Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Σταυροπούλου Νταίζη (1912-1994)


 

Σταυροπούλου Νταίζη

Γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο Άργος, βρίσκεται στα 1933 στην Αθήνα όπου μέσω ενός εξαδέλφου της γνωρίζεται με το Μήτσο Καρυδάκη ή Καρυδάκια, – ερασιτέχνης μπουζουξής, «αφανές» μέλος της παρέας του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και πολύ καλός φίλος του Ανέστη Δελιά. Μέσω του Καρυδάκια, γνωρίζεται με τον Ανέστη Δελιά, όταν η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά» εμφανιζόταν στη μάντρα του Σαραντόπουλου.

Αφηγείται η ίδια σε συνέντευξή της στον Κώστα Χατζηδουλή:

«…μου είπανε να είμαι πολύ προσεκτική, όταν θα μπαίναμε στο μαγαζί. Να μην κοιτάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, παρά μόνο μπροστά κατευθείαν στο πάλκο, γιατί οι άντρες που πήγαιναν εκεί ήταν ζόρικοι, πολύ σκληροί και ψόφαγαν για παρεξήγηση. … Με κοίταζε ο Ανέστης, τον κοίταζα κι εγώ…Και τότε ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο…». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δήμας Βασίλης (1960 – 2020)

 

 

Δήμας ΒασίληςΖωγράφος – Αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1960. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από τους ζωγράφους  Βασίλη Κορκόβελο και Τάσο Ρήγα. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη μελέτη της Βυζαντινής ζωγραφικής φιλοτεχνώντας πλήθος φορητών εικόνων, αλλά και ειδικότερα κάνοντας μια σημαντική έρευνα σε πολλά βυζαντινά μνημεία, ζωγραφίζοντας αντίγραφα και σχέδια για την μελέτη των εικονογραφικών προγραμμάτων και των λεπτομερειών των μνημειακών συνόλων.

Επίσης ασχολήθηκε επισταμένως με την έρευνα των νεοκλασικών και λαϊκών τοιχογραφιών οικιών.

Συνεργαζόταν από το 1988 με τον αγιογράφο Γεώργιο Αγγελή και ομάδα συνεργατών για την αγιογράφηση τοιχογραφιών Ιερών Ναών, φορητών εικόνων, καθώς επίσης και για τη ζωγραφική σύγχρονων τοιχογραφιών σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους και για αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών. Κατοικούσε στο Άργος και στην Αθήνα.

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020, υπέστη ξαφνικά έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή)  και απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών. Ετάφη στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Άργος.

 

  

Κοινή  επαγγελματική  δραστηριότητα  των  συνεργαζομένων  αγιογράφων

 

     

Αγιογραφίες ( τοιχογραφίες )  των  κυριοτέρων  Ιερών  Ναών:

 

Ενοριακοί  Ιεροί  Ναοί  – Ιερές  Μονές

 

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Βασιλείου – Άργος

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Σπάτα

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Φανουρίου – Οικισμός Κάρελλα Κορωπί

Ενοριακός  Ι. Ν. Υπαπαντής – Αρτέμιδα ( λούτσα )

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Ραφαήλ – Φρέγκαινα Αργολίδος

Ιερό Ησυχαστήριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Κορωπί

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Μωυσέως – Δαλαμανάρα Αργολίδος

Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Αθίκια Κορινθίας

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

 

Ιδιωτικοί  Ιεροί  Ναοί

 

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Πορτοχέλι   ( Ιδιοκτησίας Μήνου Κυριακού )

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Εκάλη  ( Ιδιοκτησίας Νικόλαου Τσαβλίρη)

Ι. Ν. Παναγίας  Μυρτιδιωτίσσης – Χαλκίδα ( Ιδιοκτησίας Γιάννη Κυριακόπουλου)

Ι. Ν. Αγίου Κων/νου και Ελένης – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας  Ζαχαρία Καπλανίδη)

Ι. Ν. Αγίου Ευσταθίου – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας Τοπικού Συλλόγου)

 

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Read Full Post »

Βασιλείου Αναστάσιος

 

 

 

Βασιλείου Αναστάσιος

Βασιλείου Αναστάσιος

Αρχίατρος του ελληνικού στρατού, αδελφός του Ιωάννη Βασιλείου που έπεσε το 1867 κατά την Κρητική επανάσταση. Γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1827. Από νωρίς πήγε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, έχοντας ως δάσκαλο τον Γεννάδιο.* Μόλις είκοσι χρόνων τέλειωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ, ενώ παράλληλα προσελήφθη στον στρατό ως δόκιμος γιατρός, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.  Όλη του η ζωή συνοψίζεται σε τρεις απαράβατους κανόνες. Εργασία, μελέτη, καθήκον. Πέρα από τις ιατρικές του γνώσεις, ο Αναστάσιος Βασιλείου, υπήρξε άριστος φιλόλογος και γνώστης ευρύτατων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Λόγω ακριβώς αυτών των γνώσεων αλλά και λόγω της ευφράδειας που τον χαρακτήριζε, του δόθηκε το προσωνύμιο φιλόσοφος ιατρός.  

Υπήρξε ευγενής και προσηνής προς τους ασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πατρική αγάπη και φροντίδα. Ως γιατρός εργάστηκε ακούραστα και ενεργητικά. Φρόντιζε και προέβλεπε τις ανάγκες την υπηρεσίας προσφέροντας στους υφισταμένους του αγάπη και ενδιαφέρον. Οι συνεργάτες του, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολύ. Επεδίωκαν να μην εκτεθούν – επ᾽ ουδενί- απέναντί του για ολιγωρία, ανυπακοή ή κακή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πάντως, όσο καλή και ευγενική ήταν η συμπεριφορά του προς τους υφισταμένους του, τόσο αυστηρή γινόταν αν έπεφτε στην αντίληψη του κάποια παράβαση ή αδιαφορία προς τους ασθενείς.

 

Ο Αναστάσιος Βασιλείου, στα σαράντα χρόνια που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, ελάχιστο χρόνο έμεινε στην Αθήνα, γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε πλάγιες συμπεριφορές ή παρασκηνιακές κινήσεις. Αυτό το προνόμιο είχαν όσοι ήταν αρεστοί στους πολιτικούς ή διέθεταν κάποια άλλα μέσα.

 

Μολονότι, ως επιστήμων υπήρξε άριστος, ως άνθρωπος ήταν μετριοπαθής και εγκρατής. Ήταν τόση η σεμνότητα του, ώστε όταν του προτάθηκε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και όχι μία φορά- αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι « Τοιαύτα αξιώματα δέον να ώσιν εμπεπιστευμένα μόνον εις τους υπερόχους  πρυτάνεις της επιστήμης».

 

Πέρα από την επιστημοσύνη του ο Αναστ. Βασιλείου και στην ιδιωτική του ζωή, έδειξε άπειρα χαρίσματα άμεμπτης συμπεριφοράς. Υπήρξε αγαθός, δίκαιος, φιλάνθρωπος και απολύτως  έντιμος. Πέθανε στην Αθήνα το 1889 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

Υποσημειώση

 

 

* Ο Ηπειρώτης λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε το 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής. Μετά τη γέννηση του γιου της και το θάνατο του συζύγου της, η Σωσάννα επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου ο Γεννάδιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

 

Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.


Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.

Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave)


Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».
Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.


Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.


Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου.

 

Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο. Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

 

  

 

Χριστοπούλου Μαριάννα

 

 

Πηγές

 

 

  • Ετήσιον Ημερολόγιον Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελοιογραφικόν του έτους 1890. Κωνστ. Φ. Σκόκου. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1890.    
  • Χριστοπούλου Μαριάννα, «Γεώργιος Γεννάδιος», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος.

Read Full Post »

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)


 

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)

Γιατρός και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Άργους, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, αλλά το 1920 διέκοψε τις σπουδές και πολέμησε στη Μικρασία υπό τον Νικ. Πλαστήρα. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή περάτωσε τις σπουδές του. Απέκτησε την ειδικότητα παιδιάτρου και ελονοσιολόγου. Η Αργολίδα παλιότερα είχε έντονο πρόβλημα ελονοσίας. Κατά τις σπουδές του τον ενίσχυε οικονομικά από την Αμερική κάποιος θείος του.

Ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες και η προσφορά του κρίνεται πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο επί δημαρχίας του ήταν η κατασκευή υπόγειου δικτύου ύδρευσης μήκους 30 χιλ. περίπου και η μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού με αγωγό από το κοντινό Κεφαλάρι. Σημειωτέον ότι μέχρι τότε οι Αργείτες υδρεύονταν από φρεάτια, το νερό των οποίων ήταν αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε τα δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ζωγράφος Μ. Παναγιώτης (1856-1910)


 

Αγιογράφος. Ο Παναγιώτης Ζωγράφος γεννήθηκε στο Άργος της Αργολίδας το 1856 και απεβίωσε την 27 η Αυγούστου του 1910 όπως φαίνεται από το Μητρώο Αρρένων του Δήμου Άργους με αύξοντα αριθμό 15. Παντρεύτηκε την Αγγελική Κεραμίδα και απέκτησαν 5 παιδιά, 4 κορίτσια τις Αθηνά, Μαγδαληνή, Ελένη, Ματίνα και ένα γιό τον Μιχαήλ Ζωγράφο (1897).

Ζωγράφος Μιχαήλ γιός του Παν. Ζωγράφου (1897-1972)

Ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός ζωγράφος τις πρώτες διδαχές τις πήρε από τον πατέρα του Μιχαήλ που ήταν και αυτός ζωγράφος. Η καταγωγή του τελευταίου πρέπει να ήταν από το χωριό Σάγκα (κοντά στη  Τρίπολη) και αυτό πιθανολογείται διότι χρησιμοποιούσαν  (και οι δύο ) το προσωνύμιο «Σαγκιώτης».

Την εποχή εκείνη η έκφραση της ζωγραφικής τέχνης είχε σαν κύρια παρουσίαση την αγιογραφία. Αποτελούσε  ασφαλώς και έκφραση θεοσέβειας των απλοϊκών ανθρώπων του 19ου αιώνα. Οι δυσκολίες για την κατασκευή μιας εικόνας ήταν μεγάλες και ο σύγχρονος άνθρωπος με δυσκολία μπορεί να τις φαντασθεί. Πρώτα έπρεπε να γίνει η κατασκευή  του πλαισίου και η  επεξεργασία του ξύλου επάνω στο οποίο θα ζωγραφίζονταν η εικόνα εάν ήταν βέβαια  φορητή  ή του τοίχου εάν ήταν νωπογραφία. Αυτό απαιτούσε πολύ χρόνο και προσπάθεια. Σε αυτό το στάδιο την περισσότερη δουλειά την έκαναν  οι βοηθοί που δεν ήταν άλλοι από τα παιδιά του. Αλλά και η παρασκευή χρωμάτων ήταν άλλο πρόβλημα.

Ο Παντοκράτωρ, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

Τότε τα χρώματα δεν ευρίσκοντο στο  εμπόριο αλλά τα έφτιαχναν μόνοι τους από φυσικά υλικά  (φυτικά και ζωικά) όπως από τον κρόκο αυγού για το κίτρινο και άλλα από τα λουλούδια. Στη αγιογραφία όμως βασικό ρόλο παίζει και ένα άλλο χρώμα αυτό του χρυσού. Η προμήθεια αυτού του πολύτιμου μετάλλου για την παραγωγή του ομώνυμου χρώματος ήταν και δύσκολη και δαπανηρή. Συχνά αποτελούσε σημείο τριβής και διαφωνιών μεταξύ των πελατών που έκαναν τις παραγγελίες των εικόνων και των ζωγράφων που τις εκτελούσαν. Μια τέτοια διαφωνία σώζεται μέχρι σήμερα σε ένα εξώδικο που έκανε ο Παναγιώτης Ζωγράφος  κατά του εφημέριου του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου  στο Άργος στις 27 Οκτωβρίου 1888.

Παναγία η γλυκοφιλούσα, φορητή εικόνα έργο του Παν. Ζωγράφου, ιδιωτική συλλογή.

 

Τα έργα του Παναγιώτη Ζωγράφου βρίσκονται σε πάρα πολλούς ναούς τις Αργολίδας. Ολοκληρωμένη καταγραφή δεν έχει γίνει ακόμα ο εγγονός του, με το ίδιο όνομα, έκανε μια προσπάθεια το 2008 έχοντας την πολύτιμη   και την αμέριστη συμπαράσταση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του νομού Αργολίδας καθώς και την έγκριση του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου. Η έρευνα δεν ολοκληρώθηκε αλλά έφερε στην δημοσιότητα αρκετά έργα του ζωγράφου. Ο Δήμος Άργους τίμησε την μνήμη του λαϊκού ζωγράφου (καθώς και άλλων συγχρόνων Αργείων) με  μια έκθεση στις 9-18 Μαρτίου 2009.

Από τεχνοκριτικής άποψης τα έργα του έχουν έντονο μεταβυζαντινό στυλ με λαμπερά ζωηρά χρώματα και μορφές εμπνευσμένες από την ρωσική σχολή, μεγαλοπρεπή  πλούσιο ρουχισμό  με έντονες  χαρακτηριστικές πτυχώσεις.

Πηγή


  • Αρχείο: Παναγιώτη Ζωγράφου, εγγονού του.  

Read Full Post »

Ρέπουλης Εμμανουήλ (1863-1924)


 

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915).

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών.

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές.

Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909.

Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.

Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

 

Πηγή


  • Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Read Full Post »

Μπονιφάτσιο Μποναφίν – Bonifaccio Bonafin (1800-1893)


 

Ιταλός φιλέλληνας, φαρμακοποιός. Γεννήθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας το 1800 και πέθανε στο Ναύπλιο το 1893. Μετά από 3 χρόνια παραμονής του στην Ύδρα, το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και παντρεύτηκε Υδραία. Προσπάθησε, όπως αυτό προκύπτει από τρεις επιστολές που έχουν διασωθεί, να διοριστεί ως φαρμακοποιός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Αρχικά προτάθηκε από τον Ν. Καλογερόπουλο, ο οποίος με επιστολή του προς τον Φρούραρχο Ναυπλίου Χάιντεκ του συνιστούσε τον Μποναφίν ως τον πλέον κατάλληλο για την συγκεκριμένη κενή θέση. Τον πληροφορούσε ακόμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, και τον διαβεβαίωνε ότι ο προτεινόμενος ήταν πρόθυμος να περάσει από ειδικές εξετάσεις. (Η επιστολή είναι γραμμένη στη Γαλλική γλώσσα). Ο Φρούραρχος Χάιντεκ, με την σειρά του απευθύνεται προς το Γενικό Φροντιστήριο και αφού αναφέρεται στην διαφωνία του Μποναφίν σχετικά με τον προβλεπόμενο μισθό, τον προτείνει ως καταλληλότερο για την θέση του Φαρμακοποιού. (Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα).

Παράλληλα ο Μποναφίν απευθύνει προσωπική επιστολή προς κάποιο σημαίνον πρόσωπο και ενημερώνει για τις σπουδές του και την αξιοσύνη του, τονίζοντας ότι τα προβλεπόμενα χρήματα ήταν λίγα.( Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ιταλική γλώσσα).

Από πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Μποναφίν δεν διορίστηκε στην επίζηλη θέση του Νοσοκομείου, αλλά άνοιξε δικό του φαρμακείο στο Ναύπλιο και υπήρξε από τους πρωτοπόρους της φαρμακευτικής τέχνης.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Μποναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Τον Μποναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

Τέλος  ήταν και ο άνθρωπος που ταρίχευσε τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια.

Με τον Μπονιφάτσιο Μποναφίν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα, ο φαρμακοποιός και λογοτέχνης Θεόδωρος Κωστούρος. Αγαπητή και αξέχαστη μορφή τ᾽ Αναπλιού. Το βιβλίο του « Βονιφάτιος Μποναφίν»  έχει εκδοθεί με την φροντίδα του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος το 1979.

Πηγή


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις  Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Λέων Σγουρός


 

Θεόδωρος Σγουρός

 

Όταν ξεκινούσαν σιδηρόφρακτα με τον κόκκινο σταυρό στο στήθος τα Σταυροφορικά τάγματα, ως σκοπό τους και ευγενή φιλοδοξία τους είχαν την απελευθέρωση των αγίων  τόπων από τους Μουσουλμάνους. Στην πορεία όμως παρεκτράπησαν του αρχικού τους σκοπού και άρχισαν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές και κυρίαρχοι. Μετά την πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204) άρχισαν να υποβλέπουν τον νότο και τέλος θέλησαν να επεκταθούν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Οι επιδρομές τους υπήρξαν καταστροφικές και οι φιλοδοξίες τους υπερβολικές. Ανδριανούπολη, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Στερεά, Πελοπόννησος αλλά και άλλες περιοχές της Ελλάδας, μπήκαν στο στόχαστρό τους.

Το Ναύπλιο εκείνη την εποχή γνωρίζει σπουδαία ανάπτυξη. Μαζί του το Άργος και η Κόρινθος. Οι Σταυροφόροι είναι ακόμη μακριά του. Οι Βυζαντινοί το υποστηρίζουν και το υπολογίζουν.  Αυτή την ευλογημένη γωνιά της Ελλάδας καλείται να διοικήσει ο Θεόδωρος Σγουρός, όταν το 1180 το Βυζάντιο (αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός) τον αναγνωρίζει ως άρχοντα του.

 

Η καταγωγή τους

 

Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου γράφει: «…Για τούτη την επωνυμία αναφέρεται πως στο βιβλίο της Κουγκέστας απαντά ως Σγούρος, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας στην ίδια έκδοση. Αναφέρεται επίσης ότι «οι Φράγκοι τον λέγανε Lasgur» και φαίνεται ότι από τη γαλλική παραλλαγή του κειμένου της Κουγκέστας* προέρχεται ο αναφερόμενος τύπος της επωνυμίας. Για τους προγόνους του Σγουρού δεν υπάρχουν στοιχεία, το δε μικρό όνομά του πιθανολογείται ως Θεόδωρος.

* Κουγκέστα. Ο Συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Μάλλον ο πατέρας του ήταν Φράγκος και η μητέρα του Ελληνικής καταγωγής. Αφηγείται την ιστορία της κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και αρχίζει από το 1104. Από θρησκευτικό φανατισμό, πολλές φορές στρέφεται κατά των Ελλήνων. Υπάρχουν δύο εκδόσεις. Στην Γαλλική και την Ελληνική σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Από ένα στίχο προκύπτει ότι ο συγγραφέας κάποιες φορές απέδιδε τα κείμενά του προφορικά. « Ει μεν ηξεύρεις γράμματ συχν᾽αναγίνωσκέ τα ει δε και είσ᾽αγράμματος κάθου σιμά μου μάθε».

Σημειώνουμε πως ο Λαμπρυνίδης πρώτος πρόσεξε ιδιαίτερα το επίθετο Σγουρός αναφέροντας: «Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός, Δεσπότης Άρτης, Ιωαννίνων και Αγγελοκάστρου. Εκ της οικογενείας ταύτης κατήγετο και ο ημέτερος Μερκούριος, ου οι πρόγονοι αρχομένου του ΙΕ΄αι. μετώκησαν εις Ναύπλιον, όπου και εγκατεστάθησαν. Η οικογένεια αύτη ηξίον ότι κατήγετο εκ του γνωστού άρχοντος Ναυπλίου Λέοντος Σγουρού, εφ̉ ω συν τω Μπούα έφερε την προσωνυμίαν Σγουρού».

 

Το περιβάλλον

 

Από τον 9ο αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος «συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ( 912-959) στο έργο του «περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το Θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν 4. Η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα».

Τον 10ο και 11ο αιώνα η Αργολίδα αλλά και η Κορινθία, κυρίως λόγω της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής του μεταξιού, γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Δεν είναι όμως ήρεμες. Επί πολύ χρόνο τα παράλια κυρίως της Πελοποννήσου, ταλανίζουν οι άγριες επιδρομές πειρατών. Αυτές τις πειρατικές εφορμήσεις έχει γνωρίσει η Πελοπόννησος από πολύ παλιότερα, όταν επίσκοπος Άργους ήταν ο Άγιος Πέτρος ο θαυματουργός και Σημειοφόρος. Κυρίως Αγαρηνοί και Κρήτες πειρατές λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις της περιοχής.

Ο Φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας γράφει «Πρόκειται για Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν  τους  πληθυσμούς  των  παραλιακών  περιοχών  της  Πελοποννήσου (9ος και 10ος αι.). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα». Η πειρατεία λοιπόν, αποτελούσε μια χαίνουσα πληγή για τις κοινωνίες της Πελοποννήσου και επί των ημερών της ηγεμονίας του Σγουρού.

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος (1195-1203) ο και «βαμβακοράβδης» αποκαλούμενος λόγω του χαύνου και μαλθακού χαρακτήρα του, ανάθεσε στον Άρχοντα του Ναυπλίου την εκδίωξη των πειρατών από την Πελοπόννησο, την Στερεά και τα νησιά, αναγκάζοντας τις περιοχές που υπέφεραν από τις επιθέσεις, να καταβάλουν αναγκαστική εισφορά στον Σγουρό «υπέρ πλωῒμων» προκειμένου αυτός να κατασκευάσει και να διατηρεί αξιόμαχο στόλο.

Επί της πρώτης βασιλείας του Ισαάκου Β΄Αγγέλου (1185-1195 και 1203-1204) ο Θ. Σγουρός, κατάφερε να αποσπάσει την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου από την κηδεμονία της Κορίνθου και να την καταστήσει αυτόνομη, προσαρτώντας την Ερμιονίδα και μέρος (Θυρέα) της Κυνουρίας. Εξ᾽ άλλου ο Σγουρός ανήκε στην τάξη των Δυνατών, τους οποίους υπολόγιζαν σοβαρά οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Μάλιστα, κάποιοι υπήρξαν φιλικοί και υποστήριζαν τους Δυνατούς και άλλοι ήταν εχθρικοί και πολέμιοι τους. Κατά καιρούς εκδίδουν διάφορους νόμους «Νεαρές» προσπαθώντας να περιορίσουν την δύναμη ή τον πλούτο τους.

Γεγονός είναι ότι επί των ημερών του ο Θ. Σγουρός, πέτυχε σπουδαία προνόμια για το αρχοντάτο του και κατόρθωσε να το αναδείξει ως σημαντικό προπύργιο ασφάλειας της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

Μετά τον θάνατο του «μέγα ανθρώπου και φοβερού στρατιώτη» Θεόδωρου Σγουρού το 1201, την αρχοντία του Ναυπλίου κληρονομεί ο γιος του Λέων Σγουρός.

 

Λέων Σγουρός

 

Λέων Σγουρός, προσωπογραφία η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Λέων Σγουρός – Έπος», του Κώστα Μ. Σταμάτη, εκδόσεις «Λεξίτυπον», 2011.

Ο Λέων Σγουρός, όταν ανέλαβε την ηγεμονία του Ναυπλίου, βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του. Τότε επικρατούσε μια ακραία αντιπάθεια από τους αξιόμαχους νέους, τους αποκαλούμενους στρατιώτες προς τους ιερωμένους και τους μοναχούς. Μαζί με αυτούς και ο Λέων, ο οποίος ήταν διαποτισμένος από δυνατό μίσος και εχθρότητα.

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της ηγεσίας του αρχοντάτου του Ναυπλίου από τον Λέοντα, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Νικόλαος, είτε από εκδικητική διάθεση προς τον πατέρα του επειδή του είχε αφαιρέσει το Άργος και το Ναύπλιο από την επισκοπή του, είτε από πονηρία και εχθρότητα επιχείρησε να τον πολεμήσει και να τον καθαιρέσει, πριν αυτός συγκροτηθεί, ισχυροποιηθεί και παγιωθεί ως άρχοντας (1201).

Ο Σγουρός αν και βρέθηκε απροετοίμαστος για κάτι τόσο σοβαρό, κατόρθωσε να υπερασπίσει το Ναύπλιο και να απωθήσει τον Μητροπολίτη μέχρι το Άργος. Αργότερα, αφού συγκέντρωσε αρκετό στρατό και οργανώθηκε κατάλληλα, επιτέθηκε στο Άργος, το κυρίευσε εκδίωξε τον Μητροπολίτη Νικόλαο και τιμώρησε τον Μητροπολίτη του Άργους, γιατί είχε βοηθήσει τον Κορίνθιο ιερωμένο.

 

Στην Κόρινθο

 

Τον επόμενο χρόνο (1202) ο Λέων κυριεύει εύκολα την Κόρινθο. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου μολονότι παραδόθηκε στον νικητή, τυφλώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο Σγουρός τον έπνιξε με την χορδή ενός τόξου ή κατά μια άλλη εκδοχή, τον γκρέμισε από τον βράχο της Ακροναυπλίας. Στον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη διαβάζουμε απόσπασμα επιστολής του Μιχαήλ Ακομινάτου προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό «…ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ᾽ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ᾽ οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφθήναι θαλάσσιον, οι δε νευράς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται».

Η πράξη αυτή τον συνόδεψε σε όλη του την ζωή. Σημάδεψε και αμαύρωσε την εικόνα και την ιστορία του Λέοντα Σγουρού. Οι μεν σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν «φοβερό βέβηλο στρατιώτη» οι δε Φράγκοι τον αποκαλούσαν « le miserable tyran ou roi de la Morée, appelé Sgouros,né a Nauplie…», που σημαίνει, ο άθλιος τύραννος ή βασιλιάς του Μωρηά, ονομαζόμενος Σγουρός, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο.. κ.λ.π.

Το Βυζάντιο, πάντα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τους Σγουρούς και βέβαια και προς το πρόσωπο του νέου Άρχοντα, του Λέοντα. Αυτή η συμπάθεια και υποστήριξη του Βυζαντίου, έδινε δύναμη και ορμή στον φιλόδοξο νεαρό άρχοντα.

Επί αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Αγγέλου για τον οποίο ο Georg Ostrogofsky γράφει ότι ήταν   «… Ένας τιποτένιος  άνθρωπος, διψασμένος για εξουσία, αντιπροσωπευτικός γόνος της εποχής αυτής, της παρακμής. Σα να ήθελε να γελοιοποιήσει τη δυναστεία των μεγάλων Κομνηνών, ονόμασε τον εαυτό του Κομνηνό, επειδή το όνομα Άγγελος δεν του φαινόταν αρκετά ευγενικό» αλλά και γιατί ήθελε να ξεχαστεί το ανοσιούργημα της τύφλωσης και φυλάκισης του αδελφού του, ξέσπασαν πολλές στάσεις και ταραχές, και πολλές περιοχές αποσπάστηκαν και αυτονομήθηκαν από την αυτοκρατορία.

Ο Λέων Σγουρός που ήταν πλέον ισχυρός και είχε εδραιώσει την θέση του άρχοντα του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου, δεν έχασε την ευκαιρία. Αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος από την Βυζαντινή κυριαρχία.

 

«Ο Λέων Σγουρός βραχύ προ της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Σταυροφόρων είχε καταστεί κύριος της Ναυπλίας, του Άργους και της Κορίνθου (ως και της περί τα οχυρά φρούρια υπαίθρου χώρας) και είχεν αναγορεύσει αυτός εαυτόν ανεξάρτητον από της βυζαντινής κυβερνήσεως ηγεμόνα» για το λόγο ότι «μεγάλη μάστιξ των Πελοποννησίων υπήρξεν, ως φαίνεται, ουχί σπανίως κατά τον Μεσαίωνα, και η απληστία και η φαυλότης των κυβερνητικών υπαλλήλων, οι οποίοι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξεπέμποντο εις την κυρίως Ελλάδα» και «οίτινες πολλάκις την υπ̉ αυτών διοικουμένην χώραν προσέβλεπον και μετεχειρίζοντο ως εάν ήτο εχθρικό πεδίον».

 

Αυτά γράφει η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη.

Το παράδειγμα του Σγουρού μιμήθηκαν και άλλοι φεουδάρχες και άρχοντες. Πολλοί επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα αρχοντάτα ή φέουδα. Ο φεουδάρχης της Τραπεζούντας, οι Βρανάδες και οι Κατακουζηνοί στην Μεσσηνία, ο Λέων Χαμάρετος στη  Λακωνία,  οι Μελισσηνοί στη Φωκίδα,  Ο Βουτζαράς Δοξαπατρής στο Αράκλοβο της Αρκαδίας (ο θρύλος τον θέλει γίγαντα που κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το ρόπαλό του αλλά και πικραμένο πατέρα αφού η κόρη του Μαρία Δοξαπατρή, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το κάστρο για να μην πέσει στα χέρια των κατακτητών) κ.α.

Έχοντας πάντοτε  την υποστήριξη των γαμβρών και άλλων συγγενών του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ του Αγγέλου και κυρίως του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ του Στριφνού, ο Λέων συνεχώς μεγάλωνε το κράτος του, φτάνοντας να είναι ο ισχυρότερος άρχοντας της Πελοποννήσου.

   

Η Πολιορκία της Αθήνας

 

Ο Λέων παρακινούμενος από τον ορμητικό χαρακτήρα και την ακραία φιλοδοξία του, μετά την κατάληψη της Κορίνθου, πέρασε τον Ισθμό και κατέλαβε με ευκολία τις περιοχές των  Μεγάρων, της Ελευσίνας  και της Αττικής.

Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Αγίου Πέτρου στα Καλύβια Κουβαρά Αττικής. Αθήνα, 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. ΥΠΠΟ/ΤΑΠ.

Η επόμενη κίνησή του ήταν η πολιορκία και η κατάληψη της Αθήνας. Αφού ενίσχυσε και οργάνωσε καλλίτερα το στρατό του στράφηκε εναντίον της με ισχυρές θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις. Εκεί όμως, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον Μητροπολίτη της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτο ή Χωνιάτη, ο οποίος αρχικά ένοιωθε  φιλικά  αισθήματα  προς τον Σγουρό και τον οποίο αποκαλούσε «εν πνεύματι υιόν». Τώρα, τον παρότρυνε και τον παρακαλούσε να εγκαταλείψει την πολιορκία και να αποχωρήσει ειρηνικά από την Αθήνα. Οι προτροπές και οι παρακλήσεις του Μητροπολίτη, δεν συγκίνησαν τον Λέοντα ο οποίος διέταξε σφοδρή επίθεση. Ο Μητροπολίτης και οι άνδρες του, μη αντέχοντας την ισχυρή πίεση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην ασφαλή Ακρόπολη, την οποία ο Σγουρός πολιόρκησε στενά.

Ο Σγουρός για να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αξίωσε από τον Μητροπολίτη την παράδοση ενός ασήμαντου και αναιδούς νεαρού, προκειμένου να τον τιμωρήσει. Ο Μιχαήλ όμως, μολονότι και αυτόν τον ίδιο είχε βρίσει άσχημα, αρνήθηκε να τον παραδώσει γνωρίζοντας εκ των προτέρων την σκληρή τύχη του κακότροπου νέου.

 

Η Άλωση της Θήβας

 

Αφού για αρκετό καιρό προσπάθησε να καταλάβει την Ακρόπολη χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος είτε γιατί πείστηκε από τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, για τον οποίον κατά βάθος έτρεφε κάποιον σεβασμό, είτε γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκπορθήσει το φρούριο, έλυσε την πολιορκία. Παρ᾽όλο τον όποιο σεβασμό όμως, γκρέμισε την πόλη της Αθήνας για τιμωρία και παίρνοντας ως αιχμάλωτο κάποιον νέο που ήταν συγγενής του Μητροπολίτη, πέρασε στην Βοιωτία, όπου σχεδόν αμαχητί κυρίευσε την Θήβα.

 

Ο Σγουρός στην Λάρισα και ο γάμος του

 

Μετά από εκεί, αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε στη Θεσσαλία και κατέλαβε την Λάρισα το 1204. Στόχος και σκοπός του ήταν να προχωρήσει και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη η οποία βρισκόταν πλέον  υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων.

Οι Σταυροφόροι, μετά την άλωση της ανίσχυρης και σχεδόν διαλυμένης  Κωνσταντινούπολης την ίδια χρονιά και την λεηλασία της, αντί να στραφούν προς την Ιερουσαλήμ προκειμένου να την ελευθερώσουν από τους Μωαμεθανούς, όπως ισχυριζόντουσαν, στράφηκαν στο νότο συμπεριφερόμενοι ως στυγνοί κατακτητές και όχι ως «Στρατιώτες του Χριστού» σημαδεμένοι με το σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του.

Ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος όπως απεικονίζεται στο Promptuarii Iconum Insigniorum, Λυών το 1553.

Στη Λάρισα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄Αγγέλου που είχε καταφύγει εκεί και χήρα του επί τρίμηνο αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄Δούκα του επονομαζόμενου Μουρτζούφλου (σμιχτοφρύδη)-(28/01/1204-13/04/1204).

« Ο Αλέξιος Γ΄μη διαθέτοντας ούτε θέλησι ούτε δραστηριότητα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο» μας πληροφορεί ο Vasiliev στην ιστορία του.

Και για τον Μουρτζούφλο γράφει ο Vasiliev « …. Ο Μουρτζούφλος, γνωστός ως Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄ήτο οπαδός του Εθνικού Κόμματος, που διετίθετο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους…. Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄, Δούκας Μουρτζούφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθή  και πέση «στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο» διέφυγε, ενώ η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων».

Ο Σγουρός  αφού   έγινε γαμπρός  του  αυτοκράτορα, πήρε  όπως  ήταν η συνήθεια  και τον τίτλο του « Σεβαστοϋπερτάτου» τον οποίο έσπευσε να χαράξει στην σφραγίδα του, η οποία από την μια πλευρά έφερε την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη με την επιγραφή:

ΑΓΙΟC ΘΕΟΔΩΡΟC

ενώ στην άλλη έγραφε το πιο κάτω δίστιχο:

CEBACTOYΠΕΡΤΑΤΟΝ ΜΑΡΤΥC ΜΕ CKEΠOIC

ΛΕΟΝΤΑ CΓΟΥΡΟΝ ΕΚ ΓΕΝΟΥC ΚΑΤΗΓΜΕΝΟΝ

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η μέχρι την Λάρισα πορεία του Λέοντα ήταν σκληρή, βίαιη και αιματηρή. Ο Μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό, τονίζει την σκληρότητα του Λέοντα, και την επιλογή ορισμένων φρουρίων να παραδίδονται στους Φράγκους, που τους θεωρούσαν πιο επιεικείς και ανεκτικούς προς τους γηγενείς.

Αλλά και ο αδελφός του Μητροπολίτη, ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, δεν υπήρξε φιλικός απέναντι στον Σγουρό.

 

«Ο δε Σγουρός ούτος εκ του Ναυπλίου γεγεννημένος χρόνον μέν τινα των εκ του γένους βία μάλλον ήπερ πειθοί κατίσχυε πατρώον τι μέτρον αναπληρών και χειρίζων ουχ αιμάτων καθαρεύον κληρούχημα. Αεί δε τω των πραγμάτων ανωμάλω εκδιδούς και στασιώδεσι καιροίς οιδαινόμενος μέγας εκ μικρού πρόεισιν, ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι˙το γάρ ιππόβοτον Άργος υπονοθεύσας και επί τωδε την Κόρινθον ληισάμενος και προιών αεί τοις ληστεύμασιν˙είτα και ταίς Αθήναις αυταίς προσήραξε μετά πολεμικών νηών και τον Ισθμόν διελθόντος στρατεύματος». 

 

Η Υποχώρηση στην Πελοπόννησο

 

Ο Σγουρός είχε μεγάλες προσδοκίες και βλέψεις. Φλεγόταν από την επιθυμία της δημιουργίας δικού του μεγάλου κράτους που θα απλωνόταν από το Ναύπλιο μέχρι την Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν.

Μετά την άλωση της Πόλης, προέκυψε το σοβαρό πρόβλημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας ισχυρός άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τον θρόνο ήταν ο αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας όμως αρνήθηκε σθεναρά. Αντί του Βονιφάτιου, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Βαλδουΐνος, Κόμης της Φλάνδρας.

 

Βαλδουίνος

Βαλδουίνος Α΄ της Κωνσταντινούπολης ή Βαλδουίνος Θ΄ της Φλάνδρας (Ιούλιος 1171 – περί το 1205). Λεωφόρος Baudouin de Constantinople, Μονς, Βέλγιο.

 

Οι Σταυροφόροι στην συνέχεια ασχολήθηκαν με το μοίρασμα των εδαφών του Βυζαντίου. Στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υποσχέθηκαν μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας αλλά τελικά του έδωσαν  την Θεσσαλονίκη με την γύρω περιοχή της Μακεδονίας, την Θεσσαλία και την ηπειρωτική Ελλάδα, που αποτέλεσαν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης το οποίο διαφέντευε ο Βονιφάτιος ως βασιλιάς, υποτελής του Βαλδουίνου.

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1204, δεν έχασε τον καιρό του. Παντρεύτηκε την Ουγγαρέζα Μαργαρίτα (ή Μαρία), χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄Αγγέλου και την οποία προσηλύτισε με την βοήθεια του Καρδιναλίου Σοφρέδου στον Καθολικισμό. Αυτήν άφησε ως επίτροπό του στην Θεσσαλονίκη και αυτός επικεφαλής μεγάλης στρατιάς αποτελούμενης από Γερμανούς, Νορμανδούς, Βουργουνδούς και Καμπανίτες ιππότες αλλά και από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του λόγω του ευγενικού και ήπιου χαρακτήρα του. Μαζί του είχε και τον πρόγονό του, γιό του Ισαάκιου και της Μαργαρίτας και τους Γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτη και Όθωνα ντε λα Ρός. Τον Οκτώβρη του 1204, περνάει τα Τέμπη, εισέρχεται στη Θεσσαλία και επιχειρεί την απόκτηση ολόκληρης της Στερεάς αλλά και της Πελοποννήσου, την οποία του είχαν παραχωρήσει οι Ενετοί λόγω ελλείψεως χερσαίων δυνάμεων, όταν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μοίρασαν τις επαρχίες της οι νικητές.

Ο Άρχοντας του Ναυπλίου, αντιλαμβάνεται  ότι  οι  δυνάμεις  του  Βονιφάτιου είναι ισχυρότερες και πιο οργανωμένες από τις δικές του. Εγκαταλείπει την Λάρισα και συνοδευόμενος από την οικογένεια του και τον πεθερό του, παραμένει για λίγο στις Θερμοπύλες. Για μια στιγμή σκέπτεται να οχυρωθεί εκεί και να αντισταθεί στις δυνάμεις των Φράγκων. Μετά όμως από ωριμότερη σκέψη αποφασίζει ότι φρονιμότερο είναι να καταφύγει στην Κόρινθο και να οχυρωθεί στο ασφαλέστερο φρούριο του Ακροκορίνθου. Έτσι πράττει.

Ο Βονιφάτιος, ακολουθεί τον Σγουρό «κατά πόδας». Κυριεύει την Λάρισα. Γίνεται αμαχητί κύριος της Θήβας.  Κατευθύνεται προς τις Θερμοπύλες. Η μικρή δύναμη που έχει αφήσει πίσω του ο Σγουρός στη θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφάτιου, τρέπεται σε φυγή.

Μετά την κατάληψη της Αθήνας, εγκαθιστά και ονομάζει «Δούκα των Αθηνών» τον Όθωνα ντε λα Ρός. Με όλες του τις δυνάμεις κατευθύνεται στον Ισθμό. Συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την πόλη της Κορίνθου. Αιχμαλωτίζει τον πεθερό του Λέοντα, τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ και την σύζυγό του Ευφροσύνη, τους οποίους με συνοδεία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να παραδοθούν στον αυτοκράτορα. Αυτοί βέβαια, στο δρόμο δωροδόκησαν τους  στρατιώτες της φρουράς τους και διέφυγαν, εγκαταλείποντας όλα τα πολύτιμα σκεύη ακόμη και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, τα οποία παραδόθηκαν στον αυτοκράτορα Βαλδουῒνο.

Ο Φράγκος ηγέτης πολιορκεί στενά τον Ακροκόρινθο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι τόση η επιθυμία του και η αποφασιστικότητα του να καταλάβει την συγκεκριμένη περιοχή, που συγχρόνως με την επιχείρηση άλωσης του Ακροκορίνθου, στέλνει μέρος του στρατού του να πολιορκήσουν το Ναύπλιο.

Ο Σγουρός από την μεριά του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία «…Εκείθεν αφορμώμενος προσέβαλλε συχνά τους κατέχοντας την κάτω πόλιν της Κορίνθου Φράγκους και πολλούς εξ αυτών εξολώθρευσεν». (Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τους Βέη και Κορδάτο).

Εν τω μεταξύ, αγγελιοφόρος πληροφορεί τον Βονιφάτιο ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε κίνδυνο, γιατί ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Ιωάννης ο Αζάνης παρακινούμενος από τους Βυζαντινούς επιτίθεται στην πρωτεύουσά του. Ανήσυχος ο Βονιφάτιος ετοιμάζεται επειγόντως να αναχωρήσει. Λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ανακαλεί τις δυνάμεις που πολιορκούσαν το Ναύπλιο. Μέσα στην σύγχυση που επικρατεί και ζυγίζοντας την κατάσταση ο Σγουρός, αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά κατεβαίνει από το φρούριο του νύχτα και προλαβαίνοντας το στρατό του αντιπάλου του στον Ισθμό, προκαλεί σημαντικότατες απώλειες.

 

Καπετάνιος των Ρωμαίων

 

Ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς Δωρόθεος γράφει στην σύντομη ιστορία του ότι «Ο Σγουρός ο δε Καπετάνιος των Ρωμαίων, όπου ήτανε επάνω εις το κάστρο της Κορίνθου, ως είδεν ότι το Φράγκικο φουσάτο εμίσεψε και επήγεν εις το Άργος (;) κατέβη την νύκτα με τέχνην και εμπήκεν εις την κάτω χώραν της Κορίνθου, εκεί όπου εφύλαγαν οι Φράγκοι, και τους έκοψεν όλους και επήρε την χώραν». (Μιχαήλ Λαμπρυνίδης).

Για τέσσερα χρόνια ο Σγουρός πολεμά και αντιστέκεται στους Φράγκους. Η σύγκρουσή του μαζί τους – έστω κι αν έχει μια προσωπική φιλοδοξία – τον αναδεικνύει υπερασπιστή του Βυζαντινού Κράτους. Στην συγκεκριμένη δε στιγμή η ισχυρή αντίσταση που προβάλλει εκμεταλλευόμενος το φυσικό κάστρο του Ακροκορίνθου, του προσδίδει την τιμητική ιδιότητα του προμάχου και προασπιστή ολόκληρου του Μορηά.

Για το κατόρθωμα αυτό ο γενναίος Θεόδωρος Α’ Λάσκαρης (1204-1222) ο οποίος, μετά την άλωση της Πόλης, είχε ιδρύσει την αυτοκρατορία της  ισχυρής Νίκαιας στην Μικρά Ασία το 1206, επιθυμώντας να στηρίξει ηθικά τον Σγουρό για τους αγώνες του, τον τίμησε με τον τίτλο του  Σεβαστοϋπέρτατου το 1207. Αλλά και ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, ο οποίος εκτιμούσε και αναγνώριζε τους αγώνες του, υποκίνησε επανάσταση κατά των Φράγκων μετά από συνεννόηση μαζί του.

 

Ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης

 

Όταν ο Βονιφάτιος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την Θεσσαλονίκη, ανέθεσε την κατάκτηση της Πελοποννήσου στον φίλο του και συμπολεμιστή του Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ο οποίος το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο τον Γ΄ ως νόμιμος ηγεμόνας της Πελοποννήσου ή όπως τότε την αποκαλούσαν Αχαΐα. (Princeps totius Achaiae Provincie).

Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος ιππότης που τον έλεγαν Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο, ανεψιός και συνονόματος του Σταυροφόρου και ιστορικού Γοδεφρείδου Βιλλαρδουΐνου, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτη στην Δ’ Σταυροφορία, βρισκόταν κάπου μεταξύ Παλαιστίνης και Συρίας, αφού από νωρίς είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους Σταυροφόρους και είχε ακολουθήσει την αρχική πορεία προς τους Αγίους τόπους.  Όταν έμαθε την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους έσπευσε προς τα εκεί αλλά παρασυρμένος από τους θαλασσινούς ανέμους και μια σφοδρή καταιγίδα, παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και προσορμίστηκε τυχαία στην Μεθώνη.

Εκεί αφού αρχικά συναντήθηκε με τον Ιωάννη Κατακουζηνό, συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί του και να τον βοηθήσει να καταλάβει τις παραλιακές περιοχές από την Πύλο μέχρι την Πάτρα. Γρήγορα όμως διαφώνησαν. Ο Γοδεφρείδος αποχώρησε. Γνωρίζοντας ότι ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πολιορκούσε την Ακροκόρινθο, απευθύνθηκε σ᾽ αυτόν και τάχθηκε  στην υπηρεσία του.

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, έμεινε κοντά στον Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ο οποίος αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του, τον διόρισε άρχοντα Καλαμάτας και του ανέθεσε, ως ειδική αποστολή, την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο νέος ηγεμόνας προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του και να αποκτήσει το γρηγορότερο την Πελοπόννησο και κυρίως να καταστρέψει το αρχοντάτο του Λέοντα Σγουρού, μη συγχωρώντας σε αυτόν την καταστροφή που είχε προξενήσει στο στρατό του φίλου του Βονιφάτιου.

Ενώ αυτά προγραμμάτιζε και ετοίμαζε τις δυνάμεις του για την εναντίον του Σγουρού επίθεση, ένα μήνυμα από την Γαλλία ανέτρεψε τα πάντα. Ο άτεκνος αδελφός του Λουδοβίκος είχε πεθάνει και μόνος διάδοχος ήταν ο Γουλιέλμος. Τον καλούσαν λοιπόν να αναλάβει την ηγεμονία της Βουργουνδίας. Με την συνοδεία δύο ιπποτών και δώδεκα υπαξιωματικών, αναχώρησε από το λιμάνι της Γλαρέντζας (Κυλλήνη) το Μάιο του 1209. Την ηγεμονία της Πελοποννήσου ανάθεσε στον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο εκφράζοντας και πάλι την βαθειά του επιθυμία να καταλάβει τις πόλεις της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου, κάτι που ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει.

Πριν την ανάθεση των καθηκόντων του τοποτηρητή της ηγεμονίας στον Γοδεφρείδο, οι δύο άντρες υπέγραψαν συμφωνία που επισφραγίστηκε με όρκο, ότι αν μέσα σε ένα χρόνο δεν εμφανιστεί ο ίδιος ο Γουλιέλμος ή άλλος συγγενής του για να αναλάβει την ηγεμονία, τότε αυτή θα έμενε για πάντα στα χέρια του Γοδεφρείδου.

 

Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος και Ροβέρτος

 

 Όταν ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης ανέλαβε την εξουσία της Βουργουνδίας και τις ευθύνες της Κομητείας, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Έστειλε λοιπόν αμέσως τον ανεψιό του Ροβέρτο να αναλάβει την ηγεμονία της περιοχής, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο Ροβέρτος αν και αναχώρησε έγκαιρα από την Βουργουνδία αντιμετώπισε πολλές χρονοβόρες δυσκολίες. Κακοκαιρία και τρικυμίες αλλά και διάφορα άλλα εμπόδια που προφανώς με δάκτυλο του Γοδεφρείδου του προέκυψαν, όπως η παραμονή του επί τουλάχιστον δύο μήνες στην Βενετία, τον καθυστέρησαν αρκετά.

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Γοδεφρείδος μετά από συνεννόηση με τους Ενετούς καθυστερούσε σκόπιμα την άφιξη του Ροβέρτου. Πέρα από τις καιρικές συνθήκες και την καθυστέρηση στην Βενετία, ο καπετάνιος του πλοίου, αντί να τον αποβιβάσει στη Γλαρέντζα, τον άφησε στην Κέρκυρα. Παρ᾽ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην Γλαρέντζα και να αποβιβαστεί στον όρμο του Αγίου Ζαχαρία, λίγες μόλις ημέρες πριν την λήξη της διορίας.

Ο Βιλλαρδουΐνος μαθαίνοντας κρυφά από ανθρώπους του ότι τελικά έφτασε ο Ροβέρτος, και παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει την άφιξη, αναχωρεί από την Ανδραβίδα, πηγαίνει στην Καλαμάτα και στην συνέχεια στην Λακωνία, αποφεύγοντας την δυσάρεστη συνάντηση με τον Ροβέρτο. Είχε αποφασίσει να μην αρνηθεί φανερά και καθαρά την παράδοση της ηγεμονίας αλλά να ακολουθήσει την τακτική της καθυστέρησης και κωλυσιεργίας  και επομένως την παραβίαση των χρονικών ορίων τα οποία προβλέπονταν στην συμφωνία.

Ο Ροβέρτος, αφού περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες ακολουθώντας τον Βιλλαρδουΐνο, κατόρθωσε τελικά να τον συναντήσει στην Λακωνία λίγο μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Του ζήτησε  να  του  παραδώσει  την  ηγεμονία  έστω  κι αν  είχε  καθυστερήσει λίγες ημέρες.

Ο Βιλλαρδουΐνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τον Ροβέρτο έκπτωτο λόγω παραβίασης των όρων της συμφωνίας.

Το συμβούλιο των Φράγκων ιπποτών και Φεουδαρχών της Πελοποννήσου, των οποίων την υποστήριξη ζήτησε ο Ροβέρτος, χωρίς καμία επιφύλαξη δικαίωσε τον Βιλλαρδουΐνο, τον οποίο χωρίς καθυστέρηση αναγνώρισαν οριστικά ως ηγεμόνα της Αχαΐας και μάλιστα έσπευσαν να τον στέψουν σύμφωνα με τους ιπποτικούς κανόνες. Μετά από την δυσμενή αυτή εξέλιξη, ο Ροβέρτος επέστρεψε άπρακτος στη Βουργουνδία και ποτέ δεν ξανακούστηκε κάτι γι᾽αυτόν.

 

Ο μισέρ Τζεφρές

 

Η χωρίς ενδοιασμούς και καθυστερήσεις αναγνώριση του Γοδεφρείδου από τους υπόλοιπους άρχοντες και Φεουδάρχες της Πελοποννήσου, στηριζόταν κυρίως στα φιλικά αισθήματα και την συμπάθεια που ένοιωθαν προς το πρόσωπο του. Η συμπάθεια και η εκτίμηση όμως προς αυτόν δεν προερχόταν μόνο από τους Φράγκους αλλά και από πολλούς Έλληνες οι οποίοι αποφεύγοντας το κανονικό αλλά δύσκολο όνομά του, τον αποκαλούσαν μισέρ Τζεφρέ. Αυτό γίνεται φανερό από επιστολή του Μητροπολίτη Μονεμβασιάς Δωρόθεου ο οποίος γράφει:

 

«…ο μισέρ Τζεφρές ήτο καλός άνθρωπος και τον αγαπούσαν Ρωμαίοι και Φράγκοι δια τας χάριτας όπου είχε. Και έτσι εβουλεύτησαν οι άρχοντες, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι, να κάμουν αφέντην του Μορέως τον μισέρ Τζεφρέν».

 

Την υποστήριξη των ιπποτών και αρχόντων ο Βιλλαρδουΐνος δεν την ξέχασε. Μόλις ανέλαβε και επίσημα την εξουσία, παραχώρησε σε αυτούς μεγάλες και εύφορες περιοχές του Πριγκιπάτου του, αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους βοήθεια και συνδρομή. Ήταν τόση η υπόληψη και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Έλληνες ώστε έφθασαν στο σημείο, κυρίως οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους πολύχρονους πολέμους και τις λεηλασίες, να σκέπτονται την αυτόβουλη παράδοση τους. Ακόμη και κάστρα και πόλεις που δεν είχαν παραδοθεί ούτε είχαν υποκύψει, προτείνουν την παράδοσή τους αρκεί αυτός να υποσχεθεί γραπτά και με όρκο ότι θα σεβαστεί τα έθιμα τους και την θρησκεία τους και ότι δεν θα αναγκάσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους να γίνουν καθολικοί.

Ο Βιλλαρδουΐνος δέχτηκε αμέσως. Έδωσε το έγγραφο που του είχαν ζητήσει και ορκίστηκε για την τήρηση των υποσχέσεων του, γιατί αφενός δεν ήταν φανατικός Καθολικός ούτε ένοιωθε μίσος προς τους ανθρώπους που πίστευαν σε άλλες θρησκείες και δόγματα. Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που τον οδήγησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας ήταν τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε για τον Πάπα, ο οποίος πεισματικά αρνιόταν να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο ηγεμόνα της Αχαΐας, θεωρώντας τον σφετεριστή της αρχής.

 

Η κατασκοπευτική επιδρομή των Λομβαρδών και ο θάνατος του Λέοντος Σγουρού

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, ο Λέων Σγουρός παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των πόλεων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου, υπερασπιζόμενος και των τριών κατά των επιθέσεων των Φράγκων, οι οποίες είχαν πυκνώσει και είχαν γίνει ιδιαίτερα απειλητικές μετά την ανάληψη της εξουσίας της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο. Εκτίμησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν αποσυρόταν στο Ναύπλιο. Εξασφάλισε λοιπόν άφθονα τρόφιμα και άλλα εφόδια και οχυρώθηκε στο σίγουρο φρούριο του. Έτσι ένοιωθε έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο.

Στο τέλος του 1208 ή στην αρχή του 1209, μερικοί Λομβαρδοί ιππείς κατάφεραν να φτάσουν κρυφά μέχρι την πύλη του Ναυπλίου, προφανώς για να κατασκοπεύσουν τις θέσεις και την δύναμη των υπερασπιστών της πόλης. Οι Ναυπλιώτες φρουροί τους κατάλαβαν και  τμήμα της φρουράς με επί κεφαλής τον ίδιο τον Σγουρό τους καταδίωξαν. Η καταδίωξη ήταν άγρια και άτακτη. Οι Λομβαρδοί σκορπίστηκαν πανικόβλητοι στους αγρούς και στα χαντάκια.

Ο Σγουρός με την γνωστή του ορμή σε κάποια στιγμή χωρίστηκε από την υπόλοιπη φρουρά. Έφιππος, χτυπούσε τους τρομαγμένους Λομβαρδούς με μανία. Κάποιος Λομβαρδός κρυμμένος σε ένα χαντάκι τον αναγνώρισε. Συγχυσμένος και έντρομος χτυπάει με το δόρυ του  τον ανύποπτο άρχοντα στην κοιλιά. Εκείνος πέφτει. Ο άρχοντας Σγουρός είναι νεκρός.  Αργότερα, οι στρατιώτες που γύριζαν στην πόλη μετά την διάλυση των Λομβαρδών, βρήκαν τον άρχοντα τους. Τον μετέφεραν στο Ναύπλιο και τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια στο νάρθηκα του Μητροπολιτικού ναού. Η οδύνη και οι θρήνοι όλου του λαού και κυρίως της συζύγου του, ακουστήκανε  μέχρι τις πιο μακρινές βίγλες του φρουρίου.

Κατά μια άλλη εκδοχή, πολιορκημένος για πολλά χρόνια και απελπισμένος από την κατάληψη της υπόλοιπης Πελοποννήσου από τους Φράγκους, αυτοκτόνησε, πηδώντας όπως λέγεται, με το άλογό του από τον Ακροκόρινθο, το 1208, όταν, κουρασμένος και απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και θέλοντας να αποφύγει την παράδοση.

Θα μπορούσαμε ίσως, να πούμε ότι με το θάνατό του ο Λέων Σγουρός κατέστησε τον εαυτό του το σημαντικότερο ήρωα του αναδυόμενου και ονειροπόλου Νέου Ελληνισμού». Ο αείμνηστος Βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθηνός, τον χαρακτηρίζει «αμύντορα της ελληνικής ανεξαρτησίας».

Μετά το τέλος του Λέοντα Σγουρού, του  Βυζαντινού άρχοντα του Ναυπλίου, το Άργος, η Κόρινθος και άλλες περιοχές περιήλθαν στους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας.

 

Ο Θρύλος της αυτοκτονίας

 

Στην εξιστόρηση ηρωϊκών κατορθωμάτων, που αναφέρονται σε σπουδαίους ανθρώπους, πρίγκιπες, άρχοντες και βασιλιάδες το λόγο παίρνει το τραγούδι ή το ποίημα. Σε όλα όμως χωράει και η φαντασία. Έτσι βλέπουμε καμιά φορά οι ήρωες να πεθαίνουν δύο φορές ή ενώ έχουν ήδη πεθάνει να υπερασπίζονται τα κάστρα τους και τις πριγκίπισσες τους. Άλλες φορές ο λαός τους θέλει αθάνατους. Κοίτα τον Διγενή. Κάπως έτσι γεννώνται οι θρύλοι. Κάπως έτσι μπερδεύεται μέσα μας η ιστορία και ο θρύλος. Αυτό ταιριάζει και στον Λέοντα.

Τι τάχα θέλουμε; Εγώ πάντως προτιμώ να βλέπω την ιστορία μέσα από μια αέρινη μυστική αχλή. Να βλέπω στα κάστρα του Ναυπλίου, στις βίγλες του, στον θαλασσινό του πύργο, στην πύλη της ξηράς, τις λαμπερές σιδερένιες πανοπλίες, τα ψηλά λοφία στα κράνη και τα πολύχρωμα φλάμπουρα με τα οικόσημα του, στα χέρια των υπερασπιστών του.

Πεθαίνει ένας Σγουρός από σκουτάρι; Μπορεί να σκοτωθεί από ένα φοβισμένο στρατιώτη;

«…υπήρξε δε μακρά η ένοπλος κατά των Φράγκων δράσις του Λέοντος Σγουρού, ο οποίος απελπίσαι επί τέλους έφιππος κατερρίφθη από του απορρώγος Ακροκορίνθου, ίνα επί των κάτωθι αυτού βράχων κατασυντριβή εις άμορφον πτώμα».

Η έφιππη θρυλική του αυτοκτονία από τον Ακροκόρινθο. Ηρωϊκός στην απελπισία του.

Έτσι τα λέει  η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη στο ωραίο της βιβλίο «Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες». Τέλος, στο καλό βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Μια πόλη στην Λογοτεχνία. Ναύπλιο» βρίσκουμε σ᾽ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, μια άλλη γραφή. «Ήτανε κι αυτός ένας από μας τους ανθρώπους…».

  

Πηγές


 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, «Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες», Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ημάς», Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
  • Θοδωρή Γκόνη, «Ναύπλιο – Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2002.
  • Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Εκδόσεις Μπεργάδη.
  • Ηλία Λάσκαρη, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Τόμος β,  Έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1995.

 

Αντώνιος Σιούτος

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Γούναρης Δημήτριος (1866-1922)  


 

Γούναρης Δημήτριος

Γούναρης Δημήτριος

Πρωθυπουργός, δικηγόρος και δεινός ρήτωρ. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του εμπόρου σταφίδας Παναγιώτη Γούναρη  από το Άργος και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου. Εκπαιδεύτηκε στο λύκειο Πράπα & Γκιαούρη και γνώριζε ήδη από την παιδική του ηλικία γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Γερμανία, το Παρίσι και το Λονδίνο. Το 1893 άρχισε να δικηγορεί στην Πάτρα.

Το όνομα του συνδέθηκε με την αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών της κυβερνήσεώς του, η οποία κατέληξε στη Μικρασιατική καταστροφή. Ύστερα από αυτό το γεγονός συνελήφθη, παραπέμφθηκε στη «Δίκη των Έξι» και εκτελέστηκε στο Γουδί. Ανιψιός του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Στις εκλογές του 1902 ο Γούναρης πρωτοεκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας, απέτυχε ωστόσο  στις εκλογές του 1905, ενώ στις εκλογές του 1906 επανεκλέχτηκε. Τον Οκτώβριο του 1906 εμφανίστηκε στη Βουλή το «κόμμα των Ιαπώνων»[1], με κύριο εμψυχωτή  τον Γούναρη. Τον Ιούνιο του 1908, έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη, με αποτέλεσμα τη διάλυση της ομάδας των «Ιαπώνων». Ο ίδιος παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Θεοτόκη στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1909. Στις εκλογές του 1910 δεν υπέβαλε υποψηφιότητα, ενώ στις εκλογές του 1912 εκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας με ρητή δήλωση ότι θα είναι «αντιπολιτευόμενος».

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Τον Φεβρουάριο του 1915, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος διαφώνησε με την εισήγηση του Βενιζέλου να λάβει μέρος η Ελλάδα στην επιχείρηση των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια, ύστερα από την παραίτηση του Βενιζέλου ο Γούναρης σχημάτισε στις 25 Φεβρουαρίου την πρώτη του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 ως ιδρυτής  του κόμματος των «εθνικοφρόνων» που το μετονόμασε  αργότερα (1920) σε «Λαϊκό  κόμμα» ο Γούναρης έχασε και υπερίσχυσε με μειωμένη δύναμη ο Βενιζέλος. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1915  το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν έλαβε μέρος. Στη δεύτερη διάλυση της Βουλής τον ίδιο χρόνο ο Γούναρης βγήκε νικητής στις εκλογές με αποχή μεγάλου τμήματος του λαού.

Ως αντιβενιζελικός εκτοπίστηκε τον Ιούνιο του 1917 στο Αιάκειο της Κορσικής. Το 1919 διέφυγε από την Κορσική και ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιταλία. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα όταν προκήρυξε ο Βενιζέλος εκλογές για την 1 Νοεμβρίου του 1920. Αυτές οι εκλογές έδωσαν την πλειοψηφία στην Ηνωμένη Αντιπολίτευση με ισχυρότερο κόμμα στη Βουλή το «Λαϊκό κόμμα» του Γούναρη. Ο Γούναρης καταδικάστηκε – χωρίς ο ίδιος να απολογηθεί- από έκτακτο στρατοδικείο (στην γνωστή δίκη των έξι), στις 15 Νοεμβρίου του 1922 στην ποινή του θανάτου ως ένοχος «εσχάτης προδοσίας» για την Μικρασιατική καταστροφή.

Στις 11:27 π.μ. εκτελέστηκε στο Γουδί, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν όλες οι ταφές πριν τις 3 μ.μ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε:

 

Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της θυγατρός του Μαρίας. Εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή αφίνω δέκα χιλιάδας, και την βιβλιοθήκην μου εις τον Δήμον Πατρών.

 

Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ περιουσία. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτική βιβλιοθήκης. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημήτριου Γούναρη. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του.

 

Υποσημείωση

[1] Το όνομά τους οφείλεται στο δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, σε άρθρο του στις 10 Φεβρουαρίου 1907, στην εφημερίδα Ακρόπολη, όπου παρομοίαζε τη μαχητικότητά τους με αυτή των Ιαπώνων σαμουράι για την υπεράσπιση του αυτοκράτορά τους κατά τον σινοϊαπωνικό πόλεμο του 1894-5, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει το διεθνή τύπο με τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις τους ενάντια στα ρωσικά στρατεύματα.


 

Πηγές


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
  • Βικιπαίδεια.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »