Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Το τριφύλλι του Μάη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» ή «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι».  

Γιατί το λέμε και τι σημαίνει μας εξηγεί ο Νίκος Σαραντάκος σε άρθρο του με τίτλο «Το τριφύλλι του Μάη» που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Στο μεταφραστικό φόρουμ της Λεξιλογίας, ένας εγγλέζος φίλος που ξέρει καλά ελληνικά και μελετάει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα την αργκό, ρώτησε τι σημαίνει η έκφραση «Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», και μάλιστα αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα ο στίχος είναι «ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι» διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο μήνας Μάιος, ο Μάης, έχει βιολογικές ανάγκες και τρώει. Η προσπάθεια εκλογίκευσης είναι εύλογη, αλλά βέβαια εμείς ξέρουμε πως η παροιμία (διότι περί παροιμίας πρόκειται) δεν έχει σχέση με τη μαϊμού· άλλωστε, όπως η κατσίκα δεν μασάει ταραμά, έτσι και η μαϊμού δεν τρώει τριφύλλι. (Πάντως, υπάρχει ένα σατιρικό εφηβικό βιβλίο που έχει ως τίτλο αυτό το λογοπαίγνιο: «Ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι»).

Τριφύλλι βέβαια, δεν τρώει ούτε ο Μάης, παρόλο που μάλλον θα έχετε ακούσει να λένε «Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Όμως δεν είναι αυτή η αρχική μορφή της παροιμίας.

Ο Μάης του Γιάννη Τσαρούχη.

Η αρχική μορφή της, που εξακολουθεί κι αυτή να λέγεται και σήμερα, είναι «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι» και υποτίθεται ότι τη λέει το χειμώνα ο αγρότης στον γάιδαρό του που πεινάει· λιγοστεύουν  οι ζωοτροφές, έξω όλα τα έχει σκεπάσει το χιόνι, μόνη παρηγοριά είναι η υπόσχεση ότι το Μάη τα χωράφια θα είναι γεμάτα με τριφύλλι – αν τη βγάλει ως τότε ο καψερός. Μάλιστα, σε μερικές παραλλαγές αυτό δηλώνεται σαφέστερα: «Ζήσε μαύρε γάιδαρε να φας το Μάη τριφύλλι», ενώ καταγράφονται επίσης και πλατειασμοί της παροιμίας: «Ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Το «μαύρε μου» να μην το πάρουμε κυριολεκτικά, ως ένδειξη χρώματος,  διότι ήταν συνηθισμένο όνομα για υποζύγια, βεβαίως και για άλογο π.χ. στα ακριτικά τραγούδια (δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια).

Καθώς ζούμε πια σε αστικό περιβάλλον, όπου δεν έχουμε πια υποζύγια, η φράση «Ζήσε μαύρε μου» έχασε τη διαύγειά της, κι έτσι ο μαύρος αντικαταστάθηκε από τον Μάη, οδηγώντας σε μια φράση εκ πρώτης όψεως οξύμωρη. Πολλοί πάντως εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρχική μορφή, έστω και συντομευμένη (π.χ. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι), ενώ πολύ συχνά προφέρουμε μόνο το πρώτο σκέλος της παροιμίας: Ζήσε Μάη μου… ή Ζήσε μαύρε μου…

Η παροιμία λέγεται για μακρινές ελπίδες ή υποσχέσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο απώτερο μέλλον, ιδίως όταν υπάρχει μια ανάγκη που επείγει. Συνήθως κρύβει ειρωνεία, ενώ συχνά λέγεται για τα «θα» των πολιτικών. Δεν δείχνει αναγκαστικά δυσπιστία ως προς την ειλικρίνεια των υποσχέσεων, αλλά σαφώς εκφράζει την πρόγνωση ότι η εκπλήρωσή τους θα έρθει πολύ αργά. Για παράδειγμα, στη Ραχήλ του Ξενόπουλου, όπου η δράση εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο κατά το αντιεβραϊκό πογκρόμ, υπάρχει ο διάλογος:

– Μα ο αφέντης έλεγε ψες, πως τηλεγραφήσανε να ’ρθει στρατός από την Αθήνα…
– Ναι, ώσπου να ’ρθει, ζήσε Μάη μου!

ή, στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη:

– Να περιμένουμε τα καράβια; Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι…

Τώρα που βλέπω τα παραδείγματα που έχω αποδελτιώσει από τη λογοτεχνία, σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι και πολύ σωστό αυτό που έγραψα λίγες αράδες πιο πάνω, ότι η αλλαγή από το «Ζήσε μαύρε μου…» στο «Ζήσε Μάη μου…» έγινε στο αστικό περιβάλλον, διότι βρίσκω τη φράση όχι μόνο στον Ξενόπουλο (που πράγματι έζησε σε πόλεις), αλλά και στον Πατούχα του Κονδυλάκη, όπου επίσης υπάρχει η νεότερη παραλλαγή: Εάν ετελείωνεν αυτό το σπίτι, θα είχαν τελειώσει και τα βάσανά του. Αλλά δεν είχε τελειωμό. Το κατώγειον επλησίαζε να τελειώσει, αλλ’ ο Σαϊτονικολής επέμενε να του κτίσει και ανώγειον κι έτσι θα ήρχετο και ο άλλος χειμώνας· και αν βροχαί διέκοπτον την εργασίαν, θα ήρχετο και η άνοιξις και… ζήσε Μάη μου.

Πάντως, όλες οι συλλογές παροιμιών έχουν την αρχική μορφή (με τον μαύρο αντί του Μάη). Πρόκειται μάλιστα για μάλλον παλιά παροιμία, αν σκεφτούμε ότι την συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του ο Βάρνερ, δηλαδή υπάρχει τουλάχιστον από το 1650, με τη μορφή: Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι.. Ο Βάρνερ μάλιστα, που έζησε κυρίως στην Πόλη, δίνει και τουρκική αντίστοιχη παροιμία (Γαϊδουράκι μην ψοφάς, θα φας τριφύλλι) και πράγματι στο λεξικό του Ρεντχάουζ βρίσκω ότι μια ανάλογη τουρκική λέγεται και σήμερα, ölme eşeğim ölme çayιr çimen bitecek (Μην ψοφάς γάιδαρέ μου, θα φυτρώσει κάποτε χορτάρι).

Φυσικά την παροιμία την έχουν και όλα τα λεξικά, είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη. Η εντύπωσή μου ήταν ότι οι περισσότεροι λένε «Ζήσε Μάη μου», αλλά στο γκουγκλ (που βέβαια τα ευρήματά του έχουν γίνει αναξιόπιστα) βρίσκω να υπερτερεί το «Ζήσε μαύρε μου». Το περίεργο είναι ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει μόνο το «Ζήσε Μάη», κάτι που είναι παράλειψη.

Αν δεν βαριέστε να σχολιάσετε, μπορείτε να μου πείτε ποιαν από τις δύο μορφές χρησιμοποιείτε, αν έχετε ακούσει την άλλη, κι αν σας φαίνεται οξύμωρο το «Ζήσε Μάη μου».

Στη σημερινή συγκυρία, η παροιμία χρησιμοποιείται πολύ, θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει γάντι. Οι υποσχέσεις ότι η Ελλάδα θα επανέλθει στις αγορές το 2020 ή ότι θα παρουσιάσει ανάπτυξη το 2015 στερεότυπα σχεδόν προκαλούν στα έντυπα το σχόλιο «Ζήσε Μάη μου…» ή «Ζήσε μαύρε μου…» ενώ με την ίδια φράση υποδέχτηκε ο τύπος τις εξαγγελίες για τις επιστροφές ΦΠΑ. Βέβαια, σε αντίθεση με το αιώνιο υποζύγιο, οι έλληνες πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους φέτος τον Μάη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΥΓ.  Θα τελείωνα εδώ, αλλά δεν θέλω να σας στερήσω μια πολύ αστεία εξήγηση-μούφα για την προέλευση της φράσης, που τη βρήκα τυχαία σε μια σπαρταριστή ιστοσελίδα με πολλές δήθεν εξηγήσεις φράσεων. Το πιο αστείο είναι ότι κάποιοι πείσθηκαν από την εξήγηση και την αντέγραψαν στα ιστολόγιά τους! Λοιπόν, η φράση βγήκε από έναν σκληροτράχηλο αμυντικό του… Ντροπαλού Ελευσίνος, που λεγόταν Ανέστης Μάης. Αλλά ιδού το πρωτότυπο: Η φράση αυτή γεννήθηκε μέσα στα γήπεδα του ελληνικού ποδοσφαίρου περί τα τέλη της δεκαετίας του 20. Ο Ανέστης Μάης ήταν αμυντικός της ομάδας του Ντροπαλού Ελευσίνας, γνωστός εκτός από την μεγάλη ποδοσφαιρική του αξία και για την πρωτοφανή αγριότητα που τον διέκρινε όταν μάρκαρε τους αντιπάλους του. Κάποιες φορές μετά τον αγώνα έστηνε καρτέρι έξω από τα γήπεδα ή από τα αποδυτήρια των αντίπαλων ομάδων με σκοπό να επιτεθεί είτε σε συγκεκριμένους αντιπάλους ή ακόμα και σε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα. Ο Μάης ήταν πολύ μεγαλόσωμος αθλητής, με διαστάσεις γίγαντα αναλογικά με εκείνη την εποχή, αλλά το κύριο όπλο του ήταν η οδοντοστοιχία του, που τη χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί όσους αντιπάλους τον εξόργιζαν. Κάποτε μάλιστα είχε εξουδετερώσει ολόκληρη την ομάδα του Ατέρμονου Βόλου, δαγκώνοντας προπονητή και παίκτες σε άγριο καβγά μετά το ματς. Όταν λοιπόν η ομάδα του Μάη ήταν στις δόξες της, είχε κληρωθεί να παίξει στο κύπελλο Ελλάδος του 1928 με τον Παναθηναϊκό, που ως γνωστό έχει σήμα το τριφύλλι. Ο Μάης όμως ήταν βαριά άρρωστος από μαλάρια εκείνη την περίοδο και διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο να πεθάνει. Οι συμπαίκτες του, σε μια επίσκεψή τους στο σπίτι του ετοιμοθάνατου Ανέστη Μάη, αμέσως μετά την κλήρωση του κυπέλλου, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν το μεγαλόσωμο αμυντικό με την παραπάνω φράση, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αρρώστια και να παίξει στον ιστορικό αγώνα, μια που χωρίς αυτόν ήταν σίγουρο ότι δε θα τα κατάφερναν. Έτσι, «Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», σημαίνει «κάνε κουράγιο, γίνε δυνατός και όλα μπορείς να τα καταφέρεις» και διατηρεί μέχρι σήμερα τη σημασία της.

 

Νίκος Σαραντάκος

Απρίλιος, 2012

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο «Ο Μεγάλος ΠΟΛΕΜΟΣ που θα τελείωνε όλους τους πολέμους 1914-1918». Επετειακή έκθεση για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


 

Ο Μεγάλος Πόλεμος, που αργότερα επρόκειτο να ονομαστεί Α’ Παγκόσμιος, είναι για την Ελλάδα ένα ξεχασμένο, όσο και σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο. Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο συμμετέχει στο διεθνή εορτασμό των εκατό ετών, με τη μεγάλη έκθεση  «Ο Μεγάλος ΠΟΛΕΜΟΣ που θα τελείωνε όλους τους πολέμους, 1914-1918».

 

Εθνεγερτική αφίσα της Πατριωτικής Ένωσης. (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

 

Μέσα από όπλα, στολές και προσωπικά αντικείμενα, έγγραφα, γελοιογραφίες, αφίσες, φωτογραφίες, όπως και ηχητικά, βιωματικά και διαδραστικά εκθέματα, αλλά και σύγχρονα έργα τέχνης, η έκθεση επιχειρεί να αναδείξει την τεράστια σημασία αυτού του πρώτου βιομηχανικού πολέμου. Ο 20ος αιώνας που ουσιαστικά ξεκίνησε με αυτόν ήταν ίσως ο βιαιότερος που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα, και σίγουρα για τους στρατιώτες αυτός ο πόλεμος ήταν ο χειρότερος και φονικότερος όλων.

 

Έλληνες σε χαράκωμα της Μακεδονίας. Φωτογραφία από το αρχείο του στρατηγού Αλεξάνδρου Μαζαράκη-Αινιάνα. (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

 

Μέσα στον Πόλεμο η θέση της Ελλάδας υπήρξε εξαιρετικά δύσκολη. Από τη μία τα πολιτικά και στρατηγικά αδιέξοδα οδήγησαν στον Εθνικό Διχασμό. Από την άλλη όμως, η είσοδος στον πόλεμο και η συμμετοχή σε καθοριστικές μάχες στο Βαλκανικό Μέτωπο, της επέτρεψαν να φύγει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Μεγάλη Ιδέα σχεδόν πραγματωμένη.

 

Αναχώρηση Ελληνικού σώματος της Μεραρχίας Σερρών από τη Θεσσαλονίκη για το μέτωπο. (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης).

 

Ο Μεγάλος Πόλεμος άλλαξε τα κράτη, τα καθεστώτα, τις κοινωνίες, και προβλήθηκε ως μία θυσία που θα οδηγούσε στο τέλος όλων των πολέμων. Ήταν όμως αυτό ρεαλιστικό;

 

Επετειακή έκθεση στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο

 

Διάρκεια έκθεσης έως τις 11 Νοεμβρίου 2018.
Είσοδος ελεύθερη, Τρίτη-Κυριακή, 09:00-14:30. Μέγαρο Παλαιάς Βουλής.

 

Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο; Ανέκδοτη οθωμανική έκθεση περί της αφαιρεθείσης επιστολής του Θ. Κολοκοτρώνη για τη μάχη των τρικόρφων (Θέρος του 1825). Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος,  πρακτικά  Δ´ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών (Τρίπολις – Δημητσάνα, 1-3 Νοεμβρίου 2013).


 

[…] Το δελτίο της μετάφρασης μαζί με το παρόν υπόμνημα του αναφερθέντος βαλή διαβάστηκε από την Αυτοκρατορική μου Αρχή. Η μάχη του ρηθέντος Ιμπραήμ Πασά με τον αναθεματισμένο, ονόματι Κολοκοτρώνη, αναφέρθηκε σε κάποια ενημερωτικά δελτία ολίγω πρότερον. Όμως είναι άξιο προσοχής το ότι ο μνημονευθείς (βαλής) δεν παρέμεινε σε εκείνα τα μέρη, αλλά επέστρεψε στο Ναβαρίνο. Άραγε αναγκάστηκε (να προβεί σε αυτήν την κίνηση) βεβιασμένα από την έλλειψη προμηθειών και άλλων κονδυλίων για το υπό τις διαταγές του στράτευμα η εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου; Όπως και να έχει, αυτό παραμένει άγνωστο, καθώς δεν έχει ληφθεί αλληλογραφία από τον αναφερθέντα επ’ αυτού του ζητήματος.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Εξοχότατε, ελεήμονα, υψηλότατε, ευμενή, εύσπλαχνε, ευεργέτη, πολυάγαθε, μεγάθυμε Αφέντη μου, Μεγαλειότατε Σουλτάνε μου, ως αρμόζει στη δουλεία μου και σύμφωνα με ό,τι απαιτεί η υπηρεσία μου, φροντίζοντας για την εξακρίβωση και τον προσδιορισμό των μαχών και των άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον Μοριά, (αναφέρω ότι) τα επικουρικά, κατά βάση, στρατεύματα των άθλιων κακούργων, ακόμα κι αν φτάσουν απ’ αυτήν την περιοχή, δηλαδή το κάστρο του Ναυπλίου και του Μεσολογγίου, μέχρι την Αθήνα και καταλάβουν και υποτάξουν ολόκληρο το Νησί του Μοριά, και πάλι, αν αυτά τα δύο μέρη, που εποφθαλμιούν, βρεθούν στα χέρια τους, έχοντας οχυρωθεί ψοφοδεείς (με την ψυχή στο στόμα) στο απόκρημνο Διάσελο, δεν υπάρχει πιθανότητα να μπουν σε κάποιου είδους τάξη (να συστήσουν τακτικό στρατό). Καθώς είναι γνωστό ότι οι υποθέσεις δεν θα εξελιχθούν έτσι, ο εύσπλαχνος εξοχότατος ελ-Χάτζ Ιμπραήμ Πασάς, ο έχων το ιερό καθήκον να τελεί εισέτι βαλής της Μέκκας και του Μοριά, ερευνώντας ενδελεχώς και διορθώνοντας την κατάσταση των καταραμένων λήσταρχων που βρίσκονται στο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, προηγουμένως αναχώρησε από το Ναβαρίνο και κατά μήκος της πορείας του κατέστρεψε κωμοπόλεις και χωριά. Εξακριβώθηκε από τις προφορικές δηλώσεις κάποιων γλωσσών (αιχμαλώτων) που συνελήφθησαν παρά τα Σάλωνα ολίγω πρότερον ότι αναχώρησε προς την κωμόπολη της Τριπολιτσάς, απ’ όπου έφυγε, ύστερα από την εγκατάλειψή της από τους απίστους που βρίσκονταν εντός της, καθώς δεν υπήρχε μέρος να οχυρωθεί. Κατόπιν τούτου, ο ρηθείς εξοχότατος, ως απαιτούσε η περίσταση, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά και επέστρεψε και αναχώρησε εκ νέου για το Ναβαρίνο. Η επιστολή που έγραψε προς τους λήσταρχους του Ναυπλίου ο επάρατος Κολοκοτρώνης, η οποία αναφέρει με ποιόν τρόπο πολέμησε (ο βαλής) με αληθινή αφοσίωση στην τοποθεσία Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, και πως νίκησε τον τρισκατάρατο αρχηγό των άτακτων ληστών, πέρασε με κάποιον πλάγιο τρόπο (μέσον) στα χέρια του Αυστριακού κομαντάντε, ο οποίος έδωσε ένα αντίγραφό της στον δούλο τού καπουντάν πασά κι εκείνος, με τη σειρά του, απέστειλε στο ταπεινό μου πρόσωπο το αντίγραφο της μετάφρασής του, για να υποβληθεί το περιεχόμενό του προς ενημέρωση στον ευεργέτη (σουλτάνο). Αυτό το αντίγραφο εσωκλείεται στη δουλική έκθεσή μου, που υποβάλλεται ενώπιον της αυτοκρατορικής υψηλότητάς του (του μεγάλου βεζίρη). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφερθείσας μετάφρασης, παρόλο που πλείστοι όσοι εξευτελισμένοι, άνευ ορίου κατατροπωμένοι και τραπέντες σε φυγή αντάρτες έφτασαν στον Άδη και αφανίστηκαν, ο προαναφερθείς εξοχότατος Ιμπραήμ Πασάς, για άγνωστο λόγο, δεν παρέμεινε στην Τριπολιτσά, αλλά οπισθοχώρησε πάλι προς το Ναβαρίνο. Μία ομάδα τεσσάρων χιλιάδων μιαρών ερπετών με πέντε-έξι καπεταναίους από τους Ρουμελιώτες αντάρτες, που βρίσκονταν στον Μοριά ως απαραίτητη δύναμη των απίστων, πέρασε προς τα Σάλωνα για να συνδράμει στο Μεσολόγγι. Εκεί προσχώρησε στους συγκεντρωμένους απίστους και, ένεκα τούτου, ως ασφαλώς συνάγεται από το περιεχόμενό της (της επιστολής), τρεις χιλιάδες άτομα αποσχίσθηκαν και, όπως δηλώθηκε στην άλλη έκθεσή μου, ήρθαν με τον καταχθόνιο σκοπό να πατήσουν τον αφοσιωμένο στρατό. Και πάλι οι προφορικές δηλώσεις των γλωσσών των ζωντανών συλληφθέντων από τους προαναφερθέντες απίστους εκφράζουν και μνημονεύουν ότι με τη δόξα του Υψίστου ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν κατεστραμμένοι και μάλιστα ότι οι άπιστοι διακόμισαν τους τραυματισμένους και τους αρρώστους με κάποια από τα υπάρχοντά τους, που είχε αφήσει ο προαναφερόμενος (βαλής) στην Τριπολιτσά.

Αυτήν την ταπεινή αναφορά του δούλου σας πήρα το θάρρος να υποβάλω στον ηγεμονικό τόπο λήψης αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων. Είθε ο Ύψιστος να επιτρέψει να μας τιμήσει άμα τη αφίξει της η εδραία εντολή και το πρόσταγμα, τα οποία ανήκουν σε εκείνον εξ ου η διαταγή (δηλ. εκείνον που η υψηλότητά του έχει το δικαίωμα να διατάζει)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο;

 

Διαβάστε ακόμη:

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Ο παραγνωρισμένος Μεσαίωνας»


 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  29 Απριλίου 2018, και  ώρα 7.30   μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος θα μιλήσει:

 

ο κ.  Δημήτριος K. Γιαννακόπουλος

Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Αργολίδας, Δρ. Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

με θέμα: «Ο παραγνωρισμένος Μεσαίωνας»

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Δημήτριος K. Γιαννακόπουλος


 

Γεννήθηκε στο Άργος. Έχει διατελέσει Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ σήμερα είναι Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Αργολίδας. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας και του Τμήματος Ιστορίας- Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και Αριστούχος Μεταπτυχιακού και Διδακτορικού Διπλώματος, με ειδίκευση στην Ευρωπαϊκή Ιστορία. Υπήρξε συγγραφέας και αξιολογητής των διδασκόμενων σήμερα διδακτικών βιβλίων της Ιστορίας της Γ΄τάξης του Γυμνασίου, της Β΄και της Γ΄τάξης του Λυκείου.

Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εντοπίζονται στις μεσαιωνικές καταβολές της δυτικοευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης, ενώ η γενικότερη ενασχόλησή του έχει ως αντικείμενο τις σχέσεις του Ελληνισμού με το Δυτικό Κόσμο και τη σύνδεση της νεότερης Ελληνικής με την Ευρωπαϊκή Ιστορία. Στο πλαίσιο των διδακτορικών του σπουδών πραγματοποίησε έρευνα στη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας.

Έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις του σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και στον Τύπο.  Είναι τακτικό μέλος της «Εταιρείας Έρευνας των Σχέσεων του Μεσαιωνικού και του Νεότερου Ελληνισμού με τη Δύση».

Έχει συγγράψει τα εξής βιβλία:

  • «Το Δουκάτο των Αθηνών», (Βάνιας, 2006).
  • «Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ενότητας και η διαχρονικότητά του», (Επικαιρότητα, 2010).
  • «Εικόνες του Δυτικοευρωπαίου μέσα από την Ιστορία. Επιστημονική Επεξεργασία και Αναπαράσταση της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», (Επίκεντρο 2013).

Το 2018 εκδόθηκε σε δική του μετάφραση υπό τον τίτλο «Η πολιτική σκέψη στην Ευρώπη του Μεσαίωνα 1250-1450» το βιβλίο του Καθηγητή Αntony Black «Political Thought in Europe 1250-1450» των εκδόσεων του Cambridge.

 

«Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου». Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού. Στράτος Δορδανάς στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Όταν τον Αύγουστο του 1914 εξερράγη ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι διαπραγματεύσεις για εκκρεμή εδαφικά ζητήματα δεν είχαν αποδώσει έως τότε καρπούς. Έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) είχε σφραγίσει επισήμως τους Βαλκανικούς Πολέμους και επισημοποιήσει τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια υπέρ των νικητών. Ως μια από τις νικήτριες χώρες, η Ελλάδα διπλασίασε τα εδάφη και τον πληθυσμό της, επεκτείνοντας – εκτός των άλλων περιοχών – την κυριαρχία της στη Μακεδονία, με την πρωτεύουσά της Θεσσαλονίκη. Σε σύντομο, επομένως, χρονικό διάστημα νικητές και ηττημένοι στα Βαλκάνια καλούνταν και πάλι να λάβουν σημαντικές αποφάσεις.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος οι ηγέτες και οι αντιπροσωπείες των Βαλκανικών κρατών κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην περιφέρεια αλλά η σπίθα που είχε ανάψει από το Σαράγιεβο είχε επεκταθεί σταδιακά παντού στην Ευρώπη, εμπλέκοντας όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις. Γρήγορα δε θα μετατρεπόταν από ευρωπαϊκή σύρραξη σε παγκόσμια. Έναντι, λοιπόν, των μεγάλων συνασπισμών ποια θα έπρεπε να είναι η θέση των μικρών χωρών, ακόμα και αν επέλεγαν να υιοθετήσουν επί του παρόντος στάση ουδετερότητας; Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δύο μήνες αργότερα, φάνηκε πως διευκόλυνε την ελληνική θέση, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αναμενόταν να βρεθεί μετά την εξέλιξη αυτή στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά τα πράγματα αποδείχθηκε τελικά πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο αρχικά φαινόταν.

Καταρχάς, η χώρα δεσμευόταν από τη συνθήκη συμμαχίας με τη Σερβία και την αντίστοιχη στρατιωτική σύμβαση του Ιουνίου 1913 που προέβλεπαν τη σύμπραξη των δύο χωρών σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης ή επίθεσης από τρίτη δύναμη. Όπως γίνεται κατανοητό, μετά την επίθεση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, η Ελλάδα καλούταν να αποφασίσει αν θα έσπευδε σε βοήθειά της ή θα επέλεγε να παραμείνει θεατής της σύγκρουσης. Στο συγκεκριμένο ακριβώς ζήτημα ερμηνείας της συνθήκης καταγράφηκε η πρώτη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο μεν πρώτος θεωρούσε πως η χώρα θα έπρεπε να παραμείνει σε κατάσταση παροδικής ουδετερότητας αλλά σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον της Σερβίας να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος και ο στενός κύκλος των ανθρώπων του όχι μόνο υποστήριζαν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παραπέρα: Για την Ελλάδα ήταν ευκαιρία να συνεργαστεί με τη Γερμανία, να συμμαχήσει με τη Βουλγαρία και να επιτεθούν από κοινού εναντίον της Σερβίας, αποκομίζοντας εδαφικά κέρδη μετά την πλήρη καταστροφή της.

Η εμπλοκή του γερμανικού παράγοντα υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων, που καθόρισαν και τη στάση της χώρας συνολικά έναντι των εμπολέμων. Εξίσου κρίσιμης σημασίας είναι η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των πολιτικών αντιλήψεων των δύο κύριων πρωταγωνιστών, του πρωθυπουργού και του βασιλιά. Ο Βενιζέλος αντιπροσώπευε τη νέα γενιά των πολιτικών αντρών που αναδύθηκαν στην κεντρική σκηνή, προωθώντας εκσυγχρονιστικά μοντέλα και μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση σε σχέση με τις έως τότε πρακτικές των παλαιών κομμάτων. Εκσυγχρονιστής, ρεαλιστής, κυνικός όπου χρειαζόταν, οραματιστής, οπαδός της βαλκανικής συνεννόησης και ταυτόχρονα της εθνικής εδαφικής ολοκλήρωσης, στενός σύμμαχος των εγγυητριών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη το 1910 και οδήγησε τη χώρα στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, σπούδασε στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου στα τέλη του 19ου αιώνα και γρήγορα υιοθέτησε πολλά από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γερμανική αυτοκρατορία. Θαυμαστής της γερμανικής οργάνωσης στο επίπεδο της κοινωνίας και του στρατού, ανέπτυξε μιλιταριστικές, αντικοινοβουλευτικές, συντηρητικές – απολυταρχικές απόψεις, τις οποίες προσπάθησε να εφαρμόσει όταν ανήλθε στο θρόνο. Ταυτόχρονα, νυμφευόμενος την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, απέκτησε και συγγενικές σχέσεις με τον οίκο των Χοεντσόλερν.

Η συνεργασία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά υπήρξε το πρώτο διάστημα επιτυχής και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Τερματίστηκε δε οριστικά όταν ξέσπασε ο «Μεγάλος Πόλεμος». Ο πρωθυπουργός ήταν σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Γερμανία, που θαύμαζε και της οποίας τη νίκη ευχόταν.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις η έκρηξη του «Μεγάλου Πολέμου» έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο τελευταίος ξεκίνησε να αλληλογραφεί με τον Κάιζερ εν αγνοία της κυβέρνησής του. Στο πρώτο τηλεγράφημά του ο Γερμανός αυτοκράτορας ζητούσε από τον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό του για να πολεμήσουν από κοινού τους Σλάβους στα Βαλκάνια. Στην απάντησή του ο Έλληνας μονάρχης αντιπρότεινε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη, καθώς λόγοι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί δεν της επέτρεπαν να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η λύση αυτή στην πραγματικότητα ικανοποιούσε επίσης απολύτως το Βερολίνο, από τη στιγμή που άνοιγε ουσιαστικά τον δρόμο για τη στρατιωτική εμπλοκή της Βουλγαρίας στις επιχειρήσεις εναντίον της Σερβίας. Η ουδέτερη Ελλάδα, διαβεβαίωνε ο Κωνσταντίνος, δεν σκόπευε να βοηθήσει σε καμία περίπτωση τη Σερβία και από την άποψη αυτή πρόσφερε τις καλύτερες υπηρεσίες για την εκπλήρωση των γερμανικών σχεδίων στο βαλκανικό μέτωπο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου».

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού. Διονύσιος Τσιριγώτης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ερμηνευτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων είναι μια πολυδιάστατη διανοητική διαδικασία η οποία οδηγεί ενίοτε σε ανταγωνιστικές – αντιθετικές και ενίοτε σε συμπληρωματικές εικόνες – αφηγήσεις, αντανακλώντας τον διαφορικό τρόπο κατανόησης ενός συγκεκριμένου ιστορικού – κοινωνικοπολιτικού φαινόμενου από τους εκάστοτε δρώντες – άτομο, ομάδα, οργανισμούς. Κατά τούτο, προ-επιτάσσεται η ορθή αξιολόγηση και η εκλεκτική επιλογή των ερευνητικών μεταβλητών, μέσα από ένα πολυσύνθετο φάσμα εμπειρικών πηγών και αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα στην παρούσα μελέτη η πολυπλοκότητα του φαινομένου είναι εναργής και αντικατοπτρίζεται στα διαφορετικά και πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας του, τα οποία εναλλάσσονται – επαλλάσονται μεταξύ των ατομικών ιδιοσυγκρασιών, των συλλογικών πολιτικών παθών, των αντιμαχόμενων κοινωνικοπολιτικών ιδεολογιών, των ενδοπολιτειακών συνταγματικών παρεκτροπών που οξύνονται και οριοθετούνται από έξωθεν πολιτικο – στρατιωτικές επεμβάσεις. Δυνάμει των ανωτέρω, ο μεθοδολογικός στόχος της ανάλυσης που ακολουθεί είναι η διασύνδεση του ιστορικού αφηγήματος με μια θεωρητική, επεξηγηματική ερμηνεία, αναδεικνύοντας και αποκωδικοποιώντας τα αίτια των φαινομένων για την εξαγωγή αξιόπιστων πορισμάτων. Κατά μία άλλη διατύπωση, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του Εθνικού Διχασμού, μέσα από μια εις βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση της περιόδου 1914 – 1917, τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικοπολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος. Με αφετηρία την πολιτικοστρατηγική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς τη διαμορφωθείσα ελληνική υψηλή στρατηγική / πολιτική κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το προκείμενο της έρευνας δεν περιορίζεται μόνο στα φαινομενικά αίτια της κοινωνικοπολιτικής διαίρεσης του ελλαδικού ελληνισμού, όπως χαρακτηριστικά περιγράφονται από τον Έλληνα πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Κ. Σακελλαρόπουλο:

«Βάσις του κακού, ο διχασμός προέκυψε από τας δύο, εντός του 1915, συγκρούσεις του Βενιζέλου με τον βασιλέα Κωνσταντίνον και τας συνέπειαν αυτών παραιτήσεις του».

Τουναντίον, προεκτείνεται και στην καταγραφή της εσωτερικής λογικής που διέπει την εν λόγω πολιτικό-ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία εδράζεται στις θεμελιακές αφετηρίες του νεοελληνικού κράτους, και αποκρυσταλλώνεται στην αέναη διαμάχη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας μεταξύ των δυνάμεων του παλαιοκομματισμού / φαυλοκρατίας και των δυνάμεων της εθνικής ανασυγκρότησης / αστικού εκσυγχρονισμού. Για τις πρώτες, ο στόχος του εν λόγω εγχειρήματος περιορίζεται στην οργάνωση και συντήρηση ενός μικρού, κομματικού – πελατειακού κράτους, μέσω της νομής του δημόσιου πλούτου για την ανάληψη και διατήρηση της εκτελεστικής εξουσίας. Για τις δεύτερες, ως θεμελιώδης πολιτικός στόχος ορίζεται η συστηματοποίηση του έργου της εθνικής κρατικής ανασυγκρότησης, παράλληλα με την επιζήτηση εξωτερικών διπλωματικών ερεισμάτων, για την επίτευξη του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή και ερμηνεία των αιτίων του εθνικού διχασμού μέσω της συνεξέτασης τριών αλληλοσυνυφαινόμενων επιπέδων ανάλυσης – ατομικό, ενδοκρατικό και διακρατικό. Η εν λόγω μέθοδος έρευνας, προκρίνεται λόγω της πολυδιάστατης φύσεως του ζητήματος και του αέναου χαρακτήρα του, απότοκη της εξωελληνικής διαδικασίας θέσμισης – συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Αυτό γιατί, όπως και σε κάθε άλλο ερευνητικό εγχείρημα, είναι αναγκαίο ο μελετητής να προβαίνει στην ανάλυση – προσδιορισμό των συστατικών μερών του υπό εξέταση ζητήματος, με μεθοδολογικό στόχο την εξεύρεση των αξονικών αιτιών της εκάστοτε αιτιώδους σχέσης.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Εκκινώντας από την ιστορική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς το ζήτημα του πολιτικοστρατηγικού προσανατολισμού της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνωθούμαστε, αβίαστα και απροβλημάτιστα, στην προφανή αιτία του Εθνικού Διχασμού, δηλαδή την αντιθετική κοσμοεικόνα των δύο ως προς την έννοια του εθνικού συμφέροντος. Πάραυτα, το πρώτο επίπεδο ανάλυσης, αν και περιορίζει τον αριθμό τον προς διερεύνηση μεταβλητών στο ατομικό επίπεδο, στα ανθρώπινα κίνητρα – ορμέμφυτα, δεν παρέχει την ικανή και αναγκαία κοσμοεικόνα (αιτιολόγηση) για μια παραδεκτή – αποδεκτή αιτιολόγηση και ερμηνεία μεταξύ αιτίου – αιτιατού.

Συγκεκριμένα το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι εάν και σε ποιο βαθμό η διαπροσωπική αντίθεση μεταξύ πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας οδήγησε στην κοινωνικό – πολιτική διαίρεση και στην συνεπαγόμενη πόλωση του ελληνικού έθνους σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα. Η αντίστροφα, η εσωτερική κοινωνικοπολιτική διαίρεση προηγείται της διαπροσωπικής διαφωνίας, με συνεπούμενο να προκαλεί και να οριοθετεί την εν λόγω έριδα. Με διαφορετική διατύπωση το ερώτημα τίθεται ως εξής: «Ήταν ο διχασμός ζήτημα σύγκρουσης προσωπικοτήτων, εκείνης του Βενιζέλου και του Βασιλιά και των κορυφαίων Βασιλικών ή οι αιτιολογικοί παράγοντες ήταν άλλες «βαθιές δυνάμεις»».

Εν τις πράγμασι, η προσωπική αντιπαράθεση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου, η οποία ξεκινά κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου και κορυφώνεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την περίοδο 1915-1916, νοηματοδοτείται από τα διαφορετικά επίπεδα της πολιτικοστρατηγικής τους λειτουργίας. Η πολιτική σκέψη και πράξη του Ελευθερίου Βενιζέλου οριοθετείται με γνώμονα τον αντικειμενικό στόχο μιας λυσιτελούς υψηλής στρατηγικής, δηλαδή τη βέλτιστη δυνατή προάσπιση – προαγωγή των ιεραρχημένων – προσδιορισμένων εθνικών συμφερόντων εντός ενός ισορροπημένου, ως προς την κατανομή ισχύος, περιφερειακού συστήματος. Αντίστροφα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εμφορείται τόσο από την πολιτειακή, ως ανώτατου πολιτικού άρχοντα, όσο και από την στρατιωτική του ιδιότητα, ως αρχιστράτηγου. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται αφενός, με την συνταύτισή του με το Γενικό Επιτελείο στρατού, ως προς το ζήτημα της επιλεγείσας ελληνικής πολιτικής – στρατηγικής στην πρόσκληση της Αντάντ για συμμετοχή της Αθήνας στην εκστρατεία των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915) αιτιολογώντας την απόφασή του με βάση τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω επιχείρησης. Αφετέρου, τον Σεπτέμβριο του 1915, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα προδηλώσει την απόφασή του, ως αξίωση ισχύος, έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού, να καταστεί ο κύριος και αποκλειστικός θεσμός στη διαδικασία επιλογής, διαμόρφωσης και εφαρμογής της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, αιτιολογώντας την λόγω της ελέω Θεού μοναρχίας.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής δύναται να ερμηνευθούν και οι δύο παραιτήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, Ε. Βενιζέλου, με πολιτικό διακύβευμα την έξοδο ή μη της Ελλάδας στον πόλεμο παρά το πλευρό της Αντάντ.

Συγκεκριμένα, η πρώτη παραίτηση του Έλληνα πρωθυπουργού (στις 21 Φεβρουαρίου / 6 Μαρτίου 1915) ήταν απότοκη της άρνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου, εδραζόμενος στην τοποθέτηση του Γενικού Επιτελείου, να μην αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου, η οποία είχε ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο του Στέμματος, (στο οποίο μετείχαν πλην του Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου όλοι οι ζώντες πρώην πρωθυπουργοί – Ζαΐμης, Θεοτόκης, Δραγούμης, Ράλλης, Μαυρομιχάλης και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Β. Δούσμανης) για στρατιωτική συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση της Αντάντ στα Δαρδανέλια και ουσιαστικά την έξοδο της χώρας στον πόλεμο. Συνακόλουθα, τέσσερις μήνες μετά την επανεκλογή του στο πρωθυπουργικό αξίωμα (στις εκλογές τις 31ης Μαΐου), ο Βενιζέλος θα εξαναγκασθεί σε δεύτερη παραίτηση (22 Σεπτεμβρίου / 5 Οκτωβρίου 1915) από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, λόγω της μη έγκρισης της πολιτικής του επιλογής, (ήτοι την τήρηση της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας) για σύμπραξη με τον ισχυρότερο πολιτικοστρατιωτικό συνασπισμό – Αντάντ, με αντικειμενικό στρατηγικό σκοπό την προάσπιση του εδαφικού καθεστώς στη Χερσόνησο του Αίμου, μέσω της ανάσχεσης της Βουλγαρίας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός». Γ. Β. Δερτιλής στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. 


 

Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται σε ένα αφήγημα των γεγονότων της περιόδου 1914-1922. Το αφήγημα απευθύνεται πρωτίστως στο γενικό κοινό και όχι τόσο σε συναδέλφους που ήδη γνωρίζουν τα γεγονότα. Γι’ αυτό θα περιοριστώ σε μία και μόνη επεξηγηματική υποσημείωση.  Σε ένα κείμενο αναγκαστικά βραχύλογο που όμως φιλοδοξεί να καλύψει ένα θέμα ευρύτατο, η επίδειξη εμβρίθειας με παραπομπές και υποσημειώσεις θα ήταν περιττή.

Αφηγούμενος τα συμβάντα και συνδέοντάς τα συνεχώς με τη χρονολόγησή τους, ελπίζω να αναδείξω τα αίτιά τους και, επομένως, τα εξής ερμηνευτικά συμπεράσματα που ενδιαφέρουν και τους ιστορικούς.

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Πρώτον, ότι στον «Διχασμό» οδήγησαν κυρίως εξωγενή «αιτιακά πλέγματα»: τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο.

Δεύτερον, ότι η τεράστια σημασία των διακυβευμάτων του μεγάλου πολέμου τον κατέστησε έναν πόλεμο συνειδητής και δυνάμει ολοκληρωτικής εξόντωσης του αντιπάλου όπως μαρτυρεί η μαζική βιαιότητά του.

Τρίτον, ότι εφόσον οι ελληνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια και στην Ανατολή ήταν παράλληλες προς τις τοπικές επιδιώξεις ορισμένων Δυνάμεων αλλ’ αντίθετες προς επιδιώξεις άλλων, ήταν αναπόφευκτο να μεταφερθούν και στην Ελλάδα οι ιδιότητες του ολοκληρωτικού πολέμου. Με αυτές επρόκειτο να διεξαχθεί και ο «Διχασμός».

Γι’ αυτό άλλωστε, τέταρτον, ο λεγόμενος «Διχασμός» ήταν ουσιαστικώς ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε εννέα χρόνια, οδήγησε σε μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις, άφησε χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς, και μετά το 1922 επέφερε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Στις 28 Ιουλίου 1914, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας. Στις 3 Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διακηρύξει ένοπλη ουδετερότητα. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, υπέγραψε με τη Γερμανία μια συμφωνία που στρεφόταν κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία κήρυξαν πάραυτα τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην Ελλάδα βασίλευε ο Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ, γερμανο-σπουδασμένος και θαυμαστής της γερμανικής πειθαρχίας και στρατιωτικής ισχύος. Το 1914, ενώ ενδομύχως επιθυμούσε συμμαχία με τη Γερμανία, ήταν υπέρ της ουδετερότητας· η οποία, με τα γεωπολιτικά δεδομένα των Βαλκανίων, θα ήταν ουσιαστικώς μια ευμενής ουδετερότητα υπέρ της Γερμανίας. Ενδομύχως, επιθυμούσε βεβαίως συμμαχία με τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»: τις δύο αυτοκρατορίες, τη Γερμανική και την Αυστρο-Ουγγρική, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άλλωστε πίστευαν τόσο η Entente όσο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός θεωρούσε επιπλέον τα ελληνικά συμφέροντα παράλληλα και συμπληρωματικά των βρετανικών. Ο ελληνικός στόλος καθιστούσε την Ελλάδα έναν δυνάμει σημαντικό σύμμαχο των Βρετανών. Αντιθέτως, αν η Ελλάδα συμμαχούσε με τους Γερμανούς, θα ήταν γι αυτούς δευτερεύων σύμμαχος σε σύγκριση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία· και ο ελληνικός στόλος θα ήταν εύκολος στόχος για το πανίσχυρο βρετανικό ναυτικό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γ.Β.Δερτιλή πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός»

 

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού».


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους, συνδιοργανώνουν  ομιλία, την  Κυριακή  22  Απριλίου   2018  και ώρα 7.30 μ.μ.  στην αίθουσα  διαλέξεων  του  Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, με ομιλήτρια την κ. Πωλίνα Φλεβάρη, Αστυνόμο Β΄- Ψυχολόγο και θέμα: «Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Πωλίνα Φλεβάρη

 

Η Πωλίνα Φλεβάρη είναι ψυχολόγος, απόφοιτη του Παντείου Πανεπιστημίου και σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού. Η μεταπτυχιακή της ειδίκευση είναι στην Υγειονομική Πολιτική και την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση.

Έχει εκπαιδευθεί στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία, ενώ η επιστημονική της δραστηριότητα περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων, συνεντεύξεις και ομιλίες σε επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείται ενεργά με την εκπαίδευση και τη διδασκαλία, ενώ το καλοκαίρι πρόκειται να δημοσιευθεί η έρευνά της σε βιβλίο που θα διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Τέλος, από το 2006, οπότε και αποφοίτησε από τη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας, υπηρετεί στο Σώμα ως Αξιωματικός  ήδη με τον βαθμό Αστυνόμου Β΄.

 

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα: