Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αριστοφάνης (445-385 π.Χ.)


 

Αριστοφάνης

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης, ο πιο ονομαστός κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, γεννήθηκε στο δήμο Κυδαθήναιον από Αθη­ναίους γονείς το 445 π.Χ. Για τη ζωή του ξέρουμε λίγα πράγματα από πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από το έργο του. Πολύ νέος άρχισε να γράφει κωμωδίες και διακρίθηκε για τη δυνατή σατιρική του φλέβα και τη λυρική του έξαρση. Οι περισσότερες κωμωδίες του γράφτηκαν στην ε­ποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και συνδέονται μ’ αυτόν. Για την πολιτικο­κοινωνική του στάση άλλοι [1] τον θεωρούν αντιδραστικό, που ανήκε στην ολιγαρχική παράταξη και εκφράζοντας τα ανώτερα στρώματα της αθη­ναϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας θεωρούσε υπεύθυνους για την ανώμαλη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί τότε, τον Περικλή, τους σοφιστές και γενικά τις νέες ιδέες, γι’ αυτό πολεμούσε τη δημοκρατία και προπαγάν­διζε την ειρήνη καλλιεργώντας έτσι την ηττοπάθεια. Άλλοι [2] δεν δέχονται ότι ήταν βασικά εχθρός της δημοκρατίας.

Το πιθανότερο είναι ότι ήταν ένας συντηρητικός δημοκράτης, [3] που θαύμαζε και νοσταλγούσε την επο­χή του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, δεχόταν ίσως το πολίτευμα του Κλεισθένη που εξασφάλιζε ισορροπία ανάμεσα στους αγρότες της υπαί­θρου και την οικονομική ολιγαρχία του άστεως, αλλά απέρριπτε την «ά­κρατο» δημοκρατία και τις λαϊκές παροχές του Περικλή.

Το πολίτευμα που πολέμησε άλλωστε δεν ήταν παρά τυπικά δημοκρατία, που για να ε­πιβάλλει την εξωτερική του πολιτική χρησιμοποιούσε την εξαγορά, την πολιτική διείσδυση, τον εξανδραποδισμό και την ωμή βία. Μέσα στο συν­τηρητισμό του ο Αριστοφάνης πολέμησε τις νέες ιδέες του Ευριπίδη, των σοφιστών, αλλά και τον Σωκράτη.

 

Έγραψε πάνω από 40 κωμωδίες, από τις οποίες σώθηκαν 11: Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Βάτραχοι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος. «Τη διάσωση έντεκα δραμάτων του Αριστοφάνη τη χρωστάμε όχι στο ότι εκτιμήθηκε σωστά η ικανότητα του, αλλά στους Αττικιστές, που υπερβολικά λογάριαζαν την κωμωδία του σαν την πιο καθαρή πηγή για την αρχαία αττική διά­λεκτο [4]» .

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορδάτου Γ., «Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία» ό.π., σελ. 258-261.

[2] Lesky Α., ό.π., σελ. «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 593.

[3] Γεωργουσόπουλου Κ., «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου 2», σελ. 150-152.

[4] Lesky A., ό.π., σελ. 594.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

Αττική κωμωδία

23° Φεστιβάλ Ναυπλίου 20-29 Ιουνίου 2014 


 

Από τις 20 έως και τις 29 Ιουνίου, θα πραγματοποιηθεί το 23° διεθνές φεστιβάλ μουσικής Ναυπλίου, που αποτελεί πλέον θεσμό, καθώς είναι ένα από τα πιο γνωστά φεστιβάλ μουσικής στην Ευρώπη και το μοναδικό στο είδος του, στην Πελοπόννησο.

Τη φετινή χρονιά, ανοίγει τις πύλες του στις 20 Ιουνίου, όπου για δέκα μέρες στους ιστορικούς χώρους της πόλης, από το επιβλητικό Παλαμήδι μέχρι την ιστορική και φιλόξενη αίθουσα του Βουλευτικού, θα παρουσιαστούν μουσικά προγράμματα με δύο κύριες θεματικές: την ανάδειξη των νέων ανερχόμενων μουσικών – με συμμετοχές όπως η εκατονταμελής Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων και η κάτοχος του φετινού βραβείο Gina Bahauer «Mundo en Armonia», Νεφέλη Μούσουρα – και τη συνέργεια της μουσικής με τις υπόλοιπες τέχνες, σε βραδιές όπου η τελευταία θα συνομιλήσει με την ποίηση, με τον ποιητή Δημοσθένη Δαββέτα να απαγγέλει ένα ανέκδοτο έργο του. Την πεζογραφία, όπου η καταξιωμένη Μάγδα Μαυρογιάννη με τη συνδρομή δύο σημαντικών ελλήνων σολίστ (Αλεξάνδρα Νομίδου, Γιάννος Μαργαζιώτης) θα ταξιδέψει το κοινό στους μύθους της Ανατολής. Το θέατρο, όπου η διάσημη πιανίστα Ντιάνα Βρανούση με την χαρισματική ερμηνεύτρια Χαρά Κεφαλά θα θυμίσουν στους ακροατές μουσικές στιγμές που έντυσαν εμβληματικές παραστάσεις του ελληνικού θεάτρου.

 

Πρόγραμμα

 

Βασιλική Καραγιάννη

Βασιλική Καραγιάννη

Παρασκευή 20 Ιουνίου, Φουγάρο, 21:00 – Το Αηδόνι και το Ρόδο

Το φεστιβάλ ανοίγει τις πύλες του την Παρασκευή 20 Ιουνίου, στις 9:00 το βράδυ στο Φουγάρο, με «Το Αηδόνι και το Ρόδο» με την υψίφωνο Βασιλική Καραγιάννη που τη συνοδεύει στο πιάνο ο Δημήτρης Γιάκας.

Σάββατο 21 Ιουνίου, Βουλευτικό, 21:00 – Κυπριανός Κατσαρής, πιάνο

Ο Κυπριανός Κατσαρής, κυπριακής καταγωγής και γαλλικής υπηκοότητας, ο παγκοσμίου φήμης πιανίστας που συνέπραξε με ιερά τέρατα της κλασικής μουσικής όπως οι Leonard Bernstein και Kurt Mazur, ο ερμηνευτής που ηλεκτρίζει το κοινό τόσο με την άρτια τεχνική όσο και την έντονη θεατρικότητά του θα βρίσκεται στην πόλη του Ναυπλίου, για ένα ρεσιτάλ πιάνου στο Βουλευτικό, το Σάββατο 21 Ιουνίου.

Κυριακή 22 Ιουνίου, Πλατεία Συντάγματος, 21:00 – Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων

Η Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων συνεχίζει να πράττει, από το 1998, αυτό που υπήρξε βασική της επιδίωξη: να δώσει σε νέους μουσικούς ευκαιρίες απόκτησης ορχηστρικής εμπειρίας στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Έχοντας εμφανιστεί σε όλους τους σημαντικούς ελληνικούς συναυλιακούς χώρους, καταφθάνει με τα 100 μέλη της στην Πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 22 Ιουνίου, με όλη τη σπιρτάδα της νεότητάς της. Τη διευθύνει ο πολύπειρος σε μουσικά παιδαγωγικά θέματα μαέστρος, Παύλος Σεργίου. Σε ένα πρόγραμμα που συνδυάζει μείζονες στιγμές μεγάλων συνθετών της κλασικής μουσικής με τη jazz και τη νεότερη ελληνική σύνθεση.

 

Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων

Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων

 

Δευτέρα 23 Ιουνίου, Βουλετικό, 21:00 – Της Σκηνής και της Οθόνης

Την Δευτέρα 23 Ιουνίου, στο Βουλευτικό, στις 21:00 θα παρουσιαστεί η παράσταση «Της Σκηνής και της Οθόνης» με τη Χαρά Κεφαλά στο τραγούδι, τη Ντιάνα Βρανούση στο πιάνο και επιλογή διαφανειών και σχόλια από τον κριτικό & ιστορικό μουσικής, Γιώργο Β. Μονεμβασίτη.

 

 

Χαρά Κεφαλά

Χαρά Κεφαλά

 

Τρίτη 24 Ιουνίου, Βουλετικό, 21:00 – Νεφέλη Μούσουρα, πιάνο

Την Τρίτη 24 Ιουνίου στο Βουλευτικό, ρεσιτάλ πιάνου από τη νεαρή σολίστ, Νεφέλη Μούσουρα που αποτελεί μία από τις πλέον ανερχόμενες ελληνίδες πιανίστες.

Τετάρτη 25 Ιουνίου, Προαύλιος Χώρος Ευαγγελιστρίας, 21:00 – Ορχήστρα Νυκτών Οργάνων ATTIKA

H Ορχήστρα Νυκτών Οργάνων ΑΤΤΙΚΑ συμπράττει με τον καταξιωμένο τενόρο Γιάννη Χριστόπουλο, υπό τις οδηγίες του μαέστρου της Άρη Δημητριάδη, σε μια βραδιά, όπου η ανθρώπινη φωνή και ο γλυκός ήχος του μαντολίνου θα ταξιδέψουν το κοινό σε διαφορετικές χώρες και σε τέσσερις αιώνες μουσικής, στο προαύλιο της Ευαγγελίστριας την Τετάρτη 25 Ιουνίου στις 9:00 το βράδυ.

 

Άρης Δημητριάδης

Άρης Δημητριάδης

 

Πέμπτη 26 Ιουνίου, Πλατεία Αγίου Γεωργίου, 21:00 – TRANSCRIPTION ENSEMBLE

Την Πέμπτη 26 Ιουνίου στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου στις 21:00, το TRANSCRIPTION ENSEMBLE με τους τρεις νέους καταξιωμένους σολίστ, Γιώργο Κανδυλίδη βιολί, Χρήστο Γρίμπα τσέλο, Νίκο Ζαφρανά πιάνο και με κύριο σκοπό την ανάδειξη του πλούσιου ρεπερτορίου δημοφιλών έργων σε μεταγραφή για μικρό σύνολο, με το πρόγραμμά του να φιλοδοξεί να αναδείξει όλες τις δυνατότητες ενός ευέλικτου μουσικού συνόλου μέσα από μεταγραφές έργων που σπάνια έχει την ευκαιρία να γευθεί το κοινό.

 

Δημοσθένης Δαββέτας

Δημοσθένης Δαββέτας

Παρασκευή 27 Ιουνίου, Βουλευτικό, 21:00 – Μουσική – Λογοτεχνική Βραδιά: ΗΧΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Την Παρασκευή 27 Ιουνίου, στο Βουλευτικό Ναυπλίου και στις 21:00, ο ποιητής Δημοσθένης Δαββέτας απαγγέλλει το ανέκδοτο ποιητικό του έργο «Ήχοι του Σύμπαντος» και οι σολίστ Φιόρη-Αναστασία Μεταλληνού και Δάφνη Παππού, με τη συνοδεία στο πιάνο της Κατερίνας Γκόλγκαρη ερμηνεύουν σε πρώτη εκτέλεση τα τραγούδια του συνθέτη Γιάννη Δροσίτη από το ομώνυμο ποιητικό κείμενο. Προλογίζει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.

Σάββατο 28 Ιουνίου, Παλαμίδι, 21:00 – MUSICA FICTA (Κοπεγχάγη)

 Το Σάββατο 28 Ιουνίου συνεχίζεται το φεστιβάλ με μια παράσταση στο Παλαμήδι με τη «MUSICA FICTA» μια διακεκριμένη χορωδία, με έδρα την Κοπεγχάγη, η οποία παρουσιάζει θεματικά προγράμματα που εδράζονται στην πεποίθηση ότι η συνεργεία της ιστορίας, της λογοτεχνίας καθώς και της φιλοσοφίας με τη μουσική, εντείνουν την εμπειρία των θεατών.

Κυριακή 30 Ιουνίου, Βουλευτικό, 21:00 – ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΝΑΛΟΓΙΟ: Σεχραζάντ

Το φεστιβάλ ολοκληρώνεται την Κυριακή 29 Ιουνίου στο Βουλευτικό στις 9:00 το βράδυ, με ένα μουσικό ταξίδι με την ιστορία της Σεχραζάντ και τα ωραιότερα παραμύθια της Ανατολής. Μάγδα Μαυρογιάννη, κείμενο και αφήγηση, Αλεξάνδρα Νομίδου, πιάνο και Γιάννος Μαργαζιώτης βιολί.

 

Η σκηνοθέτιδα, ηθοποιός και συγγραφέας Μάγδα Μαυρογιάννη

Η σκηνοθέτιδα, ηθοποιός και συγγραφέας Μάγδα Μαυρογιάννη

 

Παράλληλες εκδηλώσεις

Στην ισόγειο αίθουσα του Βουλευτικού, από 20 έως και 29 Ιουνίου, θα λειτουργεί το εργαστήρι κλασικών οργάνων των Κώστα Ξυπολιά και Georgi Georgiev όπου θα παρουσιάσει τον τρόπο κατασκευής εγχόρδων μουσικών οργάνων, που θα συνοδεύεται από έκθεση με βιολιά, βιόλες και βιολοντσέλα.

Την Πέμπτη 19 Ιουνίου στο Βουλευτικό στις 8:00 το βράδυ θα γίνει αναδρομή-χρονολόγιο στο Μουσικό Φεστιβάλ της πόλης και συναυλία από τη νεαρή αναπλιώτισα πιανίστρια Βάγια Ντάφλου με έργα Beethoven, Chopin, Cimarosa.

Το Σάββατο 28 Ιουνίου στο Παλαμήδι, με τη λήξη της συναυλίας, στην έξοδο του κάστρου, το «ΚΤΗΜΑ ΣΚΟΥΡΑ» θα προσφέρει ένα ποτήρι κρασί στους επισκέπτες για να απολαύσουν την πόλη από ψηλά ενώ την Κυριακή 29 Ιουνίου στο Βουλευτικό, το 23ο Φεστιβάλ Μουσικής θα «κλείσει» το μικτό πολυφωνικό σχήμα της χορωδίας του Δημοτικού Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού και Τουρισμού του δήμου Ναυπλιέων, υπό τη διεύθυνση του Θεοδόση Αντωνιάδη.

 

Όλες οι συναυλίες ξεκινούν στις 21.00.

Η είσοδος για το κοινό ξεκινά από τις 20.30.

Πληροφορίες: 27520 27153 & 27520 99085

23ο Φεστιβάλ Ναυπλίου 20-29 Ιουνίου 2014

 

Αττική κωμωδία


 

Η αττική κωμωδία: Παράλληλα σχεδόν με την τραγωδία στην αρχαία Αθήνα αναπτύχθηκε και η κωμωδία. Το όνομά της προέρχεται από το τρα­γούδι (ωδή) του κώμου, μιας θορυβώδικης συντροφιάς, που τραγουδού­σε, χόρευε και έκανε χοντρά αστεία κρατώντας φαλλούς (κώμος + ωδή = κωμωδία). [1] Ο χορός των ανδρών του κώμου, που αποτέλεσε τον πυ­ρήνα της κωμωδίας συνδέθηκε τον 6ο αι. π.Χ. στην Αττική με το Διόνυσο και παρουσιάζονταν στις γιορτές του Θεού. Στα αυτοσχέδια τραγούδια των χορευτών αυτών προστέθηκαν σιγά σιγά και άλλα στοιχεία (παρά­βαση, αγώνας, ηθοποιοί) και δημιουργήθηκε η πρωταρχική μισοαυτοσχέδια κωμωδία, που δεν ξεπερνούσε σε έκταση τους 300 στίχους, ούτε είχε μεγάλη ενότητα. Οι ποιητές της προσπαθούσαν να επινοήσουν όσο πιο φανταστικές και διασκεδαστικές σκηνές μπορούσαν, για να προκα­λέσουν το γέλιο των ακροατών, λυτρώνοντάς τους από τις έγνοιες της κα­θημερινότητας.

Παράσταση χορού νέων αντρών, οι οποίοι ιππεύουν στρουθοκάμηλους, σε μελανόμορφο σκύφο του 6ου αιώνα π.Χ. Δεξιά άντρας παίζει δίαυλο, ενώ μπροστά του η μικρή μορφή του Πανός υποδέχεται το χορό. Boston, Museum of Fine Arts.

Παράσταση χορού νέων αντρών, οι οποίοι ιππεύουν στρουθοκάμηλους, σε μελανόμορφο σκύφο του 6ου αιώνα π.Χ. Δεξιά άντρας παίζει δίαυλο, ενώ μπροστά του η μικρή μορφή του Πανός υποδέχεται το χορό. Boston, Museum of Fine Arts.

Οι κωμωδίες αυτές παίζονταν στην αρχή ανεπίσημα από εθελοντές. Επίσημα δεκτές στα μεγάλα Διονύσια έγιναν το 486 π.Χ., μετά τη νίκη του Μαραθώνα δηλ., όταν ισχυροποιήθηκε το δημοκρατικό κόμμα, και στα Λήναια το 446 π.Χ. Από τότε ο επώνυμος Άρχων όριζε χορηγούς και βραβεία για κωμωδίες, που θα παριστάνονταν στο θέατρο στις γιορ­τές του Διονύσου. Η κωμωδία έφτασε στην τελείωσή της στα χρόνια της μεγάλης ακμής της αθηναϊκής δημοκρατίας και επηρεασμένη ευεργετι­κά από τη σύγχρονή της τραγωδία απέκτησε ενότητα και μεγαλύτερη έκταση. [2]

Στην ολοκληρωμένη της μορφή η αττική κωμωδία έχει την εξής δο­μή: [3]

Πρόλογος:Όπως και στην τραγωδία αλλά εκτενέστερος.

Πάροδος:Ξαφνική και θορυβώδης είσοδος του χορού στη σκηνή.

Αγών:Διαλογικές σκηνές, στις οποίες παρουσιάζονται δύο πρόσωπα, πολλές φορές αλληγορικά, να συζητούν μαλώνοντας για κάποιο ζήτημα.

Παράβασις:Ο χορός στρέφεται προς τους θεατές, για να μιλήσει -άσχετα με την υπόθεση του έργου- για τον ποιητή, να τα βάλει με τους πολιτι­κούς, να κρίνει την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της πόλης, να πει­ράξει «άγρια» παρόντες και απόντες συμπολίτες του. Ήταν το πιο επίκαιρο και ζωντανό μέρος στη μέση της κωμωδίας και εξαφανίσθηκε όταν με την πτώση της δημοκρατίας περιορίστηκαν οι ελευθερίες του δήμου.

Έξοδος:Η λύση της υπόθεσης, συνήθως χτυπητή και ζωηρή.

Στην ακμή της κωμωδίας η βωμολοχία (στοιχείο δωρικό από τα κυ­ριότερα χαρακτηριστικά της) έχει περιοριστεί κάπως, αλλά η προσωπική σάτιρα (στοιχείο ιωνικό) έχει δυναμώσει και απλωθεί σ’ όλα τα μέρη της. Ο κωμικός ποιητής κρίνει όλα τα σημαντικά και ασήμαντα πρόσωπα του καιρού του [4]: πολιτικούς, στρατηγούς, φιλοσόφους, ρήτορες, μάντηδες, ποιητές, μουσικούς κ.λ.π. Ακόμα παίρνει θέση απέναντι σε κάθε σοβαρό πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, ηθικό κ.λ.π. πρόβλημα της εποχής του. Σκοπός του το «παιδεύειν ἀνθρώπους καί βελτίους ἀπεργάζεσθαι», διεκδικεί δηλ. το προνόμιο της τραγωδίας να μορφώνει ανθρώπους και να τους κάνει καλύτερους.

Η κωμωδία άκμασε στα πιο ταραγμένα χρόνια της αθηναϊκής δημο­κρατίας, την εποχή του Περικλή, των σοφιστών, του Πελοποννησιακού πολέμου, του Ευριπίδη, που πάλευαν να αφήσουν τους παλιούς δοκιμα­σμένους δρόμους και ν’ ανοίξουν καινούριους. Όντας από τη φύση της προορισμένη να ανήκει πάντα στην αντιπολίτευση -αλλιώς δεν είναι κω­μωδία, είναι εγκώμιο, ρητορεία, προπαγάνδα, πάντως όχι κωμωδία- αντιτάχτηκε σε κάθε ανανεωτική κίνηση, υπερασπίστηκε με πείσμα τα πα­λιά ιδανικά και χτύπησε ανελέητα τους εκπροσώπους κάθε νεωτερισμού. Γι’ αυτό και οι ποιητές της αρχαίας κωμωδίας θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στους αντιδραστικούς αριστοκρατικούς κύκλους, που αντιπολιτεύονταν και πολεμούσαν τη δημοκρατία. Δεν μπορεί όμως μέσα σε τόσους κωμι­κούς ποιητές να μη βρέθηκαν μερικοί, που να έχουν δημοκρατικά φρο­νήματα. Ούτε μπορούσαν να ‘ρθουν σε αντίθεση με τους δημοκρατικούς ακροατές τους στο θέατρο, που γελούσαν ακούγοντας να κοροϊδεύουν τους αρχηγούς τους και το πολιτικό τους σύστημα.

Η ανάπτυξη και η παρακμή της αττικής κωμωδίας συντελείται στο διάστημα δυο περίπου αιώνων (486-262 π.Χ.) και χωρίζεται σε τρεις πε­ριόδους:

α) Αρχαία (486-400 π.Χ. περίπου) με κύριους εκπροσώπους τους Κράτη, Κρατίνο, Φερεκράτη, Εύπολη και πάνω απ’ όλους τον Α­ριστοφάνη.

β) Μέση (400-330 π.Χ. περίπου) με κύριους εκπροσώπους τον Αντιφάνη και τον Άλεξη.

γ) Νέα κωμωδία (330-262 π.Χ.) με εκπρο­σώπους το Φιλήμονα, το Δίφιλο, τον Απολλόδωρο και κυρίως το Μέναν­δρο, του οποίου έχουν σωθεί και έργα. Αν θέλαμε να συσχετίσουμε το αρχαίο θέατρο με το σημερινό, θα λέγαμε ότι η αρχαία αττική κωμωδία αντιστοιχεί με τη δική μας «επιθεώρηση», ενώ η νέα αττική αντιστοιχεί με τη σημερινή κωμωδία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α. , Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 339-340.

[2] Κακριδή Θ. Ι., Η Αρχαία Ελληνική Κωμωδία, εισαγωγή στους Βάτραχους του Αριστοφάνη, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1975, σελ. 44-46.

[3] Κορδάτου Γ., Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία, σελ. 247.

[4] Κακριδή Θ. I., ό. π., σελ. 47-48.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

«Αργολικά Σημειώματα “Επίδαυρος ή Δαμαλάς;”,Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;” », Βούλα Κόντη, Σύμμεικτα, τόμος ένατος, Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού, Μέρος ‘Α, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1994


 

 

Επίδαυρος ή Δαμαλάς;

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Ο όσιος Νικών ο «Μετανοείτε», όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, αναχωρώντας από την Κρήτη με προορισμό την Πελοπόννησο, έφθασε στην[Ε]πίδαυρον, ον και Δαμαλάν ειώθασι καλείν οι εγχώριοι.Οιμελετητές που έχουν ασχοληθεί είτε με το Βίο του οσίου είτε με τα πελοποννησιακά πράγματα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αναφέρονται στο παραπάνω χωρίο, επισημαί­νοντας ότι ο βιογράφος, ταυτίζοντας λανθασμένα την Επίδαυρο με το Δαμαλά, συγχέει δύο γειτονικές περιοχές της βόρειας ακτής της Αργολίδας. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το λάθος, άλλοι υπο­στηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο χωρίο εννοείται η Επίδαυρος, η οποία κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο έφερε την επωνυμία Δαμαλάς, άλλοι ότι ο όσιος είχε αποβιβαστεί στην Επίδαυρο και ότι αργότερα, κατά την αναχώρησή του είχε μεταβεί στο Δαμαλά, από όπου είχε αποπλεύσει για την Αθήνα και άλλοι, άλλοτε δέχονται ότι παρά τη σύγχυση των τοπωνυμίων η μεσαιωνική ονομασία της Επιδαύρου ήταν Δαμαλάς και άλλοτε θεωρούν ότι ο όσιος είχε φθάσει στην Επίδαυρο και ότι από εκεί είχε μεταβεί στο Δαμαλά, όπου κήρυξε το θείο λόγο. Τέλος, ο Bon και ο Κορδώσης, χωρίς όμως και αυτοί να το τεκμηριώνουν, σημειώνουν ότι ο όσιος Νίκων είχε αποβιβαστεί στο Δαμαλά, τον οποίο θεωρούν ότι λανθασμένα ο βιογράφος του συγχέει με την Επίδαυρο, αντί για την αρχαίαΤροιζήνα.

 

Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;

 

Λίγο πριν από τα μέσα του 12ου αι., ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, Λέων, είχε ιδρύσει στην περιοχή της Αρείας γυναι­κεία μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστή σή­μερα ως Αγία Μονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λέων στο «Υπό­μνημα» της μονής, το οποίο είχε συντάξει τον Οκτώβριο του 1144, σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε, για το φόβο των θαλαττίων ληστών, κατά πάσαν άδειαν τα πάντα ληιζομένων, να απομακρύνει τις μοναχές από τη μονή τους, που δεν απείχε πολύ από τη θάλασσα. Έτσι, έκτισε, ειδικά για το λόγο αυτό, άλλη ομώ­νυμη μονή, της πανάγνου δεσποίνης ημών και θεομήτορος, στην ενδοχώρα (πόρρω διακείμενον της θαλάσσης), στην τοποθεσίαν του Βούζη, ενώ μετέτρεψε την πρώτη μονή σε ανδρώα. Η τοποθεσία αυτή απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν έχει ως σήμερα εντοπιστεί. Η πιθανότητα να διατηρείται και σήμερα το τοπωνύμιο, σε παρεφθαρμένη, όμως μορφή, φαίνεται μάλλον απίθανη, γιατί σε όλη την περιοχή του αργολικού κάμπου δε σώζεται κάτι παρεμφε­ρές. Αντίθετα, ο τύπος στη γενική, με τον οποίο παραδίδεται η ονομασία της τοποθεσίας, του Βούζη, παραπέμπει συνήθως σε ονό­ματα βυζαντινών οικογενειών και υποδηλώνει τον ιδιοκτήτη γης ή τοπικό άρχοντα. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ακριβώς τύπος του ονόματος (του Βούζη) μαρτυρείται, στα 1285, και στη νήσο Λήμνο· μνημονεύεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του δούκα και απογραφέα του νησιού, Μιχαήλ Μακρεμβολίτου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βούλας Κόντη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αργολικά Σημειώματα

 

Αισχύλος (525-456 π.Χ.)


 

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Ο Αισχύλος κατάγεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Ελευσίνας. Πατέρας του ήταν ο ευγενής γαιοκτήμονας Ευφορίωνας («ἐξ εὐπατριδῶν τήν φύσιν» γράφει ο Ανώνυμος βίος του). Πήρε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, όπου έπεσε και ο αδελφός του Κυναίγειρος, και πιθανό και σε άλλες μάχες των περσικών πολέμων[1], γι’ αυ­τό σ’ όλη τη ζωή του έφερνε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Νέος άρχισε να γράφει τραγωδίες. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώ­τη φορά το 500 π.Χ., πήρε το πρώτο βραβείο μόλις το 484 π.Χ. και συ­νολικά κέρδισε 12 πρώτες νίκες. Το 472 π.Χ. παρουσίασε τους «Πέρσες» με χορηγό το νεαρό τότε Περικλή και θριάμβευσε. Κατόπιν πήγε στη Σι­κελία φιλοξενούμενος του τύραννου Ιέρωνα, όπου γνώρισε τον Πίνδαρο, το Σιμωνίδη και το Βακχυλίδη. Γύρισε στην Αθήνα το 468 π.Χ. και τον επόμενο χρόνο κέρδισε την πρώτη νίκη με τους «επτά επί Θήβας». Το 458 πήρε την πρώτη νίκη με την τριλογία «Ορέστεια» (οι χρονολογίες των άλ­λων έργων του είναι άγνωστες) και κατόπιν έφυγε οριστικά για τη Σικε­λία και πέθανε στη Γέλα το 456 π.Χ.[2]

Οι λόγοι, που τον ανάγκασαν να φύγει στη Σικελία, είναι άγνωστοι. Άλλοι λένε ότι η φυγή του οφείλεται στον περήφανο χαρακτήρα του, που προσεβλήθη όταν το αθηναϊκό κοινό ευνοούσε το νεαρό αντίπαλο του Σοφοκλή ή όταν ηττήθηκε από το Σιμωνίδη στο διαγωνισμό για το ελε­γείο των Μαραθωνομάχων. Άλλοι ότι αναγκάστηκε να φύγει, γιατί σε μια παράστασή του αποκάλυψε μυστικά των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι έφυγε, όταν δυνάμωσε η δημοκρατική παράταξη της Αθήνας, γιατί αυτός ο «μετριοπαθής δημοκρατικός» δεν συμπαθούσε την «άκρατον δημοκρατίαν»[3].

Ο Αισχύλος έζησε σε μια με­ταβατική εποχή (α’ μισό του 5ου π.Χ. αι.), όταν το δημοκρατικό κόμμα (με αρχηγούς το Θεμιστοκλή και αργότερα τον Εφιάλτη και τον Περικλή) επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού (με αρχηγό τον Αριστείδη και τον Κίμωνα) και δεν πήρε ξεκαθαρισμένη θέση στις πολιτικές διαμάχες, «γι’ αυτό ούτε οι δημοκρατικοί τον θαύμαζαν, ούτε οι ολιγαρχικοί τον συμπαθούσαν. Είχε πολλούς εχθρούς και λίγους θαυμαστές και φίλους, γι’ αυτό μόνο λίγες φορές πήρε τα πρωτεία στους δραματικούς αγώνες»[4].

Ήταν πάντως ποιητής μεγαλόστομος με πλούσια φαντασία και πηγαία λυρική πνοή. Εκφράστηκε με ύφος υψηλό, βαρύ, δύσκολο και συ­χνά απότομο. Πρέπει να θεωρηθεί ο πραγματικός δημιουργός της αττικής τραγωδίας, που ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του και ως προς την ποίηση και ως προς «την σκευήν των υποκριτών και την του χορού σεμνότητα».

Από τις 90 τραγωδίες που έγραψε σώθηκαν ολόκληρες μόνο επτά: Πέρσες, επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία Ορέστεια, τη μόνη, που έχει σωθεί από την αρχαιότητα.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 350.

[2] Flaceliere R., Ιστορία της Αρχαίας Ελλην. Λογοτεχνίας σελ. 216-217.

[3] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελ. 655.

[4] Κορδάτου Γ., Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία, σελ. 200-201

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Κώστα Πετρουλά, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα με τίτλο:

«Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη»

 

Δημήτρη Κουφοντίνα, διάβασα το βιβλίο σου και έχω σοβαρούς λόγους που σου γράφω αυτή την επιστολή. Εκπροσωπείς την απόχρωση μιάς ιδέας, το δεδομένο μιας συμπεριφοράς, και είσαι ηρωικό παράδειγμα μίμησης για τους ομοϊδεάτες σου και αποφυγής για όλους τους υπόλοιπους. Προσωπικά, μπορεί ο καθένας να σε αγνοήσει επειδή έχεις κάνει τον κύκλο σου και τώρα είσαι εκτός μάχης. Τις απόψεις σου όμως που τις θέλεις ζωντανές και ενεργές στην κοινωνία, δεν έχουμε την πολυτέλεια να τις αγνοήσουμε.

Τώρα που έδωσες το στίγμα σου με την συγγραφή ενός μέρους της ιστορίας σου, αξίζει να δούμε αν απέχτησες πλεονέκτημα ή μειονέκτημα στο θεωρητικό επίπεδο, των ιδεών και της πολιτικής. Διότι μέσα απ’ αυτά ενθαρρύνεις – με αμφιβολίες είναι αλήθεια – τη συνέχεια του αιματηρού δρόμου, όταν το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, εύχεται το τέλος. Και πριν μπούμε στην ουσία, πρέπει να ξέρεις ότι δεν σε προσπερνάω σαν άνθρωπο και παραμένω στην πλευρά που θέλει να μην μοιάζει αλλά να υπερέχει η συμπεριφορά της πολιτείας προς τους φυλακισμένους, από εκείνη για την οποία οι ίδιοι καταδικάστηκαν. Με την πλευρά που θέλει την πολιτεία να δικαιολογεί και να επιβεβαιώνει το λόγο για τον οποίο φυλακίζει. Και ο λόγος είναι, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και όσων δεν σεβάστηκαν το βασικότερο, το δικαίωμα της ζωής.

Επί της ουσίας:

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Το δίκαιο που επικαλείσαι ως κίνητρο στοχευμένης βίας κατά των αδίκων, αντιλαμβάνεσαι υποθέτω, ότι ως γενικός κανόνας, είναι μια ιδεοπαγίδα που μπορεί να κάνει τον καθένα εγκληματία. Διότι «σκοτώνω τους κακούς για το δίκιο των καλών», είναι ένα μότο που το έχουν καταχραστεί κατά κόρον όλες οι ιδεολογικές αποχρώσεις. Μαζί μ’ αυτό, κατανοείς φαντάζομαι, ότι αν ο καθένας χρήσει τον εαυτό του και την παρέα του δικαστή και τιμωρό μαζί, τότε η ζούγκλα θα μοιάζει με παράδεισο ενώπιον της ανθρώπινης ζούγκλας.
Όμως, οφείλουμε να εντοπίσουμε και μια διαφορά. Άλλη ποιότητα και άλλη καταχώρηση έχει στην συνείδηση της ανθρωπότητας ο αγώνας κατά των εκμεταλλευτών και των πάσης φύσεως δυναστών και άλλη των δυνατών που εξοντώνουν έθνη, ράτσες και κατηγορίες ανθρώπων, για να στερεώσουν μια εξουσία που μηδενίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο Ρομπέν των δασών είναι ήρωας και ο Χίτλερ κάθαρμα. Προφανώς, δεν μπορεί να αναμειχτεί στην κουβέντα μας και να μας ζητήσει ίση μεταχείριση, ο Νορβηγός Μπρέιβικ που σκότωσε 77 ανθρώπους, παιδιά τα περισσότερα, για να εξυπηρετήσει την δυνατή φυλή του. Αλλά αυτές οι καθαρές εικόνες, δεν είναι από μόνες τους ικανές να δικαιολογήσουν τον Ροβεσπιέρο για την τρομοκρατία στη γαλλική επανάσταση, ούτε τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ με τους κόκκινους Χμερ. Το επιχείρημα της φιλολαϊκής ιδέας, από μόνο του, δεν δικαιώνει εγκληματικές πράξεις.

Ας πάμε λοιπόν μ’ αυτόν το πρόλογο στους ισχυρισμούς σου:

Επικαλείσαι την επανάσταση του 21, την αντίσταση του ΕΛΑΣ και την δράση του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο, και θεωρείς ότι είσαστε οι συνεχιστές εκείνων των αγώνων. Παραβλέπεις όμως την τεράστια διαφορά, ότι εκείνοι είχαν στρατιώτες απέναντί τους και δεν πυροβολούσαν πισώπλατα πολίτες. Ακόμη κι αν συμφωνήσει κάποιος μαζί σου για την ενοχή των θυμάτων σε πλείστα όσα εγκλήματα, η διαφορά ανάμεσα στην δολοφονία και το φόνο, είναι εναντίον σας.

Θα σας αναγνωρίσουμε ότι χρειάζεται μεγάλο σθένος για να θέσει κανένας σε απόλυτο κίνδυνο και σε καραντίνα τη ζωή του προκειμένου να φέρει στο κόσμο την δικαιοσύνη που πιστεύει, αλλά το ύπουλο χτύπημα έξω από τη μάχη, θα είναι πάντα όνειδος, παρά τις αμέτρητες επαναλήψεις της λέξης «πόλεμος» στα γραφτά σου.

Επικαλείσαι το λαό για τα πάντα όσα κάνατε. Σας εξουσιοδότησε κανένας λαός; Μιλάς για ένα 20% που επικροτούσε, θριαμβολογείς γι’ αυτό και σωπαίνεις για το 80%.
Κι από εκείνο το όποιο μικρό ποσοστό, μήπως μπορείς να υποθέσεις σε ποια πλευρά βρίσκεται σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του; Στη δική σας νομίζεις; Πόσοι είναι άραγε εκείνοι που ονειρεύονται «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο», όπως εσύ το διατυπώνεις; Δεν σου περνάει από το νου ότι – κατά κύριο λόγο – απευθυνθήκατε στα πιο μνησίκακα και ταπεινά ένστικτα τα οποία μόνο επαναστατικά δεν είναι; Το «ένας Στάλιν» ή «ένας Χίτλερ» χρειάζεται, είναι το μότο της μούργας ή της αφέλειας του λαού, και όχι των οραματιστών μιάς καλύτερης και δίκαιης κοινωνίας. Η οποία μούργα και αφέλεια, όντως απαγκιάζει στο Στάλιν ή στο Χίτλερ. Αυτός είναι ο λαός που σας ζητάει να τον σώσετε; Επικαλείσαι τις επαναστατικές θεωρίες που θέλουν το λαό να ξεσηκώνεται από μια ένοπλη πρωτοπορία και να γίνεται στο δρόμο μάχιμη πλειοψηφία. Όπως έγινε στη Ρωσία στη Κούβα και στη Κίνα.

Απορίας άξιο είναι ότι παραβλέπεις τρία γεγονότα:

1. Αυτές οι επαναστάσεις έγιναν σε χώρες με ημιφεουδαλικά χαρακτηριστικά και ανολοκλήρωτο καπιταλισμό. Κύρια δύναμη υπήρξαν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Οι συνθήκες συγκριτικά με την Ελλάδα ήταν εξόφθαλμα διαφορετικές.

2. Η μαζικοποίηση ήταν ραγδαία ανοδική και η νίκη τους ήρθε σε σχετικά σύντομο χρόνο.
3. Δεν προήλθαν από αντάρτικο πόλεων. Κανένα αντάρτικο πόλεων δεν έχει καταλήξει σε νικηφόρα επανάσταση.

 

Και τα ερωτήματα που προκύπτουν, παραείναι απλά:

Το δικό σας αντάρτικο πόλεων, συνολικά, κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Κάποια ευρύτερη αποδοχή είχατε μόνο στην αρχή, επειδή οι εκτελέσεις των βασανιστών βρήκαν έδαφος στο θυμικό, στην αγανάκτηση του λαού, λόγω της σκανδαλώδους ατιμωρησίας των χουντικών.

Γιατί συνεχίσατε;

Τι ακριβώς προσδοκούσατε όταν μάλιστα παρατηρείς διαρκώς στην αφήγησή σου ότι η πρόσβαση στο μαζικό κίνημα δεν μπορούσε να ευοδωθεί; Κι όταν φτάνεις να καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι «οι τελευταίοι αντάρτες χάνονταν με το ρυθμό που χάναμε την υποστήριξη του οργανωμένου λαού»; Τίποτα δεν έδειχνε – ούτε σε σένα – ότι στην Ελλάδα θα γίνει αυτό που δεν έγινε πουθενά στον κόσμο, σε παρόμοιες συνθήκες.

Το ερώτημα είναι επίμονο. Γιατί συνεχίσατε;

Δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε την προσπάθεια που κάνεις να εξηγήσεις την απομόνωση και την ματαίωση του στόχου σας. Αλλά με τη σειρά μας πιστεύουμε ότι έχεις χαθεί σε θέματα ταχτικής και σου είναι δύσκολο να δεις το ολοφάνερο. Κατανοητό από τη μια, για κάποιον που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε ένα σκοπό και σε μια ιδέα, ολέθριο ωστόσο για τα θύματά του, γι’ αυτόν, και για μας, εφ όσον η ιδέα του έχει δομικά λάθη.

Ο λόγος που δεν πείσατε και δεν εξεγείρατε το λαό εναντίον της άρχουσας τάξης, είναι απλός, και δεν αφορά την λογιστική της λαθεμένης τακτικής, αλλά το στρατηγικό όραμα. Για να παρακολουθήσει ο λαός ένα αντισυστημικό όραμα, δεν είναι αρκετό να ξέρει τα δεινά τού παρόντος συστήματος. Ακόμη κι αν συμφωνεί εντελώς στην κριτική σας, είναι απαραίτητο να πειστεί ότι αυτό που θα φέρετε εσείς, θα είναι καλύτερο από τον επάρατο καπιταλισμό.

Τα όσα στραβά της ελεύθερης οικονομίας, τα οποία εξηγείς και αναλύεις, τα έχει υπ’ όψη της η κοινωνία. Έχει υπ’ όψη της όμως ταυτόχρονα, ότι επειδή κάποιος τα παρουσιάζει και τα καταγγέλλει, δεν έχει αυτόματα και την συνταγή η οποία θα οδηγήσει σε «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο, χωρίς πολέμους, βία, εκμετάλλευση, αλλοτρίωση,…», αντιγράφοντας ακριβώς τα λόγια σου.

Είναι πασιφανές, ότι έχει το φόβο ή μάλλον την βεβαιότητα, πως τον σπρώχνετε σε έναν κόσμο χειρότερο απ’ αυτόν που ζει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν σας παρακολούθησε. Η πεποίθηση ότι επάνω στα χαλάσματα θα χτίσετε ένα χειρότερο σύστημα απ αυτό που θέλετε να γκρεμίσετε.

Η κοινοποίηση αυτής της επιστολής στον Κολοκοτρώνη και στο Βελουχιώτη, είναι ασφαλώς συμβολική. Η αγωνία σου να ταυτιστείς με δράσεις και επαναστάσεις δικαιωμένες, (1821, ΕΛΛΑΣ, ΔΣΕ, αντίσταση στη χούντα) προσπαθεί να γεμίσει δύο άδειες δικές σας φαρέτρες:

  • Την νομιμοποίηση της βίας σας, ως λαϊκή αντιβία.
  • Τη στρατηγική της αποκατάστασης από τα δεινά του καπιταλισμού.

Όμως οι δανεικές εικόνες, δεν είναι επιχειρήματα. Είναι αποδείξεις αδυναμίας να έχετε σοβαρά δικά σας επιχειρήματα.

Όλοι αυτοί που επίμονα επικαλείσαι:

  • Είχαν να αντιμετωπίσουν ένοπλη βία κατά του λαού, οπότε και τη νομιμοποίηση της λαϊκής αντιβίας, της μόνης επαναστατικής βίας.
  • Είχαν σαφή πειστική και εφικτή στρατηγική πρόταση.

Δεν αμφέβαλλε κανένας για το που θα τους οδηγούσε η επόμενη μέρα της νίκης κατά των Τούρκων, των Γερμανών ή της χούντας.

Ο ΔΣΕ επίσης, έδρασε σε μια εποχή που η αποτυχία τού λενινιστικού μοντέλου για το σοσιαλισμό δεν είχε ακόμη γίνει σαφής και οι δικτατορίες των κομμουνιστικών κομμάτων δεν είχαν ακόμη καταρρεύσει. Είχε να επικαλείται μια στρατηγική, για πολλούς πειστική στην ιστορική στιγμή που συνέβη. Επιπροσθέτως, σε ένα μεγάλο βαθμό, εξαναγκάστηκε από ένοπλη βία να αντιτάξει λαϊκή αντιβία.

Εσείς δεν είχατε ως αντίπαλο δέος την ένοπλη βία για να νομιμοποιείτε την ένοπλη δράση σας ως αντιβία. Τα εγκλήματα που επικαλείστε, η αστική δημοκρατία έχει νόμους, θεσμούς, ή περιθώρια να δημιουργεί θεσμούς, που μπορούν να τα αντιμετωπίσουν. Δικάζει πρώτα απ’ όλα, και τους ένοχους δεν τους εκτελεί, όπως δεν εκτέλεσε κι εσάς. Αυτή την ειδοποιό διαφορά, αποδείχτηκε ότι την ξέρει καλά ο λαός. Δεν ήταν δυνατόν να ξεγελαστεί και σας καταλόγισε ότι βαφτίσατε το κρέας, ψάρι, για να είσαστε αναμάρτητοι. Γι’ αυτό, ούτε σας συγχώρησε, ούτε σας παρακολούθησε.

Έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για να αποτυπώσουν το αδιέξοδο του μαρξισμού – λενινισμού και πλέον πρόκειται για πολιτικό αναλφαβητισμό να το σκαλίζουμε, όμως εκεί βρίσκεται το κέντρο του κύκλου που διαγράψατε.

Σε μιάμιση σελίδα, καταγγέλλεις το γραφειοκρατικό «σοσιαλισμό» και λες πέντε σκόρπιες ιδέες, γνωστές και παλιές, με τις οποίες επιχειρείς να περιγράψεις τον δικό σας σοσιαλισμό, της δικαιοσύνης και της ευημερίας. Και τι λες; Απλώς επαναλαμβάνεις τις ίδιες ιδέες που είχε και ο Λένιν, για εργατικά συμβούλια και συνεταιρισμούς, τις οποίες κατέστειλε ο ίδιος, στέλνοντας τον Τρότσκυ (ο οποίος διαφωνούσε και μειοψήφησε) στην Κροστάνδη, να αφανίσει την τελευταία ελπίδα για ανεξάρτητα σοβιέτ.

Πως σας πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε κάποιος να εμπιστευτεί ένα ανύπαρκτο σχέδιο και να δώσει λευκή επιταγή για το μέλλον του, στο Δημήτρη και στο Σάββα, επειδή πυροβολούν άμαχους κακούς; Τι μπορεί να τους καθησυχάσει ότι δεν θα είσαστε αύριο πιο κακοί από τα θύματά σας; Τι θα μπορούσε να αντιτάξει ο λαός στα όπλα σας αν γινόσασταν εσείς εξουσία και ιδρύατε την διαφαινόμενη δικτατορία του «προλεταριάτου»; Την υπενθύμιση των καλών σας προθέσεων;

Το φαινόμενο να ξεπέφτουν οι ιδέες υπέρ του ανθρώπου, σε απάνθρωπες εξουσίες, δεν είναι τωρινό. Είναι περίπου αιώνιο. Οι θεσμοί που προϋπέθεταν «καλή προαίρεση» προκειμένου να λειτουργήσουν, στη πορεία τους κατέληξαν βίαια αντιλαϊκοί. Δυστυχώς για την ανθρωπότητα, οι καλές προθέσεις που δεν κατοχυρώνονται με ισχυρούς θεσμούς ελεύθερης λαϊκής συμμετοχής στον έλεγχο της εξουσίας, οδηγούν ευθύγραμμα στην κόλαση κάποιας δικτατορίας.

Μπορούμε να σχεδιάσουμε πολιτικά πολλά και διάφορα, αλλά δεν μπορούμε προφανώς να σχεδιάσουμε και τη φύση του ανθρώπου. Μοναδική μας επιλογή είναι να εμποδίσουμε την κακή του πλευρά ή να την περιορίσουμε. Ο καπιταλισμός κατηγορείται ορθώς για την άδικη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά αυτό δεν είναι εφεύρεση των κακών καπιταλιστών, είναι εν δυνάμει ροπή όλων μας.

Το ζητούμενο της σοσιαλιστικής θεωρίας, είναι το πέρασμα των μέσων παραγωγής, από τους ιδιώτες, στους εργαζόμενους. Το οποίο συνεπάγεται μορφές συνεργασίας. Όμως το κολχόζ, η κολεκτίβα και γενικά ο όποιος συνεταιρισμός, δεν επιβάλλονται με νόμους. Ο νόμος είναι εξ’ ορισμού αναγκαστικός και η συνεργασία εξ’ ορισμού προαιρετική. Άρα οι συνεργασίες μπορούν μόνο να διευκολύνονται από θεσμούς προαιρετικής συμμετοχής. Όπερ και ο σοσιαλισμός γίνεται τόσο προαιρετικός, όσο και η επιστροφή στο καπιταλισμό.

Αυτό βρήκαν μπροστά τους οι θεωρητικοί και οι πολιτικοί του σοσιαλισμού.

Η λύση που έδωσαν για την ανεπίστρεπτη ανατροπή του καπιταλισμού είναι πασίγνωστη. Κατέληξαν σε ένα ιστορικό σόφισμα και αντέστρεψαν τη θεωρία περί κράτους που το θέλει όργανο εκείνων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Δόμησαν με τη βία των όπλων το ισχυρό κράτος το οποίο απαλλοτρίωσε τα μέσα παραγωγής και στη συνέχεια τα νοίκιασε ως αφεντικό στους εργαζόμενους. Αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι η πλέον βίαιη μορφή του καπιταλισμού. Οι εργάτες, απώλεσαν ή δεν απέχτησαν ποτέ, ούτε τα όποια προνόμια και δικαιώματα των συναδέλφων τους, στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Πίσω και δίπλα από τη λενινιστική πατέντα, μπορούμε να δούμε και τις άλλες δύο απόπειρες να διατυπωθεί αξιόπιστη απάντηση στο ίδιο επίμονο ερώτημα, της συνεργασίας των εργαζόμενων στην κατοχή των μέσων παραγωγής.

Τα αδιαμόρφωτα ρεύματα, ουτοπικού και επιστημονικού σοσιαλισμού, μαζί με τον αναρχισμό, συναντήθηκαν στην Κομούνα των Παρισίων το 1871. Η κομούνα ηττήθηκε βέβαια μετά από 72 ημέρες αλλά πρόλαβε να δώσει ένα δείγμα απάντησης στο φλέγον ερώτημα.

Ο Μπλανκί, ο εκλεγμένος ηγέτης της, ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλαδή της δικής του προκειμένου να βάλει σε τάξη την «απειθαρχία» του προλεταριάτου. Επί της ουσίας, εισήγαγε την αντίφαση που ματαίωσε και συκοφάντησε τα ιδεώδη του σοσιαλισμού. Την δάνεισε ακουσίως και στον Μάρξ, για να την περιλάβει κι αυτός αργότερα στον επιστημονικό σοσιαλισμό με την γνωστή εξέλιξη.

Ο αναρχισμός, τέλος, αντιλήφθηκε ορθά το αδιέξοδο της «υποχρεωτικής» ελευθερίας και δοκίμασε να καταστρώσει ως αντίδοτο το φεντεραλιστικό σχέδιό του. Δεν έχουμε λόγο να κρύψουμε την συμπάθειά μας στο ιδεώδες της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται από τη βάση, αλλά στην πράξη αποδείχτηκε χαοτική και ανεφάρμοστη. Δεν επικράτησε ποτέ και πουθενά. Στην μοναδική σοβαρή απόπειρα που έγινε στο ισπανικό εμφύλιο, ανάγκασε τον Ντουρούτι να παραδεχτεί ότι είναι απαραίτητη η οργανωμένη αρχή.

Η παρατήρηση του Μπακούνιν στον Μαρξ ότι «και ο πιο ένθερμος επαναστάτης, αν πάρει την εξουσία στα χέρια του, θα γίνει χειρότερος από το Τσάρο και θα καταλήξει σε δεσποτισμό, στο όνομα του σοσιαλισμού», επαληθεύτηκε, αλλά και ο φεντεραλισμός απέτυχε. Λίγοι πλέον θυμούνται τις θεωρίες του Μπακούνιν και του Κροπότκιν και στις μέρες μας ο αναρχισμός έχει ταυτιστεί με τους λαρυγγισμούς τού αμφιλεγόμενου Νετσάγιεφ για συμμαχίες με τους λούμπεν και για σφαγές των ταξικών εχθρών.

Εκείνο όμως που παραμένει αληθινά επίκαιρο και ζωντανό, είναι ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε πόσο ένθερμος επαναστάτης είναι ο οποιοσδήποτε, αλλά το που μας οδηγεί και πόσο πληρώνουμε την εμμονή του σε ένα διαπιστωμένο αδιέξοδο.

Δικαιούμαστε νομίζω να σε ρωτήσουμε Δημήτρη Κουφοντίνα, αν όντως πιστεύεις ότι κατέχεις τη λύση για ότι παραμένει άλυτο στην παγκόσμια διανόηση της αριστεράς. Θα συμφωνείς φαντάζομαι, ότι η Κίνα επέστρεψε επίσημα στον καπιταλισμό ενώ η Κούβα και η Κορέα λιμοκτονούν και στερούνται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Χωρίς θεώρημα σοσιαλιστικής πολιτείας, τι μένει από την ιστορία σας και τη δράση σας; Το αίμα για την ουτοπία, στην καλύτερη περίπτωση. Σου μοιάζει άραγε να πρόσφερε κάτι στη μοίρα του λαού;

Ας πάμε όμως και στο ορθόδοξο στερεότυπο που επαναλαμβάνεις, κατά του ρεφορμισμού και της αριστεράς που προσβλέπει σε ένα δημοκρατικό καπιταλισμό.

Πρώτα απ όλα, για τις περισσότερες επιθέσεις σας, οι εξηγήσεις που δίνεις, αφορούν στη δομή και την σύνθεση της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Την αποκαλείς μεταπρατική, κρατικοδίαιτη με θαλασσοδάνεια, λούμπεν μεγαλοαστική τάξη, (λματ) και επισημαίνεις ότι «ο ελληνικός καπιταλισμός απέτυχε να αναπτύξει αυτοδύναμα, ισόρροπα και σχετικά αυτόνομα τη χώρα». Για την οικονομία του άρθρου δεν θα επεκταθούμε, αλλά συμφωνούμε ότι κατά κύριο λόγο, η ανάλυση είναι σωστή.

Επειδή ολόκληρος ο δικός σας πόλεμος βασίστηκε σ’ αυτή την πραγματικότητα, ακόμη κι ο πιο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ιστορίας σας, δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί το αυτονόητο:

  • Αν στη θέση του καπιταλισμού μπανανίας, είχαμε ένα καπιταλισμό που θα τον οδηγούσε μια παραγωγική εθνική αστική τάξη, το δικό σας αντάρτικο θα ήταν περιττό;
  • Έμμεσα αλλά με σαφήνεια, δεν προκρίνετε έναν Σκανδιναβικό ή Γερμανικό καπιταλισμό;
  • Το αίτημά σας και η κριτική σας, δεν είναι ρεφορμιστική; (μεταρρυθμιστική)

Πως γίνεται, να επικρίνεις όσους αναθεώρησαν τις λενινιστικές αδιέξοδες θεωρίες (ρεβιζιονιστές) και κατέληξαν να επιδιώκουν εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα διορθώσουν όσο το δυνατόν υπέρ των εργαζόμενων, τον παρασιτικό καπιταλισμό; Αυτόν επικαλείσαι ως αιτία της ένοπλης δράσης σας. Αυτόν προσπαθούν να αποκαταστήσουν και οι ρεφορμιστές, ασφαλώς ειρηνικά και αναίμακτα.

Να το πάμε και λίγο πιο κοντά σας; Εκείνοι οι σύντροφοί σας, που αποχώρησαν ή που τους αποχωρήσατε και δεν παραλείψατε να τους θεωρήσετε δειλούς, φοβισμένους, ρεβιζιονιστές και ρεφορμιστές, είσαι σίγουρος ότι δεν είδαν την αλήθεια και την πραγματικότητα που δεν μπορέσατε να δείτε εσείς, ο σκληρός και απροσκύνητος πυρήνας; Μήπως πολλοί απ’ αυτούς, πρόσφεραν και προσφέρουν ακόμη και σήμερα πολύ περισσότερα χωρίς νεκρούς και καταστροφές;

Κι αν φτάσουμε στους Τουπαμάρος που επιμένεις να τους έχεις ως πρότυπο, τι συμπεράσματα θα βγάλουμε;

Να σου υπενθυμίσω πρώτα (το ξέρεις άλλωστε καλά) ότι ο Σεντίκ ξεκίνησε με προθέσεις ειρηνικές κινηματικές και εξαναγκάστηκε να στραφεί στο αντάρτικο. Το κίνημα ήταν κυρίως εξαθλιωμένων αγροτών που μέσα στην μεγάλη κρίση τής Ουρουγουάης τη δεκαετία του 1960 απαιτούσαν παραχώρηση γης για την επιβίωσή τους. Οχυρό του ΜLN υπήρξαν οι παραγγουπόλεις.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μοιάζουν με τη δική μας πραγματικότητα. Κι επί πλέον, οι επιχειρήσεις τους, δεν κράτησαν πάνω από πέντε χρόνια αν εξαιρέσουμε την περίοδο της «αθωότητας» (1962 -1968) όπου μόνο «απαλλοτρίωναν» τράπεζες καζίνο κλπ. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι η βία και τα βασανιστήρια της κυβέρνησης Αρέκο και πρίν ακόμη τη χούντα του 73, δικαιολογούσε τη δράση των Τουπαμάρος ως αντιβία.

Και ποια ήταν αλήθεια η κατάληξη;

Ποιος είναι πρόεδρος της Ουρουγουάης από το 2010;

Ο Μουχίκα. Πρώην αντάρτης με 14 χρόνια φυλακής. Το κόμμα που ίδρυσε μαζί με άλλα μέλη των Τουπαμάρος μετά την αποφυλάκισή του, εντάχθηκε στο ρεφορμιστικό «Διευρυμένο Μέτωπο». Είδε το μάταιο της βίας και την έλλειψη εναλλακτικής στρατηγικής ή είναι ένας προσκυνημένος ρεφορμιστής κι αυτός; Ωφελεί το λαό του με τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρεί και έχει συνδράμει, ή τον βλάπτει;

Η δική μας αγωνία και το δικό μας κίνητρο, Δημήτρη Κουφοντίνα, δεν περιλαμβάνει κανένα μυστήριο. Πιστεύουμε ότι το αντάρτικο πόλεων το οποίο δεν είναι πόλεμος, εκτός που αφαιρεί ζωές πισώπλατα, δυσκολεύει και εμποδίζει τον δρόμο των διεκδικήσεων, των ρήξεων και των συναινέσεων κατά περίπτωση, και τελικά εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη θέση των εργαζόμενων.

Οι μιμητές σου, στους οποίους απευθυνόμαστε όσο και σε σένα, μοιάζει να μην έμαθαν τίποτα από την ως τώρα ιστορία τού παγκόσμιου και του ελληνικού αντάρτικου πόλεων. Ήδη έχουν αρχίσει πάλι να σκάνε μπόμπες. Και θα είναι οδυνηρό όσο και μάταιο να συνεχίσουν.

Στο βιβλίο σου είσαι αντιφατικός.

Άλλοτε σκεπτικιστής και άλλοτε αμετανόητος. Όχι για τα ιδανικά που περιγράφεις. Αυτά είναι λόγια και δεν διαφέρουν από τα ιδανικά της αριστεράς, όσο κι αν βαυκαλίζεσαι ότι εσύ υπερέχεις στην ορθόδοξη πίστη για έναν καλύτερο κόσμο. Είσαι αντιφατικός στα περί βίας, επειδή άλλοτε την αβαντάρεις κι άλλοτε ψάχνεσαι να την αποκηρύξεις.

Να αναφέρω μερικές από τις αντιφάσεις σου;

  • «Κοιτάζω όλες τις επαναστάσεις. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω την αρχή ότι η επανάσταση περνάει μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Δυστυχώς η ιστορία δεν έχει ανακαλύψει άλλους δρόμους για τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές»
  • «Ατενίζω σήμερα τον κύκλο του αντάρτικου πόλεων. Τον βλέπω ως μια ρομαντική προσπάθεια, μία από τις ουτοπίες που θεριεύουν τα όνειρα»
  • «Αγναντεύω όμως και σκέφτομαι τις καινούργιες απαντήσεις στο παμπάλαιο αίτημα της ιστορίας»
    «Όπλο της κριτικής και κριτική των όπλων»

Δεν έχεις διαλέξει, είναι φανερό. Δεν σε έχει οδηγήσει σε κανένα στέρεο συμπέρασμα, ούτε το μπάχαλο που επικράτησε μεταξύ σας, στη διάρκεια των συλλήψεων. Έχεις επίγνωση της ηθικής κατάπτωσης της οργάνωσης και το ομολογείς. «Η μεγάλη πληγή για μας ήταν οι ομολογίες, τα αλληλοκαρφώματα. Και η σιωπή. Καμιά υπεράσπιση της οργάνωσης, του αγώνα.» Κι αυτός ήταν ο πιο σοβαρός λόγος που παραδόθηκες. Αλλά δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις το προφανές. Οι όσο κι εσύ γενναίοι σύντροφοί σου δεν είχαν ηθικό σθένος και ουσιαστικά επιχειρήματα να υπερασπιστούν τον αγώνα τους. Εκ των πραγμάτων, η συνείδηση τους τον είχε ακυρώσει. Προς τι πια η «κριτική των όπλων;»

Νομίζω όμως ότι ήρθε ή ώρα να διαβάσουμε κι αλλιώς την ιστορία σας. Θα μας βοηθήσει πολύ η κρίση σου για εκείνους που διάλεξαν να καίνε το Μινιόν, το Κατράντζος, και τα διάφορα πολυκαταστήματα και θα αναζητήσω στα δικά σου λόγια την αιτία της αμετανόητης βίας. Εκτός που υποστηρίζεις ότι σας συκοφαντούν με τέτοιες ενέργειες αφού στρέφονται ευθέως και κατά των εργαζόμενων, καταλήγεις να το εξηγήσεις ως «εξεγερτικότητα μιάς νεολαίας δίχως μέλλον που δεν ενδιαφερόταν για την απήχηση των ενεργειών της στην κοινωνία αλλά την περιφρονούσε και στρεφόταν εναντίον της. Απαντούσε με καταστροφή στην καταστροφή της ζωής της».

Αυτή η παραδοχή για τους τότε συντρόφους, νομίζεις ότι απέχει πολύ ως εξήγηση για την δική σας επιμονή και όσων άλλων επιμένουν ακόμη;

Τελικά, τι; Σκοτώνουμε για να παρακινήσουμε την κοινωνία σε επανάσταση ή σκοτώνουμε για να εκδικηθούμε την κοινωνία επειδή την θεωρούμε ένοχη γι’ αυτό που είμαστε;
Πόσο δύσκολο είναι να γλιστρήσει κανένας από την μια κατάσταση στην άλλη; Πόσο εύκολο επίσης να παρηγορεί τη διάθεση για εκδίκηση με μνήμες από επαναστάσεις; Είσαι σίγουρος ότι στο δρόμο, κρυμμένος και απομονωμένος, δεν κατέληξες να μισείς κι εσύ την κοινωνία για την καραντίνα που επέλεξες;

Ο συντάκτης του προλόγου λέει: «Οι κοινωνικοί αγώνες δεν είναι ούτε νόμιμοι ούτε παράνομοι, είναι δίκαιοι». Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε για το ποιος αγώνας είναι κοινωνικός και ποιος αντικοινωνικός. Στο όνομα τού λαού και της κοινωνίας έχουν γίνει όλα τα μεγάλα εγκλήματα στο κόσμο. Κανένας και ποτέ δεν είπε ότι σκοτώνει για να απολαύσει το μίσος του.

Για ποια κοινωνία νοιάζονται όσοι χορταίνουν προσωπικά με το παιχνίδι που λέγεται κλέφτες κι αστυνόμοι, το οποίο δεν οδηγεί πουθενά;

Είναι η εκδίκηση κοινωνικός αγώνας;

Επειδή την λες λαϊκή εκδίκηση, σε απαλλάσσει από την κατηγορία να είναι προσωπική σου ανάγκη; Η πείρα συνεργασίας που έχεις εσύ, από τους συναγωνιστές και συντρόφους σου, διδάσκει κάτι; Η δική σας απόπειρα να ενωθείτε στα Κουπόνια, και οι όσες άλλες απόπειρες κάνατε, ήταν άκαρπες και μάταιες. Δεν μπορέσατε να συνεννοηθείτε μερικές δεκάδες ομοϊδεάτες κι απ’ αυτό έβγαλες το συμπέρασμα πως είναι εφικτό να ενώσεις μια κοινωνία κάτω από τα όπλα σου; Δεν έχει ειρμό και λογική όλο αυτό και υποθέτω ότι το καταλαβαίνεις καλά.

Εκείνο που μένει απ’ όλη την ιστορία σας, είναι ότι συνεχίσατε γιατί ήταν δική σας υπόθεση πια και όχι του λαού. Αυτό ξέρατε να κάνετε και μ’ αυτό ταΐσατε την ύπαρξή σας. Είχατε ένα ρεύμα θαυμαστών που ομοίως με σας, ως επί το πλείστον, μισεί την κοινωνία, και στο όνομά της, την τραυματίζατε κατά βούληση.

Ο λαός πλήρωνε την ματαιοδοξία σας έως και με ζωές κι εσείς βιοποριζόσασταν με «απαλλοτριώσεις», δανειζόσασταν ηθική από ασύμμετρους παλιούς ηρωισμούς και απολαμβάνατε την ιδιόρρυθμη δόξα σας.

Έχεις άραγε απαντήσεις, έχεις αντίλογο σε κάτι;

Και το κυριότερο, δεν έχεις τύψεις για τίποτα; Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να έκανες ένα ολέθριο λάθος κι ότι επιπλέον, με τον τρόπο σου, στις σελίδες του βιβλίου σου, – αν όχι ευθέως – ενθαρρύνεις κάποιους να το επαναλάβουν;

Αν μπορώ να κλείσω την επιστολή μου με μια ευχή – προσδοκία, αυτή είναι να διαβάσω ένα ακόμη βιβλίο σου. Δεν περιμένω να αρνηθείς ότι γεννήθηκες στις 17 Νοέμβρη, αλλά ότι στο μεταξύ ξανασκέφτηκες την διαφορά του αντιχουντικού αγώνα από το αντάρτικο πόλεων.
Κι επειδή πάντα υπάρχει το περιθώριο να «ξαναγεννηθούμε», θα σε παρακινούσα να ξανασκεφτείς αν η παλικαριά και η γενναιότητα έχει πρόσημο. Αν διέθεσες τον εαυτό σου σε κάτι αληθινά ωφέλιμο. Αν πρόσφερες ή αν έκανες ζημιά. Αν υπηρέτησες στην πράξη το λαό ή αν έβαλες τον εαυτό σου πιο ψηλά από το λαό και τον έβλαψες.
Η ιστορία θα καταγράψει τι πρόσφερε ο καθένας στους συνανθρώπους του και άποψή μας είναι ότι θα έχετε αρνητικό μερίδιο, ακόμη κι αν την ιστορία την γράψει ένας από σας.
Αν ωστόσο εμμένεις και διαφωνείς με ένα τέτοιο αφήγημα, τότε οι ειρηνικοί κοινωνικοί αγώνες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, σε προκαλούν να γράψεις μια θεωρία που θα λύνει την άλυτη ως τώρα σοσιαλιστική εξίσωση. Όχι φυσικά των ιδεών, αλλά της πολιτικής πράξης, της πολιτείας.

Φοβάμαι ότι αν δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε η φυλακή στην οποία θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου, θα είναι το μικρότερο κακό. Το μεγαλύτερο θα είναι ο μετεωρισμός σε αντιφάσεις που καταστρέφουν και την ελάχιστη εσωτερική ισορροπία και οδηγούν την ύπαρξη στο κενό.

Κώστας Πέτρουλας

Δημοσθένης (384-322 π.Χ.)


 

Δημοσθένης, ρωμαϊκό αντίγραφο, έργο του κατά τα άλλα άγνωστου γλύπτη Πολυεύκτου. Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg, Κοπεγχάγη, Δανία.

Δημοσθένης, ρωμαϊκό αντίγραφο, έργο του κατά τα άλλα άγνωστου γλύπτη Πολυεύκτου. Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg, Κοπεγχάγη, Δανία.

Δημοσθένης [1] πολιτικός και ρήτορας της αρχαιότητας. Ο Δημοσθένης Δημοσθένους Παιανιεύς γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα (384-322 π.Χ.) σε μια εποχή μεταβατική, με πολλά προβλή­ματα και αλλαγές, που οδήγησαν σε νέες μορφές ζωής. Ο πατέρας του ή­ταν εύπορος, ιδιοκτήτης δυο εργαστηρίων, όπου δούλευαν 70 δούλοι. Πέθανε όμως όταν ο Δημοσθένης ήταν 7 χρονών, και οι κηδεμόνες που άφησε (Άφοβος, Δημοφώντας, Θηριππίδης) κατασπατάλησαν την πε­ριουσία του, πράγμα που ανάγκασε το Δημοσθένη, όταν ενηλικιώθηκε να καταφύγει στα δικαστήρια, για να περισώσει ελάχιστα (1 τάλαντο περί­που) από τη σημαντική περιουσία, που άφησε ο πατέρας του (15 τάλα­ντα). Τα παιδικά του χρόνια λοιπόν δεν ήταν ανέμελα, και η εφηβεία του δύσκολη. Είχε όμως σιδερένια θέληση και κατόρθωσε να ξεπεράσει ακό­μα και τα φυσικά του ελαττώματα (ασθενική φύση, αδύναμη φωνή, βραδυγλωσσία).

Δάσκαλός του ήταν ο Ισαίος, από τον οποίο διδάχτηκε την αυστηρή νομική γλώσσα. Μελέτησε καλά τον Πλάτωνα και κυρίως τον Θουκυδίδη, από τον οποίο διδάχτηκε τη μέθοδο του ορθού λόγου, που τη χρησιμο­ποίησε αργότερα στην επιχειρηματολογία του και στην ερμηνεία των γε­γονότων, και γνώρισε την ιδανική εικόνα της Αθήνας του 5ου αι., που χα­ράχτηκε στην ψυχή του και σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε να την ξαναπλάσει, γιατί πίστεψε ότι η Αθήνα μπορούσε και όφειλε να γίνει ξανά, ό,τι ήταν τον περασμένο αιώνα.

Άσκησε για αρκετό καιρό το επάγγελμα του λογογράφου και σε ηλι­κία 30 ετών στράφηκε στην πολιτική (355 π.Χ.), έχοντας ήδη μεγάλη δι­κανική πείρα. Την εποχή εκείνη η άρχουσα τάξη της Αθήνας (η Αθήνα ποτέ δεν έπαψε να είναι δουλοκτητική κοινωνία) ήταν χωρισμένη στα δυο:[2]

Από το ένα μέρος το δημοκρατικό αντιμακεδονικό κόμμα. Το απο­τελούσαν έμποροι, ναυτικοί και βιοτέχνες, που είχαν συναλλαγές με τις πόλεις της Θράκης, του Ελλησπόντου και του Εύξεινου Πόντου και σκέ­φτονταν, ότι, αν τις καταλάμβανε ο Φίλιππος, θα έχαναν τις αγορές τους. Τους ακολουθούσαν μεσαία στρώματα του λαού, που δεν ήθελαν να έρθει ο Φίλιππος και να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, γιατί θα έχαναν και τα πολιτικά τους δικαιώματα και τους μισθούς (δικαστικό, εκκλησια­στικό, θεωρικά).

Ο Δημοσθένης αναδείχτηκε αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος με συνεργάτες τον Ηγήσιππο, τον Υπερείδη και το Λυκούργο. Από το άλλο μέρος το ολιγαρχικό μακεδόνικο κόμμα. Το αποτελούσαν οι ολιγαρχικοί, οι πλούσιοι και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες, που για να αντιμε­τωπίσουν τους φτωχούς και τους καταχρεωμένους αγρότες, οι οποίοι ζη­τούσαν «αναδασμό της γης» και «αποκοπή των χρεών» στράφηκαν στο Φίλιππο και επιδίωκαν με την υποστήριξή του να καταλύσουν το δημο­κρατικό πολίτευμα και να οργανώσουν με την ηγεσία του μια πανελλήνια εκστρατεία εναντίον της Περσίας. Έτσι θα εκμεταλλεύονταν τους απέ­ραντους πόρους της Ασίας και θα έστελναν εκεί τους άνεργους και πει­νασμένους ακτήμονες. Επικεφαλής του κόμματος αυτού ήταν ο Εύβουλος, ο Φιλοκράτης, ο Αισχίνης, ο Φωκίων, ο Μειδίας και ο Ισοκράτης ως θεωρητικός και ιδεολογικός εκπρόσωπος του κόμματος.

Ο Δημοσθένης σ’ όλη την πολιτική του σταδιοδρομία αγωνίστηκε με πάθος υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας, με πρότυπο την Αθήνα του περασμένου αιώνα, και εναντίον του Φίλιππου. Η κατακτητική συ­μπεριφορά του Φίλιππου στη Χαλκιδική, Θράκη, Εύβοια και στις άλλες πόλεις που κατέλαβε, δικαίωσε το Δημοσθένη. Η ιστορία όμως μετά το κατόρθωμα του Μ. Αλεξάνδρου δικαίωσε τους αντιπάλους του.

Ο Δημο­σθένης στάθηκε ο τελευταίος μεγάλος της δημοκρατίας, ένα τραγικό πρόσωπο, που αγωνίστηκε κόντρα στην εποχή του, και το μόνο που κα­τάφερε ήταν να γράψει τον επιτάφιο της αρχαίας Ελληνικής δημοκρα­τίας.

Στα γεράματά του ο Δημοσθένης κατηγορήθηκε ότι δωροδοκήθηκε με 20 τάλαντα από τον Άρπαλο, ταμία του Μ. Αλεξάνδρου, και καταδικά­στηκε σε υπερβολικό πρόστιμο (50 τάλαντα). Κλείστηκε στη φυλακή, αλ­λά δραπέτευσε και κατέφυγε στον Πόρο, όπου μετά από περιπέτειες δυο περίπου χρόνων ήπιε μέσα στο ναό του Ποσειδώνα το δηλητήριο, που έ­κρυβε για ώρα ανάγκης στον κονδυλοφόρο του, κυνηγημένος από τους ανθρώπους του Αντίπατρου, που είχε καταλάβει την Αθήνα μετά την μάχη της Κραννώνας.

Ο Δημοσθένης ως πολιτικός και ρήτορας έγινε αντικείμενο μελέτης σ’ όλες τις μεταγενέστερες εποχές. Θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας. Ο Κικέρωνας μάλιστα τον θεωρεί «κατ’ εξοχήν» ρήτορα της ελευθερίας. Ως πολιτικό τον είπαν «άγιο», «δικηγόρο» όλων όσων αντι­τίθενται στον ιμπεριαλισμό, αλλά και «πράκτορα των Περσών». Οι αντι­θέσεις πάντως που δημιουργήθηκαν γύρω από το Δημοσθένη οδήγησαν στη βαθύτερη μελέτη του έργου του.[3]

Με το όνομα του Δημοσθένη σώθηκαν 61 λόγοι, που χωρίζονται σε τρεις ομάδες:

  • Λόγοι που αφορούν δίκες ιδιωτικού δικαίου, προσωπι­κές του ή τρίτων
  • Λόγοι δικανικοί δημοσίου δικαίου με πολιτικό πε­ριεχόμενο (προς Λεπτίνην, κατ’ Ανδροτίωνος, κατά Τιμοκράτους, περί παραπρεσβείας, περί του στεφάνου κ.ά.).
  • Πολιτικές δημηγορίες για διάφορα θέματα (περί των συμμοριών, περί ειρήνης, υπέρ Μεγαλοπολιτών, οι τρεις Ολυνθιακοί, οι τέσσερις Φιλιππικοί, περί των εν Χερρονήσω κ.ά.).

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α. , Ιστορία Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 823 κ. ε.

[2] Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ιν, σελ. 81-89.

[3] Παπανικολάου Ν. Κ., Εισαγωγή στο έργο του Δημοσθένη, σελ. 78-81.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Λάππας Κώστας – Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190  αιώνα


 

Στο βιβλίο διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή.

 

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190  αιώνα

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 190 αιώνα

 

Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837, τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία, η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού κανονισμού του.

Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές: στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.

 

Λάππας Κώστας

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα

Σελίδες 743

Έκδοση: Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς

Αθήνα, 2004

ISBN 960-7138-30-9

 

Κριτική βιβλίου – Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243. 


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κριτική της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κιτσίκη με τίτλο:

Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο κ. Κιτσίκης*, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής ιστορίας των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, διατείνεται ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε όχι μόνον η πολιτιστική αλλά και η πολιτική έκφραση του ελληνισμού»· γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό ν’ αποδείξει ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία όχι μόνον δεν υπήρξε μια περίοδος “400 χρόνων σκλαβιάς” για τον ελληνισμό αλλά, αντιθέτως, ένα λαμπρότατο (!) οικοδόμημα της παγκόσμιας ιστορίας» (σ. 19).

Στην προσπάθειά του υποπίπτει σε πολλές αντιφάσεις και αλλοπρόσαλλη επιχειρηματολογία. Π.χ. τα προνόμια που ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην ορθόδοξη εκκλησία πώς έθεταν «τις βάσεις τής από κοινού ελληνοτουρκικής κυριαρχίας», τη στιγμή που επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η οθωμανική (δηλ. ένα μείγμα από αραβικά, περσικά και τουρκικά), επίσημη θρησκεία η μουσουλμανική και κυρίαρχος λαός ο τουρκικός (σσ. 39-40); Πόσο προστατευτική σημασία περιέκλειε η λ. ραγιάς (= κοπάδι) για τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας (σ. 31) οι οποίοι ήταν υπόδουλοι και ανελεύθεροι; Εάν μάλιστα ήθελαν ν’ ανέλθουν σε ανώτερα αξιώματα ή στην ανώτερη κοινωνική τάξη έπρεπε οπωσδήποτε να εξισλαμιστούν (βλ. περίπτωση Εβρενού και βυζαντινής πριγκίπισσας, σ. 55, 101). Πόσο «οικειοθελώς» γίνονταν οι εξισλαμισμοί (σ. 192), όταν αυτοί αποτελούσαν τον μόνο τρόπο για μια αξιοπρεπή ανθρώπινη επιβίωση; Πώς η αυτοκρατορία των Οσμανιδών «υπήρξε αυτοκρατορία των Ρωμηών» (σ. 65), τη στιγμή που οι Ρωμιοί είχαν χάσει την πρώτη θέση και είχαν υποταχθεί, προσπαθώντας να επιβιώσουν ως «δεύτερος λαός» (σ. 105); Ποια ισότιμη συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών δυναστών και Ελλήνων υποδούλων ήταν δυνατή; Ένα αποδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση του Μιχαήλ Καντακουζηνού από τον οθωμανό αυτοκράτορα Μουράτ Γ΄, επειδή ο Μουράτ «ανησυχούσε να βλέπει τον Μιχαήλ τόσο ισχυρό» (σ. 110). Τι περιθώρια βελτίωσης βιοτικού επιπέδου επέτρεπαν στους ραγιάδες οι οθωμανοί δυνάστες, όταν αδιάλειπτη επιδίωξή τους ήταν να παραμένει ο καθένας στην τάξη του προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική αρμονία (σ. 87); Πώς μπορούσαν να επικοινωνούν απρόσκοπτα και να συμβιώνουν αρμονικά δύο λαοί με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο του πολιτισμού; Όταν το 1280 ο Οσμάν Α΄, ένας φύλαρχος με κύριο μέλημα να εξασφαλίζει στους συντρόφους του καλά λιβάδια για βοσκή και πλούσια λάφυρα, ίδρυε τη νομαδική τουρκομάνικη ηγεμονία (σ. 66, 68), οι Έλληνες είχαν ήδη πίσω τους έναν λαμπρό πολιτισμό 28 περίπου αιώνων. Ποια ελληνοτουρκική ομοσπονδία ήταν δυνατόν να επιθυμεί ο Ατατούρκ, τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζε τους Έλληνες εξ ίσου με τους Τούρκους; Απόδειξη ότι δεν αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο της τουρκικής γλώσσας με το ελληνικό αλλά με το λατινικό, επειδή φοβόταν (όπως οι προγενέστεροί του οθωμανοί σουλτάνοι) τον κίνδυνο αφομοίωσης των Τούρκων από τους Έλληνες. Ο Ατατούρκ δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχθεί τα ελληνικά, γλώσσα «συνδεδεμένη με μια θρησκεία διαφορετική απ’ αυτή των Τούρκων» (σσ. 66-67).

 Σε «ενδιάμεσες περιοχές» (σ. 150 κ.ε.) και «ειδικές θάλασσες» (σ. 204) μπορεί κανείς ν’ αναγάγει πολλές περιοχές του πλανήτη γη. Δεν βλέπω όμως να γίνεται λόγος «για γαλλογερμανική ομοσπονδία» ή «αγγλογαλλική συνομοσπονδιακή κυβέρνηση» και «κράτος της Μάγχης», όπως ο συγγραφέας προπαγανδίζει το «κράτος του Αιγαίου». «Κράτος Αιγαίου» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία ούτε είναι δυνατόν ένα τέτοιο κατασκεύασμα να καταστεί βιώσιμο, καθώς οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούν λαούς με διαφορετική κουλτούρα, γλώσσα, θρησκεία που δεν τους επιτρέπουν να βαδίσουν έναν κοινό δρόμο. Όταν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα συμπόρευσης μεταξύ των δύο Τουρκιών (δυτικά και ανατολικά της Άγκυρας χωρίς καμιά βαθιά συγγένεια μεταξύ τους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στη σ. 200), τότε πώς είναι δυνατόν να συμβιώσουν αρμονικά σε μία συνομοσπονδία λαοί τόσο διαφορετικοί όπως οι Έλληνες και οι Τούρκοι;

Μια ακόμη παρατήρηση: η αλλοίωση πηγών με αυθαίρετο κόψιμο – ράψιμο των τμημάτων τους, δεν χαρακτηρίζει σοβαρή και αξιόπιστη ιστορική προσέγγιση. Έτσι, ο συγγραφέας θέτει ως μότο του βιβλίου ένα δικό του κατασκεύασμα αναμιγνύοντας φράσεις του Ρήγα Φεραίου, οι οποίες αν ιδωθούν απείραχτες και στο σύνολο του κειμένου τους αναδίδουν ένα διαφορετικό μήνυμα. Παραθέτω τα δύο κείμενα προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης:

Α. κείμενο Κιτσίκη (σ. 9) «Η Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε “το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς”» (Ρήγας Φεραίος, σχέδιο συντάγματος, 1797), Β. κείμενο Ρήγα (σ. 159) «Στοχαζόμενοι ότι ο τύραννος ονομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς θηλυμανείς ορέξεις του…και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του Κόσμου, όπου εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδεληράν αναρχίαν, τόσον ώστε κανένας… δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του…κηρύττεται…».

Ποια «κοινή οθωμανική πατρίδα» είχαν προδώσει οι Έλληνες σύμφωνα με την κατηγορία που τους προσήπταν οι Τούρκοι τον 19ο αι. (σ. 153), όταν αυτή η «πατρίδα» τούς φερόταν με τον στυγερό τρόπο που περιγράφει παραπάνω ο Ρήγας; Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στις φρικτές σφαγές της Χίου ή των Ποντίων; Έτσι, δεν ισχύει η ρομαντική άποψή του (σ. 182) ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούσαν δύο λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας «που είχαν επωφεληθεί το περισσότερο (!) απ’ αυτήν».

Κοντολογίς, οι δύο λαοί πρέπει σήμερα να μάθουν να συνυπάρχουν σε πνεύμα ειρήνης, αρμονίας, σεβασμού και συνεργασίας, ζώντας καθένας στον δικό του γεωγραφικό χώρο όπως αυτός έχει οροθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Όποιος πολίτης επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να εγκατασταθεί στη χώρα του άλλου (χωρίς όμως να σπέρνει ζιζάνια), ας έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Μια συνομοσπονδία – αχταρμάς θα επιφέρει επικίνδυνη νόθευση της αξιόλογης κουλτούρας των δύο λαών με σοβαρές αλλοιώσεις των πολιτισμικών τους ιδιαιτεροτήτων. Προσωπικά, θα τιμώ πάντοτε όσους πραγματικά αγωνίστηκαν το ’21 για να κερδίσουν την ελευθερία και αυτοδιάθεσή τους, δύο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Θ’ αντικρίζω με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τους ανώνυμους τυφλούς και χωλούς αγωνιστές που έχουν αποτυπώσει σε πίνακές τους οι σπουδαίοι ζωγράφοι Θεόδωρος Βρυζάκης (Oανάπηρος του αγώνα, 1850) και Διονύσιος Τσόκος (Μικρός οδηγεί τυφλό αγωνιστή, 1849), επειδή αυτοί οι αγωνιστές προτίμησαν να σακατευθούν για να ζήσουν ελεύθεροι το υπόλοιπο της ζωής τους και να εξασφαλίσουν την ελευθερία στις επόμενες γενιές των Ελλήνων (βλ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου).

 

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Ν. Κιτσίκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, γιος του πρύτανη του Πολυτεχνείου και πολιτικού της αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη (Ναύπλιο, 14 Αυγούστου 1887, Αθήνα, 26 Ιουλίου 1978) και της ελασίτισας και ελληνίδας φεμινίστριας Μπεάτας Κιτσίκη, το γένος Πετυχάκη.

Εγκατέλειψε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το 1947, καταφεύγοντας στη Γαλλία, όπου σπούδασε σε γαλλικό γυμνάσιο, λύκειο και στη Σορβόννη. Εκεί υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, το 1962, με τίτλο «Προπαγάνδα και πιέσεις στη διεθνή πολιτική» (στα … διαβάστε περισσότερα γαλλικά, εκδόσεις PUF). Από το 1960 έως το 1970 εργάστηκε ως εντεταλμένος ερευνών σε ανώτατα επιστημονικά κέντρα (Institut des Hautes Etudes Internationales, Γενεύη, CERI/FNSP και CNRS, Παρίσι), και αναδείχθηκε από τους γνωστότερους τουρκολόγους.

Ασπαζόμενος τον μαοϊσμό, μετά από επανειλημμένα ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ήδη από το 1958, έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία και, εξαιτίας της, εξεδιώχθη από το γαλλικό πανεπιστήμιο. Κατέφυγε στον Καναδά, όπου το 1970 εξελέγη τακτικός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα και το 1974 εισήγαγε τις κινεζικές σπουδές. Το 1999 εξελέγη τακτικό μέλος της Καναδικής Ακαδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρξε εντεταλμένος ερευνών στο ΕΚΚΕ. Στην Τουρκία υπήρξε εντεταλμένος καθηγητής στα πανεπιστήμια Μπογάζιτσι (Κωνσταντινούπολη) και Μπιλκέντ (Άγκυρα). Διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου Τουργκούτ Οζάλ και υπήρξε στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Είναι κάτοχος τριών υπηκοοτήτων (ελληνικής, γαλλικής, καναδικής), κάτι που ικανοποιεί τον πανελληνισμό του: θεωρεί ότι ο Έλληνας είναι και πρέπει να είναι πλανητικός. Εκτός από τα βιβλία, διαδίδει τις ιδέες του και μέσω του περιοδικού γεωπολιτικής «Ενιάμεση Περιοχή».

Πηγή: Βιβλιονέτ: Υπηρεσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.