Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Ο Συνταγματικός Έλλην – Η εφημερίδα της Ναυπλιακής Επανάστασης (1862)

 

 


 

Την 5η Φεβρουαρίου 1862 κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ, με υπότιτλο ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Κ. Ιωαννίδη και είχε συντάκτη τον Θεόδωρο Φλογαΐτη.

Κάτω από τον υπότιτλο φιγουράριζε ένα περίτεχνο έμβλημα. Μια αρχαιοπρεπής γυναικεία μορφή κάθεται μεγαλόπρεπα πάνω σ’ ένα όρθιο αρχαίο κίονα και κρατάει στο προτεταμένο δεξί χέρι της ξίφος. Ο κίονας φέρει στο κέντρο του έναν τεράστιο οφθαλμό που «τα πανθ’ ορά» και στέφεται με πλούσιους κλάδους δάφνης, ενώ τον τέμνει διαγωνίως ένα τεράστιο σπαθί. Το μήνυμα είναι ευδιάκριτο: Δοξασμένα όπλα και Δικαιοσύνη που επαγρυπνεί για να τα χρησιμοποιεί, όταν χρειάζεται. Οι συνειρμοί ευκολότεροι: Ο αγώνας του Ναυπλίου είναι κατά της αδικίας.

 

Στο διάστημα από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου 1862 κυκλοφόρησαν 17 τεύχη και 1 παράρτημα. Η εφημερίδα, άγνωστο γιατί, έπαψε να κυκλοφορεί από την 10η Μαρτίου έως την 8η Απριλίου, που παραδόθηκε η πόλη. Ήταν ένα μικρό έντυπο, τετρασέλιδο κατά βάση, τελάλης των αρχών της Επανάστασης και ανελέητος κατήγορος του συστήματος της φαυλοκρατίας. Υπήρξε δηλαδή ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ­ΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ το ιδεολογικό όργανο των επαναστατών, που είχαν ανάγκη να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους στα ευρύτερα στρώματα, να κοινοποιήσουν τους σκοπούς τους έξω από το Ναύπλιο, να τονώσουν το φρόνημα των αγωνιστών πριν, αλλά και μετά τις φονικές μάχες.

Βέβαια η μικρή αυτή εφημερίδα των 24Χ19 εκ. δημοσίευε κάθε είδηση που αφορούσε την επανάσταση και την εξέλιξή της. Τα πρώτα όμως φύλλα καλύπτονται από ανακοινώσεις της Επιτροπής Ασφαλείας, ψηφίσματα δήμων της περιοχής, πληροφορίες για την εξέγερση κι άλλων πόλεων και λοιπές συναφείς ειδήσεις. Σε κεντρική θέση βέβαια δημοσιεύεται το μανιφέστο της Επιτροπής. Στα επόμενα φύλλα πυκνώνουν οι ειδήσεις για εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, αν και ποτέ ο συντάκτης δεν είναι κατηγορηματικός.

Ιδιαίτερη θέση έχουν ασφαλώς οι ειδήσεις για τις μάχες: την έκβασή τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες και την ανοίκεια τακτική του στρατηγού Χαν να ποτίζει στους στρατιώτες του με ρακή πριν τη μάχη, ακόμα και παρά τη θέλησή τους. Οι νεκροί και τραυματίες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναφέρονται με τα ονόματά τους και κάποτε και ο επικήδειός τους, όταν εκφωνείται από λαμπρούς ρήτορες, όπως ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης.

Πάνω απ’ όλα όμως ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ διασαλπίζει τις αρχές της Επανάστασης και με πύρινα άρθρα των συντακτών του, κυρίως του Φλογαΐτη και του Δημητριάδη, στηλιτεύει αμείλικτα «το μιαιφόνον και κακούργον σύστημα» και εμψυχώνει τους αγωνιστές. Το ύφος ήταν αυστηρό, ο τόνος υψηλός και η γλώσσα κομψευόμενη καθαρεύουσα έως αρχαΐζουσα.

 

 

Ο Συνταγματικός Έλλην

 

 

Οι αναφορές της εφημερί­δας στην 25 Μαρτίου 1821, τη γαλλική επανάσταση και φυσικά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι αποκαλυπτικές της ιδεολογίας που έθρεψε το κίνημα του Ναυπλίου. Ιδεολογίας εθνικής και δημοκρατικής που έρχεται από την παράδοση των Εθνοσυνελεύσεων του ’21 και την πολιτική σκέψη που κληροδότησε η γαλλική επανάσταση. Δύσκολα κρύβονταν τα αντιοθωνικά και αντιβασιλικά φρονήματα των επαναστατών, αν και δεν τοποθετήθηκαν απροκάλυπτα κατά του θεσμού της βασιλείας. Πως θα ήταν δυνατόν εξάλλου, αφού από τη μία, επί σειρά ετών, στηλίτευαν τον Όθωνα για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και από την άλλη υπήρχε ο φόβος παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων;

Έντεχνα όμως και υπαινικτικά δηλώνονται οι πεποιθήσεις τους, τόσο «εις τας τρεις εθνοσωτηρίους αρχάς» της επαναστάσεως, που δημοσιεύονται στο 2ο φύλλο, όσο και σε άρθρα της εφημερίδας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Ο όρκος τον οποίο δίδει πας Έλλην άμα γεννώμενος, είναι Ζήτω η Πίστις, η Πατρίς, η ελευθερία. Πας άλλος όρκος (εννοεί προφανώς Ζήτω ο Βασιλεύς) είναι βεβιασμένος, αθέμιτος και κατά συνέπειαν άκυρος!»

Στα τελευταία φύλλα, όταν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης είναι άσχημες για τους επαναστάτες, η εφημερίδα διαδηλώνει ανοιχτά μόνο κατά της Κυβερνήσεως (Υπουργείον λεγόταν τότε) και κατά του συστήματος της φαυλοκρατίας, της αδικίας και της διαφθοράς και ζητά από τον Όθωνα πιστή εφαρμογή του Συντάγματος.

Άξια επισημάνσεως είναι η περιγραφή, στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου, της καύσεως της λαιμητόμου στο Ναύπλιο και της διαδήλωσης των πολιτών κατά της θανατικής ποινής.

Ο λαός την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του έπραξε. Πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης ρήτωρ κ. Πέτρος Μαυρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον.

 

«Χαίρετε και πάλιν Έλληνες!!

 Σήμερον είνε η Αγία και καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Σήμερον καθαρίζεται το Ελληνικόν Έθνος από το λείψανον της βαρβαρότητος από το αποτρόπαιον μίασμα, από την λαιμητόμον.  Σήμερον συλλογίζονται οι επίβουλοι σύμβουλοι του στέμματος, ότι το πυρ το οποίον έκοπτε τας κεφαλάς των κακούργων ους ώθουν ούτοι εις εγκλήματα δια της μυσαράς πολιτικής των, δια του ιδίου πυρός καταναλίσκεται. Όθεν ας συγγχαρώμεν εαυτούς δια την κλητήν ημέραν της 1 Φεβρουαρίου καθ’ ήν Συ ω γενναία φρουρά έφερες, σεις υπαξιωματικοί και στρατιώται του εθνικού στρατού της Ναυπλίας δια των επαραμίλλων γενναιοφρόνων αισθημάτων σας επροκαλέσατε, την αυταπάρνησιν φέροντες εις το μέτωπόν σας ως σύμβολον του κινήματος. Ας καύσωμεν όθεν ομοθυμαδόν το αποτρόπαιον μίασμα της βαρβαρότητος, την λαιμητόμον και μετ’ αυτής συγκαύσωμεν και το εθνοκτόνον υπόμνημα το υβριστικόν του αγώνος.

( Εντεύθεν ο ρήτωρ πρώτος έβαλε πυρ εις το υπόμνημα όπερ εναπέθεσαν επί της λαιμητόμου ήτις μετ’ αυτού ενεπρήσθη, η κόνις των οποίων εύρισκεν άσυλον επί του εν Τιρύνθει εστρατοπεδευμένου εθνικού στρατού.)

Εν κατακλείδι, η εφημερίδα αυτή υπήρξε ο αμείλικτος κατήγορος του πολιτικού συστήματος και ο διαπρύσιος κήρυκας των αρχών της Ναυπλιακής Επανάστα­σης, η οποία αναρρίπισε τις άσβεστες ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για δημοκρατία, αξιοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε πάλι, την 10η Νοεμβρίου 1862 και για περισσότερα από 20 χρόνια.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την εισαγωγή του Γιώργου Αναστασόπουλου, για την ανατύπωση της εφημερίδας, «Ο Συνταγματικός Έλλην», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα»].  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ζωγραφικοί πίνακες του Ναυπλίου, φιλοτεχνημένοι από μεγάλους ζωγράφους


 

«…Ποσειδάωνι δε κούρη

πριν ποτ’ Αμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα

Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

(Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, στ. 138)

Έτσι δημιουργήθηκε το πολυθρύλητο Ναύπλιο. Στους πίνακες που παραθέτουμε θα δείτε την «μαγική πόλη» όπως την είδαν σπουδαίοι ζωγράφοι, αναγνωρισμένοι διεθνώς.

[ Μια πόλη γλυκιά, χωρίς ραθυμία, με παραδόσεις, μια πόλη με πολλούς λάτρεις της ομορφιάς της, που η ιστορία της γνώρισε πραγματικά «τον κόσμο ολόκληρο…» μια ευχάριστη πόλη που απλώνεται γύρω από το πανέμορφο ιστορικό κέντρο της ]. 

 Ας γνωρίσουμε τους πίνακες του Νίκου Χατζηκυριάκου- Γκίκα, του Φώτη Κόντογλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Αγήνωρος Αστεριάδη, του Σπύρου Βασιλείου, του Πάρι Πρέκα, του Γιώργου Μανουσάκη, της Μαρίας Πώπ και της Ντιάνας Αντωνακάτου που ζωγράφισε το Ναύπλιο με το δικό της ύφος και το πάθος ενός μεγάλου καλλιτέχνη κι ας αφήσουμε την ψυχή μας να περιπλανηθεί στις ντάπιες του κάστρου, στα πλακόστρωτα στενά του, στα σκαλωτά δρομάκια του, στις γωνιές με τις γαζίες και τ’ αγιοκλήματα.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης, «Ναύπλιο», Λάδι σε μουσαμά – Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου.

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994), «Ναύπλιο 1958», Λάδι και gouache σε χαρτόνι.

Φώτης Κόντογλου (1895-1965), «Ναύπλιο 1926», Υδατογραφία.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), Τέμπερα σε χαρτί.

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), «Σπίτια στο Ναύπλιο 1927», Νερομπογιά σε χαρτί.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), «Ακροναυπλία».

Γιώργος Μανουσάκης, «Το σπίτι του Αρμανσμπεργκ στο Ναύπλιο 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Σπύρος Βασιλείου (1902-1985), «Ιστιοφόρο Μαρία», Λάδι σε μουσαμά.

Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

Μαρία Πωπ, «Κυριακή πρωί στο Ναύπλιο 1980», Λάδι σε ξύλο.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Γιώργος Μανουσάκης, «Σπίτια στο Ναύπλιο, 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Read Full Post »

Κόκκινος Θ. Κωνσταντίνος (1890-1976)

 
   


 

 

Κόκκινος Κωνσταντίνος

Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1890. Ήταν γιος του εμπόρου Θεόδωρου Κόκκινου. Η οικογένειά του είχε δώσει στο Ναύπλιο πολλούς δημάρχους και πολιτευτές.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατατάχτηκε στο στρατό ως εθελοντής και φοίτησε στην στρατιωτική σχολή υπαξιωματικών Κερκύρας, προήχθη δε σε ανθυπολοχαγό το 1913. Έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους 1912, 1913, 1918 και στην Μικρασιατική εκστρατεία το 1922.

Παραιτήθηκε από το στρατό το 1929 με το βαθμό του συνταγματάρχη και πολιτεύτηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Εξελέγη δε Δήμαρχος Ναυπλίου εκείνη τη χρονιά. Διορίστηκε πάλι Δήμαρχος το 1945, μετά την Απελευθέρωση.

Εξέδωσε ένα πρωτότυπο φωτογραφικό λεύκωμα, όπου παρουσίαζε νεωτεριστικά το έργο του ως Δημάρχου κατά την θητεία του 1929-1934. Συμμετείχε ως υποψήφιος Δήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος της αντιπολίτευσης στις δημοτικές εκλογές της δεκαετίας του 1950. Απεβίωσε την 1 Δεκεμβρίου 1976.

  

Πηγή


  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007. 

Read Full Post »

Ναύπλιον  – Ετυμολογία του Ονόματος


 

Α΄ Ονοματολογικά. Η ονομασία της πόλεως κατά τους αρχαίους χρόνους ήταν Ναυπλία και απαντάται στην αρχαία Γραμματεία κατά πρώτον στον Ηρόδοτο στη φράση «Ναυπλίη χώρη». Γράφει ο Ηρόδοτος: «Μετά δε ταύτα εξαναχωρήσας (ο Κλεομένης) την στρατίην κατήγαγε ες Θυρέην, σφραγησάμενος δε τη θαλάσση ταύρον πλοίοισι σφέας ήγαγεν ες τε την Τιρυνθίην χώρην και Ναυπλίην = Μετά από αυτά, έφυγε ο Κλεομένης και οδήγησε τον στρατόν του στην Θυρέα κι αφού απέκλεισε την θάλασσα με πλοία μετέφερε τους δικούς του στην περιοχή της Τίρυνθας και της Ναυπλίας» (VI 76).

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Τύπος ονόματος na-u-pi-ri-jo στη Γραμμική Γραφή Β ταυτίζεται από ορισμένους γλωσσολόγους με το όνομα Ναύπλιος. Γενικότερη όμως παραδοχή της εκτιμήσεως αυτής δεν υπάρχει στους ειδικούς. Ίσως νεώτερες πινακίδες, πού κατά καιρούς ανευρίσκονται, να λύσουν το πρόβλημα. Έτσι παραμένομε στον Ηρόδοτο, ως πρώτη μνεία του ονόματος.

Το εθνικό όνομα, αυτό δηλαδή πού δηλώνει τον κάτοικο της πόλεως, το συναντούμε μεταγενεστέρως στον Στράβωνα (VIII, p. 374) και έχει τον τύπο Ναυπλιεύς / Ναυπλιείς.

Το κτητικό επίθετο έχει τους τύπους Ναύπλιος και Ναυπλίειος και απαντάται συχνά στον Ευριπίδη. Λέγει ο αρχαίος τραγωδός: Ναυπλίη χθών = γη του Ναυπλίου (Ορέστης, σ. 369), Ναύπλιοι λιμένες = λιμάνια του Ναυπλίου (Ελένη, σ. 453), Ναύπλιαι ακταί (Ελέ­νη, σ. 1586) και Ναυπλίειος λιμήν (Ορέστης, σ. 54). Η πόλις με τα ονόματα Ναύπλιον και Ανάπλιον-Ανάπλιν – Ανάπλι εμφανίζεται κατά πρώτον στα υστεροβυζαντινά χρόνια:

Συγκεκριμένα το όνομα Ναύπλιον αναφέρεται κατά πρώτον από τον Βυζαντινό ιστορικό Γεώργιο Κεδρηνό, πού έγραψε γύρω στα 1100 μ.Χ., στο έργο του Σύνοψις Ιστοριών: «στρατηγούντος έν Ναυπλίω Νικηφόρου Πατρικίου = όταν στρατηγός στο Ναύπλιο ήταν ο Ν. Π.» (Migne, τ. 122 II 499, σ. 232).

Το όνομα επισημαίνεται και πά­λιν σε υπόμνημα του επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος συνταχθέν κατά το έτος 1144 μ.Χ. Ακολούθως το συναντούμε στους ιστορικούς Μιχαήλ Χωνιάτη Ακομινάτο και Νικήτα Χωνιάτη Ακομινάτο πού έγραψαν γύρω στο 1200 μ.Χ. Λέγει ο Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστόν: «Οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέ­λων…= Άλλοι μεν λέγουν από τα απόκρημνα βράχια του Ναυπλίου». Και ο Νικήτας: «Ο δε Σγουρός ούτος εκ Ναυπλίου γεγενημένος…» (Χρονική Διήγησις, σ. 800).

Τον τύπον αυτόν του ονόματος θα τον συναντήσωμε ακολούθως στους Ιστορικούς της αλώσεως Γεώργιο Σφραντζή και Λαόνικο Χαλκοκον­δύλη. Ο Σφραντζής γράφει: «Και εν Ναυπλίω τον πλείονα καιρόν διέτριβε» (Χρονικόν, Migne, τ. 156 IV 407, σ. 983). Και ο Χαλκοκονδύλης: «Ην δε ο νεανίας Πριάμου παις, του Ναύπλιον επιτετραμένου παρά Ουενετών = Ήταν δε ο νέος αυτός γυιός του Πριάμου, αυτόν που οι Βενετοί είχαν τοποθετήσει στο Ναύπλιον» (Απόδειξις Ιστοριών, Migne τ. 159 IX 241, σ. 445).

Το όνομα Ανάπλιον, και απλοποιημένο Ανάπλιν και Ανάπλι, εμφανίζεται κατά πρώτον στο Βυζαντινό ιστορικό και λόγιο Γεώργιο Παχυμέρη (1242-1310;), ο οποίος στο έργο του Μιχαήλ Παλαιολόγος, γράφει: «τα κατά την Πελοπόννησον ταύτα, Μονεμβασίαν, Μαΐνην, Ιεράκιον, Μυζηθράν (Ανάπλιον δε και Άργος εν Αμφιβόλοις ετίθει = Το Ναύπλιον και το Άργος ανέθεσε στους Αμφιβόλους)» (Migne τ. 143 I 88, σ. 523).

Την ίδια εποχή (περ. 1300 μ.Χ.) το μνημονεύει ο συγγραφέας του Χρονικού του Μορέως. Ο τύπος αναγράφεται και στις τρεις παραλλαγές. Δηλαδή μορφή Ανάπλιον (στ. 1587 και 2766), μορφή Ανάπλιν (στ. 2085) και Ανάπλι (στ. 2871) (Έκδ. J. Schmidt, Methuen, London 1904).

Και πάλιν μεταγενεστέρως συναντάται στον Γεώργιο Σφραντζή στη μορφή Ανάπλιν: «και πάλιν ευρίσκετο εις τε τον δεσπότην κύρ Δημήτριον και εις το Ανάπλιν, τον πλείονα καιρόν» (Χρονικόν Μικρόν, Migne τ. 156 υξ’, σ. 1070). Και πάλι θα το συναντήσομε στον Δωρόθεο Μονεμβασίας στο έργο του Χρονογράφος (γύρω στο 1600 μ.Χ.).

 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

 Β’ Ετυμολογικά. Η ετυμολογία της λέξεως Ναυπλία είναι διαφα­νής. Δηλαδή η λέξις παράγεται εκ του ναύς + πλέω. Ο Στράβων εξηγεί την ετυμολογία της λέξεως ως εξής: «το δ’ έτυμον από του ταις ναυσίν προσπλείσθαι = την ετυμολογία της λέξης ερμηνεύει από τα πλοία» (VIII, p. 368). Υπήρχε όμως και η θέσις ότι το όνομα της πόλεως ωφείλετο στον Ναύπλιο, υιόν του Ποσειδώνος και της Δαναΐδος Αμυμώνης.

Ο Ναύπλιος υπήρξε ο θεμελιωτής και πρώτος οικιστής της πόλεως αυτής. Γράφει ο Παυσανίας: «οικιστής δε εγένετο αυτής Ναύπλιος Πο­σειδώνος λεγόμενος και Αμυμώνης είναι = αυτός που έχτισε την πόλη ήταν ο Ναύπλιος ο οποίος κατά την παράδοση ήταν γυιός του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης» (II 38 2).

Ο Παυσανίας δηλαδή θεωρεί το όνομα κυριώνυμο. Ας σημειωθή ότι η τάσις αυτή, του να αναζητούνται δηλαδή για τα τοπωνύμια πρώτοι οικιστές, είναι αρκετά διαδεδομένη στους αρχαίους χρόνους. Την άποψη όμως αυτή απορρίπτει ο γεωγράφος Στράβων ισχυριζόμενος ότι προηγείται το όνομα της πόλεως, ενώ το όνομα Ναύπλιος είναι νεώτερο δημιούργημα: «Από τούτου (του ετύμου) δε πεπλάσθαι φασί τον Ναύπλιον και τους παίδας αυτού παρά τοις νεωτέροις = Λέγεται δε ότι οι μεταγενέστεροι ξεκινώντας από την ονομασία αυτή ( της πόλης) δημιούργησαν το Κύριο όνομα που έδωσαν στον Ναύπλιο και τους απογόνους του». Και συνεχίζει αιτιολογών τη θέσιν του: «Ου γαρ Όμηρων αμνημονήσαι αν τούτων = Γιατί ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να τους ξεχάσει» (VIII, p. 368).

Ο Στέφανος ο Βυζάντιος (6ος  αιώνας μ.Χ.) υιοθετεί αυτή τη θέση: «Ναυπλία, πόλις Άργους. Στράβων ογδόη «από του ταις ναυσί προσπλείσθαι». Οι οικούντες Ναυπλιείς, ως Στράβων» (s.v. Ναυπλία). Αντιθέτως ο αρχαίος σχολιαστής του Ευριπίδη υιοθετεί τη θέσιν του Παυσανία: «Ναύπλιος γαρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος… ότι εν λιμένι διέτριβε, εκ τούτου ομώνυμος αύτω ο λιμήν» (Σχόλιο στο στίχο 472 του Ορέστη).

Το ότι ο Ναύπλιος ήταν δεινός θαλασσοπόρος μαρτυρείται και από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο: «Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν = ο Ναύπλιος ο οποίος εξουσίαζε τους πάντες με τον στόλο του( τη ναυτική δύναμη)» (Αργοναυτικά, στ. 138).

Το λεξικό της Σούδας αναφέρεται στη σιγή του Ομήρου, πού μνημο­νεύει ο Στράβων, και δίδει μία ερμηνεία: «Τα δε ποιήματα αυτού ηφανίσθη υπό των Αγαμέμνονος απογόνων δια βασκανίαν. Υπολαμβάνω δε και τον ποιητήν Όμηρον αυτό τούτο πεπονθέναι, και μηδεμίαν του ανδρός μνήμην ποιήσασθαι = τα έργα αυτού χάθηκαν ( ξεχάστηκαν) από τους απογόνους του Αγαμέμνονα για λόγους αντιζηλίας. Υποψιάζομαι μάλιστα ότι και ο ποιητής Όμηρος αυτό έπαθε και δεν μνημονεύει τον άνδρα πουθενά» (δηλ. του Παλαμήδη) (λ. Παλαμήδης).

Παλαμήδης

Ο Παλαμήδης, ως γνω­στόν, μετέσχε του Τρωικού Πολέμου και είχε οικτρό τέλος από τέχνασμα του Οδυσσέα. Ήταν γιος του Ναυπλίου και της Κλυμένης. Ο εδώ αναφερόμενος Ναύπλιος ήταν πέμπτος απόγονος του πρώτου Ναυπλίου.

Το όνομα Ναύπλιον είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του κτητικού επιθέτου Ναύπλιος, το οποίο, ως ήδη ελέχθη, θεωρείται παράγωγο του ονόματος Ναυπλία. Το εθνικό όνομα του τύπου αυτού είναι Ναυπλιώτης / Ναυπλιώτισσα και το κτητικό Ναυπλιακός και Ναυπλιώτικος.

Το όνομα Ανάπλιον παράγεται από το πρόθεμα (προτακτικό φωνήεν) α + Ναύπλιον, με απλοποίησιν του συμφωνικού συμπλέγματος fpl στο δεύ­τερο συνθετικό. Εθνικό όνομα του τύπου αυτού είναι Aναπλιώτης και Αναπλιώτισσα και το κτητικό Αναπλιώτικος.

Ας σημειωθή ότι η πόλις ως πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος επί πενταετίαν (1829-1834) καταγράφεται και ως Ανάπλιον, ονομασία πού μέχρι σήμερα διατηρείται σε χρήσιν λαϊκή και λογοτεχνική. Το πρόθεμα α στη λέξι Ανάπλιον αναπτύχθηκε χάριν ευφωνίας και απλοποιήσεως. Τούτο, ως γνωστόν, συνέβη και σε άλλα τοπωνύμια, όπως Ναύπακτος – Έπαχτος κ.λπ. Το προτακτικό φωνήεν είναι συνηθέστερο στην ποιητική γλώσσα και συνήθως δεν διαφοροποιεί τη σημασία της λέξεως. Έτσι ο τσιγγάνος λέγεται και Ατσίγγανος, η βδέλλα και αβδέλλα, η σκιά και ίσκιος, η μασχάλη και αμασχάλη, κ.λπ.

Συμπερασματικά, κατά την πιθανότερη θέσιν, η Ναυπλία είναι ή το πρώτον υπάρξασα λέξις και παράγεται εκ του ναύς + πλέω. Δηλώνει δε τον τόπο στον οποίο προσωρμίζοντο τα πλοία των χρόνων εκείνων, εύρι­σκαν δηλ. καλό αραξοβόλι.

 

 Αθανάσιος Βερτσέτης                                             

Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών                                            

Σταυρούλα Πετράκη – Βερτσέρη

Σχολική Σύμβουλος

* Η μετάφραση των αποσπασμάτων από τα αρχαία,  έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Ο Λαμαρτίνος στο Ναύπλιο του 1832


 

Ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine 1790 – 1869), γνωστός από το έργο του «Ποιητικοί Στοχασμοί» , έργο  που θεωρήθηκε ορόσημο του ρομαντισμού, το 1832 πραγματοποίησε ένα ταξίδι αναψυχής στην Ανατολή, με βασικούς σταθμούς την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και τον Λίβανο. Τότε, η πολύ πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης και καταστροφής. Αυτήν την Ελλάδα θα δει ο ποιητής και θα την αποτυπώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος που κρατάει, αρχίζοντας από τις  ακτές του Ναυαρίνου, όπου φτάνει στις 6 Αυγούστου. Οι ταξιδιωτικές εξιστορήσεις του εκδόθηκαν σχεδόν αμέσως,  το 1835, σε τετράτομο έργο με τον τίτλο,  «Souvenirs impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient (1832-1833) ou notes d’un voyageur, par M. Alphonse de Lamartine, membre de l’Académie Française En quatre volumes Paris Librairie de Charls Gosselin, Librairie de Furne, 1835», κυρίως για οικονομικούς λόγους. Το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, το 1841 παίρνει τον οριστικό τίτλο  «Voyage en Orient», και ως το 1868 τυπώνεται πάνω από δεκαπέντε φορές. Ας δούμε τη γράφει  ο Λαμαρτίνος για την Αργολίδα και ειδικότερα για το Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1832. 

 

 

Alphonse de Lamartine - Πίνακας του Decaisne (1839).

[…] Μπαίνουμε σ’ έναν ευρύχωρο κόλπο, είναι ο Αργολικός κόλπος· έχουμε τον άνεμο πίσω μας και τρέχουμε γρήγορα σαν γλάροι που πετούν· τα βράχια, τα βουνά, τα νησιά των δύο παραλιών φεύγουν μπροστά μας σαν σκοτεινά σύννεφα. Νυχτώνει· διακρίνουμε κιόλας τον βυθό του κόλπου, μολονότι έχει δέκα λεύγες βάθος· τα κατάρτια τριών στόλων που είναι αγκυροβολημένοι μπροστά στο Ναύπλιο διαγράφονται σαν χειμωνιάτικο δάσος με φόντο τον ουρανό και την πεδιάδα του Άργους.

Σε λίγο σκοτεινιάζει εντελώς· ανάβουν φωτιές στις πλαγιές των βουνών και στα δάση όπου οι Έλληνες βοσκοί φυλάνε τα κοπάδια τους· τα πλοία ρίχνουν τον βραδινό κανονιοβολισμό. Βλέπουμε διαδοχικά τη λάμψη από τις μπουκαπόρτες των εξήντα αραγμένων σκαφών, όμοια με τους δρόμους μιας μεγαλούπολης η οποία φωτίζεται από τα φανάρια της· μπαίνουμε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των πλοίων και ρίχνουμε άγκυρα αργά τη νύχτα κοντά σ’ ένα μικρό φρούριο που προστατεύει τον όρμο του Ναυπλίου, απέναντι από την πόλη, κάτω από τη σκιά του κάστρου του Παλαμηδιού.

 

9 Αυγούστου 1832

Σηκώνομαι με την ανατολή του ήλιου για να δω επιτέλους από κοντά τον Αργολικό κόλπο, το Άργος, το Ναύπλιο, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ελλάδας. Τέλεια απογοήτευση: το Ναύπλιο είναι μια άθλια κωμόπολη, χτισμένη στο άκρο ενός βαθιού και στενού κόλπου, πάνω σε μια λουρίδα γης πεσμένη από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν σε όλη την ακτή· τα σπίτια δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό· έχουν το σχήμα των πιο κοινών χωριάτικων κατοικιών της Γαλλίας ή της Σαβοΐας.

Τα περισσότερα είναι κατεστραμμένα και οι τοίχοι τους, γκρεμισμένοι από τις κανονιές του τελευταίου πολέμου, βρίσκονται ακόμα σωριασμένοι καταμεσής του δρόμου. Στην παραλία υψώνονται δυο-τρία καινούργια σπίτια, βαμμένα με χτυπητά χρώματα, ενώ μερικά καφενεία και ξύλινα μαγαζιά είναι χτι­σμένα πάνω σε πασσάλους που προχωρούν μέσα στη θάλασσα: αυτά τα πλωτά καφενεία και οι εξέδρες είναι κατειλημμένα από μερικές εκατοντάδες Έλληνες που φορούν τις πιο επιτηδευμένες αλλά και τις πιο βρόμικες φορεσιές· καθισμένοι ή ξαπλωμένοι στα σανίδια ή πάνω στην άμμο σχηματίζουν διάφορες γραφικές ομάδες.

 

 

Οι φυσιογνωμίες είναι ωραίες, αλλά θλιμμένες και άγριες· το βάρος της αργίας φαίνεται σε κάθε τους στάση. Η τεμπελιά των Ναπολιτάνων είναι γλυκιά, ήσυχη και εύθυμη: είναι η νωχέλεια της ευτυχίας· η τεμπελιά αυτών των Ελλήνων είναι βαριά, δύσθυμη, σκυθρωπή· είναι ένα ελάττωμα που αυτοτιμωρείται. Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το Ναύπλιο, για να θαυμάσουμε το όμορφο κάστρο του Παλαμηδιού· κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το βουνό που υψώνεται πάνω από την πόλη· τα τείχη με τις επάλξεις είναι σαν τη δαντελωτή επιφάνεια ενός φυσικού βράχου.

Πού είναι όμως το Άργος; Ένας απέραντος κάμπος, άγονος και γυμνός, σπαρμένος με έλη, απλώνεται και στρογγυλεύει στο βάθος του κόλπου, περιτριγυρισμένος από γκρίζες οροσειρές. Στο βάθος του κάμπου, σε απόσταση δύο λευγών περίπου προς το εσωτερικό, διακρίνουμε ένα ύψωμα που έχει στην κορφή του μερικά οχυρωματικά τείχη και προστατεύει με τη σκιά του μια γκρεμισμένη κωμόπολη: αυτό είναι το Άργος.

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Αγαμέμνονα. Τι με ενδιαφέρει όμως ο Αγαμέμνων και το βασίλειό του; Αυτές οι ιστορικές και πολιτικές παρελθοντολογίες έχασαν το ενδιαφέρον του καινούργιου και του αληθινού. Το μόνο που θα ‘θελα να δω είναι μια κοιλάδα της Αρκαδίας· προτιμώ ένα δέντρο, μια πηγή στα ριζά του βράχου, μια ροδοδάφνη στην όχθη ενός ποταμού, κάτω από την γκρεμισμένη καμάρα μιας γέφυρας σκεπασμένης με κληματσίδες, παρά το μνημείο κάποιου κλασικού βασιλείου που δεν ανακαλεί πια τίποτα στον νου μου, εξόν από την πλήξη την οποία μου έδωσε στα παιδικά μου χρόνια.

 

10 Αυγούστου 1832

Περάσαμε δύο μέρες στο Ναύπλιο· η Τζούλια [η κόρη του] με ανησυχεί πάλι. Θα μείνω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Μένουμε στη στεριά, στο δωμάτιο ενός άθλιου πανδοχείου, απέναντι από έναν ελληνικό στρατώνα. Οι στρατιώτες είναι όλη μέρα ξαπλωμένοι κάτω από τη σκιά των ξεχαρβαλωμένων τοίχων, μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· οι φορεσιές τους είναι πλούσιες και γραφικές· στα χαρακτηριστικά τους έχουν αποτυπωθεί η αθλιότητα, η απελπισία και όλα τα άγρια πάθη που ανάβει και συδαυλίζει στις άγριες ψυχές ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτόν τον καιρό στον Μοριά βασιλεύει τέλεια αναρχία.

Οι φατρίες αλληλοεξοντώνονται συνεχώς και ακούμε τις τουφεκιές των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων, που πολεμούν από την άλλη πλευρά του κόλπου ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Κάθε φορά όπου έρχεται ταχυδρομείο από τα βουνά, μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά σε κάποια πόλη, για τη λεηλασία μιας πεδιάδας, για τη σφαγή ενός πληθυσμού από τη μια ή την άλλη μερίδα που καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα. Δεν μπορείς να βγεις από το Ναύπλιο χωρίς να κινδυνέψεις να φας καμιά τουφεκιά.

Ο πρίγκιπας Καρατζάς* έχει την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια συνοδεία από τα παλικάρια του για να πάω να επισκεφτώ τον τάφο του Αγαμέμνονα, και ο στρατηγός Κορμπέ,** που διοικεί τα γαλλικά στρατεύματα, βάζει κι αυτός ένα δικό του στρατιωτικό απόσπασμα· αρνούμαι· δεν θα ‘θελα, από ένα κενό ενδιαφέρον για κάποιο αξιοθέατο, να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή μερικών ανθρώπων, είναι κάτι που δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου.

 

12 Αυγούστου 1832 

Η Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. François Marie Joseph Estourmel.

Σήμερα το πρωί παρακολούθησα μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου.*** Η αίθουσα είναι ένα ξύλινο υπόστεγο· οι τοίχοι και η στέγη είναι φτιαγμένα από σανίδες έλατου που χάσκουν· οι βουλευτές κάθονται σε ψηλούς πάγκους, ολόγυρα σ’ ένα αλώνι από άμμο, και μιλούν από τη θέση τους. Καθόμαστε πάνω σ’ έναν σωρό από πέτρες στην είσοδο της αίθουσας, για να τους δούμε που θα ‘ρχονται. Καταφθάνουν ο ένας ύστερα από τον άλλον, καβάλα στο άλογο, και με συνοδεία μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχηγού. Ο βουλευτής ξεπεζεύει, ενώ τα παλικάρια του, αρματωμένα με θαυμάσια όπλα, μαζεύονται λίγο πιο πέρα σ’ έναν μικρό χώρο που περιβάλλει την αίθουσα.

Αυτός ο χώρος μοιάζει με στρατόπεδο ή με καραβάνι. Το ύφος των βουλευτών είναι αρειμάνιο και αγέρωχο· μιλούν δίχως να μπερδεύουν τα λόγια τους, χωρίς διακοπές, με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή, μετρημένη και αρμονική. Δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα τα άγρια, απωθητικά πρόσωπα που είδαμε στους δρόμους του Ναυπλίου· είναι οι αρχηγοί ενός ηρωικού λαού, οι οποίοι κρατούν ακόμα στο χέρι το τουφέκι ή το σπαθί που χρησιμοποίησαν λίγο νωρίτερα για να τον απελευθερώσουν, και τώρα συζητούν όλοι μαζί για να βρουν τον τρόπο που θα εξασφαλίσει την εδραίωση της ελευθερίας τους. Το κοινοβούλιό τους είναι πολεμικό συμβούλιο.

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο απλό και συνάμα πιο επιβλητικό από το θέαμα αυτού του οπλισμένου έθνους που συζητάει πάνω στα ερείπια της πατρίδας του, κάτω από έναν σανιδένιο θόλο ο οποίος υψώνεται καταμεσής στα χωράφια, ενώ οι στρατιώτες γυαλίζουν τα άρματά τους στην είσοδο αυτής της συγκλήτου και τα άλογα χλιμιντρίζουν ανυπομονώντας να ξαναπάρουν τα μονοπάτια των βουνών. Ανάμεσα στους αρχηγούς συναντάς θαυμάσια πρόσωπα, ωραία, έξυπνα, ηρωικά: είναι οι βουνίσιοι. Αναγνωρίζεις εύκολα τους Έλληνες νησιώτες εμπόρους από τα θηλυπρεπέστερα χαρακτηριστικά τους, από την καπατσοσύνη που εκφράζει η φυσιογνωμία τους. Το εμπόριο και το καθισιό μέσα στις πόλεις αφαίρεσαν από το πρόσωπό τους κάθε ευγένεια και δύναμη, για να αποτυπώσουν τη σφραγίδα της χυδαίας επιτηδειότητας και της πονηριάς που τους χαρακτηρίζει.

 

13 Αυγούστου 1832

Όμορφη γιορτή που έδωσε στο πλοίο του ο ναύαρχος Χόθαμ, κυβερνήτης του αγγλικού στόλου στον όρμο του Ναυπλίου· μας ξεναγεί στο καράβι του με τα τρία καταστρώματα, το Σαιν-Βενσάν, και δίνει εντολή στα πληρώματα να αναπαραστήσουν μια ναυμαχία. Να βλέπεις ένα πλοίο με χίλιους εξακόσιους άντρες, και μάλιστα την ώρα της μάχης, είναι το αριστούργημα της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Εξαίρετος άνθρωπος, στο πρόσωπο και τους τρόπους του σμίγουν σ’ ένα σπάνιο συνταίριασμα η ευγένεια του παλαιού πολεμιστή και η καλοσυνάτη γλυκύτητα του φιλόσοφου, κοινό χαρακτηριστικό των ωραίων αντρικών φυσιογνωμιών της αγγλικής αριστοκρατίας. Προσφέρεται να μας δώσει ένα από τα πολεμικά του σκάφη για να μας συνοδέψει ως τη Σμύρνη. Αρνούμαι και ζητώ αυτή την εξυπηρέτηση από τον ναύαρχο Υγκόν, κυβερνήτη του γαλλικού στόλου.

Συμφωνεί να μας δώσει το μπρίκι το Πνεύμα που το κυβερνάει ο πλοίαρχος Κουνέο ντ’ Ορνάνο· δεν θα μας συνοδέψει όμως πάρα μόνο ως τη Ρόδο. Δειπνώ στο σπίτι του κυρίου Ρουέν, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Ελλάδα· παραλίγο να την είχα εγώ αυτή τη θέση την εποχή της Παλινόρθωσης. Με συγχαίρει που δεν την πήρα. Ο κύριος Ρουέν, που έζησε στο Ναύπλιο όλες τις κακές ημέρες της ελληνικής αναρχίας, λαχταράει να απαλλαγεί από αυτή τη θέση. Παρηγοριέται για τις αυστηρές συνθήκες της εξορίας του με το να υποδέχεται τους συμπατριώτες του και να εκπροσωπεί, με τέλεια άνεση και εγκαρδιότητα, την υψηλή προστασία της Γαλλίας προς μία χώρα που πρέπει να την αγαπάς για το παρελθόν και για το μέλλον της[…].

 

Υποσημειώσεις


 

* Επιφανής οικογένεια Φαναριωτών. Εδώ πρόκειται μάλλον για τον Κωνσταντίνο Καρατζά, γιο του Ιωάννη, που είχε σταλεί από τον πατέρα του με πολεμοφόδια στο Ναυαρίνο. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της Συνέλευσης της Επιδαύρου, έφυγε από την Ελλάδα, όπου ξαναγύρισε μετά την απελευθέρωση.

** Ο Γκυγιώμ Κορμπέ (1779-1842) ακολούθησε τον στρατηγό Μαιζών στην Πελοπόννησο και έγινε διοικητής του Ναυαρίνου, της Μεσσηνίας και του Ναυπλίου. Το 1831 ανέλαβε την αρχηγία των γαλλικών στρατευμάτων της Πελοποννήσου και το 1832, λίγο μετά τη διέλευση του Λαμαρτίνου από το Ναύπλιο, επέστρεψε στη Γαλλία.

*** Ο Γάλλος κόμης d’ Estourmel (Εστουρμέλ), ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1832, στο βιβλίο του Journal d’un voyage en Orient, Paris, 1844, αναφέρεται στην Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας, που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Ο περιηγητής έφτασε πολύ κοντά στο σημείο των συνεδριάσεων και γράφει: «Υπάρχει κάτι παράξενο και γραφικό σ΄ αυτή τη σύναξη των εκπροσώπων του ελληνικού λαού κάτω από ένα υπόστεγο στο ύπαιθρο, τόσο κοντά στην πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα. Παρακολουθώ τις συνεδριάσεις. Δεν καταλαβαίνω βέβαια αυτά που λένε οι αξιότιμοι βουλευτές…. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τις ωραίες ενδυμασίες τους και υιοθέτησαν τα φράγκικα ρούχα».  

 

Πηγές


  • «Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα – Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ», Μετάφραση: Μέντζου Βάσω, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Lamartine Alphonse de, «Voyage en Orient», Paris, 1855.
  • Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Estourmel Joseph de (Comte), «Journal d’un voyage en Orient», Paris, 1844.

Read Full Post »

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »