Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οιδίπους Τύραννος – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012  


 

 

Μετά την πετυχημένη πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, η κλασική τραγωδία του Σοφοκλή, σε μια ανάγνωση του γνωστού λιθουανού σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις, «Οιδίπους Τύραννος» συνεχίζει την περιοδεία της στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους, στις 2 Αυγούστου 2012.

Ο Οιδίποδας, το παιδί της Τύχης.

Ο Οιδίποδας, ως το αρχετυπικό πρόσωπο που προκαλεί τη μοίρα του.

 

Οιδίπους Τύραννος

 

Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή (430-425 π.Χ.), σε σκηνοθεσία και διασκευή Τσέζαρις Γκραουζίνις, είναι μια αρσενική τελετουργία που ψάχνει πως είναι να χάνει κανείς, παραμένοντας «νικητης», πως «κερδίζει» ενώ τα αρνείται όλα. Οι ηθοποιοί, χρησιμοποιώντας τα ουσιώδη εργαλεία του θεάτρου, όχι μόνο παρουσιάζουν την ιστορία του Οιδίποδα, αλλά εκθέτουν στα μάτια του κοινού και την ίδια τη διαδικασία της θεατρικής δημιουργίας της.

Μετάφραση:Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Θεοχάρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρω Παπαδοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι.

Μια συμπαραγωγή της εταιρίας αρτivities, του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και του φεστιβάλ Επιδαύρου.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863)


 

  

Εμμανουήλ Αντωνιάδης

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης [1] – αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος, μαχητής της ελευθεροτυπίας, τυπογράφος και πολιτικός -γεννήθηκε στη Χαλέπα της Κρήτης το 1791 και πέθανε στην Αθήνα τον Αύγουστο του  1863. Το 1814 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μέλος εκ των πρώτων της Φιλικής Εταιρείας «κατελίμπανε συνεχώς τας υποθέσεις αυτού, ίνα απελλών συσκεφθή μετ΄ άλλων εταίρων τα περί του μεγάλου αγώνος» [2].

Καταδιωχθείς υπό των τουρκικών αρχών λίγο προ της καθόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, μπόρεσε να  δραπετεύσει στην Οδησσό και από εκεί μέσω Βιέννης και Τεργέστης ήλθε  στην Ελλάδα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτ. 1821). Στη συνεχεία μετέβη στην επαναστατημένη Κρήτη, όπου υπηρέτησε ως Γραμματεύς του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και ακολούθως υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη.

Διετέλεσε Πληρεξούσιος Κρήτης στις εθνικές συνελεύσεις και μετείχε στην επιτυχή εναντίον του Ιμπραήμ άμυνα στους Μύλους του Ναυπλίου και  στην εκστρατεία της Γραμβούσας υπό τον Δημήτριο Καλλέργη.

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος εξέ­δωσε δύο εφημερίδες την Ηώ (Ναύπλιο, 1830- 1831) και την Αθηνάν (1832-1863) και το περιοδικό Ηώς (1836-1837) σε συνεργασία με τον Ιωάννη Νικολαΐδη, από την Λειβαδιά. Ακόμη, είχε τη διεύθυνση της έκδοσης του περιο­δικού Ερανιστής (1840, 1842-1843), το οποίο εκδιδόταν από τους Φίλιππο Ιωάννου, Γ. Βέλλιο, Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, Περ. Αργυρόπουλο κ.ά.

Για το τυπογραφείο του Εμμανουήλ Αντωνιάδη πρέπει να σημειωθεί ή παρουσία του σ’ αυτό, ως συνεργάτη, του Κ. Δημίδη (1830-1833) και ή επιτόπου κατασκευή – χύτευση στοιχείων από τον ίδιο τον Αντωνιάδη, πού προξενούσε ζωηρή εντύπωση στους κατοίκους του Ναυπλίου. Το τυπογραφείο Αντωνιάδη τύπωσε δέκα περίπου βιβλία ιστορικά, σχολικά και λογοτεχνικά.  Τα περισσότερα από τα τυπογραφεία του Ναυπλίου θα μεταφερθούν από το 1834 στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα.

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις ιδέες του Κοραή τον οποίο θαύμαζε. Χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στην εφη­μερίδα του τον σατιρικό διάλογο ή τον αλληγορικό μύθο, για να ασκή­σει κριτική ή να νουθετήσει. Είχε απόλυτη πίστη στην αποστολή και τη δύναμη του τύπου. Έμμονή του ιδέα ήταν η οργάνωση της εκπαίδευσης και η διάδοση της παιδείας σε όλες τας τάξεις του λαού. Ενδιαφερόταν επίσης για την καλλιέργεια της γης.

Ο φιλελευθερισμός του έφερε τον Αντωνιάδη στην αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια μερίδα. Η κριτική του όμως από το βήμα της Ηούς ήταν μετριοπαθής και με απόλυτο σεβασμό στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Η αντιπολιτευτική στάση του, του στοίχισε, μετά την δημοσίευση του υπ’ άρ. 7-8 φύλλου της Ηούς, στο ο­ποίο χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα για την μη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης, την στάση των Γραμματέων της Κυβέρνησης και την πολιτεία της δικαστικής εξουσίας, την καταδίκη του από το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδας «ως  στασιαστού και ανατροπέως των καθεστώτων». Μετά την αθώωσή του από το Έκκλητο δικαστήριο Τριπολιτσάς, ο Αντωνιάδης κατάφυγε στα Μέγαρα, όπου άρχισε την έκδοση νέας εφημερί­δος της Αθηνάς, αντιπολιτευόμενος τον Αυγουστίνο  Καποδίστρια και εν συνε­χεία την Αντιβασιλεία.

Ο Ν. Δραγούμης υπογραμμίζει τα εξής [3], αναφερόμενος στις φιλελεύθερες αρχές και την ανεξαρτησία του χαρακτήρα του Αντωνιάδη: …εγκολπωθείς  από του 1831 πολιτικάς  τινας  αρχάς, ενέμεινεν αυταίς μέχρι τέλους διό και ευκόλως  θα επορίζετο ο αναγνώστης  το συμπέρασμα ότι και  το αίμα του  θα έχεεν, ίνα σώση τας συνταγματικάς ελευθερίας. Θέλων δε να τηρήση ακεραίαν, ως έλεγε, την ανεξαρτησίαν του χαρακτήρος αυτού, ου­δέποτε συνήνεσε να δεχθή έμμισθον θέσιν. Και ότε επί βασιλείας Όθωνος προσηνέχθη αυτώ κατά πρώτον μεν αξίωμα συμβούλου επικρατείας, είτα δε, τω 1844, γερουσιαστού, απέβαλε και τούτο και εκείνο… Εν τούτοις, αρνήθηκε να λάβει μέρος στην συνωμοσία η οποία κατέληξε στην επανάσταση της τρίτης Σεπτεμβρίου 1843 για την διεκδίκηση συντάγματος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βιογραφία τούτου βλ. εις Σ. Αντωνιάδη, Εμμανουήλ Αντωνιάδης.

[2] Βλ. Νεκρολογία Εμμ. Αντωνιάδου υπό Ν. Δραγούμη ειςΣ. Αντωνιάδη, Εμμ. Αντωνιάδης.

[3] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί Αναμνήσεις (Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, έκδ. Ερμής), τ. Α’, Αθήναι 1973, σ. 239.

 

Πηγή


 

  • Ελένη Δ. Μπελιά δ.Φ., «Η ¨Ηώς¨ και η ¨Αθηνά ¨ του Ναυπλίου», Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 

Σχετικά θέματα:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Το Μεγάλο μας Τσίρκο στο Αρχαίο Θέατρο Άργους – Φεστιβάλ Άργους 2012


 

 

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Ακροπόλ, παρουσιάζει την παραγωγή «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μουσική & διεύθυνση ορχήστρας επί σκηνής Σταύρου Ξαρχάκου και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.

Η παράσταση θα παρουσιαστεί στο Άργος, στο Αρχαίο Θέατρο, την Κυριακή 22 Ιουλίου, στις 21.15.

 

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο»

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο», το εμβληματικό αυτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, αποτελεί σταθμό όχι μόνο για το νεοελληνικό θέατρο, αλλά και για τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ελληνική ιστορία. Μέσα από τραγούδια και σατιρικά και δραματικά επεισόδια, το έργο διατρέχει όλες τις σημαντικές στιγμές της ελληνική ιστορίας: η Τουρκοκρατία, η επανάσταση του 1821, η βασιλεία του Όθωνα, η Μικρασιατική καταστροφή, ο πόλεμος του 1940 είναι ορισμένοι μόνο από τους βασικούς σταθμούς της πορείας που περιγράφονται σ’ αυτό το έργο-ντοκουμέντο, που παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο και επίκαιρο στις μέρες μας όσο ποτέ.

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» ανέβηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1973 στο θέατρο Αθήναιον. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε τη μουσική της παράστασης και ο Ευγένιος Σπαθάρης επιμελήθηκε τα σκηνικά. Πρωταγωνιστές της παράστασης η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Καζάκος, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Χρήστος Καλαβρούζος και ο Τίμος Περλέγκας. Ερμηνευτής των τραγουδιών ο Νίκος Ξυλούρης. Η μαζική προσέλευση και η μεγάλη ανταπόκριση του κοινού στο πρώτο ανέβασμα του έργου ενόχλησε το δικτατορικό καθεστώς, που επέβαλε τη διακοπή των παραστάσεων. Μετά την πτώση της δικτατορίας η παράσταση ανέβηκε εκ νέου στο Θέατρο Ακροπόλ.

Τριανταεννέα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση το έργο ανεβαίνει ξανά από το ΚΘΒΕ, σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Ακροπόλ, με τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον κορυφαίο συνθέτη που οι μουσικές του χαρακτήρισαν εκείνη τη πρώτη παράσταση του ΄73, να είναι ο ίδιος παρών στη σκηνή διευθύνοντας την 9μελή του ορχήστρα ενώ το κοινό θα παρακολουθεί τους τωρινούς πρωταγωνιστές: τους Γιώργο Αρμένη, Τάσο Νούσια, Μαρίνα Ασλάνογλου και τον Ζαχαρία Καρούνη στο τραγούδι.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Σκηνικά-κοστούμια: Έρση Δρίνη
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίνα Χατζηιωάννου
Βοηθοί σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Αναστασία Χαρμούση, Εβελίνα Κοτρίδου
Οργάνωση παραγωγής (ΚΘΒΕ): Ροδή Στεφανίδου
Οργάνωση παραγωγής (ΘΕΑΤΡΟ ΑΚΡΟΠΌΛ): Τόνια Αρβανίτη

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):


Μαρίνα Ασλάνογλου (Ρωμιάκι, Πυθία), Τάσος Νούσιας (Ρωμιός, Καπετάνιος, Κλέφτης), Κική Μπάκα (Πιερότος, Κολλητήρι), Δημήτρης Μορφακίδης (Α´ Μακεδόνας, Γραμματέας, Νεόκλητος, Τρελός, Βοηθός πωλητή), Γιάννης Καραμφίλης (Β´ Μακεδόνας, Όθωνας, Καπετάνιος, Αριστοκράτης, Χωρικός, Σταύρακας), Αλέξανδρος Τσακίρης (Ιερέας, Άγγλος Πρέσβης, Αυλικός, Χωρικός, Χατζηαβάτης, Ζωγράφος), Χρήστος Νίνης (Αρχιερέας, Ρώσος Πρέσβης, Καπετάνιος, Χωρικός, Βεληγκέκας), Γιώργος Αρμένης (Ζητιάνος, Κολοκοτρώνης, Καραγκιόζης, Βενιζέλος), Μιχάλης Γούναρης (Μοναχός, Α´ Καπετάνιος, Χωρικός, Μπαρμπα-Γιώργος, Πλανόδιος Πωλητής), Νίκος Καπέλιος (Μοναχός, Γάλλος Πρέσβης, Αυλικός, Ανδρίκος, Απεσταλμένος, Ράφτης), Γιάννης Χαρίσης (Μοναχός, Αυστριακός Πρέσβης, Αυλικός, Λέων, Απεσταλμένος), Νίκος Μαγδαληνός (Μοναχός, Βαυαρός, Πρόεδρος, Ασημάκης), Marlene Kaminsky (Ιέρεια, Αριστοκράτισσα, Ερατώ, Χωρική), Χρύσα Ζαφειριάδου (Ιέρεια, Αριστοκράτισσα, Αριάδνη, Χωρική, Μοδίστρα, Γυναίκα Ερυθρού Σταυρού), Ευανθία Σωφρονίδου (Αριστοκράτισσα, Χωρική, Παιδί, Νιόνιος), Aμαλία-Ελευθερία Ταταρέα (Αριστοκράτισσα, Χωρική, Μορφονιός), Λίλιαν Παλάντζα (Χωρική, Αριστοκράτισσα, Αγλαΐα, Γυναίκα Ερυθρού Σταυρού), Πολυξένη Σπυροπούλου (Μοναχός, Χωρική, Αριστοκράτισσα, Φρόσω), Στέλλα Ράπτη (Μοναχός, Χωρική, Αριστοκράτισσα, Καπελού, Γυναίκα Ερυθρού Σταυρού).

Λαός Ο θίασος

Ζαχαρίας Καρούνης Τραγουδιστής

Χορευτές
Παναγιώτα Αλεξίου, Αφροδίτη Γεωργιάδου, Κωνσταντίνος Καφαντάρης, Αλέξης Τσιάμογλου.

Στην ορχήστρα, που διευθύνει επί σκηνής ο Σταύρος Ξαρχάκος, συμμετέχουν οι μουσικοί:

Νεοκλής Νεοφυτίδης (πιάνο), Νίνο Κιτάνι (φλάουτο, κλαρίνο, φλογέρα), Βασίλης Δρογκάρης (ακορντεόν), Σωτήρης Μαργώνης (βιολί), Ηρακλής Ζάκκας (μπουζούκι, μαντολίνο, λαούτο), Διαμαντής Σιδερίδης (τζουράς, μπουζούκι), Νίκος Σαμπαζιώτης (κιθάρα), Σταύρος Καβαλιεράτος (κοντραμπάσο), Γιάννης Χατζής (κρουστά).

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας Άργους


 

Τη νότια πλευρά του κάστρου του Άργους, στολίζει το κατάλευκο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας. Ένα σχετικά μικρό συγκρότημα, που κυριολεκτικά κρέμεται στην άκρη του βουνού της Λάρισας. Πάνω του στέκεται αγέρωχο το ιστορικό κάστρο του Άργους.

« Εις την κορυφήν, εκεί πλησίον όπου σήμερον υπάρχει το εκκλησίδιον της Αγ. Μαρίνης, υπήρχεν ο ναός του Λαρισαίου Διός, άνευ ορόφου και άγαλμα ξύλινον λατρευόμενον σχεδόν μέχρι του Παυσανίου». (Ιωάννης Ζεγκίνης. Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 1996).

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Το 1965, δύο μοναχές, οι αδελφές Σαμιώτη, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, αποσπάστηκαν από τη συνοδεία του αδελφού τους Θεόκλητου, Ηγούμενου της γειτονικής Μονής, της αφιερωμένης στη Γέννηση του Ιησού Χριστού, και εγκαταστάθηκαν στην Αγία Μαρίνα.

Εκεί έχτισαν  τα πρώτα μικρά οικήματα. Ο ναός και ο γύρω χώρος τους παραχωρήθηκε από το Σύλλογο των Παπουτσήδων του Άργους. ( Εκ παραδρομής αναφέρεται σε πολλά σημειώματα ότι την αγόρασαν απ’ αυτούς. Ποτέ δεν ήταν ιδιοκτησία τους αλλά τους είχε παραχωρηθεί με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Τιμίου Προδρόμου, όπως θα δούμε παρακάτω.) Αρωγός στις προσπάθειές τους στάθηκε ο Μητροπολίτης Αργολίδος κυρός Χρυσόστομος ο Β΄ Δεληγιανόπουλος. Γυναικεία Μονή έγινε το 1972 με επίσημο διάταγμα.

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Κάστρο του Άργους. Αεροφωτογραφία, Σαράντος Καχριμάνης.

 

Ο ναός είναι μια μικρή κεραμοσκέπαστη βασιλική, με εσωτερικό θόλο και με διαστάσεις 6,5 x8,5 μέτρα. Το τέμπλο της είναι απλό και ξύλινο. Έχει μόνο φορητές εικόνες λαϊκής τεχνοτροπίας που είναι έργα του 1830- 1870. Ο δυτικός τοίχος του ναού είναι μεσότοιχος ενός άλλου κτιρίου, που προστέθηκε αργότερα και το οποίο χρησιμεύει ως αρχονταρίκι. Στη θέση του παλιότερα υπήρχε στέρνα για την αποθήκευση νερού. Νοτιοδυτικά του ναού έχει κτισθεί το νέο κτίριο των κελιών.

Στο προαύλιο της Μονής, ένας εξώστης – σχεδόν μετέωρος- πάνω από το Άργος και τον Αργολικό κάμπο, ανάμεσα σε όμορφα λουλούδια και ψηλά κυπαρίσσια, ο επισκέπτης μπορεί να ξεκουραστεί κάτω από την πλατύφυλλη κληματαριά.

Στο ανατολικό τμήμα της πεντακάθαρης και ολάνθιστης αυλής, που με πολλή αγάπη φροντίζει η μικρή αδελφότητα, μετά από έγκριση της Αρχαιολογίας, το 1970 κτίσθηκε ένας μικρός ναός, αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία. Αυτός ο ναός κτίστηκε κυρίως, ως πράξη ευλάβειας και τιμής στην Παναγία (Θεοτόκο) του κάστρου, η οποία είχε κτισθεί από τον επίσκοπο Άργους Νικήτα, το 1174.

 

Ο νέος Ναός αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία.

 

Πρώτη αναφορά για την ύπαρξη της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στη θέση αυτή γίνεται από τον Γάλλο κληρικό Michel Fourmont, ο οποίος μαζί με τον ανεψιό του Claude-Louis Fourmont, έφτασε στο Άργος το 1729. Ο Michel Seve στο βιβλίο του « Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος» γράφει ότι ο Fourmont  έδωσε 20 παράδες « σ’ αυτόν που μας οδήγησε στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, όπου υπάρχουν επιγραφές». Ακόμη, ο ίδιος συγγραφέας μας πληροφορεί ότι και ο Γάλλος ταξιδιώτης Dominique Papety, αναφέρει: « Πάνω στην κορυφογραμμή της Λάρισας διαγράφεται η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας».

Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος γράφει ότι: «…εις τον ναΐσκον ήτο εντετοιχισμένη πλαξ με γράμματα. Πράγματι ευρέθη πλαξ (0.50x 0.30) όπισθεν του ιερού, την οποίαν κατά την προ ετών επίσκεψίν μου δεν είδον, διότι ήτο κεκαλυμμένη με την κατηραμένην την άσβεστον. Αλλ’ ο φίλος μου ο Γ. Θεωνάς, ον ευχαριστώ, εις ον οι επίτροποι έχουν αναθέσει την όλην επιμέλειαν και φροντίδα των του ναού, μετά κόπου κατώρθωσε να καθαρίση την πλάκα και να φέρη εις φως τα εξής: « Εν έτει 1859- και κάτωθι γράμματα- Ι.Χ….» και ούτω ελύθη το ζήτημα της ανεγέρσεως του ιερού ναού της αγίας Μαρίνης». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.29).

Προφανώς ο αείμνηστος δάσκαλος και συγγραφέας, θεώρησε ως χρονολογία κτίσεως το 1859 ενώ μάλλον πρόκειται για ημερομηνία ανακαίνισης του ναού.

Από τον Αναστάσιο Τσακόπουλο– και πάλι- αντιγράφουμε: « η αγία Μαρίνα, ως παρεκκλήσιον, δια πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και δια του περί « ενοριακών ναών και περιουσίας κ.τ.λ.» νόμου 6/9 Μαρτίου 1910, υπήγετο εις τον ναόν του Τιμίου Προδρόμου, ως επίτροπος όμως με τον μακαρίτην τον Μ. Τσαμπάσην (+ Αύγ.1930) βλέποντες εκτός του οικονομικού, ότι τα έσοδα ουδόλως αντεπεκρίνοντο εις τα έσοδα, αλλά και δι’ άλλον σοβαρώτερον λόγον, γνωρίζοντες ότι τον ναΐσκο τούτον προ πολλών ετών επέβλεπε και επεμελείτο η συντεχνία των Παπουτσήδων, ένεκα τούτου δια πράξεως μας τον Μάρτιον του 1913, παρά τας μεμψιμοιρίας και διαμαρτυρίας, ενίων ενοριτών, τον παρεχωρήσαμεν εις τους παπουτσήδες». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.25).

Πράγματι, η Αγία Μαρίνα ήταν η προστάτρια των παπουτσήδων. Την παραμονή της γιορτής της -17 Ιουλίου – οι παπουτσήδες του Άργους, με πρώτη τη σημαία τους, με νταούλια και πίπιζες ανέβαιναν στην Αγία Μαρίνα, ακολουθούμενοι από πλήθος Αργείων προσκυνητών. Αφού – με κατάνυξη –  παρακολουθούσαν τον εσπερινό, ξεκίναγαν το γλέντι.

« Με τις περίφημες γκιόσες (βραστή γίδα) και τα κρασιά τους θεράπευαν τις πίκρες και τους καημούς της μικροζωής τους μέσα στη ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα». (Ντιάνα Αντωνακάτου-Τάκης Μαύρος «Ελληνικά Μοναστήρια. Πελοπόννησος», τόμος Α’).  

Ανήμερα, ξαναγύριζαν ντυμένοι στα γιορτινά τους για την θεία Λειτουργία. Όταν τέλειωναν, πήγαιναν στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη, την πορτοκαλούσα, και άναβαν κι εκεί ένα κεράκι. Μερικοί- όσοι είχαν σούστες- πήγαιναν στους Μύλους και συνέχιζαν το γλέντι μέχρι αργά το βράδι. Εκεί, κάτω από τους ίσκιους των πλατανιών, δόξαζαν το Θεό και την Αγία τους, για την υγεία και τη ζωή που τους χάρισαν.

 

Κελιά της Ιεράς Μονής

 

Τώρα πια, ούτε γιορτή των παπουτσήδων, ούτε μουσικές και τραγούδια. Ήρεμα κυλάει η γιορτή της αγίας Μαρίνας, με ευλαβικούς  προσκυνητές, οικογένειες με τα παιδιά τους, απλούς ανθρώπους με ξάστερα μάτια.

Η φιλοξενία και η αγάπη των καλογραιών – πάντα πρόθυμες να εξυπηρετήσουν και να περιποιηθούν τους προσκυνητές – μετέτρεψαν την μικρή Μονή της Αγίας Μαρίνας σε μια πνευματική κυψέλη της πόλης του Άργους, όπου ο καθένας μπορεί να προσευχηθεί, μέσα σε απόλυτη ησυχία και γαλήνη, που την διακόπτουν μόνο τα κελαϊδίσματα των πουλιών, που χαμηλοπετούν στα κλαδιά της ρίγανης, των θυμαριών και του ύσσωπου. Κυρίως όμως μπορεί να αισθανθεί την ψυχική ανάταση που απορρέει από την ιερότητα του χώρου και την θεία χάρη που σκεπάζει το ιερό αυτό ασκητήριο.

Ηγουμένη της Μονής ήταν η Μακαρία Δήμα και Μοναχές η Χρυσοστόμη, η Χριστοδούλη και η Μαριάμ. Η μακαριστή Γερόντισσα Μακαρία Δήμα διετέλεσε Ηγουμένη από το 2000 μέχρι και της κοιμήσεώς της, Τετάρτη 12 Μαΐου 2021. Συνολικά έζησε στην μοναχική ζωή 72 έτη.

 

Πηγές


 

  • Michel Seve,  « Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise D’ Athenes, 1993
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007.

 

Μικρά ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου από Γερμανικόν έντυπον του έτους 1827


 

 

Στην Βιβλιοθήκη της Σορβόννης στο Παρίσι βρίσκεται σήμερα το μοναδικό, απ’ ό,τι ξέρομε, αντίτυπο ενός μικρού βιβλίου, πού εκδόθηκε στην Λειψία το 1827 και που είναι γραμμένο στην γερμανική γλώσσα. Ο τίτλος του είναι ο έξης: «Οι αιτίες για τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης δεν απελευθέρωσαν ενωρίτερα την Ελλάδα από την σκλαβιά των Τούρκων. Μαζί με μια περιγραφή του Napoli di Romania (του Ναυπλίου) στον Μοριά, μία περιγραφή της τύχης του από τα παλαιότερα έως τα νεώτερα χρόνια και ένα πίνακα παριστάνοντας την πολιορκία του από τους Βενετούς, Σάξονες και Μπρουνσβίγκους το 1686 από τον περίφημο Ολλανδό ζωγράφο de Hooghe»[1].

 

Romeyn de Hooghe (1645-1708). Verovering Van Napoli Di Romania, Argos Teres Corinth: et Nevens De Victorie Der s.r. Op De Turcke, 1686.

 

Σαν ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται στην σελίδα τίτλου ένας Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος επισκέπτεται αυτή την εποχή την Ευρώπη. Η σελίδα τίτλου περιέχει ακόμα μερικά λόγια του Chateaubriand: «Αλίμονο στον αιώνα, που κοιτάζει αδρανώς τον αγώνα ηρώων και πού πιστεύει ότι χωρίς κίνδυνο μπορεί να αφήση να πεθάνη ένα έθνος. Τέτοιο λάθος ή μάλλον τέτοιο έγκλημα αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθή σκληρά»[2].

Στον πρόλογο από τον Ιανουάριο του 1827 ο συγγραφέας λέει μεταξύ άλλων:

 

«Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να δώσω στο γερμανικόν κοινό μία παραστατική και ακριβή εικόνα του Ναυπλίου, δηλαδή της τοποθεσίας του, των κατοίκων του και της καταστάσεώς του. Όμως δεν μπορεί κανείς ν’ αναφέρη την ελληνικήν υπόθεση χωρίς να λάβη υπ’ όψιν και τις σχέσεις που έχει αυτή ή χώρα με την πολιτισμένη Ευρώπη, χωρίς ν’ αναρωτιέται κανείς τι θα είναι το καλύτερο για την μια και την άλλη πλευρά, ποιο αμοιβαίο χρέος έχουν οι δύο μεταξύ τους και τι πρέπει να γίνη αυτή την στιγμή»[3].

 

Πράγματι αυτή η πολιτική συζήτηση του ελληνικού θέματος περιλαμβάνει 20 σελίδες του βιβλίου, ενώ η ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου περιορίζεται στις δέκα πρώτες σελίδες. Ας ρίξωμε μια σύντομη ματιά στο περιγραφικό μέρος του βιβλίου: Στην αρχή ο συγγραφέας εξηγεί στους αναγνώστες του, γιατί το ενδια­φέρον του στράφηκε συγκεκριμένα προς το Ναύπλιο. Μετά από την απελευθέρωση από τούς Τούρκους, λέει, έγινε έδρα της νέας ελληνικής Κυβερνήσεως. Είναι και τώρα ο τόπος που συγκεντρώνονται οι στρατιω­τικές δυνάμεις, και ο Ιμβραήμ πασάς, ο οποίος έχει μετατρέψει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο σε ερημιά, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να το πλησί­αση, αλλά ματαίως [4].

Μετά από την γεωγραφική περιγραφή του Ναυπλίου ο συγγραφέας αρχίζει την ιστορική: Αναφέρει το έτος 1205 που οι Βενετοί, όπως λέει, για πρώτη φορά πήραν την εξουσία στο Ναύπλιο και το ονόμασαν Napoli di Romania. Μετά αναφέρει το 1495, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε την πόλη [5]. Σχετικά με τα γεγονότα του 1686, που οι Βενετοί κάτω από τον Morosini ξαναπήραν το Ναύπλιο, ο συγγραφέας δίνει πιο πολλές λεπτο­μέρειες. Μιλάει για την σύνθεση των στρατών και από την βενετική και από την τουρκική πλευρά και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των δύο. Τέλος αναφέρει την συνθηκολόγηση και την φυγή των 10.000 Τούρκων κατοίκων του Ναυπλίου προς την Μικράν Ασία. Η πόλη, λέει, είχε υποφέρει πολύ από τις μάχες και έμοιαζε με ερείπιο [6].

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περνάει κατευθείαν στα γεγονότα του ’21: Μιλάει για την άτυχη προσπάθεια των Ελλήνων να καταλάβουν το Ναύπλιο κατά το τέλος του έτους 1821. Στην πολιορκία της πόλεως το 1822 που επέτυχε και οδήγησε στην άλωση του Ναυπλίου από τους Έλληνες, ο συγγραφέας αφιερώνει 4 σελίδες [7].

Τονίζει ότι οι συνθήκες παραδόσεως τηρήθηκαν πιστά απo τους Έλληνες και ότι δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος [8]. Οι Τούρκοι όμως αντάμειψαν άσχημα την καλωσύνη των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στη Σκάλα Νόβα της Μικράς Ασίας, λέει, εκδικήθηκαν άγρια τούς εκεί διαμένοντες χριστιανούς. Ο συγγραφέας μας τελειώνει το περιγραφικό μέρος του βιβλίου του αναφέροντας τα έξης λόγια του Κικέρωνα προς τον αδελφόν του:

 

«Θυμήσου, Quintus, ότι διατάζεις Έλληνες, οι οποίοι έχουν φέρει τον πολιτισμό σε όλους τους λαούς μαθαίνοντας τους την επιείκεια και τον ανθρωπισμό και στους οποίους η Ρώμη οφείλει την μόρφωση και τις γνώσεις που κατέχει»[9].

 

Η σύντομη ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1827 δεν μας προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ο συγγραφέας συνθέτει απλώς μερικά γνωστά γεγονότα από την γεωγραφία και ιστορία μιας πόλεως, στην οποίαν εστράφηκε απότομα η προσοχή των Δυτικοευ­ρωπαίων εφ’ όσον επρόκειτο να γίνη η πρωτεύουσα της νεογεννημένης Ελλάδος. Σ’ εμάς αυτή η περιγραφή δείχνει χαρακτηριστικά, νομίζω, τον τότε συνηθισμένο τρόπο πληροφορήσεως όσο πρωτόγονος και αν μας φαίνεται, σήμερα, αφού κάθε βράδυ βλέπομε στο «μαγικό κουτί» μας τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια μέρα σε όλον τον κόσμο.

 

Die Beweggründe…

 

Ας δούμε τώρα πως ο ανώνυμος συγγραφέας μας ερμηνεύει την πολιτική άποψη του ελληνικού ζητήματος: Στο ερώτημα που θέτει στον τίτλο του έργου του δίνει μια απλή απάντηση: Η ζήλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, λέει, είναι η αιτία γιατί αυτές δεν έχουν κατα­στρέψει ακόμα την τουρκική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική όμως είναι, κατά την γνώμη του, εντελώς λανθασμένη. Διότι, εάν διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέως αυτοκρατορία τους πρέπει να μοιρασθή μεταξύ της Ρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας. Όλα αυτά τα κράτη είναι αρκετά μεγάλα και δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη επέκταση [10].

Στην Ευρώπη, γράφει αλλού, κυριαρχεί ένα καινούργιο πνεύμα που βάζει την δικαιοσύνη πάνω από κάθε πολιτική. Οι λαοί ζητούν τα δικαιώματά τους. Ζητούν την ελευθερία του εμπορίου, του λόγου, της θρησκείας και του ατόμου. Γενικά όλα προχωρούν με γρήγορο ρυθμό προς το καλύτερον [11]. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοούν αυτό το πνεύμα της προόδου, και οι ίδιες με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 έχουν δηλώσει επίσημα ότι απ’ εδώ και στο εξής θα θεωρούν τον εαυτό τους σαν μέλη ενός μεγάλου έθνους, και ότι η πολιτική τους θα στηρίζεται στην κοινή χριστιανική θρησκεία και στο πνεύμα της αδελφότητας. Είναι αυτονόητο, λέει ο συγγραφέας μας, ότι οι Τούρκοι δεν ταιριάζουν σε αυτήν την ευρωπαϊκή χριστιανική κοινωνία, και λάθος κάνανε οι Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή της Ελληνικής Επαναστάσεως να θεωρούν τον σουλ­τάνο σαν νόμιμον κυρίαρχον των Ελλήνων και τους Έλληνες σαν αντάρτες [12].

Οι Τούρκοι ξεχωρίζονται ριζικά από τους Ευρωπαίους σε ό,τι αφορά στην θρησκεία, την νοοτροπία και τα ήθη. Είναι βάρβαροι και η κυριαρχία τους έχει αποδώσει μόνο ερείπια. Αδιαφορούν αν οι περιοχές που κυβερνούν μένουν έρημες, ή αν ανθίζουν. Οι Τούρκοι είναι αρνητικοί σε κάθε είδος διαφωτισμού, σε κάθε πνευματική ανάπτυξη. Μισούν όλα που είναι χριστιανικά και θα ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν όλους αυτούς που δεν υποτάσσονται στον ισλαμισμό. [13] Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ρωτάει ο συγγραφέας, μπορεί κανένας Ευρωπαίος να επιθυμήση να ιδεί τους Έλληνες, που είναι χριστιανοί και πατέρες του πολιτισμού να σκύβουν πάλι κάτω από το σιδερένιο ζυγό των άγριων, αμαθών και φανατικών Τούρκων [14]; Η απάντηση είναι φυσικά: «όχι». Αντίθετα, η σύγχρονη Ευρώπη που χρωστάει όλη την μόρφωσή της στους αρχαίους Έλληνες πρέπει να δείξη τώρα την ευγνωμοσύνη της προς τους απογόνους τους, τους Νέους Έλληνες.

Εκτός από αυτό και η θρησκεία επιβάλλει στους Ευρωπαίους να συμπαραστέκωνται στους χριστι­ανούς αδελφούς τους εναντίον των Μουσουλμάνων. Δηλαδή, κατά την πεποίθηση του συγγραφέα μας, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις έχουν το χρέος να αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων [15].

Πώς αντιλαμβάνεται όμως ο ίδιος ένα τέτοιο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος; Η Ελλάδα, λέει, πρέπει να περιλαμβάνη όλες τις περιοχές όπου μιλάνε την ελληνικήν γλώσσα και όπου πιστεύουν στην χριστιανική θρησκεία [16]. Σαν μορφή κυβερνήσεως προτείνει την συνταγματική μοναρχία. Οι Έλληνες, λέει, χρειάζονται ένα δίκαιο και αποφασισμένο μονάρχη, ο οποίος θα βάλη τέρμα στην διχόνοιά τους και θα επιβάλη το σεβασμό στο καινούργιο ενιαίο δίκαιο. Αυτός ο μονάρχης, εκλεγμένος από τους Έλληνες, δεν πρέπει όμως να είναι Έλλην αλλά ένας ξένος που ξέρει καλά τους Έλληνες και τις συνθήκες ζωής στην χώρα τους.

Επίσης δεν πρέπει ν’ ανήκη σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυναστείες για να μη δημιουργηθή πάλι ζήλεια μεταξύ των Μεγάλων [17]. Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τελικά, η ανεξαρτησία της Ελλάδος, μιας τόσο καρποφόρας και όμορφης χώρας, όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα έχη πολλά οφέλη: Από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης θα μπορούσαν να μεταναστεύουν άνθρωποι στην Ελλάδα [18]. Και με την αύξηση πληθυσμού θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η εμπορική δραστηριότητα, αλλά και οι πνευματικές ανταλλαγές θα δυναμώσουν, διότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και ασφαλώς σε ένα έδαφος που αντιπροσωπεύει την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού [19].

Στο τέλος του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον εξάχρονο ηρωικό αγώνα τους για την ελευθερία, διότι αυτός ο αγώνας είναι δίκαιος, και αφού οι μεγαλοπράγμονες μονάρχες και λαοί της Ευρώπης θα τους δώσουν την οφειλόμενη συμπαρά­σταση. «Η υπόθεση της Ελλάδος, γράφει κυριολεκτικά, είναι η υπόθεση της μορφωμένης Ευρώπης. Οι Τούρκοι δεν έχουν φέρει τίποτε άλλο στην Ευρώπη παρά την πανούκλα, την αναρχία και την καταστροφή. Αντίθετα, τι χρωστάμε στους Έλληνες: Την μόρφωση, τις γνώσεις και τις Καλές Τέχνες. Μονάρχες και λαοί της Ευρώπης! Κάντε το χρέος σας και μη ξεχνάτε ότι οι απόγονοί μας θα μας δικάσουν αυστηρά εάν διστάσωμε»[20].

Δύσκολο μου φαίνεται για να μην πω αδύνατο να βρεθή τώρα πια μια απάντηση στο ερώτημα, ποιος κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του συγγραφέα του βιβλίου που σας παρουσίασα, δηλαδή ποιος είναι αυτός ο δήθεν Αμερικάνος πολιτικός, ο οποίος απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό και ο οποίος δημοσιεύει στη Λειψία ένα βιβλίο στα γερμανικά.

Το βιβλίο αυτό δεν είχε, απ’ ό,τι βλέπομε, καμμιά απήχηση στις εφημερίδες ή στα περιοδικά της εποχής, και όπως αναφέραμε πριν, το μοναδικό αντίτυπό του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι. Για ποιο λόγο (έτσι μπορείτε να ρωτήσετε τώρα εσείς) μιλάω για ένα βιβλίο, που προφανώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην εποχή του; Ούτε μπορεί κανείς να πη ότι οι ιδέες που περιέχει σχετικά με το ελληνικό ζήτημα είναι πρωτότυπες. Όμως σε αυτό το σημείο ακριβώς εγώ βλέπω την σημασία του βιβλίου αυτού. Δηλαδή έχομε μπροστά μας μία πλήρη περίληψη όλων των σκέψεων που είχαν εκτεθή σε δεκάδες φιλελληνικά φυλλάδια τα προηγούμενα χρόνια στην Γερμανία. Ας υπενθυμίσωμε μόνο μερικά από αυτά.

Το πρώτο φυλλάδιο του Wilhelm Trangott Krug, καθηγητού της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, που έχει τον τίτλο: «Η Αναγέννησις της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την Εορτή της Αναστάσεως»[21].

Ήταν γραμμένο για την Κυριακή των Βαΐων τον Απρίλιον του 1821, δηλαδή πριν γίνη γνωστό στην Δύση ότι εξέσπασε επανάσταση και στον Μοριά. Αυτό το φυλλάδιο είχε αμέσως μια πολύ μεγάλη απήχηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 ο Krug εδημοσίευσε δεύτερο βιβλίο προς όφελος των Ελλήνων [22] και το επόμενο έτος τρίτο [23]. Ας υπενθυμίσωμε επίσης ένα βιβλιάριο με τίτλο «Η υπόθεσις των Ελλήνων, υπόθεσις της Ευρώπης» του καθηγητού Θεολογίας του Πανεπι­στημίου της Λειψίας, ο οποίος ήταν και προσωπικός φίλος του Krug[24]. Ας υπενθυμίσωμε ακόμα το ανώνυμο φυλλάδιο «Η σωτηρία της Ελλάδος, υπόθεσις της ευγνωμονούσας Ευρώπης» [25], ή τελικά το βιβλίο του καθηγητού της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τίτλο: «Η σημασία που έχει ο τωρινός ελληνο-τουρκικός αγώνας για την υγεία της ευρωπαϊκής ηπείρου»[26].

Σε αυτά τα έντυπα ακολούθησαν ακόμα, περίπου άλλα τριάντα γερμανόγλωσσα πολιτικά φυλλάδια με θέμα τον ελληνικόν Αγώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά εμφανίστηκαν μεταξύ των πρώτων μηνών μετά από το ξέσπασμα της Επαναστάσεως και του τέλους του 1822.

Η τάσις όλων αυτών των φυλλαδίων με δύο εξαιρέσεις είναι καθαρά φιλελληνική. Και οι βασικές σκέψεις που προβάλλονται είναι λίγο-πολύ πάντοτε οι ίδιες. Δηλαδή η ιδέα, ότι οι Τούρκοι εκ φύσεως και εκ δικαιώματος δεν έχουν θέση στην Ευρώπη, η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι σαν χριστιανοί και ακόμα περισσότερο από ευγνωμοσύνη για όλα που τους έχει προσφέρει η Αρχαία Ελλάδα, έχουν το χρέος να βοηθήσουν τους Έλληνες ν’ αποκτήσουν την ελευθερία, και τέλος πάντων η ιδέα ότι η απελευθερωμένη Ελλάδα πρέπει να γίνη ισότιμο μέλος της οικογένειας των ευρωπαϊκών λαών προς όφελος όλων και κυρίως προς όφελος της γενικής προόδου.

Το βιβλίο από το 1827, για το οποίο σας μίλησα και που περιέχει μια μικρή περιγραφή της όμορφης πόλεως που συνκεντρωθήκαμε απόψε, μου φάνηκε κατάλληλο στο να σας δώση μια εικόνα του πνεύματος συμπαθείας, με το οποίον η Γερμανία έβλεπε τότε την Ελληνικήν Επανάσταση.

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Die Beweggründe, warum die europäischen Grossmäschte Griechenland nicht früher aus der Slaverei der Türken befreieten. Nebst einer Beschreibung von Napoli di Romania (Nauplia) in Morea, einer Schilderung seiner Schicksale von den ältesten bis auf die neuesten Zeiten und einer Abildung von dem berühmten niederländischen Maler de Hooghe, seine Belagerung durch die Venetianer, Sachsen und Braunschweiger im Jahre 1686 darstellend. Von einem amerikanischen Staatsmann, der jetzt Europa besucht. Leipzig, in Baumgärtner’s Buchhandlung, 1827.

[2] Από τον πρόλογο της β ‘ εκδόσεως των «Itinéraires» του Chateaubriand, το 1826.

[3] Die Beweggründe, σσ. VI-VII.

[4] Ενθ’ άν., σ. 1.

[5] Αυτά τα στοιχεία είναι ανακριβή. Το 1212 άρχισε η φραγκική κυριαρχία του Ναυπλίου. Το 1500 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’ πολιόρκησε το Ναύπλιο, που βρισκόταν κάτω από την ενετική κυριαρχία, αλλά δεν το κατέκτησε. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους με συνθήκη το 1540. Λαμπρυνίδου Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, έκδ. Γ’, Ναύπλιον 1975, κεφάλαια Γ’, Δ’.

[6] Ακολουθεί (σσ. 6-7) ο κατάλογος των στρατιωτικά πιο σημαντικών σημείων του Ναυπλίου κατά την ενετική πολιορκία το καλοκαίρι του 1686 όπως τα απεικονίζει ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου στο παράρτημα του βιβλίου.

[7] Ενθ’ άν., σσ. 7-11. Ο συγγραφέας κάνει λάθος τοποθετώντας τα γεγονότα, όπως την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο και την άλωση του Ναυπλίου στο έτος 1823.

[8] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γερμανός αξιωματικός Gustav von Mandelsloh ο οποίος είχε δώσει στο γερμανικό κοινό μια εκτενή περιγραφή της αλώσεως του Ναυπλίου στην «Βραδυνή Εφημερίδα» της Δρέσδης το 1824. Βλ. την σχετική μελέτη μου, «Bericht eines Augenzeugen» στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1976, τ. Γ’, σσ. 124-145. Δεν ξέρομε όμως εάν ο ανώνυμος συγγραφέας μας ήταν εν γνώσει αυτής της περιγραφής.

[9] Ένθ άν., σ. 11.

[10] Ενθ’ άν., σ. 13.

[11] Ενθ’ άν., σσ. 23-24.

[12] Ενθ’ άν., σσ. ΙΙΙ-V, 20.

[13] Ενθ» άν., σσ. 14-15.

[14] Ενθ’ άν., σ. 15.

[15] Ενθ’ άν., σ. 19.

[16] Ενθ’ άν., σ. 18. Ο συγγραφέας αναφέρει εδώ το Μοριά, την Αττική, την Βοιωτία, την Ήπειρο, επίσης και τα νησιά, όπως π.χ. την Σάμο, Χίο, Κρήτη, Ρόδο κλπ. Σε άλλο σημείο (σ. 14) γράφει ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία θα πρέπει να προστεθούν και μεγάλα μέρη της Μικράς Ασίας.

[17] Ενθ’ άν., σ. 17.

[18] Ενθ’ άν., σ. 14.

[19] Ενθ’ άν., σσ. 21-22.

[20] Ενθ’ άν., σσ. 28-29.

[21] Krug, Wilhelm Traugott, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Pro­gramm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[22] Ibidem, Letztes Wort über die griechische Sache. Ein Programm zum Michae­lisfeste, Frankfurt / Leipzig 1821.

[23] Ibidem, Neuester Stand der griechishen Sache, Altenburg 1822.

[24] [T z s c h i r n e r, H. G.], Die Sache der Griechen, die Sache Europas, Leipzig 1821.

[25] Die Rettung Griechenlands die Sache des dankbaren Europa, Leipzig 1821.

[26] Jörg, Joh. Christian Gottfried, Die Wichtigkeit des jetzigen griechischtürkischen Kampfes für das physische Wolf der Bewohner des europäischen Continents, Frankfurt / Leipzig 1821.

 

Ομάδα Projector – Επίδαυρος – Ένα ντοκιμαντέρ |Φεστιβάλ Επιδαύρου 2012


 

Ο Ανέστης Αζάς και ο Πρόδρομος Τσινικόρης καλούνται να πειραματιστούν, με μια παράσταση- ντοκιμαντέρ πάνω σε έναν καλλιτεχνικό θεσμό που σημάδεψε το νεοελληνικό θέατρο. Πρόθεση είναι να δημιουργηθεί μια σκηνική τοπογραφία, βασισμένη σε ζωντανές μαρτυρίες και ιστορική έρευνα, με πρωταγωνιστές κατοίκους της περιοχής, καλλιτέχνες και θεατές: από τις μακρινές μνήμες –πρώτη παράσταση (1938), γενική δοκιμή Φεστιβάλ Επιδαύρου (1954), επίσημη έναρξη (1955)– ως σήμερα. 27-28 Ιουλίου 2012, 21:30 Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου.

 

Επίδαυρος – Ένα ντοκιμαντέρ

 

Στην Παλαιά Επίδαυρο έχουν εγκατασταθεί τους τελευταίους μήνες ο Πρόδρομος Τσινικόρης μαζί με τον Ανέστη Αζά. Οι δυο τους μετά την περσινή τους παράσταση- ντοκιμαντέρ στην ταράτσα του ΟΣΕ για την ιστορία του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιχειρούν κάτι αντίστοιχο.

Υπό τον τίτλο «Επίδαυρος:  Ένα ντοκιμαντέρ» η παράσταση που θα πραγματοποιηθεί στις 27 και 28 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, θα φέρει επί σκηνής  κατοίκους της περιοχής, θεατές  αλλά και παλιούς ηθοποιούς που θα καταθέσουν την δική τους προσωπική μαρτυρία για έναν καλλιτεχνικό θεσμό που σημάδεψε το νεοελληνικό θέατρο αλλά και την ιστορία και την ζωή του  τόπου.

Επτά με δέκα πρόσωπα θα βρεθούν συνολικά στην σκηνή της Μικρής Επιδαύρου, ενώ βιντεοπροβολές θα αναλάβουν να μεταφέρουν την άποψη όσων δεν θα μπορούν να βρίσκονται εκεί.  Στο έργο θα γεφυρωθεί η απόσταση από τις  μακρινές μνήμες  της πρώτη παράστασης  του 1938 και την επίσημη έναρξη  του 1955, έως σήμερα.

Σύλληψη – Σκηνοθεσία

Ανέστης Αζάς

Πρόδρομος Τσινικόρης

Δραματουργική συνεργασία
Αντριάνα Αλεξίου

Σκηνογραφία – εικαστική επιμέλεια
Ελένη Στρούλια

Μουσική
Παναγιώτης Μανουηλίδης

Βοηθός σκηνογράφος

Ζαΐρα Φαληρέα

Σχεδιασμός Φωτισμών

Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Βίντεο

Νίκος Πάστρας

Παράπλευρες απώλειες |Ιστορίες & Παραμύθια από την Τριπολιτσά – Έφη Δαρδαβέση, Τρίπολη, 2012.


 

Μυθοπλασία βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία και πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης και της άλωσης της Τριπολιτσάς, λίγο πριν και λίγο μετά το Σεπτέμβρη του 1821. Επικεντρώνεται στην ιστορία και τους θρύλους που αφορούν στις γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ πασά και την τραγική τύχη τους.

Εμπεριέχει επίσης πληροφορίες θρύλους και ιστορικά στοιχεία για ελληνίδες που αιχμαλωτίστηκαν στη συνέχεια από τον Ιμπραήμ. Πλέκεται γύρω από τέσσερα πρόσωπα την νεαρή Αϊσέ και τον μανιάτη Γιώργη, την οικονόμο Φατμέ και τον εβραίο Σήφη, των οποίων οι σχέσεις δημιουργούνται και καθορίζονται στη διάρκεια της πολιορκίας και της Άλωσης της Τριπολιτσάς.

Στόχος του έργου είναι, μέσα από τις τραγικές ζωές των ηρώων να αναδειχθεί η θέση της γυναίκας της εποχής και ο ρόλος της στην κοινωνία την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Για το λόγο αυτό αναφέρονται και περιλαμβάνονται πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική οργάνωση της Τριπολιτσάς και του Μοριά κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο.

 

Παράπλευρες απώλειες

 

Έφη Δαρδαβέση

 

Η Έφη Δαρδαβέση γεννήθηκε το 1961 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και κατοικεί. Είναι παντρεμένη, μητέρα 2 παιδιών. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τα φοιτητικά χρόνια εργάσθηκε σε διοικητικές θέσεις σε διάφορους τομείς. Για 20 χρόνια και ως το Νοέμβρη του 2010 εργάσθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Την ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική επιστήμη και μελετά την ιστορία της Ελλάδας στα νεώτερα χρόνια. Έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την ιστορία της Αρκαδίας και της Τρίπολης.

 

Σχετικά θέματα: