Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Χαβιαράς Στρατής (Νέα Κίος Αργολίδας 28 Ιουνίου 1935 – Αθήνα 3 Μαρτίου 2020)


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Ήταν μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. H κηδεία του, έγινε στη γενέτειρά του Νέα Κίο Αργολίδας, στον Ιερό Ναό «Θεομάνας  – Οδηγήτριας».

 

Εργογραφία


 

Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

 

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αργυρόπουλος Π. Δημήτριος (1892-1972)


 

Δημήτριος Αργυρόπουλος

O Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (1892-1972) ήταν Έλληνας πρέσβης. Γεννήθηκε στο Άργος το 1892. Γονείς του ήσαν ο  Παναγιώτης Αργυρόπουλος, έμπορος και ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού συλλόγου «Δαναός» και η Ελένης Γκότση· βαπτίστηκε από τον Δημήτριο Βαρδουνιώτη, διακεκριμένο νομικό και ιστορικό του Άργους. Mικρότερος από τα αδέλφια του, στενά συνδεόταν με τη μεγαλύτερή του αδελφή Αναστασία Χαρ. Μαυράκη και τα παιδιά της.

Ο Δ. Αργυρόπουλος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.  Eισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις· γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Mετά την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη· εκεί συμμετέχει στις ενέργειες για τη ματαίωση του ελληνο-βουλγαρικού πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ (1924), το οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε λόγο του στην Κοινωνία των Εθνών,  αποκάλεσε  θνησιγενές.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο, σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία. Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945 (υπουργός Στρατιωτικών Ν. Πλαστήρας) με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα». Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Yπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

Ως Διευθυντής υποθέσεων Eκκλησιών και Aπόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Ν. Bohr.

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα· έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή. Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ Μ. Παλαιολόγου· κόρη τους είναι η Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  Ε.Ι.Ε. (Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών).

 

Πηγή


  • Αρχείο Οικογένειας Αργυρόπουλου – Ρωξάνη Αργυροπούλου

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Λασκαρίδης ΕυρυσθένηςΟ συγγραφέας του δίτομου έργου «Κιανά»


 

 

Ευρυσθένης Λασκαρίδης

Γιατρός Μικροβιολόγος με καταγωγή από την Κίο της Μ. Ασίας. Η οικογένειά του ήταν από τις επιφανείς της ελληνικής κοινότητας της Κίου. Ο πατέρας του, Αριστοτέλης, συντέλεσε μαζί με άλλους στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου της Κίου. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο 27° Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης που ανέλαβε τη φρούρηση του τομέα της Κίου μέχρι Παζάρ-κιοϊ και Γιάλβα. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και στην Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε και πέθανε στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν πολύ φιλάνθρωπος. Δεν έπαιρνε χρήματα από όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Δεν έκανε δική του οικογένεια. Είχε μια αδελφή που απέκτησε δύο κόρες. Η μια από αυτές παντρεύτηκε κάποιον από την οικογένεια Βελλίδη στη Θεσσαλονίκη.

Δέκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκε επιτροπή με σκοπό τη συλλογή υλικού για την έκδοση βιβλίου σχετικού με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Αν. Πινάτσης. Το έργο όμως δεν ολοκληρώθηκε από την επιτροπή αυτή λόγω των δυσμενών συνθηκών που  ακολούθησαν (β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, θάνατοι μελών κτλ). Συγκεκριμένα, όταν πέθανε και ο λογογράφος Αντ. Θεοδωρίδης έχοντας γράψει μόνο για την αρχαία πόλη, όσοι είχαν απομείνει από την επιτροπή ανέθεσαν στον Ευρυσθένη Λασκαρίδη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση  του  έργου.  Αυτός στην αρχή αρνήθηκε, αλλά τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη συγκέντρωση πληροφοριών, την προσθήκη νέων στοιχείων και την οργάνωση και καταγραφή τους σε δύο τόμους. Ο αρχικός τίτλος «Λεύκωμα της Κίου» άλλαξε σε «Κιανά».

Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην ιστορία της Κίου από την αρχαιότητα μέχρι το 1922, ενώ ο δεύτερος στο Βίο, τη Θρησκεία και τη Γλώσσα των Κιανών. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1966 με τη φροντίδα και την ευθύνη του Ευρυσθένη Λασκαρίδη. Σκοπός του έργου ήταν η γνωριμία των νεώτερων με την χαμένη πατρίδα της Κίου, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της, την ιστορία της, τη χαμένη ακμή της. Τα έσοδα σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής θα δίνονταν για ενίσχυση των φτωχών μαθητών της Νέας Κίου.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο (1791 – 1878)[*]


  

Το πιο κάτω κείμενο, που αφορά στην έκδοση του «Αργολικού Ιστορικού Αρχείου» από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», αποτελεί περίληψη ομιλίας του Τάσου Γριτσόπουλου που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του «Δαναού» την 3η Μαΐου 1994.

  

Μέσα από τούς κόλπους του «Δαναού» ένας τόμος Αργολικός φύτρωσε με πολύτιμη Αργολική και άλλη ιστορική ύλη. Και περιλαμβάνει αυτός ο τόμος έντυπη την αρχειακή συλλογή, που φιλοξενεί, διασφαλίζει και συντηρεί ως ιερό θησαύρισμα ο «Δαναός» στις αρχειοθήκες του με την επωνυμία «Αρχείον Τσόκρη» και «Ιστορικόν Αρχείον Άργους».

Από το 1951 στην κατοχή του «Δαναού» βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη. Μαζί με δύο άλλες μικρές συλλογές (απαρτίζουν συνολικά περίπου 600 έγγραφα). Αυτά περιέχονται σ’ αυτόν τον Τόμο, που τιτλοφορήθηκε «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον». Ταξινομημένο λοιπόν το «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον» του τόμου έχει υποδιαιρεθεί σ’ επί μέρους ενότητες.

Πρώτη είναι η ενότητα με το κυρίως προσωπι­κό αρχείο Τσόκρη.

Δεύτερη είναι ένα τμήμα από το προσωπικό αρχείο Νικη­ταρά.

Χ ω ρ ι σ τ ή κατάταξη έχουν άλλα δημόσια έγγραφα, που συμπληρώνονται με ιδιωτικά και μετεπαναστατικά έγγραφα.

Σε γενική θεώρηση πρόκειται για πολύτιμη ιστορική ύλη, για μία νέα πηγή για την μελέτη της Ελληνικής Επαναστά­σεως ως προς το Άργος, την περιοικίδα, τα πρόσωπα και γενικότερα την Παλιγγε­νεσία, όσον εν μέρει και για την μετεπαναστατική περίοδο.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Από το προσωπικό του αρχείο ο Αργείος οπλαρχηγός Δημήτριος Τσόκρης αναδύεται ατόφιος, όπως και ο Νικηταράς περίπου από το τμήμα του δικού του. Δύο στρατιωτικές μορφές αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα παρελαύνουν από τα εκδιδόμενα έγγραφα πάσης φύσεως. Κουντουριώτης, Λόντος, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, Μαυροκορδάτος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πλαπούτας, Γρηγόριος Δικαίος, Τομαράς, Γιατράκος, Κάββας, Χαραλάμπης, Θεόδωρος, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρωναίοι.

Του Θοδωράκη τα γράμματα περικλείουν μεί­ζον ενδιαφέρον. «Παιδί μου Τσόκρη», είναι η προσφώνησή του. Ο μελετητής θα βρει ποικίλου χαρακτήρα θέματα και ζητήματα σ’ αυτά τα γράμματα σε τόνους συναισθηματικούς, στρατιωτικούς, πατριωτικούς, για το κάθε τι, για τα στρατιωτικά, τα πολιτικά, τα παραστρατιωτικά πράγματα, για τις θέσεις που έπαιρνε ο γενικός Αρχηγός κάθε φορά επάνω σ’ αυτά. Σ’ ένα του γράμμα ο Θοδωράκης συνιστούσε στον Τσόκρη να συμπαρασταθεί στους αδελφούς Περούκα, γιατί δανειστές τους προσ­παθούσαν να σφετερισθούν κτήματά τους μ’ εντολή της Κυβερνήσεως το 1832.

Μνημείο χαρακτηρίζεται μία επιστολή από το Κάτω Μπέλεσι, του παπα-Αναστάση, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1824 προς τον Τσόκρη. Είμεθα δικοί σου, πρόθυμοι όλοι να θυσιασθούμε για το χατίρι σου, του έγραφε. Αλλά παρακαλούσαν «όσον δεν είναι αναμμένο το ντουφέκι, να τους απαρατήσουν». Και προσέθεταν ότι «ικετεύουν τον Κύριον να μην ανοίξη το ντουφέκι αδέλφια προς αδέλφια», αν όμως γίνει το «θέλημα του διαβόλου», μόλις ειδοποιηθούν μ’ ένα πουλάκι, φθάνουν αμέσως. Πρόκειται για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ο Τσόκρης που ανήκε στο Κολοκοτρωνικό στρατό­πεδο δεν είχε διαφορετική πολιτική.

Παρουσιάζοντας με σύντομα λόγια το περιεχόμενο του Τόμου θα διατυπώσω εκ προοιμίου ορισμένες πληροφοριακές παρατηρήσεις για μια ωχρά ενημέρωση της Αργειακής κοινωνίας.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πρώτον. Τα έγγραφα είναι όλα σχεδόν πρωτότυπα. Ενδιαφέρουν την Παλιγ­γενεσία κατά κύριο λόγο καθ’ εαυτά, όχι με αναφορά σε διαδοχική σειρά γεγονό­των σ’ εξέλιξη, ώστε να παρακολουθεί κανείς την αλληλουχία τους. Επομένως σπα­νίως υπάρχει κάποια σύνδεση των περιστατικών, στα οποία αναφέρονται τα έγγραφα.

Δεύτερον. Κάθε έγγραφο κάποια είδηση περιέχει, σχετική προς τα πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά πράγματα του πολέμου. Επομένως απεικονίζονται πτυχές του απελευθερωτικού Αγώνος και των χρόνων που ακολούθησαν. Κατά το πλείστον, οι άσχετες μεταξύ των χρονικώς, τοπικώς, ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα ειδήσεις των εγγράφων ασφαλώς είναι χρήσιμες και στον ερευνητή από­κειται δια συνδυασμού να τις συσχετίσει προς τα πράγματα και τα πρόσωπα και προ πάντων να τις εντάξει στην βραδέως διαμορφούμενη κρατική μηχανή του εξερχόμε­νου από την δουλεία Έθνους.

Τρίτον. Αν ο μελετητής του Αρχείου δεν βρει εντελώς άγνωστα επεισόδια του διεξαγομένου πολέμου, θα βρει κάποιες λεπτομέρειες πολύ χρήσιμες για την κατανόηση της δράσεως των προσώπων σε διάφορες περιπτώσεις, σε συσχετισμό μάλιστα με τα τοπικά πράγματα, με τις δυσκολίες του πολέμου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Τέταρτον. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία στα έγγραφα. Είναι, ας πούμε, παραστρατιωτικά, έχουν χαρακτήρα αστυνομικό. Στα δευτερεύοντα αυτά στοιχεία εν πολλοίς κρύπτεται ο παλαιός άνθρωπος της δουλείας που δεν απέβαλε ακόμη την αστάθεια της αποιχομένης καταστάσεως. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον πλησίον και το πιεστικό δίκαιο, προσπαθεί να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Για την μελέτη της νέας μορφής της κοινωνίας, όπως τείνει να σχηματοποιηθεί κάτω από την κλαγγή των όπλων μέσα στην μεταβατική περίοδο της εθνικής ζωής, τα προσφερόμενα αυτά στοιχεία, τα δευτερεύοντα, είναι πολύτιμα.

 

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο

 

Ήδη είναι ανάγκη να αναφέρω ότι το τμήμα του εκδιδομένου Αρχείου που φέρει τον τίτλο «Κυβερνητικά Έγγραφα» δεν έχει καμία σχέση με την συλλογή Τσόκρη, δηλ. με τα προσωπικά του έγγραφα. Αυτά τα έγγραφα του τμήματος μεταξύ των ετών 1823-1825 απευθύνονται προς το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό, το Υπουργείο Πολέμου από διάφορα άτομα ή υπηρεσίες, και προσωπικά προς τον Αλ.
Μαυροκορδάτο, όχι όμως για προσωπικά του ζητήματα αλλά της Κυβερνήσεως, αφού ήταν Γεν. Γραμματεύς του Εκτελεστικού. Τα θιγόμενα θέματα είναι εντελώς άσχετα προς τον Τσόκρη και την περιοχή του, είναι σαφώς δημόσια έγγραφα, που οπωσδήποτε περιέχουν ειδήσεις και αυτές αναλύονται στην Εισαγωγή του Τόμου, πλην όμως προκαλούν ενδιαφέρον για τον ερευνητή.

Σ’ ένα έγγραφο απ’ αυτά, στις 17 Οκτωβρίου ο Έπαρχος Μυκόνου και Σύρας απευθύνεται στο Εκτελεστικό και του συνιστά τον παρουσιαζόμενο Γάλλο Φιλέλληνα Αλέξανδρο Jacgerschmid (Τζακγκερσμίντ), προερχόμενον από την Μασσαλία, για να ταχθεί «εις δούλευσιν της πατρίδος μας». Κακογραμμένο το όνομα του Γάλλου φιλέλληνα δεν διαβαζόταν καλά. Οι εκδότες του Τόμου δια της κ. Ιλεάνας Κ. Κοτσώνη απευθύνθηκαν στον Γάλλο καθηγητή της κ. Roger Milliex και αυτός μέσω του Γάλλου γραφολόγου καθηγητού Hugues Jean de Dianoux μας έδωκε από το Παρίσι την σωστή ανάγνωση του ονόμα­τος του Alex Jacgerschmid και την πληροφορία ότι αυτός ο ίδιος εξέδωσε το 1829 στο Παρίσι το ταξιδιωτικό βιβλίο «Athènes et Constantinople», με απόψεις και διαγράμ­ματα των σημαντικότερων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με έγγραφα που συνελέγησαν επί τόπου κατά τα έτη 1825-1828.

Άλλα δύο έγγραφα άσχετα και προς την Αργολίδα και τον Τσόκρη και τον Αγώνα, περιέχονται στον τόμο. Μάλιστα είναι τα παλαιότερα του όλου εκδιδομένου Αρχείου και ανήκουν στην πρώτη δέσμη της συλλογής «Δαναού». Εξ αυτών το ένα είναι γραμμένο σε παλαιά σλαβωνική δυσκολομετάφραστη γλώσσα. Λοιπόν κατά το σωτήριο έτος 1791 οι δημογέροντες της Πέτσας (Σπετσών) βεβαιώνουν ότι ήταν συνεταιρισμένοι καραβοκύρηδες ο Ανάργυρος Παύλου και ο Αναστάσης Μπούφας. Ο δεύτερος ήταν χρεωμένος στην οικογένεια Μαυρογένη και η Υψηλή Πύλη έσπευσε να κατασχέσει το μερίδιο Μπούφα μόλις ο Μαυρογένης καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του εδημεύθη. Και το ρωσικό έγγραφο στηρίζεται σε μαρτυρίες επισήμων Τούρκων για να βεβαιώσει πώς ο Αναστάσης Μπούφας, κάτοικος Ύδρας, χρωστούσε στον Μαυρογένη 6.500 πιάστρα και για να εισπραχθούν αυτά από το δημόσιο της Τουρκίας πουλήθηκε το μερίδιό του από το μαζικό σκάφος Παύλου – Μπούφα. Αναδύεται από τα έγγραφα αυτά ο Νικόλαος Μαυρογένης. Ήταν δραγομάνος του Στόλου κατά τα έτη 1770-1786. Φίλος του Kαπουδάν – πασά Χασάν πασά Τζεζαερλή, τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κατά την επιχείρηση εναντίον των Αλβανών μετά τα Ορλωφικά.

Τον Ιούλιο 1779 αναφέρεται ότι είχαν προσορμισθεί στους Μύλους του Άργους και συνεννοούντο με τους Κλέφτες για συνεργασία εναν­τίον των Αλβανών. Αυτός συνέβαλε στην συνεργασία των. Έδωκαν εμπιστοσύνη οι Κλέφτες στον Τούρκο ναύαρχο και συνέπραξαν στην εξόντωση των Αλβανών, για να ησυχάσει ο τόπος, χάρις στην μεσολάβηση του δραγομάνου Μαυρογένη[1]. Αλλ’ ο Μαυρογένης κατόρθωσε να σχετισθεί και πιο πέρα με τα Πελοποννησιακά πράγματα.

Πρώτον ρυθμίζοντας διαμάχη των Μανιατών μπέηδων Κουτήφαρη και Τρουπάκη· από τον καταδικασμένο σε θάνατο Κουτήφαρη έλαβε χρεωστική ομολογία και ανέλαβε αυτός να πληρώσει στην τουρκική εξουσία το προϊόν της δημευθείσης πε­ριουσίας του καταδικασθέντος μπέη, παίρνοντας σ’ αντάλλαγμα μέγα μέρος της περιουσίας του [2].

Δεύτερον ο Μαυρογένης συνέβαλε στην εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για την πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου και μέσα στο σχέδιο αυτό ήταν η εξόντωση του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά της Μάνης [3]. Στα πολύτιμα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρονται τα εξής: «Τους 1780 εκατέβη ο καπετάνμπεης κ’ εχάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη· ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθο­νήσι…, ο Παναγιώταρος επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτες και υποσχέθηκαν να πάνε και ο δραγουμάνος Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη μπέη και δια να τον κάμη μπέη αλικότισε (=εμπόδισε) την βοήθεια και επήρε το κάστρο»[4].

Ο δραγομάνος του Στόλου Ν. Μαυρογένης το 1786 εξελέγη ηγεμών Βλαχίας. Διάδοχός του δραγομάνος του Στόλου έγινε ο ανεψιός του Στ. Μαυρογένης. Ομολο­γουμένως η προσφορά των Φαναριωτών προς το υπόδουλο Έθνος υπήρξε σημαντι­κή, όχι παραπάνω από την υπηρεσία τους προ τον κατακτητή. Αλλά το τίμημα για όσους ανήρχοντο στ’ ανώτατα αξιώματα ήταν βαρύ. Συχνά πλήρωσαν με την ζωή τους. Την 8 Ιουλίου 1790 ο Ν. Μαυρογένης έχασε τον ηγεμονικό θρόνο. Την 1 Οκτωβρίου του ιδίου έτους αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του εδημεύθη [5]. Έτσι ο Υδραίος πλοιοκτήτης Μπούφας έχασε το μερίδιό του από το συνεταιρικό καΐκι με τον Παύλο. Το τουρκικό δημόσιο φρόντισε να εισπράξει το χρέος του προς τον Μαυρογένη. Τα δύο έγγραφα του Αργειακού Αρχείου (άγνωστο πώς κατέληξαν στον «Δα­ναό») μας υποχρέωσαν ν’ ανασκαλέψουμε τις σχέσεις των Μαυρογένηδων με την Πελοπόννησο. Προφανές είναι, ότι τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την έρευνα.

Προσπάθησα, όσο μπορούσα συντομότερα, να δώσω μία ωχρά εικόνα του περιεχομένου – και της αξίας – του ογκώδους αυτού Τόμου, τον οποίον εξέδωσε ο «Δαναός» και παρουσιάζει κατά τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του. Δύο στελέχη της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματεύς) τον προσωπικό τους μόχθο για την έκδοση του Τόμου από του βήματος τούτου καταθέ­τουν, προς τιμή και δόξα του γεραρού «Δαναού».

ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994.

 

 Υποσημειώσεις


* Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Έτος Εκατονταετηρίδας (1894-1994). ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994, σσ. 567 (ανατύπωσις από τον τ. Κ’ (1992-93) των «Πελοποννησιακών»).

1 Π. Κοντογιάννη, Oι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β’ Ρωσο-τουρκικόν πόλεμον, εν Αθήναις 1903, σ.σ. 431- 432.

2 Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967, σσ. 170-171.

3 Αυτόθι, σσ. 171-172.

4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων, επανέκδ. Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπου­δών, Αθήναι 1981, σσ. 6-7.

5 Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 105 κέξ.

 

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.

  

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.