Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Σισίνης Γεώργιος (1769 – 1831)


 

Γεώργιος Σισίνης, έργο του Χρόνη Μπότσογλου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία. Λέγεται μάλιστα ότι είχε μελετήσει και τον Principe του Nicolo Machiavelli. Μητέρα του ήταν η Γαλλίδα Βικτωρία, και αδέλφια του οι Νικόλαος, Πέτρος και Μιχαήλ, γιατροί, οι οποίοι  πέθαναν πριν την επανάσταση. Η αδελφή του ήταν σύζυγος του  Σωτήρη Χαραλάμπη.  Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία τον Οκτώβριο του 1819. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου, γιοι του ήταν ο Μιχαήλ και ο Χρύσανθος.

Ανυπότακτη φύση και θυελλώδης χαρακτήρας, πολεμούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα, ενώ αγαπούσε τις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου που είχε συγκεντρώσει. Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο. Υπήρξε, ωστόσο, από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, βοηθώντας μάλιστα οικονομικά τον Αγώνα. Ύψωσε στην Ήλιδα το 1821 μια από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επανάστασης, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες.

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του, Χρύσανθος και Μιχαήλ. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί καταδίωκαν Πελοποννήσιους, τον συνέλαβαν – μαζί με τον γιο του Χρύσανθο – και τον παρέδωσαν στους Υδραίους, οι οποίοι τον περιόρισαν σε μοναστήρι.

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

Γεώργιος Σισίνης. Επίσημος δια την παλαιὰν κα ευγενή καταγωγήν του, και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης. Υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικώς και πολιτικώς βοηθούμενος και από τους δύω υιούς του Χρύσανθον και Μιχαλάκην. Ήτον ένας εκ των αρχόντων και προκρίτων της Πελοποννήσου. Υπήρξε πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων και πληρεξούσιος. Επὶ δε του Καποδιστρίου προέδρευσε της Συνελεύσεως και της Γερουσίας. Εφυλακίσθη εις Ύδραν με τον Θ. Κολοκοτρώνην επὶ  της  Κυβερνήσεως του Γ. Κουντουργιώτη.

 

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο. Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878).

 

Χρύσανθος Σισίνης. Υιός του ειρημένου Γ. Σισίνη. Στρατηγὸς άριστος. Αι εκδουλεύσεις του είναι πασίγνωστοι. Επολέμησεν εις Λάλα κατὰ την πολιορκίαν των Πατρών, και εις το Μεσολόγγιον. Μάλιστα δε υπήγε με σώμα στρατιωτών προς βοήθειαν των αδελφών μας Αθηναίων αρχηγούντος του Γ. Καραϊσκάκη. Εφυλακίσθη εις Ύδραν μετά του Κολοκοτρώνη και λοιπών.

Μιχαλάκης Σισίνης. Και ούτος υιός του Γ. Σισίνη και αδελφός του προειρημένου. Υπήρξεν επίσης και αυτὸς στρατιωτικὸς, ευρεθεὶς ες πολλὰς μάχας, απεδείχθη γενναίος. Επὶ δε της εισβολής του Ιμβραὴμ εις Γαστούνην αιχμαλωτίσθη υπὸ των Αράβων μετὰ του περιφήμου Διονυσίου Διάκου και άλλων εις το Χλουμούτσι δι᾿ έλλειψιν τροφών.

Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στην Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνέλευσης, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.

Υποστήριξε τον Καποδίστρια που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια μέρα με τον Καποδίστρια. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.  

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος  7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Ο Συνταγματικός Έλλην – Η εφημερίδα της Ναυπλιακής Επανάστασης (1862)

 

 


 

Την 5η Φεβρουαρίου 1862 κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ, με υπότιτλο ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Κ. Ιωαννίδη και είχε συντάκτη τον Θεόδωρο Φλογαΐτη.

Κάτω από τον υπότιτλο φιγουράριζε ένα περίτεχνο έμβλημα. Μια αρχαιοπρεπής γυναικεία μορφή κάθεται μεγαλόπρεπα πάνω σ’ ένα όρθιο αρχαίο κίονα και κρατάει στο προτεταμένο δεξί χέρι της ξίφος. Ο κίονας φέρει στο κέντρο του έναν τεράστιο οφθαλμό που «τα πανθ’ ορά» και στέφεται με πλούσιους κλάδους δάφνης, ενώ τον τέμνει διαγωνίως ένα τεράστιο σπαθί. Το μήνυμα είναι ευδιάκριτο: Δοξασμένα όπλα και Δικαιοσύνη που επαγρυπνεί για να τα χρησιμοποιεί, όταν χρειάζεται. Οι συνειρμοί ευκολότεροι: Ο αγώνας του Ναυπλίου είναι κατά της αδικίας.

 

Στο διάστημα από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου 1862 κυκλοφόρησαν 17 τεύχη και 1 παράρτημα. Η εφημερίδα, άγνωστο γιατί, έπαψε να κυκλοφορεί από την 10η Μαρτίου έως την 8η Απριλίου, που παραδόθηκε η πόλη. Ήταν ένα μικρό έντυπο, τετρασέλιδο κατά βάση, τελάλης των αρχών της Επανάστασης και ανελέητος κατήγορος του συστήματος της φαυλοκρατίας. Υπήρξε δηλαδή ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ­ΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ το ιδεολογικό όργανο των επαναστατών, που είχαν ανάγκη να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους στα ευρύτερα στρώματα, να κοινοποιήσουν τους σκοπούς τους έξω από το Ναύπλιο, να τονώσουν το φρόνημα των αγωνιστών πριν, αλλά και μετά τις φονικές μάχες.

Βέβαια η μικρή αυτή εφημερίδα των 24Χ19 εκ. δημοσίευε κάθε είδηση που αφορούσε την επανάσταση και την εξέλιξή της. Τα πρώτα όμως φύλλα καλύπτονται από ανακοινώσεις της Επιτροπής Ασφαλείας, ψηφίσματα δήμων της περιοχής, πληροφορίες για την εξέγερση κι άλλων πόλεων και λοιπές συναφείς ειδήσεις. Σε κεντρική θέση βέβαια δημοσιεύεται το μανιφέστο της Επιτροπής. Στα επόμενα φύλλα πυκνώνουν οι ειδήσεις για εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, αν και ποτέ ο συντάκτης δεν είναι κατηγορηματικός.

Ιδιαίτερη θέση έχουν ασφαλώς οι ειδήσεις για τις μάχες: την έκβασή τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες και την ανοίκεια τακτική του στρατηγού Χαν να ποτίζει στους στρατιώτες του με ρακή πριν τη μάχη, ακόμα και παρά τη θέλησή τους. Οι νεκροί και τραυματίες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναφέρονται με τα ονόματά τους και κάποτε και ο επικήδειός τους, όταν εκφωνείται από λαμπρούς ρήτορες, όπως ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης.

Πάνω απ’ όλα όμως ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ διασαλπίζει τις αρχές της Επανάστασης και με πύρινα άρθρα των συντακτών του, κυρίως του Φλογαΐτη και του Δημητριάδη, στηλιτεύει αμείλικτα «το μιαιφόνον και κακούργον σύστημα» και εμψυχώνει τους αγωνιστές. Το ύφος ήταν αυστηρό, ο τόνος υψηλός και η γλώσσα κομψευόμενη καθαρεύουσα έως αρχαΐζουσα.

 

 

Ο Συνταγματικός Έλλην

 

 

Οι αναφορές της εφημερί­δας στην 25 Μαρτίου 1821, τη γαλλική επανάσταση και φυσικά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι αποκαλυπτικές της ιδεολογίας που έθρεψε το κίνημα του Ναυπλίου. Ιδεολογίας εθνικής και δημοκρατικής που έρχεται από την παράδοση των Εθνοσυνελεύσεων του ’21 και την πολιτική σκέψη που κληροδότησε η γαλλική επανάσταση. Δύσκολα κρύβονταν τα αντιοθωνικά και αντιβασιλικά φρονήματα των επαναστατών, αν και δεν τοποθετήθηκαν απροκάλυπτα κατά του θεσμού της βασιλείας. Πως θα ήταν δυνατόν εξάλλου, αφού από τη μία, επί σειρά ετών, στηλίτευαν τον Όθωνα για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και από την άλλη υπήρχε ο φόβος παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων;

Έντεχνα όμως και υπαινικτικά δηλώνονται οι πεποιθήσεις τους, τόσο «εις τας τρεις εθνοσωτηρίους αρχάς» της επαναστάσεως, που δημοσιεύονται στο 2ο φύλλο, όσο και σε άρθρα της εφημερίδας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Ο όρκος τον οποίο δίδει πας Έλλην άμα γεννώμενος, είναι Ζήτω η Πίστις, η Πατρίς, η ελευθερία. Πας άλλος όρκος (εννοεί προφανώς Ζήτω ο Βασιλεύς) είναι βεβιασμένος, αθέμιτος και κατά συνέπειαν άκυρος!»

Στα τελευταία φύλλα, όταν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης είναι άσχημες για τους επαναστάτες, η εφημερίδα διαδηλώνει ανοιχτά μόνο κατά της Κυβερνήσεως (Υπουργείον λεγόταν τότε) και κατά του συστήματος της φαυλοκρατίας, της αδικίας και της διαφθοράς και ζητά από τον Όθωνα πιστή εφαρμογή του Συντάγματος.

Άξια επισημάνσεως είναι η περιγραφή, στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου, της καύσεως της λαιμητόμου στο Ναύπλιο και της διαδήλωσης των πολιτών κατά της θανατικής ποινής.

Ο λαός την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του έπραξε. Πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης ρήτωρ κ. Πέτρος Μαυρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον.

 

«Χαίρετε και πάλιν Έλληνες!!

 Σήμερον είνε η Αγία και καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Σήμερον καθαρίζεται το Ελληνικόν Έθνος από το λείψανον της βαρβαρότητος από το αποτρόπαιον μίασμα, από την λαιμητόμον.  Σήμερον συλλογίζονται οι επίβουλοι σύμβουλοι του στέμματος, ότι το πυρ το οποίον έκοπτε τας κεφαλάς των κακούργων ους ώθουν ούτοι εις εγκλήματα δια της μυσαράς πολιτικής των, δια του ιδίου πυρός καταναλίσκεται. Όθεν ας συγγχαρώμεν εαυτούς δια την κλητήν ημέραν της 1 Φεβρουαρίου καθ’ ήν Συ ω γενναία φρουρά έφερες, σεις υπαξιωματικοί και στρατιώται του εθνικού στρατού της Ναυπλίας δια των επαραμίλλων γενναιοφρόνων αισθημάτων σας επροκαλέσατε, την αυταπάρνησιν φέροντες εις το μέτωπόν σας ως σύμβολον του κινήματος. Ας καύσωμεν όθεν ομοθυμαδόν το αποτρόπαιον μίασμα της βαρβαρότητος, την λαιμητόμον και μετ’ αυτής συγκαύσωμεν και το εθνοκτόνον υπόμνημα το υβριστικόν του αγώνος.

( Εντεύθεν ο ρήτωρ πρώτος έβαλε πυρ εις το υπόμνημα όπερ εναπέθεσαν επί της λαιμητόμου ήτις μετ’ αυτού ενεπρήσθη, η κόνις των οποίων εύρισκεν άσυλον επί του εν Τιρύνθει εστρατοπεδευμένου εθνικού στρατού.)

Εν κατακλείδι, η εφημερίδα αυτή υπήρξε ο αμείλικτος κατήγορος του πολιτικού συστήματος και ο διαπρύσιος κήρυκας των αρχών της Ναυπλιακής Επανάστα­σης, η οποία αναρρίπισε τις άσβεστες ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για δημοκρατία, αξιοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε πάλι, την 10η Νοεμβρίου 1862 και για περισσότερα από 20 χρόνια.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την εισαγωγή του Γιώργου Αναστασόπουλου, για την ανατύπωση της εφημερίδας, «Ο Συνταγματικός Έλλην», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα»].  

 

Σχετικά θέματα:

 

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905)


 

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

  

Πηγές 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910», Εν Αθήναις, 1910.
  • Μαρίνου Βρετού, « Εθνικόν ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.

 

Σχετικά θέματα: 

Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος και το Σπίτι του Μακρυγιάννη (διάλεξη)

  

 

 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

 Την Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010, και ώρα 6.30΄ το απόγευμα στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου θα ομιλήσει:

ο κ.  Χρήστος Πιτερός  Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ με θέμα:

« Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος»

και το «Σπίτι του Μακρυγιάννη».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Πιτερός 

 

Κατάγεται από το Αρκαδικό Ναυπλίας. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και Αρχαιολογία και Τέχνη στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Ως αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, υπηρέτησε αρχικά στη Βοιωτία και στη συνέχεια υπηρετεί συνεχώς στην Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην Αργολίδα.

Έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στη Θήβα, τη Λιβαδιά, το Δήλεσι, τη Σαλαμίνα, στον τύμβο των Σαλαμινομάχων, την Ερέτρια, την Επίδαυρο, την Ασίνη, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, το Τημένιο και κυρίως στην αιώνια πόλη του Άργους, όπου επικεντρώθηκαν εξ αρχής τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, όπως η οχύρωση, η πολεοδομική οργάνωση, η τοπογραφία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  και η αργειακή πλαστική.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλές και σημαντικές  επιστημονικές εργασίες, αλλά και εκλαϊκευτικά άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο. Αρκετές από αυτές, αναφέρονται στο Άργος, όπως: «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους», «Οι Πυραμίδες της Αργολίδας», «Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία», «Προτάσεις για την ανέγερση ενός νέου Μουσείου στο Άργος», «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της  Λάρισας του Άργους», «Η Ακρόπολη της Λάρισας και τα τείχη της πόλης του Άργους»,  «Η  λατρεία των Διοσκούρων στο Άργος», «Το Άργος και ο Χάραδρος», « Υστεροαρχαϊκή επιτύμβια στήλη από το Άργος», «Το Μυκηναϊκό Άργος», «Ηραία τα εν Άργει», «Θέρμες του Άργους, ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας».

Διετέλεσε διευθυντής της συστηματικής ανασκαφής Ελληνογαλλικής  Συνεργασίας στην Αρχαία Αγορά του Άργους και είναι  Αναπληρωτής Διευθυντής της Δ΄ ΕΠΚΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής έκδοσης του περιοδικού «Ναυπλιακά Ανάλεκτα».

«Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» του Ντάριο Φο


 

Ντάριο Φο

Μετά από σοβαρή προετοιμασία η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Πολιτιστική Αργολική Πρόταση παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ιταλού συγγραφέα Ντάριο Φο «Δεν πληρώνω! δεν πληρώνω!», ένα έργο εντυπωσιακό για τους ευφυέστατους διαλόγους, την ευρηματικότητα και την καταπληκτική επικαιρότητα του, με λαμπρή θητεία στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή.

Η κωμωδία του Ντάριο Φο  «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» μας μιλά για την επανάσταση των απλών ανθρώπων, των εργατών, όταν η ακρίβεια έχει φτάσει στο απροχώρητο, όταν μαζικές απολύσεις η μειώσεις ωραρίου και αμοιβών έχουν γίνει καθημερινές και η ζωή έχει γίνει δυσκολότερη από ποτέ. Ο ένας μετά τον άλλο οι ήρωες του έργου υψώνουν το ανάστημα και τη φωνή τους:

«Φτάνει, μέχρις εδώ. Αυτή τη φορά τις τιμές θα τις καθορίσουμε εμείς… Θα πληρώσουμε αυτό που πληρώναμε πέρσι. Κι αν κάνετε τους δύσκολους τα παίρνουμε και φεύγουμε χωρίς να πληρώσουμε τίποτα. Καταλάβατε;» Έπρεπε να ‘βλεπες το διευθυντή. «Είστε τρελές. Θα καλέσω την αστυνομία». Φεύγει προς το ταμείο σαν αστραπή για να τηλεφωνήσει, μα το τηλέφωνο δε λειτουργεί. Κάποιος έκοψε το καλώδιο. «Συγγνώμη, αφήστε με να πάω στο γραφείο μου. Συγγνώμη». Αλλά δε μπορούσε να περάσει. Όλες οι γυναίκες από γύρω του. Μας σπρώχνει… 

Πληρώσαμε αυτό που αποφασίσαμε. Πρέπει να σου πω πως κάποια το παράκανε λιγάκι. Θέλησε, για τα πράγματα που πήρε, να της κάνει πίστωση, χωρίς να δώσει καν όνομα, «Δε θα σας πω που μένω», έλεγε, «γιατί μετά, κύριε διευθυντά, είστε ικανός να με καταγγείλετε, σας ξέρω εγώ. Πρέπει να μου ‘χετε εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη είναι η ψυχή του εμπορίου. Αυτό δε λέτε πάντα; Λοιπόν, στο επανιδείν και καλήν εμπιστοσύνη»…

Φωτογραφία από παλαιότερη θεατρική παράσταση του Συλλόγου.

Γράφτηκε από τον Ιταλό, αριστερό – ανατρεπτικό συγγραφέα Ντάριο Φο, το 1974 μέσα την πετρελαϊκή κρίση που έβαζε φωτιά στις τιμές και τον πληθωρισμό. Το “Δεν πληρώνω! δεν πληρώνω!”, είναι σήμερα πιο επίκαιρο ακόμη κι από την εποχή του!

Η πρώτη παράσταση θα δοθεί το Σάββατο 27 Νοεμβρίου στις 8.30  το βράδυ στον θεατρικό χώρο του Συλλόγου, Ατρέως 36Α στο Άργος. Οι παραστάσεις θα δίνονται Σάββατο και Κυριακή στον ίδιο χώρο και την ίδια ώρα και για το περιορισμένο διάστημα των τριών εβδομάδων. Για πληροφορίες και  κρατήσεις θέσεων οι φίλοι μπορούν να απευθύνονται στο βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου» τηλ. 27510 – 20419.

Ορλάνδος Ιωάννης (1770; – 1852)
   

Ορλάνδος Ιωάννης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

Ο Ιωάννης Ορλάνδος* καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Κρανιδίου, η οποία εγκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα στις Σπέτσες.

 Γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στο 1770 και πέθανε στην Ύδρα το 1852. Στην Ύδρα που είχε εγκατασταθεί από το 1811 παντρεύτηκε την αδελφή του Γεώργιου και του Λάζαρου Κουντουριώτη, Υδραίων προεστών και πλοιοκτητών. Και ο ίδιος όμως υπήρξε σημαντικός πλοιοκτήτης πριν από την Επανάσταση. Μάλιστα με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθεσε τα πλοία του στην υπηρεσία της επαναστατικής διοίκησης.

 

Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ Εθνοσυνέλευση και μέλος της δωδεκαμελούς Επιτροπής που επεξεργάστηκε το κείμενο του πρώτου συντάγματος. Κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού από τις 14 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο του 1823. Στις 26 Απριλίου και αφού ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε το αξίωμα, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1823, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και διαβλέποντας τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήδη τον είχαν κατηγορήσει για φατριαστικό πνεύμα, εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχε στους Κουντουριώτες.

Τον Ιούνιο του 1823 ορίστηκε μέλος τριμελούς επιτροπής – με τους Ανδρέα Λουριώτη, έμπιστο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και  Ιωάννη Ζαΐμη, εκπρόσωπο των Μωραϊτών για τη διαπραγμάτευση της λήψης δανείου για την ενίσχυση του αγώνα στο Λονδίνο. Πριν αναχωρήσει για τη βρετανική πρωτεύουσα, σε επιστολή του διακήρυσσε την ανάγκη ενότητας και αποφυγής εμφύλιων συγκρούσεων.

Επίσης, στις αρχές Νοεμβρίου του 1823 επισκέφθηκε το λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά. Τον Ιανουάριο του 1824, μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά συνήψαν το πρώτο αγγλικό δάνειο** κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ύψους 800.000 λιρών στερλινών.

 

«Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από εν ρισπετάμπιλε οσπίτιον… Ας γνωρίζουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κάτ΄ εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λόρδ Byron και τον Colonel Stanhope δια να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Από επιστολή του Α. Μ. Αντωνόπουλου προς το Δ. Ρώμα, 17 Φεβρουαρίου 1824. (βλ. αρχείο Ρώμα σελ. 227-228)

 

Στο Λονδίνο έτυχε επίσημης υποδοχής, ενώ συνάντησε ακόμη και τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών George Canning. Συμμετείχε και στην αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε, το 1825, και το δεύτερο δάνειο*** ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών από την Αγγλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1825 εξακολουθώντας να εκπροσωπεί τους Υδραίους στις Εθνοσυνελεύσεις.

Ο Ορλάνδος ανήκε στο «αγγλικό» κόμμα, κρίνοντας ως πλέον πρόσφορη και αποτελεσματική την υποστήριξη της Αγγλίας για την ελληνική υπόθεση. Στήριζε την προτίμησή του αυτή και στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της χώρας εκείνης, αλλά και στην επωφελή για τους Έλληνες υπεροχή της στη θάλασσα. Αργότερα εντάχθηκε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, διατυπώνοντας μάλιστα την άποψη ότι θα προτιμούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο από το να ανεχθεί τον απολυταρχισμό του Καποδίστρια. Έτσι, μετείχε στις αντικαποδιστριακές στάσεις της Ύδρας το καλοκαίρι του 1831.

Εκ των υστέρων, και στο πλαίσιο της αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» για την τύχη των δανείων της περιόδου της Επανάστασης, κατηγορήθηκε μαζί με το Λουριώτη για κακοδιαχείριση. Αρχικά απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε υπευθύνους για απώλεια μέρους των χρημάτων του δανείου και «αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου» για ποσό 28.769 λιρών στερλινών. Το 1839 εξέδωσε μαζί με το Λουριώτη την απολογία τους σε ογκώδες δίτομο έργο, το οποίο αργότερα αποκήρυξε.

  

Υποσημειώσεις

 

* Το όνομα Ορλάνδος είναι εξελληνισμένο εκ του Ιταλικού Ορλάντο (Orlando) που και αυτό προέρχεται με μικρή παράφραση από το γαλλικό Ρολάνδο (Ρολάντ) με το οποίο φερόταν στους μεσαιωνικούς θρύλους και ποιήματα κάποιος ανεψιός του Καρλομάγνου (Ποίημα του Ρολάνδου κ.ά.). Επί τη βάσει των θρύλων αυτών ο Ιταλός ποιητής Λοντοβίκο Αριόστο έγραψε τον Μαινόμενο Ορλάνδο.  

** Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.

*** Στα 1825 ανακλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Ι. Ζαΐμης και στη θέση του στάλθηκε ο Γ. Σπανιολάκης. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

Πηγές

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης, «Ιστορία των εθνικών δανείων», Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1904.
  • Ορλάνδος Ιωάννης, Συλλογή επιστολών από το αρχείο Χατζή Πανανού Θεοδοσίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α.).
  • Γρηγόρης Ι. Ζώρζος, «Revolution 1821 Economics: Greek Modern Economic History», Εκδοτικός Οίκος: CreateSpace, 2009. 

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

 

Μονή του Αγίου Θεοδοσίου – Πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

  

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.

Υφαντήριο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

Πηγές


  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.