Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Πέτρος ο Πελοποννήσιος (1730-1777)

 

 


 

Διαπρεπής λαμπαδάριος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και μελοποιός (γνωστός και ως Πέτρος ο Λαμπαδάριος). Πρόκειται για τον μέγιστο των μουσικοδιδάσκαλων του 18ου αι. (και ίσως ολόκληρης της μετά την Άλωση εκκλησιαστικής Μουσικής Ιστορίας). Το επώνυμό του ήταν πιθανόν Μπαρδάκης και θεωρείται η «4η πηγή» της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής (μετά τους: Ιωάννη  Δαμασκηνό, Κουκ(κ)ουζέλη Ιωάννη και Ιωάννη τον Κλαδά). Η προσφορά του στη διάσωση του βυζαντινού μέλους της ελληνορθόδοξης λατρείας κρίνεται ως ανεκτίμητη.

 

Νεότερες έρευνες για την κοσμική διάσταση του μουσικού έργου του

 

Πέτρος ο Πελοποννήσιος

Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος υπήρξε διαπρεπής μουσικός και μελοποιός της μεταβυζαντινής μουσικής περιόδου (ΙΗ-ΙΘ αι.). Διακρίθηκε όχι μόνο στην ψαλτική τέχνη, αλλά και ως συνθέτης της μουσικής πολλών και ποικίλων εκκλησιαστικών ύμνων. Ήταν προικισμένος με έκτακτο μουσικό τάλαντο και υπέροχη ιδιοφυΐα και με τα προσόντα του αυτά κατόρθωσε να αναδειχθεί κορυφαίος μεταξύ των συγχρόνων του μουσικών και ένας από τους κυριότερους ανά τους αιώνες εκπροσώπους του βυζαντινού μουσικού είδους.

Καταγόταν από το νομό Λακωνίας και γι’ αυτό ονομαζόταν Λακε­δαιμόνιος ή Πελοποννήσιος. Επίσης ονομαζόταν και Λαμπαδάριος από τη θέση που κατείχε ως ψάλτης στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Δεν είναι πολύ γνωστά τα βιογραφικά του.  [i] Ξέρουμε μόνο ότι εμφανίζεται για πρώτη φορά ως δομέστικος του πατριαρχικού ναού και αργότερα ως Λαμπαδάριος. Δίδαξε μουσική στη δεύτερη μετά την άλωση Πατριαρχική Μουσική Σχολή, αλλά και στους τότε Αρμενίους ψάλτες της Κωνσταντινουπόλεως δίδαξε ιδιαίτερο τρόπο μουσικής γραφής που διατηρούν μέχρι σήμερα.

Πέθανε το 1777 από λοιμώδη νόσο, όχι σε πολύ μεγάλη ηλικία. Άφησε μουσικό έργο εκπληκτικό σε όγκο, αλλά και σε ποιότητα, που διακρίνεται για την πρωτοτυπία του και φέρνει τη σφραγίδα της ιδιοφυΐας του. Το έργο του στο ύφος της βυζαντινής μουσικής διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Η δομή των μελικών του διαγραμμάτων διέπεται από λιτότητα στα μέσα μουσικής έκφρασης και από μορφολογική αρτιότητα. Αυτά τα στοιχεία, που είναι ευδιάκριτα στο έργο του Πέτρου  Πελοποννήσιου είναι χαρακτηριστικά της παλαιότητας και μένουν αναλλοίωτα μέσα στους αιώνες.

Η προσφορά του στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι ανέλυσε εκτενέστερα τα σημάδια της πρώτης μουσικής σημειογραφίας και μετέγραφε όλα τα αρχαία μαθήματα. Η δημιουργική προσφορά του Πέτρου  Πελοποννήσιου δεν αναφέρεται μόνο στον τομέα της μελοποιίας.

Ο Πέτρος  Πελοποννήσιος συνετέλεσε τα μέγιστα στη διάσωση του αρχαίου μέλους της Ελληνορθόδοξης λατρείας. Με πολύ απλουστευμένο μουσικό σύστημα έδωσε την τελική μορφή στις διαδοχικές απλοποιήσεις – «εξηγήσεις» των παλαιοτέρων μορφών της βυζαντινής μουσικής σημειογραφίας που χρησιμοποιούσε σύμβολα ως είδος μουσικής στενογραφίας. Αυτό το πέτυχε ο Πέτρος  Πελοποννήσιος με τη χρήση περισσοτέρων μουσικών «χαρακτήρων» για να παραστήσει τις διάφορες θέσεις και τα μελικά διαγράμματα των ασμάτων.

Έτσι, συνεχίζοντας το έργο των προγενεστέρων, με την προσφορά του έβαλε τη σφραγίδα του στη βυζαντινότητα των μέχρι της εποχής του διατηρημένων μελών. Η δική του σημειογραφία, που αποτελεί σταθμό στην ιστορία της βυζαντινής παρασημαντικής, έγινε το μεταίχμιο μεταξύ της πρώτης σημειογραφίας (της στενογραφίας) και της σημερινής τελικής σημειογραφίας που θεσπίστηκε το 1815. Παράλληλα έγραψε και όλα τα συντομότερα μέλη που σώζονταν μέχρι τότε μόνο με τη φωνητική μουσική παράδοση.

Στο μουσικό έργο που άφησε στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής ανήκουν τα ακόλουθα: δυο Αναστασιματάρια, τέσσερις στάσεις χερουβικών και κοι­νωνικών των Κυριακών, πολυέλεοι, πασαπνοάρια, δοξολογίες, δοξαστάρια και ειρμολόγιο.

Πέρα από το πρωτότυπο έργο του εργάστηκε πολύ και στον τομέα της επεξεργασίας εκκλησιαστικών μελωδιών παλαιοτέρων βυζαντινών και μεταβυζαντινών δασκάλων, όπως είναι τα μεγάλα κεκραγάρια του Ιωάννου Δαμασκηνού, τα μεγάλα εωθινά Ιωάννου του Γλυκέως, τα μεγάλα ανοιξαντάρια διαφόρων μελοποιών, αργά πασαπνοάρια, το «άνωθεν οι προφήται», καθώς και άλλα μαθήματα.

Μεγάλη είναι η προσφορά του και στη διάσωση των σύντομων μελών (ειρμολογικών και σύντομων στιχηραρικών ) με την καταγραφή που αυτός εφεύρε. Το έργο αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί τα μέλη αυτά δεν ήταν μουσικώς γραμμένα, επειδή ήταν σύντομα. Τα έργα του μεταφέρθηκαν στην εν χρήσει σημερινή παρασημαντική της βυζαντινής μουσικής και εκτυπώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Πέρα από τις εκκλησιαστικές συνθέσεις ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος άφησε και ανατολικές μουσικές φόρμες και κοσμικά τραγούδια (του κρασιού και της αγάπης).

Οι συνθέσεις αυτές έγιναν ευμενώς δεκτές από το λαό και τις τραγουδούσαν τόσο στην Πόλη όσο και στα ελληνικά αστικά κέντρα της Ανατολής μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Μερικά από τα τραγούδια αυτά που είναι σπάνια δείγματα της παλαιότερης μουσικής που δεν είναι ούτε εκκλησιαστική ούτε δημοτική, σώζονται ανέκδοτα σε διάφορα χειρόγραφα.

Νεότερες έρευνες φέρνουν εις φως πολλές από τις κοσμικές μουσικές συνθέσεις του Πέτρου  Πελοποννήσιου. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε έρευνα του διδάκτορα μουσικολόγου Γιάννη Πλεμμένου με θέμα αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου που περιλαμβάνει κοσμικά άσματα σε βυζαντινή σημειογραφία.

Το αυτόγραφο αυτό εντοπίστηκε στο τέλος της Ανθολογίας που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι. Από αυτό το αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου και άλλο που είχε προηγηθεί αποδεικνύεται έμπρακτα ότι ήταν και μελοποιός κοσμικών ασμάτων, σύμφωνα και με αυτό που έχει λεχθεί από βιογράφους του, ότι «εμέλισε και στί­χους πολιτικούς κατά τα μακάμια (ήχους) των Οθωμανών και κατά τους ρυθμούς των αυτών». Γιάννης Πλεμμένος, «Νέο Αυτόγραφο του Πέτρου Πελοποννήσιου», Ανάτυπο από τα «Πελοποννησιακά», τ. ΚΗΙ 2005-2006, σ. 220.

Σύμφωνα με την παραπάνω εργασία, που ακολουθούμε από εδώ και πέρα, οι κοσμικές συνθέσεις που αποδίδονταν στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο είχαν εντοπισθεί και σε Ανθολογίες άλλων μεταγενέστερων γραφέων. Σύμφωνα με σημείωμα που βρίσκεται στην Ανθολογία που μνημονεύσαμε πιο πάνω, αυτή καταρτίσθηκε κατά τη δεκαετία του 1770, όταν ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος υπηρετούσε ως Λαμπαδάριος (ό.π.σ. 221). Στο χειρόγραφο αυτό υπάρχουν 118 καταγραφές που ανήκουν στον ίδιο γραφέα και περιλαμβάνουν τραγούδια που είναι καταχωρισμένα σε ομάδες ήχων. Το ότι πρόκειται για αυτόγραφο του  πιστοποιείται και από αντιπαραβολή της γραφής του με άλλα που έχουν ήδη αποδοθεί σ’ αυτόν (ό.π. σ. 224).

Είναι καταφανές ότι ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος  είναι ο συνθέτης της μουσικής αυτών των ασμάτων. Δεν έχει όμως διευκρινισθεί από τους ερευνητές του θέματος, αν ανήκει και η πατρότητα των στίχων των τραγουδιών (ο.π.σ. 230). Πέρα από τη μουσική που ανήκει στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο δεν απο­κλείεται και κάποιοι από τους μελοποιημένους στίχους του αυτόγραφου να ανήκουν σ’ αυτόν. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ο Σκαρλάτος ο Βυζάντιος όχι μόνο αναφέρει την επίδοση του Πέτρου του Πελοποννή­σιου στην ποίηση, αλλά και τον συγκαταλέγει μεταξύ «των διακεκριμένων εν τω Φαναρίω ποιητών». Πάντως υπάρχουν στίχοι που αποδίδονται στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο και εκφράζουν την επιθυμία του να μπορούσε να κάνει στίχους που να έχουν επιτυχία και υπόληψη από τους αναγνώστες, όπως φανερώνει το τετράστιχο που ακολουθεί.

 Ήθελα νάχω μια τέτοια χάρι

νάχαν οι στίχοι μου ιχτιμπάρι (υπόληψη), 

σε κάθε μέρος να τους αρέσουν,

και βλέποντές τους να τους παινέσουν. (ό.π. σ. 231). 

Τα τραγούδια που μελοποιεί  στο αυτόγραφό του που αναφέραμε δεν περιλαμβάνουν στίχους μεγάλης ποιητικής τέχνης. Κατά το Σκαρλάτο Βυζάντιο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την περίοδο που γράφτηκαν δεν υπήρχε ποιητική άνθιση. Έτσι όσοι καταπιάστηκαν με την ποίηση, άνθρωποι χωρίς ποιητικό τάλαντο, έκαναν στίχους χωρίς ποιητική πνοή και ο στόχος τους ήταν μόνο να πετύχουν μια βεβιασμένη πληκτική ομοιοκαταληξία, του είδους που υπάρχει στο τε­τράστιχο που αναφέραμε.

Βασικό στοιχείο των ποιημάτων που μελοποιεί ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος στο αυτό­γραφό του είναι ο έρωτας και τα παρεπόμενά του, η θλίψη, η απογοήτευση και η απελπισία κλπ. που εκφράζονται με φράσεις όπως: Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, Ας κλαύσω απαρηγόρητα, Εχάθηκαν οι κόποι μου  κλπ. που μαρτυρούν ένα ερασιτέχνη μετριότατο ποιητή που αποπειράται ανεπιτυχώς με ψευτοδραματικό τρόπο να τραγουδήσει τον έρωτα (ό.π. σ. 232).

Όπως προκύπτει από το αυτόγραφο αυτό ο Π.Π. ξεπερνάει το χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής, στον οποίο μας άφησε τεράστιο έργο, όπως είδαμε πιο πάνω, και κάνει ανοίγματα προς το χώρο της κοσμικής μουσικής όχι απλά ως μουσικός, αλλά και με το μοντέλο του μουσικού ποιητή, το οποίο έχει προβληθεί από τους Έλληνες διαφω­τιστές της εποχής, που ήθελαν ο ποιητής να μην είναι άμουσος, αν θέ­λει τα ποιήματά του να λάβουν την πρέπουσα ζωηρότητα και να συμ­βάλουν στη βελτίωση της ποιητικής τέχνης (ό.π.σ.232).

Την πλειονότητα των μελοποιήσεων του  στο αυτόγραφό του αυτό, αποτελούν ποιήματα σε δεκαπεντασύλλαβους, που άλλοτε είναι εναλλασσόμενοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι και επτασύλλαβοι και λί­γα είναι οκτασύλλαβα, δεκατρισύλλαβα και δεκασύλλαβα ιαμβικά. Σε τροχαϊκό μέτρο μελοποίησε μόνο 26 τραγούδια. Προτιμούσε τον ιαμβικό στίχο και στην εκκλησιαστική υμνογραφία, όπως φαίνεται από τη μελοποίησή του σε θεοτόκια και τριαδικά βυζαντι­νών και μεταβυζαντινών ποιητών που επισυνάπτει στους πολυελέους του (ό.π.σ.233). Αν και οι μελοποιήσεις των τραγουδιών του βασίζονται σε οθωμανικά μακάμια (ήχους) και ρυθμούς, παρουσιάζουν όμως μια αντιστοιχία στίχου και μέλους που πλησιάζει αυτήν του δημοτικού τραγουδιού (ο.π.).

Σε ό,τι αφορά τη μετρική μονάδα που χρησιμοποιεί αυτή είναι η οθωμανική «σοφιάν», που είναι το απλούστερο σχήμα της οθωμανικής μουσικής, που μετρείται σε τρεις κινήσεις, μια μακρά και δύο βραχείες, όπως συμβαίνει στον αρχαίο πόδα που ονο­μάζεται δάκτυλος (- υ υ) της επικής ποίησης. Στη μακρά αντιστοιχεί το ισχυρό μέρος του μέτρου και στις βραχείες το ασθενές. Η ρυθμική μετρική αντιστοιχία σ’ αυτό το μοντέλο που προτιμά αντιστοιχεί τόσο στο μετρικό όσο και στον ποιητικό τονισμό του κειμένου που συμπίπτει πολλές φορές με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, με το οποίο ήταν εξοικειωμένος λόγω καταγωγής του από τη Λακωνία.

Τα τραγούδια που δεν ανήκουν στη μετρική μονάδα σοφιάν ακολουθούν άλλες ρυθμικές μονάδες που ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος τα διασκευάζει για να ταιριάσουν με τον μετρικό τονισμό των στιχουργημάτων (ό.π.σ.235). Αναφορικά με τις οθωμανικές κλίμακες αξιοποιεί 35 από τα πιο γνωστά μακάμια (ήχους), της οθωμανικής μουσικής που καλύπτουν τη δωδεκάφθογγη κλίμακα από το κάτω σολ ως το άνω ρε, σύμφωνα με την οθωμανική θεωρία της εποχής, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις.

Ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος χρησιμοποιεί τα 35 αυτά μακάμια σύμφωνα με την οθω­μανική θεωρία και βάζει στις ρούπρικες το μακάμι (ήχο) που ακολου­θεί η μελωδία, παραθέτοντας συγχρόνως και το σημάδι του αντίστοι­χου εκκλησιαστικού ήχου. Σύμφωνα με αυτή την τάση της αντιστοι­χίας μακαμιών και ήχων τα 35 αυτά μακάμια που χρησιμοποιεί μπορούν να ενταχθούν αντίστοιχα στους οκτώ εκκλησιαστικούς ήχους. Τελειώνοντας μπρορούμε να συμπεράνουμε ότι η κοσμική μουσι­κή του  ακολουθεί βασικά την οθωμανική μουσική παράδοση, αλλά και πάλι τα μακάμια που εφαρμόζει στη μελοποίηση των στιχουρ­γημάτων (τραγουδιών) έχουν κάποια έστω και τυπική σύνδεση με τους οκτώ ήχους της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, στην οποία ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος είχε διαπρέψει ως μουσικός.

 Ν. Α. Βολιώτης

 

Πηγή

 


  

 
  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Υποσημείωση

 

 [i] Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στο λεξικό της Ελληνικής μουσικής, του Τάκη Καλογερόπουλου, διαβάζουμε: Ο Πέτρος ο Λαμπαδάριος πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα (κατά την παιδική του ηλικία στη Σμύρνη) από έναν ιερομόναχο Θεοδόσιο. Ατεκμηρίωτες πληροφορίες (που έχουν μάλιστα υιοθετηθεί και από τον Γιάννη Β. Ιωαννίδη σε μυθιστορηματική βιογραφία του Πέτρου) μιλούν για κάποιον Ιωάννη Κρίκο, ο οποίος ήταν τάχα «άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» στο διάστημα 1700-1727 (για το οποίο ουδέν στοιχείο διαθέτουμε, ούτε καν το όνομά του) και ήταν εκείνος που εντυπωσιάστηκε από τον Πέτρο όταν τον άκουσε στην Πελοπόννησο και τον παρακίνησε να σπουδάσει βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολη. Ποιος να ξέρει…

Το βέβαιο είναι ότι ο Πέτρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μαθήματα από τον τότε πρωτοψάλτη Ιωάννη Τραπεζούντιο, με τον οποίο συνέψαλλε στη Μ. Εκκλησία ως β’ δομέστικος. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη, διορίστηκε πρωτοψάλτης ο Δανιήλ, ενώ ο Πέτρος (αντί για α’ δομέστικος) έγινε το 1771 (παρά την τάξη) λαμπαδάριος (ενώ ως β’ δομέστικος διορίστηκε ο Πέτρος ο Βυζάντιος). Ο λαμπαδάριος Πέτρος ο Πελοποννήσιος, αν και πέθανε πρόωρα στον λοιμό του 1777 (κατά τον Γρ. Στάθη ο λοιμός στην Κωνσταντινούπολη εμφανίστηκε τον χειμώνα του 1778) ανέδειξε πλείστους λαμπρούς μαθητές (Πέτρο Βυζάντιο, Ανδρέα Σιγηρό, κ.ά.).

Εκτός της βυζαντινής, δίδασκε και την τουρκική μουσική (μαρτυρία Fétis) και μάλιστα μαθητής του υπήρξε ο άριστος κάτοχός της, ο Antoine Murat (που ήταν διερμηνέας της πρωσικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως). Δίδαξε επίσης βυζαντινή μουσική (Παπαδική και Στιχηράριο) και στη «Β’ Πατριαρχική Μουσική Σχολή».

Ο Πέτρος θεωρείται ότι ευεργέτησε και την αρμένικη μουσική, γιατί δίδαξε στον Τερετζούν Χαμπαρτζούμ (Baba Hamparsum Limonciyan) τον πρωτοψάλτη του αρμενικού πατριαρχικού ναού, τον τρόπο γραφής των μουσικών μελών. Την ημέρα της κηδείας του Πέτρου συνέρρευσαν στον Πατριαρχικό Ναό δερβίσηδες από όλους τους τεκέδες της Βασιλεύουσας και ζήτησαν την άδεια από τον τότε Πατριάρχη Νεόφυτο να συνοδεύσουν την εκφορά του μεγάλου καλλιτέχνη, ψάλλοντας τη νεκρώσιμη ωδή κατά τα έθιμά τους (με χρήση πλαγιαύλων). Ο Πατριάρχης δεν τους επέτρεψε μεν να πάρουν ενεργό τελετουργικό μέρος στην εκφορά, όμως μετά τον ενταφιασμό και το επακόλουθο τρισάγιο αφέθηκαν οι δερβίσηδες να περικυκλώσουν τον τάφο του Πέτρου και να τον θρηνήσουν με παθητικότατες αυλωδίες, που εκείνος είχε συνθέσει συχνάζοντας στα λημέρια και τα σπίτια τους (τους μεβλεβί χανέδες).

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καποδίστριας Βιάρος (1774-1842)


 

 

 

Καποδίστριας Βιάρος

Νομικός, πολιτικός, γερουσιαστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν γιος του κόμη Αντώνιου Μαρία Καποδίστρια, γόνου αρχοντικής οικογένειας της Κέρκυρας και αδελ­φός του Ιωάννη και του Αυγουστίνου. Σπούδασε νομικά στην Πάντοβα και αναμείχθηκε στην πολι­τική ζωή των Επτανήσων. Διατέλεσε γερουσια­στής Κέρκυρας, μέλος της Εθνικής Ιατρικής Εται­ρείας, ενώ το 1818 μυήθηκε και στη Φιλική Εται­ρεία.

 

 

Όταν ο αδελφός του Ιωάννης ήλθε στην Ελ­λάδα, ο Βιάρος χρημάτισε μέλος του Πανελληνίου με αρμοδιότητα τα οικονομικά θέματα του στρατεύματος, διοικητής Σποράδων και γραμμα­τέας της Γραμματείας Ναυτικών. Επίσης, σημα­ντική ήταν η προσφορά του στην ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του ορ­φανοτροφείου του νησιού. Λόγω της όξυνσης της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα επέστρεψε το 1831 στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1842.

 

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Φλογαΐτης Νικόλαος (1799 – 1867)

 

  

Φλογαΐτης Νικόλαος

Γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό. Ο πατέρας του Θεόδωρος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Μαραντοχώρι της Λευκάδας, είχε εγκατασταθεί εκεί για να γλυτώσει από τους διωγμούς ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ασχολήθηκε κι αυτός – όπως και ο πατέρας του – με το εμπόριο. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, εγκατέλειψε την επωφελή εργασία του και κατευθύνθηκε – για να καταταγεί – προς το στρατόπεδο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Αλλά μετά από παραγγελία του αδελφού του Δημητρίου και προκειμένου να μεταφέρει κάποιες σημαντικές διαταγές, επιβιβάστηκε σε πλοίο και μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασε στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1821.

Κατετάγη – ως αξιωματικός – στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος πολιορκούσε την Τρίπολη, πολέμησε στο πλευρό του, όπως και στην Κόρινθο. Όταν οι Αλβανοί της Ακροκορίνθου αποφάσισαν να παραδοθούν, ο Νικόλαος Φλογαΐτης, έμεινε εκεί φρούραρχος μέχρι την Συνέλευση της Επιδαύρου, κατά την οποία, θεωρηθείς ως ένας από τους πιο μορφωμένους της εποχής εκείνης, διορίστηκε σε πολιτική υπηρεσία.

Αρχικά, διορίστηκε πρώτος γραμματέας της γενικής αστυνομίας ενώ παράλληλα εκτελούσε και καθήκοντα Ειρηνοδίκη, Πρωτοδίκη και Εφέτη. Στη συνέχεια η Κυβέρνηση του ανέθεσε το καθήκον να ιδρύσει και να οργανώσει την αστυνομία του Ναυπλίου. Επειδή όμως ο Κολοκοτρώνης είχε στην εξουσία του το Ναύπλιο, την ίδρυσε αυτός, ο δε Φλογαΐτης τοποθετήθηκε αρμοστής. (Ιανουάριος 1823).   

Την περίοδο που υπηρετούσε στην θέση αυτή, παρουσιάστηκε πανώλη στην πόλη. Ο Φλογαΐτης ως αρμοστής έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την καταστολή της επιδημίας. Ο Κολοκοτρώνης, εκτιμώντας το έργο του, τον συνεχάρη εγγράφως, αποκαλώντας τον μάλιστα σωτήρα της πόλης.

Μετά από λίγο καιρό, διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης έπαρχος της Σάμου και ο  Φλογαΐτης Γενικός αστυνόμος. Οι Σάμιοι όμως δεν τους δέχτηκαν κι έτσι επανήλθε στην Σαλαμίνα, όπου  ήταν η έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο και διορίστηκε αρχικά γραμματέας « της επί των δασμών επιτροπής» και μετά γραμματέας έπαρχου κι αργότερα έπαρχος, το δε 1823 τοποθετήθηκε νομικός σύμβουλος και διευθυντής της δικαστικής υπηρεσίας στον Πόρο.

Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό του Ταξιάρχη δηλαδή του Ταγματάρχη, ενώ περί τα τέλη του ίδιου χρόνου προβιβάστηκε στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Καθοριστική υπήρξε η αρωγή του στην δημιουργία της Φιλανθρωπικής εταιρείας του Ναυπλίου, με σκοπό την περίθαλψη των απόρων και την εκπαίδευση των ορφανών.

Το 1826 συντέλεσε σημαντικά στον καταρτισμό του Επτανησιακού σώματος, το οποίο υπό τις διαταγές του Διονυσίου Ευμορφόπουλου, έδωσε δείγματα πατριωτισμού και ανδρείας κατά την πολιορκία της Ακρόπολης.

Το 1829 « ο Ιωάννης Καποδίστριας ευεργέτησε την Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο) όπου ίδρυσε το Πρωτοδικείο της Αχαΐας, με πρόεδρο τον περίφημο Νικόλαο Φλογαΐτη, η οικογένεια όμως του Λόντου δεν διέκειτο φιλικά προς τον πρώτο Κυβερνήτη μας»*

« Στην πόλη μας θα πρέπει ο Νικόλαος Φλογαΐτης να υπηρετούσε στις 8 Ιουλίου 1829, ότε συνέταξε τον εσωτερικό κανονισμό του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Ούτος έγινε γαμπρός της Βοστίτσας, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του προκρίτου Αγγελή Μελετόπουλου, αδελφή του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου και κουνιάδα του υπουργού Αναστάση Λόντου»**

Επί Κυβερνήτη Καποδίστρια υπηρέτησε ως Πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844 και ως Πρόεδρος των Εφετών μέχρι το 1862, στο Ναύπλιο. Ο γιος του Θεόδωρος Φλογαΐτης, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, αγωνίστηκε με το όπλο στο ένα χέρι και με την πέννα από τις στήλες της εφημερίδας « Συνταγματικός Έλλην» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.  

Ο  Νικόλαος Φλογαΐτης, εκτός από Δημόσιος λειτουργός και τίμιος και συνετός δικαστής, υπήρξε και συγγραφέας.

Το 1828, εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων « Διαβόητος πλάνη». Αναφέρεται σε ανθρώπους που εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των λαών και αφού σφετερίστηκαν ονόματα πεθαμένων ηγετών, ανέβηκαν σε θρόνους. Η συλλογή ξεκινά από τα χρόνια του Καμβύσου ( 520 π.Χ.) και φτάνει μέχρι το 1818.

Το 1830, δημοσίευσε στην Αίγινα την « Συνοπτική γραμματική είτε στοιχειώδεις αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν». Είναι το πρώτο βιβλίο εισαγωγής στην επιστήμη της ευρωπαϊκής μουσικής, το οποίο συντάχτηκε με την πεποίθηση «ότι χρεωστούμεν, όπως επράξαμεν και πράττωμεν περί των άλλων επιστημών και τεχνών, των οποίων τας πλειοτέρας ευρίσκομεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, πολύ πλειοτέρας παρ’ ότι ήσαν επί των προγόνων μας, ούτω να πράξωμεν και περί της Μουσικής να την ανακαλέσωμεν δηλαδή εις την Ελλάδα με την επιστημονικήν μέθοδον και όλας τας λοιπάς αξιολόγους αρετάς της από τον σοφόν κόσμον». 

Το 1847, εκδόθηκε σύντομη πραγματεία με τον τίτλο « Λογικά επιχειρήματα ». Τέλος, ασχολήθηκε με την μετάφραση από τα Ιταλικά του ονομαστού συγγράμματος του Taglioni, στο οποίο γίνεται σύγκριση μεταξύ του γαλλικού κώδικα και του ρωμαϊκού δικαίου.

Σε προχωρημένη ηλικία προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια και αποσύρθηκε στην Χαλκίδα. Απεβίωσε το 1867, σε ηλικία 68 ετών.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Μαγκλάρας, Α.Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του» στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

** Μητέρα του Δημήτρη Μελετόπουλου ήταν η Αναστασία, από το γένος του Σπύρου Χαραλάμπη. Είχε αδελφούς το Χριστόδουλο, τον Ιωάννη, το Γιώργο και αδελφές την Αικατερίνη, σύζυγο Αναστασίου Λόντου ( αδελφού του Ανδρέα Λόντου) και την Ελένη, σύζυγο του εξέχοντα νομικού Νικολάου Φλογαΐτη. (Ανδρέας Μαγκλάρας)

 

Πηγές

 
  • Περιοδικό, « Πανδώρα», Τόμ. 18, Αρ. 421, σελ. 260-261, Αθήνα, 1867. 
  • Μαρίνος Βρέτος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, « Η  Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)», Πεντακόσια Χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού (1499 – 1999), Κεφ. Ή, σελ. 199-227, Έκδοση,  Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Ιανουάριος 2000.
  • Μαγκλάρας, Α. Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του », στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

Read Full Post »

Λίλλης Β. Μιχάλης (1910 – 1974)


 

                 

Λίλλης Β. Μιχάλης

Μικρασιάτικης  καταγωγής γεννημένος  στον Πειραιά το 1910, ο Μιχάλης Λίλλης ήταν  διακεκριμένος συγγραφέας, μεταφραστής και εκδότης. Μεταφραστής έργων των Φρόιντ, Στέκελ, Λούντβιχ, συντάκτης λεξικών καθώς και πλήθος μαρξιστικών και άλλων έργων Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπουχάριν,  έχοντας  την αποκλειστικότητα  – για την Ελλάδα – της μετάφρασης των έργων του Λέοντα Τρότσκι, Γκόρκι, Ντίκενς, Ζολά, Τσβάιχ, Μωπασάν. Είχε επίσης στην ιδιοκτησία του τον εκδοτικό οίκο «Προμηθέα» που λειτουργούσε για αρκετά χρόνια στην Αθήνα στο μέγαρο Νικολούδη.

Παντρεμένος με την Καρυώτισα δικηγόρο Καίτη Μ. Φλέσσα και λάτρης της Αργολίδας,  επισκεπτόταν την γενέτειρα της γυναίκας του καθώς και τ΄ Ανάπλι που αγαπούσε ιδιαίτερα με κάθε ευκαιρία.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967 οι αρχές της Χούντας άρχισαν την παρακολούθησή του. Αναγκάζεται να φύγει στο εξωτερικό. Αρχικά στο Βέλγιο, στις Βρυξέλλες όπου με μεγάλη δυσκολία απέκτησε πολιτικό άσυλο με την δραστική προστασία του Βέλγου Σοσιαλιστή Υπουργού, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Προέδρου της Σοσιαλιστικής Ομάδας της Κοινής Αγοράς Έρνεστ Γκλιν, και του ανεξάρτητου Τροτσκιστή βουλευτή Πιέρ Λεγκρέβ.

Στις Βρυξέλλες από τις στερήσεις και το βαρύ κλίμα έπαθε φυματίωση. Έπειτα από ένα χρόνο νοσηλείας στο σανατόριο της Άλσεμπερκ ( προάστιο των Βρυξελλών), βγήκε με μόνο φάρο και οδηγητή, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την προσήλωση στο ιδανικό και την ψυχική αδυναμία να αντισταθεί στην ξενόδουλη χούντα που αλυσόδεσε το λαό και αιματοκύλησε τον τόπο.

Έπειτα από προτροπή της συζύγου του, για να μπορέσει να επιβιώσει μετοίκησε στη νότια Ιταλία σε κλίμα ανάλογα ήπιο με την Ελλάδα, όπου έζησε πλάι στην Νάπολη στο Κασταλλαμμάρε Ντι Στάμπια, εναλλάξ με το Βέλγιο όπου είχε το πολιτικό άσυλο.  Στις 29 Ιουλίου 1974 επιστρέφοντας στην Ελλάδα  ο Μιχάλης Λίλλης άφησε την τελευταία του πνοή στο λιμάνι της Πάτρας χτυπημένος από τον καρκίνο.

Κατά την διάρκεια της απουσίας του κάποιοι πρώην συνεργάτες κλεψιτύπησαν και κυκλοφόρησαν σε μυριάδες φωτοτυπημένα αντίγραφα τα Τροτσκιστικά, Μαρξιστικά και Λενινιστικά έργα μεταφράσεις και εκδόσεις του Λίλλη, εισπράττοντας τα αντίστοιχα κέρδη και πνευματικά δικαιώματα. Σφετερίστηκαν το τεράστιο κόστος της παραγωγής των πρωτότυπων έργων που ο  Λίλλης κατόρθωσε να εκδώσει πουλώντας και ένα ακίνητο στην Πειραϊκή.

Στόχος της Κας Φλέσσα – Λίλλη ήταν η επανίδρυση του εκδοτικού οίκου «Προμηθέας» και η επανέκδοση των σημαντικών έργων και μεταφράσεων του συζύγου της όπως «Λογοτεχνία και επανάσταση», «Ιστορία της Ρωσικής επανάστασης », «Τα εγκλήματα του Στάλιν» κα. Νομικός η ίδια στο επάγγελμα υπερασπίστηκε μόνη τα πνευματικά του δικαιώματα έως το σημείο που η υγεία της το επέτρεπε.  Πάλεψε για αυτά έως το 1996 που έφυγε από τη ζωή.

  

Ελένη Φλέσσα

[ Απόσπασμα από το βιογραφικό σημείωμα που εντάσσεται στο βιβλίο του, «Λογοτεχνία και επανάσταση», από την πένα της συζύγου  του Καίτης Φλέσσα – Λίλλη ]

Read Full Post »

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905)


 

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

  

Πηγές 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910», Εν Αθήναις, 1910.
  • Μαρίνου Βρετού, « Εθνικόν ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

 Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »