Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Αργείοι Αρχαίοι Γλύπτες


 

Στο αρχαίο Άργος, το οποίο διακρίθηκε για την κατά καιρούς πολιτική και στρατιωτική του δύναμη και την οικονομική του ευμάρεια, αναδείχτηκαν πολλοί αθλητές, συγγραφείς και ποιητές, αρχιτέκτονες και αγγειογράφοι και μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς επίσης και πολλοί γλύπτες, ορισμένοι από τους οποίους ήταν διάσημοι.

Η αναφορά μας στους αρχαίους γλύπτες είναι επιγραμματική. Για την καταγραφή των αρχαίων γλυπτών βασιστήκαμε στο βιβλίο «Αργολική προσωπογραφία» του Μάρκελλου Μιτσού, που εκδόθηκε από την Βιβλιοθήκη της «εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», το 1952.  Η καταχώρηση των ονομάτων είναι αλφαβητική και όχι αξιολογική.

 

  • Αγελάδας (6ος – 5ος π.Χ. αι.): δάσκαλος του Πολύκλειτου και του Μύρωνος με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

  • Αθηνογένης (3ος – 2ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ακέστωρ (3ος – 2ος π.Χ. αι.): κατασκεύασε τον ανδριάντα της Δαμοσθενείας στην Τροιζίνα.

  • Ανδρέας (2ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τον ανδριάντα του ρωμαίου υπάτου Marcius Philippus κ.ά.π.

  • Αντιφάνης (5ος – 4ος αι. π.Χ.). Έργα του: αγάλματα Διοσκούρων στους Δελφούς, αγάλματα Ελάτου, Αφείδαντος και Εράσου κ.ά.π.

  • Αργειάδας, γιος του Αγελάδα (5ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στην Ολυμπία.

  • Αριστόμαχος (2ος αι. π.Χ.): γιος ή αδελφός του γλύπτη Ανδρέου, με τον οποίο συνεργάστηκε.

  • Αριστομέδων (6ος-5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανδριάντες για λογαριασμό των Φωκέων σε ανάμνηση νικηφόρου πολέμου κατά των Θεσσαλών (485; π.Χ.)

  • Αρίστων (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ασωπόδωρος (6ος – 5ος αι. π.Χ.) της σχολής του Αγελάδα. Εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους στην Ολυμπία (484-480 π.Χ.)

  • Άτοτος (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους μαζί με τον Ασωπόδωρο.

  • Γλαύκος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα πολλά αγάλματα του αναθήματος, στον Γλαύκο αποδίδονταν τα αγάλματα της Αμφιτρίτης, του Ποσειδώνα και της Εστίας.

  • Διονύσιος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Γλαύκο για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα αγάλματα που αποδίδονταν στον Διονύσιο ήταν οι ανδριάντες της Αφροδίτης, του Γανυμήδη, της Αρτέμιδος, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Ασκληπιού, της Υγείας κ.ά.

  • Διοπείθης (3ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του σε βάση αγάλματος που βρέθηκε στη Λίνδο της Ρόδου.

  • Δίων (1ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τα αγάλματα για μια εξέδρα στο Ασκληπιείο Επιδαύρου.

  • Δωρόθεος (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα του Αριστομένους στη χθονία Δήμητρα στην Ερμιόνη.

  • Ευτελίδας (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Χρυσόθεμη στην Ολυμπία για τους ανδριάντες των ολυμπιονικών Δαμάρετου (520 και 516 π.Χ.) και Θεόπομπου (αρχές 5ου αι. π.Χ.).

  • Ζωίλος (2ος -1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Τήνο μαζί με τον Αθηναίο γλύπτη Διότιμο.

  • Θεόδωρος (1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Ερμιόνη.

  • Καλλικράτης (4ος-3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και στο Άργος.

  • Λαβρέας (3ος – 2ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ναυκίδης Μόθωνος (5ος αι. π.Χ.) αδελφός του Πολύκλειτου. Οι δύο αδελφοί γεννήθηκαν στη Σικυώνα ή στο Άργος. Εργάστηκαν στο Άργος και κατασκεύασαν χρυσελεφάντινη Ήβη για το άγαλμα της Ήρας ευθύς μετά την καταστροφή του Ηραίου από πυρκαϊά (423 π.Χ.). Κι ακόμα ο Ναυκίδης: χάλκινο άγαλμα Εκάτης, ανδριάντες για τον παλαιστή Χείμωνα.

  • Ναυκίδης Πατροκλέους (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του γλύπτη Πολύκλειτου του νεότερου. Έργα του: άγαλμα του Ερμή, άνδρας που θυσιάζει κριάρι, ανδριάντας του Ροδίου Ευκλέους στην Ολυμπία, ανδριάντας του Τριζηνίου παλαιστή Βαύκιδος στην Ολυμπία κ.ά.

  • Ξενόφιλος Στράτωνος (2ος-1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με το γιο του ή και μόνος του στο Ασκληπιείο, Επίδαυρο, Σικυώνα, Κλεωνές, Αργολίδα, Δελφούς και Κόρινθο.

  • Περίκλυτος (5ος αι. π.Χ.): μαθητής του Πολύκλειτου του πρεσβύτερου.

 

Ο Διαδούμενος. Λεπτομέρεια του άνω τμήματος του αγάλματος. Στην κεφαλή του αθλητή διακρίνεται η ταινία της νίκης. Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 

  • Πολύκλειτος ο νεότερος (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του Ναυκίδη, γιου του Πατροκλέους. Έργα του: Ζευς Μειλίχιος στο Άργος, ανδριάντες Λητούς, Απόλλωνος, Αρτέμιδος και ανδριάντες ολυμπιονικών κ.ά. Αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου.

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα – Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

  • Πυθέας (2ος – 1ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του στη βάση ανδριάντα στο Ίλιον.

  • Στράτων Ξενοφίλου (2ος – 1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον πατέρα του Ξενόφιλο.

  • Τόρων Απελλίωνος (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον επίσης Αργείο Ακέστορα στην Τροιζίνα.

  • Τόρων Απελλίωνος (2ος π.Χ.): πιθανόν εγγονός του προηγουμένου. Κατασκεύασε τον ανδριάντα της Επιδαύρειας Νικαρέτας και άλλον ανδριάντα στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Φράδμων (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα των Θεσσαλών για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, το οποίο είχε δώδεκα χάλκινες αγελάδες. Συμμετείχε σε διαγωνισμό στην Έφεσο με θέμα τις Αμαζόνες. Κατασκεύασε ανδριάντα του Ηλείου ολυμπιονίκη Αμέρτα για την Ολυμπία.

  • Χρυσόθεμης (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Ευτελίδα για την κατασκευή ανδριάντων του Δαμαρέτου και Θεοπόμπου.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

Στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρίσκεται το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Το «Κολοκοτρωνέικο» είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο, 256 σελίδων, για το 1821. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη στο οποίο ο συγγραφέας του, Νίκος Πλατής, αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες από την περίοδο της Επανάστασης του 1821 με έναν τρόπο πρωτότυπο, βασισμένος σε ιστορικές αλήθειες.

Ο Νίκος Πλατής είναι ο συγγραφέας του περίφημου «Μαύρου λεξικού», του «Μπαχαρικού λεξικού», του «Αθωνικού λεξικού» και άλλων είκοσι περίπου βιβλίων. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1951, όπου ζει και εργάζεται.

 

Οι τέσσερις καπεταναίοι του Μοριά: Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικηταράς (Les Quatre Premiers Capitaines de la Moree ο πρωτότυπος τίτλος): Σαν από το θέατρο σκιών θαρρείς βγαλμένοι (και ο Κολοκοτρώνης ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα πορφυρά). από το PUAUX, Rene. Grece, Terre aimee des Dieux, Παρίσι [G. de Maleherbe], MCMXXXII.

 

Το συγγραφέα τον γνώρισα το 2011, όταν μου τηλεφώνησε και μου μίλησε για τις σκέψεις του, προκειμένου να υλοποίηση  τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε στα γραφεία της Αργολικής Βιβλιοθήκης και έτσι από το Άργος, ξεκίνησε  να διαμορφώνετε η ιστορία του βιβλίου.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου, «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο».

 

Το βιβλίο, λοιπόν, του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο», βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες, από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του 1821 στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο, αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά, δηλαδή ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ’ όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος – πίσω με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Οι πηγές του είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρωθούμε σε μερικές, θα σταθούμε στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821.

Έχουμε τον Φωτάκο, τον Φώτιο Χρυσανθόπουλο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου  έργου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες και σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

«Ο Κολοκοτρώνης», λέει ο συγγραφέας, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Lifo,  «ήταν  άνθρωπος δυναμικός και δραστήριος.  Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του. Κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51ενος ετών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει και να κάνει την ανάλογη κίνηση».

 

Και συνεχίζει, μιλώντας για το πώς ξεκίνησε να γράφει το Κολοκοτρωνέικο.

 

«Είχα την Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», λέει, δηλαδή, «τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του ’70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη – τρίτη σελίδα σταματούσα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ’ εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν μπορείς να τον καταλάβεις εύκολα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, προεστό των Γαργαλιάνων και ισχυρό φίλο του Διοικητή της Πελοποννήσου Οσμάν Πασά, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, και ήταν αυτός που συνέλεγε τους φόρους στην Πελοπόννησο.  Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου».

 

Μια ακινητοποιημένη σκηνή στο παρελθόν του Ελληνισμού (δίκην φωτογραφικού ενσταντανέ: Ρωμιοί προύχοντες στα χρόνια του Κολοκοτρώνη, ενώ συνεδριάζουν. Συμβούλιο γενικών επιστατών (Council – Generaral of the epistates), σύμφωνα με τον επεξηγηματικό τίτλο του εκδότη της γκραβούρας. «Τουρκογέροντες» με όλα τα ντεσού (φέσια, οντάδες, λουλάδες, πέρσικες γενειάδες και φορέματα λουκ Δαρείου), κατά τη φωτογραφική μαρτυρία της εικόνας. Συλλογή του συγγραφέα.

 

Το Κολοκοτρωνέικο είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα στερεότυπα που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση, με εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας.

Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

Πορτραίτο του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1874. Έργο του Jean-Léon Gérôme (French, 1824-1904).

 

«Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά.  Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και την αλογοουρά, αντέδρασαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να του βάλει περικεφαλαία.

Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του ’21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη».

 

Ο Κολοκοτρώνης στην πραγματικότητα (και χωρίς περικεφαλαία): Κάπως έτσι ήταν ο Κολοκοτρώνης στα χρόνια της Επανάστασης. Έτσι τουλάχιστον τον απεικόνισαν οι δύο ζωγράφοι που τον γνώρισαν από κοντά: Adam Friedel (το έτος 1824) και ο Giovanni Bozzi (έναν χρόνο αργότερα, το 1825). Λιθογραφίες.

 

«Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το βιβλίο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί».

Και η Επανάσταση από ποιους έγινε; «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν χρήματα. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 ή και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων…»

 

Λέγεται πως ο Κεχαγιάμπεης έχασε τον πόλεμο για τα μάτια μιας χανούμισσας που γνώρισε στο χαμάμ της Τριπολιτζάς. Ομαδικό ζωγραφικό πορτρέτο διά χειρός Jean-Leon Gerome (1824-1904).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στον τόπο μας, το Άργος και το Ναύπλιο.

 

Άργος


 

Άργος, το (Ιστ. Γεωγρ.): Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Η Λάρισα της Πελοποννήσου (από κλιματολογικής απόψεως)! Ζεστό μέρος. Πάνω στον κάμπο της Αργολίδας. Όταν το επισκέφθηκε ο Άγγλος αρχαιολόγος (και τοπογράφος) William Gell, στα 1801, αριθμούσε περί τις 4.000 ψυχές (μόνιμους κατοίκους), τα περισσότερα σπίτια του ήσαν μονώροφα και οι δρόμοι του ευθύγραμμοι: «Ανάμεσά τους πρόβαλλαν επιβλητικά οι κατοικίες των αρχόντων τριγυρισμένες από κήπους. […] Η πολιτεία αναπτυσσόταν σταθερά. Καινούργιες οικοδομές χτίζονταν με γοργό ρυθμό. Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προστατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συγκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Για να κυκλοφορήσει ο ξένος στην πόλη έπρεπε να συνοδεύεται από γενίτσαρο γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ενοχλητικά».  (Ξεν. Ταξ., τ. Γι, σ. 122). Τα ίδια είδε κι έπαθε και ο Chateaubriand από το παιδομάνι στον Μυστρά ένα έτος αργότερα.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

Ιστορική πόλη το Άργος, η ιστορία του χάνεται στα αχανή βάθη της προϊστορίας και της μυ­θολογίας. Σημαντικός ο ιστορικός ρόλος του στο ’21: Εδώ ήταν οπλαρχηγός ο Τζόκρης. Απ’ εδώ ξεκίνησε η πρώτη Εθνο­συνέλευση (για να ολοκληρωθεί εντέλει στην Επίδαυρο): «[…] την 1η Δεκεμβρίου 1821 έγινε στο Άργος μια δήθεν εθνο­συνέλευση με εικοσιτέσσερα μέλη, που σχεδόν όλα ήταν προεστοί του Μοριά. Πρόεδρος της Συνέλευσης έγινε ο Υψηλάντης, αλλά αηδιασμένος με τις ραδι­ουργίες των μελών της έφυγε για την Κόρινθο, με σκοπό να οργανώσει την πολιορκία του κάστρου». (Ντέικιν, σ. 117)

Εδώ, στο Άργος, πρωτοσυναντήθηκε ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυροκορδάτο, όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του πρώ­του: «Ο Μαυροκορδάτος, με τον υιόν τού Καρατζα, ηλθον εις την Πάτρα, εστάθηκαν εκεί μερικόν καιρό, επειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσαμεν εΐς το Άργος. Αφού επεστρέψαμεν εις το Άργος, εμαζεύθησαν όλοι οι Άρχοντες και από διαφόρους επαρχίες και νησια της Ελλάδος». (Διήγ.)

Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, στα 1820 κατοικούσαν περί τις 10.000 ψυχές (οι περισσότεροι Έλ­ληνες, αλλά και καμιά πεντακοσαριά Τούρκοι), μέχρι την έλευση του Κεχαγιά: «Τα ελληνικά σπίτια του Άργους, όλα μικρά και χαμηλά, είχαν γίνει στάχτη από τον Κεχαγιάμπεη. […] Τα τούρκικα σπίτια είχαν σωθεί όλα. Ήταν επιβλη­τικά, καλοχτισμένα, ευρύχωρα κι όλα απομονωμένα με ψηλούς τοίχους. Κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα πηγάδια, κήπο με ξυνά και παράσπιτα». (Σιμόπ.)

Εδώ, στα περίχωρα του Άργους, κατα­γράφεται μια καραμπινάτη ήττα των Γραικών, (ο λόγος για τη «μάχη» στον ξεροπόταμο Ξεριά, που σκοτώθηκαν (σφάχτηκαν) από το ιπ­πικό του Κεχαγιάμπεη πολλοί Αργίτες, Σπε­τσιώτες και Κρανιδιώτες επαναστατημένοι, αλλά και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας), που ξεκίνησε από τον πανικό ενός καλόγηρου και κατέληξε (τι περίερ­γο!) οξύ ανακουφιστικό συναίσθημα του προκρίτου Δεληγιάννη. [Σε μια λοξοδρομισμένη, κρυπτογραφημένη επιστολή του Νικολάου Δεληγιάννη, η οποία γράφτηκε από το στρατόπεδο και απευθυνόταν στον αδελφό του Κανέλλο, ήταν γραμμένα τα εξής: «Ηττήθημεν. Ας εχει δόξαν ο Θεός! Αλλως αν ένικωμεν ο Δήμος εγίνετο βασιλεύς»· το παρεγκώμιο «Δήμος» το συνήθιζαν στις κουβέντες τους οι Δεληγιανναίοι όταν μιλούσαν για τον Κολοκοτρώνη, «παρομοιάζοντάς τον με έναν συμπα­τριώτη τους αλήτη, που είχε το ίδιο όνομα»]. (Παπαγ.)

Εδώ, στο Άργος, βρισκόταν, όπως προείπαμε, και ο έτερος Υψηλάντης (ο Δημήτριος) όταν κατέφθασαν τα πικρά νέα από την παρίστρια (η ευρισκόμενη παρά τον Ίστρον «Δούναβη», παραδουνάβια ηγεμονία), που ξεσήκωσε ανέλπιδα ο συνεπώνυμος αδελφός του Αλέξανδρος: «Το Άργος ήταν κατάμεστο από στρατιώτες. Τραγούδια θορυβώδη ακούγονταν παντού. Βρήκε τον Υψηλάντη θλιμμένο και σκε­φτικό. Είχαν φθάσει τα τραγικά νέα από τη Βλαχία κι’ ανησυχούσε για τη δική του τύχη, την επιβολή και το κύρος του». (πρ. π.)

Εδώ, στο Άργος, και το καφε­νείο που μαρτυρεί ο Ρεμπό, αυτόπτης μάρτυρας ενός φρικαλέου επεισοδίου πα­ραδειγματισμού με την ιδιόχειρη… υπο­γραφή του Σταματελόπουλου: «Μια μέ­ρα, ενώ βρισκόταν  σε καφενείο του Άρ­γους, του έφεραν ένα στρατιώτη του, που είχε δημιουργήσει σκάνδαλα στην πόλη. Τον ανέκρινε μπροστά στον κόσμο και όταν βεβαιώθηκε για τις άνομες πράξεις του, άπλωσε, ήσυχα – ήσυχα, το αριστερό του χέρι, άδραξε το στρατιώτη από τα μαλλιά και με το δεξί, τραβώντας το γιαταγάνι από το σιλάχι, του έκοψε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα. Όλοι γύρω μαρ­μάρωσαν […]». (πρ. π.)

Ως εδώ ακούγονταν οι κανονιές της πολιορκίας του Αναπλιού, τα έντεκα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Άργος από το Ναύπλιο δεν λειτούργησαν καθόλου ηχομονωτικά, με κάθε κανονιά που έπεφτε, οι Αργίτες έκαναν και μιαν ευχή (την ίδια πάντα).

Εδώ, στο αρχαίο θέατρο, έγινε η τέταρτη Εθνοσυνέλευση, ήταν παρών και ο Καποδίστριας (πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, αφού αυτός ήταν ο αρχηγός όλων).

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Εδώ, στο Άργος, άρχισε να γρά­φει τα απομνημονεύματά του ο «στρα­τηγός» Μακρυγιάννης· φρούραρχος της πόλης που ποτέ δεν συμπάθησε, με μια έκδηλη αντιπάθεια προς τους Αργείους (εδώ και το σπίτι του, ό,τι απέμεινε δη­λαδή: γκρεμίδια και μια τεράστια αγριο­συκιά για την ακρίβεια, η πόλη του Άρ­γους τον απέρριψε, όπως κι αυτός αυτή).

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά απ’ εδώ, από την πόλη του Άργους, ξεκίνησα το αναδρομικό ιστορικό ρεπορτάζ για το Κολοκοτρωνέικο. Ο Κολοκοτρώνης ανα­φέρεται σ’ αυτό (στο Άργος δηλαδή) κάμποσες φορές, εγώ στάθηκα σε τούτη δω την αναφορά του, που μαρτυρεί την παρουσία του Καραϊσκάκη και του Τζαβέλα, συνδυασμένη τρόπον τινά και με τις αργίτικες σταφίδες: «Άφηκα αντι­πρόσωπόν μου εις αύτο το στράτευμα τον Γεωργάκη Γιατράκο, και εγώ έπηρα 50 νομάτους και έπηγα εις το Άργος. Έκει εστειλα εις το Ναύπλιον και ήλθε εις το Άργος ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας και λοιποί. Ο Κώστας Μπότσαρης και μερικοί άλλοι τους κράτησε ο Ζαΐμης και τους εκαμε να μην έλθουν να ένωθοϋμεν τα στρατεύματα. Οι σταφίδες εκόντευαν να γενουν· ο Γιάννης και ο Παναγιώτης Νοταράδες άρχισαν να τρώγουνται». Βλ. λ. Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος.

 

Ναύπλιο


 

Ναύπλιο, το (Ιστ. Γεωγρ.): Έτσι «γράφει» συνήθως το Ανάπλι, ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του· η αλήθεια είναι πάντως πως «χρησιμοποιεί» και τις δύο λέξεις (Ναύπλιο και Ανάπλι) ταυτόχρονα στα απομνημονεύματά του, στην ίδια πρόταση μάλιστα ενίοτε: «Μου γράφουν από την  Τριπολιτζά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. “Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο”. Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτζά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι». (Διήγ.)

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Όταν το επισκέφθηκε στα 1801 ο Άγγλος αρχαιολόγος William Gell, λειτουργούσαν στο Ναύπλιο δύο δημόσια λουτρά, για το ένα δε από αυτά μας δίνει και τη σχετική περιγραφή: «[…] Κι’ ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. Ύστερα φέρνουν μια λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα κι’ ο λουτράρης σε τρίβει με βούρτσα από κάποιο ανατολίτικο φυτό. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία σ’ αφήνει μόνο μ’ ένα κύπελλο να ρίχνεις πάνω σου ζεστό ή κρύο νερό από τις δύο μαρμαρένιες γούρνες που βρίσκονται πλάι σου. Έπειτα χτυπάς παλαμάκια κι’ ο υπηρέτης σου φέρνει ένα καθαρό μπαμπακερό ρούχο που το δένεις στη μέση σου κι’ ένα τουρμπάνι για το κεφάλι.

Ύστερα σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις τα λεφτά σου στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές». (Ξεν. Ταξ., τ. Γ1, σ. 123)

 

Βρύση στο Ναύπλιο, Peter von Hess, λάδι σε ξύλο, 1839

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επιτόπιο ρεπορτάζ του Henry Post, (για την ακρίβεια, η αναφορά του προς το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστόνης), που «επισκέφθηκε» το Ναύπλιο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1827, επί των ημερών του μιαρού τυραννίσκου Γρίβα:

«Είδαμε μια σκηνή δυστυχίας και αθλιότητας που οι ευνοημένοι κάτοικοι της ευτυχισμένης χώρας μας δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκατοντάδες εξαθλιωμένα πλάσματα, με λιμασμένη όψη και κουρελιασμένα ρούχα, είχαν κατασκηνώσει σε καλύβες από καλάμια και μας εκλιπαρούσαν, καθώς περνούσαμε ανάμεσά τους, με απλωμένα χέρια και ικευτικά βλέμματα, να λυπηθούμε την απελπιστική κατάστασή τους. Η συμπάθειά μου κορυφώθηκε όταν έμαθα ότι πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν από τους πλουσιότερους και πιο σεβαστούς Έλληνες, ότι εγκατέλειψαν την ερημωμένη γη τους και τα καμμένα σπίτια τους και τώρα αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή με μέσα που θα συγκλόνιζαν κάθε ανθρώπινη ψυχή. […] Η πόλη, είπαν, υποφέρει πολύ από έλλειψη ψωμιού – οι στρατιώτες γογγύζουν και αρχίζουν τις αρπαγές και οι κάτοικοι φοβούνται μήπως από στιγμή σε στιγμή καταφθάσει άλλο μήνυμα του Γρίβα, όπως εκείνα που έχουν λάβει στο παρελθόν. “Γιατί συνήθιζε να επιβάλει στην πόλη αναγκαστική εισφορά κάθε φορά που αντιμετώπιζε εξάντληση των αποθεμάτων και να βομβαρδίζει σπίτια από το κάστρο αν δεν έσπευδαν οι κάτοικοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του” […]». (Σιμόπ., τ. 5, σ. 358-359). Συνών.: Νάπλι.

 

Το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» μπορεί να αποτελέσει ένα θαυμάσιο δώρο, για τις γιορτινές μέρες που έρχονται. 

 

Τάσος Τσάγκος

Επιμελητής εκδόσεων

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Δυο Αργείοι Καραγκιοζοπαίχτες: Γιάννης Παπούλιας & Κώστας Μάνος (Αθανασίου)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Γιώργου Ν. Μουσταΐρα με θέμα:

«Δυο Αργείοι Καραγκιοζοπαίχτες: Γιάννης Παπούλιας & Κώστας Μάνος (Αθανασίου)»

 

Μέσα από αυτό το μικρό σημείωμα θα σας μιλήσω για τον Γιάννη Παπούλια και τον Κώστα Μάνο, δυο γνωστούς καραγκιοζο­παίχτες, που κατάγονταν από το Άργος.

Για τον πρώτο έχω βρει, δυστυχώς, μία και μόνη αναφορά στο βιβλίο του Τζούλιο Καΐμη «Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη» (1937), όπου τοποθετείται η δράση του πίσω από τον μπερντέ στις αρχές του 20ου αιώνα (πριν από το 1910, συγκεκριμένα).

 

θέατρο Σκιών

 

Έχω απευθυνθεί, για να μάθω λεπτομέρειες από τη ζωή του, σε φέροντες το ίδιο επώνυμο (και το βαπτιστικό) συμπολίτες αλλά μου δήλωσαν παντελή άγνοια. Φοβάμαι ότι επειδή η μιξοαστική κοινωνία της περιοχής αλλοιθωρίζουσα μονίμως προς τας Ευρώπας (τρώγουσα πράσο και σκορ­δοστούμπι – τρομάρα μας!) είχε κόμπλεξ με κάθε τι το παραδοσιακό, ο πρωτοπόρος μάστορας του μπερντέ Γιάν­νης Παπούλιας, σκεπάστηκε από πέπλο λήθης, σε βαθμό που να αγνοείται η τέχνη του ακόμα και από τους απογόνους του. Ας είναι…

Κώστας Μάνος

Πάμε τώρα να δούμε* τον έτερο διάσημο τεχνίτη του λαϊκού θεάτρου, τον Κώστα Μάνο.  Ο Κώστας Μάνος (Α­θανασίου) γεννήθηκε στο Άρ­γος το 1902 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου του 1970. Ήταν μαθητής του Ανδρέα Αγιομαυρίτη, που ήταν, με τη σειρά του, μαθητής του πρωτοπόρου Γιάννη Ρούλια.

Ο Δημήτρης Μόλλας στο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών» (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002), αναφέρει πως ο Ανδρέας Αγιομαυρίτης πήρε τον Κώστα Μάνο ως «βοηθό του, γιατί είχε καλό χέρι. Εκεί έμαθε τη ζωγραφική και την τέχνη του Καραγκιόζη. Μετά 5-6 χρόνια, ο Αντρέας τον έστειλε να παίξει μόνος του στα Λουτρά της Υπάτης…».

Ο ομότεχνός τού Κώστα Μάνου και μαθητής του, Π. Μιχόπουλος έγραφε στα ΝΕΑ, στις 14 Μαρτίου του ιδίου έτους:

«Από μι­κρό παιδάκι αγάπησε το θέατρο σκιών και αργότερα μαθήτευσε κοντά στους μεγά­λους καραγκιοζοπαίχτες του καιρού εκείνου, Δημήτριο Μανωλόπουλο (Δαλιάνη) και Μάρκο Ξάνθο. Έγινε και αυτός περίφημος καραγκιοζο­παίχτης, συγγραφέας έργων του Καραγκιόζη και θαυμάσιος λαϊκός ζωγράφος. Όσοι τον άκουσαν ξέρουν τι ολοκληρωμένος καλλιτέχνης υπήρξε. Πενήντα συνεχή χρόνια, χωρίς καμιά διακοπή, περιοδεύοντας και παίζοντας Καραγκιόζη, όργωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα – με προτίμηση στις περιοχές Άργος, Ναύπλι­ο, Τρίπολη και Καλαμάτα. Ο Μάνος άφησε πραγματικά εποχή. Από το 1936 και κατά τα χρόνια της Κατοχής έπαιζε στην Αθήνα και το καλοκαίρι του 1969 πάλι στην Τρίπολη, για τελευταία φορά, μαζί με τον γιο του Δημήτριο Μάνο (Αθανασίου) στο θέατρο «Χαραυγή» του Πολυβίου Γκολέμη». (σ.σ. εκεί είχα δει πολλές παραστάσεις του τα καλοκαίρια, όταν έκανα διακοπές στην Τρίπολη).

Ο έτερος συνάδελφός του, Ι. Παμπούκης, στην δική του αναφορά στον μεγάλο Αργείο καραγκιοζοπαίχτη (Τα Νέα 1-12-1970) αναφέρει πως ο φημισμένος μάστορας του θεάτρου σκιών Μάρκος Ξάνθος, το 1924, του υπαγόρευε έργα του για να τυπωθούν σε φυλλάδια. Ακόμα, ότι ήταν πολύ καλός ζωγράφος και κατασκεύαζε τις φιγούρες συναδέλφων που δεν έπιανε και πολύ το χέρι τους (Καραστεργιόπουλος, Μανωλόπουλος, Μόλλας, Ξάνθος, Ρήγας).

 

«Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη» (1937)

 

Ο Σωτήρης Σπαθάρης (πατέρας του Ευγένιου), στα απομνημονεύματά του γράφει για τον Κώστα Μάνο: «Ήταν ο τέλειος καραγκιοζοπαίχτης. Είναι και λαϊκός ζωγράφος. Εδώ και χρόνια, όπου παίζει, κάνει θρίαμβο».

Ο Κώστας Μάνος είναι δημιουργός πολλών έργων αλλά πολύ λίγα απ’ αυτά τα τύπωσε σε φυλλάδια. Ο Γιώργος Ιωάννου, στο τρίτομο έργο του «Ο Καραγκιόζης» (εκδόσεις Ερμής), αναφέρει τα εξής φυλλάδια:

  1. «Ο Καραγκιόζης Χότζας»
  2. «Ο Καραγκιόζης Βουλευτής»
  3. «Ο Καραγκιόζης Αποσπασματάρχης»
  4. «Ο Καραγκιόζης Φαρμακοποιός»
  5. «Ο Καραγκιόζης Δήμαρχος».

Υπάρχουν δύο ακόμα φυλλάδια, όπου δεν αναγράφεται μεν το όνομα του δημιουργού τους αλλά θεωρείται βέβαιο ότι γράφτηκαν από τον Κώστα Μάνο:

  • «Ο Καραγκιόζης Μαμή» και
  • «Ο Καραγκιόζης Χοροδιδάσκαλος».

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης στο βιβλίο του «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010, αναφέρει και τον καραγκιοζοπαίχτη Μήτσο Πίτσικα.

Συγκεκριμένα γράφει:

[…] Αλλά φαίνεται πως στη μνήμη πολλών Αργείων έχει μείνει περισσότερο ο Μήτσος Πίτσικας, ένας φτωχός μικρασιάτης πρόσφυγας, ο οποίος έμενε στο Συνοικισμό και έπαιζε σε μια μάντρα στην οδό Τριπόλεως.

Η κ. Γιαννούλα θυμάται πως κάποτε είχε πα­ρακολουθήσει παράστασή του και στην αίθουσα του Μπουσουλοπούλειου. Το σχολείο αυτό εγκαινιάστηκε και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1939. Ο Πίτσικας ήταν πολύ αξιόλογος καλλιτέχνης και έκανε πολλές εξορμήσεις και εκτός Αργολίδας. Έφτανε μέχρι και στην Καλαμάτα. Συνήθιζε, όπως άλλωστε και όλοι οι καλλιτέχνες του είδους, να έχει και κάποιον οργανοπαίκτη για μουσική (κλαρίνο, βιολί ή ούτι, το γνωστό μι­κρασιάτικο όργανο, που μοιάζει με λαού­το), όχι όμως ορχήστρα με δύο ή τρία μουσι­κά όργανα, όπως συνηθιζόταν…

 

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

*Να δούμε, τρόπος του λέγειν. Έφαγα τον τόπο για να βρω αυτή τη μόνη και θαμπή φωτογραφία του, που τραβήχτηκε ένα χρόνο πριν τον θάνατό του.

Το σημείωμα, σε πρώτη γραφή, δημοσιεύτηκε στις 12-1-1994 στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Αργολίδας.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το Άργος και το διαμέρισμά του στην όψιμη βενετική περίοδο. Η θέση της πόλης στη βενετική επικράτεια, πληθυσμιακά και γαιοκτητικά φαινόμενα – Αλέξης Μάλλιαρης, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Η περιοχή της Αργολίδας, με τα δύο πληθυσμιακά της κέντρα, το Ναύ­πλιο και το Άργος, αποκτά σημαίνουσα θέση στον πελοποννησιακό κορ­μό κατά την περίοδο της όψιμης βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόν­νησο. [1] Η επαρχία της Ρωμανίας, που καταλάμβανε τα ανατολικά, βο­ρειοανατολικά και τμήμα από τα κεντρικά μοραïτικα εδάφη και άγγιζε τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό και τον Αργολικό κόλπο, ανυψώθηκε σε κεντρική επαρχία της Πελοποννήσου, φιλοξενώντας την πρωτεύουσα Ναύπλιο, τη σημαντικότερη πόλη – λιμάνι στο βενετικό Λεβάντε αυτήν την περίοδο μετά την Κέρκυρα.

Το Ναύπλιο μετατράπηκε σε βάση της βενετικής διοίκησης και των στρατιωτικών δυνάμεων προσελκύοντας το ιδιαίτερο βενετικό ενδιαφέρον για την οργάνωσή του και δη την επαύξηση της αμυντικής του ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό η πόλη εκσυγχρονίσθηκε οχυρωματικά και ενισχύθηκε κυρίως στα ελλειμματικά της σημεία με αποκορύφωμα την ανέγερση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα του μεγαλειώδους φρουριακού συγκροτήματος στον λόφο του Παλαμηδιού. Η πολυπληθής, πολύβουη κεντρική πόλη-λιμάνι στη βραχώδη χερσόνησο, έδρα των βενετικών Αρχών και της Καθολικής Εκκλησίας της Πελοποννήσου, κυριαρχούσε με τη δυναμική της παρου­σία σε ολόκληρη την περιοχή.

Το δεύτερο σημαντικό πληθυσμιακό κέντρο της Αργολίδας, το Άρ­γος, πόλη πανάρχαια με ιδιαίτερη σημαντική στην ιστορία του αρχαί­ου κόσμου, δεν ακολούθησε την ίδια πορεία στη βενετική περίοδο. Από το 1204 και εξής μαζί με την υπόλοιπη περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας, από τη φραγκική, στη βενετική και την οθωμα­νική για να επανέλθει στη βενετική, από το 1686 μέχρι το 1715, οπότε επέστρεψε και πάλι στους Οθωμανούς. [2]

Στην όψιμη βενετική περίοδο η πόλη του Άργους λειτουργεί μάλλον δορυφορικά αναφορικά με την κοντινή της πρωτεύουσα.[3] Πόλη μεσό­γεια, ηπειρωτική, μακριά από το ζωτικό για τη θαλασσοκράτειρα Βενε­τία υγρό στοιχείο, απλώνεται άνετα στον αργείτικο κάμπο, κάτω από τη σκιά της Λάρισας. Αποτελεί ένα παράδοξο θα λέγαμε βενετικής πόλης,[4] καθόσον, στη βενετική συνείδηση και στο ιστοριογραφικό συλλογικό, βενετική κτήση και λιμάνι είναι δύο αναπόσπαστα στοιχεία. Η θάλασ­σα τροφοδοτεί τη Βενετία και τις κτήσεις της ενοποιεί το μητροπολιτικο κέντρο με την περιφέρεια δια της υγρής οδού, ενω οι οχυρώσεις στο θαλάσσιο μέτωπο των πόλεων προστατεύουν και παράλληλα φράζουν την είσοδο σε κάθε επιβουλή εχθρού, που εύκολα και απροειδοποίητα μπορούσε να καταφθάσει από τη θάλασσα. Κι αν τα υγρά τείχη της πό­λης της Βενετίας αποτελούν ένα ιστορικό unicum στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη, οι ισχυρές οχυρώσεις των κτήσεών της στην ιταλι­κή Terra Ferma, τη Δαλματία και το Λεβάντε προστάτευαν τις πόλεις – κέντρα της γεωγραφικά διασπασμένης βενετικής επικράτειας.[5]

Από την άποψη αυτή η πόλη του Άργους διαφοροποιείται από τον βενετικό κορμό και τη βενετική παράδοση αφού η γεωφυσική της θέση δεν επέτρεπε την οργάνωση του οικισμού αυτού με τη μετατροπή του σε μια citta-fortezza, σε μια επαρκώς δηλαδή οχυρωμένη πόλη, περίκλει­στη εντός ισχυρών τειχών.[6] Η πόλη, το borgo, εκτείνεται ατείχιστη δι­ασκορπισμένη σε συστάδες, αραιοκατοικημένη, απλωμένη ανάμεσα σε κήπους, πάγιο τοπογραφικό χαρακτηριστικό του Άργους μέχρι και τον 19ο αιώνα. Εποπτεύεται όμως αφ’ υψηλού από τον απότομο βράχο με τις μεσαιωνικές οχυρώσεις, τη Λάρισα· οχυρώσεις εντελώς ακατάλληλες και παρωχημένες στην καμπή του 17ου αιώνα, και πολύ περισσότερο, επικίνδυνες για ολόκληρη την περιοχή, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τις καταλάμβαναν. Οι βενετικές αρχές, έχοντας επίγνωση του κινδύνου αυτού, προβληματίστηκαν για τις οχυρώσεις του Άργους, δεν προχώ­ρησαν όμως σε επεμβάσεις ή σε ριζική επανακατασκευή, όπως ήταν αναγκαίο, αφού ο πάντοτε επίκαιρος οθωμανικός κίνδυνος και τα γλίσχρα οικονομικά της κτήσης αλλά και της Βενετίας δεν επέτρεπαν την ανάληψη έργων τέτοιας έκτασης. Οι ειδικοί πρότειναν την κατεδάφι­σή τους αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφόταν σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος εχθρικής κατάληψης, που ήταν πάντα ορατός λόγω και της γειτνίασης του Άργους με την κορινθιακή είσοδο της Πελοποννήσου. Λίγο πριν από την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων στον Μοριά το 1715, οι Βενετοί αρκέστηκαν να καταστρέψουν ένα μικρό μέρος της οχύρωσης του Άργους και να την εγκαταλείψουν, αποσυρόμενοι στο ισχυρό Ναύπλιο με το νεότευκτο Παλαμήδι.[7]

Στην ακριβή βενετική ορολογία για τον ελληνοβενετικό Λεβάντε, στα έγγραφα της διοίκησης, η πόλη του Άργους δεν χαρακτηρίζεται ως citta, διότι αυτό σήμαινε πόλη παραθαλάσσια και κυρίως πόλη οχυρω­μένη. Το Άργος είναι terra, δηλαδή ανοικτή, μεσόγαια, ατείχιστη πόλη, όπως στην επαρχία της Αχαΐας η Βοστίτσα (Αίγιο) και κυρίως η πόλη της Γαστούνης, επιπλέον δε το Άργος διαθέτει castello και όχι fortezza.[8]

Προηγουμένως έγινε αναφορά στη στενότατη σύνδεση Βενετίας και θάλασσας, αφού αυτή η τελευταία στα μεσαιωνικά και στα υστερομεσαιωνικά χρόνια αποτέλεσε την αιτία της ύπαρξης, της θεαματικής ανάπτυ­ξης και της αναγωγής της Βενετίας σε υπερδύναμη της Ευρώπης, μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων δρόμων και του εμπορίου της Ανατολής.[9] Σε ένα τέτοιο σχήμα η πόλη του Άργους δεν συμμετείχε εκ των πραγμάτων.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Στα όψιμα όμως χρόνια, στα οποία αναφερόμαστε, η Βενετία για πολ­λούς λόγους δεν ήταν πια μια εμπορική και οικονομική υπερδύναμη, που προσδοκούσε εισροή πλούτου από το θαλάσσιο εμπόριο και μόνο. Από πολύ νωρίτερα η στροφή του βενετικού ενδιαφέροντος προς την ιταλική ηπειρωτική ενδοχώρα και η ενασχόληση των ευγενών βενετικών οικογε­νειών με τη γη ανέδειξαν την τελευταία σε βασικό παράγοντα οικονομι­κής ανάνηψης του κράτους. Η κατάκτηση και η κατοχή της Πελοποννήσου, της πλέον εκτεταμένης κτήσης που υπήρξε ποτέ στο βενετικό κρά­τος, προσέφερε εκτός από τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών που κύκλω­ναν τη χερσόνησο, τεράστιες για τα βενετικά δεδομένα εκτάσεις γαιών, των οποίων η συστηματική καλλιέργεια θα απέφερε μεγάλα κέρδη. Άρα η γη και δη οι πεδινές εκτάσεις, που δεν απαιτούσαν εργώδεις, μακροχρό­νιες προσπάθειες και μεγάλα έξοδα για να καλλιεργηθούν και να καρπο­φορήσουν, βρίσκονταν στο επίκεντρο του βενετικού ενδιαφέροντος κατά την περίοδο αυτή, όπως το γνωρίζουμε καλά από την έως τώρα ιστοριο­γραφική παραγωγή για τη συγκεκριμένη εποχή.[10]

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το μεσόγαιο Άργος με τις πλούσιες γαίες αναβαθμιζόταν στην οικονομική αξιολογική κλίμακα των Βενετών, πα­ρόλο που η αυστηρή και εν πολλοίς άκαμπτη γενικότερη πολιτική της Βενετίας, αγκυλωμένης στους θεσμούς του παρωχημένου υστερομεσαιωνικού της μεγαλείου, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στους γοργούς ρυθμούς αλλαγών και ανακατατάξεων του νεότερου κόσμου. Στη βενε­τική λοιπόν περίοδο η Αργολίδα προσφέρει την πρωτεύουσα, το μεγάλο διοικητικό κέντρο και το λιμάνι του Ναυπλίου και παράλληλα τη ζωτι­κής σημασίας για την εποχή ενδοχώρα του Άργους. Υφίσταται θα λέγαμε ένα δίπολο, συμπληρωματικό στις λειτουργίες του, όπου στο ένα άκρο υπάρχει το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της κτήσης, με σημαντικό αριθμό κατοίκων κάτω από την παρουσία των υψηλότερων εκπροσώπων της πολιτικοστρατιωτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας και στο άλλο άκρο ένας πολύ μικρότερος οικισμός, αγροτικός, που εποπτεύει τις πέριξ γαίες και προσφέρει, κυριολεκτικά όμως στην περίπτωση αυτή, το έδαφος για την οικονομική συντήρηση και την ευδοκίμηση πολλών εκ των κατοί­κων του πρώτου κέντρου. Πρόκειται για ένα σχήμα που το βλέπουμε να υφίσταται και σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές, όπως για παράδειγ­μα στην επαρχία της Αχαΐας, με την Πάτρα και τη Γαστούνη να λειτουρ­γούν κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο.[11]

Στην επαρχία της Αργολίδας, αμέσως μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την κατίσχυση των βενετικών όπλων, συνέρρευσε, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, σημαντικός αριθμός εποίκων· κατοίκων δηλαδή από γειτονικές τουρκοκρατούμενες περι­οχές, οι οποίοι, ακολουθώντας τα βενετικά κελεύσματα, αναζητώντας ευνοϊκότερους όρους ζωής ή επιδιώκοντας να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα για τη συμπαράταξή τους με τους Βενετούς στη διάρκεια της πολεμικής αναστάτωσης στο νότιο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, εγκατα­στάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, κυρίως στο βόρειο ήμισυ της χώρας. Το Ναύπλιο προτίμησαν οι σημαντικότερες οικονο­μικά και κοινωνικά οικογένειες της Αθήνας καθώς εκεί μπορούσαν να συνεχίσουν τις εμπορευματικές τους ασχολίες, ευρισκόμενες παράλλη­λα πολύ κοντά στις κεντρικές βενετικές αρχές.

Στο διαμέρισμα του Άργους, στην πόλη και τα πέριξ χωριά, εγκα­ταστάθηκαν κυρίως πληθυσμοί αγροτοποιμενικής προέλευσης από τη Θήβα και τα χωριά της, την Αταλάντη, τη χαλκίδα και γενικότερα την Εύβοια, αλλά και κάποιοι Αθηναίοι, σε πολύ μικρότερο όμως αριθμό από τους εποίκους που κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του Ναυπλίου.[12]

Η πόλη του Άργους πρέπει να είχε υποστεί σημαντικές καταστρο­φές κατά τις πολεμικές συγκρούσεις και την αποχώρηση των Τούρκων, όπως διαπιστώνουμε από τις βενετικές καταγραφές και κυρίως από τους μακροσκελείς καταλόγους παραχωρήσεων αστικών ακινήτων, σπιτιών και καταστημάτων, καθώς και γαιών, στους εποίκους. Ο οικισμός που υπήρχε στις περιβόλους του φρουρίου ερημώθηκε καθώς εκεί κα­τοικούσαν προηγουμένως μόνον Οθωμανοί. Μεγάλος αριθμός σπιτιών στον οχυρό αυτό χώρο, όπως και στο borgo του Άργους, καταγράφεται ως καταστρεμμένος. Τα σπίτια αυτά παραχωρούνται, στη συνέχεια, από τη βενετική διοίκηση, ως δημόσια πλέον περιουσία, στους εποίκους για να τα επισκευάσουν και να τα κατοικήσουν, όπως για παράδειγμα σε Κρητικό έποικο από τα Χανιά το 1691,[13] ή ενοικιάζονται από ντόπιους ενδιαφερόμενους. Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Celebi στα 1668 ανα­φέρει ότι στο Άργος υπήρχαν έντεκα γειτονιές και εκτός των άλλων καταγράφει δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη και άλλα δέκα μικρότε­ρα και επιπλέον ένα χαμάμ.[14] Οι Βενετοί κάνουν λόγο για το μεγαλύτε­ρο τέμενος που εκείνοι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικία των αρχών που επισκέπτονταν την πόλη ενώ αρχειακά τεκμήρια από το Αρχείο Grimani του Κρατικού Αρχείου Βενετίας καταγράφουν την ύπαρξη οθωμανικού λουτρού στην πόλη που είχε δοθεί ως κατοικία σε εποίκους.[15]

Η γνωστή βενετική απογραφή Grimani (1700) καταγράφει εντός του Άργους τις ενορίες Αγίου Βασιλείου, Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.[16] Αρχειακό υλικό από το Αρχείο Grimani αναφέρει στα 1698 τους εξής να­ούς εντός της πόλης: Αγία Παρασκευή (που θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός Άγιος Ιωάννης), Άγιος Δημήτριος, Άγιος Πέτρος, Άγιος Νικόλαος, Παναγία, Άγιος Βασίλειος και Άγιος Μάρ­κος (ο τελευταίος ενδεχομένως να ήταν πρώην μουσουλμανικό τέμενος, που αφιερώθηκε, όπως συνηθιζόταν από τους Βενετούς, στον Άγιο Μάρ­κο).[17] Τέλος, ως προς την τοπογραφία και την ονοματοδοσία των συνοι­κιών της πόλης αξίζει να αναφερθεί ότι για τους δύο από τους τέσσερις μαχαλάδες, που απαντούν την εποχή της δεύτερης οθωμανικής περιό­δου, τον Μπεκήρ Εφέντη μαχαλά και τον Καραμουτζά μαχαλά,[18] υπάρ­χουν πυκνές καταγραφές στο βενετικό υλικό για πολλά σπίτια και κατα­στήματα, που κατείχε στην πόλη κατά την πρώτη οθωμανική περίοδο ο Οθωμανός Μπεκήρ Εφέντη· επίσης ότι απαντά το επώνυμο Καραμουτζάς σε εποίκους της πόλης, που κατοικούσαν σε πρώην οθωμανικά σπίτια, τα οποία τους παραχωρήθηκαν από τις βενετικές αρχές.

Αρκετά γρήγορα συστάθηκε και στο Άργος Αστική Κοινότητα (Communita), κλειστό δηλαδή σώμα συγκεκριμένων προνομιούχων οικο­γενειών της πόλης, που διαχώριζε τον πληθυσμό της πόλης και του δια­μερίσματος, από τη μια σε ευάριθμο σώμα κατοίκων με αστική ιδιότητα και από την άλλη σε πολυπληθή μάζα πληθυσμού, που ήταν αποκλει­σμένη.[19] Τεκμήριο του έτους 1700 παραδίδει τα ονόματα τριών κορυφαί­ων της Κοινότητας Άργους, των συντίχων Ιωάννη Σταματέλου, Θοδωρή Τσερνοτά και Δημήτρη Λάζαρου.[20] Από αυτούς, ο Ιωάννης Σταματέλος (γόνοι της οικογένειας αυτής απαντούν και στη δεύτερη οθωμανική πε­ρίοδο ως επιφανή πρόσωπα της πόλης), κυρίως όμως ο Θοδωρής Τσερνοτάς, παρουσιάζονται ως κάτοχοι ακινήτων στην πόλη ήδη από την προηγούμενη οθωμανική περίοδο, ενώ ειδικά ο Τσερνοτάς επιδεικνύει ζωηρή οικονομική δραστηριότητα στη βενετική περίοδο, αναλαμβάνει ενοικιάσεις γαιών και άλλων ακινήτων στο διαμέρισμα Άργους και λαμ­βάνει ακίνητα σε παραχώρηση από τους Βενετούς. Από τους ντόπιους, προφανώς, ισχυρούς της πόλης, εντυπωσιακή δραστηριότητα εμφανί­ζει και ο Θωμάς Πέτρου, ο οποίος ενοικιάζει πρώην οθωμανικά σπίτια εντός του πρώτου περιβόλου (recinto inferiore) στο φρούριο του Άργους,[21] καθώς επίσης γαίες και άλλα ακίνητα στα χωριά του Άργους ενώ αλλη­λογραφεί με τις βενετικές αρχές για διάφορα ζητήματα.[22]

Η περιοχή του Άργους αποτέλεσε το πεδίο οικονομικών δραστηριοτή­των και για επιφανείς πολίτες του Ναυπλίου. Έτσι, ο Αθανάσιος Ζυγομαλάς, μέλος της Κοινότητας του Ναυπλίου, εκμεταλλευόταν γαίες στο χωριό Μπολάτι, όπως επίσης ο Ανδρούτσος Μαλαξός οικόπεδα στο Άργος και γαίες στο Κάτω Μπέλεσι. Ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πελοποννήσου που έδρευε στο Ναύπλιο, ο Angelo Maria Carlini, εκτός από παροχές που είχε λάβει από το δημόσιο στην περιοχή της Κορίνθου και αλλού, κατεί­χε οικόπεδα και κήπους στην πόλη του Άργους, τα οποία προηγουμένως εκμεταλλευόταν ο ντόπιος Θοδωρής Τσερνοτάς και μέσω της πρακτικής της ανταλλαγής ακινήτων (permuta di bent) πέρασαν στον αρχιεπίσκοπο. Γαίες στο Κάτω Μπέλεσι κατείχαν και οι ιερείς του λατινικού μητροπολιτικού ναού του Ναυπλίου. Επιπλέον, αρκετοί κατώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού εμφανίζονται στη γαιοκατοχή του Άργους, όπως επίσης ιταλικής και ελληνικής καταγωγής μέλη της βενετικής γραφειο­κρατίας, γεγονός αναμενόμενο, αφού η γειτνιάζουσα πρωτεύουσα φιλο­ξενούσε μεγάλο αριθμό στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων.[23]

Πολυάριθμα τεκμήρια, προερχόμενα από την καγκελαρία του Ναυ­πλίου, σωζόμενα σήμερα στο Αρχείο Grimani, των ετών 1704 ώς 1710, κάνουν εναργέστερη τη γιγαντιαία προσπάθεια που ευθύς μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου ανέλαβε η βενετική διοίκηση για τη διαλεύκανση και την αποσαφήνιση του γαιοκτητικού καθεστώτος της χώρας, έργο που συχνά έφερε τις πελοποννησιακές βενετικές αρχές σε απόγνωση. Εντός της προσπάθειας αυτής εγγράφεται το τεράστιο έργο κτηματογράφησης της Πελοποννήσου, φαινόμενο πρωτοφανές στην πελοποννησιακή αλλά και γενικότερα την ελληνική ιστορία των νεό­τερων χρόνων, το οποίο ουδέποτε επαναλήφθη μέχρι σήμερα.[24]

Η πρώτη μεγάλη φάση των παραχωρήσεων γαιών στους εποίκους, της καταγραφής των δημοσίων γαιών, των ενοικάσεων κ.λπ. έληξε στα πρώτα μόλις χρόνια του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια δεύτερη φάση τακτοποίησης θα λέγαμε και οριστικής, κατά το δυνατόν, διευθέτησης της γαιοκατοχής, βάσει πλέον και των υφισταμένων καταστιχώσεων, όπου αυτές είχαν ολοκληρωθεί. Το προαναφερθέν αρχεια­κό υλικό που αφορά το Άργος και το διαμέρισμά του παρουσιάζει αυτήν την πιο οργανωμένη προσπάθεια των αρχών για να διευθετήσουν πλείστα ζητήματα κυριότητας της γης, δεδομένου ότι τα χρόνια αυτα είχε ήδη αρχίσει και το αντίστροφο φαινόμενο που αφορούσε τον επήλυδα πληθυσμό, αυτό δηλαδή της φυγής των εποίκων και της επιστροφής τους στις κοντινές οθωμανικές περιοχές. Ως εκ τούτου το βενετικό δη­μόσιο βρέθηκε αντιμέτωπο και πάλι με τον μεγάλο αριθμό αδέσποτων γαιων, των οποίων οι κάτοχοι είχαν φύγει ή είχαν αποβιωσει.

Για τον εντοπισμό των γαιών αυτών οι αρχές έθεσαν σε εφαρμογή και εδώ τη γνωστή πρακτική της καταγγελίας (beni denonciati), σύμφω­να με την οποία ως ανταμοιβή σε εκείνον που αποκάλυπτε γαίες αδέ­σποτες, λόγω φυγής του κατόχου τους, δινόταν ένα μέρος των ακινή­των αυτών.[25] Για παράδειγμα, τέτοιας προέλευσης γαίες και ακόμα μία νεροτριβή δόθηκαν στο Άργος το 1705 στον Κρητικό Dottor Emmanuel Barbarigo, που υπηρετούσε στην καγκελαρία του Ναυπλίου, γαίες έκτα­σης 82 στρεμμάτων δόθηκαν στους γνωστούς αδελφούς Νικολό και Μιχάλη Μέλο στο Άργος το 1706, όπως και στον εκχριστιανισμένο πρώ­ην μουσουλμάνο με το εντυπωσιακό νέο βενετσιάνικο όνομα Vicenzo Pasqualigo στο χωριό Κουτσοπόδι το 1707, καθώς και στην Παρασκευή, χήρα του υπολοχαγού Gili, στο Άργος το 1710.[26]

Παραχωρήθηκαν εκ νέου από τις βενετικές αρχές ακίνητα, των οποί­ων οι κάτοχοι είχαν αποβιώσει χωρίς απογόνους, ή ακόμα ακίνητα, των οποίων οι κάτοχοι αγνοούνταν, χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρίσκο­νταν, όπως επίσης και κτήματα που εξαρχής είχαν παραμείνει αδιάθετα. Ακόμα, γαίες χέρσες που καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά ή φυτεύτη­καν σε αυτές αμπέλια ζητήθηκαν από τις αρχές και δόθηκαν στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με διάταγμα του Γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης Alvise Mocenigo του 1710 που ίσχυσε για όλη την κτήση, όπως για πα­ράδειγμα στον ναυπλιώτη κόντε Δήμο Λιόση και στους αδελφούς του, στους οποίους δόθηκε έκταση 254 στρεμμάτων στο χωριό χαμάκου.[27]

Επιπλέον, διευθετήθηκαν γαιοκτητικά θέματα, που αφορούσαν ενοι­κιάσεις δημοσίων γαιών, των οποίων οι ενοικιαστές δεν ενδιαφέρθη­καν για την ανανέωση της ενοικίασης, ζητήματα ανταλλαγής ακινή­των που κατέχονταν από κατοίκους άλλων επαρχιών, καθώς και επαναπροσδιορισμού και δικαιότερου καθορισμού ενοικίου στις δημόσιες γαίες. Επίσης, διορθώθηκαν λανθασμένες παραχωρήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι βενετικές αρχές χωρίς να γνωρίζουν ότι οι γαίες αυτές είχαν ήδη δοθεί σε άλλους· έτσι, στα 1708 δόθηκαν στον έποικο Αναστάση Τσαουσόπουλο γαίες στο Κουτσοπόδι, οι οποίες αφαιρέθηκαν ως «επιπλέον» από αθηναία έποικο στο ίδιο χωριό, σε αντάλλαγμα άλλων κτημάτων, που του είχαν δοθεί νωρίτερα, τα οποία ήταν όμως δεσμευμένα.[28] Οι Βενετοί στα χρόνια αυτά πραγματοποίησαν στο διαμέρισμα του Άργους και συμπληρωματικές παραχωρήσεις σε δικαιούχους (in supplemento), διέθεσαν επίσης τμήματα γαιών που είχαν περισσέψει από χαριστικές δωρεές σε εποίκους (concessioni), ενώ προέβησαν και σε νέες χαριστικές δωρεές ως ανταμοιβή του βενετικού κράτους για προσφερθείσες υπηρεσίες στο δημόσιο.

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των ενεργειών αυτών αφορά κυρίως την πόλη του Άργους και την εγγύς περιοχή του, όπως επίσης το χωριό Κουτσοπόδι, βόρεια του Άργους, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί έποικοι, αρκετοί εκ των οποίων στη συνέχεια έφυγαν ή πιο σωστά δραπέ­τευσαν από τη βενετική επικράτεια, καθώς και τα χωριά Λάλουκα και Δαλαμανάρα, ανατολικά του Άργους, και επίσης Κάτω Μπέλεσι και Μαλανδρένι, στα βορειοδυτικά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στη γαιοκατοχή του διαμερίσματος Άργους μετείχαν επίσης και μέλη των πλέον διακεκριμένων οικογενειών της κτήσης, συνήθως ξένοι, που είχαν τιμηθεί από το βενετικό κράτος με τον τίτλο του κόντε και την ανακήρυξη συγκεκριμένης γης ως κοντέας, ένα φαινόμενο παραφεουδαλικής, θα λέγαμε, φύσης της όψιμης βενε­τικής περιόδου, που ενέτεινε περαιτέρω την κοινωνική διαφοροποίη­ση του πελοποννησιακού πληθυσμού.[29] Ο κόντε Σπυρίδων Περούλης, αθηναϊκής καταγωγής, και μέλος της Ναυπλιακής Κοινότητας κατείχε στο Άργος οικόπεδα και μύλους, οι προαναφερθέντες κόντε Δήμος και αδελφοί Λιόση από το Ναύπλιο γαίες στο χαμάκου, ο κρητικής κατα­γωγής κόντε Δημήτριος Γιαλυνάς, που διέθετε κοντέα στην Κόρινθο, κατείχε γαίες στο Μπολάτι και στο Μαλανδρένι, και, τέλος, ο κόντε Zuanne Colonna αμπέλια στο Άργος.[30]

Σημειώνουμε, σχετικά με το φαινόμενο της κοντέας στην Πελοπόν­νησο και μια έμμεση σχέση της περιοχής της Αργολίδας με αυτό: η οικο­γένεια Περούλη, όπως και η οικογένεια Κάση στην Πάτρα, στήριξαν την αίτησή τους προς τη βενετική Σύγκλητο για την απόδοση σε αυτές του τίτλου του κόντε, στις στρατιωτικές υπηρεσίες που είχαν προσφέρει μέλη των οικογενειών τους υπέρ των Βενετών στην απόκρουση της βίαιης ει­σβολής των οθωμανικών στρατευμάτων του σερασκιέρη Ιμπραήμ Πασά, τον Ιούνιο του 1695, στην περιοχή του Άργους· συγκεκριμένα, επικαλού­νταν την υπεράσπιση του βενετικού κράτους με τη σύσταση ιδίων στρα­τιωτικών σωμάτων και την ενεργό συμμετοχή τους στις μάχες που διεξήχθησαν στο χωριό Δαλαμανάρα, με αποτέλεσμα την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από τη χώρα,[31] γεγονός που εορτάστηκε πανηγυρικά στη Βενετία, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, με δοξολογία στη βασιλική του Αγίου Μάρκου, κωδωνοκρουσίες στην πόλη και εκδόσεις ενημερωτικών εντύπων φυλλαδίων με την περιγραφή της σύγκρουσης και της βενετικής νίκης.

Με το βίαιο τέλος της βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο η πε­ριοχή του Άργους πέρασε στη νέα οθωμανική περίοδο χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά πρόσωπο από άποψη οικιστικής και πολεοδομικής οργάνω­σης, αλλά ούτε και κοινωνικής, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που απογυμνώθηκαν από το ηγετικό κοινωνικό τους στρώμα, το οποίο προτίμησε να ακολουθήσει τους Βενετούς. Η οι­κονομική και πληθυσμιακή όμως δυναμική του Άργους υπήρξε έντονη στους επόμενους αιώνες, με αποτέλεσμα να υποσκελίσει το γειτονικό Ναύπλιο και να ανατρέψει προς όφελός του το σχήμα που δημιουργήθηκε κατά τη βενετική περίοδο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την Αργολίδα την περίοδο αυτή βλ. Siriol Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese: The Province of Romania 1688-1715, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στο Centre for Byzantine Ottoman and Modern Greek Studies School of Antiquity του Πανεπιστημίου του Birmingham, 1996. Επίσης, Ευτυχία Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002· η ίδια, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003.

[2] Γενική παρουσίαση της ιστορίας του Άργους βλ. στο έργο Ι. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1948. Για την ιστορία του Άργους στην όψιμη βενετική και την οθωμανική περίοδο βλ. Λιάτα, Αργεία γη.

[3] Δηλωτική της «δύσκολης» σχέσης Άργους και Ναυπλίου και κατά το παρελθόν είναι η διεκδίκηση από τους Ναυπλιείς για την πόλη τους του λειψάνου του αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, ήδη από τον 10ο αιώνα. Η μετακίνηση του λειψάνου στο Ναύπλιο πραγματοποιήθηκε τελικά κατά την πρώτη βενετική περίοδο της Αργολίδας, στα 1421. Βλ. σχετικά Άννα Λαμπροπούλου, Η. Αναγνωστάκης, Βούλα Κόντη, Αγγελική Πανοπούλου, «Μνήμη και Λήθη της λατρείας των Αγίων της Πελοποννήσου (9ος-15ος αιώνας)», Οι Ήρωες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι νέοι Άγιοι, 8ος-16ος αιώνας, επιστημ. επιμ. Ελεωνόρα Κουντούρα-Γαλάκη, Αθήνα 2004, σ. 278.

[4] Για μια τυπολογία των βενετικών πόλεων της βενετικής Ανατολής βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών Κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (Ι3ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20082, σσ. 22-30. Για τις πόλεις της βενετικής επαρχίας Αχαΐας βλ. Α. Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο (1687-1715). Γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008, σσ. 38-42. Για τις πελοποννησιακές πόλεις από τον 13ο ώς τον 18ο αι. βλ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[5] Για τη σχέση Βενετίας και θάλασσας κλασικό είναι το έργο του F. Lane, Βενετία η Θαλασσοκράτειρα. Ναυτιλία-Εμπόριο-Οικονομία, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστημ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007. Μια ευσύνοπτη περιήγηση στις οχυρωμένες βενετικές πόλεις του Λεβάντε και της Δαλματίας με βιβλιογραφία για τις βενετικές οχυρώσεις στο A. Malliaris, «La metamorfosi dell’ambiente urbano nelle citta venete del Levante greco: ambiente, paesaggio architettonico, abitanti e potere veneziano, XIII-XVIII secoli», I Greci durante la venetocrazia: Uomini, spazio, idee (XIII-XVIII sec.), Atti del Convegno Internazionale di Studi, Venezia, 3-7 dicembre 2007, επιμ. Chryssa Maltezou – Angeliki Tzavara – Despina Vlassi, Βενετία 2009, σσ. 585-595.

[6] Για την οργάνωση ενός οικισμού σε citta-fortezza βλ. Malliaris, «La metamorfosi», σε πολλά σημεία.

[7] E. Pinzelli, «Les forteresses de Moree. Projets de restaurations et de demantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715)», Θησαυρίσματα 30 (2000), 400, 407- 408.

[8] Για τη Βοστίτσα και τη Γαστούνη βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 40.

[9] Lane, Βενετία η θαλασσοκράτειρα, σε πολλά σημεία.

[10] Για την Πελοπόννησο στην όψιμη βενετική περίοδο και ειδικά για θέματα οργάνωσης της νέας κτήσης και κυρίως γαιοκατοχής βλ Κ. Ντόκος – Γ. Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, καθώς και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου συγκεντρωμένη όλη η προγενέστερη βιβλιογραφία.

[11] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 40-42.

[12] Για το μεγάλο θέμα των πληθυσμιακών εγκαταστάσεων στη βενετική Πελο­πόννησο βλ. Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου διεξοδική παρουσίαση πολλών πλευρών του φαινομένου. Για την Αργολίδα ειδικά, βλ. Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese, καθώς επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του και η ίδια, Αργεία Γη.

[13] Βλ. υποσημείωση 15.

[14] Λιάτα, Αργεία Γη, σ. 21.

[15] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Archivio Grimani dai Servi, busta 30, φ. (123). Όλες οι αναφορές σε εποίκους και κατοίκους του Άργους και τη γαιοκατοχή τους προέρχονται από βενετικές καταγραφές αποκείμενες στα Αρχεία της Βενετίας. Ερευνήθηκαν ποικίλες αρχειακές σειρές. Σχετικές πληροφορίες προέκυψαν, με σειρά μεγαλύτερης συχνότητας, κυρίως στους εξής φακέλους: A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51 σε πλείστα φύλλα, όπου καταγράφονται εκατοντάδες ονομάτων κατοίκων της πόλης του Άργους και του διαμερίσματος του και σημειώνονται αναλυτικά οι γαίες, οι οικίες και τα λοιπά ακίνητα που κατείχαν· b. 30, όπου καταγραφή των οικιών, δημοσίων και ιδιωτικών, στην πόλη του Άργους (Catastico de tute le case publiche e private che si trovano in esere nel borgo dArgos fato I’ano 1698) b. 41 και b. 19.

[16] Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί, σ. 245.

[17] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 30, φ. (115)-(124). Καταγραφή των ναών της πόλης, στα νεότερα όμως χρόνια, βλ. στο Ζεγκίνης, Το Αργος, σσ. 178-180.

[18] Λιάτα, Αργεία Γη, σσ. 50-51.

[19] Για τις αστικές κοινότητες της βενετικής Πελοποννήσου βλ. Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 465-500. Για τις κοινότητες Πατρών και Γαστούνης βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 238-275.

[20] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 41, φ. (441r).

[21] Κάτοψη του φρουρίου του Άργους σώζεται στον Κώδικα Grimani στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας με τον τίτλο Pianta del Castel dArgos (Codex Grimani, XXVIII). Το σχέδιο φέρει την υπογραφή του Francesco Vandeyk, γνωστού από την εργασία του στη σύνταξη των κτηματολογικών χαρτών της Πελοποννήσου.

[22] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (138v).

[23] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (137v).

[24] Βλ. Ντόκος-Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας.

[25] Γι’ αυτήν την πρακτική καταγγελίας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 117.

[26] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (34) και εξής.

[27] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (37).

[28] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (51).

[29] Για το φαινόμενο της κοντέας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 160-176.

[30] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, πλείστες καταγραφές για τους ανωτέρω σε πολλά φύλλα του φακέλου.

[31] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 191-193.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η μάχη στο Άργος (24 Απριλίου 1821) με τον Κεχαγιάμπεη, η εμπλοκή στη Μονή Κατακεκρυμμένης και ο Παπαρσένης Κρέστας – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Ιστορική συνοπτική αφήγηση της μάχης και των συναφών γεγονότων

 

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφάς ερχόμενος από την Ήπειρο στάλθηκε στο Άργος και στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πο­λιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25η Απριλίου 1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη του Άργους, άλλοι στη θέση των Μύλων του Κεφαλαρίου και ο με­γαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους της περιοχής και έτσι σώθηκαν [1]. Ο ακαταπόνητος Παπαρσένης ή Παπα-Αρσένιος [2] Κρέστας με Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες, Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά [3]. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα [4].

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στην μάχη αυτή παρά τον χείμαρρο Ξεριά, σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών με αρχηγό τον γιό της Μπουμπουλίνας Γιάννο Γιάννουζα, αντιστάθηκε στις δύο και πλέον χιλιάδες Οθωμανούς με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, απεσταλμένο τότε του Χουρσίτ πασά της Τρίπολης, με εντολή την εκκαθάριση της Αργολίδας και των γύρω περιοχών από τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μάχη ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Εκεί, έπεσε ως αληθινός ήρωας ο γιός της Μπουμπουλίνας, που όρμησε πεζός πάνω στον έφιππο Βελή-μπέη, τον έριξε κάτω από το άλογό του και τον τραυμάτισε με το σπαθί του θανάσιμα. Εχθρική όμως, σφαίρα εκείνη τη στιγμή, τον κτύπησε και έπεσε νεκρός [5].

Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης [6] πλησίον του Άργους, μαζί με τον Παπαρσένη τον πολέμαρχο της πολιορκίας Ναυπλίου και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Παπα-Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών τη νύκτα, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού. Οι άοπλοι, όμως, επειδή δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, υπετάγησαν στον Κεχαγιά, που τους χάρισε αμνηστεία [7]. Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και, αφού ενίσχυσε τη φρουρά με 300 άνδρες και εφόδιασε αυτή με τροφές, έλυσε την πολιορ­κία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά και ανέβηκε στην Τρίπολη [8].

 

Επιβεβαίωση των συμβάντων στο Άργος και τη Μονή Κατακε­κρυμμένης από τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες

 

Το Ναύπλιο με τα κάστρα του, ήταν μια σπουδαία και σημαντική πόλη στην Αργολίδα για του Τούρκους και η πολιορκία από τους Έλληνες ήταν αφόρητη χωρίς να αποκλείεται να καταληφθεί κάποια στιγμή από τις Ελληνικές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά στην Τρίπολη οι εξελίξεις δεν και τόσο καλές για τους Τούρκους. Μπροστά σ’ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση έσπευσε να βοηθήσει ο Κεχαγιάμπεης και να διαλύσει τις απρόβλεπτες δυσκολίες του κεντρικής έδρας του Πασά της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, εκεί όπου είχαν συγκεντρωθεί και αποκλειστεί οι σπουδαιότεροι παράγοντες των Τούρκων. Έτσι λοιπόν, έφθασε και στρατοπέδευσε στις 24 Απριλίου 1821 στο Κουτσοπόδι Άργους ο Κεχαγιάμπεης, με σκοπό να προχωρήσει προς τα ορεινά της Τριπόλεως. Εκεί πληροφορήθηκε ότι στα πρόθυρα του Άργους είχαν στήσει ενέδρα, οχυρωμένοι πίσω από το προφυλακτήριο τείχος του χειμάρρου Ξηριά ή Ξεριά, Ελληνικές δυνάμεις με ένοπλους Αργείους και Κρανιδιώτες υπό τη διοίκηση του Παπαρσένη Κρέστα και του γιου τής Μπουμπουλίνας, για να εμποδίσουν την πορεία του προς την Τρίπολη. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα και δημιούργησαν μια νέα κατάσταση.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι ο Κεχαγιάμπεης απέστειλε διαταγές στους παρευρισκόμενους κατοίκους του Άργους και τους ζητούσε υποταγή και ευπείθεια αποθέτοντας τα όπλα, υποσχόμενος όχι μόνο αμνηστία αλλά και επωφελή πράγματα γι’ αυτούς. Οι Έλληνες παρότι βρίσκονταν σε δυσχερή θέση, δεν δείλιασαν και κατέλαβαν κάποιες αμυντικές θέσεις για να αντιμετωπίσουν το Οθωμανι­κό στράτευμα. Ο Παπαρσένης με τα 80 παλικάρια του ταμπουρώθηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης πάνω από το Άργος. Μετά την επίθεση του Κεχαγιάμπεη, τα τέσερα στρατιωτικά τμήματα διεσκορπίστηκαν και υπέστησαν μεγάλα πλήγματα, ενώ ο Παπα-Αρσένιος ο Κρανιδιώτης μαζί με τα 80 άτομα την 29η Απριλίου ξέφυγαν, και κατά τον Α. Φραντζή «την αυτήν νύκτα ξιφήρεις εδραπέτευσαν έμπροσθεν από 4.000 περίπου Οθωμανούς» από το Μοναστήρι [9].

Σε άλλο σημείο προγενεστέρως ο Φραντζής σημειώνει για την προετοιμασία της άμυνας του Παπαρσένη στον Ξηριά: «Στρατολογήσαντες δε…(συναθροίστηκαν) 600 περίπου Κρανιδιώται, Καστρίται (Ερμιόνιοι) και τινες εξ όλων των κωμών του Κάτω Ναχαγέ, επί κεφαλής…έχοντες τον ατρόμητον Παπα-Αρσένιον Κρανιδιώτην…» [10].

Ο Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει ότι οι Αργείοι με Κρανιδιώτες υπό τον Πα­παρσένη Κρέστα και Σπετσιώτες στις 25 Απριλίου τοποθετήθηκαν πίσω από το χαμηλό τείχο του χειμάρρου Ξηριά για να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Οθω­μανών του Κεχαγιάμπεη. Μόλις πλησίασε ο Κεχαγιάς διαίρεσε τον στρατό σε τρία τμήματα, δύο με τους ιππείς και ένα με πεζούς. «Κατά της ορμής των πε­ζών ανθείξαν οι Έλληνες, διαπρέψαντος του Κρέστα». Οι άλλοι οπισθοχώρησαν και διαλύθηκαν. Ένα μέρος των οπλοφόρων μετά του Κρέστα εκλείσθησαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. «Νυκτός δε γενομένης, ο μεν Κρέστας μετά των περί αυτόν εξήλθε επιτηδείως, φυγών εις την Λερναίαν λίμνην» [11].

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης τονίζει ότι μετά την εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, «Ο Παπαρσένιος φεύγων ωσαύτως ανέβη εις το Μοναστήριον. Οι δε Τούρκοι τους επολιόρκησαν». Μετά την επίθεση των Οθωμανών και τον όλεθρο «ο Παπαρσένιος έφυγε την νύκτα με οκτώ παλικάρια από το Μοναστήριον, και εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχον Τούρκοι» [12].

Ο Σπυρίδων Τρικούπης πρωθυπουργός και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης, γράφει ότι οι Έλληνες βιάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον Κεχα­γιάμπεη στον Ξηριά του Άργους, υπέστησαν μεγάλα πλήγματα από τους ιππείς του, που κύκλωσαν κάποιες στρατιωτικές ομάδες των Ελλήνων. Τότε σκότωσαν αρκετούς Έλληνες και μαζί μ’ αυτούς τον γιο της Μπουμπουλίνας. Κάποιοι από τους Έλληνες είχαν καταφύγει στη Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, όπου αντιστάθηκαν τρεις ημέρες. Ένας από τους έγκλειστους ήταν και «ο Κρανιδιώτης Παπα-Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη, προλαβούση, μάχη, κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο Κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθεί μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας». Ο Παπαρσένης, όταν είδε ότι ήταν αδύνατο να αντέξουν οι έγκλειστοι τη δίψα «…την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους (Λέρνης)». [13]

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Ο Διονύσιος Κόκκινος, Ο Ακαδημαϊκός, ιστορικός και συγγραφέας αναφέρει ότι, μόλις πληροφορήθηκαν οι πολιορκούντες το Ναύπλιο Έλληνες την προσέγγιση του Κεχαγιάμπεη στο Άργος εγκατέλειψαν την πολιορκία και έτρεξαν να βοηθήσουν. Τότε, ο Τσώκρης με 600 Αργείους κατέλαβε τις υπεράνω του Άργους θέσεις της Μονής Κατακεκρυμμένης, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος με τους Κρανιδιώτες και ο Γιάννος Γιάννουζας με τους Σπετσιώτες κατέλαβαν μία αντιπλημμυρική μάνδρα του χειμάρρου Ξηριά, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Ο Τούρκος στρατηγός ανέπτυξε το στράτευμα με το πεζικό στο κέντρο και το ιππικό στα δύο άκρα, και επιτέθηκε. Η μάχη έγινε στήθος με στήθος και μέσα σ’ αυτήν την αναστάτωση σκοτώθηκε ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννουζας. Πολλά γυναικόπαιδα και η ομάδα του Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη κλείστηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. Μερικοί Κρανιδιώτες και Ερμιονίτες ένοπλοι κράτησαν την άμυνα της Μονής τρεις ημέρες. Ο Κεχαγιάμπεης πρότεινε δελεαστικούς όρους για την παράδοση της Μονής, αλλά απαίτησε την παράδοση του Παπαρσένη, γιατί τού είχε προκαλέσει μεγάλη φθορά στη μάχη του Ξηριά. Ο γενναίος Αρχιμανδρίτης την ίδια νύκτα, με ολίγους άνδρες μαζί του διέφυγε με το σπαθί στο χέρι δια μέσου των γραμμών των πολιορκούντων και πήγε στους Μύλους. [14]

Ο Μιχαήλ Οικονόμου από τη Δημητσάνα (ειδικός Γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη) στα «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας σημειώνει ότι ο Κεχαγιάμπεης έφθασε στο Άργος την 27η Απριλίου και στην πόλη εκείνη συνάντησε κάποια αντίσταση στο χείμαρρο Ξηριά ή Πανίτσα, «παρά την κοίτην του οποίου εις την υπώρεια υπήρχε τοίχος (τείχος) προς εμπόδιον της εν πολυομβρίαις πλημμύρας αυ­τού…». Όπισθεν του τείχους στάθηκαν να πολεμήσουν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες (Αργείοι, Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες και άλλοι), αλλά οι εχθρικές δυνάμεις τούς διέλυσαν, φόνευσαν πολλούς και σκότωσαν τον γιο της Μπουμπουλίνας. Ο Κεχαγιάμπεης, τη μόνη δυσκολία, που αντιμετώπισε ήταν στους οχυρωμένους αγωνιστές στη Μονή Κατακεκρυμμένης, που αντιστάθηκαν για δύο ημέρες, «εν οίς ο εκ Κρανιδίου γενναίος Παπα-Αρσένιος, όστις νυκτός εξελθών εσώθη εις Μύλους.. .». [15]

Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», γράφει για τη μάχη στο Άργος και τη δυναμική αντίσταση τού Παπαρσένη και των άλλων καπεταναίων στον χείμαρρο Ξηριά, τη διάλυση των Ελληνικών δυνάμεων και τον εγκλεισμό του Παπαρσένη στη Μονή Κατακεκρυμμένη. Σε κάποιο σημείο λέγει: «Ο Μουσταφά Κεχαγιάς μαθών, ότι ο ήρως Παπα – Αρσένης ήτο ο καπετάνιος του Κρανιδίου και ο πολιορκητής του Ναυπλίου, εν­δυνάμωσε την πολιορκίαν του μοναστηριού, και προήγγειλε να έβγη, έξω και να παραδοθή. Βλέπων ο Παπάς (Αρσένιος) ότι το μοναστήριον ήτον δυσβάστακτον… εβγαίνει έξω του μοναστηριού κρατών γυμνή την σπάθην εις τας χείρας του, διασχίζει την πολιορκίαν…» και σώθηκε. [16]

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, οπλαρχηγός και Γερουσιαστής από την επαρχία Τριφυλίας στο έργο του «Ιστορικαί Αλήθειαι» περιγράφει ακροθιγώς «…την πεισματώδην (τρίωρη) μάχην του Κεχαγιά Μπέη προ 1.500 Αργείους και Ερμιονείς (Κρανιδιώτες) υπό τους οπλαρχηγούς Δημήτριον Τσώκρην και Παπαρσένιον…». [17]

 

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

 

Μελετώντας τις ιστορικές αναφορές των απομνημονευματογράφων και ιστοριογράφων της Ελληνικής Επανάστασης για το συγκεκριμένο γεγονός στο Άργος με τον Καχαγιάμπεη στις 25 Απριλίου 1821 αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η δυναμική, γενναία και ηγετική προσωπικότητα του Κρανιδιώτη Παπα-Αρσένη Κρέστα, ενός καλού ιερωμένου, με αγάπη Χριστοκεντρική αλλά και πατριωτική, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

Εάν σταχυολογήσουμε τους επίλεκτους χαρακτηρισμούς και τις εκφράσεις, που σκιαγραφούν και αποτυπώνουν την προσωπικότητα του Παπαρσένη στη προαναφερόμενη μάχη, θα συγκεντρώσουμε για τον ίδιο τις παρακάτω λέ­ξεις: «ατρόμητον», «διαπρέψαντος του Κρέστα», (διαπρέπω= διακρίνομαι, έχω μεγάλη επιτυχία), «εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχαν Τούρκοι» (κατόρθωσαν να γλυτώσουν από ενέδρα – σώθηκαν), «ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης», «τόσον διέπρεψεν» (είχε μεγάλη επιτυχία), «εξήλθεν της Μονής ξιφήρης» (αυτός που φέρει ξίφος και είναι έτοιμος για επίθεση), «ο γενναίος Παπαρσένης», «διέφυγε με το σπαθί στο χέρι διά μέσου των γραμμών», «Καπετά­νιος του Κρανιδίου και πολιορκητής του Ναυπλίου».

Όλο αυτό το χαρακτηριστικό ιστορικό υλικό μάς παραπέμπει στον Έλληνα πατριώτη και αγωνιστή, που εμπνέεται από τη γνήσια και ζέουσα φιλοπατρία και την απέραντη αγάπη για την Ελευθερία, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι «ουδέν γλύκιον πατρίδος» (τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από την πατρίδα).

Ο Παπαρσένης όντας «πεπαιδευμένος και λόγιος» αλλά και «ένας ενάρετος κληρικός», κατά τον Κολοκοτρώνη, πίστευε με θέρμη και απέδειξε εμπράκτως ότι «μπροστά για την πατρίδα υποχωρεί κάθε άλλο καθήκον». Γαλουχημένος με αυτές τις αξίες ο Παπαρσένης αγωνίστηκε στη μάχη του Ξηριά στο Άργος, όντας ρεαλιστής κληρικός, που διέβλεπε πως η Ελληνική Παλιγγενεσία θα έλθει από τα ηρωικά τολμήματα και χωρίς να φοβάται το μαρτύριο και την τελική πτώση στα πεδία των μαχών. Για τούτο στις ώρες του μεγάλου Αγώνα ζώστηκε τα άρματα και έγινε μπροστάρης στην ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού. Μάλιστα, στην άνιση μάχη των ταπεινωμένων Ελλήνων με τους Οθωμανούς στον χείμαρρο του Ξηριά και στη Μονή Κατακεκρυμμένης – Πορτοκαλούσας), ο ατρόμητος και γενναίος Ιερομόναχος Παπαρσένης έκανε ένα μεγάλο και τολμηρό άλμα, γιατί η αδούλωτη ελληνική ψυχή του τον έκανε λεοντόκαρδο και σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ένοπλης σύγκρουσης διασώθηκε και διακρίθηκε στα επόμενα βήματά του ως ένας σπουδαίος ήρωας κληρικός.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 108-109.

[2] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειας σ. 110.

[3] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, A. Ε., τ. ΙΒ., σ. 107.

[5] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 159. Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214.

[6] Η Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα ήταν μοναστήρι μέχρι το 1856 στην ανατολική πλευρά της Ακρόπολης Λαρίσης του Άργους. Μία από τις περίπυστες εικόνες βρέθηκε στους υπόγειους διαδρόμους της Μονής σε κρύπτη εντός του βράχου λαξευμένη και έλαβε την ονομασία Κατακεκρυμμένη. Το 1906 καταστράφηκε από πυρκαγιά και επανοικοδομήθηκε με την ονομασία «Πορτοκαλούσα» από το παλαιό έθιμο, κατά το οποίο έριχναν πορτοκάλια στους προσκυνητές κατά την ημέρα του εορτασμού. [ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. Ε’, ΠΥΡΣΟΣ A. Ε. Σ. σ. 380, 391].

[7] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…,τ. Α’, σ. 125-126.

[8] Λαμπρυνίδου Μιχαήλ, Η Ναυπλία, ό.π. σ. 201.

[9] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 109-113.

[10] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 101-102.

[11] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[12] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…, τ. Α’,σ. 125-126.

[13] Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214- 215.

[14] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 157-161.

[15] Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, σ. 132-134.

[16] Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησιακών Ανδρών, σ. 63-66.

[17] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 110.

 

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Read Full Post »

Η θρυλική «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου, με την Ελένη Κοκκίδου στο Αρχαίο Θέατρο Άργους στις 28 Ιουλίου, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους Μυκηνών 2019


 

Η ιστορία της Πολίτισσας Λωξάνδρας από το γάμο της ως τα γεράματά της. Η Λωξάντρα παντρεύεται σε μεγάλη ηλικία ένα χήρο με τέσσερα παιδιά, τον Δημητρό. Μεγαλώνει παιδιά, τα παντρεύει, ξενιτεύεται, γερνάει και μέσα απ’ την ιστορία της ξεδιπλώνεται και η ιστορία ολόκληρου του κόσμου της Πόλης, μέσα από τα γεγονότα που τον σημάδεψαν πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στη «Λωξάντρα» ένας πολυπληθής θίασος ηθοποιών και μουσικών, με επικεφαλής την Ελένη Κοκκίδου (Λωξάντρα), τον Γιώργο Αρμένη (Δημητρός), τον Μιχάλη Μητρούση, την Ευαγγελία Μουμούρη, τη Χρύσα Παπά και τη Σοφία Παπάζογλου (τραγουδίστρια Ευθαλία) ζωντανεύουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τα τραγούδια, τις γεύσεις και τις μυρωδιές μιας ξεχασμένης Ελλάδας.

 

Ελένη Κοκκίδου

 

Γιώργος Αρμένης

 

Ευαγγελία Μουμούρη

 

Η «Λωξάντρα», βασισμένη στο συναρπαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου, σε θεατρική απόδοση του Άκη Δήμου και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη είναι μια γοητευτική παράσταση-ταξίδι στο χρόνο, μέσα από τα μάτια και τις συνταγές μιας χαρισματικής γυναίκας.

Το έργο διαδραματίζεται στα τέλη 19ου αιώνα – αρχές 20ου. Μια μεσοαστική ελληνική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης ζει τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές της καθημερινότητάς, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Στον πυρήνα της, η κοκόνα Λωξάντρα. Μια λαϊκή γυναίκα που έχει αγάπη για τη ζωή και τους γύρω της. Πανέξυπνη, στοργική, αλλά και χαρισματική μαγείρισσα. Σημειώστε ένα από τα μυστικά της: «Τη σαρδέλα καλά να τη λαδώσεις πρέπει και μετά πάνω σε κληματόφυλλα να την ψήσεις-όλα εγώ θα σε τα λέω;». Στην παράσταση θ’ αποκαλύψει περισσότερα!

 

Σοφία Παπάζογλου (τραγουδίστρια Ευθαλία)

 

Η Λωξάντρα δεν είναι γέννημα συγγραφικής φαντασίας, αλλά πρόσωπο υπαρκτό. Συγκεκριμένα, η γιαγιά της Μαρίας Ιορδανίδου. Η τελευταία το 1962 και σε ηλικία 65 χρονών μετέφερε στο ομώνυμο μυθιστόρημα την ιστορία αυτής της δυναμικής γυναίκας, περιγράφοντας παράλληλα με χιούμορ και ζηλευτή ζωντάνια τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης.

 

Ελένη Κοκκίδου – Μιχάλης Μητρούσης – Ευαγγελία Μουμούρη – Γιώργος Αρμένης

 

Ο θίασος.

 

Θεατρική μεταφορά: Άκης Δήμου
Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Χορογράφος: Δήμητρα Γρατσιούνη
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Κυριακού
Φωτογράφος: Μαριλένα Αναστασιάδου
Οργάνωση Παραγωγής: Ντόρα Βαλσαμάκη

Πρωταγωνιστούν:

Ελένη Κοκκίδου, Γιώργος Αρμένης, Μιχάλης Μητρούσης, Ευαγγελία Μουμούρη, Χρύσα Παπά.

Συμμετέχουν αλφαβητικά οι: Κατερίνα Αντωνιάδου, Χρήστος Ζαχαριάδης, Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, Κωνσταντίνος Κυριακού, Γιάννης Κουκουράκης, Αλεξία Μουστάκα, Κοραλία Τσόγκα, Σόλων Τσούνης, Αλμπέρτο Φάις, Μαρία Χάνου, Χριστίνα Ψάλτη

Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης – Σοφία Παπάζογλου (τραγουδίστρια Ευθαλία)

Η παράσταση ξεκινά στις 21:30.

 

Read Full Post »

Older Posts »