Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Φορωνίς (έπος μυθολογικό)


  

Προς τιμήν του Φορωνέως γράφτηκε το αρχαιότερο έπος με τίτλο «Φορωνίς», από άγνωστο ποιητή, που χάθηκε. Αυτό το έπος χρησιμοποίησαν ως πηγή τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος και από αυτούς οι μεταγενέστεροι, από τους οποίους παίρνουμε μια εικόνα από το περιεχόμενό του.

Ο Αργείος διθυραμβοποιός Ελλάνικος, με πρότυπο αυτό το πρώτο έπος, έγραψε δέκα βιβλία με τίτλο « Φορωνίς» που πραγματεύονταν περί της βασιλείας και των έργων του.

Η « Φορωνίς» ιστορούσε τον κατακλυσμό του Ωγύγου και την ευεργετική βασιλεία των Ιναχιδών, που δεν επεδίωξε πολέμους, αλλά στα χρόνια αυτά που ανέτειλε η αυγή του πολιτισμού, συνέβαλε στην καλλιέργεια των εγχωρίων σπερμάτων του.

Σ’ αυτό ο Φορωνεύς θεωρείται ως φορέας του ανθρώπινου πολιτισμού και αποκαλείται «πατήρ θνητών ανθρώπων και πρώτος άνθρωπος»:

«Υπάρχει δε και αυτή η παράδοσις: Πως ο Φορωνεύς σε τούτη τη χώρα ήταν ο πρώτος κάτοικος και ο Ίναχος δεν ήταν άνθρωπος αλλά ποταμός και πατέρας του Φορωνέα».[1]

Σύμφωνα ακόμη με το έπος αυτό ο Φορωνεύς μετά τον κατακλυσμό, αποφάσισε να συγκεντρώσει σε έναν τόπο τους απογόνους του και μαζί και τους άλλους και να προστατεύσει το άοπλο και ανυπεράσπιστο ανθρώπινο γένος, γιατί καθώς ζούσαν σκορπισμένοι και απομονωμένοι, κινδύνευαν ν’ αφανιστούν, από τα θηρία και τους άλλους εχθρούς.

Τότε ο Δίας που βασίλευε σε θεούς και ανθρώπους, με την προτροπή της Ήρας του παραδίδει την εξουσία και ο Φορωνεύς γίνεται ο πρώτος θνητός βασιλιάς.

Η Ήρα τον συμπαθούσε γιατί ίδρυσε το πρώτο ιερό της στο Άργος και καθιέρωσε τις θυσίες προς τιμήν της, αλλά και γιατί στη διαμάχη της με τον Ποσειδώνα είχε πάρει το μέρος της.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Ερμής σκόρπισε τους ανθρώπους σε διάφορες πολιτείες πάνω στη γη, αφού δεν χωρούσαν όλοι σε μια πόλη. Όμως προέκυψαν καινούργια προβλήματα. Ενώ στην αρχή οι άνθρωποι είχαν μία γλώσσα, τώρα μιλούσαν διαφορετικές.

Αυτή η σύγχυσις γλωσσών,[2] έγινε αιτία ερίδων και πολέμων. Για να ζουν οι άνθρωποι με δικαιοσύνη και αρμονικά, ο Φορωνεύς συνέταξε τους πρώτους νόμους και ίδρυσε τα πρώτα δικαστήρια. Επινόησε επίσης τα όπλα, δίδαξε στους υπηκόους του η χρήση τους για να προστατεύονται από τα άγρια θηρία, να τρέφονται από το κυνήγι, αλλά και να τα χρησιμοποιούν όπου δεν επιβαλλόταν ο νόμος.

  

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Παυσαν. Κορινθ. XV,5 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου:

«Λέγεται δε και όδε λόγοςּΦορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ινάχου δε ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν πατέρα είναι Φορωνεί».

[2] Αντί σχολίου για την ομοιότητα του ελληνικού αυτού μύθου με την Βαβέλ, παραθέτουμε τον τρόπο με τον οποίο κατακρίνει ο Κέλσος την αντιγραφή των ελληνικών μύθων από άλλους λαούς: (Κι έπειτα συνέθεσαν έναν κατακλυσμό και μια κιβωτό αλλόκοτη, η οποία είχε μέσα της τα πάντα, και ένα περιστέρι και μια κουρούνα ως αγγελιοφόρους, παραχαράσσοντας και υποκλέπτοντας το μύθο του Δευκαλίωναּγιατί δεν πιστεύω ότι περίμεναν πως αυτά θα έρθουν στο φως, αλλά τα έπλασαν άκομψα για μωρά παιδιά).

Αληθής λόγος Δ,41, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«είτα κατακλυσμόν τινά και κιβωτόν αλλόκοτον, άπαντα ένδον έχουσαν, και περιστεράν τινά κορώνην αγγέλους, παραχαράττοντες και ραδιουργούντες τον Δευκαλίωναּου γάρ οίμαι προσεδόκησαν ότι ταύτα εις φως πρόεισιν, αλλ’ ατεχνώς παισίν νηπίοις εμυθολόγησαν».

Άργος (Οι ρίζες)


 

«Υπὲρ τῆς Ἀργείων πόλεως πολλὰ μὲν ἄν τις εἰπεῖν ἔχοι,

σεμνύνειν αὐτὴν ἐθέλων, παλαιὰ καὶ νέα πράγματα»

——————-

 «Αν ήθελε κανείς να τιμήσει την πόλη των Αργείων,

θα μπορούσε να αναφέρει πολλά, παλαιά και καινούρια γεγονότα…»[1]

 

Δυτικά της αργολικής πεδιάδας κτισμένο κάτω από τα τείχη της Λάρισας και της Δειράδας και κοντά στις πολύχρυσες Μυκήνες, βρίσκεται το αρχαίο και δοξασμένο Άργος της ηρωικής εποχής, το όνομα του οποίου στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ένδοξα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του Ελλαδικού και Αιγαιακού κόσμου.

Ανάμεσα στις πόλεις που πρωταγωνίστησαν κατά την αρχαιότητα στην εθνική μας πορεία, το κλυτόν και πολυθρύλητον  Άργος κατέχει κορυφαία θέση. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είναι η αρχαιότερη όλων των ελληνικών πόλεων, και η έδρα των πρώτων θεογενών βασιλέων, γιατί εκεί πρωτοεγκαθίδρυσαν τους θρόνους τους.

Φρονούσαν  ακόμη  οι  Αργείοι ότι  από  αυτούς έλκει τις ρίζες του το ελληνικό γένος: «Εντεύθεν Άργος παλαιόν ονομάζεται και οι Αργείοι παλαιότατοι των Ελλήνων αξιούσι και πρωτογενείς αντιποιούνται είναι».[2]

Ο δε Ευριπίδης αρχίζει την τραγωδία του Ηλέκτρα με τον χαιρετισμό, «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί».

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του Άργους συνυφασμένη με τους τοπικούς θρύλους φτάνει σε τόσο βάθος χρόνου που, όπως είδαμε στον Ίναχο, αγγίζει τις απαρχές της μυθολογικής εθνοφυλετικής μας Γενέσεως.

Όπως όλες οι αρχαίες πόλεις, έτσι και το Άργος έχει τον ιστορικό του μύθο, δηλαδή την ιστορία του καταγεγραμμένη κατά μυθικό τρόπο. Καμιά όμως ιστορία άλλης πόλης δεν συνοδεύεται με τόσες παραδόσεις, τόσους σαγηνευτικούς μύθους, που μορφώνουν, διδάσκουν, και ψυχαγωγούν αλλά και μας βοηθούν ερμηνεύοντας τις ωραίες αυτές παραδόσεις, κάτω από τις οποίες κρύβεται ο πυρήνας των ιστορικών γεγονότων, να βρούμε τα ίχνη και το φως της ιστορικής αλήθειας. Και οι ηρωικοί μύθοι που σχετίζονται με την πόλη του Άργους είναι τόσοι πολλοί και έχουν τύχει καθολικής αποδοχής από τον κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας, αφού υπήρξαν αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως για τους μεγάλους μας ποιητές της αρχαιότητας.

Από την ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος, η λαϊκή Μούσα.

Η ηρωική αργεία μυθολογία μας πείθει για το ρόλο που έπαιξε η πόλη από τα πανάρχαια χρόνια, ενώ λίγες Ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους πολλούς επαίνους από τα αρχαιότατα χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια (=πλατύδρομη) Μυκήνη».[3] 

Ακόμη το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις μάρναντο σοφήν διά ρίζαν Ομήρου Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι».[4]  

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη αυτή, του Δαναού και των αγλαοθρόνων θυγατέρων του, την θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 

«Υμνείστε ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

Και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα,

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρις

στα επιτεύγματα των πάντολμων τέκνων του».[5]

 

Η μεταγενέστερη ονομασία Άργος που πήρε η πόλη από τον ομώνυμο βασιλιά, εγγονό του Φορωνέα, το θεοπρεπές δώμα της Ήρας κατά τον Πίνδαρο, συνοδεύεται από τα πανάρχαια χρόνια από πλήθος ακόμη επιθέτων:

 

Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πλούσιο σε σιτάρι), ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

 

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια το Άργος είχε την αγαθή τύχη να κυβερνηθεί από ονομαστούς και φημισμένους βασιλείς όπως ο Ίναχος, ο Φορωνεύς, ο Πελασγός, ο Δαναός, οι Ηρακλείδες, με πιο φημισμένο τον Τήμενο, (πρόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Φείδων, ο Διομήδης και άλλοι ακόμη, που ο καθένας τους ξεχωριστά είχε πολύτιμη προσφορά στην μεγαλειώδη ιστορική πορεία του Αργείου κράτους. Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,1), από την παλαιότατη εποχή, σε όλο τον ελληνικό χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα, το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων: «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη»

Το Άργος θεωρείται η κοιτίδα των Πελασγών, των αυτοχθόνων Πρωτοελλήνων, που ξεκινώντας από εκεί δημιούργησαν στα πέρατα της γης, πελασγικά βασίλεια, και σκόρπισαν τα πρώτα φεγγοβολήματα του πελασγικού πολιτισμού: «Ήν γάρ δή και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν, εκ Πελοποννήσου το αρχαίον». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς, Ιστοριών, 17) 

Με υπερηφάνεια για την πανάρχαιη πελασγική καταγωγή του αποκρίνεται ο βασιλιάς του Άργους στις κόρες του Δαναού:

 

«Γιατί του ντόπιου Παλαίχθονα ο γιος

ο Πελασγός εγώ είμαι αυτής της χώρας ο άρχοντας

και που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι

οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη».[6]

 

Υπάρχει δε και μια παράδοση, ότι ο ίδιος ο Όμηρος ήρθε στο Άργος και θέλοντας να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων που τον ενέπνευσαν στα έπη του, ραψωδούσε στίχους της Ηλιάδος:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, κι όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα[7] των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού ο Σθένελος και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, τ’ αγγόνι

του Ταλαού κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει» [8]

 

Οι Αργείοι άρχοντες ακούγοντας το γένος τους από τον πιο δοξασμένο ποιητή, τόσο ενθουσιάστηκαν, ώστε τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

 

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος

ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα

όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε.

Ιδιαίτερα δε τους Αργείους,

που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν

ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη

για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος

του έστησε αυτόν (τον ανδριάντα)

και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει».[9]

(ελεύθερη απόδοση)

 

Υπήρχε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αργείους για το ποια πόλη έχει τα πρωτεία της αρχαιότητας και την μεγαλύτερη εύνοια των θεών. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, «πρώτοι γάρ Αθηναίοι τα άστη και τάς πόλεις ευρείν ιστορούνται», κατά δε τον Παυσανία: «Από τους Έλληνες, εκείνοι που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς, είναι οι Αργείοι».[10]

Η από τα πανάρχαια χρόνια ονομασία της πόλεως Άργος προέρχεται από τη ρίζα αργ -που για τους αρχαίους σήμαινε φωτεινός, λευκός, λαμπρός, ταχύς, ευκίνητος.

Οι παραδόσεις που μας μεταφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς σχετικά με τον Πελασγό διαφέρουν. Την καταγωγή του διεκδικούν από τους Αργείους οι Αρκάδες.

Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση ο Πελασγός ήταν γιος του Ινάχου, που ίδρυσε μεταξύ Πηνειού και Ολύμπου την Πελασγιώτιδα. Κατά τον Ησίοδο, ο πρώτος βασιλιάς υπήρξε ο Αρκάς στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αυτόχθων και γενάρχης του αρχαιότερου ελληνικού γένους, των Πελασγών.

Και ο Παυσανίας μεταφέροντας την Αρκαδική παράδοση, θέλει τον Πελασγό πρώτο κάτοικο και βασιλιά της Αρκαδίας: «Οι Αρκάδες λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας τους ήταν ο Πελασγός. Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς, ότι ο Πελασγός δεν ήρθε μόνος, αλλά με άλλους μαζί…»

Ο ποιητής Άσιος λέει γι’ αυτόν: «Το ισόθεο Πελασγικό έθνος στα ψηλόκορφα όρη Η μαύρη γη γέννησε, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος».[11]

Επίσης και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θεωρεί προσέληνους και τους αποκαλεί «βαλανηφάγους»:

 

«Προτού ακόμα υπάρξουν όλα τ’ αστέρια

που τριγυρίζουν στον ουρανό

κι ούτε ακόμα θα μπορούσε κανείς, ακόμα κι αν ρώταγε

ν’ ακούσει για το ιερό γένος των Δαναών,

υπήρχαν μόνοι οι Αρκάδες οι Απιδανοί,

οι Αρκάδες που, κατά την παράδοση,

ζούσαν πριν κι από την σελήνη,

κι έτρωγαν βελανίδια στα βουνά.

Ούτε η γη των Πελασγών είχε ακόμα την εποχή εκείνη,

άρχοντες, τους δοξασμένους γιους του Δευκαλίωνα».[12]

 

Άλλες όμως μυθολογικές παραδόσεις αναφέρουν ότι τον πρώτο Αρκαδικό οικισμό ίδρυσαν Αργείοι άποικοι. Κατά τον Απολλόδωρο επίσης (Γ΄, 96) οι βασιλείς της Αρκαδίας Λυκάων, Νύκτιμος – στα χρόνια του οποίου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος – και Αρκάς, ήταν απόγονοι του Πελασγού, που γεννήθηκε από τον Δία και την κόρη του Φορωνέως Νιόβη. Επίσης σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο Λυκάων που θεωρείται ο ιδρυτής της Λυκόσουρας – της πρώτης πόλης που αντίκρισε ο ήλιος κατά τον Παυσανία, έζησε πέντε γενιές μετά τον Φορωνέα. (Fragm. Χρον. Α, CI, CII, τ.20, σελ.170).

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη.

[2] Ιωάν. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος.

[3] Ιλιάς, Δ, 51

[4] Ελληνική Ανθολογία, 3

[5] Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1, μετ. εκδ. Β. Λαζανά.

«Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 250 – 254, Μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. «Εστία».

 «Του γηγενούς γάρ είμ’ εγώ Παλαίχθονος  ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

  εμού δε άνακτος ευλόγως επώνυμον  γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα».

[7] Οι Ηιόνες και Μάσητες ήταν κάτοικοι της Ακτής. Ακτή ονόμαζαν οι αρχαίοι την χερσόνησο      που σχηματίζεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου (Επιδαυρία, Ερμιονίδα, Τροιζηνία).

[8] Ιλιάς Β’ 559-564 Μταφρ. Πάικου Νικολαΐδη.

[9] Ι. Κοφινιώτη,Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’

«Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν  εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη,

έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙

ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων»

[10] Παυσαν. 1,14,2 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη.

«Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι»

[11] Παυσανίου Αρκαδικά, 1, 4-5 Εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη

«Φασί δε Αρκάδες ως Πελασγός γένοιτο εν της γης ταύτης πρώτος. Εικός δε έχει του λόγου και άλλους ομού του Πελασγού, μηδέ αυτού τω Πελασγώ γενέσθαι μόνον….

πεποίηται δε και Ασίω τοιάδε εις αυτόν. Αντίθεον δε Πελασγικόν εν υψικόμοισιν όρεσι

Γαία μέλαιν’ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη.

[12] Απολλων. Ροδίου Αργοναυτικά, Δ, 264, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.

«ούπω τείρεα πάντα τα τ’ ουρανώ, ειλίσσονται, ουδέ τι πω Δαναών ιερόν γένος ήεν ακούσαι

πευθομένοις˙ ּοίοι δ’ έσαν Αρκάδες Απιδονήες, Αρκάδες, οί και πρόσθε σεληναίης υδέονται

ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν, ουδέ Πελασγίς χθών τότε κυδαλίμοισιν ανάσσετο Δευκαλίδησιν».

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Όθωνας (Όττο φον Βίττελσμπαχ – Otto von Wittelsbach) 1815-1867


 

Όθωνας (1815-1867)

Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας (1833-1862). Δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’, βασιλιά της Βαυαρίας και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάζεν Άλτενμπουργκ. Γεννήθηκε την 20η Μαΐου (1 Ιουνίου) του 1815 στο Σάλσμπουργκ της Βαυαρίας. Επελέγη βασιλιάς της Ελλάδας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που υπέγραψαν το βασιλικό πρωτόκολλο του Λονδίνου 1/13 Φεβρουαρίου 1832 και έφθασε στο Ναύπλιο την 18η Ιανουαρίου 1833. Ο Όθωνας αποδέχθηκε το στέμμα σε ηλικία 17 ετών και έφθασε σε ηλικία 18 ετών στη νέα του πατρίδα, ανάμεσα σε πολυπληθές στρατιωτικό και πολιτικό επιτελείο Βαυαρών, υπό την επίδραση των οποίων αποφάσιζε τα πρώτα έτη της βασιλείας του.

Μέτριας διανοητικότητας, κληρονόμος γονιδίων ψυχικών νοσημάτων, με αργή αντίληψη των πραγμάτων και δύσκαμπτη σκέψη, διστακτικός στη λήψη αποφάσεων, χωρίς την ικανότητα να παίρνει πρωτοβουλίες, δεν είχε την προσωπική δύναμη να διαχειριστεί το υψηλό αξίωμα που του δόθηκε στη νέα του πατρίδα, παρά την εξαιρετική του χρηστότητα, την ευθύτητα και το καλοκάγαθο του χαρακτήρα του, τις πολλές προσωπικές του αρετές και την ειλικρινή αγάπη που είχε για την Ελλάδα.

Η βασιλεία του Όθωνα διαιρείται σε τρεις περιόδους: της αντιβασιλείας, της απόλυτης μοναρχίας και της συνταγματικής βασιλείας.

  

Αντιβασιλεία


 

Η περίοδος της αντιβασιλείας, η συντομότερη όλων (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), δεν υπήρξε ούτε διαφωτιστική ούτε καθοδηγητική για τον Όθωνα και το πώς θα έπρεπε να επιτελέσει το τεράστιο έργο, το οποίο είχε να φέρει εις πέρας πρώτος, αυτό της αναγέννησης της ελληνικής φυλής. Αντιθέτως υπήρξε περίοδος σφαλμάτων με σημαντική επίδραση στη Β’ περίοδο.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Όθωνας έφτασε στην Ελλάδα ακολουθούμενος από βαυαρικό στρατό τριών πεζικών συνταγμάτων, δύο λόχους ιππέων και μίας πυροβολαρχίας (3.850 ανδρών) με τη συντήρηση των οποίων επιβαρύνθηκε ο κάτισχνος ελληνικός προϋπολογισμός, ενώ παράλληλα με δυσκολία επιβίωναν οι οπλαρχηγοί του αγώνα, λιμοκτονούσαν οι κατώτεροι βαθμοφόροι και οπλίτες και δεινοπαθούσε ο ελληνικός λαός. Κατά την περίοδο εκείνη η χώρα κυβερνήθηκε από την αντιβασιλεία, που είχε συγκροτηθεί από πέντε Βαυαρούς, τονΆρμανσμπεργκ ως πρόεδρο, τον Μάουρερ, τον Έιδεκ, τον Γραίνερ και τον Άδελ.

 

Απόλυτη Μοναρχία


Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

 

Ο Όθωνας δεν είχε καμία συμμετοχή στις ραδιουργίες και τα σφάλματα της αντιβασιλείας, αλλά μετά την ενηλικίωσή του ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Άρμανσμπεργκ τον οποίο και έχρισε αρχικαγγελάριο ανάμεσα στο στέμμα και τους άλλους υπουργούς των οποίων η γνώμη δεν είχε κανένα κύρος και δεν τους επιτρεπόταν καμία αυτόβουλη ενέργεια, ούτε καν στο στενό κύκλο των υπηρεσιών των υπουργείων τους.  Αυτό το σφάλμα του επανόρθωσε τον επόμενο χρόνο ο Όθωνας, απομακρύνοντας τον Άρμανσμπεργκ και αντικαθιστώντας τον με τον Ρούδχαρτ. Κατά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας ο Όθωνας έκανε το σφάλμα να παραδώσει τις σπουδαιότερες κρατικές αρχές στα χέρια των Βαυαρών, αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των τόσων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών που είχαν καταστραφεί από τον μακροχρόνιο αγώνα, ενώ πολλές φορές ερχόταν σε αντίθεση στις τοπικές επιρροές τους. Ενθάρρυνε ακούσια τις εξωτερικές αντιθέσεις στις τάξεις δυσαρεστημένων, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η συνωμοσία του Ιουλίου του 1843 και η βίαιη ανατροπή της απόλυτης μοναρχίας κατά τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Συνταγματική Μοναρχία


Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

 

Ο Όθωνας δεν αποδέχθηκε την πρόταση συνταγματικού πολιτεύματος, αναγκάσθηκε όμως κατά την νύχτα της στάσης να αποδεχθεί την απαίτηση των στασιαστών, αφού πείσθηκε πως δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενά αλλού γιατί ο μεν στρατός της πρωτεύουσας τάχθηκε με τους στασιαστές, ο δε λαός παρέμενε αδιάφορος.

Η Ελλάδα απαλλάχθηκε από τους Βαυαρούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τις στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις, ενώ στο λαό και το κράτος παραδόθηκαν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, γεγονός που δεν ήταν δυνατό να έχει τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα λόγω της μη προετοιμασίας κατανόησης της εφαρμογής τους. Η εναντίωση του Όθωνα στην εφαρμογή φιλελεύθερου πολιτεύματος αποδείχτηκε δίκαιη. Η πολιτική διαμάχη, η οποία λάμβανε τις διαστάσεις εμφύλιου σπαραγμού σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, είτε βουλευτική είτε δημοτική, είχε ως αποτέλεσμα την κακοδαιμονία της χώρας.

Ο Όθωνας επενέβαινε πάντα στις εκλογές για την ανάδειξη στα αιρετά αξιώματα των ηθικότερων ατόμων. Αυτή η συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλης δυσαρέσκειας και προκάλεσε εχθρότητα και μίση εναντίον του. Οι αντίπαλοί του από τις πολιτικές και στρατιωτικές τάξεις τον συκοφαντούσαν στο λαό ως απολυταρχικό και βίαιο και εργαζόμενο για την επαναφορά της απόλυτης μοναρχίας και των Βαυαρών, με τη βοήθεια των οποίων θα υποδούλωνε την Ελλάδα. Αργότερα οι συκοφαντίες έλαβαν χαρακτήρα προδοσίας και χρηματισμού.

 

Ο Βασιλιάς Όθωνας και η Βασίλισσα Αμαλία έφιπποι στην Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα, 25 Μαρτίου 1854, ακουαρέλα και μελάνι. Έργο του Γάλλου ζωγράφου και εικονογράφου για βρετανικές και γαλλικές εφημερίδες, ανταποκριτή του Κριμαϊκού Πολέμου, Constantin Guys, (1802-1892).

 

Ολόσωμο πορτραίτο του Βασιλιά Όθωνα με φουστανέλα. Έργο του Νικηφόρου Λύτρα.

Ο  Όθωνας μη διαθέτοντας πολιτικό νου και άμοιρος διπλωματικής δεξιοτεχνίας, απέτυχε και στον τομέα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής. Στα εσωτερικά εξέφραζε ευθέως και άμεσα την αντίθεσή του στους τοπάρχες του Μοριά και της Ρούμελης, οι οποίοι αντλούσαν την επιρροή τους από τους προεπαναστατικούς ακόμα καιρούς και ασκούσαν μεγάλη επιβλητικότητα στον άμαθο και δεισιδαίμονα λαό. Ακόμα επιζητούσαν να διατηρήσουν την ισχύ τους σαν αληθινοί ηγεμονίσκοι, που τυραννούσαν και καταδυνάστευαν τον λαό, φορολογώντας το λαό αμείλικτα χωρίς να φορολογούνται ποτέ οι ίδιοι, υπέρτεροι πάντων και των αρχών και των νόμων του κράτους. Οι συνεχείς και αδιάλειπτες στάσεις και επαναστάσεις πήγαζαν από αυτά τα άτομα, τα οποία επιπλέον εκμεταλλεύονταν οι ξένες επιρροές και τα συμφέροντα των αντίζηλων προστάτιδων δυνάμεων κατά του στέμματος.

Ο Όθωνας εξάλλου, δεν είχε συγγένεια με καμία εκ των βασιλικών οικογενειών αυτών των δυνάμεων, ούτε ήταν σε θέση να λάβει βοήθεια από την Αυλή του Μονάχου, επηρεαζόταν πάρα πολύ από την ορμητική και φιλόδοξη σύζυγό του και λόγω της αγάπης και πίστης που έτρεφε προς τα εθνικά ιδεώδη υπερέβη τις δυνάμεις του κράτους και της φυλής, αντιτέθηκε στα ζωτικά συμφέροντα των δύο δυτικών Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και αφενός μεν έβαλε τα ελληνικά συμφέροντα σε μεγάλο κίνδυνο, αφετέρου δε υπονόμευσε ο ίδιος το θρόνο του.

Λόγω της ευθύτητας του χαρακτήρα του και της ειλικρίνειάς του δέχθηκε πολλές και μεγάλες ραδιουργίες από τα «ξένα» κόμματα, όπως ήταν γνωστά τα τρία μεγάλα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαίρεσαν και καταδυνάστευσαν την Ελλάδα κατά την περίοδο της Α’ Δυναστείας. Οποιαδήποτε προτίμηση του Όθωνα σε ένα από τα τρία είχε ως αποτέλεσμα τα άλλα δύο να στρέφονται εναντίον του τρίτου. Οι αρχηγοί και οι ιθύνοντες των κομμάτων εμπνέονταν και δέχονταν οδηγίες από τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα που είχαν την εντύπωση πως υπηρετούν τα συμφέροντα της πατρίδας τους. Έτσι ο Όθωνας βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα στις συμπληγάδες των ξένων και των τοπικών επιρροών καθ’ όλη τη διάρκεια της ταραχώδους βασιλείας του.

Πιεζόμενος σκληρά από την Αγγλία, δεχόμενος απειλές από τη Γαλλία και παρασυρόμενος από τη Ρωσία, βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να εξαρτάται από εξαιρετικά τραγικούς όρους κατά την περίοδο της πρώτης κρίσεως του Ανατολικού ζητήματος (1854).

Ο Όθωνας θέλησε να οδηγήσει το κράτος σε πόλεμο και το λαό σε εξέγερση, παρά τις ρητές απαγορεύσεις των δύο Δυτικών Δυνάμεων, των οποίων οι πρεσβευτές στην Αθήνα απείλησαν έως και σε προσωπικό βαθμό το βασιλικό ζεύγος. Αποτέλεσμα της εθνικής μεν αλλά άστοχης πολιτικής του Όθωνα υπήρξε η ξένη κατοχή του Πειραιά και της Αθήνας και η απόφαση της Γαλλίας για εκθρόνισή του, η οποία και τελικά δεν έγινε πράξη λόγω δυσχερειών που προέκυψαν ως προς την αναπλήρωση του θρόνου αφενός και το βαθμό της δυσαρέσκειας του Ναπολέοντα Γ’ για τη Βαυαρία, την οποία και θεωρούσε σύμμαχο του ενάντια στον Πρωσικό κίνδυνο. Γι’ αυτό και μόνο ανατράπηκαν οι ενέργειες ορισμένων Ελλήνων τόσο στην Αθήνα όσο και στο Παρίσι για την εκθρόνιση του Όθωνα.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθωνας και σε αυτή την περίπτωση απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι δεν μπορούσε να πάρει ορθές πολιτικές αποφάσεις, γιατί παρασυρόταν συναισθηματικά από το πλήθος και τη θέληση να γίνουν πράξη τα εθνικά ιδεώδη που βρίσκονταν στις καρδιές των γενναίων ψυχών. Οι προετοιμασίες των κρατικών δυνάμεων για ένοπλη αντίσταση κατά της απειλής των Άγγλων και των Γάλλων και η εισβολή του βασιλικού ζεύγους στη Θεσσαλία που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή με την τολμηρή επέμβαση του Α. Μεταξά, είναι γεγονότα που πρέπει να κριθούν ψύχραιμα από την Ιστορία και δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως εκδηλώσεις ασυγχώρητης πολιτικής εγκατάλειψης.

Μετά τη λήξη της Ανατολικής κρίσης (1856) και τη Συνθήκη των Παρισίων, η αντιπολίτευση κατά του Όθωνα, που ενθαρρυνόταν από την Αθήνα, άρχισε και στις πρωτεύουσες των νομών.

Η αχαλίνωτη ελευθερία του τύπου και η κάθοδος νέων και τολμηρών ανδρών στην πολιτική και δημοσιογραφική παλαίστρα έφθειραν το γόητρο της Δυναστείας και ενίσχυαν το στρατόπεδο των αντιδυναστικών. Ο Όθωνας ξεκίνησε τον εσωτερικό αγώνα, απέφευγε ωστόσο τις εκλογές, σχεδόν κατήργησε το πολίτευμα και διόριζε πρωθυπουργούς και υπουργούς της προτίμησής του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη συνένωση των αντιπολιτευτικών δυνάμεων κατά του στέμματος.

Όσο εξελισσόταν η πάλη δημιουργήθηκαν οι κύκλοι των «αφοσιωμένων» μέσω των οποίων αυξήθηκε η αντίθεση και η φθορά, η δε ενεργός ανάμειξη της βασίλισσας και οι επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης, η επίδραση που ασκούσε στις αποφάσεις του στέμματος και της κυβέρνησης, ενθάρρυναν αυτομάτως τους αντιδυναστικούς.

Εκτός από το ζήτημα των πολιτικών επεμβάσεων προστέθηκαν και δύο ακόμα κατά τα τελευταία χρόνια της Α’ Δυναστείας για την ενίσχυση των αντιδυναστικών: η διαδοχή του θρόνου και η ίδρυση εθνοφυλακής. Τόσο ο Όθωνας όσο και η Αμαλία αστόχησαν σε όλες τις προσπάθειες τους για τη διαδοχή. Όσον δε αφορά την εθνοφυλακή, τη σύσταση της οποίας επεδίωκαν οι πολιτικοί αρχηγοί, ο Όθωνας ήταν ανένδοτος προς τη δημιουργία σώματος ένοπλων πολιτών, λόγω των μεγάλων αντιθέσεων και των συγκρούσεων που επικρατούσαν στη χώρα.

  

Επανάσταση και έξωση του Όθωνα 


Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Κατά τα δύο τελευταία έτη της βασιλείας του ο Όθωνας υιοθέτησε και πάλι τη φιλοπόλεμο πολιτική, εξαιτίας της ιταλικής εξεγέρσεως και του δόγματος περί δικαίου των εθνοτήτων που είχε υψωθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο προέβη σε μυστικές συνεννοήσεις με ικανούς Ιταλούς πατριώτες και Αλβανούς φυλάρχους, δαπανώντας από το ταμείο του εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα. Αυτές οι συνεννοήσεις  χαρακτηρίστηκαν από τους Άγγλους πολιτικούς ως φιλοτάραχες και κατά τα δύο τελευταία έτη (1860-1862) αντιμετώπισε τρεις αιματηρές στάσεις και επαναστάσεις, με κυριότερη τη Ναυπλιακή Επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862.   Το αίμα που χύθηκε προς εμπέδωση της τάξεως, έκανε ακόμα πιο αποφασιστικό το λαό και τη νεολαία, την οποία και έριξε στην πολιτική διαπάλη ο ορμητικός και δημαγωγός πολιτικός Επαμ. Δεληγιώργης.

Από τη στιγμή δε που προστέθηκαν στις ενέργειες κατά του στέμματος πρόσωπα σαν τον πυρπολητή Κ. Κανάρη και μυήθηκαν οι σωματάρχες της φρουράς της πρωτεύουσας, εξασφαλίστηκε η επιτυχία της ανατροπής.

Ο Όθωνας γνώριζε για τις συνομωτικές ενέργειες κατά του προσώπου του, αλλά δεν είχε υποπτευθεί την έκταση και το μέγεθός τους. Δημιούργησε το Υπουργείο της Αυλής, το οποίο και ήταν το τελευταίο της βασιλείας του, επιπλέον απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα, όπως τον συμβούλεψε η κυβέρνησή του, για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών. Με αυτόν τον τρόπο άφησε την πρωτεύουσα στα χέρια των επαναστατών, με μία κυβέρνηση νωθρή και άβουλη, γεγονός που επίσπευσε την έκρηξη της επανάστασης και την ανατροπή του θρόνου (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862).

Ο Όθωνας έφτασε εσπευσμένως την επόμενη ημέρα στον Πειραιά με την ατμοφρεγάτα «Αμαλία» και βρήκε την πρωτεύουσα και τον Πειραιά σε εξέγερση, όμως δεν κατέφυγε σε βίαια μέτρα, ούτε δημιούργησε εμφύλιο πόλεμο για την αποκατάστασή του στο θρόνο αν και μπορούσε να στηριχθεί στις επαρχίες του κράτους. Ακολούθησε τις συμβουλές των Άγγλων και Γάλλων πρεσβευτών και εγκατέλειψε την Ελλάδα με το αγγλικό ατμόπλοιο «Σκύλλα».

 

Η αναχώρηση του Όθωνα. Λαϊκή λιθογραφία, Μουσείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας.

 

Μετά την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα, ο Όθωνας εγκαταστάθηκε με τη βασίλισσα Αμαλία στο Μόναχο όπου παρέμεινε για ένα οκτάμηνο και αργότερα στη Βαμβέργη όπου και πέθανε στις 14/26 Ιουλίου 1867 σε ηλικία 52 ετών από ερυσίπελα.* Σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του θάφτηκε στην εκκλησία Τεατίνερ-Κίρχε του Μονάχου με την ελληνική ενδυμασία. Η αγάπη του για την Ελλάδα παρέμεινε αδιάσειστη μέχρι και το θάνατό του. Στο Μόναχο, όπου έμεινε κατά τους πρώτους μήνες της εξορίας του είχε ελληνική Αυλή, αλλά και στη μικρή πάλι Βαμβέργη, όπου περιορίστηκε από τον άστοργο αδελφό του, δεχόταν πάντα με χαρά τους Έλληνες που ήθελαν να τον χαιρετίσουν και  συζητούσε  μαζί τους για θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα.

Ανώτερος χρημάτων, φιλεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος, έφυγε από την Ελλάδα φτωχός και μέχρι το θάνατό του επιβίωνε με 100 χιλιάδες φράγκα ετήσια επιχορήγηση του Στέμματος του Μονάχου. Η άδολη αγάπη του προς την Ελλάδα και τους αγώνες της εκδηλώθηκε ένα μήνα πριν το θάνατό του με μυστική δωρεά ολόκληρης της ετήσιας επιχορήγησής του υπέρ του Κρητικού αγώνα (Μάιος 1867), την οποία παρέλαβε ο Σ. Καραϊσκάκης, απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης με σκοπό μυστικό έρανο στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπήρξε ο μεγαλύτερος δωρητής σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και διδακτήρια, χωρίς δε την προσωπική του δωρεά, της τάξεως των 40 χιλιάδων  φράγκων, ήταν αδύνατο να ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο.**

   

Υποσημειώσεις


* Ερυσίπελας. Σοβαρή λοίμωξη του δέρματος και των υποδόριων ιστών από στρεπτόκοκκο που προκαλεί ερυθρό εξάνθημα, κυρίως στο πρόσωπο.

** Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε στις 3 Μαΐου 1837 από τον τότε Βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα και ονομάσθηκε προς τιμή του Οθώνειον Πανεπιστήμιον. Αποτελούσε το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα τόσο στο νέο Ελληνικό Κράτος όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Το πρώτο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το νεοσύστατο ίδρυμα συναποτελούσαν οι σχολές Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (στο γνωστικό πεδίο της οποίας συγκαταλέγονταν οι Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά). Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του, το ίδρυμα στελέχωναν 33 καθηγητές, ενώ μαθήματα παρακολουθούσαν 52 φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένοι ακροατές. Το πανεπιστήμιο στεγάσθηκε αρχικά στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στην Πλάκα που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο του ιδρύματος. Το Νοέμβριο του 1841 το ίδρυμα μεταστεγάσθηκε στο Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένα κτήριο σχεδιασμένο από το Δανό αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν και διακοσμημένο από το ζωγράφο Karl Rahl, αποτελώντας την περίφημη «αρχιτεκτονική τριλογία της Αθήνας», μαζί με τα κτίρια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και εκείνο της Ακαδημίας Αθηνών.

Το Πανεπιστήμιο διατήρησε την ονομασία Οθώνειο μέχρι το 1862, χρονιά κατά την οποία ο Όθων αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Στις 20 Οκτωβρίου 1862 το ίδρυμα μετονομάσθηκε σε Εθνικόν Πανεπιστήμιον.

Το σημερινό του όνομα το Πανεπιστήμιο της ελληνικής πρωτεύουσας έλαβε το 1911 χάρη στον Ηπειρώτη ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη (1769-1850), ο οποίος ήταν ένας πλούσιος έμπορος που ζούσε στη Ρωσία. Διαπνεόμενος από την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία τότε είχε απήχηση στους Έλληνες, διέθεσε όλη του την περιουσία στο ελληνικό Δημόσιο για να ιδρυθεί μετά από 50 χρόνια πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, με τον όρο πως το νέο ίδρυμα θα ονομαζόταν Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, προς τιμή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελούσε ελπίδα του Δόμπολη ότι κατά την εκτέλεση της διαθήκης πρωτεύουσα της Ελλάδας θα είχε πια γίνει η Κωνσταντινούπολη. Το 1911, το Πανεπιστήμιο της Αθήνας (που παρά τους διακαείς πόθους του Δόμπολη παρέμενε πρωτεύουσα της χώρας), για να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του Δόμπολη, διχοτομήθηκε σε δύο τύπους ανεξάρτητες νομικά οντότητες, το Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θεωρητικές σχολές) και το Εθνικόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θετικές σχολές). Τα δύο νομικά πρόσωπα συγχωνεύθηκαν ξανά με τον οργανισμό του 1932 και το ίδρυμα μετονομάστηκε σε Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, ονομασία που διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και σήμερα.

Το 1904 η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο επιμέρους Σχολές: τη Σχολή Τεχνών και αυτή των Επιστημών. Στη Σχολή Επιστημών συμπεριλαμβάνονταν αρχικά οι Σχολές Μαθηματικών, Φαρμακευτικής και Φυσικής, ενώ το 1911 προστέθηκε σε αυτές και η Σχολή Οδοντιατρικής. Το 1919 συστάθηκε το τμήμα Χημείας και τρία χρόνια αργότερα, το 1922, η Σχολή Φαρμακευτικής μετέπεσε σε αυτόνομο τμήμα.

Κατά τη δεκαετία του 1960 έγιναν οι πρώτες ενέργειες με σκοπό την μετεγκατάσταση του πανεπιστημίου και τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων του σε ενιαίο χώρο (Πανεπιστημιούπολη) στην περιοχή Ζωγράφου. Σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη βρίσκεται η Φιλοσοφική και Θεολογική Σχολή, η Σχολή Θετικών Επιστημών και μία από τις Φοιτητικές Εστίες.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα, 1930.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος 7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.
  • Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα


 

Έκθεση: «Δεισιδαιμονίες και Βασκανίες: Σύμβολα, ξόρκια, φυλαχτά. Τα λαογραφικά συμφραζόμενα της μαγείας».

 

ΈκθεσηTo Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2009, εγκαινιάζει την έκθεση «Δεισιδαιμονίες και Βασκανίες: Σύμβολα, ξόρκια, φυλαχτά. Τα λαογραφικά συμφραζόμενα της μαγείας», την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009 , στις 19.30, στο Μουσείο «Β. Παπαντωνίου». 

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποτελούν κορυφαία ευρωπαϊκή πολιτιστική εκδήλωση και υποστηρίζονται από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Φιλοδοξούν να ευαισθητοποιήσουν τους πολίτες σε θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, να ενισχύσουν την κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση και να συνδράμουν στη δημιουργία ενός πρόσφορου κλίματος για τη διεξαγωγή ενός διαπολιτισμικού διαλόγου.

Το θέμα του φετινού εορτασμού (25-27 Σεπτεμβρίου 2009), στον οποίο η Ελλάδα συμμετέχει για 15η συνεχή χρονιά, είναι «Μάγοι, ξόρκια και φυλακτά – Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο».

 Η είσοδος στο κοινό θα είναι ελεύθερη και το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσίαση σχετικών λαϊκών δρωμένων στους επισκέπτες του μουσείου,  από τις 11.00 έως τις 13.00. Τηλ. 27520 28947  Fax. 27520 27960.

Φορωνέας (μυθολογία)


 

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

  

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

 

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

 

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Ίναχος (μυθολογία)

 


 

Ανιχνεύοντας τις πρώτες γενεαλογικές ρίζες του Ινάχου, μπαίνουμε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά μονοπάτια του χρόνου, μέχρι που αγγίζουμε τις απαρχές της εθνοφυλετικής μας γενέσεως.

Ο Ίναχος είναι γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε την βασιλεία στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η μυθολογία του Άργους.

Από τον Ίναχο αρχίζει η μυθολογική παράδοση, αλλά και η πανάρχαια ιστορική διαδρομή της Ιναχίας γης, όπως ήταν η αρχική ονομασία του τόπου, αλλά και όλης της Πελοποννήσου κατά τον τραγικό ποιητή Σοφοκλή[1].

Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, «στην ονομαζομένη σήμερα Ἀργολίδα δέν ὑπάρχουν μνñμες παλαιότερες ἀπό τόν Ἴναχο».

Η συνύφανση ιστορίας και μύθου που αναφέρονται στις απαρχές του αρχαίου Άργους και της πρώτης βασιλικής γενιάς του, ξεκινούν από το απώτατο παρελθόν, από την δυναστεία του Ουρανού – της φύτρας των θεών – και της Γαίας, οι οποίοι «᾽Ωκεανόν…καί Τηθύν ἐποίησαν τñς γενέσεως πατέρας».

« Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο Ωκεανό…και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον Ωκεανό τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα…Είναι πολύ κοπιαστικό τα ονόματα όλων να αραδιάση ανθρώπου γνώση˙ξέρουνε τον καθένα αυτοί που ολόγυρά τους κατοικούνε»[2]

Ο ποταμός Ίναχος

Ο ποταμός Ίναχος

Παιδί του Ωκεανού και της Τιτανίδας Τηθύος μητέρας των ποτάμιων θεών, ήταν και ο Ίναχος, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο ποταμός του Άργους. Κατά τους αρχαίους ιστορικούς εγκατέστησε την βασιλεία του στο Άργος πολλές γενεές προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος[3].

Ένας παλαιότερος κατακλυσμός που συνέβη στα χρόνια του, πλημμύρισε την αργολική πεδιάδα, μετατρέποντάς την σε μιαν απέραντη λίμνη, καθώς τα νερά της ενώθηκαν με αυτά του γειτονικού Αργολικού κόλπου.

Η Λάρισα, η κατοπινή ακρόπολη του Άργους, ο γιγάντιος βράχος που ορθωνόταν νότια (το Παλαμήδι), η Τίρυνθα, και πιο απόμακρα οι Μυκήνες, πρόβαλαν μοναχικά βραχονήσια μέσα στο θολό, απέραντο, υγρό στοιχείο. Οι λιγοστοί κάτοικοι τρομαγμένοι, άφησαν τον κάμπο και ζήτησαν σωτηρία ψηλά, στα σπήλαια των γύρω βουνών.

Όταν σταμάτησε ο κατακλυσμός κι άρχισαν να αποτραβιούνται τα νερά, πρόβαλαν λίγες οάσεις στεριάς, ανάμεσα σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα ποτάμια. Ο Ίναχος κατέβασε τους ανθρώπους στα πεδινά και τους οδήγησε να μαζέψουν τα νερά των μικρών ποταμών στην κοίτη του μεγαλύτερου, που είχε βρει διέξοδο στη θάλασσα.

Η πεδιάδα ξανάπαιρνε σιγά σιγά ζωή. Για να τιμήσουν οι Αργείοι τον ευεργέτη τους Ίναχο, έδωσαν το όνομά του σ’ αυτό το ποτάμι που συγκέντρωσε όλα τα νερά και τα έστρεψε στον Αργολικό κόλπο[4].

Προηγουμένως – γράφει ο Απολλόδωρος – ονομαζόταν Καρμάνωρ και κατόπιν Αλιάκμων, ονομασίες που κατά την τοπική παράδοση σήμαιναν «ο ακαταπονήτως και μετά σπουδής ρέων προς την θάλασσαν».[5]

Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», μαστάρι της γης. Καθώς έρεε αδιάκοπα από τα κατάφυτα και χιονοσκεπή αρκαδικά όρη και γονιμοποιούσε την πεδιάδα, της έδινε μια μεγαλοπρεπή και μαγευτική εικόνα.

Μετά από εξήντα χρόνια βασιλείας του Ινάχου, του οποίου η επικράτεια εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την Βαλκανική χερσόνησο, ακολούθησαν άλλοι οκτώ Ιναχίδαι με πρώτο τον γιο του Φορωνέα που τον διαδέχθηκε:

 Πελασγός:   Κι όλα τα μέρη που ο αγνός περνάει Στρυμόνας

κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω.

Κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα

και τα κείθ’ απ’ τον Πίνδο προς την Παιονία,

και της Δωδώνης τα βουνά, ως εκεί που κόβει

της θάλασσας το σύνορο˙ αυτούς τους τόπους ορίζω

κάτω ίσαμ’ εδώ.[6]

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηλέκτρα, 1

[2] Ησιόδου Θεογονία, από 125, μετ. Π. Λεκατσά

[3] Αθ. Σταγειρίτου Ωγυγία τομ. Δ’ σελ.443

[4] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,5: « Ίναχον δε βασιλεύοντα τον τε ποταμόν αφ’ αυτού λέγουσιν ονομάσαι και θύσαι τη Ήρα».

[5] Αλιάκμων:άλς (=θάλασσα) + ακμαίνω (χτυπώ) > ο χτυπών με τα ορμητικά νερά του τη θάλασσα.

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 255-260, μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. Εστίας:

   Πελασγός: Στρυμών, το προς δύνοντος ηλίου κρατώ

                  «Ορίζομαι δε την Περραιβών χθόνα πέλας,

                   όρη τε Δωδωναία συντέμνει δ’ όρος

                   υγράς θαλάσσης των δε επί τόδε κρατώ».

 

Βλέπε επίσης Ιωάν. Κοφινιώτη: 

 «Όταν δε εβασίλευεν ο Ίναχος εν τω Άργει, εξουσίαζε και όλην την χώραν δι ής ο Άλγος (Αξιός) και ο Στρυμών ρεί.

 Ώστε ο Ίναχος ήρχε και της Ηπείρου ήτις τότε Περραιβών εκαλείτο χώρα και είχεν εν εαυτή τα Κεραύνια (Δωδωναία) όρη παρά τα οποία τότε ευρίσκοντο οι Παίονες, και επομένως των Πελασγών το κράτος ορίζετο επί Ινάχου βορείως διά της σειράς του Αίμου, κατά δε τα επίλοιπα κύκλωθι μέρη υπό θαλάσσης, δηλαδή της από Ευξείνου μέχρι του Αδρίου εκτεταμένης θαλάσσης». (Ιστορία του Άργους σελ. 124)

 Σημ. Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής είχε γράψει έργο με τίτλο «Ίναχος», αποσπάσματα του οποίου βρέθηκαν σε παπύρους της αρχαίας Αιγυπτιακής πόλης Οξυρρύγχου και φυλάσσονται στην Οξφόρδη. (Βλέπε Ελένης Νικολαΐδου Σοφοκλής ο μεγάλος τραγικός, εκδ. Σαββάλα, σελ.88).

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

Λίνος (μυθολογία)


 

Ο Λίνος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος που πέθανε πρόωρα και καθημερινά τον θρηνούσαν οι Μούσες. Οι εκδοχές για την γενεαλογία του είναι διάφορες. Κατά τον Απολλόδωρο ήταν γιος της Μούσας Ουρανίας ή της Τερψιχόρης ή της Ευτέρπης και του Οιάγρου. Ο Παυσανίας (Θ 29.6) θεωρεί ως πατέρα του τον γιό του Ποσειδώνα, Αμφίμαρο.

Η άλλη εκδοχή δέχεται ότι πως ήταν γιος της Νύμφης ψαμάθης και του Απόλλωνα. Η μητέρα του, επειδή φοβήθηκε την οργή του πατέρα της Κρότωπα, τον εγκατέλειψε και τον κατασπάραξαν τα άγρια σκυλιά.

Όταν ο Κρότωπας – βασιλιάς του Άργους – έμαθε το αμάρτημα της κόρης του, την έθαψε ζωντανή. Ο Απόλλων, για εκδίκηση, έστειλε αρχικά κατά του Άργους ένα τέρας, την Ποινή, το οποίο άρπαζε τα παιδιά από την αγκαλιά των Αργειτισσών. Αργότερα, όταν η Ποινή σκοτώθηκε από κάποιο Αργείο ήρωα, έστειλε λιμό απ’ τον οποίο πέθαιναν οι Αργείοι αδιακρίτως ηλικίας.

Σύμφωνα με το χρησμό που τους δόθηκε, ο Απόλλωνας σταμάτησε το λιμό, αλλά οι Αργείοι τελούσαν κάθε χρόνο το μήνα Αρνείο, γιορτή στην οποία θυσίαζαν αρνιά, σκότωναν τα σκυλιά που τυχόν συναντούσαν στο δρόμο και οι γυναίκες θρηνούσαν την τύχη του Λίνου με το θλιβερό τραγούδι, το Αίλινον, που ονομάστηκε έτσι από την θρηνώδη προσφώνηση « Αϊ Λίνε» με την οποία άρχιζε και τελείωνε η επωδός του. Η γιορτή αυτή λεγόταν Αρνηίς ή Κυνοφόντις.

Ο Λίνος ήταν ο μεγαλύτερος μουσικός της εποχής του και σκοτώθηκε από τον πατέρα του Απόλλωνα, γιατί θέλησε να εξισωθεί στο τραγούδι με τον θεό.

Υπάρχει όμως και η γνώμη, ότι ολόκληρος ο μύθος του Λίνου πλέχτηκε γύρω από το Αίλινον, το πανάρχαιο τραγούδι, το οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (παρ. Αθην.XIV 619) δεν ήταν μόνο θρήνος αλλά και ύμνος που αναφέρεται και από τον Όμηρο ( Ιλιάδα Σ 570) και τον Ησίοδο ( αποσπασμ. 211,212) ενώ στην πραγματικότητα ο Λίνος ήταν φιλόσοφος και γραμμα- τικός, αν και δεν σώθηκε κανένα από τα έργα του.

Μεταγενέστεροι συγγραφείς αμφισβητούν την όλη συγγραφική του δραστηριότητα. Μια άλλη παράδοση τον φέρει ως δάσκαλο του Ηρακλή στη μουσική.

Κατά τον Απολλόδωρο ήταν αδελφός του Ορφέα, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής, όταν τον τιμώρησε την ώρα της διδασκαλίας της λύρας.

Ο Λίνος αναφέρεται ως εφευρέτης της τρίχορδης λύρας, μιας νέας χορδής ( λιχανός), ως επίσης  του  άσματος, του  ρυθμού  και γενικά της μουσικής, ακόμη δε της ποίησης και τέλος « παντοίας σοφίας».   

Κατά τον Πλούταρχο ήταν σύγχρονος του Αμφίονα και συνθέτης θρήνων, κατά δε τον Πλίνιο αναφέρεται ως εφευρέτης της κιθαρωδίας.

Τον τάφο του Λίνου τον έδειχναν σε διάφορα μέρη όπως στο Άργος, στην Πιερία, στον Ελικώνα, στη Θήβα, στην Εύβοια και στην Χαλκίδα.

Ο Λίνος, λένε, δίδαξε το αλφάβητο στον Ηρακλή κι ότι είναι ο πρώτος που έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα.

Γι’ αυτόν τον Λίνο γνώριζαν όλοι, ότι αυτός, ένας γιος του Απόλλωνα ή της Μούσας Ουρανίας ( Ευριπίδης, Ικέτιδες) πέθανε από βίαιο θάνατο κι ότι όλοι οι τραγουδιστές κι οι λυράρηδες  σε κάθε συμπόσιο και κάθε χορό τον μοιρολογούσαν.

Μια άλλη διήγηση έλεγε ότι τον σκότωσε ο Κάδμος γιατί ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έφερνε στους Έλληνες την γραφή.

 

Πηγή

  •   Γεώργιος Βασ. Σιέττος, «Τα Ορφικά Μυστήρια», Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993.

Καρίγιαννης Αθανάσιος (Οπλαρχηγός)


 

Μανιάτης οπλαρχηγός που διακρίθηκε για τον ηρωισμό του κατά την επανάσταση του 1821. Όταν τον Ιούλιο του 1822 τα πρώτα τμήματα της στρατιάς του Μαχμούτ πασσά Δράμαλη επιτέθηκαν στο αργολικό πεδίο, το οποίο και είχαν εκκενώσει οι Έλληνες, ο Καρίγιαννης, ο οποίος βρισκόταν στο Άργος εκείνες τις ημέρες της φυγής και του τρόμου, πήρε δέκα οπλίτες και ανέβηκε άφοβα στο φρούριο του Άργους υψώνοντας την σημαία του σ’ αυτό.

Όταν μετά από λίγες ημέρες είδε 50 Τούρκους ιππείς να εισέρχονται στο Άργος, τους επιτέθηκε σκοτώνοντας κάποιους από αυτούς και τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή. Το παράδειγμα του γενναίου Καρίγιαννη βρήκε μετά από λίγες μέρες και άλλους γενναίους μιμητές.

Οι οπλαρχηγοί Μπαρμπιτσιώτης, Κατσάκος, Κουμουστιώτης και Ζαχαρόπουλος ανέβηκαν με 200 οπλίτες στο φρούριο, το οποίο και αργότερα ενισχύθηκε από άλλους 500 με τους Δημήτριο Υψηλάντη, Γεώργιο και Ιωάννη Μαυρομιχάλη και Πάνο Κολοκοτρώνη.

 

 

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

 

 

Μετά την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη στο αργολικό πεδίο και τον αποκλεισμό του φρουρίου του Άργους από τον πολυάριθμο στρατό του εχθρού, οι Έλληνες με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και των Αντ. Μαυρομιχάλη προσπάθησαν, πλησιάζοντας τον τουρκικό στρατό, να βοηθήσουν την έξοδο των Ελλήνων από το φρούριο.

Οι Έλληνες, επωφελούμενοι το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους, κατάφεραν να βγουν από το φρούριο όλοι σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον Καρίγιαννη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε κάποια γωνιά. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος ανάμεσα στον εχθρό, που εκείνη την ώρα συγκέντρωνε λάφυρα, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Καλύπτοντας το κεφάλι του με μία κατσαρόλα και έχοντας στα χέρια του το όπλο του και άλλα ασήμαντα σκεύη, πέρασε τραγουδώντας και χορεύοντας ανάμεσα στους Τούρκους που τον θεώρησαν συμπατριώτη τους που μετέφερε τα λάφυρά του. Έτσι ο Καρίγιαννης ενώθηκε και πάλι με τους συντρόφους του χωρίς καν να τραυματιστεί.  

 

Ο Τρικούπης γράφει:

«Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα εν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν ΄Αργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του ΄Αργους και ύψωσε σημαίαν”.

 

Στον Άγγλο Φίνλεϋ διαβάζουμε:

» Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ΄Αργος, είχε περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί σχεδόν από αυτούς είτανε ιππείς. Ενώ οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι καπετανέοι της Ελλάδας τα σκάγανε στα πλοία που είτανε αγκυροβολημένα στη Λέρνα και οι οπαδοί λεηλατούσαν την πόλη, ένα σώμα εθελοντών έπιασε το ερειπωμένο κάστρο της Λάρισας, όπου βρισκότανε η αρχαία Ακρόπολη του Άργους. Η πατριωτική στάση αυτών των ανδρών μέσα στο γενικό πανικό, είναι τόσο αξιέπαινη, ώστε θα έπρεπε το όνομα του καθενός να παραδοθεί στην ευγνωμοσύνη της Ελλάδας. Ένας Μανιάτης αξιωματικός ο Αθανάσιος Καρίγιαννης, υπερηφανευόταν ότι είταν ο πρώτος που μπήκε στη θέση και ο τελευταίος που την εγκατέλειψε”.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.
  • Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, «Ιστορία της Μάνης», Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996.

 

 

Υπερμνήστρα (μυθολογία) 


 

Η πιο γνωστή απ’ τις πενήντα κόρες του Δαναού, βασιλιά του Άργους, ανιψιά, όπως και οι αδελφές της του Αιγύπτου, εγγονή του Βήλου και της Αγχιρρόης, δισεγγονή της Λιβύης και του Ποσειδώνα, τρισεγγονή του Έπαφου και τετράκις εγγονή της Ιώς και του Δία.

Η μόνη, από τις 50 αδελφές της, που δεν σκότωσε τον άντρα – εξάδελφό της την πρώτη νύχτα του γάμου της όπως τις είχε συμβουλεύσει ο πατέρας τους Δαναός.

Υπερμνήστρα

Σύμφωνα με το μύθο, ενώ ο Δαναός ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του, κατέπλευσε στο Άργος ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι γάμοι των γιων του με τις κόρες του αδελφού του. Ο  Δαναός αρνήθηκε και πάλι και οι γιοι του Αίγυπτου πολιόρκησαν το Άργος. Ο Δαναός με τις κόρες του κλείστηκαν στην ακρόπολη του Άργους, αλλά στην πόλη δεν υπήρχαν πήγες και δεν είχαν νερό. Όταν ο Δαναός κατάλαβε ότι η δίψα θα τον κάνει γρήγορα να παραδοθεί, προσποιήθηκε ότι δέχεται να κάνει αυτό που του ζητούσαν οι γιοι του Αιγύπτου, εάν αυτοί θα έλυναν την πολιορκία. Έτσι λύθηκε η πολιορκία και κανονίστηκε να γίνει ομαδικός γάμος.

Τα ανδρόγυνα τα ζευγάρωσε ο Δαναός. Σε κάποια ζευγάρια η εκλογή του οφειλόταν στο γεγονός ότι νύφη και γαμπρός είχαν μητέρες της ίδιας κοινωνικής τάξης. Σε άλλα ζευγάρια έμοιαζαν τα ονόματά τους και έτσι η Κλείτη, η Σθενέλη και η Χρυσίππη παντρεύτηκαν τον Κλείτο, το Σθένελο και το Χρύσιππο. Για τα υπόλοιπα ο Δαναός τράβηξε κλήρο μέσα από ένα κράνος και, αφού ο κάθε νέος έμαθε ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές και ο Δαναός παράθεσε συμπόσιο, όπου έψαλαν και το τραγούδι του γάμου, τον Υμέναιο.

Επειδή όμως ο Δαναός φοβόταν ακόμη το χρησμό, που έλεγε ότι θα τον σκοτώσει ένας γιος του αδελφού του, πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου μάζεψε τις κόρες του, τους μοίρασε μυτερές βελόνες, που τις έκρυψαν μέσα στα μαλλιά τους, και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της στον ύπνο του την πρώτη νύχτα του γάμου, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν στην πατρική προσταγή και τα μεσάνυχτα, μετά το γαμήλιο γλέντι, καθεμιά κάρφωσε τον εξάδελφο και σύζυγό της στην καρδιά.

Μόνον ένας επέζησε, ο Λυγκέας, που η σύζυγός του η Υπερμνήστρα του έσωσε τη ζωή είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της είχε σεβαστεί την παρθενιά της, είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας, είτε γιατί το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή  και δεν τον θανάτωσε. Τον βοήθησε μάλιστα να το σκάσει από την πόλη και να πάει στη Λυγκεία, εξήντα στάδια μακριά, και να ανάψει έναν πυρσό, σύνθημα ότι είχε φτάσει σώος, ενώ ανέλαβε κι αυτή την υποχρέωση να απαντήσει με άλλον πυρσό από την ακρόπολη. Από τότε οι Αργείοι εξακολουθούσαν κάθε χρόνο να ανάβουν πυρσούς σε ανάμνηση αυτής της συμφωνίας.

 

Οι Δαναΐδες σκοτώνουν τους συζύγους τους. Danaïdes tuant leurs maris. Miniature extraite des Epistres d’Ovide (Héroïdes), traduction d’Octavien de Saint-Gelais, 1496-1498. Bibliothèque nationale de France (BNF).

 

Το πρωί ο Δαναός πληροφορήθηκε την ανυπακοή της Υπερμήστρας,  που παράκουσε τη διαταγή του και δε θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα. Αμέσως τη φυλάκισε για να την τιμωρήσει και την πέρασε από δίκη. Η δίκη αυτή έγινε στον ιστορικό χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Οι Αργείοι όμως επικαλούμενοι το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, προστάτιδας της συζυγικής κλίνης, αρνήθηκαν την καταδίκη. Έτσι η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της Αφροδίτης, που προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης, αθωώθηκε! Ο Λυγκέας και η Υπερμήστρα ενώθηκαν πάλι, ο Δαναός και ο Λυγκέας συμφιλιώθηκαν και ο Λυγκέας έγινε γενάρχης του βασιλικού γένους των Αργείων και απόλυτος κύριος στο Άργος και αναγνωρίστηκε βασιλιάς μαζί με την Υπερμνήστρα, που αφιέρωσε στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα ένα ξόανο της Αφροδίτης.

Ύστερα απ’ αυτά ο Λυγκέας παράχωσε τα κεφάλια των δολοφονημένων αδελφών του στη Λέρνη και κήδεψε τα σώματα τους με όλες τις τιμές κάτω από τα τείχη του Άργους. Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν για το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή στη λίμνη Λέρνη, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με ντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια», και στον κάθε νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμπρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των απόγονων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων ο Παλαμήδης και ο Ηρακλής.

Όταν πέθανε ο Δαναός, οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς και κόσμησαν τον τάφο του με ένα λαμπρό μνημείο, ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:  «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα».

Τις κόρες όμως του Δαναού, τις Δαναΐδες, μολονότι η Αθηνά και ο Έρμης με την άδεια του Δία τις εξάγνισαν, οι Κριτές των Νεκρών τις καταδίκασαν μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι τρύπιο σαν κόσκινο («τετρημένον πίθον»), για να τιμωρηθούν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου.

 

 Πηγές


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.
  • Αλέξης Τότσικας, Μύθος και Ιστορία, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Άντεια (μυθολογία)


  

Από τον πόθον άναψε κρυφά μ’ αυτόν να σμίξη

η δέσποιν’ Άντεια, γυνή του Προίτου. Αλλά σ’ εκείνην

δεν έστεργε ο καλόγνωμος χρηστός Βελλερεφόντης

κι η  Άντεια  ψευδολόγησε του Προίτου: «Ν’ αποθάνης,»

του είπε, «ω Προίτε, ή φόνευε συ τον Βελλερεφόντην,

που θέλ’ εμέν’ αθέλητην εκείνος να φιλήσει». (Ιλ. VI, 164-165).

 

Κόρη του Ιοβάτη της Λυκίας, παντρεύτηκε τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο, γιό του Άβαντα, όταν είχε διωχτεί απ’ τον αδελφό του Ακρίσιο απ’ το Άργος, κι είχε καταφύγει στη Λυκία.

Γνωστή απ’ τον άνομο έρωτά της προς τον Βελλεροφόντη, γιό του Γλαύκου της Κορίνθου, που «οι θεοί κάλλος τε και ηνορέην ώπασαν». (Ιλ. VI, 156).

Όταν ο νέος απέκρουσε τον έρωτά της, πήγε στον άντρα της και του είπε «τεθναίης, ώ Προίτ’, ή κάκτανε Βελλεροφόντην, ος μ’ έθελεν φιλότητι μιγήμεναι, ουκ εθελούση»(Ιλ. VI, 164-165).

Ο Προίτος αγανάκτησε, αλλά μη θέλοντας ως οικοδεσπότης να σκοτώσει τον φιλοξενούμενό του « στίματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πικτώ θυμοφθόρα πολλά»(Ιλ.VI, 168-169) τα έστειλε με τον νέο στον πεθερό του για να τον σκοτώσει αυτός. Από εδώ  αρχίζουν τα κατορθώματα του  ήρωα – πρώτη  πηγή ο Όμηρος (Ιλ. VI, 179 κεξ.).

Το πάθος της Άντειας, που θυμίζει την όμοια περίπτωση της γυναίκας του Πουτιφάρ, απ’ όπου η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης Ιωσήφ – γυναίκας του Πετεφρή, της Φαίδρας και του Ιππόλυτου, της Δημαινέτης και του Κνήμονα, της Ζουλέϊκας – Ιωσήφ και της Βασίλισσας και του προγονού της [Ιστορία των Επτά Σοφών], ενέπνευσε τον Ευριπίδη που έγραψε την τραγωδία Σθενέβοια.

Από την τραγωδία αυτή που η ηρωΐδα από Άντεια καλείται Σθενέβοια,  σώθηκαν λίγα αποσπάσματα.

 

Πηγή


  •  Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.