Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αναζήτηση συγκεκριμένου άρθρου

 

Στο πεδίο της αναζήτησης (Search) , πληκτρολογήστε τον πλήρη τίτλο του λήμματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι:

  • Τα κύρια ονόματα πρέπει να είναι της μορφής Επίθετο-Όνομα.
  • Γράψτε ολόκληρη λέξη και όχι μόνο ένα μέρος αυτής, με πεζοκεφαλαία.
  • Κάποια λήμματα μπορεί να χρειάζονται και το άρθρο τους (γραμματικό) για να ανιχνευθούν ακριβώς.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν δεν βρεθεί το λήμμα που αναζητήσατε, θα εμφανιστεί μιά σελίδα που περιλαμβάνει λήμματα που πιθανώς ταιριάζουν με αυτό που αναζητείται.

Σχολή του Άργους 1798

 

 

Το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους ιδρύθηκε το 1798 από τον ευπατρίδη και σεμνό προεστό Ιωάννη Περρούκα. Μόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει η εθνική συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων και η διψασμένη ψυχή τους δεχόταν με αγαλλίαση κάθε παρηγορητικό μήνυμα από ομοεθνείς που ζούσαν και δρούσαν σε χώρες της Ευρώπης. Σε αυτά τα μηνύματα και τις παραινέσεις κυριαρχούσε η βαθειά επιθυμία και αδήριτη ανάγκη της πνευματικής  καλλιέργειας  των σκλαβωμένων παιδιών της Πατρίδας.

 

Από την Βενετία, όπου λειτουργούσε η περίφημη Σχολή των Ελλήνων, έφταναν μηνύματα αγάπης, υποστήριξης και προτροπής για μόρφωση.  Φλογεροί ιερωμένοι με περίσσιο ζήλο, αψηφώντας τους κινδύνους, επιχειρούσαν να ανεβάσουν το ηθικό των σκλαβωμένων αδελφών με πύρινους λόγους  και έσπερναν το σπόρο της αναγέννησης του Έθνους και της πνευματικής ανάπτυξης. Μόνον έτσι  θα προέκυπτε το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Η Λευτεριά.

Ήδη, στην Αθήνα, στα Γιάννενα αλλά και στη Δημητσάνα λειτουργούσαν σχολεία και κάποιες ιερατικές σχολές.

 

Στην μείζονα περιοχή μας όμως, δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο σχολείο. Ο Περρούκας, που ήξερε μερικά γράμματα, είχε χρήματα αλλά κυρίως λαχταρούσε την ελευθερία της υπόδουλης Πατρίδας, κατάλαβε ότι μόνον αν αναπτυχθεί η πνευματική και πολιτιστική κατάσταση του λαού θα κερδιζόταν η υπόθεση. Ύστερα από χρονοβόρες και μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατάφερε να άρει τις απαγορευτικές διαταγές των Τούρκων και κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

 

Το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας. Στα στενά κελιά της ακούστηκε ξανά ο Ελληνικός λόγος και τα Ελληνόπουλα του Άργους μάθαιναν γραφή, ανάγνωση, ιστορία και αριθμητική. Όλοι βοηθούσαν το σχολείο. Η κοινότητα, οι εύποροι Αργείοι με πρώτο τον Ιωάννη Περρούκα αλλά και ξένοι. Ακόμη και από την Πάτρα δέχτηκε το σχολείο μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Ο αδελφός του Περρούκα Δημήτριος, που τότε ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ως πληρεξούσιος στην υψηλή πύλη του σουλτάνου, έδωσε εντολή στον Ιωάννη να καταθέτει για λογαριασμό του συμπατριώτη Βελισάριου Διογενίδη, 300 γρόσια  το μήνα στο Διευθυντή της σχολής Ησαΐα Λεονάρδο. Ήταν τόση η τιμιότητα και η καθαρότητα του Ιωάννη Περρούκα που στο βιβλίο των οικονομικών του, καταχωρούσε λεπτομερώς τα χρήματα που προορίζονταν για το σχολείο.

 

Ο Φραντζής, εκτός του Ησαΐα Λεονάρδου, αναφέρει ακόμα ονόματα διδασκάλων και υποδιδασκάλων της Σχολής του Άργους: Νικηφόρος 1813, Ιωάσαφ 1816, Νεόφυτος 1811, κ.α.

 

Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο « Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825.

 

Ας θυμίσουμε, ότι ο ευεργέτης και εμπνευσμένος ιδρυτής του πρώτου σχολείου του Άργους Ιωάννης Περρούκας, πιάστηκε όμηρος από τους Τούρκους και ύστερα από έξι μήνες φυλάκισης και μαρτυρικής ζωής στην Τρίπολη, παρέδωσε το πνεύμα στο Δημιουργό του.   

 

Πηγή

 

 

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Όσιος  Λεόντιος ο Αθωνίτης ο Μυροβλήτης

 

Όσιος Λεόντιος

Ο βίος του οσίου Λεοντίου του νέου σώζεται στο χειρόγραφο 677 σελ. φ 1-36 της Ιεράς Μονής του Αγίου Διονυσίου,  Άγιου Όρους, το όποιο γράφτηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα και είναι μετάφραση προηγούμενου κειμένου από τις αρχές του 17ου αιώνα.

Γεννήθηκε το 1520 στο Άργος σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και την παράδοση των πατέρων της Ιεράς Μονής Διονυσίου. Για τούς γονείς του και την παιδική του ηλικία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Μπορούμε να συμπεράνουμε όμως ότι ο Όσιος είχε ευσεβείς γονείς, αφού σε ηλικία 17 ετών, το 1537, «ησύχαζε» σε ένα «μονίδριο» της Αργολίδας, επιλέγοντας  τον μοναχικό βίο.

Ο Όσιος, αφού εγκατέλειψε τούς γονείς του, τούς συγγενείς και φίλους, δόθηκε στη νηστεία, στις προσευχές και στις ασκήσεις του σώματος, στη μελέτη των Θείων Γραφών και στα θεάρεστα έργα.

Το έτος 1537, όταν οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση εναντίον του Ναυπλίου, ο Λεόντιος προφήτεψε ότι το κάστρο θα ερχόταν στα χέρια των Αγαρηνών, πράγμα το όποιο και έγινε το 1540. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τούς Τούρκους, ο Λεόντιος κατέφυγε στο Άγιο Όρος, το όποιο αγάπησε πολύ, και ζήτησε να μονάσει στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου. Για να τον δεχτούν του έθεσαν δύο όρους: 1) Ότι δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την Μονή και 2) ότι θα αναλάβει οποιοδήποτε διακόνημα του ανατεθεί.

Όσιος Λεόντιος

Κατοίκησε στο Ιερό κοινόβιο της Μονής Διονυσίου και για 60 ολόκληρα χρόνια δεν βγήκε από το Μοναστήρι. Έτσι αξιώθηκε του διορατικού και προφητικού χαρίσματος.

Ο όσιος Λεόντιος  απεβίωσε το 1605 σε ηλικία 85 ετών. Μετά την ταφή του στη μονή και κατά την ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του, «βλέπουσιν οφθαλμοφανώς οι αδελφοί το οσιακόν εκείνο σώμα πανταχόθεν βλύζον άγιον μύρον». Γι’ αυτό καλείται «Όσιος Λεόντιος, ο Μυροβλύτης».

Την ακολουθία του Λεοντίου συνέταξε ο μοναχός του Αγίου Όρους Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ο υμνογράφος τον ονομάζει «θεοειδή βλαστόν του Άργους, αγλάισμα του Άργους, σεπτόν εγκαλώπισμα του Άργους».

Στην περιοχή Πορτίτσες του Άργους υπάρχει ιδιωτικός ναός αφιερωμένος στον Όσιο Λεόντιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 18 Ιουνίου εκάστου έτους.

 

 

Πηγή

 

  • Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), «Ασματικαί Ακολουθίαι του Αγίου Αγγελή Νεομάρτυρος και του Οσίου Λεοντίου Των Αργείων, μετά σχετικών βιογραφικών σημειωμάτων », Ναύπλιον 1982.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Αρχαίο Θ�ατρο Άργους – The Ancient Theatre of Argos

Αρχαίο Θέατρο Άργους – The Ancient Theatre of Argos

Αρχαίο Θέατρο ΆργουςThe Ancient Theatre of Argos

 

Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

 

Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

Ρωμαϊκά ΛουτράThe Roman Baths

 

Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς (1788-1841)

 

Άγγλος στρατηγός από τη Σκωτία και φιλέλληνας, από τους πρώτους που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και αγαπούσε τα ταξίδια. Έτσι, αποχώρησε από το στράτευμα της Αγγλίας και από το 1810 άρχισε να ταξιδεύει. Επισκέφθηκε πολλά μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Στην Κωνσταντινούπολη μάλιστα παντρεύτηκε Ελληνίδα αρμενικής καταγωγής.

 

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

 

Με την έναρξη της επανάστασης απέπλευσε με δικό του πλοίο από τη Μασσαλία με προορισμό την Ελλάδα. Κατέληξε στα Τρίκορφα, έξω από την Τρίπολη, τον Αύγουστο1821, έχοντας μαζί του 600 όπλα, τρία κανόνια και μολύβι. Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον δέχτηκε με τιμές και του ανέθεσε να συγκροτήσει σώμα από Έλληνες και Φιλέλληνες. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου του 1821), απογοητευμένος και οργισμένος από την απειθαρχία και τις σφαγές των Ελλήνων, έφυγε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος επιτροπής για την ενίσχυση του Αγώνα με χρήματα και όπλα. Επανήλθε στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση των Ελλήνων (1826) και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, από όπου έστελνε τρόφιμα προς τα ελληνικά στρατόπεδα και άλλα εφόδια, που έρχονταν από το εξωτερικό. Την ίδια χρονιά έφτασε στο Ναύπλιο με 14.000 λίρες. Ήταν τα τελευταία χρήματα από το β΄ δάνειο. Το 1827 πολέμησε εναντίον του Κιουταχή από τον λόφο της Μουνυχίας, τον οποίο οχύρωσε, επικεφαλής 2.300 Ελλήνων. Μα και πάλι έφυγε, αγανακτισμένος από την κακή συμπεριφορά των Ελλήνων. Αργότερα ξαναήλθε, προσέφερε και άλλες υπηρεσίες στη χώρα και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Στο Άργος έκτισε την περίφημη οικία Γόρδωνος το 1829 και γι’ αυτό μερικά χρόνια αργότερα η γειτονιά ονομαζόταν συνοικία Γόρδωνος, πρώην Αρβανιτιά επί τουρκοκρατίας.

Όταν ήρθε σε ρήξη με τον Άρμανσμπεργκ, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα. Πέθανε στη Σκωτία το 1841. Έγραψε ιστορία «Περί της Ελληνικής Επανάστασης», έργο πλούσιο σε ιστορικές πληροφορίες, αλλά κακίζει τους Έλληνες για τη σκληρότητά τους, γιατί του ήταν δύσκολο να κατανοήσει ότι το μίσος εναντίον του εχθρού οφειλόταν στην καταδυνάστευση των Ελλήνων και στα πολλά εγκλήματα του τυράννου σε βάρος τους.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Βαρδουνιώτης Δημήτριος (1847-1924)


 

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα.

Ήταν ασκητικός και δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή. Του άρεσε να εργάζεται ώρες ατέλειωτες. Σ’ όλη του τη ζωή ήταν αφοσιωμένος στο λειτούργημά του και στο συγγραφικό του έργο. Η εργατικότητά του έμεινε παροιμιώδης. Ο ίδιος έλεγε ότι η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», από τον οποίο αποχώρησε το 1900, επειδή διαφώνησε με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαοικονόμο ως προς την τακτική του συλλόγου. Ο Βαρδουνιώτης επιθυμούσε να έχει ο σύλλογος ιστορικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό μετά την αποχώρησή του, ίδρυσε τον βραχύβιο «Λαϊκό Σύλλογο Ίναχο», αποσκοπώντας στο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού προς την ιστορία του Άργους. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία. Ο ζήλος του, όμως, ήταν αξιοθαύμαστος. Διοργάνωνε εκπαιδευτικές εξορμήσεις στις Μυκήνες, στα Δερβενάκια και πιο μακριά, όπως στην Ολυμπία, όταν λειτούργησε ο σιδηρόδρομος. Και υπάρχουν στον τύπο του Άργους σχετικά δημοσιεύματα, που αναφέρονται στις οργανωμένες ξεναγήσεις και στις εντυπώσεις των εκδρομέων.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Σπ. Καλμούχου την τετραετία 1883-87, οπότε δεν επανεκλέγεται.

Ήταν οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, τον οποίο μάλιστα προσφώνησε, όταν πέρασε από το Άργος στις 18 Μαρτίου 1885 κατά την προεκλογική του περιοδεία και κατέλυσε στο σπίτι του Σωτ. Δανόπουλου. Αργότερα εμφανίζεται οπαδός του Χαρ. Τρικoύπη.

Με το Σπήλιο Καλμούχο είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις και τον υποστήριξε στην αρθρογραφία του. Ο ίδιος εξέδιδε την εφ. «Άργος» από το 1885 έως το 1889 σε αντικατάσταση του «Δαναού», που εξέδιδε μέχρι τότε ο Ι. Κ. Υψηλάντης. Μετά την επανάσταση στο Γουδί ανήκε στους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς. Αλλά όταν επήλθε η ρήξη ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση κατά του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το Φεβρουάριο 1918 σε ηλικία 71 χρονών στη Μυτιλήνη, από όπου επέστρεψε ύστερα από λίγους μήνες ταλαιπωρημένος και αγνώριστος.

Το πνευματικό έργο του Βαρδουνιώτη άφησε τη σφραγίδα του στα γράμματα του Άργους για 50 ολόκληρα χρόνια. Με εμφανή τα ίχνη του ρομαντισμού έγραψε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία όμως δεν άντεξαν στο σαρωτικό πέρασμα του χρόνου. Από την πεισιθάνατη ποίησή του λείπει η πηγαία έμπνευση και τα γνήσια αισθήματα, ενώ με τα διηγήματά του δεν μπόρεσε να ζωντανέψει χαρακτήρες ή να αναλύσει με επιτυχία την κοινωνία. Αλλά το ιστορικό και ιστοριοδιφικό του έργου είναι πολύ σημαντικό και προσελκύει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον μας.

Ακούραστος στην ιστορική έρευνα, με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα συνέβαλε στην εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το έπος του 1821 και για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Ιδιαίτερη θέση, την πρώτη ίσως, κατέχει «Η καταστροφή του Δράμαλη», Τρίπολη 1913, που αναφέρεται στη μάχη των Δερβενακίων.

Επίσης, έγραψε για τη δίκη του Κολοκοτρώνη, την Μπουμπουλίνα και άλλους ήρωες και αγωνιστές του 1821. Άλλα σημαντικά του έργα είναι η «Εκδρομή εις τας Μυκήνας», «Η Αφνειός Κόρινθος», «Η Φρύνη», «Παρά τον Ερασίνον» κ.ά. Πολλά δημοσιεύματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο του Άργους, στα ημερολόγια Σκόκκου και Σβορώνου και αλλού. Υπέγραφε πολλές φορές με τα ψευδώνυμα Έσπερος και Τίμων.

Ο Βαρδουνιώτης απέκτησε δύο παιδιά. Ο γιος του Κωστάκης πέθανε μικρός. Η κόρη του παντρεύτηκε τον αξιωματικό του στρατού Ηλία Γιαννακόπουλο, αλλά πέθαναν άτεκνοι. Ο Βαρδουνιώτης πέθανε στο Άργος και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς Άργους.

 

Δημήτριος Βαρδουνιώτης

 …Το καθημερινό του κέντρο ήταν το τότε βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή – μια πνευματική εστία – που συγκέντρωνε τους λογίους της περασμένης γενεάς του Άργους Κ. Ολύμπιον, Αγαμ. Φυκιώτην, και τους νεοσούς τότε του στίχου Σ. Παναγιωτόπουλον, Α. Ρουσσόπουλον, Κ. Αποστολίδην και Σ. Δημόπουλον. Εκεί κορυφαίος της συντροφιάς πάντα ο «Μπάρμπα Δημητράκης» ως τον αποκαλούσαν διηγώνταν τις ωραίες ιστορίες του τόπου μας με γλαφυρότητα και έξαρσι και όλοι τον παρακολουθούσαν με κατάνυξι.

Φοίβος, περ. Τα Ηραία, τχ. 16/1939, σ. 17

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Διαβάστε ακόμη: