραχωρεί στο γαλλικό περιοδικό «Lire», ο Ζακ Λακαριέρ θα πει πως πρόκειται «για ένα μεγάλο γράμμα αγάπης για την Ελλάδα» [5]. Ο Β. Βασιλικός θα γράψει πως «σαράντα χρόνια μετά το Ελληνικό Καλοκαίρι, έχουμε τώρα το Λεξικό, που κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσιάζει σε σύντομα περιεκτικά κείμενα, τις «αγάπες» του Λακαριέρ για τη χώρα μας… Στο δύσπιστο ξένο, που αναρωτιέται συχνά τι σχέση έχει η αρχαία με τη νέα Ελλάδα, στις άδικες περιγραφές των περιηγητών του 19ου αιώνα που τόνιζαν αυτό το χάσμα, ο Λακαριέρ έρχεται να δώσει τη δική του ερμηνεία, με τον πιο έξυπνο τρόπο, πως τέτοιο χάσμα δεν υπήρξε ποτέ» [6].

Το 2003 θα παρουσιάσει τέλος, ακόμα ένα ταξίδι στη ματωμένη Κύπρο. Στο «Λευκωσία : η νεκρή ζώνη» παρά τη συγκινησιακή φόρτιση, ο Λακαριέρ θα μεταφέρει μια εικόνα του διαμελισμού της πόλης και του νησιού, απόλυτα αντικειμενική.

Ο θάνατος ενός μεγάλου ανθρώπου των γραμμάτων και φιλέλληνα αποτελεί μια οδυνηρή απώλεια για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Όμως, ο Ζακ Λακαριέρ θέλησε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα. Την τέφρα του αγκάλιασαν τα ελληνικά νερά όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ίσως το μεγαλύτερο ευχαριστώ που θα μπορούσε να πει κανείς να είναι η υπενθύμιση σε όλους μας των λόγων του για την ελληνική γλώσσα, όταν στην ερώτηση «Ο δρόμος για τα ελληνικά, είναι λοιπόν ακόμα προσβάσιμος;» [7], ο Ζακ Λακαριέρ απάντησε :

«Ναι, αλλά δεν τον διευκολύνουν πλέον. Το να μαθαίνεις ελληνικά πριν τον πόλεμο, ήταν πολύ απλό, περίπου ένας μαθητής στους δυο μάθαινε αφού δεν υπήρχαν παρά δυο προσανατολισμοί. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο, ο πατέρας μου ήταν λογιστής και η μητέρα μου μοδίστρα. Το ότι έμαθα ελληνικά και λατινικά είναι θαύμα, αλλά την εποχή εκείνη ήταν ακόμα δυνατό: εάν ένας μαθητής αγαπούσε τα γράμματα, μπορούσε να τα μάθει, πράγμα που προϋπόθετε τη γνώση ελληνικών και λατινικών. Στην εποχή μας ούτε η κοινωνία, ούτε και οι οικογένειες δε διευκολύνουν αυτό τον προσανατολισμό, γι’ αυτό θα πρέπει να αγωνιστείς. Εξακολουθώ δε να πιστεύω πως οι δυο πυλώνες της δημιουργίας της προσωπικότητας στο επίπεδο της κατανόησης του Κόσμου είναι τα μαθηματικά και τα αρχαία ελληνικά τα οποία, αντίθετα με ότι πιστεύουμε, είναι απολύτως αδιαχώριστα. (…) Στις μέρες μας, είναι σαφές πως η ελληνική γλώσσα διδάσκεται : αλλά εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, είναι να γνωρίζουμε ποια θα είναι η θέση που της επιφυλάσσουμε και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως θα πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτό».

 

Γεώργιος Κόνδης

 

* Αφιέρωμα μνήμης στη ζωή και το έργο του μεγάλου Γάλλου ελληνιστή Jacques Lacarriere, οργανώνει και θα πραγματοποιήσει ο δήμος Ναυπλιέων και ο Δημοτικός Οργανισμός Πολιτισμού το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου, στις 7:30 το βράδυ στην αίθουσα του Βουλευτικό, στο Ναύπλιο.

Την παρουσίαση της εκδήλωσης θα κάνει ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ θα ακολουθήσει μουσικό αφιέρωμα με την Τυνήσια τραγουδίστρια Lamia Bedioui και τη συνοδεία της Caroline Page στο πιάνο και του Γιώργου Θεοδωράκου στο κοντραμπάσο.

Θα παρουσιαστούν μια σειρά από γνωστά κι αγαπημένα Γαλλικά τραγούδια της Edith Piaf, του Charles Aznavour, του Georges Brassens, του Jacques Brel, της Mistinguett του Enrico Ma, που θα ταξιδέψουν το κοινό σε μια άλλη νοσταλγική εποχή στο Παρίσι, την περίοδο 1930 – 1960.

Υποσημειώσεις


1 « Le pays des buveurs d’Histoire », Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό L’ Express (Livres), 21 Σεπτεμβρίου 2005.

2 Τίνα Βαλαούρα , «Έφυγε ο φιλέλληνας Ζακ Λακαριέρ», Αφιέρωμα στην ΕΡΤ, 20 Σεπτεμβρίου 2005.

3 Olivier Delcroix, «Jacques Lacarriere, a ciel ouvert», εφημερίδα Le Figaro, Culture et Spectacles, 19 Σεπτεμβρίου 2005.

4 Renaud Donnedieu de Vabres, Hommage a Jacques Lacarriere, 19 Σεπτεμβρίου 2005 : «Exile en France, ce marathonien semble apprecier son pays en patrie neuve et a la marche ».

5 Alexie Lorca, Questions a…Jacques Lacarriere, Ιούνιος 2001.

6 «Λεξικό αγάπης», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 17 Απριλίου 2001.

7 Συνέντευξη στους Francois CRIQUI και Marc PAQUIEN. στο “Idees”, Μάιος 1999.

Read Full Post »

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μελέτη της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44»

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 – 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Διευθυντής της β΄ Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά…πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα…μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή…οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; – δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών… Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας… “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες… “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” … “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” … Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία…ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής…».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!

Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται…τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Read Full Post »

Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα: «Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση»

 

Οι Καλικάντζαροι, τα εύθυμα και άτακτα δαιμόνια, που αφήνουν για λίγο την κατοικία τους στα έγκατα της γης και ανεβαίνουν στην επιφάνειά της, για να πειράξουν τους ανθρώπους, εμφανίζονται το Δωδεκαήμερο. Το Δωδεκαήμερο, λαογραφικός όρος που τον χρησιμοποιούν οι Έλληνες από τα βυζαντινά χρόνια, αρχίζει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων και τελειώνει την παραμονή των Θεοφανίων. Είναι μια συνεχής αλυσιδωτή γιορτή, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από θρησκευτική κατάνυξη και πολλά έθιμα. Τις μέρες αυτές, τοποθετημένες μέσα στη καρδιά του χειμώνα, το σπίτι με τα βρασμένα καινούργια κρασιά, τις φρέσκες ρακές, το μπόλικο χοιρινό κρέας και τις μεγάλες φωτιές στο τζάκι, γινόταν μια αληθινή ζεστή φωλιά, που γεννούσε διάθεση για χαρά, τραγούδι, χορό και γλέντι. Θεωρείται όμως και επικίνδυνη περίοδος, επειδή τις νύχτες, που είναι και οι μεγαλύτερες του έτους, κυκλοφορούν στους δρόμους και στα χαλάσματα κάθε νύχτα οι τρομεροί Καλικάντζαροι και πειράζουν τους ανθρώπους, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους, για να κάθονται ήσυχα. Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Θεοφάνεια. Αλλά τι είναι οι Καλικάντζαροι;

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Η φαντασία του λαού οργιάζει γι αυτά τα δημοφιλή όντα της λαϊκής παράδοσης. Ο λαός πίστευε ότι είναι δαιμόνια και έρχονται από τα έγκατα της Γης. Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό. Κάπου πρέπει να στηρίζεται. Και το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι και αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που κρατά στη θέση της τη Γη, γιατί θέλουν να τη δουν να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν. Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι κάτω από τη γη πελεκούν προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Ο κορμός του όμως είναι πολύ χοντρός και χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει λίγο ακόμα, αλλά πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν, γεννιέται ο Χριστός, έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε «αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του». Ανεβαίνουν, λοιπόν, πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από μυριάδες τρύπες που βρίσκονται στο έδαφός της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από μυρμηγκοφωλιές και άλλες μικροσκοπικές τρύπες της Γης! Έρχονται σε κάθε χωριό και μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής. Στο διάστημα αυτό όμως το δέντρο ξαναγίνεται, κλείνει τις πληγές που του προκάλεσαν όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι! Τα Θεοφάνεια που γυρίζουν και βλέπουν το δέντρο ακέραιο να έχει βγάλει νέους βλαστούς, τα δαιμόνια μανιάζουν και αρχίζουν πάλι να το κόβουν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, που βγαίνουν ξανά στη γη και αρχίζουν πάλι να ξεσπάνε στους ανθρώπους.

 

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

 

Ο λαός φαντάζεται αυτά τα περίεργα δαιμονικά να μοιάζουν με τους ανθρώπους, αλλά με διάφορες μορφές κατά περιοχή και με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις πάνω τους. Είναι κακομούτσουνοι και σιχαμένοι. Καθένας τους έχει και από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλος στραβοχέρης, στραβομούρης με καμπούρα ή ουρά. Οι περιγραφές για τους καλικάντζαρους δεν συμπίπτουν απόλυτα. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι όντα λιπόσαρκα και κατάμαυρα με μαλλιά ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου και πόδια τράγου, με χέρια σαν της μαϊμούς, με τριχωτό όλο τους το σώμα, φορούν σιδεροπάπουτσα και είναι πολύ κουτοί. Άλλοι τους φαντάζονται νάνους, άλλοι ψηλούς και μαυριδερούς με τρίχες σε όλο τους το σώμα, χέρια και νύχια πίθηκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι, άλλοτε γυμνούς και άλλοτε ρακένδυτους με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια σιδερένια ή με τσαρούχια. Όλοι όμως συμφωνούν ότι είναι όντα διχόγνωμα και φιλόνικα, δε βοηθά ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά, όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό είναι αναποτελεσματικοί και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η επιθυμία τους. Όσο και αν διαφωνεί, όμως, ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα, στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.

Η λέξη «καλικάντζαρος» είναι σύνθετη (καλός + κάνθαρος, που σημαίνει σκαθάρι) και σύμφωνα με μια θεωρία οι καλικάντζαροι προήλθαν από τους κανθάρους. Τα σκαθάρια ήταν κολεόπτερα βλαπτικά για τους αγρούς και τα αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Βέβαια, οι καλικάντζαροι κάθε άλλο παρά καλοί ήταν. Ίσως το όνομά τους ήταν ένας ευφημισμός σε μια προσπάθεια του λαού να τους «καλοπιάσει», για να γλιτώσει από τις σκανδαλιές τους. Σε άλλους χριστιανικούς λαούς τα δαιμονικά όντα του Δωδεκαήμερου εμφανίζονται ως Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες ή Παγανά. Παγανά γενικότερα είναι τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus έλεγαν το χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή είναι η Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται και το αβάπτιστο νήπιο. Πίστευαν ότι τα βρέφη που πέθαιναν αβάπτιστα γίνονταν παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι. Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα» και έτσι βρίσκουν ευκαιρία και οι καλικάντζαροι να αλωνίσουν τον κόσμο.

Διάφορες θεωρίες διατυπώθηκαν σχετικά με την προέλευση των Καλικάντζαρων. Η αρχή των μύθων των σχετικών με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Η ύπαρξή τους έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, όπου συναντούμε τους Κένταυρους και τους Σάτυρους, πλάσματα που από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι, ενώ από τη μέση και κάτω ζώα. Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, που γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα, οι άνθρωποι με κρυμμένα τα πρόσωπά τους έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν και οι άνθρωποι ησύχαζαν. Τριγύριζαν ελεύθεροι και ελευθεριάζοντες στους δρόμους, πείραζαν τους ανθρώπους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια και αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και οι νοικοκυραίοι έκλειναν πόρτες και παράθυρα, για να γλιτώσουν απ’ αυτούς. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα και από τις καμινάδες. Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού και η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα, που τα ονόμασε καλικάντζαρους. Οι Καλικάντζαροι, λοιπόν, είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας, στα οποία έδωσαν αφορμή οι μεταμφιέσεις των βυζαντινών χρόνων κατά το Δωδεκαήμερο, επειδή οι μεταμφιεσμένοι συχνά ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους. Το έθιμο των μεταμφιέσεων, που εμφανίζεται και σήμερα στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας, φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.α.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.

Τα στοιχεία όμως, που αναφέρονται στην προέλευση, τη μορφή και την ενέργεια αυτών των δαιμονίων, καθιστούν πιθανό το συσχετισμό των Καλικάντζαρων με τους νεκρούς. Οι Καλικάντζαροι, που έρχονται από τον κάτω κόσμο, όπου διαμένουν όλο τον άλλο χρόνο, εμφανίζονται με διάφορες μορφές σαν όντα μαλλιαρά, σαν Αράπηδες ή σαν ζούζουλα και μιαίνουν τις τροφές, συμβολίζουν τους νεκρικούς δαίμονες, που κατά την περίοδο των χειμερινών τροπών του Ηλίου επιστρέφουν για λίγο χρόνο ανάμεσα στους ζωντανούς. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές, όταν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη το Δωδεκαήμερο οι νεκροί επέστρεφαν στον απάνω Κόσμο, τριγύριζαν τις νύχτες στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια από τις καμινάδες. Παρεμφερής είναι και η δοξασία ότι οι Καλικάντζαροι είναι οι βρικολακιασμένες ψυχές των στρατιωτών του Ηρώδη. Η «παγάνα» που ξαπόστειλε ο Ηρώδης, για να σκοτώσει όλα τα νήπια κάτω των δύο χρόνων με την ελπίδα πως έτσι θα εξόντωνε και το νεογέννητο Χριστό.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Τα ονόματα, που έχει δώσει ο λαός στους καλικάντζαρους, είναι σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους και ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά. Ο καλικάντζαρος Μαλαγάνας ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και καταφέρνει να τους πάρει τα γλυκά. Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι, που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι, ενώ του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές στο πλεχτό της γιαγιάς. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους, γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι. Ο Μαλαπέρδας κατουράει στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές πρέπει να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους. Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς τα πάντα και κατόπιν ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας. Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος με ένα χέρι κοντό και ένα μακρύ, γι’ αυτό όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω. Ο Παρωρίτης εμφανίζεται αξημέρωτα (παρά την ώρα), πριν λαλήσει ο πετεινός, και ξεσηκώνει με τις φωνές τους ανθρώπους. Ο Γουρλός έχει τεράστια μάτια σαν αυγά και πεταμένα έξω και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι. Ο Στραβολαίμης στριφογυρνάει διαρκώς το κεφάλι του σαν σβούρα. Ο Κοψαχείλης έχει δόντια τεράστια, που κρέμονται έξω από τα χείλη του, φοράει ψεύτικο καλυμμαύκι και κοροϊδεύει τους παπάδες. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι και μπορεί να περνάει εύκολα από τις κλειδαρότρυπες και από τις τρύπες του κόσκινου. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος. Ο Κατσικοπόδαρος είναι φαλακρός, κασιδιάρης με ένα κατσικίσιο ποδάρι και όπου βάλει το ποδάρι του φέρνει καταστροφή, γιατί είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης.

Καθώς η παράδοση ρίζωνε στους βαλκανικούς λαούς, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα, όπως καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζάρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, πλανητάροι, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες, σκαρικατζέρια, καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι και παγανά.

 

Καλικάντζαροι

Καλικάντζαροι

 

Ο Παγανός είναι κουτσός, γιατί έφαγε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας, που την κυνηγούσε κάποτε για να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι, που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της, και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε πολύ και άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή κλωτσιά έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ο πιο γνωστός και αρχηγός των καλικάντζαρων είναι ο Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης. Κρατάει για σκήπτρο του μια γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Τα αυτιά του είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου και η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να τα σκεπάσει. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Του αρέσει να πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια και να ρίχνει γάντζο από την καμινάδα, για να κλέψει λουκάνικα από τη φωτιά.

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Όποια μορφή και αν έχουν οι Καλικάντζαροι, η τροφή τους είναι κυρίως ακάθαρτη. Τρώνε φίδια, σκουλήκια, βατράχους, σαύρες, ποντίκια, αλλά τους αρέσουν και τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου, τα ξεροτήγανα, οι τηγανίτες και τα λουκάνικα. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα πλαστά από αλεύρι στο τηγάνι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια και τα πόδια τους όσο θέλουν, και βουτάνε ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο σκορπάει μια ευωδιαστή και πολύ ευχάριστη μυρωδιά, όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα. Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι σκέπαζαν το χοιρινό με σπαράγγια, για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Το σπαράγγι είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν είναι τρυφερό, όταν όμως μεγαλώσει, γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και με αυτό σκέπαζαν το χοιρινό, τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει με πρώτη ύλη το χοιρινό.

Την παραμονή των Χριστουγέννων οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα, για να ξεπροβάλλουν ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη, σπάζουν τα κεραμίδια και κάνουν μεγάλη φασαρία. Κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου επιχειρούν να μπουν στα σπίτια και να μαγαρίσουν τα φαγητά και το νερό. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθύρων, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία, που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα και στους λύχνους, που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για φωτισμό στα χωριά. Κάνουν το σπίτι αγνώριστο. Μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Τα λερώνουν με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις βρωμιές τους όπου βρουν προκαλώντας υστερία στις νοικοκυρές. Συνήθως όμως το εγχείρημά τους αποτυγχάνει, γιατί η φωτιά καίει στο τζάκι συνεχώς και η νοικοκυρά έχει θυμιάσει το σπίτι. Τότε, για να βγάλουν το άχτι τους, κατουρούν από την καπνοδόχο, για να σβήσουν τη φωτιά και να μολύνουν ό,τι ψήνεται σ’ αυτή. Το ξημέρωμα, πριν το λάλημα του πετεινού, γίνονται άφαντοι. Φοβούνται πολύ το φως και γι’ αυτό την ημέρα κρύβονται.

Επειδή όμως τα εμπόδια για να μπουν στο σπίτι είναι πολλά, επιχειρούν να βλάψουν τον άνθρωπο και έξω από το σπίτι. Η προνοητική νοικοκυρά φρόντιζε να μην αφήνει έξω από το σπίτι τις νύχτες του Δωδεκαημέρου σκεύη, αγγεία, ενδύματα και μικροέπιπλα, για να μην τα μαγαρίσουν τα παγανά. Η νυχτερινή σύναξη των Καλικαντζάρων γίνεται στην εξοχή, στα τρίστρατα, σε απομακρυσμένους μύλους, στα αλώνια ή κάτω από γεφύρια. Οι Καλικάντζαροι τριγυρίζουν στους δρόμους και αλλοίμονο σε κείνον που θα βγει τη νύχτα να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές, για να τον φοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν, τον αναγκάζουν να χορέψει μαζί τους, τον περδικλώνουν και τον εμποδίζουν να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους είναι να πειράζουν τις κακόμοιρες τις γριές και γι’ αυτό όλες τους φοβόντουσαν, εκτός από τις μαμές. Το λαϊκό πνεύμα εξαίρεσε τις μαμές από τον κίνδυνο των καλικαντζάρων, γιατί ήταν αναγκαίο να μπορούν να προσφέρουν τη βοήθειά τους στις ετοιμόγεννες, όποια ώρα της νύχτας κι αν τις φώναζαν.

Αλλά και οι μυλωνάδες, που εργάζονταν στο μύλο χτισμένο σε μέρος μακριά από το χώρο του οικισμού, συνήθως δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε πέρδικα ή γουρουνάκι. Εκεί που γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν καλικάντζαρο, που γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε, αλλά ο καλικάντζαρος τον ρώτησε πώς τον λένε. «Eαυτό με λένε», του λέει ο μυλωνάς. Μετά από λίγο, όταν το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο καλικάντζαρος βάζει τη σούβλα του με τους βατράχους πάνω στο κρέας του μυλωνά. Τότε ο μυλωνάς του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε! Βάζει τις φωνές ο καλικάντζαρος. «Bοηθάτε, αδέρφια, μ’ έκαψαν»! «Ποιος σ’ έκαψε;» του λένε οι άλλοι καλικάντζαροι απ’ έξω. «O Eαυτός μ’ έκαψε» τους λέει εκείνος. «Εμ, σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι;» του είπαν οι άλλοι καλικάντζαροι και τον άφησαν αβοήθητο.   Έτσι την έπαθε ο καλικάντζαρος με τη σούβλα, γιατί ο μυλωνάς με την απάντηση, που είχε δώσει και ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο, φάνηκε εξυπνότερός του.

Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους. Το κύριο μέσο, για να κρατηθούν οι Καλικάντζαροι μακριά από τα σπίτια των ανθρώπων, είναι η φωτιά, στην οποία η λαϊκή αντίληψη αποδίδει δύναμη αποτρεπτική των δαιμόνων. Γι’ αυτό τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμμένα και η φωτιά καίει συνεχώς. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο, γιατί ο λαός πίστευε ότι τα αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια. Μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δε έσβηνε από την οικογενειακή εστία και κρατούσε τους Καλικάντζαρους μακριά. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, έκαναν καθαρμό των χωριών και των σπιτιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Καθάριζαν και τις κοπριές των ζώων από τα κατώγια, οι άνθρωποι πλένονταν, καθάριζαν το εικονοστάσι και άλλαζαν το νερό στο καντήλι, γιατί οι σταχτοπάτηδες, πέρα από τα προβλήματα που είχαν προξενήσει στους νοικοκυραίους, είχαν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους έλεγαν και κατουρλήδες. Καθάριζαν το τζάκι και μάζευαν τη στάχτη. Τα ξύλα που απόμεναν και η στάχτη είχαν αποτρεπτική δύναμη και τα χρησιμοποιούσαν για την προφύλαξη του σπιτιού και των χωραφιών από κάθε κακό, όπως ξωτικά, σκαθάρια, χαλάζι κ.α. Τα μισοκαμένα δαυλιά τα χρησιμοποιούσαν στους φράχτες και με τη στάχτη ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων και τη σκόρπιζαν στις αυλές, τους στάβλους, τα περιβόλια και τους κήπους, για να διώξουν μακριά κάθε κακό, ή την πετούσαν σε μέρος που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).

Συνηθισμένες για την απομάκρυνση των καλικάντζαρων ήταν και οι μαγικές πράξεις, όπως το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες. Στη φωτιά του τζακιού έκαιγαν αλάτι ή ένα δερμάτινο παλιοτσάρουχο ή και τα δυο μαζί, επειδή πίστευαν ότι οι κρότοι από το αλάτι και η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές τους «ζεμάτιζαν» με το λάδι από τις τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Άλλοι κρεμούσαν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, επειδή η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού, τα χαϊμαλιά πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, ξύλα, κούτσουρα και δαυλιά καημένα τα θεωρούσαν αποτρεπτικά για τους καλικάντζαρους. Όταν αυτά δεν ήταν αρκετά, για να διώξουν τους Καλικάντζαρους, χτυπούσαν και κουδούνια. Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό είναι η κρεμμύδα, η «χρυσοβασιλίτσα», όπως τη λένε, που ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, φυτρώνει τέτοια εποχή και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως, που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

Άλλοι πάλι για να τους εξαπατήσουν έδεναν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού, περνούσε η ώρα, έφτανε το ξημέρωμα, λαλούσε ο πετεινός της αυγής, προάγγελος της μέρας, που διώχνει μακριά όλα τα δαιμονικά της νύχτας, και οι καλικάντζαροι όπου φύγει φύγει. Επίσης, οι νοικοκυρές μάζευαν μέσα στο σπίτι όποια αγγεία βρίσκονταν έξω και έβαζαν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, σαν περίεργοι και πάρα πολύ βλάκες που είναι, άρχιζαν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο». Παρακάτω δεν ήξεραν να μετρήσουν και μπερδεύονταν. Έτσι έχαναν την ώρα τους, ξημέρωνε και έπρεπε να εξαφανιστούν. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που ήθελαν να τους καλοπιάσουν και τους πετούσαν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.

Το κυριότερο, βέβαια, μέσο για την αντιμετώπιση των καλικάντζαρων ήταν οι πράξεις χριστιανικής λατρείας. Φόβος και τρόμος τους ο σταυρός και οι παπάδες. Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού τους κρατούσε μακριά. Το λιβάνι, που το σιχαίνονται οι καλικάντζαροι και γι’ αυτό οι νοικοκυρές όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου θυμιάτιζαν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήναν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι. Η απαγγελία του «Πάτερ ημών , που όταν το ακούσουν οι καλικάντζαροι τρεις φορές, φεύγουν. Και πάνω απ’ όλα ο Αγιασμός των σπιτιών, η «Πρωτάγιαση», δηλαδή ο πρώτος Αγιασμός, που γίνεται στην εκκλησία την παραμονή των Φώτων, τελευταία ημέρα του Δωδεκαήμερου. Ύστερα ο παπάς παίρνει με τη σειρά ένα – ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει με ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού. Την «Πρωτάγιαση» οι χωρικοί τη μεταφέρουν στις βρύσες του χωριού και στα κτήματά τους, για να διώξουν τους Καλικαντζάρους, που μαγαρίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

Αυτή η τελευταία ημέρα του Δωδεκαημέρου είναι και η τελευταία ημέρα παραμονής των Καλικαντζάρων πάνω στη γη. Φεύγουν τρέχοντας, γιατί τους κυνηγάει η αγιαστούρα του παπά και καθώς απομακρύνονται τρέχοντας πανικόβλητοι, λένε μεταξύ τους: «Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!». Φεύγοντας από τον Απάνω Κόσμο οι Καλικάντζαροι επιστρέφουν στα έγκατα της γης, όπου αρχίζουν πάλι να πριονίζουν το δένδρο, που τη στηρίζει και που είχαν παρατήσει σχεδόν κομμένο, αλλά στο μεταξύ ξανάγινε ακέραιο. Και αρχίζουν πάλι να το κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα και όλο απ’ την αρχή.

Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικά όντα που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην παλιά κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι ακίνητη προσηλωμένη στο θόλο του ουρανού και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Το δένδρο που στηρίζει τη Γη είναι ο Ήλιος, που ζωογονεί τη φύση, μέσα στην οποία ζούμε. Φως σημαίνει ζωή, ελπίδα και χαρά. Εχθρός του Ήλιου είναι το σκοτάδι. Όλοι σχεδόν οι λαοί της Γης φαντάζονται στους μύθους τους τον Ήλιο να πολεμάει με τις δυνάμεις του χειμώνα και του σκότους, που δεν ήθελαν να υποταχθούν στον «αήττητο Ήλιο», και να βγαίνει νικητής. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι είναι οι Καλικάντζαροι της λαϊκής παράδοσης, που ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του Ήλιου.

Τα περισσότερα λαϊκά έθιμα κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Πρόκειται δηλαδή για διαβατήρια έθιμα, που ερμηνεύουν την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς που τελειώνει και μιας καινούργιας που αρχίζει ή τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη. Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου το σκοτάδι υποχωρεί, το φως κερδίζει τη μάχη και η ημέρα μεγαλώνει. Και καθώς το φως αυξάνεται με το μεγάλωμα της μέρας, μεγαλώνει και η ελπίδα για τη βλάστηση, που αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή, και την παραγωγή, που την περιμένει ο αγροτικός κόσμος στην κτηνοτροφία και τη σοδειά. Στο διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν, για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο, θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Σ’ αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Αν μπούμε στη θέση του ανυπεράσπιστου χωρικού σε κάθε λογής ατυχήματα, όπως χειμωνιάτικες επιδρομές άγριων ζώων σε οικισμούς και ζωντανά, θα κατανοήσουμε την ανάγκη του να τα αποδώσει σε κακόβουλα όντα. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι, που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλάστησης. Πίσω από αυτές τις μεταφυσικές δεισιδαιμονίες, λοιπόν, κρύβεται ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου για το χειμώνα και το σκοτάδι του.

Η περίοδος του Δωδεκαήμερου όμως, πέρα από την τεράστια θρησκευτική σημασία στη ζωή του λαού, ήταν και οι μέρες που ο άνθρωπος έπρεπε να ξεκουραστεί και με ξανανιωμένες τις δυνάμεις να αρχίσει πάλι τον κύκλο της ζωής, με μεγαλύτερη όρεξη, θάρρος και ελπίδα για το μέλλον. Τα πειράγματα των καλικάντζαρων, είτε αφορούν τους ανθρώπους είτε τα υποστατικά τους, και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά. Οι Καλικάντζαροι τελικά ήταν ακίνδυνοι και δεν τρόμαζαν ποτέ στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Περιφέρονταν εδώ κι εκεί, πηδούσαν, χόρευαν και ενοχλούσαν, αλλά δεν κακοποιούσαν τους ανθρώπους. Πιο πολύ τους διασκέδαζαν ή «φτιάχτηκαν» και εμφανίζονται αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίοδο, για να δικαιολογήσουν «ανεξήγητα» συμβάντα των ημερών.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κουκουλές Φαίδων, «Καλικάντζαροι», Λαογραφία 7 (1923).
  • Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, 12 μήνες. Τα λαογραφικά, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία 1986.
  • Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985.
  • Λουκάτος Δημήτρης Σ., Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών, εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1979.
  • Μέγας Γ.Α., Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα λαϊκής λατρείας, με εισαγωγικό σημείωμα Μιχάλη Γ. Μερακλή, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1988.
  • Nilsson P. Martin, Ελληνική λαϊκή Θρησκεία, μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 2000.
  • Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’, εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994.
  • Ρωμαίος Κ., Κοντά στις Ρίζες, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1980.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)».

 

Ο σκληρός στρατιωτικός και πολιτικός ανταγωνισμός Βυζαντινών και Αράβων, κυρίως κατά την κορύφωσή του (9ος-10ς αι.), έβρισκε την ιδεολογική του έκφραση στα κείμενα των εκπροσώπων της εξουσίας και των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, δύο σχετικές αναφορές, προερχόμενες αντίστοιχα από μία αραβική και μία βυζαντινή πηγή. Στο αίτημα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ προς τον χαλίφη των Φατιμιδών al-Mu’iiz για σύναψη αιώνιας ειρήνης (957-958), εκείνος, σύμφωνα με τον άραβα ιστορικό Al-Nu’man (al-majalis wa l-musayarat), απάντησε μέσω του βυζαντινού πρεσβευτή ως εξής: η θρησκεία και ο ισλαμικός νόμος απαγορεύουν τη σύναψη αιώνιας ειρήνης διότι ο Αλλάχ έστειλε τον προφήτη του Μωάμεθ και εγκαθίδρυσε το θεσμό των Ιμάμηδων προκειμένου να καλέσουν τον κόσμο ν’ ασπασθεί τη θρησκεία του και να διεξάγουν, για το σκοπό αυτό, ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων.[1]

Από την άλλη πλευρά, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, στον 18ο κανόνα των «Τακτικών» του, ομολογεί ότι συνέγραψε το συγκεκριμένο έργο εξαιτίας των Σαρακηνών (Αράβων). Προκειμένου να ενισχύσει το ηθικό των στρατηγών του, επιστρατεύει και εκείνος το ιδεολογικό επιχείρημα της θρησκείας, κηρύσσοντας στην πραγματικότητα με τη σειρά του ένα είδος «ιερού πολέμου» των χριστιανών εναντίον των «απίστων» Αράβων. Καὶ ἐθίζεσθε πάντες ὁμοῦ οἱ διὰ Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ πατρίδος καὶ τοῦ ὅλου τῶν Χριστιανῶν ἔθνους ἀγωνιζόμενοι εὐκόλως ὑποφέρειν καὶ … δεινὰ γενναίως ἐγκαρτερεῖν, ἔστι γὰρ τῶν ἀποκειμένων μισθῶν έκ τε Θεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐξ αὐτοῦ βασιλείας ἡμῶν παρ᾽ ὑμῶν ἐργασία.[2]

 Οι δύο παραπάνω πηγές χρονολογούνται τον 10ο αιώνα, ένα αιώνα ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος, σημαδεύτηκε από τις πιο σκληρές αραβο-βυζαντινές συγκρούσεις. Με βάση τις μαρτυρίες αυτές και πολλές συναφείς, και λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των πολεμικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στα αραβο-βυζαντινά σύνορα και στις επικράτειες των δύο αυτοκρατοριών, στη διάρκεια των δύο τουλάχιστον αιώνων που εξετάζουμε εδώ, οι σχέσεις των δύο πλευρών θα μπορούσαν εύκολα να περιγραφούν με όρους καθαρά πολεμικούς. Ωστόσο, πολλές μαρτυρίες, προερχόμενες από ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα και από την επιστολογραφία των βασιλικών αυλών του Βυζαντίου και των διαφόρων αραβικών χαλιφάτων, μας δίνουν και την άλλη «όψη του νομίσματος». Εκείνη, δηλαδή, που απεικονίζει μια διαρκή, αμοιβαία προσπάθεια ειρηνικής προσέγγισης, συνεννόησης και αλληλοκατανόησης των εμπολέμων, μέσα από ποικίλες δράσεις και με τη διαμεσολάβηση πολλών παραγόντων. Οι προσπάθειες αυτές είχαν εκδηλωθεί και κατά τους προηγούμενους αιώνες, σποραδικά και άναρχα, τον 9ο και 10ο όμως αιώνα ενισχύθηκαν σημαντικά, εντάσσοντας στην εξωτερική πολιτική των δύο αυτοκρατοριών μια υψηλού επιπέδου θεσμοθετημένη διπλωματία.

Το επιχείρημα περί του «ιερού πολέμου» δεν αποτελούσε εκείνη την εποχή παρά ένα σημαντικό εργαλείο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των ηγεσιών των δύο πλευρών προκειμένου να κρατούν σε εγρήγορση τους ταλαιπωρημένους από τους συνεχείς πολέμους στρατιώτες τους. Το Βυζάντιο, αν και συρρικνωμένο εδαφικά, διέθετε ακόμη μεγάλη πολιτική δύναμη και πνευματική ακτινοβολία, ενισχύοντας και παγιώνοντας, μέσα και έξω, την αντίληψη για την παγκόσμια κυριαρχία του. Τον 9ο αιώνα, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εχθρό που είχε εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη. Ήταν η μόνη δύναμη, ανάμεσα στους γείτονές του, με γραφειοκρατική διοίκηση, θεσμούς, διπλωματία, οργανωμένο στρατό και πολεμική τεχνολογία. Το Ισλάμ με σημαία τον «ιερό πόλεμο» έθετε πλέον ξεκάθαρα σε αμφισβήτηση την παγκοσμιότητα του Βυζαντίου και διεκδικούσε για λογαριασμό του την παγκόσμια εξουσία. Η Κρήτη και οι άλλες χώρες του κόσμου είναι δικές μας χάρη στην εύνοια του Θεού, ο οποίος μας έθεσε επικεφαλής του κόσμου, διακηρύσσει ο χαλίφης al-Mu’iiz στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β’, με αφορμή την πρεσβεία του 957/8.[3] Παρατηρεί κανείς εδώ ότι στα μέσα πλέον του 10ου αιώνα η πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών περί της εκ Θεού απορρέουσας παγκόσμιας εξουσίας [4] έχει μεταλαμπαδευθεί στους κόλπους του Ισλάμ και έχει επηρεάσει βαθειά τη σκέψη και την πολιτική φιλοσοφία των αραβικών ηγετικών κύκλων.

 

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Η βυζαντινή αυλή, αμήχανη και αντιφατική μπροστά στη νέα κατάσταση που σταδιακά διαμορφώνεται στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας, αναγκάζεται, φραστικά έστω, ν’ αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της ως ισότιμο και να του αναγνωρίσει τυπικά το μερίδιο που του αναλογεί στη διεκδίκηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε αυτό το πνεύμα του συμβιβασμού και της υποχώρησης από τις πάγιες θέσεις περί της μοναδικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και της πρωτοκαθεδρίας της στην παγκόσμια ηγεμονία, συνέταξε τη γνωστή επιστολή του προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al- Muqtadir, ο πατριάρχης και αντιβασιλεύς Νικόλαος Α΄ Μυστικός, με το γνωστό, χαρακτηριστικό παρακάτω απόσπασμα: Υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο, αυτή των Σαρακηνών (Αράβων) και αυτή των Ρωμαίων (Βυζαντινών), οι οποίες υπερτερούν όλων των άλλων και λάμπουν όπως οι δύο φωστήρες του στερεώματος. Στη συνέχεια, επισημαίνει μεν τις τεράστιες διαφορές στους κόλπους των δύο κοινωνιών λόγω των θρησκειών, σπεύδει όμως να τονίσει ότι αυτές δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στις μεταξύ τους κοινωνικές και αδελφικές σχέσεις και να στερήσουν από τους δύο λαούς την επικοινωνία.[5] Λίγα χρόνια πριν, ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄, στα «Τακτικά» του, μέσα από ένα λόγο αντιφατικό, καθώς εμπεριείχε και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Άραβες, δεν διστάζει να τους προβάλει ταυτόχρονα και ως πρότυπο προς μίμηση, αναφερόμενος στη στρατιωτική τους οργάνωση, την ανιδιοτελή μαζική συμμετοχή τους στον πόλεμο και την αποτελεσματικότητα του «ιερού πολέμου» (djihād), στοιχεία και συμπεριφορές που θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και οι Βυζαντινοί.[6]

Το Βυζάντιο όφειλε πλέον ν’ αντιμετωπίσει έναν εχθρό «με κεφαλαίο Ε», όπως εύστοχα έχει επισημάνει η Ν. Κουτράκου σε σχετική μελέτη της.[7] Όφειλε να προσδιορίσει έναν αντίπαλο που του έμοιαζε σταδιακά όλο και περισσότερο, μια μεγάλη πολιτική και θρησκευτική δύναμη που διεκδικούσε τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα και αμφισβητούσε σοβαρά τη δική του ηγεμονία.

Επομένως, όσο σκληρή και αν ήταν η πολεμική που ασκούσαν οι Βυζαντινοί εναντίον των Αράβων, μέσω των θρησκευτικών τους κυρίως κειμένων, όσο φανατικές και αν ήταν οι εκκλήσεις των θρησκευτικών κυρίως αραβικών κύκλων για ιερό πόλεμο (djihād) εναντίον των χριστιανών, η προσέγγιση των δύο πλευρών είχε πλέον καταστεί νομοτελειακή. Πέρα από ιδεολογίες και ιδεοληψίες, η βυζαντινή αυλή όφειλε ν’ αντιμετωπίσει με την ψυχρή λογική τη σκληρή πραγματικότητα ενός μεγάλου επελαύνοντος εχθρού και μιας πραγματικής πλέον απειλής για την ύπαρξή της. Στο αραβικό χαλιφάτο, από την άλλη πλευρά, είχαν ξεσπάσει, την εποχή εκείνη, διαμάχες και σκληροί εσωτερικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες δυναστείες με αποτέλεσμα τη διατάραξη της εθνικής συνοχής τους και τη σταδιακή υποχώρηση της στρατιωτικής τους ορμής. Κατά συνέπεια, οι δύο μεγάλες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να «εξημερώσουν» τον πόλεμο, εντάσσοντάς τον στις κανονικές κοινωνικές σχέσεις τους, να τον καταστήσουν προβλέψιμο, περιορίζοντας το χώρο και το χρόνο του, και να τον μετατρέψουν σε αιτία και παράγοντα μιας αέναης μεταξύ τους επικοινωνίας.[8] Σε επίπεδο ηγεσιών οι δύο πλευρές είχαν προ πολλού ξεκινήσει τις διπλωματικές διεργασίες, οι οποίες μέχρι τον 9ο αιώνα αφορούσαν κυρίως σε ζητήματα πολέμου και σε συνθήκες ειρήνης[9] Από τον 9ο αιώνα και μετά η άμεση επικοινωνία και οι διπλωματικές επαφές βυζαντινών αυτοκρατόρων και χαλίφηδων εντάθηκαν και εξελίχθηκαν σημαντικά. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης αναπτύχθηκε μια νέα δυναμική με επίκεντρο τους αιχμαλώτους: την εξαγορά, την ανταλλαγή, τη νομική προστασία και τη δίκαιη μεταχείρισή τους από τον αντίπαλο. Μέσα από τις διαδικασίες επίλυσης τέτοιων ζητημάτων αναπτύχθηκαν νέες μορφές διπλωματικής δραστηριότητας στις δύο αυλές, οι οποίες δημιούργησαν εξαιρετικές συνθήκες επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.[10]

Σε βυζαντινές και αραβικές πηγές διασώζεται μεγάλος αριθμός σχετικών πληροφοριών, οι οποίες συνθέτουν την εικόνα ενός διπλωματικού μαραθώνιου, στον οποίο, όπως προκύπτει από τη μελέτη τους, εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες: αυτοκράτορες και χαλίφηδες, υψηλοί αξιωματούχοι των δύο αυλών (στρατηγοί, πατρίκιοι, εμίρηδες και βεζύρηδες), πατριάρχες και ιεράρχες, πρέσβεις και διερμηνείς και κυρίως επώνυμοι αιχμάλωτοι και από τα δύο στρατόπεδα, οι οποίοι, εκούσια ή ακούσια, συνέβαλαν στην επικοινωνία, την πληροφόρηση, την πολιτική και πολιτισμική προσέγγιση των δύο αυτοκρατοριών. Αξιοπρόσεκτη για το επίπεδο επικοινωνίας των δύο πλευρών, τον 9ο αιώνα, είναι η αφήγηση του al-Tabarī, σχετικά με την πρεσβεία του περίφημου Άραβα διπλωμάτη Nașr bn. al-Azhar (Nașir) (861), απεσταλμένου του χαλίφη al-Mutawakkil για τη διαπραγμάτευση της πέμπτης ανταλλαγής αιχμαλώτων, στον οποίο οι αξιωματούχοι της βυζαντινής αυλής προσέφεραν κατά την αποχώρησή του πολλά δώρα, προορισμένα για τον χαλίφη, όπως αρώματα, μετάξι, κρόκο και άλλα πολύτιμα είδη[11].

Τομή στις διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου – Ισλάμ υπήρξε, αναμφίβολα, ο θεσμός των επίσημων ομαδικών ανταλλαγών των αιχμαλώτων, ο οποίος καθιερώθηκε στα τέλη του 8ου αιώνα.[12] Η αποστολή πρεσβευτών, επιστολών και δώρων, η ανταλλαγή ομήρων και το πλήθος του απλού κόσμου που συνέρρεε εκεί από τις πλησιέστερες συνοριακές περιοχές συνιστούσαν πλέον το τελετουργικό του νέου status των αραβο-βυζαντινών σχέσεων γύρω από τους αιχμαλώτους. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών προσέφερε την ευκαιρία μιας πολυεπίπεδης επικοινωνίας των εμπολέμων, που ξεκινούσε από τις βασιλικές αυλές του Βυζαντίου και του Ισλάμ, περνούσε από τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές των συνοριακών επαρχιών και έφθανε στους απλούς ανθρώπους – χριστιανούς και μουσουλμάνους. Σ’ ένα πνεύμα κατευνασμού των παθών, παρά τον θρησκευτικό φανατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση που καλλιεργούνταν, οι ιθύνοντες της στρατιωτικής διπλωματίας και των δύο πλευρών συμπεριέλαβαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προσέγγισης και τους κατοίκους των αραβο-βυζαντινών συνόρων. Επέτρεπαν σε συνοριακούς εκατέρωθεν πληθυσμούς να προσεγγίσουν τον ποταμό Λάμο και να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς όλες αυτές τις πρωτόγνωρες διπλωματικές διεργασίες της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι οποίες αποτελούσαν αναντίρρητα ένα σημαντικό βήμα στην προσέγγιση των δύο αντιπάλων.[13]

Είναι αλήθεια ότι ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια των αραβοβυζαντινών διπλωματικών σχέσεων έχει εγγραφεί στο περιεχόμενο των επίσημων ανταλλαγών και εξαγορών αιχμαλώτων, στις όχθες του ποταμού Λάμος, κοντά στην Ταρσό. Οι περισσότερες συμφωνίες και οι διαδικασίες των ανταλλαγών έχουν καταγραφεί από Άραβες ιστορικούς όπως, ο al-Masudi, ο al-Maqrizī, ο al-Tabarī, ο al-Balādhurī, και άλλοι.[14] Το περιεχόμενο της επιστολής του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al-Radī, το έτος 938, με αφορμή την ανταλλαγή αιχμαλώτων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αγωνιώδους προσπάθειας επικοινωνίας με τον αντίπαλο. Ο βυζαντινός ηγέτης εκφράζει την ευχή και την επιθυμία, μετά την ανταλλαγή, να προχωρήσουν στη σύσφιγξη των μεταξύ τους σχέσεων και στη συμφιλίωση των λαών τους.[15] Ανάλογη ανησυχία εκφράζει και o πατριάρχης Νικόλαος Α΄ προς τον χαλίφη al- Muqtadir για την κατάσταση των Κυπρίων αιχμαλώτων, και ταυτόχρονα διατυπώνει την επιθυμία και την ευχή του για συμφιλίωση των δύο κόσμων.[16] Το ίδιο ενδιαφέρον εκδήλωναν συχνά και οι αραβικές αρχές για την τύχη των μουσουλμάνων αιχμαλώτων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαμαρτυρία προς τις αρχές της Κωνσταντινούπολης του βεζύρη Alī bn-Isā για την κακομεταχείριση των Αράβων αιχμαλώτων, κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Αλέξανδρου, αδελφού του Λέοντος Σοφού (911-912).[17]

Στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των ανταλλαγών κορυφαίο ρόλο έπαιζαν οι πρεσβευτές. Και από τις δύο πλευρές επιλέγονταν ικανοί και ευέλικτοι αξιωματούχοι που διακρίνονταν για την ευφυία, τις γνώσεις και τον πολιτισμό τους,[18] με πιο γνωστούς από το Βυζάντιο τον Μεθόδιο,[19] τον Λέοντα Χοιροσφάκτη[20] και τον Κουρκούα[21] και από το χαλιφάτο τον έμπειρο και επιτυχημένο διπλωμάτη Naşir (Naşr) bn al- Azhar.[22]

Οι συνθήκες της εποχής και η γραφειοκρατία των δύο αυλών επέβαλαν τη μακρά, συνήθως, παραμονή των ξένων πρεσβευτών στις πρωτεύουσες των συνομιλητών τους, η οποία τους παρείχε την ευκαιρία όχι μόνο της απλής επικοινωνίας, αλλά και της ενημέρωσης για την βαθύτερη γνώση της κοινωνίας της «άλλης πλευράς.»[23] Αραβικές και βυζαντινές πηγές περιγράφουν την υποδοχή των πρέσβεων στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών ως μεγαλοπρεπή και ιδιαίτερα πομπώδη. Οι διοργανωτές της επεδίωκαν με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσουν τους ξένους επισήμους για τον πλούτο της αυλής τους και τη δύναμη του ηγέτη τους.[24] Στο σημείο αυτό αξίζει ν’ αναφερθώ ενδεικτικά (τα παραδείγματα είναι πολλά) στην επιστολή του εμίρη της Αιγύπτου Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό, με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 936-937. Στο περιεχόμενό της εκτυλίσσεται με λεπτομέρειες όλο το σκηνικό της υποδοχής και της φιλοξενίας των βυζαντινών πρεσβευτών στο παλάτι του εμίρη και αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην αποκατάσταση ή την περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων Βυζαντίου και Αράβων. Είναι πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό η φράση με την οποία ο εμίρης Muhammad, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα, κλείνει την επιστολή του: «επειδή εσύ εγκαινίασες σχέσεις φιλικές και ευγενικές μαζί μας αξίζεις να τις καλλιεργήσουμε και να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς, ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες σου και τις επιθυμίες σου.»[25]

Οι Βυζαντινοί, σύμφωνα με τη λεπτομερή περιγραφή του έργου «Περί της βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, απέδιδαν μεγάλη σημασία στη φιλοξενία των Αράβων πρεσβευτών και στις εντυπώσεις που εκείνοι θα αποκόμιζαν από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.[26] Στο συγκεκριμένο έργο γίνονται ειδικές αναφορές στους «φίλους Σαρακηνούς», τους οποίους υποδέχονταν στα σύνορα βυζαντινοί αξιωματούχοι και τους εγκαθιστούσαν στη συνέχεια στο πολυτελές οίκημα, το γνωστό από τον Πορφυρογέννητο μητᾶτον. Η συμμετοχή τους σε επίσημες αυλικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, η πρόσκλησή τους σε επίσημα συμπόσια και η τιμητική θέση που καταλάμβαναν σε αυτά[27] καταδεικνύουν τη λειτουργία ενός ειδικού τιμητικού πρωτοκόλλου για τους Άραβες, στο οποίο ο Λέων ΣΤ΄ ενέταξε και Άραβες αιχμαλώτους, σύμφωνα με το περίφημο «Κλητορολόγιον» του Φιλoθέου, το οποίο ο δημιουργός του συνέγραψε στις αρχές του 10ου αιώνα.[28] Στο πλαίσιο αυτού του νεωτερισμού εντάσσεται αναμφίβολα η πρόσκληση και η συμμετοχή στις εκδηλώσεις του παλατιού και στις θρησκευτικές τελετές, του γνωστού, λόγιου Άραβα αιχμαλώτου Harūn bn-Yahyā. Ο Άραβας αιχμάλωτος αποκαλύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια και αξιοπιστία τους συμβολισμούς και τη σημειολογία των πρακτικών της βυζαντινής διπλωματίας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως», στο οποίο έχει καταγράψει προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις από την περίοδο της αιχμαλωσίας του στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Harūn bn-Yahyā αποτελεί, μαζί με το «Περί της βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, μία από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορική γεωγραφία της βυζαντινής πρωτεύουσας του 9ου και 10ου αιώνα. Η περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του διάκοσμου του παλατιού και της Μεγάλης Εκκλησίας, οι θρησκευτικές και οι αυτοκρατορικές τελετές, η παρουσία και η συμμετοχή ξένων στα δρώμενα της βασιλικής αυλής, αντανακλούν, αναμφίβολα, την έκπληξη, το θαυμασμό αλλά και το δέος του παρατηρητή-συγγραφέα. Η γραπτή κατάθεση του Harūn bn-Yahyā με όλα τα συναισθήματα που προκαλεί η περιγραφή του, μεταφέρθηκε και μεταδόθηκε στον κόσμο των Αράβων μέσω του ομοεθνούς συγχρόνου του γεωγράφου, Ibn Rosteh, ο οποίος το διέσωσε, ενσωματώνοντάς το στο δικό του έργο «Kitab al-a laq al nafisā» (= «Livre des choses presieuses»)[29]. Τόσο η συγκεκριμένη πολύτιμη για τη βυζαντινή διπλωματία πηγή όσο και οι μαρτυρίες άλλων βυζαντινών και αραβικών πηγών που αναφέρονται στις διπλωματικές δραστηριότητες της βυζαντινής αυλής, προδίδουν ξεκάθαρα τις στρατηγικές και τους στόχους της αυτοκρατορίας για την αντιμετώπιση και την ειρηνική προσέγγιση του μεγαλύτερου, ίσως, έως τότε εχθρού της, ο οποίος διεκδικούσε με αξιώσεις τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Μέσω των περίπλοκων μηχανισμών και των περίτεχνων μεθόδων της, η βυζαντινή διπλωματία, ιδιαίτερα τον 10ο αιώνα, είχε εξαπολύσει έναν «πόλεμο» εντυπώσεων και μια «επίθεση» ιδεολογικής επιρροής, σε όλα τα επίπεδα, στον ευρύτερο αραβικό κόσμο: στη Δύση, στη Βόρεια Αφρική και κυρίως στην Ανατολή, διαδίδοντας την οικουμενική χριστιανική ιδεολογία της μέσα στους κόλπους του Ισλάμ και προβάλλοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον υλικό πολιτισμό και τον πλούτο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στα μάτια ανθρώπων της άρχουσας, κυρίως, τάξης των Αράβων, όπως ήταν για παράδειγμα οι πρεσβευτές καθώς και οι επώνυμοι και διάσημοι αιχμάλωτοι. Ως προσπάθεια ιδεολογικής παρέμβασης μπορεί να ερμηνευτεί και η ευνοϊκή μεταχείριση εκ μέρους των βυζαντινών αρχών των γνωστών στην αραβική κοινωνία, επώνυμων Αράβων αιχμαλώτων, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του εμίρη της Κρήτης Abd al-Azīz (του γνωστού Κουρουπά), του ποιητή-διανοούμενου Αbū Firās, του προαναφερόμενου Harūn bn-Yahyā, παλαιότερα του Qabāth ibn-Razīn, κ. α.[30] Σε αυτό το πνεύμα, ενταγμένη σε ένα χριστιανικό πολιτισμικό πλαίσιο, λειτουργούσε και η συμβολική γλώσσα των βυζαντινών τελετών, όπως την προσέλαβε, χωρίς ενδεχομένως να την κατανοεί, ο αιχμάλωτος Harūn[31]. Ο θαυμασμός και η έκπληξή του από το τελετουργικό σύμπλεγμα των θριάμβων, των δημοσίων πομπών, των τελετών και των συμποσίων, όλα μέσα από μια θρησκευτική διάσταση, καταγεγραμμένα στο κείμενό του, όπως ο ίδιος τα βίωσε, φαίνεται να δικαιώνουν τους εμπνευστές και τους λειτουργούς του διπλωματικού γίγνεσθαι της βυζαντινής βασιλικής αυλής. Η ακριβής περιγραφή του αυτοκρατορικού ανακτορικού συγκροτήματος της Κωνσταντινούπολης από τον Harūn ibn Yahyā και οι εικόνες που μετέφεραν και μετέδιδαν στα αραβικά χαλιφάτα οι επιφανείς αιχμάλωτοι και οι υψηλοί αξιωματούχοι – πρεσβευτές του Ισλάμ, δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Άραβες χαλίφηδες και τις αυλές τους. Με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 917 στη Βαγδάτη, στην οποία οι Άραβες επεφύλαξαν μια από τις λαμπρότερες υποδοχές στους βυζαντινούς απεσταλμένους, καταγράφηκαν πολλές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων με την απαρίθμηση και την περιγραφή όλων των μερών του παλατινού συγκροτήματος των Αββασιδών, το οποίο, σύμφωνα με την ιστορία της Βαγδάτης του al-Hatīb al-Bagdādī,[32] ανταγωνίζονταν επάξια σε πλούτο και λαμπρότητα το βυζαντινό. Και ενώ για τους Αββασίδες δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, πέραν των λογικών υποθέσεων, για το αν το τελετουργικό της αυλής τους ακολουθούσε βυζαντινά πρότυπα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου. Κατά τον σπουδαίο αραβολόγο M. Canard, ο οποίος επιχείρησε μια συγκριτική μελέτη του βυζαντινού και του αραβικού τελετουργικού των Φατιμιδών, μέσα από τις διασωζόμενες πηγές των δύο πλευρών («Περί της βασιλείου τάξεως» του Πορφυρογέννητου και τους «πίνακες τελετών» του άραβα Maqrizi και των μεταγενέστερων Ibn al-Ma’ mūn και Ibn al-Tuwair)[33], υπάρχει συνέχεια στις διάφορες πτυχές του φατιμιδικού τελετουργικού, η οποία δικαιολογεί τη σύγκριση και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από τα τέλη του 10ου έως τον 12ο αιώνα, η αυτοκρατορία του Βυζαντίου και εκείνη των Φατιμιδών είναι πλέον οι δύο μόνες μεγάλες δυνάμεις της μεσογειακής Ανατολής. Οι Φατιμίδες, εντυπωσιασμένοι προφανώς από τις περιγραφές των Αράβων επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης και τις παραγόμενες εικόνες, υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στο τελετουργικό τους ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία του βυζαντινού τελετουργικού, προκειμένου να ανταγωνισθούν σε λάμψη και σε δόξα τον «Ρωμαίον» αυτοκράτορα, όπως, αναμφίβολα και παρά την απουσία σχετικών πληροφοριών, το είχαν πράξει και οι Αββασίδες. Ο θαυμασμός και η έκπληξη που ένοιωθαν οι βυζαντινοί πρεσβευτές κατά την επίσκεψη και την παραμονή τους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης, παραπέμπουν στον πλούτο και τη λαμπρότητα με την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, περιβαλλόταν το παλάτι των Αββασιδών.[34]

Η βυζαντινή αυλή βέβαια, λειτουργώντας στο πλαίσιο ενός δαιδαλώδους παρασκηνίου και εφαρμόζοντας τις πολυσύνθετες πρακτικές της διπλωματίας της, δεν αρκούνταν στην έκθεση του υλικού και πνευματικού πλούτου της βυζαντινής πρωτεύουσας και στη δημιουργία εικόνων μόνο και εντυπώσεων. Μέσω των πρεσβευτών της επιχειρούσε και άλλες παρεμβάσεις με περιεχόμενο πολιτιστικό, κοινωνικό και ενίοτε ιδεολογικό. Για την πολιτιστική πολιτική που άσκησε το Βυζάντιο στις αυλές των χαλιφάτων, εκτός από τις περιστασιακές αναφορές Βυζαντινών και Αράβων συγγραφέων σε αμοιβαίες προσφορές δώρων, στη διάρκεια των διαφόρων διπλωματικών αποστολών, πληροφορίες παρέχει και μία άλλη αυθεντική πηγή, προερχόμενη, κατά τους μελετητές των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, από το αρχειακό υλικό των αραβικών βασιλικών αυλών. Πρόκειται για το περίφημο «Βιβλίο θησαυρών και δώρων» («Livre des Tresors et des Cadeaux»), το οποίο έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 11ου αιώνα.[35] Περιέχει κατάλογο και περιγραφές των πολύτιμων δώρων που ανά τακτά διαστήματα αποστέλλονταν από βυζαντινούς αυτοκράτορες σε χαλίφηδες και εμίρηδες μέσω των πρεσβειών, κυρίως κατά τους 10ο και 11ο αιώνες. Ενδεικτικά, μπορούν ν’ αναφερθούν για τον 10ο αιώνα δύο αποστολές δώρων εκ μέρους των βυζαντινών αυτοκρατόρων προς Άραβες χαλίφηδες, ο κατάλογος και η περιγραφή των οποίων εμπεριέχεται στην προαναφερόμενη αραβική πηγή. Πρόκειται για τα πολύτιμα δώρα που απέστειλε ο Ρωμανός Λεκαπηνός στον χαλίφη της Βαγδάτης Al-Radī το έτος 938 και για εκείνα του Ιωάννη Τσιμισκή προς τον Φατιμίδη χαλίφη Al-Mu’ izz, μετά την είσοδό του στην Αίγυπτο το 973.[36]

Πρέπει να επισημανθεί ακόμη ότι πολιτιστική διπλωματία στους κόλπους των Αράβων ασκήθηκε από το Βυζάντιο και κατά τους προηγούμενους αιώνες, και μάλιστα από την αρχή της συγκρότησης του αραβικού χαλιφάτου. Αραβικές πηγές αναφέρουν ότι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέστειλαν αρχιτέκτονες, τεχνίτες μωσαϊκών και υλικά για την ανέγερση και τη διακόσμηση των πρώτων παλατιών των χαλίφηδων, κυρίως όμως για τη διακόσμηση των τζαμιών της Μεδίνας και της Δαμασκού.[37] Η επιβίωση αυτών των διπλωματικών πρακτικών και κατά τους επόμενους αιώνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποστολή βυζαντινών τεχνιτών στην Cordova για την ψηφιδωτή διακόσμηση του μεγάλου τζαμιού της[38], αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της συνέχισης των πολιτισμικών παρεμβάσεων της βυζαντινής αυλής, πάντοτε στο πνεύμα και το πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής προσέγγισης.

 

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη,
β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ότι στο πολιτισμικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι των Αράβων, από την εμφάνιση του Ισλάμ, τόσο κατά τη διάρκεια της συγκρότησης και της ακμής των χαλιφάτων, όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν κατευθύνονταν απευθείας από τη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Από αραβικές κυρίως πηγές αντλούμε πληροφορίες για την αξιοποίηση βυζαντινών αιχμαλώτων, ιδιαίτερα στην αρχή της οργάνωσης του χαλιφάτου, σε τομείς της διοίκησης, των τεχνικών έργων, των οικονομικών υπηρεσιών, των γραμμάτων, κ.λπ.[39] Εξίσου σημαντική υπήρξε, επίσης, και η συμβολή των χριστιανικών κοινοτήτων (μονοφυσιτών, κοπτών και νεστοριανών), που παρέμειναν μετά την κατάληψη των εδαφών τους υπό αραβική κατοχή.[40] Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, όπως ήταν η Αλεξάνδρεια, η Γάζα, η Βηρυτός, η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Νίσιβις, κ. ά., μετά την κατάληψή τους από τους Άραβες, από την πρώιμη ισλαμική εποχή, μετατράπηκαν σε πεδίο έντονων θεολογικών διαλόγων και αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο μιας διαθρησκευτικής, διαπνευματικής προσέγγισης χριστιανισμού και ισλαμισμού, μέσω κυρίως της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας.[41] Πνευματικοί άνθρωποι από τις υποδουλωμένες στους Άραβες χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής μετέδωσαν και διέδωσαν, μέσω διπλών συνήθως μεταφράσεων, τα έργα των μεγάλων ελλήνων φιλοσόφων, ενώ άλλοι, εκούσια ή ακούσια, επιστρατεύθηκαν από τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Ανατολής στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας της, προσφέροντας την τεχνογνωσία και τις εμπειρίες τους στην οργάνωση της αυλής των χαλίφηδων, στη διπλωματία, στο εμπόριο, στις τέχνες, κ.λπ.[42]

Η κορυφαία πνευματική συνάντηση των Βυζαντινών με τους Άραβες έγινε τον 9ο αιώνα, όταν εκδήλωσαν από κοινού το ενδιαφέρον τους για την αναβίωση της κλασικής ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας.[43] Κλασικά ελληνικά έργα, από τα δύο προαναφερόμενα πεδία, μεταφράσθηκαν στα αραβικά κατά την περίοδο της χαλιφίας των Αββασιδών στο μεγάλο διεπιστημονικό κέντρο της Βαγδάτης, στον «Οίκο της Σοφίας».[44] Το γεγονός αυτό υπήρξε αναμφίβολα η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση Βυζαντινών – Αράβων, στο πνευματικό και επιστημονικό πεδίο, με πρωτοβουλία του γνωστού λάτρη της κλασικής αρχαιότητας, του χαλίφη al Ma’mun και τη συμμετοχή και συνεργασία βυζαντινών μοναχών και πνευματικών ανθρώπων της Συρίας και της Μεσοποταμίας, πιθανότατα με την παρότρυνση και τη βοήθεια της βυζαντινής αυλής.[45] Αξίζει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την αλληλογραφία του χαλίφη al Ma’mūn και του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόφιλου, με αφορμή τον μεγάλο βυζαντινό διανοούμενο Λέοντα Μαθηματικό, τον οποίο ο πρώτος διεκδικούσε ειρηνικά από τη βυζαντινή αυλή, προκειμένου να μεταδώσει τις γνώσεις του στο χαλιφάτο. [46] Εκτός όμως από την κλασική φιλοσοφία και τις ελληνικές επιστήμες, στον αραβικό κόσμο διείσδυσε εν μέρει και η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή σε τομείς, όπως ήταν τα νομικά κείμενα, τα στρατιωτικά εγχειρίδια, και σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστοριογραφία. Αυτό προκύπτει από τη συνολική ή την αποσπασματική διάσωση ορισμένων αραβικών κειμένων, τα οποία αποτελούν μεταφράσεις ή προσαρμογές από αντίστοιχα βυζαντινά, όπως είναι ο «Νόμος Ροδίων»[47], ο «Πρόχειρος Νόμος»[48], τα «Ναυμαχικά»[49] και άλλα στρατιωτικά εγχειρίδια, καθώς και ορισμένα δάνεια από βυζαντινές χρονογραφίες, προσαρμοσμένα σε αραβικά χρονικά, με πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση την ιστορία του al- Tabarī.[50] Σχετικά με την αντιμετώπιση, από τις δύο αυλές, των πρεσβευτών οι οποίοι αποτελούσαν τους βασικούς παράγοντες προσέγγισης, είναι γνωστό ότι το status των μουσουλμάνων πρεσβευτών στη βυζαντινή πρωτεύουσα βασιζόταν, γενικά, στην κλασική παράδοση περί φιλοξενίας και στη χριστιανική αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το status, αντίστοιχα, των βυζαντινών απεσταλμένων στις διάφορες αραβικές πρωτεύουσες ήταν πιο περίπλοκο και περιείχε διάφορα στάδια και επίπεδα, όπως αυτά ορίζονταν από τους κανόνες του μουσουλμανικού δικαίου. Κοινή συνισταμένη, ωστόσο, όλων των νομικών φάσεων της υποδοχής και της παραμονής τους στο χαλιφάτο ήταν η προστασία και η γενναιόδωρη φιλοξενία, καθώς επίσης και η αντιμετώπισή τους ως ιερά πρόσωπα, όπως συνέβαινε σε όλα τα πολιτισμένα «έθνη» της εποχής εκείνης.[51] Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στο σύνολο των πρεσβειών που αντηλλάγησαν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, περιλαμβάνονται ορισμένες αποστολές με περιεχόμενο καθαρά πολιτιστικό. Η προσφορά από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, μέσω πρεσβειών, της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του Ορόσιου και του εγχειριδίου «Περί βοτανικής» των Διοσκουρίδων προς τον χαλίφη της Cordova, το αίτημα του χαλίφη της Βαγδάτης al- Ma’mūn προς τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, μέσω ειδικής πρεσβείας, να αποστείλει στην αυλή του τον Λέοντα Μαθηματικό, παρόμοιο με εκείνο του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ προς τον χαλίφη Hārūn ar-Rashīd να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα τον άραβα ποιητή Abū’ l-Atāhiya,[52] η αποστολή καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών υλικών (μωσαϊκών, μαρμάρων, όνυχα κ. λπ.) από το Βυζάντιο προς τα διάφορα χαλιφάτα για την ανέγερση και τη διακόσμηση παλατιών και τζαμιών, αποτελούν αναφορές που υποδηλώνουν στοχευμένες παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των δύο κόσμων, μέσω των γραμμάτων, του πολιτισμού και της τέχνης, οι οποίες ξεπερνούσαν τα στενά όρια των τυπικών διπλωματικών σχέσεων.[53]

Στο θρησκευτικό και ιδεολογικό πεδίο, το Βυζάντιο και το Ισλάμ, παρά τις μεγάλες διαφορές των δύο θρησκειών, μοιράζονταν μια κοινή κοσμοαντίληψη, μια κοινή θεολογική ενόραση της ανθρώπινης ιστορίας με παρόμοια ηθικά επίπεδα ως προς την επίγεια δικαιοσύνη και τη μετά θάνατο ζωή.[54] Από πολύ νωρίς άλλωστε, και συγκεκριμένα από την εποχή των Ομμεϊάδων, οι ίδιοι οι χαλίφηδες και ορισμένοι άνθρωποι της αυλής τους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον χριστιανισμό και έθεταν ερωτήματα σχετικά με το θεολογικό περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του. Σχετικά με την διαθρησκευτική επικοινωνία Βυζαντινών και Αράβων στην αναζήτηση πνευματικών συγκλίσεων και αποκλίσεων, είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω παραδείγματα: ο διάλογος μεταξύ του Στέφανου Βυζάντιου και ενός Άραβα διανοούμενου στα μέσα του 9ου αιώνα για τη θέση των δύο θρησκειών απέναντι στις ανθρωποκτόνες πράξεις[55], η μυθιστορηματική αφήγηση του Άραβα αιχμαλώτου στην Κωνσταντινούπολη Quabāth bn-Razīn, (διεσώθη από τον ομοεθνή του al-Tanūkhi, 10ος αι., στο έργο του «La delivrance après l’angoisse»), για τον θεολογικού περιεχομένου διάλογο που είχε ο ίδιος με τον πατριάρχη, με πρωτοβουλία του βυζαντινού αυτοκράτορα,[56] καθώς και οι αναφορές του αιχμάλωτου ποιητή Abū- Firās, στην ποιητική συλλογή του Rūmmiyyāt (οι Έλληνες), για έναν παρόμοιο διάλογο που διεξήγαγε με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά.[57] Αξιοσημείωτο επίσης και ενδεικτικό της προσπάθειας προσέγγισης Βυζαντίου και Ισλάμ, είναι το επεισόδιο της επίσκεψης ενός Άραβα διανοούμενου, κατ’ επιθυμίαν του χαλίφη Wātiq αλλά κατά παρέκλιση των αρχών της βυζαντινής διπλωματίας, στο σπήλαιο των επτά κοιμωμένων στην Έφεσο, μια σκηνή της χριστιανικής μυθολογίας, που φιγουράρει χαρακτηριστικά στο κοράνι.[58] Επομένως παρά τις μακρές περιόδους πολέμου και σκληρών συγκρούσεων και παρά τη διάσταση που χαρακτήριζε τις δύο θρησκείες, υπήρχαν ή δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις περιστασιακών, έστω, συνεργασιών των δύο αυτοκρατοριών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η θεολογία, η επιστήμη, η τέχνη και άλλα τεχνικά εγχειρήματα.

Ολοκληρώνοντας, πρέπει να σημειωθεί ότι τα επεισόδια των ειρηνικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων είναι πολλά και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν σε μια μελέτη. Από τα παραδείγματα, ωστόσο, στα οποία έγινε αναφορά μπορούν να εξαχθούν κάποια ενδεικτικά συμπεράσματα.

Ως προς το ζήτημα των αιχμαλώτων, που αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς στην παρούσα μελέτη, φαίνεται ότι ο θεσμός των επίσημων ανταλλαγών ή εξαγορών λειτούργησε και για τις δύο πλευρές ως στοιχείο τακτικής και συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση μιας κάποιας πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Από την άλλη, ο νεωτερισμός αυτός, μοχλός πίεσης στην ανάπτυξη ενός διαρκούς διαλόγου, χάραξε διαύλους επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των δύο κόσμων.

Όσον αφορά τον γενικό πίνακα των διπλωματικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων, αυτές φαίνεται ότι κινήθηκαν σε δύο άξονες: α) στον άξονα μιας αυστηρά θεσμοθετημένης διπλωματίας, στο πλαίσιο της οποίας περιλαμβάνονταν η αποστολή πρέσβεων, επιστολών, δώρων και ενίοτε αιχμαλώτων, με σκοπό τη διαπραγμάτευση συνθηκών ειρήνης, ανακωχών και ανταλλαγών ή εξαγορών αιχμαλώτων· και β) στον άξονα μιας πιο χαλαρής και ελεύθερης διπλωματίας, εθιμικού κυρίως χαρακτήρα, στο περιεχόμενο της οποίας εγγράφονται πολιτιστικές δράσεις, ευνοϊκές συμπεριφορές έναντι ορισμένων προσώπων και από τις δύο πλευρές,[59] αλλά ακόμη και προσπάθειες ανάπτυξης πνευματικού και θρησκευτικού διαλόγου, στο πλαίσιο της ίδιας της διαφορετικότητας των θρησκευτικών αντιλήψεων των δύο κόσμων.[60] Επομένως, ο ίδιος ο πόλεμος και οι συνέπειές του – εξίσου σκληρές και επώδυνες και για τις δύο πλευρές – και η εκατέρωθεν αναγνώριση του αντιπάλου ως ισότιμου, υπήρξαν οι σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν, παράλληλα με τις εχθρικές, οι ειρηνικές ή οι φιλικές ενίοτε σχέσεις της βυζαντινής αυλής και του αραβικού χαλιφάτου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes: La dynastie macédonnienne (867-959), II-1, Βρυξέλλες 1950, 420-423; M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siecles, Melanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 287-289 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII]; Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations in the reign of Al-Mu’iiz li-Din (953-975 A. D.) as reflected in primary arabic sources, Graeco-arabica 4 (1991), appendix II, 102.

[2] Λέοντος Σοφού Τακτικά, έκδ. G. Dennis,The Taktika of Leo VI (text, translation, and commentary), Ουάσιγκτον 2010, 444. Πρβλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Ο δίκαιος πόλεμος κατά τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, Σύμμεικτα Σεφεριάδου, Αθήνα 1961, 411-434.

[3] Canard, Les sources arabes, 287; Tibi, Byzantine-Fatimid relations, appendix III, 104.

[4] Σοφία Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο. Από τη θεωρία στην πράξη, Αθήνα 2008, 29-128.

[5] J.H. Jenkins – L.G. Westerink, Nicholas I Patriarch of Constantinople Letters, [CFHB VI], Dumbarton Oaks, Ουάσιγκτον 1973, 2.

[6] G. Dennis, The Taktika of Leo VI, 474-480; Πρβλ. G. Dagron «Ceux d’en face». Les peuples étrangers dans les traites militaires byzantins, Traveaux et Memoires 10 (1987), 223; J.F. Haldon, Recruitement and Conscription in the Byzantine Army c. 550-950. A study on the origins of the Stratiotika Ktemata (Oster. Akad. d. Wissenschaften Phil.-hist. Kl. Sitzungsber., 357 bd.), Βιέννη 1979, 48 κ ε.

[7] Nike Koutrakou, The image of the Arabs in middle-byzantine Politics. A study in the Enemy principle (8th-10th centuries), Graeco-arabica 5 (1993), 215.

[8]  G. Dagron, Apprivoiser la guerre. Byzantins et Arabes ennemis intimes, στον τόμο Το εμπόλεμο Βυζάντιο 9ος-12ος αι. (Byzantium at war), Αθήνα 1997, 37.

[9] H. Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy in the Near East from the Ιslamic Conquests to the Mid-eleventh Century, έκδ. J. Shepard – S. Franklin, Byzantine Diplomacy, Variorum 1992, 137.

[10] Η συμβολή των βυζαντινών αιχμαλώτων, σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, υπήρξε πολύ σημαντική, από τους πρώτους αιώνες της αραβικής εξάπλωσης, στην οργάνωση του χαλιφάτου και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε όλα τα επίπεδα. Μαζί με τις χριστιανικές κοινότητες της Συρίας και της Αιγύπτου (μονοφυσιτικές και κοπτικές), οι αιχμάλωτοι πολέμου χρησιμοποιήθηκαν και αξιοποιήθηκαν στη μετάδοση της γνώσης των επιστημών και της κλασικής φιλοσοφίας, αλλά κυρίως στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας του Ισλάμ σε τομείς όπως ήταν η διοίκηση, η διπλωματία, το εμπόριο, οι τέχνες, οι οικιακές εργασίες, κ. λπ. (βλ. J. Meyendorff, Byzantine Views of Islam, DOP 18 (1954), 113; Maria Campagnolo-Pothitou, Les échanges de prisoniers entre Byzance et l’Islam aux IXe-Xe siècles, Journal of Oriental and African Studies 7 (1995), 24; Milka Andonova-Hristova, Modéles historiques de coexistence pacifique entre musulmans et chrétiens orthodoxes pendant les periodes byzantine et post-byzantine, Byzantinoslavica 61 (2003), 229-239.

[11] Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy, 139. O Tabarī, μέσα από την εξιστόρηση της πρεσβείας του Άραβα απεσταλμένου και των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στη βυζαντινή αυλή, μας παρέχει μια ακόμη πολύ σημαντική πληροφορία. Πρόκειται για την παρουσία ελλήνων διερμηνέων στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, οι οποίοι γνώριζαν την αραβική γλώσσα από την περίοδο της αιχμαλωσίας και της υπηρεσίας τους πιθανότατα σε κάποιους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του χαλιφάτου (στο ίδιο, 140).

[12] R. A. Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί: το πρόβλημα των αιχμαλώτων πολέμου, Θεσσαλονίκη 1983, 68-87· Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 29-30.

[13] A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, la dynastie macédonienne (867-959), Extraits des sources arabes (μτφ. Marius Canard), Βρυξέλλες 1950, 117. Πρβλ. Fr. R. Trombley, The Arabs in Anatolia and the Islamic Law of War (fiqh al-jihad) Seventh-Tenth Centuries, Al-Masãq, (Islam and the Medieval Mediterranean) 23/1 (2011), 151 και Σοφία Πατούρα, Οι αχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ς αι.), Αθήνα 1994, 137-138.

[14] Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 7-8, 30.

[15] Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 425-430; Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί, 69-70.

[16] Jenkins – Westerink, Nicholas I Patriarch, 2-16· πρβλ. C. P. Kyrris, The nature of arab-byzantine relations in Cyprus from the middle of the 7th to the middle of the 10th century A. D. Graeco-arabica 3 (1984), 152-153.

[17] Στην περίοδο της χαλιφίας του al-Muqtadir, ο βεζύρης του Alī bn-Isā απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία, συνοδευόμενη από τους πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, με σκοπό να διερευνήσουν τις συνθήκες διαβίωσης και τη μεταχείριση που είχαν από τους Βυζαντινούς οι μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι της βυζαντινής πρωτεύουσας (M. Canard, Extaits des sources arabes, στο A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 286-291).

[18] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 390-393.

[19] Ο σλαβονικός Βίος των ιεραποστόλων αδελφών Κύριλλου και Μεθόδιου παραδίδει την πληροφορία σχετικά με την πρεσβεία του Μεθόδιου στη Βαγδάτη το έτος 851· βλ. Fr. Dvornik, Les legendes de Constantin et de Methode vues de Byzance, Πράγα 1969/2, 69 κ.ε.

[20] Ο Λέων Χοιροσφάκτης, επικεφαλής της πρεσβείας του 908 στη Βαγδάτη, επέδωσε κατά τον ιστορικό al-Tabarī ιδιόγραφη επιστολή του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄, μέσω της οποίας του πρότεινε ανταλλαγή αιχμαλώτων και του ζητούσε να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα έναν Άραβα πρεσβευτή προκειμένου να συγκεντρώσει τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους. Η ανταπόκριση του χαλίφη υπήρξε άμεση, λόγω κυρίως της ευελιξίας και των διαπραγματευτικών ικανοτήτων του Χοιροσφάκτη, όπως επισημαίνει ο Άραβας ιστορικός· (Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1 132-139· G. Kolias, Léon Choerosphactès, magister, proconsul et patrice, Αθήνα 1939).

[21] Βλ. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 316.

[22] Ο al-Tabarī, στην περιγραφή της πρεσβείας του Naşir στην Κωνσταντινούπολη το έτος 860-861 για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής αιχμαλώτων αναφέρεται στο επεισόδιο που προκλήθηκε στη βυζαντινή αυλή από την άρνηση του Άραβα πρεσβευτή να ακολουθήσει το πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο όφειλε να αλλάξει την ενδυμασία του και να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα. Το επεισόδιο αυτό αποτελεί ένδειξη της ισχύος του συγκεκριμένου προσώπου και της υψηλής θέσης που κατείχε στο χαλιφάτο (Vasiliev, Byzance et les Arabes I, La dynastie d’Amorium [820-867], Βρυξέλλες 1935, 320, όπου και η μετάφραση του σχετικού χωρίου ).

[23] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 141.

[24] Στο ίδιο, 141-143.

[25] M. Canard, Une lettre de Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd émir d’Egypte a l’empereur Romain Lécapène, Annales de l’Institut d’Etudes Orientales de la Faculté des Lettres d’Alger (AIEO) 2, Αλγέρι 1936 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, VII].

[26] Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί της βασιλείου Τάξεως, έκδ. J.J. Reiske, Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae [CSHB 2], Βόννη 1829-1830, 570-592.

[27] Στο ίδιο, 399, 401, 570-592· πρβλ. M. Canard, Les relations politiques et sociales entre Byzance et les Arabes, DOP 18 (1964), 36-37 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIX]· L. Douglas – J. Shepard, A double life: placing the peri presbeon, Byzantinoslavica 52 (1991), 34-35.

[28] Σύμφωνα με το νεωτερισμό που εισήγαγε ο Λέων ΣΤ΄ Σοφός με το «Κλητορολόγιον» του Φιλοθέου, στα επίσημα συμπόσια που πραγματοποιούνταν στη βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τις εορτές της χριστιανοσύνης προσκαλούνταν και μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι, στη θέση ενδεχομένως των απόντων πρεσβευτών (βλ. N. Oikonomides, Les listes de Préséance byzantines des IXe et Xe siècles (Introduction, Text, Traduction et Commentaire), Παρίσι 1972; Liliana Simeonova, In the depths of tenth-century byzantine ceremonial: the treatment of Arab prisoners of war at imperial banquets BMGS 22 (1998), 75-104.

[29] A.A. Vasiliev, Harūn ibn-Yahyā and his description of Constantinople, Seminarium Kondakovianum 5 (1932), 149-153· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 103-110.

[30] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 93-110 και 121-123.

[31] Simeonova, In the depths, 95-98.

[32] Canard, Bagdât au IVe siècle de l’hégire, 271; Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 42.

[33] M. Canard, Le cérémonial fatimite et le cérémonial byzantin: essai de comparaison, Byzantion 21 (1951), 415-417 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIV].

[34] M. Canard, Bagdât au IVe siecle de l’hégire, 271-272.

[35] M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siècles, Mélanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 289-290 [= Variorum Reprints, Byzance et les Musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII].

[36] Στο ίδιο, 290. Πρόκειται πιθανότατα για την πρεσβεία που απεστάλη από τον βυζαντινό αυτοκράτορα στον χαλίφη Al- Mu’ izz, μετά την κατάληψη του χαλιφάτου της Αιγύπτου και τη μεταφορά της αυλής του από τη βόρεια Αφρική στο Κάιρο, της οποίας ηγείτο κάποιος Νικόλαος (βλ. Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations, 97.

[37] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135.

[38] Ε. Levi-Provencal, Histoire de l’Espagne musulmane II, (Παρίσι 1950), 143-153 και ΙΙΙ (Παρίσι 1967), 393.

[39] Campagnolo-Pothitou, Les échanges des prisoniers, 24.

[40] Από τις χριστιανικές κοινότητες των μονοφυσιτών και των νεστοριανών, Άραβες αξιωματούχοι προσέλαβαν δούλους, διπλωμάτες και γραμματείς, εμπόρους και επιχειρηματίες, πρόθυμους να συμβάλουν στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας των Αράβων (Meyendorff, Byzantine Views, 115).

[41] I. Shahid, Byzantium and the Islamic World, στον τόμο (έκδ. Angeliki E. Laiou – H. Maguire) Byzantium: A World Civilisation, Dumbarton Oaks, 1992, 50-51.

[42] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135. C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs: war and peace between two world civilisations, Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), 18-20 (= The Arabs, Byzantium and Iran: Studies in Early Islamic History and Culture, Variorum 1996, XIII).

[43] Η ακτινοβολία του Ελληνισμού, ο οποίος αναβίωσε κατά την περίοδο της εικονομαχίας και αγκάλιασε προοδευτικά όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτων – ποίηση, θέατρο, ρητορική, ιστορία, θετικές επιστήμες και φιλοσοφία – δεν έλαμψε μόνο στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας αλλά επεκτάθηκε και έξω από τα σύνορά της με ξεχωριστή επίδραση στον ισλαμικό κόσμο και, κυρίως, στις ηγετικές του τάξεις (βλ. B. Hemmerdinger, Une mission scientifique arabe a l’origine de la renaissance iconoclaste, BZ 55 [1962], 66· P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, μτφ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Αθήνα 1985/2, 35· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 49-60.

[44] Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 35, σημ. 9. Σχετικά με τους τύπους των μεσαιωνικών μεταφράσεων από την ελληνική στην αραβική γλώσσα και τη γενικότερη μεταφραστική δραστηριότητα στο χαλιφάτο των Αββασιδών, βλ. N. Serikoff, Ancient Greece and Byzantium through Arabic Eyes, Byzantinoslavica 54/1 (1993), 198-201· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 76-77.

[45] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 389.

[46] Αφορμή για την αλληλογραφία του χαλίφη al-Ma’mūn με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο υπήρξε η παρουσία στην αυλή του χαλίφη κάποιου διανοούμενου βυζαντινού αιχμάλωτου, άλλοτε μαθητή του Λέοντος του Φιλόσοφου ή Μαθηματικού. Στο 4ο βιβλίο της Συνέχειας του Θεοφάνη, την οποία ακολουθεί πιστά σχεδόν ο Κεδρηνός, διασώζεται η παράδοση που αναφέρεται στη ζωή και τη διδασκαλία του Λέοντος του Μαθηματικού, στην αιχμαλωσία του μαθητή του από τους Άραβες και στη συνάντηση του τελευταίου με τον ίδιο τον χαλίφη Ma’mūn· (Θεοφάνους Συνεχιστής, έκδ. I. Bekker, Theοphanis Continuatus, [CSHB], Βόννη 1838, 165-191 και Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, έκδ. I. Bekker, Georgii Cedreni Compendium Historiarum II, [CSHB], Βόννη 1839, 166-169· πρβλ. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 130-134).

[47] V. Christides, Raid and Trade in the Eastern Mediterranean: A treatise by Muhammad bn. ‘Umar: the Faqīh from occupied moslem Crete and the Rhodian Sea Law: two parallel texts, Graeco-arabica 5 (1993), 63-94 και D. G. Letsios, Sea trade as illustrated in the «Rhodian Sea Law» with special reference to the reception of its norms in the Arabic Ecloga, Graeco-arabica 6 (1995), 209-225.

[48] J. Pahlitzsch, The translation of the byzantine Procheiros Nomos into arabic: techniques and cultural context, Byzantinoslavica 65 (2007), 19-29.

[49] V. Christides, Naval warfare in the Eastern Mediterranean (6th-14th centuries). An arabic translation of Leo VI’s Naumachica, Graeco-arabica 3 (1984), 137-143.

[50] S. Franklin – Maria Mauroudi, Graeco-slavic and graeco-arabic translation. Movements and their cultural implications: problems and possibilities of comparison, Byzantinoslavica 65 (2007), 57-67.

[51] C.E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 6; Canard, Les relations politiques, 37-38.

[52] Βλ. M. Canard, La prise d’Héraclée et les relations entre Hārūn ar-Rashīd et l’empereur Nicéphore Ier, Byzantion 32 (1962), 366-371 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, London 1973, XVIII].

[53] Canard, Les relations politiques et sociales, 36; Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 78-81. Στην πολιτιστική διπλωματία περιλαμβάνονταν ασφαλώς και τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσονταν μέσω των πρέσβεων αλλά και το εμπόριο που ασκούσαν ελεύθερα οι επίσημοι απεσταλμένοι, Βυζαντινοί και Άραβες, κατά την παραμονή τους στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών.

[54] C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 18.

[55] D. Krausmuller, Killing at God’s Command: Niketas Byzantios’ Polemic against Islam and the Christian Tradition of Divinely Sanctioned Murder, Al-Masāq (Islam and the Medieval Mediterranean) 16/1 (2004), 163-170.

[56] M. Canard, Les aventures d’un prisonnier arabe et d’un patrice byzantin à l’epoque des guerres bulgaro-byzantines, Récit tiré de Tanūkhi (Xe siècle), al Faradj ba’ d ash-shidda, la delivrance après l’angoisse, DOP 11 (1956), 51-72 και Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 97-103.

[57] M. Canard, Extraits… στο A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 349-350. Στις σελίδες 353-370 περιλαμβάνονται τα μεταφρασμένα αποσπάσματα από το Diwan του Άραβα ποιητή, από ποιήματά του όμως που αναφέρονται σε γεγονότα μέχρι το 959· πρβλ. Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 93-97.

[58] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes I, 8, 12 και Toynbee, Constantine Porphyrogenitus, 389.

[59] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 22-26, 83-124, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία.

[60] C. E. Bosworth, The «protected peoples» (christ.ians and Jews) in medieval Egypt and Syria, στο Bulletin of the John Rylands University Library of Manchester 1979, 11-35 [= Variorum, The Arabs, Byzantium and Iran. Studies in Early Islamic History and Culture, Λονδίνο 1996, VII]· J. Meyendorff, Byzantine views of Islam, DOP 18 (1964), 115-132· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 50-51.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Read Full Post »

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος».

 

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής και  παρακολουθεί τις πολιτικές μεταβολές και τις εναλλαγές συντηρητικών και φιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα μας. Το σχολικό βιβλίο στη νεότερη Ελλάδα διαμορφώνεται ανάλογα με την επικρατούσα κυβέρνηση και αποτελεί τον καθρέφτη των κοινωνικοπολιτικών τάσεων, που επικρατούν κάθε φορά.

Τα διδακτικά εγχειρίδια αποτελούν εργαλεία μεταβίβασης της γνώσης, αλλά συνήθως γίνονται φορείς ιδεολογίας και μεταδίδουν ιδέες αποδεκτές σε μία συγκεκριμένη εποχή από μία κοινωνία, ενώ παράλληλα προτείνουν πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς στη νεολαία και συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοσμοαντιλήψεων, νοοτροπιών και στάσεων. Ανταγωνιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που επιδιώκουν να ορίσουν τις διαδικασίες και τα πρότυπα κοινωνικοποίησης των νέων γενιών και το μέλλον της χώρας, προσπαθούν να ελέγχουν το σχολείο και τις διαδικασίες παραγωγής και διάδοσης των διδακτικών εγχειριδίων. Η δύναμη και η επιρροή, που αποδίδεται στα σχολικά βιβλία, καθιστούν τη σχετική νομοθεσία έναν τομέα άξιο μελέτης στην προσπάθεια να διερευνηθούν οι συγκρούσεις γύρω από την εκπαίδευση και τη γνώση.

 

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ.. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ..
Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

Τα σχολικά βιβλία είναι δημιουργήματα των τελευταίων αιώνων. Στα σχολεία της αρχαιότητας χρησιμοποιούνταν αυτούσια τα έργα κλασικών, ποιητών και πεζογράφων – κυρίως τα Ομηρικά έπη-, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές. Τα σχολικά χρόνια ήταν περίπου δέκα συνολικά, αλλά η παιδεία των αρχαίων υπήρξε προνόμιο των εύπορων τάξεων, κάτι που συμβαίνει ως την εποχή μας με συγκαλυμμένο ή απροκάλυπτο τρόπο. Επειδή η διδασκαλία ήταν ιδιωτική, μόνο οι εύποροι είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν μετά τη βασική εκπαίδευση των τριών ή τεσσάρων ετών. Όποιος νέος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να παρακολουθήσει την ανώτερη εκπαίδευση σε δημόσια γυμνάσια και ρητορικές ή φιλοσοφικές σχολές (Ακαδημία Πλάτωνα, Περίπατος Αριστοτέλη, ρητορική σχολή Ισοκράτη και άλλες), που άρχισαν να ιδρύονται από τον 5ο π.Χ. Τις ανάγκες για ανώτατη μόρφωση στην κλασική Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις κάλυπταν και οι σοφιστές, οι οποίοι δίδασκαν με αμοιβή όλα τα γνωστικά αντικείμενα: γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, ιατρική, τέχνες, ρητορική και φιλοσοφία. Για τον Έλληνα η λέξη εκπαίδευση σήμαινε εκπαίδευση του χαρακτήρα, αρμονική ανάπτυξη του σώματος, του νου και της φαντασίας. Κάθε είδους τεχνική εκπαίδευση αποκλειόταν από τα ελληνικά σχολεία ως βάναυσος και θεωρούσαν τον έμπορο ή τον τεχνίτη ακατάλληλο ως ενεργό πολίτη. (Πλάτων, Νόμοι, 846 D).

 

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

 

Ρωμαϊκή εποχή

 

Στη ρωμαϊκή εποχή δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία και τα αγόρια διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, συνήθως ελληνικής καταγωγής, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί», ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Η εκπαίδευση και στη ρωμαϊκή εποχή ήταν ιδιωτική υπόθεση και τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή με ασκήσεις επί μικρών φράσεων με ηθικά αξιώματα και αριθμητική. Ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η στοιχειώδης εκπαίδευση μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή και τα μαθήματα γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο με έμφαση στην άθληση του σώματος.

Στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης διδάσκονταν το ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και τον Έλληνα Όμηρο, τη γραμματική της γλώσσας, την κλίση των ονομάτων, ποίηση και γεωγραφία. Στην ανώτερη εκπαίδευση κύρια μαθήματα είναι η ρητορική τέχνη, οι νόμοι και η φιλοσοφία. Ορισμένοι μαθητές φοιτούσαν σε σχολές ρητορικής με δάσκαλο σχεδόν πάντα Έλληνα, που προετοίμαζε τους νέους για νομική καριέρα και απαιτούσε από τους διδασκομένους να αποστηθίζουν τους ρωμαϊκούς νόμους. Από το 2ο π.Χ αιώνα ήταν απαραίτητη για κάθε Ρωμαίο νέο η εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Πολλοί Ρωμαίοι νέοι μεταβαίνουν στην Αθήνα, για να μάθουν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική φιλοσοφία, ενώ πολλές πλούσιες οικογένειες Ρωμαίων είχαν τροφούς Ελληνίδες ή Έλληνες δούλους, οι οποίοι βοηθούσαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Ο Κικέρων και ο Πλίνιος γνώριζαν πάρα πολύ καλά ανάγνωση και γραφή της Ελληνικής. Από τον 3ο π.Χ αιώνα υπάρχουν κάποια δίγλωσσα εγχειρίδια, που ονομάζονται Hermeneumata – Pseudodositheana και δείχνουν πόσο είχε επηρεαστεί η ρωμαϊκή παιδεία από την Ελληνική. Είναι μοναδικό το ιστορικό φαινόμενο ενός λαού, που πολιτικά κατακτημένος και στρατιωτικά εξουθενωμένος κατορθώνει με τη δημιουργική δύναμη του πολιτισμού του να κατακτήσει και να εκπολιτίσει τον κατακτητή του, όπως αναγνώρισε και ο Λατίνος ποιητής Οράτιος με την πασίγνωστη φράση του «Graecia capta ferrum victorem cepit et artes intulit agresti Latio» , δηλ. «Η κατακτημένη Ελλάς κατέκτησε τον σκληρό κατακτητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο». Μια χώρα ουσιαστικά υπόδουλη διδάσκει τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τα γράμματά της στον κατακτητή της και μέσω αυτού στην ανθρωπότητα και προσφέρει τη γλώσσα της, για να διατυπωθεί και να διαδοθεί μέσω αυτής η διδασκαλία του Χριστιανισμού.

 

Βυζάντιο

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Οι Βυζαντινοί έδωσαν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, αν και η παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική ή κρατική και αφορούσε κυρίως παιδιά μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Στα βυζαντινά χρόνια τα σχολεία ήταν εκκλησιαστικά ή ιδιωτικά, στεγάζονταν σε εκκλησιαστικούς χώρους, σε μοναστήρια ή σε ιδιωτικούς χώρους και απευθυνόταν κυρίως σε αγόρια, των οποίων οι οικογένειες μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα. Το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα είχε δύο κύκλους σπουδών. Στον πρώτο κύκλο φοιτούσαν παιδιά από την ηλικία των έξι χρονών και στο δεύτερο από την ηλικία των δώδεκα. Το βασικό σχολείο ήταν τετραετούς φοίτησης και οι μαθητές μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στις μικρές τάξεις, ενώ στις μεγαλύτερες διδάσκονταν ορθογραφία, γραμματική και αριθμητική. Κατόπιν υπήρχε σχολείο με εξαετή ή οκταετή φοίτηση, όπου οι μαθητές μάθαιναν τη Βίβλο, ψαλμούς, ύμνους, Όμηρο και κλασσικούς αρχαίους συγγραφείς, ρητορική και απαγγελία. Στα δημοτικά σχολεία χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστικά τα ιερά βιβλία. Σκοπός τους ήταν διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα να εκπαιδεύσουν τους μαθητές, ώστε να γίνουν μέλη της εκκλησίας και να ακολουθούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και επέμεναν πολύ σε ζητήματα αποστήθισης στίχων από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα και από τη Βίβλο. Η Πολιτεία ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη «δευτεροβάθμια» εκπαίδευση, απ’ όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη, για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Μορφωμένος θεωρούνταν εκείνος που είχε τελειώσει τα δύο αυτά σχολεία στην ηλικία 15-17 χρονών.

Ως γραφική ύλη στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ο πάπυρος. Πάπυρος είναι ένα φυτό, που φυτρώνει μόνο του, μοιάζει με το καλάμι και σκεπάζει μεγάλες εκτάσεις στις όχθες του Νείλου και άλλων ποταμών της Αφρικής και της Συρίας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έκοβαν το φλοιό του κορμού σε λεπτές λωρίδες, τις ένωναν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια εύκαμπτη και επίπεδη επιφάνεια, που τη στέγνωναν και τη βερνίκωναν. Οι λωρίδες τοποθετούνταν κάθετα η μια πλάι στην άλλη και σχημάτιζαν ένα πρώτο στρώμα, πάνω στο οποίο έμπαινε δεύτερο στρώμα από οριζόντιες λωρίδες. Τα φύλλα, που σχηματίζονταν με αυτόν τον τρόπο, συνδέονταν το ένα με το άλλο και σχημάτιζαν ταινίες μήκους πολλών μέτρων, οι οποίες τυλίγονταν σ’ ένα ξύλινο κοντάρι. Πάνω σ’ αυτό έγραφαν οι αρχαίοι κατά στήλες τους λογαριασμούς τους, τις προσευχές τους, τις ιστορίες τους με ένα μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι. Συνήθως έγραφαν μόνο από τη μια όψη (πάπυροι ανοπισθόγραφοι), σπανιότερα και στις δύο όψεις (πάπυροι οπισθόγραφοι). Το να διαβάσει όμως κάποιος από πάπυρο τυλιγμένο σε σχήμα κυλίνδρου δεν ήταν απλό. Έπρεπε με το ένα χέρι να τον ξετυλίγει και με το άλλο να τον τυλίγει. Γι’ αυτό από το 2ο μ.Χ. αιώνα επινοήθηκε ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης των γραπτών παπύρων, που θα οδηγούσε στη γέννηση της λέξης Τετράδιο. Οι συγγραφείς συγκέντρωναν κάποια κομμάτια από πάπυρο, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν και δημιουργούσαν ένα τεύχος. Έτσι, τα τέσσερα φύλλα παπύρου διπλωμένα και ραμμένα δημιουργούσαν ένα τεύχος με 8 φύλλα. Το τεύχος αυτό με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκε τετράδιο (τετράς διά δύο).

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης. Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης.
Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο πάπυρος ως υλικό γραφής διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσογείου και στην Ελλάδα, με την Αίγυπτο να έχει το μονοπώλιο της παραγωγής και της διακίνησής του, και διατηρήθηκε ως τον 7ο μ. Χ. αιώνα. Ήταν όμως εύθραυστο υλικό και η συχνή χρήση του προκαλούσε βλάβες, ακόμη και την καταστροφή του. Η διατήρησή του ήταν δύσκολη υπόθεση, όταν ήταν εκτεθειμένος στην υγρασία. Ένα ρολό από πάπυρο μπορούσε να διατηρηθεί μέχρι και 300 χρόνια, μόνο αν προφυλαγόταν καλά. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή, για να σωθούν από την καταστροφή. Τα περισσότερα δείγματα παπύρων βρέθηκαν σε ξηρές περιοχές, χωρίς υγρασία. Πολλοί πάπυροι βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση, γιατί προστατεύτηκαν από το ξηρό κλίμα και την άμμο της Αιγύπτου. Άλλοι βρέθηκαν μέσα σε περιτυλίγματα για μούμιες ή κλεισμένοι μέσα σε τάφους. Το μεγαλύτερο μέρος των παπύρων που έχουν βρεθεί είναι γραμμένοι στα ελληνικά, λίγοι στα λατινικά και αρκετοί στην κοπτική, στην αραμαϊκή και στην αραβική. Ο πάπυρος όμως άφησε το όνομά του και στο χαρτί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αφού στην αγγλική το χαρτί ονομάστηκε paper, στα γαλλικά papier, στα γερμανικά das Papier, και με παρόμοιες λέξεις στα δανέζικα και στη Σουηδία σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Τα κείμενα των αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά εκπαιδευμένοι γραφείς, οι βιβλιογράφοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε ειδικά   βιβλιογραφικά εργαστήρια για πολλές ημέρες, ώσπου να τελειώσουν ένα βιβλίο. Το 2ο π.Χ. αιώνα η Αλεξάνδρεια είχε δημιουργήσει την εκπληκτική βιβλιοθήκη της με χιλιάδες παπύρους. Μοναδικός ανταγωνιστής της ήταν η βιβλιοθήκη της Περγάμου με εντυπωσιακό αριθμό χειρογράφων σε πάπυρο. Αλλά ο πάπυρος εισαγόταν από την Αίγυπτο και οι Αλεξανδρινοί στη λογική του ανταγωνισμού πήραν την απόφαση να μην προμηθεύουν την Πέργαμο με την αναγκαία πρώτη ύλη γραφής. Τότε οι γραφείς της Μικράς Ασίας επινόησαν την περγαμηνή, που πήρε την ονομασία της από την Πέργαμο, που ήταν το κέντρο παραγωγής και εμπορίας της από τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Η περγαμηνή (στα ελληνικά διφθέρα και στα λατινικά membrana ) είναι κατασκευασμένη από δέρματα ζώων, κυρίως μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η κατασκευή της ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη το Β΄(197-158 π.χ.). Ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιο ακριβή, γιατί έπρεπε να σφάξουν πολλά πρόβατα, για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, όταν από κάθε δέρμα δημιουργούσαν το πολύ τέσσερα φύλλα. Η εμφάνισή της οδήγησε και στην αντικατάσταση της καλαμένιας γραφίδας από το φτερό χήνας μετά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία ΧΙΙΙ 11).

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Στο Βυζάντιο συναντούμε δύο τύπους βιβλίων, το ειλητάριο και τον κώδικα. Το ειλητάριο ήταν μία μακρόστενη λωρίδα παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού τυλιγμένη γύρω από ένα στρογγυλό ξύλο, τον κοντό (γι’ αυτό ονομαζόταν και κοντάκιο). Ο αναγνώστης ξετύλιγε λίγο – λίγο με το αριστερό χέρι και το ξανατύλιγε με το δεξί. Από τα ρήματα ειλείν και ανελίσσειν, που δηλώνουν αυτή την κίνηση, ο τύπος αυτός του βιβλίου ονομάστηκε ειλητάριο ή ειλητό.

Τα ειλητάρια χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τον 11ο έως τον 15o αι. Στις δύο όψεις τους γράφονταν το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, αλλά και διοικητικά έγγραφα και γράμματα. Δεν ήταν όμως κατάλληλα για τη συγγραφή μεγάλων και πολλών κειμένων και οι Βυζαντινοί από τον 3ο αι. μ. Χ. κατασκεύασαν τον κώδικα, έναν τύπο βιβλίου, στο οποίο έγραφαν μεγάλα κείμενα, όπως τη Βίβλο. Ο κώδικας αποτελείται από μεγάλα κομμάτια χαρτιού ή περγαμηνής, διπλωμένα δύο φορές στα δύο. Πολλά τετράδια ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα. Κώδικας δηλαδή σήμαινε χειρόγραφο βιβλίο με φύλλα.

Το χαρτί εφευρέθηκε από τους Κινέζους και έφτασε στον ελλαδικό χώρο επί Ειρήνης Κομνηνής τον 11ο αιώνα. Το παλαιότερο βυζαντινό έγγραφο από χαρτί θεωρείται το χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας και χρονολογείται το 1052. Το βιβλίο ήταν χειροποίητο και προϊόν κοπιώδους εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους και δύσκολα το αντικαθιστούσαν, αν τύχαινε να φθαρεί.

Συστηματική χρήση των βιβλίων έχουμε μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας το 15ο αιώνα. Η εφεύρεση του επίπεδου πιεστηρίου έγινε στη Μαγεντία (Μάιντς) της Γερμανίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, ο οποίος κατασκεύασε και τα πρώτα κινητά τυπογραφικά στοιχεία και το 1455 τύπωσε το πρώτο βιβλίο, που ήταν η Βίβλος σε λατινική μετάφραση (Βουλγάτα) με 1280 περίπου σελίδες βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους και 42 στίχους στις περισσότερες σελίδες. Η ευκολία με την οποία μπορούσαν να παραχθούν βιβλία επέτρεψε να τυπωθούν συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, που έως τότε αναπαράγονταν μόνο από αντιγραφείς σε μοναστήρια, και σηματοδότησε τη στροφή στην κλασική αρχαιότητα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα σε 10 εκατομμύρια αντίτυπα, καθώς ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Η τυπογραφία ευνόησε τη ραγδαία μετάδοση της γνώσης, την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και πληροφοριών και τη διεύρυνση της πνευματικής καλλιέργειας, που μέχρι τότε ήταν προνόμιο του κλήρου και των αριστοκρατών. Η τυπογραφία βοήθησε πολύ κόσμο να μάθει γραφή και ανάγνωση, γιατί το βιβλίο έγινε φθηνό και προσιτό, και οδήγησε στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης.

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Τα πρώτα ελληνικά βιβλία τυπώθηκαν στην Ιταλία με τη βοήθεια ελλήνων λογίων, που διέφυγαν στη Δύση, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το πρώτο χρονολογημένο ελληνικό έντυπο βιβλίο ήταν η «Επιτομὴ των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρι, που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476. Το 16ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα αλφαβητάρια στην ελληνική γλώσσα, που τυπώνονται στις ελληνικές παροικίες (Βιέννη, Βενετία, Βούδα, Πέστη, Βουκουρέστι) με χρηματοδότες ευκατάστατους Έλληνες των ελληνικών παροικιών. Ως αλφαβητάρια χρησιμοποιούνταν ακόμα το Ψαλτήρι και η Οκτώηχος. Κυρίαρχο αλφαβητάριο της Τουρκοκρατίας ήταν ένα έντυπο με τον τίτλο «Χρήσιμος παιδαγωγία», που κυκλοφόρησε τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας (17ο έως 19ο αιώνα).

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 - 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 – 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στη Βενετία το 1641 από το Νικόλαο Γλυκύ και είναι ένα δεκαεξασέλιδο, που είχε ευρεία διάδοση και πραγματοποίησε πολλές εκδόσεις. Τα προεπαναστατικά αλφαβητάρια χρησιμοποιούνται για την εκμάθηση της ανάγνωσης, πριν από την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι, και χωρίζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούνταν από γλωσσικά στοιχεία και το δεύτερο από ποικίλα αναγνώσματα (προσευχές, γνωμικά, παιδικές διηγήσεις, κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου κ.ά.). Τα αλφαβητάρια αυτά έχουν έντονη την εκκλησιαστική παράδοση και αποσκοπούν στη θρησκευτική – ηθική διάπλαση των νέων, αφού η παιδεία στην Τουρκοκρατία ήταν υπό την προστασία και την καθοδήγηση της εκκλησίας. Την περίοδο αυτή κυκλοφορούν και τα πρώτα «μαθητάρια», που ήταν χειρόγραφα αναγνωστικά.

 

Πότε «γεννήθηκαν» τα αναγνωστικά;

 

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Όσοι πιστεύουν ότι όλα άρχισαν με το «Λόλα να ένα μήλο», αγνοούν ότι όλα ξεκίνησαν με το «Αλφαβητάριον εν ώ περιέχονται τα εικοσιτέσσερα γράμματα» του Μιχαήλ παπα-Γεωργίου του Σιατιστέως, ένα τετράδιο φτιαγμένο από φτηνά φύλλα χαρτιού και ραμμένο στην εξωτερική του πλευρά με κλωστή και βελόνα, που ήταν τυπωμένο «εν Βιέννη της Αυστρίας» το 1771, για να φτάσουμε μέχρι τη σημερινή «Γλώσσα μας» και τα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια. Το σχολικό βιβλίο έχει πορεία περίπου 4 αιώνων και στην ιστορία του αποτυπώνονται όλες οι περιπέτειες του εκπαιδευτικού προσανατολισμού της χώρας μας. Μετά την απελευθέρωση έγινε προσπάθεια για την οργάνωση των σχολείων και τον έλεγχο των σχολικών βιβλίων. Με την είσοδο του 19ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα εικονογραφημένα αλφαβητάρια με λιθογραφίες παρμένες από γαλλικά βιβλία της εποχής και σταδιακά η θεματολογία αλλάζει. Το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων περνάει από τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας σε πρόσωπα ήρωες ή θρύλους μιας μακρινής εποχής, όπως ο Οδυσσέας, ο Ροβινσώνας και ο Γεροστάθης.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μέχρι το 1937, που ιδρύθηκε ο ΟΕΣΒ (Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων) από τον Ιωάννη Μεταξά, συγκρούονται δύο πολιτικές για το σχολικό βιβλίο: του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με την έλευση του Όθωνα διατυπώνονται τα πρώτα μέτρα για την εκπαίδευση. Με το διάταγμα της 1ης Απριλίου 1836 «περί βιβλιοπωλείου εν τη βασιλική τυπογραφία» ορίζεται ότι «δια να εισαχθή τρόπος ομοιόμορφος εις την διδασκαλίαν του λαού και να ευρίσκη ο καθείς στοιχειώδη βιβλία καλά …..» τα βιβλία θα εκδίδονται και θα πωλούνται από τη βασιλική τυπογραφία ύστερα από γνωμάτευση διορισμένης συντακτικής επιτροπής. Στα σχολεία χρησιμοποιούνται μόνο αυτά τα βιβλία και καθορίζεται με αυστηρότητα το περιεχόμενό τους , για «να μην εμπεριέχουν διδασκαλίας ή γνώμας επιβλαβείς δια την θρησκείαν ή την ηθικήν και πνευματικήν του ανθρώπου ανάπτυξιν και εκπαίδευσιν». Στο νομοθέτημα αυτό διαγράφεται σαφώς ο ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής πολιτικής και γίνεται φανερή η προσπάθεια άσκησης ελέγχου στο εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια. Η προσπάθεια αυτή του κράτους να ασκήσει μονοπωλιακή πολιτική στο σχολικό βιβλίο δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διχογνωμίες. Το Διάταγμα αυτό δεν υλοποιήθηκε και δυο χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης 1838, με το οποίο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταργήσει το βασιλικό βιβλιοπωλείο και άρχισε η φάση του ελεύθερου ανταγωνισμού με δύο εκδοτικούς οίκους (Κορομηλά και Βλαστού)», που κράτησε μέχρι το 1882.

 

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

 

Με Βασιλικό Διάταγμα του 1859 (1/9/1859) «περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφορωτέρων βιβλίων δια τα δημοτικά σχολεία» προκηρύσσεται από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ειδικός διαγωνισμός κάθε φορά για τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων. Αλλά και ο νόμος αυτός σύντομα έπεσε σε αδράνεια. Το 1867 με το νόμο ΣΜΘ'(24 11 1867) προβλέπεται σύσταση επιτροπής για την κρίση των σχολικών βιβλίων, που και αυτός αδρανοποιείται. Τη δεκαετία 1870-1880 με πρόταση του βουλευτή Κυνουρίας Γ.Α. Βακαλόπουλου «πάντα τα μαθήματα θέλουσι διδάσκεσθαι κατά βιβλία κεκριμένα υπό των εποπτών ως κατάλληλα προς διδασκαλίαν και εγκεκριμένα υπό του Υπουργείου». Ο νόμος του Γ.Α. Βακαλόπουλου ζητά να καταργηθούν και να επανακριθούν όλα τα βιβλία για κάθε διδασκόμενο μάθημα, ακόμα και οι ιστορικοί και γεωγραφικοί πίνακες, οι ιχνογραφίες και οι καλλιγραφίες, και προβλέπει αυστηρές ποινές για τους εκπαιδευτικούς, που θα χρησιμοποιούσαν μη εγκεκριμένα ή κλεψίτυπα βιβλία. Ο εκπαιδευτικός «καταδικάζεται ποινικώς, τιμωρείται με παύσιν και ουδέποτε επανέρχεται εις υπηρεσίαν». Το Υπουργείο «ουδέποτε δύναται να αναστείλη σύστασιν κεκριμένου υπό των εποπτών διδακτικού βιβλίου… αποκλειομένων ανυπερθέτως του λοιπού πάντων των άλλων». Με τη διάταξη αυτή ενισχύεται ο κρατικός έλεγχος των βιβλίων με το ρόλο των εποπτών, που έκαναν τις κρίσεις των βιβλίων, αφού οι επόπτες διορίζονται από το Υπουργείο. Τα «εγκεκριμένα» βιβλία συμπεριλαμβάνονται σ’ έναν κατάλογο, που αποστέλλεται στα σχολεία στην αρχή κάθε σχολικού έτους.

 

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 - 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Μετά το 1880 ο κρατικός έλεγχος των διδακτικών βιβλίων έγινε πιο έντονος με πρωτεργάτες τις κυβερνήσεις του Τρικούπη και του Θεοτόκη, που επέβαλαν πολιτική αυστηρού ελέγχου με τη χρήση ομοιόμορφων εγχειριδίων και έλεγχο του περιεχομένου τους, ενώ θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική χρήση εγκεκριμένων βιβλίων από ειδικές κριτικές επιτροπές. Η κυβέρνηση Τρικούπη καταργεί την πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού και προκηρύσσει διαγωνισμό συγγραφής σχολικών βιβλίων κάθε τέσσερα χρόνια. Οι κριτικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων καθορίζονται άμεσα από τον υπουργό, εγκρίνουν ένα μόνο βιβλίο για κάθε μάθημα για μια τετραετία, ενώ από το 1893 η διάρκεια της έγκρισης γίνεται τριετία. Εξαίρεση αποτέλεσε ο νόμος του 1895 του δεληγιαννικού κόμματος, που επέτρεψε την ελεύθερη χρήση οποιουδήποτε εγχειριδίου στο γυμνάσιο και την έγκριση πολλών παράλληλα βιβλίων στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ενώ όρισε τη διάρκεια της έγκρισης για μια πενταετία. Η πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού διαρκεί μέχρι το 1907, οπότε με το νόμο ΓΣΑ’ επανέρχεται ο κρατικός παρεμβατισμός, που ίσχυε πριν το 1895, με το σύστημα έγκρισης ενός μόνο βιβλίου, το οποίο επιλέγεται ανάμεσα από τρία βραβευμένα. Η επιτροπή όμως διατηρεί το δικαίωμα να μεταρρυθμίσει και να συμπληρώσει το εγκρινόμενο βιβλίο από τα άλλα δύο. Με το νόμο αυτό κυκλοφορούν τα πρώτα κρατικά αναγνωστικά και εμφανίζεται το βιβλιόσημο. Ο πρώτος νόμος περί διδακτικών βιβλίων του 20ου αιώνα αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κρατικό έλεγχο.

Σταθμό στα εκπαιδευτικά ζητήματα αποτελεί η μεταρρύθμιση του 1917, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου ζήτησε από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο να συνεργαστεί μαζί της για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ήταν ένα σωματείο, που ιδρύθηκε το 1910 στην Αθήνα από λογοτέχνες, εκπαιδευτικούς και πολιτευόμενους με σκοπό την προσπάθεια αναμόρφωσης της ελληνικής εκπαίδευσης και από το 1911 εξέδιδαν μερικά διδακτικά και εκπαιδευτικά βιβλία. Πίστευαν ότι η εκπαίδευση θα βελτιωνόταν με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη διδασκαλία και την καταπολέμηση του σχολαστικισμού. Οι προσπάθειές τους στηρίχθηκαν στις εργασίες του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Αλέξανδρου Δελμούζου και του Δημήτριου Γληνού, που ήταν ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ο Δημ. Γληνός ανέλαβε γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας με επόπτες δημοτικής εκπαίδευσης το Δελμούζο και τον Τριανταφυλλίδη.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Η βασική αλλαγή που θεσμοθετήθηκε τότε αφορούσε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο και «γέννησε» το γλωσσικό ζήτημα. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα στο δημοτικό σχολείο με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στην Ε’ και Στ΄ Δημοτικού. Οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων έχουν απόλυτη ελευθερία και μόνο τις γενικές οδηγίες του Υπουργείου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν. Η κρίση των βιβλίων γίνεται κάθε χρόνο από μόνιμο εκπαιδευτικό συμβούλιο, όχι από επιτροπές διορισμένες από τον υπουργό, και ισχύει επ’ αόριστον, ενώ ο αριθμός των εγκεκριμένων βιβλίων είναι απεριόριστος. Τα εγχειρίδια δεν εγκρίνονται βάσει διαγωνισμού, αλλά το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες και γενικές υποδείξεις για τη σύνταξη τους. Το ίδιο Συμβούλιο, αφού ελέγξει αν το εγχειρίδιο είναι σύμφωνο με τα όσα ορίζει ο νόμος, αποφασίζει κατά πλειοψηφία την παροχή της έγκρισης και μία φορά το χρόνο συντάσσει κατάλογο των εγκεκριμένων βιβλίων, τον οποίο δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στέλνει στα σχολεία. Ο σύλλογος των διδασκόντων κάθε σχολείου, προς το τέλος κάθε χρονιάς ορίζει κατά πλειοψηφία, μετά από εισήγηση του καθηγητή που πρόκειται να διδάξει το σχετικό μάθημα, ποια από τα εγκεκριμένα βιβλία θα εισαχθούν στις τάξεις κατά το επόμενο σχολικό έτος. Από τη στιγμή, που ένα βιβλίο εισάγεται σε μία τάξη, απαγορεύεται να αντικατασταθεί πριν την πάροδο διετίας. Εισάγεται έτσι ένα φιλελεύθερο πνεύμα στο χώρο της νομοθεσίας περί διδακτικών βιβλίων, δίνονται μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας στους συγγραφείς, δεν επιβάλλεται η χρήση ενός βιβλίου στα σχολεία και μειώνεται η παρέμβαση του Υπουργείου Παιδείας στη διαδικασία παραγωγής και διάδοσης τους.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Ανάμεσα στα νέα αναγνωστικά, που γράφτηκαν και εγκρίθηκαν με βάση αυτό το νόμο, ήταν το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» και τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Άλλοι γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες, όπως οι Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παύλος Νιρβάνας κ.α., συνδέουν το όνομά τους στο διάστημα αυτό με τη συγγραφή αναγνωστικών και δοκιμάζουν με την πένα τους να διαπλάσουν τις παιδικές αντιλήψεις.

Το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» (ονομασία που του έδωσαν οι μικροί μαθητές) θεωρείται σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη των αλφαβηταρίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα δεκατρία αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1920 επί κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου. Ήταν δημιούργημα συντακτικής επιτροπής με μέλη τους Α. Δελμούζο, Μ. Τριανταφυλλίδη, Π. Νιρβάνα και Ζ. Παπαντωνίου με εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Μαλέα. Είναι προϊόν ελεύθερης δημιουργίας στη δημοτική γλώσσα µε στόχο να διαπλάσει την ψυχή των µμαθητών και να τους εμφυσήσει την αγάπη για τη φύση. Οι εικόνες του είχαν σκοπό «να είναι τα πολυτιμότερα μέσα για να μορφώσουν την παρατηρητικότητα και την καλαισθησία του παιδιού». Τα αλφαβητάρια που εκδόθηκαν από τότε, σχεδόν στο σύνολό τους, έχουν αυτό ως πρότυπο. Τα «Ψηλά Βουνά» με εικόνες του Ρούμπου και σκίτσα του Παπαντωνίου μεταφέρουν ένα νέο πνεύμα αισθητικής αγωγής.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ' δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ’ δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ύστερα από δύο βαλκανικούς πολέμους και έναν παγκόσμιο, έναν εσωτερικό διχασμό και μια επαναστατική κυβέρνηση, ωριμάζει η ιδέα της οριστικής αναμόρφωσης της Παιδείας. Η χρυσή εποχή του σχολικού βιβλίου ξεκινά. Τα σχολικά εγχειρίδια εγκαταλείπουν σταδιακά τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία, ο ακαδημαϊσμός υποχωρεί και στρέφονται προς την επιστημονική γνώση και την κριτική σκέψη με στόχο την παίδευση ολόπλευρα καλλιεργημένων ατόμων. Τα νέα βιβλία είναι απαλλαγμένα από το στόμφο και το διδακτισμό των προηγούμενων, ενώ η δημοτική γλώσσα μιλάει στις καρδιές των παιδιών. Στο περιεχόμενό τους πάντως εξακολουθεί να επικρατεί ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας και η κύρια θεματολογία τους ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια».

Η πολιτική αλλαγή το Νοέμβριο του 1920 μετά την ήττα του Βενιζέλου ανέκοψε τη φιλελεύθερη πολιτική για το σχολικό βιβλίο. Οι αντίπαλοι του δημοτικισμού καταπολεμούν τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης. Η νέα κυβέρνηση ανέθεσε σε επιτροπή τον έλεγχό τους και τα μέλη της επιτροπής Σακελλαρόπουλος, Σκιάς, Εξαρχόπουλος, Μιχαλόπουλος και Μεγαρεύς αποφάσισαν πως θα έπρεπε να «εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι τα υπάρχοντα αναγνωστικά ως έργο ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Η μεταρρύθμιση τερματίστηκε με το νόμο 2678 του 1921, που δεν εφαρμόστηκε όμως, γιατί μεσολάβησε η επανάσταση του 1922, που επανέφερε σε εφαρμογή τους νόμους του 1917-18. Ο νόμος 3180 του 1924 τροποποίησε το σύστημα έγκρισης των σχολικών βιβλίων και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Η δικτατορία του Πάγκαλου με διάταγμα του 1926 άλλαξε πάλι το σύστημα έγκρισης και όρισε ότι τα βιβλία δεν πρέπει να περιέχουν ύλη αντίθετη με τη θρησκεία, την πατρίδα, το πολίτευμα και τα χρηστά ήθη, ενώ δεν επιτρέπεται η έγκριση πέραν των δύο αναγνωστικών για κάθε τάξη. Νέος νόμος, ο 3438 του 1927, ορίζει ότι μπορούν να εγκριθούν μέχρι τρία διδακτικά βιβλία για κάθε μάθημα και τάξη και η έγκριση ισχύει για τα βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τρία χρόνια και για της μέσης για μία πενταετία. Οι σύλλογοι των διδασκόντων αποφασίζουν για την εισαγωγή των βιβλίων στα σχολεία επιλέγοντας μεταξύ των εγκεκριμένων.

Η πολιτική αυτή ανατρέπεται με τη δημοσίευση νέου νόμου, που ψηφίζεται στα πλαίσια της δεύτερης μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929. Με τη «μεταρρύθμιση του 1929» τα σχολικά βιβλία διαιρούνται ανάλογα με το σκοπό και τη χρήση τους σε τρεις κατηγορίες:

α) στα διδακτικά βιβλία,

β) στα βοηθήματα και

γ) στα ελεύθερα αναγνώσματα.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες βιβλίων εισάγονται στα σχολεία μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τα ελεύθερα αναγνώσματα αρκεί απλή σύστασή τους. Τα διδακτικά βιβλία με τη σειρά τους διαιρούνται σε αναγνωστικά και εγχειρίδια. Τα αναγνωστικά συντελούν στη γλωσσική και λογοτεχνική μόρφωση, στη θρησκευτική, ηθική και εθνική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και πρέπει με τη μορφή και το περιεχόμενο τους να κινούν την αγάπη για το βιβλίο γενικά. Τα εγχειρίδια «αποτελούντα συστηματικάς και εύληπτους συνόψεις των συμπερασμάτων των οικείων επιστημών, χρησιμεύουν ως στήριγμα των μαθητών κατά την εισαγωγήν των εις την ύλην των διαφόρων μαθημάτων και ως βάσις δια την ευμέθοδον καθοδήγησίν των προς περαιτέρω μελέτην και ευρυτέραν έρευναν αυτής». Τα βοηθήματα αποτελούν σημαντικότατα εργαλεία για την πληρέστερη μελέτη της διδασκόμενης ύλης και την αυτενεργό έρευνα των μαθητών, ενώ διευκολύνουν παράλληλα και το έργο των διδασκόντων. Η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής τείνει προς την ιδέα του πολλαπλού βιβλίου.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26 Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26
Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες
στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο νόμος 5045 «περί σχολικών βιβλίων» του 1931, με εισήγηση του τότε υπουργού παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, είναι μοναδικός στην ελληνική εκπαιδευτική ιστορία για τη στάση του απέναντι στη γνώση, στο διδακτικό βιβλίο και στη διαδικασία της μάθησης. Με το νόμο αυτό τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο μαθητής ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν και άλλα διδακτικά και βοηθητικά βιβλία, παράλληλα με το εγχειρίδιο, που συμβουλεύονται καθημερινά. Με τον τρόπο αυτό τους δίνεται η ευκαιρία να διακρίνουν και να σχολιάσουν διάφορες απόψεις πάνω στο ίδιο θέμα, απομυθοποιείται ο τυπωμένος λόγος και βιώνεται το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα μπορεί να υπάρχουν πολλές και πιθανόν αντικρουόμενες αντιλήψεις. Καταδικάζεται η παθητική αποδοχή και ενθαρρύνεται η ενεργητική και κριτική στάση δασκάλων και μαθητών, που παροτρύνονται να ερευνούν, ώστε να σχηματίζουν δική τους αντίληψη. Αναιρείται έτσι η αυθεντία των διδακτικών βιβλίων και παρέχεται η δυνατότητα κριτικής της παρεχόμενης γνώσης. Το εγχειρίδιο δεν αντιμετωπίζεται ως μοναδική και αλάνθαστη πηγή γνώσης προς απομνημόνευση, αλλά ως όργανο των μαθητών για την περαιτέρω έρευνα και μελέτη τους. Σε κάθε σχολείο δημιουργείται και σχολική βιβλιοθήκη για την οποία αγοράζονται δύο τουλάχιστον αντίτυπα όλων των εγκεκριμένων βιβλίων και κάθε είδους βοηθήματα.

Ο νόμος 5911 του 1937, που θεσμοθετείται από κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος, επαναφέρει το θεσμό της προκήρυξης διαγωνισμού για τη συγγραφή των διδακτικών βιβλίων. Οι προκηρύξεις ορίζουν την ποσότητα και την οικονομία της ύλης και συντάσσονται από κριτικές επιτροπές τις οποίες ορίζει ο υπουργός. Η υποβολή και κρίση των διδακτικών βιβλίων γίνεται ανά διετία και η έγκριση ισχύει επί μία τετραετία. Τα εγχειρίδια που εισάγονται στα σχολεία επιλέγονται βάσει του καταλόγου των εγκεκριμένων βιβλίων, που συντάσσει το Υπουργείο Παιδείας και καταργούνται οι διατάξεις για την αγορά διδακτικών βιβλίων και βοηθημάτων για τις σχολικές βιβλιοθήκες. Επαναφέρει δηλαδή τη συγκεντρωτική πολιτική και αυξάνει τον έλεγχο του υπουργού παιδείας στη διαδικασία συγγραφής και έγκρισης των εγχειριδίων.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Ο νόμος 5911 ίσχυσε ως τη δημοσίευση του αναγκαστικού νόμου 952 του 1937, με τον οποίο ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ), που υπάγεται στην εποπτεία του υπουργού παιδείας και έχει σκοπό την έγκριση και διάθεση βιβλίων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τα αναγνωστικά του δημοτικού μέχρι και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το Υπουργείο Παιδείας μετά από πρόταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως δημοσιεύει προκήρυξη για τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων, στην οποία ορίζεται το είδος του βιβλίου, η τάξη για την οποία προορίζεται, η ποσότητα και η οικονομία της ύλης, η προθεσμία της υποβολής προς κρίση και το βραβείο που θα απονεμηθεί για κάθε είδος βιβλίου. Τα εγκεκριμένα βιβλία περιέρχονται στην κυριότητα του κράτους, ενώ από το σχολικό έτος 1938-1939 δεν επιτρέπεται η χρήση διδακτικών βιβλίων, που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το νέο νόμο.

Μετά από έναν αιώνα συγκρούσεων και εναλλαγής του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού ο αναγκαστικός νόμος 952 αποτελεί μια ακραία προσπάθεια ιδεολογικού ελέγχου της εκπαίδευσης από το κράτος. Εκφράζει τη διάθεση της κυβέρνησης Μεταξά να ελέγξει απόλυτα το περιεχόμενο των βιβλίων που φτάνουν στα χέρια των μαθητών και να τα προσαρμόσει στις δικές της αντιλήψεις περί αγωγής. Πολιτική του Οργανισμού ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων. Την προηγούμενη εικοσαετία υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας εγχειρίδια. Από δω και πέρα θα υπήρχε ένα σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία, πολιτική που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Το κράτος διασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο του σχολικού βιβλίου και ακύρωνε το κατοχυρωμένο από το 1917 δικαίωμα των εκπαιδευτικών να επιλέγουν το ανθολόγιο που θα χρησιμοποιήσουν, επαναφέροντας το ένα και μόνο «υποχρεωτικό βιβλίο».

 

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

 

Τα πρώτα «Αναγνώσματα» που εκδόθηκαν από τον ΟΕΣΒ (1938-1939) χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1950. Το 1954 ο Οργανισμός θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και θα συνεχίσει τη λειτουργία του μέχρι το 2012, οπότε καταργήθηκε μαζί με πολλούς άλλους δημόσιους φορείς. Μετά την κατάργηση του Οργανισμού το συντονισμό της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», που λειτουργεί με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Υπολογίζεται ότι ο ΟΕΔΒ εκτύπωσε περίπου 3 δισεκατομμύρια αντίτυπα σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και έγινε ένα από τα πλέον γνώριμα λογότυπα σε όσους παρακολούθησαν μαθήματα στα ελληνικά σχολεία από το 1937. Το 1954 εκδίδονται νέα αναγνωστικά, τα μακροβιότερα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1964.

 

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1964 με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας το Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και Γενικό Γραμματέα τον Ε.Π. Παπανούτσο, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 4379 «Περί Oργανώσεως και Διοικήσεως της Γενικής Στοιχειώδους και Mέσης Eκπαιδεύσεως», που έμεινε στην ιστορία ως «νόμος της Μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου». Η μεταρρύθμιση αυτή κατοχύρωσε τη «δωρεάν Παιδεία», μείωσε το σχολαστικισμό και την τυπολατρία με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και νέα μαθήματα και βιβλία, όπως η Κοινωνιολογία και τα Στοιχεία της Οικονομικής Επιστήμης, τη διδασκαλία αρχαίων Ελληνικών κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο και την ενίσχυση μαθηματικών και φυσικών. Επίσης καταργήθηκαν οι εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η Παιδεία έγινε εννεαετής υποχρεωτική, η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση χωρίστηκε σε Γυμνάσιο – Λύκειο, ίσχυσε το σύστημα του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς όμως να καταργηθούν οι εισαγωγικές εξετάσεις, και καθιερώθηκαν οι τεχνικό-επαγγελματικές σχολές με στόχο τη δημιουργία εργατικού δυναμικού άξιου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής. Οι βελτιώσεις και αλλαγές της μεταρρύθμισης αυτής ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή με κύριο στόχο τη μόρφωση των παιδιών όλων των κοινωνικών τάξεων και την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

 

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου. Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.
Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.

 

 

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων. Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων.
Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η δικτατορία του 1967-1974 θα ακυρώσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 και θα πάρει πολλά αντί-μεταρρυθμιστικά μέτρα, που καταργούσαν εκπαιδευτικές αλλαγές δρομολογημένες από το 1964. Η χούντα των συνταγματαρχών ταυτίστηκε με τη λέξη «λογοκρισία». Απαγόρευσε πολλά βιβλία και συνέταξε μαύρες λίστες συγγραφέων. «Επικίνδυνα» για το καθεστώς βιβλιοπωλεία υποχρεώθηκαν να κλείσουν. Όσα βιβλία ελέγχονταν και λογοκρίνονταν, έφεραν και την αντίστοιχη σφραγίδα «Έχει λογοκριθεί», που πρακτικά μεταφραζόταν σε «εγκρίνεται με όποιες αλλαγές θεωρήσει αναγκαίες ο λογοκριτής».

Μεταξύ των βιβλίων που απαγορεύτηκαν εκείνη την περίοδο ήταν η «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ υπήρξε ρητή διαταγή να μη διδαχθεί ο «Επιτάφιος» του Περικλή στα σχολεία, για να μην τον εκλάβουν οι μαθητές ως έμμεση αποδοκιμασία των μηχανισμών του κράτους. Το σχολικό βιβλίο κακοποιήθηκε. Έγιναν προσθαφαιρέσεις σε βιβλία ιστορίας, καταργήθηκε το μάθημα και το βιβλίο της Αγωγής του Πολίτη κ.ά. Με τον αναγκαστικό νόμο 129/1967 αποσύρονται και αχρηστεύονται όλα τα βιβλία, που είχαν τυπωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Ο Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι (…), «συνεστήθησαν επιτροπαί και θα αποφανθώμεν εάν τα βιβλία που εξετυπώθηκαν το 1964 προς χρήσιν των μαθητών θα χρησιμοποιηθούν ή θα αποσταλούν προς πολτοποίησιν». Η κακοποίηση του σχολικού βιβλίου αλλάζει μορφή, από την καύση περνάει στην πολτοποίηση. Ξανατυπώνονται και κυκλοφορούν τα βιβλία, που είχαν εκδοθεί πριν από το 1963, με αποτέλεσμα τα παιδιά να πέσουν σε φοβερή γλωσσική σύγχυση και αμηχανία. Σ’ όλη τη διδακτέα ύλη διαχέονται οι εθνικοί σκοποί και οι εθνικιστικές ιδέες, γεγονός που μετατρέπει όλο το αναλυτικό πρόγραμμα σ’ ένα πρόγραμμα «πατριδογνωσίας».

Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν μέχρι το 1974 προετοίμασαν το έδαφος για τις επόμενες. Το Σύνταγμα του 1975 ενσωματώνει σημαντικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, ελευθερία έρευνας, δημοτική γλώσσα κ.λπ. Στην τριετία 1976-1978 θα επιχειρηθεί η πιο συγκροτημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της συντηρητικής παράταξης τον 20ο αιώνα με τους Ν. 309/76, 576/77 και 815/78. Ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει και τυπικά το γλωσσικό ζήτημα με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας, που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία. Στα  θετικά  της  μεταρρύθμισης  του  1976  περιλαμβάνονται  η  εννιάχρονη  υποχρεωτική  εκπαίδευση,  η  εισαγωγή  της  διδασκαλίας  μεταφρασμένων  κειμένων  της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η καθιέρωση μαθημάτων επιλογής.

Την  περίοδο  1981‐1985 καθιερώνεται  το μονοτονικό σύστημα  (Π.Δ. 297/1982),   συντάσσονται  νέα  αναλυτικά  προγράμματα  πρωτοβάθμιας  και  δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  και  γράφονται  νέα βιβλία για το δάσκαλο και το μαθητή. Το 1982 το αλφαβητάρι αντικαταστάθηκε από το πρώτο τεύχος της σειράς «Η Γλώσσα μου» και τυπώνεται για πρώτη φορά Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας για τους μαθητές, μια επιτομή της Γραμματικής του Μ. Τριανταφυλλίδη.  Ανάμεσα στα νέα βιβλία που εκδόθηκαν για τα σχολεία ήταν τα νέα βιβλία ιστορίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και τα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», που αντικατέστησαν τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» και περιείχαν αποσπάσματα από σύγχρονους νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους. Το 2003  προκηρύσσονται  και  συγγράφονται νέα  βιβλία (βιβλίο  μαθητή,  τετράδιο  εργασιών,  βιβλίο  εκπαιδευτικού)  για  το  Νηπιαγωγείο,  το Δημοτικό  και το Γυμνάσιο, τα οποία διανεμήθηκαν στα σχολεία και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα.

 

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

 

Το σχολικό βιβλίο είναι ένα από τα µέσα διδασκαλίας, το κυριότερο ίσως, και υλοποιεί το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας. Τα σχολικά εγχειρίδια περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά κυρίως, εκφράζουν µε τρόπο έµµεσο αλλά ισχυρό τον ιδεολογικό προσανατολισµό, που είναι επιθυμητός για τους µαθητές και τις μαθήτριες, διαπλάθουν το χαρακτήρα τους και ενδεχομένως δημιουργούν µια ιδεατή πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα, που αντιλαμβάνεται και βιώνει κάθε μαθητής στην καθημερινή του ζωή. Το σχολικό βιβλίο όμως πρέπει να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα των µαθητών και να τα διευρύνει. Τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία δεν μπορούν να επιλυθούν µε τη συγγραφή ενός «καλού» σχολικού βιβλίου. Αντίθετα, μπορούν να θεραπευτούν µε τη συγγραφή πολλών εναλλακτικών σχολικών βιβλίων και εκπαιδευτικών υλικών, που θα προσφέρουν ποικίλη ύλη και θα δίνεται τη δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να επιλέξουν.

Οι νόμοι περί διδακτικών βιβλίων, όπως είδαμε, αλλάζουν σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει κυβερνητική αλλαγή με διατάξεις, που αποκαλύπτουν πολύ συχνά πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Η ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) από τη Μεταξική δικτατορία αποτέλεσε την αφετηρία, για να συγκροτούνται επιτροπές «κρατικών δήμιων» του σχολικού βιβλίου. Ο ρόλος που αποδίδεται στα εγχειρίδια και η ιδεολογική τους λειτουργία οδηγεί τις εκάστοτε κυβερνήσεις να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για τον τρόπο συγγραφής, έγκρισης και εισαγωγής τους στα σχολεία. Κάθε φορά που το περιεχόμενό τους εκσυγχρονίζεται ή γίνεται πιο φιλελεύθερο και προοδευτικό, οι συντηρητικές δυνάμεις το υποβάλλουν σε μαρτύρια και βασανιστήρια, γιατί θέλουν το βιβλίο υποταγμένο στην κυρίαρχη ιδεολογία και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων. Το σχολικό βιβλίο είναι το τελικό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής, που απεικονίζεται στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα. Το περιεχόμενό του δεν απεικονίζει αναγκαστικά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να τη διαμορφώσει, μέσα από τους νέους πολίτες που διαπλάθει. Αυτή η διαχρονική «Διάπλασις των παίδων» αποτελεί εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας, που επιθυμεί να αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας και να εδραιώσει το δικό της μοντέλο διακυβέρνησης. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου μάλιστα φρόντιζε να φαίνονται και τα σύμβολά της σε όλα τα σχολικά βιβλία. Αλλά τα φανερά σύμβολα είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματικά από τα ιδεολογήματα, που, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο φανερά, είναι ενσωματωμένα στα σχολικά βιβλία. Έτσι το βιβλίο γίνεται όργανο ενός κυρίαρχου ιδεολογήματος και μέσο «μετακένωσης» της κυρίαρχης ιδεολογίας με ευρύτατο δίκτυο διανομής.

 

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

 

Το σχολείο σήμερα μοιάζει συχνά με χώρο καταναγκαστικού έργου, όπου λείπει η χαρά της μάθησης, της έρευνας, της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Ο δάσκαλος περιορίζεται στο ρόλο του απλού διεκπεραιωτή εκπαιδευτικών εντολών και κατευθύνσεων και τρέχει να καλύψει την ύλη του ενός και μοναδικού βιβλίου, που σε πολλές περιπτώσεις δεν το θεωρεί ικανοποιητικό. Δεν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό, μέσα και νέες τεχνολογίες, δεν έχει επαρκή παιδαγωγική και επιστημονική καθοδήγηση και επιμόρφωση και βιώνει ένα επαγγελματικό περιβάλλον γεμάτο άγχος και αίσθημα απαξίωσης. Στη σημερινή εποχή, που τα σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα ευαγγελίζονται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του εκπαιδευτικού μέσα από πολλές και εναλλακτικές μεθόδους, τα βιβλία, ως εκφραστές ενός αυστηρά καθορισμένου αναλυτικού προγράμματος λειτουργούν περιοριστικά στην ελευθερία αυτή.

 

Τι κάνουν με τα βιβλία οι μαθητές στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς;

 

Το υπερφορτωμένο πρόγραμμα και το εξαντλητικό ωράριο περιορίζουν το δημιουργικό και ελεύθερο χρόνο του μαθητή. Η τυπική διαδικασία «διδασκαλίας» και μελέτης του βιβλίου είναι η μηχανική απομνημόνευση και παθητική αποστήθιση, αποκομμένη από οποιαδήποτε άλλη αναλυτική και συνθετική δεξιότητα. Απουσιάζει η κριτική παρέμβαση και η διερευνητική στάση. Αν ξεφυλλίσουμε ένα σχολικό βιβλίο μαθητή στο τέλος της σχολικής χρονιάς, δε θα βρούμε κανένα κριτικό σχόλιο στα περιθώρια. Μόνο υπογραμμίσεις με «φωσφορίζοντα» μαρκαδόρο της «σημαντικής» γνώσης, ημερομηνίες των μαθημάτων, «αξιοποίηση καλλιτεχνικών» δεξιοτήτων των μαθητών στην εικονογράφηση ή στα περιθώριά του, s.o.s.., sosara, sosaci, σταυρούς (+), διαγραφές σελίδων ή παραγράφων και πολλές φορές εντελώς σκισμένες τις «εκτός ύλης» σελίδες. Και στο τέλος της σχολικής χρονιάς οι μαθητές ρίχνουν τα βιβλία στην πυρά!

Τα σχολικά βιβλία κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς χρησιμοποιούνται χωρίς πολλές δυνατότητες ή προϋποθέσεις κριτικής παρέμβασης, για να παραδοθούν από τους μαθητές αβασάνιστα στις «φλόγες της κάθαρσης». Γιατί οι μαθητές καίνε τα βιβλία στο τέλος της σχολικής χρονιάς; Είναι «έθιμο», εκδίκηση, αγανάκτηση, τα καίνε για πλάκα, από συνήθεια, είναι «άγραφος νόμος» ή μήπως τα έχουν «κάψει» νωρίτερα στη συνείδησή τους και η «κάθαρση στις φλόγες» είναι απλώς μια αντιαισθητική τελετουργική επισφράγιση; Ποιοι μαθητές καίνε τα βιβλία; Ποια βιβλία καίνε; Σε ποια σχολεία; Τι μπορούν να τα κάνουν, αν δεν τα κάψουν; Να τα ξαναδιαβάσουν; Να τα επιστρέψουν στο Υπουργείο μια και το κόστος είναι τεράστιο; Τι; Πολύπλοκο το ζήτημα, πολλά τα ερωτήματα.

Τις απαντήσεις, που δε δόθηκαν σε αυτά και παρόμοια ερωτήματα, φαίνεται ότι θα δώσει η τεχνολογία της εποχής μας. Σε παλαιότερες εποχές, που η μέθοδος της διάλεξης ήταν η πιο συνηθισμένη, τα βιβλία ήταν κατάλληλα να ανταποκριθούν στο ρόλο της άκριτης μάθησης. Πριν από εβδομήντα χρόνια το σχολικό βιβλίο ήταν στα χέρια του παιδιού κάτι πρωτόγνωρο, καθώς ελάχιστα ήταν τα βιβλία και οι πηγές γνώσης, που μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Τώρα το τάμπλετ και το έξυπνο κινητό με τις τεχνικές τους δυνατότητες δεν κάνουν το βιβλίο τόσο ελκυστικό στα μάτια των παιδιών. Έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή, που το σχολικό βιβλίο αποτελούσε τη μοναδική πηγή πληροφόρησης των μαθητών. Η γενίκευση της χρήσης της τεχνολογίας και η χρήση του διαδικτύου αλλάζουν δραστικά το ρόλο του βιβλίου ως μοναδικής πηγής πληροφόρησης. Σήμερα, άλλωστε, τα σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ηλεκτρονική μορφή, σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλουτισμένα και με επιπλέον ηλεκτρονικό υλικό, ενώ δεν είναι μακριά η εποχή που το βιβλίο θα συνοδεύεται ή θα είναι το ίδιο ένα πολυμέσο, όπου λόγος, εικόνα, ήχος, σύνδεσμοι προς εξωτερικές πηγές και διαδραστικές εφαρμογές θα εμπλουτίζουν το ρόλο του ως μαθησιακού εργαλείου. Σήμερα το κείμενο του βιβλίου οφείλει να είναι αφετηρία για τη γνώση και όχι η ίδια η γνώση για το μαθητή. Το βιβλίο οφείλει να απελευθερώνει τη σκέψη, και όχι να την περιορίζει.

Είναι ίσως καιρός να δυναμώσει η συζήτηση για την κατάργηση του μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου και ο εκπαιδευτικός να έχει μεγαλύτερη ευελιξία να προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της συγκεκριμένης τάξης. Το μοντέλο του αυστηρού κεντρικού ελέγχου των βιβλίων έχει δημιουργήσει ένα σύστημα «οργανωμένο» γύρω από το ίδιο το σχολικό βιβλίο, ένα σύστημα άγονο, καθώς τα σχολικά βοηθήματα που κυκλοφορούν είναι προσανατολισμένα στο ένα και μοναδικό βιβλίο. Μια τεράστια βιομηχανία έχει στηθεί με βάση το ένα και μοναδικό βιβλίο, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για εναλλακτικές προτάσεις στο ίδιο διδακτικό αντικείμενο. Η γνώση δεν έχει σύνορα και μπορεί να μεταδοθεί με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία είναι, άλλωστε, εργαλεία για τη γνώση. Το ποια μορφή θα έχουν τα βιβλία λίγη σημασία έχει. Αν θα μοιάζουν με εκείνα τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία, που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια, ή αν θα τα ξεφυλλίζουμε σε μια ηλεκτρονική συσκευή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το βιβλίο με οποιαδήποτε μορφή πρέπει να είναι απλά το κλειδί για μια πόρτα στη γνώση. Αν πράγματι επιθυμούμε το σχολείο να είναι παράγοντας αλλαγής της κοινωνίας, ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερη αναγκαιότητα να αποδεσμευτούμε πλέον από το ένα και μοναδικό διδακτικό βιβλίο και να δώσουμε περισσότερη ελευθερία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μόνο έτσι οι εκπαιδευτικοί, που επηρεάζουν και καθορίζουν τη ζωή των μαθητών τους, θα γίνουν πρότυπα μάθησης, παράδειγμα προς μίμηση, φορείς πολιτισμού και θετικών κοινωνικών σχέσεων.

Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με φόβο, ανησυχία και αντίδραση ότι νέο έκανε την εμφάνισή του. Από το έντυπο εγχειρίδιο περάσαμε στο διαδίκτυο και την οθόνη του υπολογιστή. Η ανάπτυξη των ΤΠΕ και η ευρεία διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και συσκευών μικροηλεκτρονικής (tablets, smartphones κ.τ.λ.) δίνουν την ευκαιρία στο ηλεκτρονικό βιβλίο να διεκδικεί μία σημαντική πλέον θέση στη ζωή μας. Η πρόσβαση του μαθητή και του εκπαιδευτικού σε πολλαπλές πηγές μάθησης μπορούν να καταστήσουν το ηλεκτρονικό βιβλίο ποιοτικό εργαλείο για την άντληση πληροφοριών, την κατάκτηση και τη σύνθεση της νέας γνώσης. Σε πρώτη φάση το «ηλεκτρονικό βιβλίο» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτικά και παράλληλα με το παραδοσιακό έντυπο βιβλίο τόσο στη σχολική τάξη όσο και στο σπίτι και να δώσει μεγαλύτερη αξία στο παραδοσιακό βιβλίο ενσωματώνοντας διαδραστικά πολυμέσα.

Ανάμεσα στα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί για τη χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου έως σήμερα αναφέρονται η βελτίωση της επίδοσης και η τόνωση του ενδιαφέροντος των μαθητών για συμμετοχή σε ομαδικές δράσεις με διαδραστική λειτουργία. Συγκριτικό πλεονέκτημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο συνιστά επίσης η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά του σε ποικίλες μαθησιακές ανάγκες, καθώς κάθε μαθητής έχει πρόσβαση σε αυτό ανεξάρτητα από το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον, από τις εμπειρίες του, τα ενδιαφέροντά του, τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες του. Ειδικότερα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες η δυνατότητα ακρόασης κειμένου θα επιδράσει θετικά στην κατάκτηση της γνώσης. Το παραδοσιακό βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε δυσλεξικούς μαθητές και σε μαθητές με προβλήματα όρασης, ενώ το ηλεκτρονικό βιβλίο καθιστά την πληροφορία ευκολότερα προσβάσιμη στους μαθητές με αναπηρίες.  Είναι απαραίτητο σήμερα να εκμεταλλευτούμε κάθε τρόπο και να αξιοποιούμε κάθε μέσον, για να προάγουμε την κριτική και δημιουργική σκέψη και να ενισχύουμε τις κοινωνικές και πολιτισμικές δεξιότητες, που θα καταστήσουν τους μαθητές ενεργούς πολίτες στην κοινωνία της διά βίου μάθησης.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βεντούρα Λίνα, Η νομοθεσία περί διδακτικών βιβλίων. Μία εστία συγκρούσεων Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού και αντιμεταρρυθμιστών (1907-1937), Μνήμων 14, 1992.
  • Γληνός Δ., Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925.
  • Δημαρά, Α., Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α και Β, Α’ ανατύπωση, Εκδο­τική Ερμής, Αθήνα (1983).
  • Flaceliere Robert, «Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων». Παπαδήμας 1985.
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Ένα Ταξίδι στην Ιστορία: Τρεις Αιώνες Σχολικά Βιβλία, www. ekedisy.gr
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Μια Σύντομη Ιστορία των Σχολικών μας Βιβλίων, www. ekedisy.gr
  • Κάτσικας Χρ. – Θεριανός Κων., Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, Σαββάλας, 2004.
  • Marrou Henri, «Ιστορία της εκπαίδευσης κατά την αρχαιότητα», εκδ. Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009.
  • Μπουζάκη Σήφη, Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (1974 – 2000) σε Ευρωπαϊκό Πλαίσιο. Συγκλίσεις, Αποκλίσεις, προοπτικές, Gutenberg, 2002.
  • Ράνσιμαν Στήβεν, Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Ερμείας, 1978.
  • Τζουμελέας Σ.Γ. – Παναγόπουλος Π.Δ., Η εκπαίδευση μας στα τελευταία εκατό χρόνια. Αθήνα 1933.
  • Τσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922). Εκδ. θεμέλιο, Αθήνα.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το παραμύθι των Γιουσουρούμ


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του αγαπητού κυρίου Νίκου Βατόπουλου με τίτλο:

«*Το παραμύθι των Γιουσουρούμ».

 

Οι ιστορίες της Αθήνας και των ανθρώπων της είναι αναρίθμητες. Πολλές από αυτές ξεθωριάζουν, λανθάνουν ή λησμονούνται. Άλλες αναφύονται σε κύκλους χρόνου και γίνονται και πάλι ίχνη, και από θραύσματα γίνονται αφηγήσεις. Η περίπτωση της οικογένειας Γιουσουρούμ είναι ένα αθηναϊκό παραμύθι, γοητευτικό όσο και μακρινό, αλλά ταυτόχρονα νωπό, καθημερινό και αληθινό όσο και η κληρονομιά του οικογενειακού ονόματος στην καθομιλουμένη. Πριν από λίγες ημέρες, η Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών τίμησε ως μεγάλο ευεργέτη της τον κ. Μωυσή (Μωύς) Γιουσουρούμ, ετών 95, ο οποίος επί σειρά δεκαετιών προσέφερε εθελοντικά. Το όνομά του δόθηκε στον αίθριο χώρο της συναγωγής και η δημόσια αυτή εκδήλωση τιμής στάθηκε η αφορμή για να συνταχθεί η ιστορία της οικογενείας Γιουσουρούμ με ερευνητική δουλειά στα αρχεία, με πρωτοβουλία του Εβραϊκού Μουσείου στην Αθήνα και της εβραϊκής κοινότητας.

 

Ομαδική φωτογραφία των οικογενειών Γιουσουρούμ, Χαμπίμπ και Κοέν στο Θησείο, γύρω στο 1914. Στην πίσω γραμμή, τα πέντε παιδιά του Μποχώρ Γιουσουρούμ, Ηλίας (με μούσι και καπέλο), Χαΐμ, Ιάκωβος, Μωυσής, Νώε, με τις συζύγους και τα παιδιά τους, την τρίτη γενιά της οικογένειας. Στο κέντρο η γυναίκα του Νώε, Μαζαλτώβ (το γένος Χαμπίμπ), με τον νεογέννητο Ισαάκ στην αγκαλιά. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ομαδική φωτογραφία των οικογενειών Γιουσουρούμ, Χαμπίμπ και Κοέν στο Θησείο, γύρω στο 1914. Στην πίσω γραμμή, τα πέντε παιδιά του Μποχώρ Γιουσουρούμ, Ηλίας (με μούσι και καπέλο), Χαΐμ, Ιάκωβος, Μωυσής, Νώε, με τις συζύγους και τα παιδιά τους, την τρίτη γενιά της οικογένειας. Στο κέντρο η γυναίκα του Νώε, Μαζαλτώβ (το γένος Χαμπίμπ), με τον νεογέννητο Ισαάκ στην αγκαλιά. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

 

Όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει γιουσουρούμ, λίγοι όμως συνδέουμε την έννοια του παλαιοπωλείου ή του παζαριού με αντίκες με την εβραϊκή οικογένεια Γιουσουρούμ. Ο κ. Μωυσής Γιουσουρούμ είναι απόγονος μιας μακράς σειράς δραστήριων ανθρώπων που επέδρασαν στην εμπορική ζωή της Αθήνας. Στην καρδιά της παλιάς πόλης, εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του εμπορίου, είχε δημιουργηθεί και η πρώτη Συναγωγή της Αθήνας, που στεγαζόταν στο σπίτι των Γιουσουρούμ, Καραϊσκάκη 1 και Ερμού. Εκεί ήταν, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο πυρήνας της εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας. Εκεί ήταν ο πυρήνας της επιχείρησης των Γιουσουρούμ και εκεί γύρω εκείνοι οι αθηναϊκοί δρόμοι που έσφυζαν από την κίνηση του μικροεμπορίου ήταν γνωστοί ως τα παλιά «εβραίικα». Ήταν το κομμάτι που όριζαν οι Άγιοι Ασώματοι, οι οδοί Σαρρή και Ερμού καθώς και οι πλατείες Αγίου Φιλίππου και Ανεξαρτησίας.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ σε ηλικία περίπου 10 ετών, το έτος 1930. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ σε ηλικία περίπου 10 ετών, το έτος 1930. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Η ιστορία του οικογενειακού δέντρου χάνεται πίσω στον χρόνο και, όπως πολλές εβραϊκές οικογένειες που συνδέθηκαν στους νεότερους χρόνους με την Ελλάδα και εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, έτσι και οι Γιουσουρούμ είχαν καταγωγή από την Ισπανία. Ακολούθησαν τον δρόμο προς Ανατολάς όταν το 1492 οι Εβραίοι απελάθηκαν από τον βασιλιά Φερδινάνδο και τη βασίλισσα Ισαβέλα. Οι Γιουσουρούμ αρχικά εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ανοίξει τις πύλες της. Η ζωογόνος επίδραση της εβραϊκής παρουσίας σε όλη την εξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των χωρών που προέκυψαν από τη σταδιακή διάλυσή της προέρχεται κατά κύριο λόγο από εκείνες τις μετακινήσεις πληθυσμών από την Ιβηρική στην Ανατολή στα τέλη του 15ου αιώνα.

Όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα, ένας από τους Γιουσουρούμ, ο Ισαάκ, εγκαθίσταται αρχικά στην τουρκοκρατούμενη Χίο γύρω στο 1830. Στη Χίο, το όνομα γίνεται Γιουσουρούμ (από το αρχικό Γιουσουρούν). Η οικογένεια αργότερα (1860) εγκαθίσταται στην Κύθνο και ο γιος του Ισαάκ, ο Μποχώρ, ράφτης στο επάγγελμα, αποφασίζει το 1863 να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Από εκείνα τα χρόνια που συμπίπτουν με την άνοδο στον θρόνο του Γεωργίου Α΄ χρονολογείται η παρουσία της οικογενείας Γιουσουρούμ στην Αθήνα. Ο Μποχώρ (παππούς του Μωυσή Γιουσουρούμ που τιμήθηκε πρόσφατα) ανοίγει κατάστημα ενδυμάτων στη γωνία Καραϊσκάκη 1 και Ερμού. «Ο παππούς μου εξασκούσε τη ραπτική, αλλά εκείνη την εποχή ο κόσμος δεν είχε πολλά χρήματα, οπότε αγόραζε μεταχειρισμένα», αφηγείται ο εγγονός του, Μωυσής Γιουσουρούμ. «Τα μετέτρεπε και κάθε Κυριακή παρουσίαζε την πραμάτεια του στην πλατεία Αβησσυνίας, στο παζάρι. Όλοι ασχολούνταν με αντίκες. Και καθιερώθηκε η έκφραση: “Πού θα πάμε;”, “Στου Γιουσουρούμ να ψωνίσουμε”».

 

Σχολική ταυτότητα του Μωυσή Γιουσουρούμ, 1937. Μαθητής του Θ’ Γυμνασίου Αθηνών. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Σχολική ταυτότητα του Μωυσή Γιουσουρούμ, 1937. Μαθητής του Θ’ Γυμνασίου Αθηνών. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ο Μποχώρ, ο παππούς του Μωυσή, ρίζωσε καλά στην Αθήνα και απέκτησε επτά παιδιά. Μετά τον θάνατό του, το 1887, η επιχείρηση επεκτάθηκε από τον πρωτότοκο, Ηλία, και έγινε ο πυρήνας της εβραϊκής κοινότητας στην Αθήνα. Ο νεότερος αδελφός του Ηλία, Νώε, πατέρας του Μωυσή, παντρεμένος με την Αθηναία Εβραία Μαζαλτώβ Χαμπίμπ, ήταν πολύ δραστήριος καθώς η Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς δημιουργούσε πολλές ευκαιρίες. Αρχικά, μετεγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου με τον Αβραάμ Ναχμία άνοιξε εταιρεία εφοδιασμού νοσοκομείων, αλλά η πυρκαγιά του 1917 του άλλαξε τα σχέδια. Ξαναγύρισε στην οδό Ερμού, αυτή τη φορά στον αριθμό 84.

Ο παππούς μου κάθε Κυριακή παρουσίαζε την πραγματεία του στην πλατεία Αβησσυνίας, στο παζάρι. Και καθιερώθηκε η έκφραση: «Πού θα πάμε;». «Στου Γιουσουρούμ να ψωνίσουμε».

Θυμάται ο γιος του, Μωυσής: «Το είχε ανοίξει ο πατέρας μου όταν επέστρεψαν από τη Θεσσαλονίκη, με συνεταίρο έναν έμπορο, τον Σπύρο Κουρούση. Κατά τη διάρκεια αλλά κυρίως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πατέρας μου πήγαινε σε όλα τα μέρη που υπήρχαν συμμαχικές δυνάμεις – Γάλλοι και Άγγλοι – και αγόραζε στρατιωτικά είδη, από σκηνές μέχρι στολές, τα έφερνε στην Αθήνα και τα πουλούσε». Ο Νώε Γιουσουρούμ κυνηγούσε τις δημοπρασίες από τη Γαλλία ως την Αίγυπτο για να φέρνει υλικό στο μαγαζί του και το 1924-25 «χτύπησε» ακόμη και τη δημοπρασία για τα οικοδομικά υλικά της κατεδάφισης των Ανακτόρων (σημερινή Βουλή). Έκτισε καινούργιο σπίτι στο Θησείο (Ηρακλειδών 26) και διακόσμησε τα μπαλκόνια του δεύτερου ορόφου με αστέρια του Δαβίδ.

Τα τέσσερα παιδιά του Νώε γεννήθηκαν όλα από το 1920 ως το 1929. Πρωτότοκος ήταν ο Μωυσής που μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο βρέθηκε στη Μάχη της Κρήτης και στη συνέχεια και οι δύο εντάχθηκαν στο ΕΑΜ και πολέμησαν ως αντάρτες. Μετά τον πόλεμο, τα τέσσερα παιδιά του Νώε προσπαθούν να συνεφέρουν την οικογενειακή περιουσία. Από τις νεότερες γενιές των Γιουσουρούμ, ο Μωυσής σπουδάζει οδοντιατρική, ο Ισαάκ πολιτικός μηχανικός ενώ ο Λέων και ο Ιάκωβος ασχολούνται με το σιδηρεμπόριο και ανοίγουν κατάστημα στην Ερμού.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ είναι ζωντανός μάρτυρας μιας μακράς οικογενειακής παράδοσης που συνδέεται με την εμπορική ζωή της Αθήνας και την ενεργό παρουσία της ισραηλιτικής κοινότητας. Το όνομα των Γιουσουρούμ έχει πλέον άλλες αντηχήσεις.

 

* Το άρθρο του κυρίου Νίκου Βατόπουλου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015.    

Read Full Post »

Σοφία ΠατούραΗ σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας, Σοφία Πατούρα- Σπανού, Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με θέμα:

«*Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας»

 

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας «τους σκυθικούς χειμώνες» της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως «προστάτη» και «σωτήρα» των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως «βάρβαρο» και «συνωμότη» αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των «βαρβάρων» στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης.

Οβίδιος

Οβίδιος

Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως «έθνη άγρια» και «ανάξια» να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.

Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η «κόκκινη γραμμή» που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.

Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες «όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους», κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.

Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία «Βαβέλ» της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.

Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της.

 

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας.

Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι «βάρβαροι» σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.

Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων – εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων – τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας.

Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.

Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών.

Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι «τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί».

Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των «βαρβάρων». Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.

Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το «κοινό όφελος» (κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη.

Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.

 

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

 

Το σύγχρονο φαινόμενο – για να περάσω στο σήμερα – της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρινή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο.

Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απέλπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το «κακό» που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.

Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας – τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.

 

Σοφία Πατούρα- Σπανού

Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Οκτωβρίου 2015.

Read Full Post »

Γιώργος ΣτείρηςΤο Πανεπιστήμιο αλλιώς – Γιώργος Στείρης, Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» σημείωση του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

 * «Το Πανεπιστήμιο αλλιώς».

 

Κάθε χρόνο, στα τέλη του Σεπτέμβρη, χιλιάδες νέοι περνούν τις πόρτες των πανεπιστημίων μας με ανάμεικτα αισθήματα. Από την μια ενθουσιασμός και προσδοκίες: αλλάζουν φάση ζωής, έχουν απαλλαγεί από το βασανιστικό Λύκειο, κάνουν όνειρα για το μέλλον, επιδιώκουν την επιστήμη. Από την άλλη προβληματισμός και απογοήτευση: μέτρια έως κακή φήμη του ελλαδικού πανεπιστημίου, προβληματικές υποδομές, ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα, αβεβαιότητα για την αξία της σπουδής.

Τα πανεπιστήμια μας αντιμετωπίζουν πάμπολλα προβλήματα και χαρακτηρίζονται από πληθώρα αδυναμιών. Τα περισσότερα είναι γνωστά και πολυσυζητημένα, έχουν αναλυθεί εκτενέστατα οι αιτίες τους και έχουν προταθεί πολυσχιδείς λύσεις, πάντοτε με γνώμονα τις εμπειρίες και την πολιτική θέση του καθενός. Παρά ταύτα, ελάχιστα έχουν γίνει για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, με ευθύνη τόσο της πολιτείας όσο και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν σκοπεύω όμως να ασχοληθώ με όλα αυτά, αλλά με κάποιες όψεις του ελλαδικού πανεπιστημίου που θεωρώ ότι δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς, συσκοτισμένες από τις διεθνείς αξιολογήσεις των ΑΕΙ που φιλοξενούνται τακτικότατα στα μέσα ενημέρωσης προκαλώντας πηχυαίους τίτλους.

 

Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας.

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας. Καθηγητές και φοιτητές εκφράζουν ελεύθερα την γνώμη τους, συνδιαλέγονται, αντιπαρατίθενται, στρέφουν την έρευνά τους σε κατευθύνσεις που τους ενδιαφέρουν. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν είναι αποκομμένη από την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, ελλαδική και διεθνή. Παράγει λόγο, ο οποίος συχνά διεμβολίζει την κοινωνία και ενισχύει τον δημόσιο διάλογο, ασχέτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με το περιεχόμενο του λόγου αυτού. Επίσης, το πανεπιστήμιο είναι ανοικτό σε νέα ρεύματα και τάσεις, φιλόξενο προς την κοινωνία και τις ανησυχίες της. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Εξίσου σημαντική είναι η στοχοπροσήλωση της ακαδημαϊκής κοινότητας, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, στον ανθρωπισμό, στην προαγωγή του ανθρώπου ως σκοπού κάθε δραστηριότητας.

Μεγάλη μερίδα όμως της κοινής γνώμης ασχολείται μόνο με τα πορίσματα των διεθνών αξιολογήσεων των πανεπιστημίων και καταλήγει σε αφοριστικά συμπεράσματα για τα ελλαδικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, παραβλέποντας το γεγονός ότι αρκετά από τα υψηλής αξιολόγησης πανεπιστήμια λειτουργούν σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία. Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις αξιολογούνται θετικότατα ιδρύματα, έστω σε δημοκρατούμενα κράτη, στο οποία η έρευνα και η διδασκαλία καθορίζονται από εξωακαδημαϊκούς παράγοντες και η ακαδημαϊκότητα έχει τεθεί «εντός αγκυλών».

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

 

Το πανεπιστήμιο, με την πλήρη έννοια του όρου, οφείλει να είναι και να παραμείνει απροϋπόθετο. Είναι μια πολυτέλεια για την κοινωνία και την πολιτεία, καθώς συστάθηκε εξαρχής για να προκαλεί ανατροπές και να εξασφαλίζει την πρόοδο του ανθρώπου, όχι μια απλή γραμμική εξέλιξη. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Επιπλέον, δεν είναι πανεπιστήμια κατ’ ουσία αυτά που ετεροκαθορίζονται οικεία βουλήσει. Ο καθένας μπορεί να ονομάσει όπως επιθυμεί τα ιδρύματα αυτά, πανεπιστήμια όμως δεν αξίζουν να λέγονται, όσο ψηλά και αν κατατάσσονται στις αξιολογήσεις, όσο και αν προσφέρουν άψογες υποδομές. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από περικαλλείς τάφοι του πνεύματος και του ανθρωπισμού.

Άλλη μια αισιόδοξη όψη των ελλαδικών πανεπιστημίων είναι η σύζευξη επιστημονικότητας και εγκυκλοπαιδισμού. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, από το δημοτικό ήδη, είναι εξαιρετικά απαιτητικό από τον μαθητή, βάναυσο ίσως. Τα παιδιά αντιμετωπίζουν τεράστιο όγκο ύλης, αναντίστοιχο συχνά της ηλικίας τους. Η κατάσταση επιτείνεται στην μέση εκπαίδευση, με αποτέλεσμα οι πολύ καλοί και άριστοι μαθητές, αυτοί δηλαδή που καταφέρνουν να ανταποκριθούν πλήρως, να κατακτούν υψηλότατο επίπεδο γνώσεων (όχι δεξιοτήτων), υπέρτερο εκείνου των μαθητών των περισσοτέρων προηγμένων περιοχών του πλανήτη. Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

Επιπλέον, τα παιδιά μας έχουν αφιερώσει άπειρες ώρες εξωσχολικής μελέτης για την εξειδίκευση και διεύρυνση της παιδείας τουςΤα πανεπιστήμια συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό, με τεράστια σε όγκο και εύρος προγράμματα σπουδών, τα οποία εξασφαλίζουν στους πολύ καλούς και άριστους φοιτητές γνωστική υπεροχή έναντι των ομηλίκων τους στον αναπτυγμένο κόσμο. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το πρόγραμμα σπουδών του ΕΜΠ ή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού. Αυτή είναι και η απλή εξήγηση της διάκρισης των πολύ καλών και αρίστων φοιτητών μας, όταν αυτοί αποφασίζουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην αλλοδαπή, ακόμα και στα πλέον φημισμένα πανεπιστήμια.

Δεν είμαστε έξυπνος λαός, όπως αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε. Απλούστατα, οι φοιτητές μας εκπαιδεύονται καλά ώστε να διαθέτουν εύρος γνώσης και προσωπικότητας. Όσοι καταφέρνουν να ανταποκριθούν στην πίεση του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος και συμπληρώσουν τις επιστημονικές τους ελλείψεις σε θέματα κυρίως μεθόδου και έρευνας, απέχουν παρασάγγας σε γνωστικό επίπεδο από τους πτυχιούχους άλλων χωρών. Αυτές οι βάσεις είναι η αρχή της διεθνούς τους επιτυχίας.

Οι πτυχιούχοι μας διαθέτουν σημαντική εγκύκλια παιδεία και μπορούν να ανταποκριθούν αρκετά καλά σε πολλές πλευρές της ζωής, δεν είναι μονοσήμαντες προσωπικότητες και απόλυτα εξειδικευμένοι νόες. Παρά την υστέρηση σε όλους σχεδόν τους ποσοτικοποιημένους αξιολογικούς δείκτες, τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εξακολουθούν να επιδιώκουν την δημιουργία καθολικών ανθρώπων, επιμένουν στο σημαντικότερο πρόταγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Χωρίς να παραγνωρίζω και να αρνούμαι τα πάμπολλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ελλαδικά πανεπιστήμια, όσα μπορεί να σκεφθεί και να καταλογραφήσει κάποιος, θεωρώ ότι οι φοιτητές μας και η ευρύτερη κοινωνία δεν πρέπει να παραγνωρίζουν τις δύο όψεις που προανέφερα. Μένει να παλέψουμε για να διορθώσουμε τις ελλείψεις και να θεραπεύσουμε τις πολλές ανεπάρκειες μας. Δεν πρέπει να αρκεστούμε στο ό,τι έχουμε, σε καμιά περίπτωση.

 

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στο Huffpost Greece, 20 Οκτωβρίου 2015.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »