Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Κουγέας, Μαυρομιχάλης, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη |
Αργυρόπουλος Π. Δημήτριος (1892-1972)
O Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (1892-1972) ήταν Έλληνας πρέσβης. Γεννήθηκε στο Άργος το 1892. Γονείς του ήσαν ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος, έμπορος και ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού συλλόγου «Δαναός» και η Ελένης Γκότση· βαπτίστηκε από τον Δημήτριο Βαρδουνιώτη, διακεκριμένο νομικό και ιστορικό του Άργους. Mικρότερος από τα αδέλφια του, στενά συνδεόταν με τη μεγαλύτερή του αδελφή Αναστασία Χαρ. Μαυράκη και τα παιδιά της.
Ο Δ. Αργυρόπουλος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη. Eισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις· γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.
Mετά την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη· εκεί συμμετέχει στις ενέργειες για τη ματαίωση του ελληνο-βουλγαρικού πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ (1924), το οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε λόγο του στην Κοινωνία των Εθνών, αποκάλεσε θνησιγενές.
Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη, γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ, γενικός πρόξενος στο Αμβούργο, σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία. Toν Σεπτέμβριο 1939, αναλαμβάνει καθήκοντα γενικού προξένου στα Τίρανα όπου παρέμεινε έως τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945 (υπουργός Στρατιωτικών Ν. Πλαστήρας) με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα». Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Yπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.
Ως Διευθυντής υποθέσεων Eκκλησιών και Aπόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Ν. Bohr.
Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας, με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα· έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή. Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ Μ. Παλαιολόγου· κόρη τους είναι η Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών Ε.Ι.Ε. (Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών).
Πηγή
-
Αρχείο Οικογένειας Αργυρόπουλου – Ρωξάνη Αργυροπούλου
Αναρτήθηκε στις Άργος, Πρὀσωπα | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργυρόπουλος Π. Δημήτριος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Πρόσωπα, Πρέσβης | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοτικά, Δημοτικά τραγούδια, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κωνσταντίνος Ρωμαίος, Κολοκοτρώνης, Λαογραφία, Πελοπόννησος, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη |
Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άρθρα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ανακοίνωση, Δημοτικά τραγούδια, Επανάσταση 21, Ιστορία, Λαογραφία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Ψηφιακές Συλλογές |
Λασκαρίδης Ευρυσθένης – Ο συγγραφέας του δίτομου έργου «Κιανά»
Γιατρός Μικροβιολόγος με καταγωγή από την Κίο της Μ. Ασίας. Η οικογένειά του ήταν από τις επιφανείς της ελληνικής κοινότητας της Κίου. Ο πατέρας του, Αριστοτέλης, συντέλεσε μαζί με άλλους στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου της Κίου. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο 27° Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης που ανέλαβε τη φρούρηση του τομέα της Κίου μέχρι Παζάρ-κιοϊ και Γιάλβα. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και στην Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε και πέθανε στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν πολύ φιλάνθρωπος. Δεν έπαιρνε χρήματα από όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Δεν έκανε δική του οικογένεια. Είχε μια αδελφή που απέκτησε δύο κόρες. Η μια από αυτές παντρεύτηκε κάποιον από την οικογένεια Βελλίδη στη Θεσσαλονίκη.
Δέκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκε επιτροπή με σκοπό τη συλλογή υλικού για την έκδοση βιβλίου σχετικού με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Αν. Πινάτσης. Το έργο όμως δεν ολοκληρώθηκε από την επιτροπή αυτή λόγω των δυσμενών συνθηκών που ακολούθησαν (β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, θάνατοι μελών κτλ). Συγκεκριμένα, όταν πέθανε και ο λογογράφος Αντ. Θεοδωρίδης έχοντας γράψει μόνο για την αρχαία πόλη, όσοι είχαν απομείνει από την επιτροπή ανέθεσαν στον Ευρυσθένη Λασκαρίδη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση του έργου. Αυτός στην αρχή αρνήθηκε, αλλά τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη συγκέντρωση πληροφοριών, την προσθήκη νέων στοιχείων και την οργάνωση και καταγραφή τους σε δύο τόμους. Ο αρχικός τίτλος «Λεύκωμα της Κίου» άλλαξε σε «Κιανά».
Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην ιστορία της Κίου από την αρχαιότητα μέχρι το 1922, ενώ ο δεύτερος στο Βίο, τη Θρησκεία και τη Γλώσσα των Κιανών. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1966 με τη φροντίδα και την ευθύνη του Ευρυσθένη Λασκαρίδη. Σκοπός του έργου ήταν η γνωριμία των νεώτερων με την χαμένη πατρίδα της Κίου, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της, την ιστορία της, τη χαμένη ακμή της. Τα έσοδα σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής θα δίνονταν για ενίσχυση των φτωχών μαθητών της Νέας Κίου.
Πηγή
-
Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.
Αναρτήθηκε στις Λογοτέχνες - Ιστορικοί, Νέα Κίος, Πρὀσωπα | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Βιογραφίες, Γιατρός, Κιανά, Λασκαρίδης Ευρυσθένης, Μικρά Ασία, Νέα Κίος, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Συγγραφέας | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ανακοίνωση, Ενετοκρατία, Ενετοκρατούμενη Πελοπόννησος, Θάνος Δ. Κριμπάς, Ιστορία, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά, Ψηφιακές Συλλογές, Ψηφιακή βιβλιοθήκη |
Αργολικό Ιστορικό Αρχείο (1791 – 1878)[*]
Το πιο κάτω κείμενο, που αφορά στην έκδοση του «Αργολικού Ιστορικού Αρχείου» από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», αποτελεί περίληψη ομιλίας του Τάσου Γριτσόπουλου που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του «Δαναού» την 3η Μαΐου 1994.
Μέσα από τούς κόλπους του «Δαναού» ένας τόμος Αργολικός φύτρωσε με πολύτιμη Αργολική και άλλη ιστορική ύλη. Και περιλαμβάνει αυτός ο τόμος έντυπη την αρχειακή συλλογή, που φιλοξενεί, διασφαλίζει και συντηρεί ως ιερό θησαύρισμα ο «Δαναός» στις αρχειοθήκες του με την επωνυμία «Αρχείον Τσόκρη» και «Ιστορικόν Αρχείον Άργους».
Από το 1951 στην κατοχή του «Δαναού» βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη. Μαζί με δύο άλλες μικρές συλλογές (απαρτίζουν συνολικά περίπου 600 έγγραφα). Αυτά περιέχονται σ’ αυτόν τον Τόμο, που τιτλοφορήθηκε «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον». Ταξινομημένο λοιπόν το «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον» του τόμου έχει υποδιαιρεθεί σ’ επί μέρους ενότητες.
Πρώτη είναι η ενότητα με το κυρίως προσωπικό αρχείο Τσόκρη.
Δεύτερη είναι ένα τμήμα από το προσωπικό αρχείο Νικηταρά.
Χ ω ρ ι σ τ ή κατάταξη έχουν άλλα δημόσια έγγραφα, που συμπληρώνονται με ιδιωτικά και μετεπαναστατικά έγγραφα.
Σε γενική θεώρηση πρόκειται για πολύτιμη ιστορική ύλη, για μία νέα πηγή για την μελέτη της Ελληνικής Επαναστάσεως ως προς το Άργος, την περιοικίδα, τα πρόσωπα και γενικότερα την Παλιγγενεσία, όσον εν μέρει και για την μετεπαναστατική περίοδο.
Από το προσωπικό του αρχείο ο Αργείος οπλαρχηγός Δημήτριος Τσόκρης αναδύεται ατόφιος, όπως και ο Νικηταράς περίπου από το τμήμα του δικού του. Δύο στρατιωτικές μορφές αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα παρελαύνουν από τα εκδιδόμενα έγγραφα πάσης φύσεως. Κουντουριώτης, Λόντος, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, Μαυροκορδάτος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πλαπούτας, Γρηγόριος Δικαίος, Τομαράς, Γιατράκος, Κάββας, Χαραλάμπης, Θεόδωρος, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρωναίοι.
Του Θοδωράκη τα γράμματα περικλείουν μείζον ενδιαφέρον. «Παιδί μου Τσόκρη», είναι η προσφώνησή του. Ο μελετητής θα βρει ποικίλου χαρακτήρα θέματα και ζητήματα σ’ αυτά τα γράμματα σε τόνους συναισθηματικούς, στρατιωτικούς, πατριωτικούς, για το κάθε τι, για τα στρατιωτικά, τα πολιτικά, τα παραστρατιωτικά πράγματα, για τις θέσεις που έπαιρνε ο γενικός Αρχηγός κάθε φορά επάνω σ’ αυτά. Σ’ ένα του γράμμα ο Θοδωράκης συνιστούσε στον Τσόκρη να συμπαρασταθεί στους αδελφούς Περούκα, γιατί δανειστές τους προσπαθούσαν να σφετερισθούν κτήματά τους μ’ εντολή της Κυβερνήσεως το 1832.
Μνημείο χαρακτηρίζεται μία επιστολή από το Κάτω Μπέλεσι, του παπα-Αναστάση, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1824 προς τον Τσόκρη. Είμεθα δικοί σου, πρόθυμοι όλοι να θυσιασθούμε για το χατίρι σου, του έγραφε. Αλλά παρακαλούσαν «όσον δεν είναι αναμμένο το ντουφέκι, να τους απαρατήσουν». Και προσέθεταν ότι «ικετεύουν τον Κύριον να μην ανοίξη το ντουφέκι αδέλφια προς αδέλφια», αν όμως γίνει το «θέλημα του διαβόλου», μόλις ειδοποιηθούν μ’ ένα πουλάκι, φθάνουν αμέσως. Πρόκειται για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ο Τσόκρης που ανήκε στο Κολοκοτρωνικό στρατόπεδο δεν είχε διαφορετική πολιτική.
Παρουσιάζοντας με σύντομα λόγια το περιεχόμενο του Τόμου θα διατυπώσω εκ προοιμίου ορισμένες πληροφοριακές παρατηρήσεις για μια ωχρά ενημέρωση της Αργειακής κοινωνίας.
Πρώτον. Τα έγγραφα είναι όλα σχεδόν πρωτότυπα. Ενδιαφέρουν την Παλιγγενεσία κατά κύριο λόγο καθ’ εαυτά, όχι με αναφορά σε διαδοχική σειρά γεγονότων σ’ εξέλιξη, ώστε να παρακολουθεί κανείς την αλληλουχία τους. Επομένως σπανίως υπάρχει κάποια σύνδεση των περιστατικών, στα οποία αναφέρονται τα έγγραφα.
Δεύτερον. Κάθε έγγραφο κάποια είδηση περιέχει, σχετική προς τα πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά πράγματα του πολέμου. Επομένως απεικονίζονται πτυχές του απελευθερωτικού Αγώνος και των χρόνων που ακολούθησαν. Κατά το πλείστον, οι άσχετες μεταξύ των χρονικώς, τοπικώς, ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα ειδήσεις των εγγράφων ασφαλώς είναι χρήσιμες και στον ερευνητή απόκειται δια συνδυασμού να τις συσχετίσει προς τα πράγματα και τα πρόσωπα και προ πάντων να τις εντάξει στην βραδέως διαμορφούμενη κρατική μηχανή του εξερχόμενου από την δουλεία Έθνους.
Τρίτον. Αν ο μελετητής του Αρχείου δεν βρει εντελώς άγνωστα επεισόδια του διεξαγομένου πολέμου, θα βρει κάποιες λεπτομέρειες πολύ χρήσιμες για την κατανόηση της δράσεως των προσώπων σε διάφορες περιπτώσεις, σε συσχετισμό μάλιστα με τα τοπικά πράγματα, με τις δυσκολίες του πολέμου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.
Τέταρτον. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία στα έγγραφα. Είναι, ας πούμε, παραστρατιωτικά, έχουν χαρακτήρα αστυνομικό. Στα δευτερεύοντα αυτά στοιχεία εν πολλοίς κρύπτεται ο παλαιός άνθρωπος της δουλείας που δεν απέβαλε ακόμη την αστάθεια της αποιχομένης καταστάσεως. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον πλησίον και το πιεστικό δίκαιο, προσπαθεί να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Για την μελέτη της νέας μορφής της κοινωνίας, όπως τείνει να σχηματοποιηθεί κάτω από την κλαγγή των όπλων μέσα στην μεταβατική περίοδο της εθνικής ζωής, τα προσφερόμενα αυτά στοιχεία, τα δευτερεύοντα, είναι πολύτιμα.
Ήδη είναι ανάγκη να αναφέρω ότι το τμήμα του εκδιδομένου Αρχείου που φέρει τον τίτλο «Κυβερνητικά Έγγραφα» δεν έχει καμία σχέση με την συλλογή Τσόκρη, δηλ. με τα προσωπικά του έγγραφα. Αυτά τα έγγραφα του τμήματος μεταξύ των ετών 1823-1825 απευθύνονται προς το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό, το Υπουργείο Πολέμου από διάφορα άτομα ή υπηρεσίες, και προσωπικά προς τον Αλ.
Μαυροκορδάτο, όχι όμως για προσωπικά του ζητήματα αλλά της Κυβερνήσεως, αφού ήταν Γεν. Γραμματεύς του Εκτελεστικού. Τα θιγόμενα θέματα είναι εντελώς άσχετα προς τον Τσόκρη και την περιοχή του, είναι σαφώς δημόσια έγγραφα, που οπωσδήποτε περιέχουν ειδήσεις και αυτές αναλύονται στην Εισαγωγή του Τόμου, πλην όμως προκαλούν ενδιαφέρον για τον ερευνητή.
Σ’ ένα έγγραφο απ’ αυτά, στις 17 Οκτωβρίου ο Έπαρχος Μυκόνου και Σύρας απευθύνεται στο Εκτελεστικό και του συνιστά τον παρουσιαζόμενο Γάλλο Φιλέλληνα Αλέξανδρο Jacgerschmid (Τζακγκερσμίντ), προερχόμενον από την Μασσαλία, για να ταχθεί «εις δούλευσιν της πατρίδος μας». Κακογραμμένο το όνομα του Γάλλου φιλέλληνα δεν διαβαζόταν καλά. Οι εκδότες του Τόμου δια της κ. Ιλεάνας Κ. Κοτσώνη απευθύνθηκαν στον Γάλλο καθηγητή της κ. Roger Milliex και αυτός μέσω του Γάλλου γραφολόγου καθηγητού Hugues Jean de Dianoux μας έδωκε από το Παρίσι την σωστή ανάγνωση του ονόματος του Alex Jacgerschmid και την πληροφορία ότι αυτός ο ίδιος εξέδωσε το 1829 στο Παρίσι το ταξιδιωτικό βιβλίο «Athènes et Constantinople», με απόψεις και διαγράμματα των σημαντικότερων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με έγγραφα που συνελέγησαν επί τόπου κατά τα έτη 1825-1828.
Άλλα δύο έγγραφα άσχετα και προς την Αργολίδα και τον Τσόκρη και τον Αγώνα, περιέχονται στον τόμο. Μάλιστα είναι τα παλαιότερα του όλου εκδιδομένου Αρχείου και ανήκουν στην πρώτη δέσμη της συλλογής «Δαναού». Εξ αυτών το ένα είναι γραμμένο σε παλαιά σλαβωνική δυσκολομετάφραστη γλώσσα. Λοιπόν κατά το σωτήριο έτος 1791 οι δημογέροντες της Πέτσας (Σπετσών) βεβαιώνουν ότι ήταν συνεταιρισμένοι καραβοκύρηδες ο Ανάργυρος Παύλου και ο Αναστάσης Μπούφας. Ο δεύτερος ήταν χρεωμένος στην οικογένεια Μαυρογένη και η Υψηλή Πύλη έσπευσε να κατασχέσει το μερίδιο Μπούφα μόλις ο Μαυρογένης καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του εδημεύθη. Και το ρωσικό έγγραφο στηρίζεται σε μαρτυρίες επισήμων Τούρκων για να βεβαιώσει πώς ο Αναστάσης Μπούφας, κάτοικος Ύδρας, χρωστούσε στον Μαυρογένη 6.500 πιάστρα και για να εισπραχθούν αυτά από το δημόσιο της Τουρκίας πουλήθηκε το μερίδιό του από το μαζικό σκάφος Παύλου – Μπούφα. Αναδύεται από τα έγγραφα αυτά ο Νικόλαος Μαυρογένης. Ήταν δραγομάνος του Στόλου κατά τα έτη 1770-1786. Φίλος του Kαπουδάν – πασά Χασάν πασά Τζεζαερλή, τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κατά την επιχείρηση εναντίον των Αλβανών μετά τα Ορλωφικά.
Τον Ιούλιο 1779 αναφέρεται ότι είχαν προσορμισθεί στους Μύλους του Άργους και συνεννοούντο με τους Κλέφτες για συνεργασία εναντίον των Αλβανών. Αυτός συνέβαλε στην συνεργασία των. Έδωκαν εμπιστοσύνη οι Κλέφτες στον Τούρκο ναύαρχο και συνέπραξαν στην εξόντωση των Αλβανών, για να ησυχάσει ο τόπος, χάρις στην μεσολάβηση του δραγομάνου Μαυρογένη[1]. Αλλ’ ο Μαυρογένης κατόρθωσε να σχετισθεί και πιο πέρα με τα Πελοποννησιακά πράγματα.
Πρώτον ρυθμίζοντας διαμάχη των Μανιατών μπέηδων Κουτήφαρη και Τρουπάκη· από τον καταδικασμένο σε θάνατο Κουτήφαρη έλαβε χρεωστική ομολογία και ανέλαβε αυτός να πληρώσει στην τουρκική εξουσία το προϊόν της δημευθείσης περιουσίας του καταδικασθέντος μπέη, παίρνοντας σ’ αντάλλαγμα μέγα μέρος της περιουσίας του [2].
Δεύτερον ο Μαυρογένης συνέβαλε στην εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για την πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου και μέσα στο σχέδιο αυτό ήταν η εξόντωση του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά της Μάνης [3]. Στα πολύτιμα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρονται τα εξής: «Τους 1780 εκατέβη ο καπετάνμπεης κ’ εχάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη· ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθονήσι…, ο Παναγιώταρος επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτες και υποσχέθηκαν να πάνε και ο δραγουμάνος Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη μπέη και δια να τον κάμη μπέη αλικότισε (=εμπόδισε) την βοήθεια και επήρε το κάστρο»[4].
Ο δραγομάνος του Στόλου Ν. Μαυρογένης το 1786 εξελέγη ηγεμών Βλαχίας. Διάδοχός του δραγομάνος του Στόλου έγινε ο ανεψιός του Στ. Μαυρογένης. Ομολογουμένως η προσφορά των Φαναριωτών προς το υπόδουλο Έθνος υπήρξε σημαντική, όχι παραπάνω από την υπηρεσία τους προ τον κατακτητή. Αλλά το τίμημα για όσους ανήρχοντο στ’ ανώτατα αξιώματα ήταν βαρύ. Συχνά πλήρωσαν με την ζωή τους. Την 8 Ιουλίου 1790 ο Ν. Μαυρογένης έχασε τον ηγεμονικό θρόνο. Την 1 Οκτωβρίου του ιδίου έτους αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του εδημεύθη [5]. Έτσι ο Υδραίος πλοιοκτήτης Μπούφας έχασε το μερίδιό του από το συνεταιρικό καΐκι με τον Παύλο. Το τουρκικό δημόσιο φρόντισε να εισπράξει το χρέος του προς τον Μαυρογένη. Τα δύο έγγραφα του Αργειακού Αρχείου (άγνωστο πώς κατέληξαν στον «Δαναό») μας υποχρέωσαν ν’ ανασκαλέψουμε τις σχέσεις των Μαυρογένηδων με την Πελοπόννησο. Προφανές είναι, ότι τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την έρευνα.
Προσπάθησα, όσο μπορούσα συντομότερα, να δώσω μία ωχρά εικόνα του περιεχομένου – και της αξίας – του ογκώδους αυτού Τόμου, τον οποίον εξέδωσε ο «Δαναός» και παρουσιάζει κατά τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του. Δύο στελέχη της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματεύς) τον προσωπικό τους μόχθο για την έκδοση του Τόμου από του βήματος τούτου καταθέτουν, προς τιμή και δόξα του γεραρού «Δαναού».
ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994.
Υποσημειώσεις
* Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Έτος Εκατονταετηρίδας (1894-1994). ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994, σσ. 567 (ανατύπωσις από τον τ. Κ’ (1992-93) των «Πελοποννησιακών»).
1 Π. Κοντογιάννη, Oι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β’ Ρωσο-τουρκικόν πόλεμον, εν Αθήναις 1903, σ.σ. 431- 432.
2 Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967, σσ. 170-171.
3 Αυτόθι, σσ. 171-172.
4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων, επανέκδ. Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1981, σσ. 6-7.
5 Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 105 κέξ.
Πηγή
- Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.
Αναρτήθηκε στις Βιβλία - Αργολίδα | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Άρθρα, Αργολικό Ιστορικό Αρχείο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Δαναός, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πολιτισμός, Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημητσάνα, Επανάσταση 21, Εκπαίδευση, Ζυγοβίστι, Ιστορία, Κολοκοτρώνης, Νεόφυτος Φωτεινόπουλος, Πελοπόννησος, Ψηφιακές Συλλογές, Kolokotronis Theodoros |
Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), Λαογραφία, Μελέτες, Πελοπόννησος, Ποιητές, Τσοπανάκος, Ψηφιακές Συλλογές |
Η γέννηση του Ιησού – «Βρέφος Κείμενον εν Φάτνη»
Οι αρχαιότερες και πλέον αξιόπιστες πηγές που έχει στη διάθεσή της η έρευνα του βίου του Ιησού είναι αναμφισβήτητα τα Ευαγγέλια. Τα σχετικά με τη σύλληψη και γέννηση του θείου βρέφους διασώζονται σε δύο διηγήσεις, που περιέχονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (1:18-2:23) και του Λουκά (1:26-56 και 2:1-40). Οι δυο εκδοχές συμφωνούν σε πολλά σημεία, ωστόσο δεν λείπουν και οι διαφορές, οι οποίες δεν περιορίζονται στην παρουσίαση των γεγονότων, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο με τον οποίο ο Ματθαίος και ο Λουκάς συσχετίζουν τη γέννηση του Ιησού με την ευρύτερη ιουδαϊκή παράδοση. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας και των διαφορετικών ποιμαντικών προτεραιοτήτων που καλούνταν να εξυπηρετήσει καθένα από τα ευαγγελικά κείμενα.
Από μια πληθώρα προφορικών και γραπτών παραδόσεων περί του Ιησού που είχε στη διάθεσή του, ο κάθε συγγραφέας αξιοποίησε τα σημεία εκείνα που ανταποκρίνονταν στους σκοπούς της συγγραφής και στις εθνικές ή πνευματικές ιδιαιτερότητες των παραληπτών του κειμένου.[1] Παρά τις διαφορές, όμως, είναι προφανές πως οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις διηγήσεις της γεννήσεως προκειμένου να εντάξουν τον Ιησού στην ιστορία της σωτηρίας.
Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενικώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.
Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεννήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρήσει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χριστού».
Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Μαρτίνα και την Αγία Αγνή (1-597-99). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη.
Σχετικά με το έτερο χρονολογικό στοιχείο που παρέχει το Ευαγγέλιο του Λουκά, τη ρωμαϊκή απογραφή, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ασαφή. Ο ιερός συγγραφέας την αποδίδει σε απόφαση του Καίσαρα Αυγούστου (27 π.Χ,- 14 μ.Χ.)· επίσης, συνδέει τη διενέργειά της με τον έξαρχο της Συρίας Κυρήνιο. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στο διάστημα εντός του οποίου υπολογίζεται η γέννηση (6 – 4 π.Χ.) έξαρχοι στη Συρία ήταν αρχικά ο Σέντιος Σατουρνίνος και κατόπιν ο Κουιντίλιος Βάρος, ο οποίος βρισκόταν εν ενεργεία όταν πέθανε ο Ηρώδης ο Μέγας. Ο Κυρήνιος, που αναφέρει ο Λουκάς, ηγεμόνευε στη Συρία κατά την εποχή του θανάτου του Αρχέλαου, γιου και διαδόχου του Ηρώδη, το 6 μ.Χ., και ήταν πράγματι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή απογραφής, προκειμένου να επανακαθοριστούν τα ποσά των φόρων.
Επομένως, η απογραφή που υποτίθεται πως ανάγκασε τον Ιωσήφ να μεταβεί με την έγκυο Μαρία στη Βηθλεέμ έγινε, στην πραγματικότητα, περίπου μια δεκαετία αργότερα.[2] Πρόκειται, άραγε, για σύγχυση του έτους της απογραφής με το έτος θανάτου του Ηρώδη, στην οποία περιπίπτει ο Λουκάς παρασυρόμενος από τις πηγές του; Ή μήπως το όλο σκηνικό της απογραφής είναι ένα συνειδητό τέχνασμα του συγγραφέα, στην προσπάθειά του να διασυνδεθεί τον γνωστό σε όλους ως «Ναζωραίο», Ιησού, με την πόλη του Δαβίδ, προσδίδοντάς του μεσσιανικό κύρος; Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς.
Όμως, η χρονολογική τοποθέτηση δεν είναι το μοναδικό ανακριβές στοιχείο σχετικά με την απογραφή του Κυρηνίου. Η τελευταία αφορούσε τους κατοίκους της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας και όχι της Γαλιλαίας, επομένως δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σ’ αυτήν ο Ιωσήφ, που κατοικούσε στη Ναζαρέτ. Ακόμη περισσότερο, η απογραφή αυτή (όπως, άλλωστε, οι περισσότερες απογραφές της αρχαιότητας) είχε σκοπό να συνδέσει τους υπηκόους της αυτοκρατορίας με τη γη τους, ώστε να καταγραφούν επακριβώς οι γαιοκτησίες και να υπολογιστούν οι φόροι. Το σύνηθες, επομένως, ήταν να μετακινούνται οι απογραφείς και όχι οι φορολογούμενοι.[3]
Όλα αυτά εισάγουν στο γενικότερο προβληματισμό αναφορικά με την ιστορική ακρίβεια των συνδεόμενων με τη γέννηση περιστατικών. Ο Λουκάς την τοποθετεί σ’ ένα ποιμενικό σκηνικό, περιγράφοντάς την ουράνια όραση των βοσκών της περιοχής, που τους μετέτρεψε σε πρώτους κήρυκες της ενανθρώπισης (Λκ. 2:13-20). Το σκηνικό του Κατά Ματθαίον είναι συνθετότερο. Αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννηση, «μάγοι από ανατολών» επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας την επιθυμία να προσκυνήσουν τον αρτιγέννητο βασιλιά (Μτ. 2:1-2). Το γεγονός ότι σοφοί άνδρες από την Ανατολή (πιθανότατα Πέρσες ιερείς του ζωροαστρισμού) υπεβλήθησαν στον κόπο ενός μακρινού ταξιδιού προκειμένου να προσκυνήσουν ένα ταπεινό «παιδίον» (Μτ. 2:11), χαρίζοντάς του, μάλιστα, πολύτιμα δώρα, είναι από μόνο του εντυπωσιακό και αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της γέννησης.
Ο Ιησούς παρουσιάζεται ήδη από την παιδική του ηλικία ως βασιλιάς, ιερέας και προφήτης (τριπλός συμβολισμός των δώρων των Μάγων)· αυτό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη γενική εικόνα που είχαν για τον Ιησού, ως υιό του ξυλουργού Ιωσήφ, οι σύγχρονοί του. Ισχύει κι εδώ ό,τι και στην περίπτωση της υποδοχής του Ιησού στο Ναό από τον Συμεών, την ημέρα της περιτομής· ο δίκαιος και ευλαβής γέροντας «βλέπει» στο πρόσωπο του βρέφους εκείνο που δεν είναι σε θέση να δει ο πολύς κόσμος: τη θεία αποστολή του (Λκ. 2:25-35).
Η φύση του αστέρα που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα τη θεολογία, αλλά και την αστρονομία. Κατά καιρούς οι επιστήμονες έχουν δώσει διάφορες ερμηνείες: ότι επρόκειτο για σύνοδο πλανητών, για υπερκαινοφανή αστέρα, για κομήτη, ακόμη και για μετεωρίτη. Η σύγχρονη αστρονομία, ωστόσο, δεν θεωρεί πειστικές τις ερμηνείες αυτές. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο η φύση του φαινομένου όσο η αξία του ως «σημείου» της έλευσης του Μεσσία, της γέννησης ενός βασιλιά.
Στη συνέχεια ο Ματθαίος καταγράφει την αντίδραση του Ηρώδη: διέταξε τη σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και των περιχώρων «από διετούς και κατωτέρω» (Μτ. 2:16). Η απόφαση αυτή δεν ξενίζει, καθώς γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης ο Μέγας υπήρξε μέγας παράφρων. Διακατεχόμενος από παθολογική φοβία μήπως συνωμοτούν εναντίον του, είχε δολοφονήσει κατά καιρούς πολλούς συγγενείς του, τις συζύγους του, ακόμη και ορισμένους γιους του, αλλά και αξιωματούχους και αρχιερείς που δεν κατόρθωναν να αποκτήσουν την εύνοιά του.

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).
Ενδεικτική του ήθους του ανδρός είναι η διαταγή που έδωσε λίγες ώρες πριν πεθάνει μέσα σε φρικτούς πόνους «σκωληκόβρωτος», να συγκεντρώσουν τους άρχοντες του ιουδαϊκού λαού στον Ιππόδρομο και να τους εκτελέσουν μόλις ξεψυχήσει, ώστε η μέρα αυτή να είναι αναγκαστικά ημέρα γενικού πένθους – αφού γνώριζε όχι κανείς δεν επρόκειτο να θρηνήσει για το δικό του θάνατο. Δεν είναι, επομένως, διόλου απίθανο ένας τέτοιος κακούργος να διέταξε τη σφαγή. Ωστόσο, αν αναλογιστούμε ότι η εν λόγω περιοχή δεν είχε περισσότερα από χίλια άτομα πληθυσμό, αλλά και ότι μια εκτεταμένη σφαγή θα προκαλούσε την εξέγερση του λαού, πρέπει να δεχθούμε ότι ο αριθμός των σφαγιασθέντων νηπίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30 – 40.[4] Σε ποιο συμπέρασμα οδηγούν τα παραπάνω; Είναι, άραγε, το όλο σκηνικό της γέννησης δημιούργημα της φαντασίας των ευαγγελιστών; Μια τέτοια ακραία άποψη αδικεί, νομίζουμε, τους συγγραφείς των ιερών κειμένων.
Οι τελευταίοι αφ’ ενός δεν φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μια λεπτομερειακή βιογραφία του Ιησού και αφ’ ετέρου διαθέτουν μια αίσθηση περί ιστορικότητας πολύ διαφορετική από τη δική μας. Η αξίωση για ορθολογική, αντικειμενική και χωρίς προϋποθέσεις καταγραφή των γεγονότων αποτελεί, ως γνωστόν, νεοτερικό ιστοριογραφικό εφεύρημα και ως εκ τούτου είναι άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Τα περιστατικά, συνεπώς, που περιγράφονται στα Ευαγγέλια δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές, αλλά διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, που συντελούν στην ανάδειξη του βαθύτερου νοήματος των ιστορικών γεγονότων.
Τελικά, το ζητούμενο για τους ευαγγελιστές είναι να παρουσιαστεί μια αναντίρρητη, κατ’ αυτούς, ιστορική αλήθεια: ότι ο Ιησούς είναι Υιός θεού, συνελήφθη υπερφυώς και θαυματουργικά (ευαγγελισμός, εκ παρθένου γέννηση), είδε το φως σε έναν κόσμο ταραχών και ταλαιπωρίας, όπου πολύ νωρίς έγινε στόχος διεφθαρμένων και αντίθεων εξουσιών (απειλή Ηρώδη, δραπέτευση στην Αίγυπτο), αλλά και όπου αναγνωρίστηκε και υμνήθηκε ως θεϊκός σωτήρας – όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά της οικουμένης ολόκληρης (προφητεία Συμεών, προσκύνηση Μάγων, αγγελικός ύμνος). Αποκαλύπτουν, επομένως, οι διηγήσεις αυτές το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας· διαβεβαιώνουν τους παραλήπτες των κειμένων ότι το βρέφος – Ιησούς ήταν εξαρχής ενταγμένο στο σχέδιο του θεού Πατρός για τη σωτηρία του κόσμου.

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.
Θα κλείσουμε με μια θρησκειολογική παρατήρηση, που φωτίζει, πιστεύουμε, μια άλλη όψη της ενσάρκωσης. Η διαφορά του θείου βρέφους – Χριστού από κάθε άλλο θείο βρέφος μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για πρώτη φορά ο θεός δεν εμφανίζεται απλώς με τη μορφή ανθρώπου, αλλά γίνεται άνθρωπος πραγματικός. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι κατέρχεται στον κόσμο, αλλά ότι εισέρχεται στο χρόνο, πράγμα πολύ διαφορετικό, καθώς υπογραμμίζει την ιστορικότητα, μοναδικότητα και αποφασιστική σημασία του γεγονότος. Οι άλλες εμφανίσεις είναι είτε εκδηλώσεις – ανθρωπόμορφες εκβλαστήσεις (αβατάρες) του απρόσωπου Απολύτου, όπως στην περίπτωση της Άπω Ανατολής, είτε προσωποποιημένες αναπαραστάσεις του φυσικού δράματος (θάνατος – επαναγέννηση), όπως στην περίπτωση των αρχαίων μυστηριακών λατρειών. Έχουν, δηλαδή, μυθικό και αρχετυπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τις χαρακτηρίζει η περιοδικότητα, η επαναληπτικότητα και η ομοιομορφία. Τυπολογικά ανήκουν στο κυκλικό κοσμοείδωλο της αρχαϊκής θρησκευτικότητας ως ιεροφάνειες ενταγμένες στον αέναο φυσικό κύκλο.[5]
Αντίθετα, η γέννηση του Χριστού συνδέεται με το ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο, όπου προκρίνεται η ευθύγραμμη κατανόηση του χρόνου και συλλαμβάνεται για πρώτη φορά η έννοια της ιστορικότητας (της μοναδικότητας των γεγονότων ως αυτοτελών συμβάντων). Από την άποψη αυτή, απ’ όλες τις γεννήσεις θεών, μονάχα η γέννηση του Ιησού είναι ιστορικό γεγονός – όχι επειδή οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι ή ψευδείς θεοί, αλλά επειδή είναι υπάρξεις εξ ορισμού μυθικές, ανιστορικές. Δικαίως, επομένως, στέκει ως αφετηριακό σημείο μέτρησης του χρόνου, ως γεγονός που διχοτομεί και συνάμα ενοποιεί την ιστορία, παρέχοντάς της νόημα και λυτρωτική δυναμική.
Δημήτρης Μπεκριδάκης
θεολόγος – Θρησκειολόγος
Υποσημειώσεις
[1] Εισαγωγικά βλ. Σ. Αγουρίδης, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα 1971, σελ. 121-126, Ε. Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, μτφρ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σελ. 111-141.
[2] Βλ. Γ. Πατρώνος, Η Ιστορική Πορεία του Ιησού, Αθήνα, 1991, σελ. 120-123 και Σ. Αγουρίδης, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη, 19854, σελ. 276-277.
[3] Βλ. Ε. Π. Σάντερς, ό.π., σελ. 156-157.
[4] Ο υπερβολικός αριθμός των 14.000 που αναφέρει το Συναξάρι δεν έχει ιστορική, αλλά αποκαλυπτική σημασία. Βλ. Γ. Πατρώνος, ό.π., σελ. 162-163.
[5] Για το αρχαϊκό και ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο βλ. Μ. Eliade, Κόσμος και Ιστορία, μτφρ. Σ. Ψάλτου, Αθήνα 1999.
Πηγή
- Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η γέννηση των Θεών», τεύχος 165, 27 Δεκεμβρίου 2002.
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ανακοίνωση, Βρέφος Κείμενον εν Φάτνη, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Ιησούς, Λουκάς, Ματθαίος | Leave a Comment »














