Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (πρώην τζαμί) στο Άργος: συμβολή στη μελέτη του μνημείου – Άννα Φίλιππα-Touchais


 

 

«Ούτω στρέφεται της τύχης ο τροχός, ο δε κόσμος δεν είναι

ειμή καταστροφή και ανασύστασης της αυτής ύλης»

G. Pecchio, Η Ελλάς κατά το έαρ του 1825 (Ζεγκίνης 1968,292)

  

Το κείμενο της παρούσας μελέτης, με ορισμένες συμπληρώσεις, αποτελεί την ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση του μνημείου, την οποία πραγματοποίησα, το 2001, ως ειδικός συνεργάτης του γραφείου αρχιτεκτονικών μελετών BETAPLAN Α.Ε., Βεντουράκης-Ταβανιώτης, στο πλαίσιο προμελέτης για την αποκατάσταση του μνημείου, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει ο Δήμος Αργους. Στη διάρκεια του συμποσίου Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008), περίληψη της μελέτης παρουσιάστηκε ως επιτοίχια ανακοίνωση.

 Για την πολύτιμη βοήθειά τους στην ολοκλήρωση της σύντομης αυτής μελέτης, ευχαριστώ θερμά τον αρχιτέκτονα Γ. Αραχωβίτη, στον οποίο οφείλονται τα σχέδια, τον επιμελητή της 5ηςΕΒΑ Γ. Τσεκέ, το βυζαντινολόγο Γ. Βαραλή (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΙΑΚΑ), την αρχιτέκτονα Β. Φίλιππα και ιδιαιτέρως την Λ. Σαμπανοπούλου επιμελήτρια της 5ης ΕΒΑ.

 Ευχαριστώ επίσης θερμά το Δήμο Αργους που μου παραχώρησε αντίγραφα των σχεδίων και μου επέτρεψε να τα δημοσιεύσω, καθώς και τον αγαπητό φίλο Μ. Sève που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση φωτογραφιών και σκαριφημάτων από την πολύτιμη έρευνά του για τους περιηγητές του Άργους.

 

Ο σημερινός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στεγάζεται στο μοναδικό σωζόμενο μωαμεθανικό τέμενος της πόλης (εικ. 1). Αν και υπήρξε ένα από τα δύο σημαντικότερα τζαμιά του Άργους, τόσο η τουρκική ονομασία του όσο και ο χρόνος ανέγερσής του παραμένουν άγνωστα. Η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό έγινε λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, χωρίς να προκληθούν ιδιαίτερα σοβαρές αλλοιώσεις στην αρχική του μορφή.

Στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Άργος φαίνεται ότι υπήρχαν πολλοί μικροί, συνοικιακοί χώροι προσευχής (μεστζίτια [1]), δύο όμως ήταν τα κεντρικά τζαμιά, με μιναρέ. Το μεγαλύτερο, το τζαμί της αγοράς, βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και περιλάμβανε μεγάλο ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ). Είναι άγνωστο πότε ακριβώς κτίστηκε, βέβαιο είναι όμως ότι καταστράφηκε στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης. Το δεύτερο, ο μετέπειτα ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω, είχε την τύχη να διασωθεί, πιθανότατα χάρη στην απόκεντρη θέση του και κυρίως στην ευτυχή μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.

 

(εικ. 1) – (εικ. 2)

 

Τοπογραφία μνημείου

 

Το δισήμαντο μνημείο του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται στις νοτιοανατολικές παρυφές του Άργους [2] (εικ. 2). Αν και σε μικρή σχετικά απόσταση από το κέντρο της πόλης (600μ. περίπου νοτίως του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου), ο χώρος του σηματοδοτεί τα Ν/ΝΑ όρια του πολεοδομικού πυρήνα της σύγχρονης πόλης. Έως πρόσφατα το περιβάλλον του μνημείου ήταν περισσότερο αγροτικό, σήμερα όμως που η πόλη αναπτύσσεται κυρίως προς τα νότια το τοπίο γύρω του μετατρέπεται με γρήγορους ρυθμούς σε καθαρά αστικό.

Σύμφωνα με διάφορες γραπτές μαρτυρίες, στην τουρκοκρατία γύρω από το τζαμί υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο, ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσές), ενώ ο χώρος «ήτο κεκοσμημένος διά κυπαρίσσων» [3]. Σήμερα γύρω από το ναό υπάρχει περιβόλι έκτασης ενός στρέμματος περίπου, με οπωροφόρα δέντρα καθώς και ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μοναδικό μάλλον που επέζησε από εκείνα που το κοσμούσαν στην προγενέστερη φάση της ζωής του (εικ. 3). Στα δεξιά της εισόδου του κήπου, κατά μήκος του προαυλίου που οδηγεί στο ναό, είναι κτισμένη ισόγεια, μακρόστενη, παλιά οικία όπου διέμενε έως πρόσφατα η νεωκόρος [4].

 

Αρχιτεκτονική ανάλυση μνημείου

 

Το μνημείο ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τεμένους με θόλο και στοά στην πρόσοψη (εικ. 4-5). Η αίθουσα προσευχής είναι τετράγωνη με πλευρά μήκους 14.40μ. περίπου και ύψος 6.12μ. Ο ημισφαιρικός θόλος, εσωτερικής διαμέτρου 11.20μ. και ύψους 3.50μ., στηρίζεται σε οκταγωνικό τύμπανο πλευράς μήκους 8.50μ. περίπου και ύψους 2.40μ. (συνολικό ύψος μνημείου 12.02μ.). Ο θόλος είναι πλινθόκτιστος και στεγασμένος με κεραμίδια. Εσωτερικά, η μετάβαση από το τετράγωνο σχήμα του κτιρίου στην κυκλική περιφέρεια του θόλου γίνεται με γωνιακά ημιχώνια.

Η εξώθυρα του μνημείου βρίσκεται στο μέσον της ΒΔ πλευράς (εικ. 6). Το θυραίο άνοιγμα, πλάτους 1.40μ. και συνολικού ύψους 2.60μ., περιβάλλεται από αψιδωτό μαρμάρινο ή λίθινο θύρωμα (καλυμμένο σήμερα από παχύ στρώμα ασβέστη) που εγγράφεται σε τόξο. Στην αρχική του μορφή το κτίριο διέθετε οκτώ ακόμη συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα, δύο σε κάθε πλευρά, τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις από νεότερες επεμβάσεις (βλ. παρακάτω, Μετασκευές). Πρόκειται για τοξωτές παρακυπτικές θυρίδες, το κάτω μέρος των οποίων ελάχιστα απείχε από το δάπεδο. Τόσο το περίγραμμα των θυρίδων όσο και η επίστεψή τους, με ελαφρώς οξυκόρυφα πλίνθινα τόξα, διακρίνονται αρκετά καθαρά στις εξωτερικές όψεις των τοίχων (πλάτος γύρω στο 1.40μ. και ύψος γύρω στα 2.45μ.). Η πόρτα στο νότιο άκρο της ΝΔ πλευράς του κτιρίου (δεξιά του ιερού) πιθανώς υπήρχε εξαρχής στη μορφή που σώζεται και σήμερα (εικ. 7), ως δευτερεύσα θύρα που οδηγούσε στο μιναρέ, μολονότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον σπάνιο στα μονόχωρα τεμένη αυτού του τύπου [5].

 

(εικ. 3) – (εικ. 4) – (εικ. 5)

 

Μικρότερα τοξωτά παράθυρα (0.60 X 1.19μ.) σώζονται στο μέσον του ανώτερου τμήματος του οπίσθιου και των δύο πλάγιων τοίχων του κτιρίου (εικ. 1, 3. 7). Τα παράθυρα αυτά, με λίθινο τόξο, θα πρέπει να είχαν τις ίδιες διαστάσεις και στη μουσουλμανική φάση του μνημείου [6]. Όμοια μικρά ανοίγματα σώζονται επίσης στις τέσσερις διαγώνιες πλευρές του τυμπάνου.

Στο εσωτερικό του τεμένους, η κόγχη του μιχράμπ σώζεται στο μέσον του ΝΑ τοίχου, απέναντι από την κύρια είσοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τοίχος του μιχράμπ (qibla) είναι προσανατολισμένος στα ΝΑ [7], είναι δηλαδή στραμμένος στη Μέκκα. Χωρίς ανάγλυφο διάκοσμο, το μιχράμπ περιβάλλεται απλώς από ελαφρά έξεργο ορθογώνιο. Το δάπεδο της αίθουσας είναι στρωμμένο με πήλινες πλάκες (0.40 X 0.40μ.).

Προστώο. Η στοά στην πρόσοψη του μνημείου (ΒΔ πλευρά) είναι ανοιχτή στα πλάγια (εικ. 8) και στεγάζεται με τρεις θολίσκους, περίπου ισοϋψείς, που καλύπτονται με κονίαμα (εικ. 9). Ανάμεσα στους τέσσερις ελεύθερους, βαρείς πεσσούς που την στηρίζουν σχηματίζονται τοξωτά ανοίγματα, από τα οποία το μεσαίο είναι ελαφρώς στενότερο (πλάτος 3.20μ. έναντι 3.50 και 3.60μ. των δύο πλάγιων), με αποτέλεσμα και ο μεσαίος θολίσκος να έχει αντίστοιχα μικρότερο πλάτος (Κ=2.31μ. έναντι 2.40μ. των πλάγιων).

Στο δάπεδο της στοάς σχηματίζεται, μπροστά στην κύρια είσοδο, ένας εγκάρσιος διάδρομος σε χαμηλότερο επίπεδο, τονίζοντας έτσι τον άξονα του μνημείου (ΒΔ/ΝΑ). Στο σημείο επαφής με το κυρίως κτίριο, η στοά παρουσιάζει έντονες ρωγμές (εικ. 8) γεγονός που δηλώνει ότι πρόκειται για μια κατασκευή στατικά ανεξάρτητη η οποία αποτελεί πιθανότατα μεταγενέστερη προσθήκη. Τη στατική αυτή ευπάθεια προσπαθούν να επανορθώσουν οι δύο ισχυροί αντερεισματικοί τοίχοι που έχουν προστεθεί εξωτερικά των μεσαίων πεσσών της στοάς.

 

(εικ. 6) – (εικ. 7) – (εικ. 8)

 

Μιναρές. Από το μιναρέ, στη Δ πλευρά της πρόσοψης του μνημείου, σώζεται μόνο η τετράγωνη βάση (πλευράς 2.85μ.) σε ύψος 3.50-4.00μ. Στον κυκλικό εσωτερικό χώρο διατηρούνται 10 περίπου βαθμίδες της κοχλιωτής κλίμακας ανόδου (εικ. 10). Σύμφωνα με τον πρώιμο τύπο του μνημείου (βλ. παρακάτω) αλλά και το περιορισμένο μέγεθος του, ο μιναρές θα πρέπει να είχε ένα μόνον εξώστη και να κορυφωνόταν με κωνικό βέλος [8].

Τοιχοποιία. Οι περιμετρικοί, φέροντες τοίχοι του κτιρίου, πάχους 1.50μ περίπου, είναι κτισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα. Στα κατώτερα όμως τμήματα, στις γωνίες και γύρω από τα ανοίγματα, έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι για μεγαλύτερη αντοχή (εικ. 7). Οι λίθοι αυτοί προέρχονται στην πλειονότητά τους από αρχαίο και χριστιανικό οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Σε αρκετούς από τους αρχαίους λιθόπλινθους που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του μιναρέ – η λιθοδομία του οποίου είναι ιδιαίτερα επιμελημένη -, διατηρούνται τόρμοι με μολύβδινους συνδέσμους και αυλάκια μολυβδοχοΐας. Επίσης, σε διάφορα σημεία της τοιχοδομίας έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινα θραύσματα με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεταξύ των αργών λίθων παρεμβάλλονται πλίνθοι σε τυχαίες συνήθως θέσεις, ενώ σπανιότερα περιβάλλουν λαξευμένους λίθους (πλινθοπερίκλειστο σύστημα). Μόνον ο θόλος και οι θολίσκοι είναι εξολοκλήρου πλινθόκτιστοι. Από πλίνθους σχηματίζονται επίσης τα τόξα των παρακυπτικών θυρίδων. Σήμερα το μνημείο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και εσωτερικά με λευκό ασβεστοκονίαμα [9] σε κακή κατάσταση διατήρησης.

Διάκοσμος. Ο γραπτός διάκοσμος στο εσωτερικό του μνημείου έχει σήμερα εντελώς εξαφανιστεί [10]. Σπαράγματα μόνο σώζονται στο εσωτερικό των θολίσκων της στοάς, όπου διακρίνονται καφεκόκκινα γεωμετρικά μοτίβα (εικ. 11). Ανάγλυφος διάκοσμος δεν υπάρχει, εκτός από τους δύο ρόδακες που διακρίνονται στις γωνίες του αψιδωτού θυρώματος της κεντρικής εισόδου. Οδοντωτά πλίνθινα διπλά γείσα κοσμούν εξωτερικά τη βάση του θόλου και των θολίσκων του προστώου (εικ. 9).

Τέλος, θα άξιζε να αναφέρουμε τη μουσουλμανική γραπτή επιγραφή τριών στίχων που μόλις διακρίνεται, μισοσκεπασμένη από ασβέστη, στον ακραίο, εσωτερικό πεσσό της ΒΔ γωνίας του κτιρίου (κοντά στο μιναρέ).

 

(εικ. 9) – (εικ. 10) – (εικ. 11)

 

Μετασκευές. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου αλλά και οι αλλαγές στη χρήση του στάθηκαν αιτίες για διάφορες μετασκευές στη δομή και την εξωτερική του μορφή, τόσο στη μουσουλμανική όσο και στη χριστιανική φάση της ζωής του.

Μουσουλμανική φάση. Στο μνημείο φαίνεται ότι είχαν γίνει ορισμένες προσθήκες και/ή επισκευές ήδη κατά τη χρήση του ως τζαμί. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, το προστώο ανήκει πιθανώς σε μια δεύτερη οικοδομική φάση, όπως υποδηλώνουν οι ρωγμές στο σημείο επαφής του με το κεντρικό κτίσμα. Αλλά και ο μιναρές αποτελεί πιθανώς μεταγενέστερη προσθήκη, καθώς στο οπίσθιο τμήμα του φαίνεται ότι η λιθοδομία του καλύπτει την άκρη του πλίνθινου τόξου της παρακυπτικής θυρίδας της ΝΔ πλευράς. Τέλος, το γεγονός ότι η τοιχοποιία του τζαμιού παρουσιάζει έντονη ανομοιομορφία (ειδικότερα μεταξύ κατώτερου και ανώτερου τμήματος) θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε μια εκτεταμένη επισκευή που πραγματοποιήθηκε μετά από κάποια περίοδο εγκατάλειψης και/ή μερικής κατάρρευσης του κτιρίου.

Επομένως, με βάση τις παραπάνω επεμβάσεις στο κτίριο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις στη μουσουλμανική του ζωή. Αρχικά ήταν πιθανότατα ένα απλό τετράγωνο κτίσμα, ίσως ένας απλός χώρος προσευχής (μεστζίτ) ή μαυσωλείο. Σε μια δεύτερη φάση μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη μιναρέ και ανοιχτής στοάς στην πρόσοψη. Υπήρξε πιθανώς μια φάση εγκατάλειψης ή και μερικής κατάρρευσης του κτιρίου, η οποία δεν ξέρουμε αν τοποθετείται πριν ή μετά τις εργασίες αναβάθμισής του σε τζαμί. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπήρξε και μια δεύτερη φάση επισκευών.

Χριστιανική φάση. Κατά τη μετατροπή του τεμένους σε χριστιανικό ναό οι μετασκευές επικεντρώνονται κυρίως στα κατώτερα ανοίγματα των τοίχων. Οι δύο παρακυπτικές θυρίδες εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης μετατρέπονται σε θύρες, προσδίδοντας έτσι στο μνημείο τη γνωστή χριστιανική τριμερή διάταξη της εισόδου.

Από τα παράθυρα/θυρίδες της ΒΑ πλευράς το ένα διατηρείται, με μείωση των διαστάσεών του, ενώ το άλλο τοιχίζεται. Στη ΝΑ πλευρά τα παράθυρα μετατρέπονται σε φωτιστικές θυρίδες, όπως συνηθίζεται στις κόγχες του ιερού των εκκλησιών, ενώ στη ΝΔ πλευρά η μία μετατρέπεται πιθανώς σε θύρα (εάν αυτή δεν υπήρχε ήδη) για τις ανάγκες του ιερού και η άλλη σε μικρότερο παράθυρο.

Καμπαναριό προστίθεται στη δυτική γωνία του κτιρίου πίσω από το μιναρέ (εικ. 3), ο οποίος ταπεινώνεται έως τη βάση του. Η σημερινή κεράμωση του ναού ανήκει επίσης σε νεότερη επισκευή [11], ενώ οι αντερεισματικοί τοίχοι (βλ. παραπάνω, Προστώο) και ο λάκκος απορριμάτων ή πηγάδι στη δυτική γωνία του προστώου αποτελούν πιθανώς προσθήκες της ίδιας περιόδου.

Εσωτερικά το μνημείο δεν έχει υποστεί ιδιαίτερα σημαντικές αρχιτεκτονικές μετατροπές, εκτός από το χτίσιμο του κατώτερου τμήματος του μιχράμπ, ώστε να προσομοιάζει με Αγία Τράπεζα, και το άνοιγμα μιας κόγχης πρόθεσης στα αριστερά του μιχράμπ [12], για τις ανάγκες της θείας λειτουργίας. Το ξύλινο τέμπλο με τον ανάγλυφο διάκοσμο χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή στα 1920, ενώ το μαρμάρινο προσκυνητάρι, τοποθετημένο δεξιά της εισόδου, και τα δύο εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτα μανουάλια [13], με ανάγλυφες παραστάσεις αγγέλων και Χερουβείμ, συμπληρώνουν τη σκευή του χριστιανικού ναού [14].

Σε γενικές γραμμές η κατασκευή του μνημείου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνική εκζήτηση: οι επιμέρους αναλογίες υπολείπονται σε ακρίβεια, η τοιχοδομία είναι πρόχειρη και ανομοιογενής, ο διάκοσμος, από όσο τουλάχιστον μπορούμε να διαπιστώσουμε, υποτυπώδης. Επιπλέον, οι νεότερες μετασκευές έχουν αφαιρέσει ή καλύψει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης μορφολογίας του αρχικού κτιρίου. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν κατά φέρνει να μειώσει τη γενικότερη λιτή αρμονία του μνημείου και την αίσθηση γοητείας και ευσέβειας που αποπνέει.

 

Ιστορική διερεύνηση μνημείου

 

Με δεδομένο ότι η παραπάνω ανάλυση δεν αποτελεί εξαντλητική αρχιτεκτονική μελέτη του μνημείου – η οποία ελπίζουμε να γίνει μελλοντικά – και ότι ανασκαφικές έρευνες για την εξακρίβωση υποθέσεων σχετικών με τη χρονολόγηση της ανέγερσης και των οικοδομικών φάσεών του δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, τα στοιχεία από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για την ιστορική του πορεία είναι η τυπολογία του και η ιστοριογραφία του χώρου όπου είναι ενταγμένο, με βάση τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και οι μαρτυρίες των περιηγητών στις οποίες θα αναφερθούμε αναλυτικότερα.

 

Τυπολογία μνημείου

 

Από τα μέσα του 15ου έως το τέλος του 18ου αιώνα, στην Ελλάδα, όπως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κυρίως στις πόλεις όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός οθωμανικού πληθυσμού, πολλές εκκλησίες μετατρέπονται σε τζαμιά ενώ παράλληλα κτίζονται αρκετά νέα μουσουλμανικά τεμένη. Τα τεμένη αυτά ανήκουν σε «μία επαρχιακή σχολή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην οποία, παρά τα περιορισμένα μέσα, επαναλαμβάνονται οι μορφές και οι τύποι που αναπτύσσονται στην πρωτεύουσα… Σχεδόν όλα ακολουθούν τον ίδιο απλό τύπο με μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με τρούλλο και ανοικτή στοά στην πρόσοψη». [15] Ο απλούστατος αυτός τύπος, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται κατά την κλασική περίοδο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής (16ος-17ος αι.), με βυζαντινές επιδράσεις [16], εμφανίζεται ήδη από την περίοδο της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους [17] (14ος-15ος αι.) και έχει διαχρονική παρουσία έως τα τέλη του 19ου αιώνα [18].

Το σωζόμενο τζαμί του Άργους είναι κτισμένο ακριβώς πάνω στον τύπο αυτό, ακολουθεί δηλαδή τα πρότυπα των απλών, μικρών μουσουλμανικών τεμενών [19], όπως τα περισσότερα που κτίζονταν, ήδη από νωρίς, στην περιφέρεια του οθωμανικού κράτους. Τίποτα δεν αποκλείει, επομένως, το αρχικό κτίριο να οικοδομήθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αι. Ωστόσο, η τυπολογία του, λόγω της διαχρονικότητάς της, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την ακριβή χρονολόγηση της ανέγερσης του κτιρίου.

 

Το μνημείο και ο χώρος του

Αρχαιότητα (3η χιλιετία π.Χ. – τέλη 4ου αι. μ.Χ.)

 

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η περιοχή των ΝΑ παρυφών του Άργους, όπου βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατοικείται ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, συγκεκριμένα από την Πρωτοελλαδική II περίοδο (ισχυρό ορθογώνιο κτίριο, μικρότερα κτίρια με καμπύλους τοίχους, βόθροι απορριμάτων, πλούσια κεραμική) [20], ενώ αραιή χρήση του χώρου συνεχίζεται στη Μεσοελλαδική (κυρίως ταφές) [21], στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή (κατοίκηση, ταφές, πλούσια ευρήματα) [22], καθώς και στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αποκλειστικά ταφική και λατρευτική χρήση) [23]. Πυκνότερη είναι η χρήση του χώρου στην ελληνιστική περίοδο (οικιστικά λείψανα, οδικό δίκτυο, μεγάλα οικοδομήματα, εργαστήρια, μεμονωμένοι τάφοι και πλούσια ευρήματα) [24], ενώ στους ρωμαϊκούς χρόνους, κατά τους οποίους η πόλη αναπτύσσεται θεαματικά και επεκτείνεται προς τα νότια, η περιοχή συγκεντρώνει πλήθος κατοικιών («ρωμαϊκή γειτονιά»), δρόμους, δημόσια οικοδομήματα, σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και τμήμα νεκροταφείου [25].

Σημαντικό στοιχείο για την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι ο χώρος του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν πιθανότατα εντός των τειχών της κλασικής πόλης και μάλιστα κοντά σε μία από τις πύλες της [26]. Βέβαιο είναι πάντως ότι φαρδύς πλακόστρωτος δρόμος (πλάτους 7μ. περίπου) με κατεύθυνση Α-Δ, ο οποίος οδηγούσε από την αρχαία αγορά προς την Τίρυνθα και τη Ναυπλία, πέρναγε κατά μήκος της οδού Αρκαδίας-Μεσσηνίας νοτίως του ναού [27]. Στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρχε και το γνωστό από τις γραπτές πηγές Γυμνάσιο του Κυλάραβη [28], το οποίο οι νεότεροι ερευνητές τοποθετούν λίγο ανατολικότερα του ναού (σε κάθε περίπτωση έξω από τα τείχη) [29].

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ολλανδός αρχαιολόγος W. Vollgraff αναζητώντας το παραπάνω μνημείο διενήργησε ανασκαφικές τομές στον κήπο δυτικά του ναού, όπου βρήκε σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούμενα πιθανότατα στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια [30].

 

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή π ε ρ ί ο δ ο ς (τέλη 4ου αι. μ.Χ.-1453)

 

Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. σημειώνονται ριζικές αλλαγές στο «τοπίο» της αρχαίας πόλης του Άργους: τα δημόσια κτίρια χάνουν την αρχική χρήση τους, ενώ το διοικητικό κέντρο μεταφέρεται στην ανατολική συνοικία [31].

Από τις αρχές του 5ου έως τα μέσα του 6ου αι. στην πόλη παρατηρείται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Ειδικότερα στην ανατολική/ΝΑ συνοικία κτίζονται σημαντικές οικίες και πολλές βασιλικές [32]. Ακριβώς στα δυτικά του Αγίου Κωνσταντίνου ανασκάφηκε μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με πλακόστρωση μαρμάρων και ψηφιδωτά, η οποία αποτελούσε πιθανώς τον παλαιοχριστιανικό μητροπολιτικό ναό της πόλης, ενώ λίγο βορειότερα ήρθε στο φως το βαπτιστήριό της [33]. Μετά την καταστροφή της βασιλικής, γύρω στα μέσα του 6ου αι., το χώρο καταλαμβάνει ένα νεκροταφείο [34].

Μετά από τα μέσα του 6ου αιώνα η πόλη αρχίζει να παρακμάζει, εξαιτίας ίσως της κατάρρευσης του πολιτικοκοινωνικού και/ή οικονομικού συστήματος σε συνδυασμό με τον καταστροφικό σεισμό του 552. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν έλλειψη οικοδομικής δραστηριότητας. Οι επιδημίες της πανούκλας και οι σλαβικές επιδομές στα τέλη του 6ου αι. συνέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής οπισθοδρόμησης του αστικού ιστού [35].

Στη Μεσοβυζαντινή περίοδο (11ος-12ος αι.) τα λείψανα μοναστηριακού λουτρού που ήρθαν στο φως στο χώρο του ναού υποδηλώνουν την παρουσία μοναστηριακού συγκροτήματος [36].

 

Νεότεροι χρόνοι-Οι μαρτυρίες των περιηγητών (μέσα 15ου-αρχές 19ου αι.)

 

Για την προεπαναστατική εικόνα της πόλης του Άργους (πολεοδομία, αρχαία και νεότερα μνημεία, κάτοικοι) [37], εξαιρετικά πολύτιμες πληροφορίες δίνουν οι περιγραφές και τα σχέδια των περιηγητών, λεπτομερής μελέτη των οποίων έχει πραγματοποιηθεί από τον Γάλλο αρχαιολόγο Μ. Sève [38]

— Περίοδος Α’ Τουρκικής κυριαρχίας (1463-1686). Οι πρώτες λεπτομερείς περιγραφές του Άργους προέρχονται από δύο ταξιδιώτες που το επισκέπτονται στο δεύτερο μισό του 17ου αι., τον Τούρκο Ε. Τσελεμπί (1668) [39] και τον Γάλλο Μ. De Monceaux (1669) [40]. Μόνον ο πρώτος αναφέρεται στα τζαμιά της πόλης: «Στην κάτω πόλη υπάρχουν δύο τζαμιά. Εκείνο της αγοράς είναι το μεγάλο τζαμί, χτισμένο σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο με κεραμιδένιους θόλους και έναν όμορφο πέτρινο μιναρέ. Το άλλο είναι ένα τζαμί σε καλή κατάσταση, κοντά στη γειτονιά Μπεσικλέρ. Υπάρχουν ακόμη δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά» [41]. Ο Τσελεμπί αναφέρεται επίσης στο μικρό τζαμί που βρίσκεται πάνω στο κάστρο της Λάρισας: «στο εσωτερικό του κάστρου υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια και ένα μικρό τζαμί, το οποίο οι ηλικιωμένοι λένε πως έχτισε ο Μεχμέτ ο Πορθητής…».

— Περίοδος Β’ Βενετικής κυριαρχίας (1686-1715). Στα τέλη του 17ου- αρχές 18ου αι., περίοδο της Β’ βενετοκρατίας στο Άργος, χρονολογούνται οι πρώτες απεικονίσεις της πόλης. Ο Βενετός γεωγράφος Fr.- M. Coronelli φιλοτέχνησε, στα 1687, μια άποψη του Άργους από τα ΒΑ, με τη Λάρισα και το κάστρο της να δεσπόζουν της πόλης [42], καθώς και μια κάτοψη του ίδιου χώρου [43].

Στην άποψη από τα ΒΑ, στο αριστερό άκρο της εικόνας διακρίνεται ένα κτιριακό συγκρότημα με φρουριακό χαρακτήρα, το οποίο περιλαμβάνει μνημειώδες τζαμί με θολωτή στέγη, ψηλό μιναρέ, προσκτίσματα καθώς και έναν πύργο (;) [44]. Ο Sève σημειώνει ότι πρόκειται μάλλον για το τζαμί «της αγοράς» στο κέντρο της πόλης [45].

Ο Ιταλός μηχανικός Fr. Vandeyk, στον κατάλογο των κτιρίων του Άργους που συντάσσει στα 1700, καταγράφει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα.

Στην περιγραφή της πόλης αναφέρει «ένα μικρό τζαμί στο εσωτερικό του δεύτερου περίβολου του κάστρου» [46], χωρίς όμως να διευκρινίζει την κατάσταση διατήρησής του, και στην κάτω πόλη «ένα επιβλητικό τζαμί που χρησιμοποιείται σήμερα ως κατάλυμα των Γαληνότατων Γενικών Εποπτών όταν έρχονται σε αυτό τον τόπο». Κατά τον Sève, με τον οποίο συμφωνούμε, πρόκειται και εδώ για το τζαμί στο κέντρο της πόλης [47].

Στο αρκετά λεπτομερές σχέδιο που δημοσιεύτηκε το 1713 στο έργο του Lasor a Varea και φιλοτεχνήθηκε πιθανώς από τον Vandeyk (το σχέδιο υπογράφεται με τα αρχικά VDS [48]) αποδίδεται το κάστρο και η πόλη του Άργους, από τα Α/ΒΑ.

Όπως και στο σχέδιο του Coronelli, στο αριστερό άκρο της εικόνας υπάρχει ένα επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα που περιβάλλεται από ψηλό τοίχο. Στο εσωτερικό του διακρίνονται κυπαρίσσια και άλλα δέντρα, διάφορα κτίρια, καθώς και ένα μεγάλο τζαμί με οξυκόρυφη (τετράριχτη;) στέγη και ψηλό μιναρέ. Σχετικά με την ταύτιση του τζαμιού ο Sève αναφέρει ότι πρόκειται μάλλον για τη μετέπειτα εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, λόγω της θέσης του μνημείου στη νότια άκρη της πόλης. Η ταύτιση αυτή, αν και εν μέρει δικαιολογημένη, φαίνεται ωστόσο κάπως ανακόλουθη με την ταύτιση του τζαμιού στο κείμενο του Vandeyk όπου θεωρήθηκε ότι ήταν εκείνο του κέντρου της πόλης. Άλλωστε, και στο σχέδιο του Coronelli το μοναδικό εικονιζόμενο τζαμί, που ταυτίστηκε με εκείνο «της αγοράς», βρίσκεται μάλλον προς το νότιο άκρο της πόλης. Πιστεύουμε ότι σε όλες τις παραπάνω μαρτυρίες οι ταξιδιώτες και οι καλλιτέχνες αναφέρονται μάλλον στο μεγάλο τζαμί του κέντρου της πόλης, το οποίο ήταν πιθανώς το μοναδικό εκείνη την περίοδο που δέσποζε των υπόλοιπων κτιρίων του Άργους. Αν φαίνεται ότι βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικισμού είναι μάλλον, επειδή αποδίδεται το κεντρικό τμήμα της πόλης και αυτό από τα βορειοανατολικά.

— Περίοδος Β’ Τουρκικής κυριαρχίας (1715-1821). Από το 18ο αιώνα, οι μαρτυρίες των περιηγητών είναι πολύ περισσότερες, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτικά και σχέδια. Η πόλη εξακολουθεί ουσιαστικά να διατηρεί τη χαλαρή οικιστική της οργάνωση και μόνο στα τέλη του ίδιου αιώνα φαίνεται να αποκτά έναν πιο πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα τζαμιά που αναφέρονται είναι τώρα συνήθως δύο.

Ο Γάλλος αββάς Μ. Fourmont [49], στα 1729, είναι ο πρώτος που απεικονίζει, έστω πολύ σχηματικά, και τα δύο μουσουλμανικά τεμένη της πόλης (εικ. 12α-β). Ως προς τη θέση τους, το τζαμί της ΝΑ συνοικίας (μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος) βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, ενώ εκείνο «της αγοράς» βρίσκεται λίγο δεξιότερα και πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας. Και τα δύο περιβάλλονται από συστάδες σπιτιών που αποτελούσαν πιθανώς τις δύο βασικές συνοικίες της μουσουλμανικής πόλης [50]. Όλα τα σχέδια του Fourmont που δημοσιεύονται από τον Sève (πέντε συνολικά, όλα από Α/ΝΑ) αποτελούν παραλλαγές ενός κοινού προτύπου το οποίο είναι πιθανώς το σχέδιο της εικ. 12α. Σε ορισμένα από αυτά, όπως το σχέδιο της εικ. 12β, φαίνεται ότι έχει επέμβει επαγγελματίας σχεδιαστής με αποτέλεσμα τα κτίρια να έχουν αποδοθεί με κάποια προοπτική [51] (για το λόγο αυτό το τέμενος «της αγοράς» φαίνεται μικρότερο).

 

(εικ. 12α) – (εικ. 12β)

 

Ένα μόνο τζαμί στην πόλη βλέπουν δύο περιηγητές που επισκέπτονται το Άργος μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι οποίοι όμως ενδιαφέρονται κυρίως για τις αρχαιότητες. Ο Βρετανός ιστορικός και αρχαιολόγος R. Chandler (γύρω στα 1765-66) αναφέρει «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών, που δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» [52], ενώ ο Γάλλος μηχανικός Foucherot (1780) [53], που ήρθε στην Ελλάδα με τον Fauvel, μιλάει για ένα τζαμί «με μία αρκετά όμορφη τούρκικη Μονή» [54]. Τα στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μπορεί να προσδιοριστεί αν πρόκειται για το ίδιο τζαμί και ποιο από τα δύο ήταν αυτό. Υποθέτουμε, όπως και ο Sève, ότι και οι δύο περιηγητές αναφέρονται πιθανότατα στο τζαμί «της αγοράς» [55].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχέδια που έχουν αποδοθεί, μάλλον εσφαλμένα, στο Γάλλο ζωγράφο L.- F. Cassas (1782), ενώ ανήκουν πιθανότατα στο γνωστό συλλέκτη, αρχαιόφιλο και μετέπειτα πρόξενο της Γαλλίας στην Αθήνα L.- F.-S. Fauvel (1780) [56]. Σε δύο από αυτά[57] απεικονίζονται και τα δύο τζαμιά της πόλης. Στο πρώτο (εικ. 13α-β), μια άποψη της πόλης από τα Δ/ΝΔ, γίνεται κατανοητή η απόσταση μεταξύ των δύο τζαμιών: το ένα βρίσκεται στη ΝΑ άκρη της πόλης (στη θέση του Αγίου Κωνσταντίνου), ενώ το άλλο αρκετά βορειότερα. Στο δεύτερο σχέδιο (εικ. 14α-β), μια άποψη από τα ΒΑ, η απόσταση αυτή φαίνεται πολύ μικρότερη (τα δύο τζαμιά βρίσκονται σχεδόν στην ίδια ευθεία) λόγω της γωνίας από την οποία φιλοτεχνήθηκε το έργο [58]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ στο πρώτο σχέδιο (άποψη από τα Δ/ΝΔ) το τζαμί «της αγοράς» αποδίδεται χωρίς μιναρέ, στο δεύτερο εμφανίζεται με το μιναρέ του. Τί να υποθέσουμε; Κάποιο λάθος του καλλιτέχνη ή κάποια χρονολογική διαφορά μεταξύ των σχεδίων; Ξέρουμε ότι ο Fauvel πήγε στην Πελοπόννησο δύο φορές, στα 1780 και στα 1787, μήπως τα σχέδια έγιναν στη διάρκεια των δύο διαφορετικών αυτών ταξιδιών στο μεσοδιάστημα των οποίων καταστράφηκε ο μιναρές του τζαμιού; (βλ. παρακάτω).

 

(εικ. 13α) – (εικ. 13β) – (εικ. 14α) – (εικ. 14β)

 

Σε σχέδιο του Βρετανού W. Walker (1803) [59], με λεζάντα Νότια άποψη του Άργους, στην πραγματικότητα όμως από ΝΑ (εικ. 15), διακρίνουμε ένα τζαμί στην άκρη της πόλης (αριστερά): πρόκειται με βεβαιότητα για το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Το τζαμί του κέντρου της πόλης δεν εικονίζεται στο σχέδιο, είτε δεν φαίνεται από το σημείο που στεκόταν ο καλλιτέχνης είτε βρίσκεται μέσα στη συστάδα των δένδρων, δεξιότερα, και δεν διακρίνεται, επειδή έχει πλέον χάσει το μιναρέ του (βλ. παρακάτω).

Ο Βρετανός sir W. Gell (1805) [60], μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, παρέδωσε μια αρκετά λεπτομερή περιγραφή της σύγχρονης πόλης και των αρχαιοτήτων της. Σε ένα από τα σχέδιά του (εικ. 16), όπου απεικονίζεται μια άποψη του Άργους από το κάστρο της Λάρισας [61], διακρίνονται οι νότιες παρυφές της πόλης με αραιά κτίσματα και στο βάθος ο αργολικός κόλπος. Μεταξύ των κτισμάτων διακρίνεται καθαρά ένα τζαμί το οποίο περιβάλλεται από κυπαρίσσια. Λόγω της θέσης του, στη ΝΑ άκρη της πόλης, δεν μπορεί να είναι άλλο από το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

(εικ. 15) – (εικ. 16)

 

Στο κείμενό του ο Gell αναφέρει δύο τουλάχιστον φορές το τζαμί αυτό, τη μια για να πει ότι «το Γυμνάσιο του Κυλάραβη … βρισκόταν πιθανώς στο σημείο που καταλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο τζαμί με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» [62]. Τη δεύτερη φορά, αφού έχει μόλις μιλήσει για τα αρχαία μέλη που βρίσκονται ενσωματωμένα σε μια μεγάλη εκκλησία στα νότια της πόλης (ασφαλώς την Παναγία), αναφέρει ότι «ένα από τα τζαμιά [της πόλης] λέγεται ότι οικοδομήθηκε από λιθόπλινθους που έφεραν από το Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Ίσως να βρίσκονται εκεί και μερικές επιγραφές». Σίγουρα στην κατασκευή του Αγίου Κωνσταντίνου έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά αρχαία μέλη τα οποία ωστόσο δεν χρειαζόταν να φέρουν από την Επίδαυρο, εφόσον υπήρχαν άφθονα τριγύρω.

Ο Βρετανός αρχαιολόγος Ε. Dodwell και ο Ιταλός ζωγράφος S. Pomardi ήρθαν μαζί στο Άργος, στα 1805, ενδιαφερόμενοι κυρίως για τις αρχαιότητες της πόλης. Ο πρώτος αναφέρει απλώς την ύπαρξη δύο τζαμιών [63]. Ο δεύτερος φιλοτέχνησε μια ενδιαφέρουσα άποψη του Άργους από τη Δειράδα, προς τα ΝΑ [64]. Στο βάθος, λίγο δεξιά, μόλις διακρίνεται ο μιναρές του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας. Όπως επισημαίνει ο Sève, το γεγονός ότι δεν απεικονίζεται το τζαμί «της αγοράς», ενώ από το σημείο που βρισκόταν ο καλλιτέχνης θα έπρεπε να φαίνεται, σημαίνει ότι αυτό έχοντας χάσει πλέον το μιναρέ του δεν διακρινόταν από μακριά. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί [65].

Ο Βρετανός αξιωματικός W. Μ. Leake (1806), ο οποίος διακρίνεται για την ακρίβεια των περιγραφών του, σε σκαρίφημα με τη θέση των αρχαιοτήτων του Άργους σημειώνει την παρουσία ενός τζαμιού στο νότιο/νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης [66]. Το τζαμί αυτό θα πρέπει λογικά να είναι ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος, μόνο που έχει τοποθετηθεί – μάλλον κατά λάθος – πολύ πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας.

Ο ζωγράφος και ποιητής W. Haygarth (1810) αναφέρει «ένα τούρκικο τζαμί κτισμένο στη θέση ενός αρχαίου ελληνικού ναού όπου βρέθηκε δάπεδο με μωσαϊκό το οποίο αφαίρεσε ο Βελή-Πασάς. Ο Πασάς είχε κάνει ανασκαφές στην πόλη…» [67]. Το τζαμί αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, όπου πράγματι ανασκαφές του Vollgraff έφεραν στο φως τμήματα μωσαϊκών.

Σε ένα από τα σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Κ. Haller von Hallerstein (1811), με τίτλο Άποψη του Άργους από το δρόμο της Τριτολιτζάς [68], απεικονίζεται η πόλη του Άργους από τα Ν/ΝΔ. Δυστυχώς το κλισέ που είχε στη διάθεσή του ο Sève ήταν, όπως σημειώνει και ο ίδιος, μέτριας ποιότητας με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες του σχεδίου να είναι δυσανάγνωστες. Διακρίνονται, ωστόσο, στο μέσον περίπου της εικόνας η γνωστή συστάδα των δένδρων με το κεντρικό τζαμί, χωρίς μιναρέ, και δεξιότερα το τζαμί της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του.

Ο Άγγλος αρχιτέκτων και αρχαιολόγος C. R. Cockerell (1811), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Haller von Hallerstein, φιλοτέχνησε τέσσερα σχέδια του Άργους με εξαιρετικό ενδιαφέρον [69]. Μεταξύ αυτών ένα σκαρίφημα-πανόραμα της πόλης του Άργους, σε δύο φύλλα, από τους πρόποδες της Λάρισας (από Δ/ΒΔ) [70]. Στο κέντρο του σχεδίου, στο σημείο ένωσης των δύο φύλλων, διακρίνεται η συστάδα των δένδρων με το συγκρότημα του τζαμιού «της αγοράς», ενώ στο μέσον περίπου του δεύτερου φύλλου διαγράφεται καθαρά η σιλουέτα του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του. Σε μια άλλη άποψη της πόλης, από τα ΝΔ και από πιο κοντά (εικ.17), διακρίνεται αριστερά η συστάδα των κυπαρισσιών με το τζαμί «της αγοράς» και δίπλα του ο μεντρεσές στεγασμένος με θολίσκους. Γύρω από το τζαμί διακρίνεται ψηλός περίβολος. Δεξιότερα φαίνεται το τζαμί της ΝΑ συνοικίας. Το τελευταίο σχέδιο του Cockerell είναι μια λεπτομέρεια του συγκροτήματος του τζαμιού «της αγοράς».

Στη λιθογραφία του Βρετανού Η. W. Williams (1817) [71], όπου απεικονίζεται μια άποψη των νότιων παρυφών του Άργους από τη Δειράδα (εικ. 18), το τζαμί που μόλις διακρίνεται είναι με βεβαιότητα ο σημερινός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια της ζωής του μνημείου ως μουσουλμανικού τεμένους. Είναι ίσως η τελευταία φορά που απεικονίζεται ο μιναρές του, σε μερικά χρόνια θα αντικατασταθεί από ένα ταπεινό καμπαναριό.

 

(εικ. 17) – (εικ. 18)

 

Μετεπαναστατικά χρόνια

 

Η τύχη του τεμένους στα χρόνια που ακολούθησαν την έναρξη του αγώνα του 1821 δεν ήταν βέβαια χωρίς περιπέτειες. Αναφέρεται ότι «ώς τζαμίον τό είχε ποιμνιοστάσιον διά τά πρόβατά του ό τότε πανίσχυρος καί παντοδύναμος στρατηγός του Αγώνος Δημ. Τσώκρης (1798-1875), αλλά κατά τό 1871, χάρις εις τάς εύγενεΐς ένεργείας τοΰ μακαρίτη Ίωάννου Ζώη, ύπολοχαγοΰ τοΰ πεζικού, καθηγιασθέν δι’ έγκαινίων μετετράπη εις χριστιανικόν ναόν, τιμώμενον έν όνόματι τών άγιων και μεγάλων βασιλέων καί ίσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ελένης. Κατά τήν παράδοσιν ή ημέρα τών έγκαινίων έορτάσθη, πανδήμως πανηγυρικώτατα καί μετά πάσης έπισημότητος» [72].

Σύμφωνα με νεότερη έρευνα [73] το τζαμί είχε μετατραπεί σε ναό του Αγίου Κωνσταντίνου νωρίτερα, άγνωστο πότε ακριβώς αλλά πάντως κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πιθανώς πριν από το 1828, εφόσον στο σχέδιο της πόλης του Άργους που καταστρώθηκε από τον Devaud στα 1829 το μνημείο αναφέρεται ως Eglise St. Constantin [74]. Άλλωστε και ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει το μνημείο «το όποιο προ μικρού είχον οί Τούρκοι ώς προσκύνημά των» ως ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης [75]. Την άνοιξη του 1828, κατά την επιδημία πανούκλας που μάστιζε την Αργολίδα, στεγάστηκε στο μνημείο στρατιωτικό νοσοκομείο [76]. Μετά τη λήξη της επιδημίας στο Άργος, και παρά τις συνεχείς αιτήσεις των τοπικών αρχών να πάψει αυτή η χρήση του κτιρίου, ο ναός φαίνεται ότι συνέχισε να λειτουργεί ως νοσοκομείο του ιππικού για αρκετά χρόνια ακόμη [77].

Σήμερα ο ναός αποτελεί παρεκκλήσιον του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Πέτρου, λειτουργεί στη χάρη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ από το 1938 έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο [78].

 

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

 

Οι μαρτυρίες των περιηγητών και η γνώση των μουσουλμανικών τεμενών του Άργους

 

Στο τελευταίο μέρος της μελέτης, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τη συμβολή των μαρτυριών των ταξιδιωτών και άλλων γραπτών πηγών στην καλύτερη γνώση των μουσουλμανικών τεμενών της πόλης.

Σε γενικές γραμμές οι μαρτυρίες των ταξιδιωτών δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές στο θέμα αυτό. Οι περισσότεροι περιηγητές, κυρίως εκείνοι που έρχονται στο Άργος μετά τις αρχές το 18ου αι., αναφέρονται παρεμπιπτόντως στα μουσουλμανικά μνημεία, εφόσον το κύριο ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στις αρχαιότητες της πόλης. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες παρατηρήσεις που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τα μουσουλμανικά τεμένη (για τον αριθμό, τη μορφή, τη θέση, την κατάσταση διατήρησής τους), πληροφορίες που βοηθούν να ανασυνθέσουμε όχι μόνο τη ζωή των συγκεκριμένων μνημείων αλλά έως ένα βαθμό και εκείνη των ανθρώπων που κινήθηκαν γύρω τους.

 

Αριθμός τεμενών και δημογραφική διάσταση

 

Γύρω στα μέσα του 17ου αι., όπως είδαμε παραπάνω (Τσελεμπί, 1668), υπήρχαν στην κάτω πόλη δύο κεντρικά τζαμιά και δέκα περίπου συνοικιακά μεστζίτια. Το τζαμί στη θέση του μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνου, εάν πράγματι ταυτίζεται με εκείνο της συνοικίας Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα δύο μεγάλα τζαμιά, μαζί με εκείνο «της αγοράς». Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η πληροφορία του Τσελεμπί ότι ένα μικρό, παλιό τζαμί βρισκόταν πάνω στο λόφο της Λάρισας για τους πιστούς της μουσουλμανικής συνοικίας που υπήρχε μέσα στο κάστρο. Ο συνολικός αυτός αριθμός των τεμενών φαίνεται αρκετά μεγάλος (είναι ο μεγαλύτερος που αναφέρεται από ταξιδιώτη), γεγονός που σημαίνει ότι κατά την Α’ Τουρκοκρατία (1463-1686) οι Οθωμανοί αποτελούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του Άργους.

Η επόμενη μαρτυρία σχετικά με τον αριθμό των τζαμιών, στα 1700 (Vandeyk), αναφέρει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα. Βρισκόμαστε 15 χρόνια μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Βενετούς (1686), η οποία φαίνεται ότι υπήρξε μοιραία τόσο για τα μουσουλμανικά μνημεία όσο και για την παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη. Από τα δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση, το πρώτο είναι σίγουρα εκείνο «της αγοράς», το οποίο μετατρέπεται σε κατάλυμα επισήμων Βενετών, ενώ το δεύτερο υποθέτουμε ότι είναι ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος, που κατά πάσα πιθανότητα είχε επίσης αλλάξει χρήση. Μεταξύ των ερειπωμένων τζαμιών θα ήταν ασφαλώς εκείνο του κάστρου της Λάρισας, ενώ τα άλλα δύο τα αγνοούμε [79].

Η φυγή των Τούρκων από το Άργος, το 1686, υπήρξε μαζική. Φαίνεται μάλιστα ότι ο οθωμανικός πληθυσμός παρέμεινε έκτοτε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Τούρκους (1715) [80]. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι από το δεύτερο τέταρτο του 18ου αι. όλοι οι ταξιδιώτες αναφέρουν, στην καλύτερη περίπτωση, δύο μόνο τζαμιά [Fourmont (1726), Fauvel (1780), Dodwell (1805), Haller von Hallerstein και Cockerell (1811)]. Εάν, όπως αναφέρει o Leake, το 1806 οι Οθωμανοί δεν ήσαν πάνω από 60-80 οικογένειες, η λειτουργία δύο μόνο τζαμιών φαίνεται ρεαλιστική.

 

Ταυτότητα και ταύτιση τεμενών

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι κανείς από τους ταξιδιώτες δεν αναφέρεται στην ονομασία των τζαμιών. Ωστόσο, δύο από αυτά έγινε δυνατό να ταυτιστούν χάρη στον Κατάλογο των Οθωμανικών Μνημείων στην Ελλάδα του Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri) που συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Το μικρό τζαμί πάνω στο κάστρο της Λάρισας, που σύμφωνα με τον Τσελεμπί χτίστηκε από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, πράγματι στον παραπάνω κατάλογο μνημονεύεται ως, Sultan Mehmed câmii [81]. Όσο για το τζαμί «της αγοράς», στον ίδιο κατάλογο αναφέρεται ότι ονομαζόταν Çarsi inÇide câmii [82]. Δυστυχώς για το τζαμί της ΝΑ συνοικίας, το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, δεν μπορέσαμε να βρούμε, τουλάχιστον έως το σημερινό στάδιο της έρευνας, κάποιο διαφωτιστικό στοιχείο για την ονομασία του.

Το γεγονός ότι οι ταξιδιώτες δεν αναφέρουν ποτέ την ονομασία των τζαμιών δημιουργεί συχνά μεγάλες δυσκολίες στην ταύτισή τους. Τις περισσότερες φορές η ταύτιση γίνεται δυνατή μόνο από τα συμφραζόμενα: στην περίπτωση λ.χ., που αναφέρεται ένα τζαμί «στη θέση ενός αρχαίου ναού» (Haygarth) ή «στη θέση του Γυμνασίου του Κυλάραβη» (Gell) υποθέτουμε το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ορισμένες φορές, όμως, και αυτά τα συμφραζόμενα είναι τόσο αόριστα, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει κανείς για ποιο τζαμί πρόκειται, όπως λ.χ. στην περίπτωση που αναφέρεται «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών» (Chadler) ή «με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» (Gell), όταν ξέρουμε ότι γύρω και από τα δύο τζαμιά υπήρχαν κυπαρίσσια, ίσως μάλιστα και σχολεία. Αλλά και τα σχέδια των καλλιτεχνών – ταξιδιωτών δεν βοηθούν πάντοτε στην ταύτιση των τζαμιών, επειδή συχνά είναι ανακριβή ή ελλιπή (συχνή απεικόνιση ενός μόνο τζαμιού, Coronelli, VDS, Leake).

Τοπογραφικά προβλήματα. Η ελλιπής πληροφόρηση εκ μέρους των ταξιδιωτών όσον αφορά στα οθωμανικά κτίρια δεν δημιουργεί προβλήματα μόνο σε σχέση με την ταύτιση των τζαμιών αλλά και με την τοπογραφία τους. Έτσι, το τζαμί της αγοράς, του οποίου έχουν χαθεί πλέον τα ίχνη, είναι άγνωστο σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν. Η θέση του «κοντά στην αγορά» είναι αρκετά αόριστη, αλλά με δεδομένο ότι η περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα επίσημα οθωμανικά κτίρια (οικία βοεβόδα, σχολείο, λουτρό, παζάρι, χάνι) βρισκόταν περίπου στο σημερινό κέντρο της πόλης [83] (ανατολικότερα των στρατώνων του Καποδίστρια) μπορούμε να υποθέσουμε ότι και το τζαμί της αγοράς βρισκόταν κάπου εκεί. Ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει ότι δυτικά του ναού του Αγίου Δημητριού [84] «οί Τούρκοι πρό μικρού ειχον τό σχολεΐον αυτών, όλον από κυβικούς λίθους καί μάρμαρα πεποιημένον καί μέ μόλυβδον οκεπασμένον» [85].

Από αναφορές διαφόρων περιηγητών και τα σχέδια του Cockerell γνωρίζουμε ότι μεγάλο σχολείο (μεντρεσές) βρισκόταν μέσα στο συγκρότημα του τζαμιού της αγοράς. Αν πρόκειται για το ίδιο σχολείο με αυτό που περιγράφει ο Πύρρος, κάτι που φαίνεται πολύ πιθανό [86], τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κεντρικό μουσουλμανικό τέμενος βρισκόταν και αυτό δυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου [87]. Άλλωστε, η θέση αυτή φαίνεται να συμφωνεί με αρκετά σχέδια περιηγητών (Cassas/Fauvel, Cockerell) όπου το τζαμί αυτό βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα της πόλης.

Όσο για το τζαμί στη γειτονιά Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, όπως το αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ταυτίζεται με το τζαμί στη θέση του μετέπειτα ναού του Αγίου Κωνσταντίνου [88]. Αν η συνοικία Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ είναι η ίδια με τη συνοικία του Καραμούτζα, η οποία σύμφωνα με τους Ζεγκίνη και Τσακόπουλο βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης, τότε πράγματι πρόκειται για το ίδιο τζαμί. Η ταύτιση των δύο συνοικιών υποθέτουμε ότι έχει γίνει επειδή τόσο ο Τσελεμπί όσο και οι Ζεγκίνης και Τσακόπουλος αναφέρουν αντίστοιχα ότι ήταν «μία άπό τις πλουσιότερες του ’Άργους» [89] και ότι «μέχρι τής άπελευθερώσεως εκεί βρισκόταν ή τουρκική άριστοκρατική συνοικία» [90].

 

Ιστορικά στοιχεία για τα τεμένη του Άργους

 

Το τζαμί του κάστρου της Λάρισας

Για τη μορφή του τζαμιού αυτού δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός από ότι ήταν μικρό. Πρόκειται ίσως για το παλαιότερο τζαμί εφόσον, όπως είδαμε παραπάνω, φέρει την ονομασία του Μωάμεθ του Πορθητή (1451-1481) και επομένως φαίνεται ότι οικοδομήθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Τουρκοκρατίας (πριν από το 1481;). Το μικρό αυτό τζαμί εγκαταλείφθηκε νωρίς, πιθανότατα συγχρόνως με τη συνοικία που το πλαισίωνε, ίσως γύρω στα τέλη 17ου αι. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε το 1686. στο τέλος της Α’ τουρκικής κυριαρχίας, όταν ο Σερασκέρης Ισμαήλ-Πασάς, μετά από την ήττα του σε μάχη με τους Βενετούς υπό τον Μοροζίνη, «άποθαρρυνθείς έγκατέλειψε τό ’Άργος καί έφυγεν εις Κόρινθον συμπαραλαβών καί όλον τόν ’Οθωμανικόν πληθυσμόν τοΰ Άργους» [91]. Κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του κάστρου από τους Βενετούς το τζαμί πιθανότατα ισοπεδώθηκε.

 

Το τζαμί «της αγοράς»

Σύμφωνα τον Τσελεμπί (1668), το τζαμί αυτό ήταν το επιβλητικότερο όλων, γεγονός αναμενόμενο, άλλωστε, εφόσον βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης και αποτελούσε όχι μόνο το επισημότερο μωαμεθανικό τέμενος αλλά και το κατεξοχήν κτίριο σημασιοδότησης του χώρου. Σε όλα τα σχέδια, από τα πιο σχηματικά (Coronelli, Fourmont) έως το πιο ρεαλιστικό (Cockerell), απεικονίζεται με ψηλό περίβολο που περικλείει διάφορα προσκτίσματα, μεταξύ των οποίων το μεντρεσέ [92], καθώς και πολλά δέντρα.

Το γεγονός ότι το τζαμί της αγοράς ήταν χτισμένο «με τον παραδοσιακό Τρόπο», όπως αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν από τα παλαιότερα. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την ανέγερσή του, όσο και ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του σχετικά μνημειώδους οικοδομικού του προγράμματος θα πρέπει να απαίτησαν κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η ανάγκη εξοθωμανισμού του αστικού χώρου θα πρέπει να ήταν πιεστική.

Με βάση τα παραπάνω υποθέτουμε ότι το τζαμί αυτό θα πρέπει να κτίστηκε γύρω στις αρχές του 16ου αι. Ένα στοιχείο που ενισχύει τη χρονολόγηση αυτή αποτελεί η μαρτυρία του Πύρρου ότι ο μεντρεσές του Άργους (ο οποίος βρισκόταν πιθανότατα στο ίδιο συγκρότημα με το τζαμί) ανακαινίστηκε επί Σουλτάνου Βαγιαζίτ (1481-1512) [93]. Υποθέτουμε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο συγκρότημα τζαμιού-μεντρεσέ έγιναν συγχρόνως.

Από τα τέλη του 18ου αι. το τζαμί εμφανίζεται στα σχέδια των ταξιδιωτών χωρίς το μιναρέ του. Ο ακριβής χρόνος της απώλειας αυτής θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο διάστημα μεταξύ του 1770 και 1780, εφόσον ο τελευταίος που μιλάει για ένα τζαμί που «δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» είναι ο Chandler (1765-66), ενώ σε ένα από τα σχέδια του Cassas/Fauvel (1780) δεν έχει πλέον μιναρέ. Στα σχέδια του Cockerell (1811) το τζαμί της αγοράς σχεδόν δεν διακρίνεται μέσα από την πυκνή συστάδα δένδρων που το περιβάλλει. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, όπως σημειώθηκε παραπάνω, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί, τον μετέπειτα Άγιο Κωνσταντίνο. Η καταστροφή του μιναρέ μπορεί να οφείλεται σε κάποιο φυσικό φαινόμενο (σεισμό;) ή να συνδέεται με τα αιματηρά γεγονότα της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά) και της αθρόας εισβολής Αλβανών που ακολούθησε με δραματικές συνέπειες για τον τόπο [94]. Εντύπωση προκαλεί, ωστόσο, το γεγονός ότι ο μιναρές δεν επισκευάστηκε ποτέ. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει αφενός να συσχετίζεται με την εξαιρετικά ισχνή παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη (βλ. παραπάνω) και αφετέρου να υποδηλώνει τη μικρή σημασία που έδιναν πλέον οι οθωμανικές αρχές σε θέματα με συμβολική σημασία τουλάχιστον σε δευτερεύουσες πόλεις όπως το Άργος.

Το τζαμί «της αγοράς» φαίνεται ότι καταστρέφεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης, πιθανότατα μετά την αφαίρεση του μολύβδου της στέγης του, από Έλληνες επαναστάτες (υπό τον Νικηταρά) οι οποίοι, το Μάιο του 1821, «παρέλαβον καί μετήνεγκον τόν μόλυβδον επί 122 περίπου ζώων… έξ αυτών δέ έχύθησαν έν Δημητσάνη σφαΐραι» [95].

 

Το τζαμί της γειτονιάς Μπεσικλέρ – Σεμπεκλέρ. Ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος

 

Για το τζαμί αυτό, – για τις δυσκολίες ταύτισης του οποίου μιλήσαμε παραπάνω – υπάρχει μια μακρά φιλολογία ότι κτίστηκε στα θεμέλια αρχαίου μνημείου (Gell 1805. Haygarth 1810) [96]. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις έως σήμερα ανασκαφικές έρευνες, εφόσον τα λείψανα που έχουν έρθει στο φως στον περιβάλλοντα χώρο του δεν χρονολογούνται πριν από τα υστερορωμαϊκά χρόνια (βλ. παραπάνω). Πιθανότερο φαίνεται να έχει κτιστεί στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ή βυζαντινού μνημείου τόσο με βάση τη μορφή του [97] όσο και τα αρχιτεκτονικά λείψανα που έχουν ανασκαφεί στο άμεσο περιβάλλον του (βλ. παραπάνω).

Όπως είδαμε παραπάνω, από την αρχιτεκτονική ανάλυση του μνημείου προέκυψε ότι στη μουσουλμανική περίοδο της ζωής του υπήρξαν δύο βασικές οικοδομικές φάσεις: η ανέγερσή του ως απλό τετράγωνο κτίριο, πιθανότατα προσευχής (μεστζίτ), και η μετασκευή του σε τζαμί με την προσθήκη θολωτής στοάς στην πρόσοψη και μιναρέ. Τα στοιχεία που διαθέτουμε για να χρονολογήσουμε τις φάσεις αυτές είναι, δυστυχώς, ελάχιστα.

Σχετικά με το τζαμί αυτό, ο Τσελεμπί, στα μέσα του 17ου αι., αναφέρει απλώς ότι είναι «σε καλή κατάσταση». Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μας, ότι πρόκειται για ένα παλιό τζαμί, το οποίο παρά την ηλικία του διατηρείται σε καλή κατάσταση. Με βάση το δεδομένο αυτό καθώς και τα στοιχεία που προέκυψαν από την τυπολογική του ανάλυση, δεν θεωρούμε αβάσιμη την άποψη ότι κτίζεται γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα [98], αν όχι νωρίτερα. Ίσως μάλιστα η ανέγερσή του σχετίζεται με τη μακρόχρονη περίοδο ηρεμίας στις σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Βενετών (διάρκειας 150 χρόνων περίπου) η οποία σημειώνεται μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1540.

Σχετικά με τη χρονολόγηση της μετασκευής του μνημείου σε τζαμί, ή σε μεγαλύτερο τζαμί, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, η μετασκευή του κτιρίου γίνεται πριν από τα μέσα του 17ου αι. (γύρω στα 1650;), πριν από το τέλος δηλαδή της Α’ Τουρκοκρατίας (1463-1686), όταν το οθωμανικό στοιχείο στην πόλη ήταν ακόμη ανθηρό. Στην περίπτωση αυτή ο Τσελεμπί (1668) είδε το τζαμί με μιναρέ αλλά απλώς δεν το θεωρεί άξιο λόγου να το αναφέρει [99], ενώ οι Coronelli (1687) και VDS (1700) δεν απεικονίζουν καθόλου το τζαμί πιθανώς επειδή ήταν απόκεντρο. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, η οποία μας φαίνεται πιθανότερη, η μετασκευή γίνεται μετά τη φάση εγκατάλειψης του μνημείου κατά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715), στην αρχή δηλαδή της Β’ τουρκικής κυριαρχίας στην πόλη (1715). Στην περίπτωση αυτή δικαιολογημένα δεν αναφέρει το μιναρέ του ο Τσελεμπί, εφόσον δεν τον είδε, ενώ οι Coronelli και VDS δεν απεικονίζουν το τζαμί, επειδή δεν ξεχώριζε ακόμη στο τοπίο της πόλης. Σε κάθε περίπτωση το 1729 το τζαμί έχει πλέον μιναρέ, εφόσον έτσι το σχεδιάζει ο Fourmont. Παραπάνω αναφερθήκαμε στην εξαιρετικά ισχνή παρουσία του οθωμανικού στοιχείου στην πόλη κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας. Η μετασκευή του τζαμιού στην αρχή αυτής της περιόδου ίσως υποδηλώνει ακριβώς τη συγκέντρωση του συρρικνωμένου οθωμανικού πληθυσμού στο ανατολικό τμήμα της πόλης και την κατάργηση όλων των άλλων τζαμιών. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι και τα επίσημα οθωμανικά κτίρια βρίσκονται πλέον σε αυτό το τμήμα του Άργους.

Σύμφωνα με δύο σχέδια που χρονολογούνται στα 1805 (Gell, Pomardi), το τζαμί εμφανίζεται για πρώτη φορά πλαισιωμένο από μεγάλα κυπαρίσσια. Η δενδροφύτευση θα πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του 18ου αι. και να σχετίζεται πιθανώς με κάποια διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (στο σχέδιο του Gell διακρίνεται μια μεγάλη πλατεία βορείως του τεμένους) και όχι με την παρουσία του γνωστού μουσουλμανικού κοιμητηρίου, το οποίο πρέπει να καταλάμβανε τον ελεύθερο χώρο νοτίως του τζαμιού.

 

Συμπεράσματα

 

Από την παραπάνω αρχιτεκτονική και ιστορική διερεύνηση του μνημείου προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία ωστόσο δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις σε βασικά προβλήματα που αφορούν κυρίως στην ταύτιση και τη χρονολόγησή του.

  1. Η ονομασία του τζαμιού παραμένει άγνωστη, εφόσον δεν αναφέρεται σε καμία από τις γνωστές, σε εμένα τουλάχιστον, γραπτές πηγές. Δεν είναι μάλιστα απολύτως βέβαιο ότι το τζαμί που αναφέρει ο Τσελεμπί στη συνοικία Μπεσικλέρ ταυτίζεται με το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου [100].
  1. Ως προς τον ακριβή χρόνο ανέγερσης του τζαμιού μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. Η απλή τυπολογία του δεν αποκλείει το μνημείο να είναι πρώιμο έργο (αρχές ή μέσα 16ου αι.) αλλά η διαχρονικότητα του απλού αυτού τύπου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές χρονολογικό κριτήριο.
  1. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου δικαιολογεί απόλυτα τις διάφορες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις (προσθήκες, επισκευές, μετασκευές) που το βοήθησαν να επιβιώσει στο χρόνο και να ανταποκριθεί στις αλλαγές χρήσης και σημασιοδότησής του. Τρεις τουλάχιστον φαίνεται ότι ήταν οι κύριες οικοδομικές φάσεις του: στην πρώτη φάση, πιθανώς γύρω στα μέσα 16ου αι., ανέγερση ενός απλού τετράγωνου κτίσματος που χρησίμευε μάλλον ως συνοικιακός χώρος προσευχής (μεστζίτ). Σε μια δεύτερη φάση το κτίριο αναβαθμίζεται σε μεγάλο τζαμί με προσθήκη μιναρέ και στοάς στην πρόσοψη. Η φάση αυτή δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν τοποθετείται στα μέσα του 17ου ή τις αρχές του 18ου αι., δηλαδή πριν ή αμέσως μετά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715). Στην τελική φάση, λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, το τζαμί μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό με περιορισμένες μετασκευές οι οποίες δεν έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά την αρχική του μορφή.
  1. Η υπόθεση ότι το τζαμί κτίζεται στα θεμέλια υστερορωμαϊκού/παλαιοχριστιανικού ή πιθανότερα βυζαντινού μνημείου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, υπέρ της άποψης ότι κτίστηκε εξαρχής ως τζαμί συνηγορεί ο διαφορετικός προσανατολισμός του σε σχέση με εκείνον των χριστιανικών εκκλησιών: το μνημείο ακολουθεί τον άξονα ΒΔ/ΝΑ, ο τοίχος του μιχράμπ είναι δηλαδή στραμμένος προς τη Μέκκα.
  1. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να φωτιστούν πολλά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα σχετικά με την ιστορία του μνημείου θα ήταν η περαιτέρω αρχιτεκτονική μελέτη (μετά από αφαίρεση κονιαμάτων, αποτοίχιση παραθύρων, κά.) αλλά κυρίως η ανασκαφική έρευνα στα θεμέλια του μνημείου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεστζίτ=δευτερεύων χώρος προσευχής, χωρίς μιναρέ, για τις καθημερινές πέντε προσευχές εκτός Παρασκευής.

[2] Ο χώρος του μνημείου ορίζεται στα νότια από την οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας (πρώην Ατρέως), στα ανατολικά από την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στα βόρεια από τριώροφη νεόδμητη οικοδομή με έκθεση αυτοκινήτων στο ισόγειο (οικόπεδο Πούλου) και στα δυτικά από το απαλλοτριωμένο οικόπεδο Φλώρου, όπου έχουν έρθει στο φως σημαντικά χριστιανικά αρχιτεκτονικά λείψανα από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

[3] Ζεγκίνης 274.

[4] Από το 1937 έως το 1970 κατοικούσε εκεί η Βασιλική Δεληδημητρίου και ακολούθησε η Αικατερίνη Δεληδημητρίου έως το 1991. Έκτοτε το σπιτάκι παραμένει ακατοίκητο, εφόσον η νέα νεωκόρος, Κωνσταντίνα Δεληδημητρίου, διαμένει αλλού.

[5] Θύρα στο ίδιο ακριβώς σημείο φαίνεται ότι υπήρχε στο τζαμί του Κάτω Συντριβανιοΰ στην Αθήνα (1759), το οποίο είχε και ανάλογη κάτοψη (Τραυλός 203).

[6] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκατέρωθεν των τριών αυτών παραθύρων διακρίνονται, στις εξωτερικές όψεις των τοίχων, κάθετες ρωγμές που ξεκινούν από τη στέγη και φθάνουν λίγο χαμηλότερα από την ποδιά των παραθύρων. Στη φάση αυτή της μελέτης δεν γνωρίζουμε τους λόγους που δημιούργησαν τις ρωγμές. Ίσως οφείλονται στην ύπαρξη προγενέστερων μεγαλύτερων ανοιγμάτων που περιορίστηκαν αργότερα.

[7] Τον προσανατολισμό του μνημείου ο Τσακόπουλος (22) παραβάλλει με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

[8] Μπούρας 332.

[9] Στην εξωτερική όψη του τυμπάνου διατηρούνται ίχνη γαλανού χρώματος.

[10] Ο Friedrichsthal (1834) αναφέρει ότι είδε μισή ντουζίνα λογχωτών που είχαν κρεμάσει τον εξοπλισμό τους στους τοίχους και κοιμούνταν κάτω από το θόλο, διακοσμημένο με στίχους από το κοράνι (Seve 1979,30,183).

[11] Ο Ζεγκίνης (274) αναφέρει ότι το τζαμί «ήτο έκ μολύβδου κεκαλυμμένον».

[12] Δεν αποκλείεται, όμως, η κόγχη αυτή να υπήρχε εξαρχής ως δεύτερο μιχράμπ.

[13] Δυστυχώς σε κακή κατάσταση διατήρησης.

[14] Ο Τσακόπουλος (22) αναφέρει ότι τα μανουάλια και το προσκυνητάρι προέρχονταν από την παλαιότερη, αντικατασταθείσα σκευή του ναού του Αγίου Πέτρου, όπου το δεύτερο εχρησίμευε ως αρχιερατικός θρόνος.

[15] Μπούρας 333.

[16] Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, τρούλλοι, ημιχώνια.

[17] Στην Προύσσα, πρώτη πρωτεύουσα των Οσμανλιδών και κοιτίδα ενός πρώιμου  αρχιτεκτονικού ρυθμού (LJnsal 5).

[18] Το μεστζίτ του Κουτσούκ Αγά μεντρεσέ στην Αμάσεια, με την ίδια ακριβώς κάτοψη (Gabriel 57), χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και το τζαμί Φιρύζ Αγά στην Πόλη (Goodwin, 167). Όμοια κάτοψη, αλλά με λίγο μικρότερες διαστάσεις (±12.5χ 12.5μ.) και τέσσερα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους, έχει το τζαμί που χτίζεται στο εσωτερικό του Παρθενώνα στα τέλη του Που ή στις αρχές του 18ου αιώνα (Τραυλός 202).

[19] Gabriel 57.

[20] Δημακοπούλου・ Touchais – Divari-Valakou 10 και πίν. VI.

[21] Touchais 74, 77-78″ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. VII. Για μια σύνθεση των δεδομένων, βλ. επίσης Pierart – Touchais 13-17.

[22] Touchais – Divari-Valakou 14-16・ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. IX. Για μια σύνθεση των δεδομένων στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική, βλ. επίσης Pierart – Touchais 21-25.

[23] Barakari – Pariente 165-168″ Μπαρακάρη-Γλένη 271,273-279 και πίν. Χ-ΧΙ.

[24] Barakari – Pariente 168,172-173,175″ Μπαρακάρη-Γλένη 272-273,278 και πίν. XII.

[25] Μπανάκα-Δημάκη et al. 329-333 και πίν. XIII. Μπαρακάρη-Γλένη 271-272, 278″ Μπανάκα-Δημάκη 389.

[26] Έχει εκφραστεί η άποψη ότι ανατολικότερα του ναού πρέπει να πέρναγε το ανατολικό σκέλος του αρχαίου τείχους ακολουθώντας ΒΔ κατεύθυνση (Πιτερός 188). Κατά τον Pierart (1982. 147) το τείχος πέρναγε δυτικότερα.

[27] Πιτερός 189-190 και εικ. 6.

[28] Παυσ. II 22,8. Πλούτ., Πύρ. 34,4.

[29] Πιτερός 189-190. Pierart 1982,149-15Τ του ιδίου 1998, 342, 348.

[30] Εκτεταμένο δάπεδο από ψηφιδωτό, καθώς και ένα δεύτερο, εκτεταμένο επίσης δάπεδο με πλακόστρωση από κυανές πλάκες, ανατολικότερα (Vollgraff 178-179). Στα κατάλοιπα αυτά, ορατά «εις τό όπισθεν μέρος τοΰ Δ. τοίχου του ναού» αναφέρεται ασφαλώς και ο Τσακόπουλος (21).

[31] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328 και πίν. XIV- Abadie-Reynal 397-398.

[32] Μπανάκα-Δημάκη et al. 331-332, Abadie-Reynal 399.

[33] Ανασκαφές οικοπέδων Φλώρου και Περδικάρη, Μπανάκα-Δημάκη et al. 331. Βλ. επίσης Pierart – Touchais 89-90.

[34] Οικονόμου-Laniado 407.

[35] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328′ Abadie-Reynal 400-402.

[36] Την πληροφορία οφείλω στο Γιώργο Τσεκέ, τον οποίο και ευχαριστώ.

[37] Για μια συνθετική εικόνα βλ. Pierart – Touchais 98-100.

[38] Πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία για τους περιηγητές και καλλιτέχνες που επισκέφτηκαν το Άργος περιέχεται στο πολύτιμο αλλά ανέκδοτο έργο του Sève 1979, 9-59 (αντίγραφο στα αρχεία της Γαλλικής Σχολής Αθηνών), καθώς και στο Sève 1998.

[39] Sève 1979,224-227.

[40] Sève 1979,228-231.

[41] Υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές του κειμένου. Η ελληνική μετάφραση του Τσελεμπί που είχα στη διάθεσή μου (Λούπης 1999) περιλαμβάνει λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αναφέρονται στη γαλλική μετάφραση που διαθέτει ο Sève (1979,224 σημ. 2 και 3). Στη μετάφραση του Sève οι συνοικίες αναφέρονται ως Σεμπεκλέρ και Κυάνυα (1979,227 και σημ. 14).

[42] Sève 1979,387-388 και πίν. Ι ίδιου 1998, εικ. 1 και εικ. εξωφύλλου.

[43] Sève 1979, πίν. II και II bis.

[44] Φαίνεται μάλλον απίθανο να πρόκειται για δεύτερο, χαμηλότερο μιναρέ.

[45] Sève 1979,387. Αξιοπερίεργο είναι ότι στην κάτοψη του Coronelli διακρίνονται δύο κτίρια που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε τζαμιά, εκείνο που σημειώνει ο Sève στο σκαρίφημα II bis, καθώς και ένα μεγαλύτερο αριστερότερα, με οκταγωνική κάτοψη και προσκτίσματα.

[46] Sève 1979,235.

[47] Sève 1979,181,234-235, 1998,423.

[48] Sève 1979, 388-389 και πίν. IV-IV bis- ιδίου 1998, 421, 423 και εικ. 3. Ο Sève (1979, 389, ίδιου, 1998,421 σημ. 42) αναρωτιέται αν τα αρχικά YDS σημαίνουν V(an) D(eyk) S(sulpsit).

[49] Sève 1979,16, 239-255, 390-394 και πίν. VI-X, LXIII, ιδίου 1993,12, 31-35, 38-39 και εικ. 1-2,6, ιδίου 1998,423 και εικ. 4-5.

[50] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα σχέδια του Fourmont η πόλη φαίνεται να είναι μετατοπισμένη ελαφρώς νοτιότερα και τα κτίρια/σπίτια συγκεντρωμένα σε δύο πυκνότερες συνοικίες, η πρώτη στους πρόποδες της Λάρισας, λίγο βορειότερα των Θερμών, και η δεύτερη στα νοτιοανατολικά. Η οργάνωση αυτή αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα κατοίκησης του Άργους στην παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο που δημοσιεύεται στο Pariente – Touchais πίν. XIV.

[51] Sève 1979,392-393.

[52] Sève 1979,17,181.

[53] Sève 1979,17,181-182,256-257, ιδίου 1993,12.

[54] Ίσως να εννοεί το μεντρεσέ.

[55] Sève 1979.181-182′ ίδιου 1998,423.

[56] Sève 1979,395-397 και πίν. XIII-XV, ιδίου 1993,37,56-57 εικ. 4-5, ιδίου 1998,423,430 εικ. 6. Για την πατρότητα των σχεδίων, βλ. Sève 1998,426 addendum.

[57] Sève 1979, πίν. XV και XV bis- ιδίου 1993,57 εικ. 5α-β, ιδίου 1998,430 εικ. 6.

[58] Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Sève (1979,397), από κάποιο λάθος αντιγραφής το σχέδιο είναι αναστραμμένο (το δεξί τμήμα της πόλης βρίσκεται αριστερά). Εδώ το έχουμε επαναφέρει στη σωστή του κατεύθυνση.

[59] Sève 1979,398 και πίν. XVII, ιδίου 1998,421,431 εικ. 7.

[60] Sève 1979,19,268-278,398-400 και πίν. XVI1I-XX, ίδιου 1998,418,420-422 και εικ. 8-9.

[61] Sève 1979, πίν. XX- ιδίου 1998,432 εικ. 9.

[62] Sève 1979, 270. Επειδή στο σχέδιο του Gell δεν διακρίνεται ο μεντρεσές, ο Sève (σημ. 7) υποθέτει ότι ο συγγραφέας μπορεί, κατά λάθος, να περιγράφει το τζαμί της αγοράς, το οποίο συχνά αναφέρεται ότι περιλάμβανε και μεντρεσέ. Όμως είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το τζαμί της ΝΑ συνοικίας περιλάμβανε μεντρεσέ (Ζεγκίνης 274), πιθανότατα όχι από την ίδρυσή του, ο οποίος μπορεί να ήταν σίγουρα μικρότερος και επομένως δυσδιάκριτος.

[63] Sève 1979,280,400.

[64] Sève 1979,279,400 και πίν. XXIII, ιδίου 1998,423,432 εικ. 10.

[65] Sève 1998,423.

[66] Sève 1979,287-295 και πίν. XXIV- ιδίου 1998,433 εικ. 11.

[67] Sève 1979,298.

[68] Sève 1979,404 και πίν. XXXI・ ιδίου 1998,436 εικ. 18.

[69] Sève 1979,403Μ04 και πίν. XXVII-XXX- ιδίου 1998, 420-421,423,434-436 εικ. 14-17.

[70] Το σχέδιο αυτό, αν και πολύ ενδιαφέρον, δεν μπορούμε να αναδημοσιεύσουμε, επειδή το κλισέ που διαθέτουμε δεν είναι καλής ποιότητας.

[71] Sève 1979,406 και πίν. XXXVI- ιδίου 1998,423,437 εικ. 19.

[72] Ζεγκίνης 294.

[73] Δωροβίνης 86.

[74] Δωροβίνης, όπ. π.

[75] Sève 1979.332.

[76] Στο σχέδιο του Borroczyn (1831) αναφέρεται ως Hopital. Επιπλέον ο Δ. Περρούκας, ο οποίος είχε διοριστεί ‘Εφορος Υγείας για την περιφέρεια, σε έγγραφο του (5.6.1828), αναφέρεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο της πόλης και μάλιστα μνημονεύει το οργανωτικό μέτρο που πήρε να μεταφέρονται οι ασθενείς «εις μίαν άκραν», «εις τό Νοσοκομείον». Σε πίνακα επισυναπτόμενο στο έγγραφό του ρητά αναφέρει «Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος» (Δωροβίνης, όπ. π.). Το σχέδιο Borroczyn δημοσιεύει και ο Sève 1979, πίν. XLIII.

[77] Στα 1830, σε έγγραφα του αρχηγού του στρατού Gerard και του αξιωματικού Βαλλιάνου αναφέρονται προϋπολογισμοί «για την κατασκευή θεραπευτηρίου για τους αρρώστους του ιππικού μέσα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου». Φαίνεται ότι παρά τη λειτουργία του ως θεραπευτηρίου ο χώρος του ναού δεν επαρκούσε εφόσον πάγειο αίτημα, έως τουλάχιστον το 1831, εξακολουθούσε να είναι η ανεύρεση πρόσθετου ευρύχωρου καταλύμματος για τις ανάγκες των ασθενών στρατιωτών (Δωροβίνης 87).

[78] Με Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 30, τεύχος Α’.

[79] Ο Τσελεμπί αναφέρει δύο τζαμιά σε συσχετισμό με τα δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) του Άργους. Το πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Pasa Camii), ενώ το δεύτερο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal Ibrahim Efendi Camii). Για τα δύο αυτά τζαμιά δεν έχουμε άλλα στοιχεία (Τσιανάκας).

[80] Πα μια επισκόπηση της σύνθεσης του πληθυσμού του Άργους, από τα μέσα του 17ου έως τα μέσα του 19ου, με βάση τις μαρτυρίες των ταξιδιωτών, βλ. Sève 1979,207-208. Στην επισκόπηση αυτή μαθαίνουμε, λ.χ., ότι το 1720 οι Τούρκοι ήταν 15-20 έναντι 300 Ελλήνων (de Pellegrin), το 1799 τα 6/8 του πληθυσμού ήταν Έλληνες (Pouqueville), το 1806 οι Τούρκοι ήσαν 60-80 οικογένειες (Leake), ενώ το 1810 οι μοναδικοί Τούρκοι ήταν ο διοικητής και οι στρατιώτες (Galt).

[81] Ayverdi 244-245.

[82] Ayverdi, όπ. π., σημ. 81. Να σημειώσουμε ότι Çarsi στα τουρκικά σημαίνει αγορά-παζάρι.

[83] Sève 1979,192-197, ιδίου 1998,424, Ζεγκίνης 274-275.

[84] Ο Πύρρος, όπως και άλλοι περιηγητές, σημειώνει ότι «τόν ναόν αυτόν πρό μικρού οί Τούρκοι είχον λουτρόν όπου έλούοντο» (Sève 1979, 332, ιδίου 1998,424).

[85] Ο Πύρρος συμπληρώνει ότι «διά τήν κατασκευήν του κτιρίου τούτου έκάησαν όλα σχεδόν τά λευκά μάρμαρα τής Άργολίδας πρός κατασκευήν λευκής ασβέστου. Τό ώραΐον αυτό κτίριον, το όποιον άνεκαίνισεν ευνούχος τις του Σουλτάν Μπαγιαζίτου, έκρήμνισαν πρό μικρού οί Άργειοι, έπαίροντες έκείθεν τόν μόλυβδον καί τά μάρμαρα αύτοϋ- σώζονται όμως έως τώρα πολλώτατα ερείπια αυτού» (Sève 1979, 333 αλλά και 196-197).

[86] Ανάλογη διήγηση για την αφαίρεση του μολυβιού της στέγης υπάρχει άλλωστε και για το τζαμί της αγοράς, βλ. προηγούμενη σημείωση.

[87] Ο ναός βρισκόταν πιθανώς στο τρίγωνο μεταξύ των οδών Αγ. Κωνσταντίνου, Καποδιστρίου καιΤημένου, βλ. εικ. 2.

[88] Βλ. επίσης Sève 1979,181 σημ. 10,227 σημ. 14, ιδίου 1998,423.

[89] Sève 1998,423 σημ. 54.

[90] «Πρός Α καί ΒΑ του ναού ήτο τό διοικητήριον, επιβλητικόν και τετράγωνον, τό μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Άλή Ναμίκ μπέη… Έναντι καί Α του ναού ήσαν καί άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα έπισήμων καί επιφανών Τούρκων». Τσακόπουλος 21. Βλ. επίσης Ζεγκίνης 274-275.

[91] Ζεγκίνης 204.

[92] Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοπόννησου (Τσιανάκας), στο Άργος υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) (βλ. παραπάνω σημ. 79) και ένας μεντρεσές (ιεροσπουδαστήριο).

[93] Βλ. παραπάνω σημ. 85.

[94] «Ούτοι κατά Φραντζήν ήσαν 60.000, κατ’ άλλους 12.000, κατά Πουκεβίλλ πιθανώτερον 20.000… Τότε ό Μωρηάς ώνομάσθη ‘κατακαϋμένος’… Εις 80.000 Έλληνες άνέρχονται τά θύματα τής μάχαιρας των Αλβανών… Κατόπιν οί Αλβανοί έπετίθεντο κατά Τούρκων» (Ζεγκίνης 210).

[95] Ζεγκίνης 225, Sève 1979,181 σημ. 10, ιδίου1998,423 και σημ. 56.

[96] Ζεγκίνης 294, σχετικά με τη μαρτυρία του Pouqueville (1799,1815).

[97] Η τετράγωνη κάτοψή του παραπέμπει στο ρυθμό των κυβόσχημων σταυροειδών εγγεγραμμένων με τρούλλο. Οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού δεν ήταν απαραίτητο να εξέχουν εξωτερικά (βλ. Όμορφη Εκκλησιά Αθηνών, Ταξιάρχης Μεσαριάς Ανδρου).

[98] Η άποψη του αρχαιολόγου Πιτίδη ότι οικοδομείται στο διάστημα μεταξύ 1570 και 1600 (Τσακόπουλος 20) δεν γνωρίζουμε σε ποια στοιχεία βασίζεται. Ο Ζεγκίνης (294), στηριζόμενος ίσως στην ίδια πηγή, προτείνει ότι «εκ του ρυθμού του φαίνεται ότι είναι εν από τα αρχαιότερα μουσουλμανικά τεμένη. Εκτίσθη περί το 1570-1580».

[99] Είναι ίσως αξιοσημείωτο ότι ο Τσελεμπί (1668) μόνο για το τζαμί της αγοράς αναφέρει ότι είχε θολωτή στέγη και μιναρέ.

[100]  Σύμφωνα με την ερευνήτρια I. Scheltema, η οποία μελετά τα οθωμανικά αρχεία, ο μετέπειτα Αγ. Κωνσταντίνος κτίστηκε από τον Haci Beshir Agha, μετά το 1715, ενώ το τζαμί της αγοράς από τον Topal Osman Pasha, την ίδια περίοδο (προσωπική ανακοίνωση για την οποία την ευχαριστώ). Ωστόσο, ακόμη και αν οι ταυτίσεις αυτές είναι ορθές, δεν αποκλείεται οι παραπάνω αξιωματούχοι να επισκεύασαν απλώς παλαιότερα κτίρια τα οποία μετονομάστηκαν: το μεν Besikler Çâmii σε Beshir Agha Çâmii το δε Çarsi Çâmii σε Osman Pasha Çâmii. Στη συνέχεια τα τζαμιά διατήρησαν πιθανώς και τις δύο ονομασίες. Κάτι τέτοιο φαίνεται να δικαιολογεί την άποψη περί «πολλαπλογραφίας» του καταλόγου του Ayverdi (Σαμπανοπούλου, προσωπική ανακοίνωση).

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Abadie-Reynal, C., Un exemple de Egression du phenomene urbain: Argos aux IV’-VIF siecles ap. J.-C., στο Pariente -Touchais, 397-104.
  • Ayverdi, E.H., Avrupa’da Osmanli Mimari Eserleri- Bulgaristani Yunanistan- Arnavutluk. [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 1982.
  • Barakari-Gleni, Κ. – Pariente, A., Argos du VIIs au IF’ s. av. J.-C.: synthese des donees archeologiques, στο Pariente – Touchais, 165-178.
  • Δημακοπούλου, Κ., Ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής στο Άργος. Ανασκαφή οικοπέδου Γ. Λεμπετζή, στο Pariente – Touchais, 57-70.
  • Δωροβίνης, Β., Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της Καποδιστριαχής εποχής (1828-1833), μέρος 4ο, Αρχαιολογία 33(1989)80-88.
  • Gabriel, A., Monuments turcs de I’Anatolie, 1931-34.
  • Goodwin, G., A History of Ottoman Architecture, 1971.
  • Hillendrand, R., Islamic Architecture. Form, function and meaning, 1994.
  • Λούπης, Δ., Ελβιά Τσελεμπί Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671). Πελοπόννησος, Νησιά Ιονίου, Κρήτη, Κυκλάδες, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου. Εισαγωγή, απόδοση από τα Τουρκικά, σημειώσεις, Αθήνα 1999.
  • Μπανάκα-Δημάκη, Α., Ρωμαϊκά ταφικά μνημεία τον Άργους, στο Pariente – Touchais, 385-395.
  • Μπανάκα-Δημάκη, A. – Παναγιωτοπούλου, A. – Οικονόμου- Laniado, A., Το Άργος κατά τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Pariente – Touchais, 327-336.
  • Μπαρακάρη-Γλένη, Κ., Συμβολή στη μελέτη της τοπογραφίας της αρχαίας πόλης του Άργους. Στοιχεία από την ανασκαφή στο οικόπεδο Γ. Λεμπετξή, στο Pariente – Touchais, 271-290.
  • Μπούρας, X., Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1975.
  • Οικονόμου-Laniado, A., Les cimetieres paleochretiens d’Argos, στο Pariente – Touchais, 405-416.
  • Pariente, A. – Touchais, G. (6d.J, Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et I’Argolide: Topographie el Urbanisme, Actes de la Table Ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athenes -Argos, EFA, Recherches Franco-Helleniques 3, 1998.
  • Pierart, M., Deux notes sur Vitineraire argien de Pausanias, BCH 106(1982)139-152.
  • Pierart, M., L ‘itineraire de Pausanias a Argos, στο Pariente – Touchais, 337-356.
  • Pierart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Πιτερός, X., Συμβολή στην αργειακή τοπογραφία. Χώρος, οχυρώσεις, τοπογραφία και προβλήματα, στο Pariente – Touchais, 179-210.
  • Sève, Μ., Temoignages de voyageurs et d’artistes sur la ville et les antiques d’Argos (XVIe-XIXe siecles). These de 3e Cycle inedite, pwsentie a TUniversite de Paris X-Nanterre, 1979.
  • Sève, M., Les voyageurs franqais a Argos, Paris 1993.
  • Sève, M., L’urbanisme argien au XVIIIe et au debut du XIXe siecle d’apres les voyageurs, στο Pariente – Touchais, 417-137.
  • Touchais, G., Argos a Tepoque m0sohelladique : un habitat ou des habitats ?, στο Pariente – Touchais, 71-84.
  • Touchais, G. – Divari-Valakou, N., Argos du neolithique a Tepoque geometrique : synthese des donnies archeologiques, στο Pariente – Touchais, 9-21.
  • Τραυλός, I., Πολεοδομική έξέλιξις τών Αθηνών, Αθήναι 1960.
  • Τσακόπουλος, Τ, Συμβολαΐ εις την ιστορίαν τής εκκλησίας τής Αργολίδος, τόμ. 5,1955,20-23.
  • Τσιανάκας, Ε., 2004. Τα οθωμανικά σχολεία της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, στο 3ο Διεθνές Συνέδριο «Ιστορίας Εκπαίδευσης», 1-3 Οκτωβρίου 2004. Οργάνωση, Εργαστήριο Ιστορικού Αρχείου Νεοελληνικής και Διεθνούς Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος
  • Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praktika%2011/tsianakas.htm
  • Ζεγκίνης, I., Το Αργος διά μέσου τών αιώνων. Πύργος 1968 (1948).
  • Unsal, Β., Turkish Islamic Architecture in Seljuk and Ottoman times (1071-1923), 1959.
  • Vollgraff, W., Fouilles d’Argos. B. – Les etablissements pr0historiques de I’Aspis (suite). C. – La topographie de la ville hellenique, BCH 31 (1907) 139-184.

 

Άννα Φίλιππα-Touchais

Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)  «Πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στις 15-11-2008 στο Άργος. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Εκπαιδευτικό βιωματικό πρόγραμμα «Τα ψηφιδωτά του κήπου».  Σάββατο 20 Απριλίου 2019 και ώρα 10:00 π.μ., στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους


 

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους διοργανώνει Εκπαιδευτικό βιωματικό πρόγραμμα με τίτλο: «Τα ψηφιδωτά του Κήπου». Απευθύνεται σε παιδιά 6-15 ετών και έχει διάρκεια 90 λεπτά.  

Το πρόγραμμα μέσα από την αφήγηση, το παιχνίδι, την παρατήρηση και την εικαστική δημιουργία εισάγει τα παιδιά στο συναρπαστικό κόσμο της ανακάλυψης και της συλλογικής μνήμης. Εμπλουτίζει με μια πολιτιστική διάσταση τα μαθήματα του σχολείου, προσφέρει ευκαιρίες επαφής με πλευρές του πολιτισμού μας, προβληματίζει δημιουργικά και μας προκαλεί με γρίφους και δημιουργικές κατασκευές.

Περιγραφή προγράμματος: Η δράση αναπτύσσεται αρχικά μέσα από την παρατήρηση ψηφιδωτών παραστάσεων. Τα παιδιά εργάζονται χωρισμένα σε ομάδες, παρατηρούν και στη συνέχεια συζητούν για τα έργα που είδαν. Περιγράφουν τις μορφές, τα ρούχα, αναγνωρίζουν αντικείμενα, κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, μαθαίνουν λέξεις και όρους. Ανακαλύπτουν τη ιστορική διαδρομή του ψηφιδωτού, τα υλικά, τους ψηφοθέτες, τις τεχνικές και στη συνέχεια σχεδιάζουν τα δικά τους έργα.

Βασικοί στόχοι: Η επαφή με το ψηφιδωτό μέσα από την παρατήρηση, την έρευνα και τη ζωγραφική ανασύνθεση μιας παράστασης, από τα έργα που εκτίθενται στον κήπο του μουσείου. Η γνωριμία και η κατανόηση των όρων μουσείο, ψηφίδα, μάρμαρο, αρμός, απεικόνιση, σύνθεση, ψηφοθέτης, μοτίβα, κενά, γεμίσματα. Η σχεδίαση ψηφιδωτών έργων μέσα από την παρατήρηση και τον πειραματισμό.

 

Τα ψηφιδωτά του κήπου

 

Βιωματικό εργαστήρι

 

Το εργαστήρι πραγματοποιείται στον κήπο του αρχαιολογικού Μουσείου Άργους. Σκοπός του είναι οι μαθητές να γνωρίσουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι ψηφιδωτές παραστάσεις. Να εξασκηθούν στην παρατήρηση των αντικειμένων, να γνωρίσουν τη διαδικασία και τη χρησιμότητα της συντήρησής τους και να αντιληφθούν τον πολυδιάστατο ρόλο του μουσείου και την προσφορά του στη συλλογική μνήμη και την εκπαίδευση. Να αναπτύξουν την οξυδέρκεια, την προσοχή, τη δύναμη της αυτοσυγκέντρωσης, τη λεπτή κινητική δεξιότητα, τη δημιουργική επιμονή, την πρωτοβουλία και τη δημιουργική φαντασία.

 

Οι δράσεις του εργαστηρίου αποτελούνται από τρεις ενότητες

 

Στην πρώτη ενότητα, ο συντονιστής συζητά και αναλύει με τους μικρούς επισκέπτες τις έννοιες: μουσείο, εύρημα, ανακάλυψη, συντήρηση, έκθεση καθώς και την ιστορία του ψηφιδωτού και της δημιουργίας του. Στη συνέχεια τα παιδιά παρατηρούν τις ψηφιδωτές παραστάσεις, συλλέγουν και καταγράφουν δεδομένα σε σχέση με τα υλικά, τα χρώματα και τη θεματολογία. Τα παιδιά συνομιλούν με τα αντικείμενα, προσφέροντας δυνατότητες πολλαπλότητας ερμηνειών. Μέσα από τη συνεργασία και τη σύμπραξη με τα άλλα παιδιά, την ανακάλυψη την ολόπλευρη συμμετοχή, την προσωπική ερμηνεία και τον προβληματισμό, τα παιδιά όχι μόνο παύουν να θεωρούν το μουσειακό χώρο ανιαρό και απρόσιτο, αλλά αρχίζουν να εξοικειώνονται  με αυτόν, αποκτώντας μια θετική εικόνα για το μουσείο.

Στη δεύτερη ενότητα γίνεται η διερεύνηση των θεμάτων και των απεικονίσεων που εντοπίστηκαν και κέντρισαν το ενδιαφέρον των παιδιών. Με αφορμή τις παρατηρήσεις τους γίνεται συζήτηση για τις απεικονίσεις των συγκεκριμένων προσωποποιήσεων, που είναι οι «Εποχές του Χρόνου» και οι «Δώδεκα Μήνες», για το πως αυτές αποδίδονται, πως έχουν διατηρηθεί και πως παρουσιάζονται.

Στην τρίτη ενότητα τα παιδιά αφού έχουν επιλέξει το θέμα που θα αναπαραστήσουν, πειραματίζονται με τη ζωγραφική απόδοσή του. Σχεδιάζουν, επιλέγουν χρώματα, συμπληρώνουν και δημιουργούν το δικό τους έργο. Εναλλακτικά, εμπνέονται από τις ψηφιδωτές παραστάσεις και συνθέτουν ένα δικό τους θέμα.

Το πρόγραμμα θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 20 Απριλίου 2019 και ώρα 10:00 π.μ., στον κήπο του Μουσείου.

Συντονιστής προγράμματος: Μιχάλης Σκούρτης, συντηρητής – ιστορικός ΕΦΑ Αργολίδας.

Η Παιδική – Νεανική Βιβλιοθήκη του Δήμου Άργους – Μυκηνών συμμετέχει στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Πληροφορίες: Παιδική – Νεανική Βιβλιοθήκη, τηλ. 27510 69484. Τρίτη, Τετάρτη & Παρασκευή: 14:00-20:00.

 

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688) – Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος


 

[…] Οι πρώτες οθωμανικές επιδρομές στην Πελοπόννησο αναφέρονται το 1387-1388 υπό την αρχηγία του Γαζή Εβρενός μπέη. Το 1387 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1384-1407) ζήτησε τη συνδρομή του Εβρενός εναντίον της Εταιρείας των Ναυαραίων. Γρήγορα όμως ο Οθωμανός πολέμαρχος άλλαξε στρατόπεδο και το 1395 τάχθηκε στο πλευρό του Κάρλο Τόκκο (1381-1429) εναντίον του Θεοδώρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Οθωμανοί πέρασαν από το αναγνωριστικό στάδιο στη γνώση της πελοποννησιακής πολιτικής κατάστασης και γεωγραφίας. Ακολούθησαν οκτώ οθωμανικές επιθέσεις: 1395, 1397, 1423, 1431, 1446, 1453, 1458 και 1460. Κάποιες από αυτές είχαν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στην οικονομία και τη δημογραφία της Πελοποννήσου.

Το 1397 ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ (1389-1402) έστειλε στην Πελοπόννησο τον Εβρενός μπέη και τον Γιακούμπ πασά επικεφαλής στρατεύματος εξήντα χιλιάδων ανδρών. Οι Οθωμανοί κατεδάφισαν το τείχος του Εξαμιλίου στην Κόρινθο και έπειτα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Ο Γιακούμπ πασάς δήωσε το Άργος και έστειλε χιλιάδες αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία. Το δεύτερο τμήμα, υπό τις εντολές του Εβρενός, λεηλάτησε τις βυζαντινές περιοχές ως τη Μεθώνη και την Κορώνη.

Οι δυνάμεις του Θεοδώρου υπέστησαν ήττα στο Λεοντάρι. Το 1423, σε επίθεσή του, ο Του- ραχάν μπέης κατέστρεψε το τείχος του Εξαμιλίου, που είχε εν τω μεταξύ ανοικοδομηθεί το 1415 από τον Μανουήλ Β’ (1391-1425), και συνέχισε τις δηώσεις στον Μυστρά, το Λεοντάρι, το Γαρδίκι και τη Δαβία. Μετά την αποχώρησή του, οι Βυζαντινοί ηγεμόνες της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος με έδρα το Χλεμούτσι, Θωμάς στα Καλάβρυτα και Θεόδωρος στον Μυστρά, δεν κατάφεραν να δράσουν εν ομονοία. Το 1432 πέθανε ο τελευταίος πρίγκιπας της Αχαίας Κεντυρίων Ζαχαρίας (1404-1430) και μαζί του έδυσε και το φραγκικό πριγκιπάτο.

Μουράτ Β’, σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1421-1444, 1446-1451).

Το 1444 ο Κωνσταντίνος επισκεύασε το Εξαμίλιο και επιτέθηκε στο δουκάτο των Αθηνών που βρισκόταν υπό την προστασία των Οθωμανών. Ως συνέπεια, ο Μουράτ Β’ (1421-1444, 1446-1451) επέδραμε κατά της εξ ολοκλήρου βυζαντινής πλέον Πελοποννήσου και πήρε περισσότερους από εξήντα χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Κωνσταντίνος και ο Θωμάς ήταν πλέον φόρου υποτελείς στον σουλτάνο. Το 1449 ο Κωνσταντίνος αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη ως διάδοχος του θρόνου, καθώς ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος (1425-1448) είχε αποβιώσει άτεκνος. Η Πελοπόννησος πλέον διοικείτο από τους αδελφούς του Θωμά και Δημήτριο. Συνεχίζοντας την ανταγωνιστική τους σχέση ο Δημήτριος αποτάθηκε στους Οθωμανούς ενώ ο Θωμάς στους Λατίνους. Το 1453 ο Ομέρ μπέης, γιος του Τουραχάν, εστάλη για να διευθετήσει το ζήτημα της αλβανικής εξέγερσης στην Πελοπόννησο. Μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας του, οι Αλβανοί αναγνώρισαν τους Βυζαντινούς δεσπότες και ο Θωμάς με τον Δημήτριο συμφώνησαν να αποδίδουν στον σουλτάνο φόρο 12.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Επειδή όμως υστέρα από τρία χρόνια ο Μωάμεθ Β’ (1444-1446, 1451-1481) δεν είχε ακόμη λάβει τα οφειλόμενα από την Πελοπόννησο, ααποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος εεκστρατείας στη νότια Ελλάδα. Την 15η Μαίου 1458 στρατοπέδευσε έξω από την Κόρινθο. Μετά από πάροδο τεσσάρων μηνών ο Ματθαίος Ασάν συνθηκολόγησε και παρέδωσε την πόλη.Σύμφωνα με τη συνθήκη εεξασφαλίζονταν οι περιουσίες των Κορινθίων, τα κατακτηθέντα εδάφη (ένα τρίγωνο στη βόρεια Πελοπόννησο, περίπου το ένα τρίτο της έκτασής της) ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ τα εναπομείναντα κάστρα ανήκαν στους Θωμά και Δημήτριο, οι όποιοι ήταν υπόχρεοι φόρου 3.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως έκαστος. Τέλος, ο σουλτάνος ααναλάμβανε να συνδράμει τους δυο ηγεμόνες σεπερίπτωση εεξωτερικής επίθεσης.

Το 1458 ο Μωάμεθ Β’ ίδρυσε το σαντζάκι του Μόρια και διόρισε τον Ομέρ μπέη σαντζάκμπεη. Την επόμενη χρονιά ο Θωμάς δεν τήρησε τη συμφωνία και με την υποστήριξη των Αλβανών του εεπιτέθηκε κατά του Δημητρίου και των Οθωμανών στο πλευρό του δεύτερου τάχθηκαν ο Ματθαίος Ασάν και ο Ζαγανός πασάς. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, ο Μωάμεθ αποφάσισε το 1460 να ηγηθεί άλλης μιας εκστρατείας στην Πελοπόννησο, που αποδείχθηκε καθοριστική για την οθωμανική κατάληψη. Ακολούθησε τη διαδρομή Κόρινθος, Άργος, Μυστράς, Καστρίτσι, Γαρδίκι, Λεοντάρι, Πύλος, Χλεμούτσι, Σανταμέρι, Σαλμενίκο. Την 30η Μαΐου 1460 ο Δημήτριος παρέδωσε τον Μυστρά στους Οθωμανούς και υπό την προστασία του σουλτάνου εγκαταστάθηκε στον Αίνο της Θράκης. Ο αδελφός του Θωμάς αιτήθηκε ασύλου στη Ρώμη.

Πορτραίτο του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια (Gian Andrea Doria), έργο του Sebastiano del Piombo, (Villa del Principe – Genoa, Italy).

Η Πελοπόννησος αποτέλεσε τμήμα των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έκτος των Μεθώνης, Κορώνης, ’Αργους και Ναυπλίου που παρέμεναν υπό βενετικό έλεγχο. Μέσα σ’ έναν αιώνα ολοκληρώθηκε η κατάκτηση: το Άργος κυριεύτηκε το 1463, η Μεθώνη και η Κορώνη το 1500, το Ναύπλιο και η Μονεμβασία το 1540. Αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να εεξετάζονται εντός του πλαισίου των βενετοτουρκικών πολέμων: α) 1463- 1479, β) 1499-1503, γ) 1537-1541. Η οθωμανική εξάπλωση στην ανατολική Μεσόγειο άλλαζε φυσικά τις πολιτικές και εμπορικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Ένα γεγονός που γέννησε στους Πελοποννήσιους ελπίδες απελευθέρωσης ήταν η αποστολή της αρμάδας του Ισπανού αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ στην Πελοπόννησο, υπό τις διαταγές του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια [Gian Andrea Doria] το 1532-1534. Ο δυτικός στόλος κατόρθωσε να ααποσπάσει από τους Οθωμανούς τα κάστρα της Κορώνης, της Πάτρας, του Ρίου, του Αντιρρίου και της Πύλου. Μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού φημολογείτο ότι ο Κάρολος Ε’ σκεφτόταν σοβαρά να οργανώσει εκστρατεία κατά των Οθωμανών. Πολλοί Πελοποννήσιοι έσπευσαν να συνδράμουν τους Λατίνους. Στην πραγματικότητα το κίνητρο του Ισπανού αυτοκράτορα ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις οθωμανικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης- Αλγερίου και να εξασφαλίσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Τα ισπανικά συμφέροντα, ωστόσο, δεν συνέπιπταν με τα βενετικά. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία περισσότερο προσπαθούσε να προστατέψει τις εμπορικές της βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο παρά να ακολουθήσει ιμπεριαλιστική πολιτική. Οι Βενετοί υπέγραψαν συνθήκη με τους Οθωμανούς και τους παρέδωσαν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία (1540). Αυτό σήμανε και τη λήξη της ισπανικής περιπέτειας στην Πελοπόννησο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Παλιές Ιστορίες (που βγάζουν γέλιο) – Συνέβησαν στην Αργολίδα»


 

Παρουσιάζεται το νέο βιβλίο Γιώργου Ν. Μουσταΐρα: «Παλιές Ιστορίες που βγάζουν γέλιο – Συνέβησαν στην Αργολίδα», το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019, στις 6 μ.μ., στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος», στο Άργος (Αγίου Κωνσταντίνου 29).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν, ο Γιώργος Κόνδης, συγγραφέας & εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών και ο  Γιώργος Γιαννούσης,  πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού, Οικονομολόγος & Ιστορικός ερευνητής, ο οποίος θα είναι και ο συντονιστής της εκδήλωσης. Αποσπάσματα θα διαβάσει η Νάντια Δανιήλ, ειδική εκπαιδευτικός, ποιήτρια και συγγραφέας.

Παράλληλα με την εκδήλωση, ο συγγραφέας, παρέα με τον Αργείο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Θεόφιλο Μετασίδη, θα παρουσιάσουν αγαπημένα λαϊκά & ρεμπέτικα τραγούδια.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Ερωδιός», το  προλογίζει ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας ιστορικών και λαογραφικών βιβλίων Γιώργης Έξαρχος.

 

Παλιές Ιστορίες…

 

Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας γι’ αυτή τη συλλογή ιστοριών:

 

«Οι παλιές ιστορίες έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Είναι παλιές! Αναφέρονται, δηλαδή, σε άλλες εποχές, περασμένες λίγο ή πολύ, όπου οι  άνθρωποι επικοινωνούσαν ακόμη πρόσωπο με πρόσωπο και όχι μέσω κοινωνικών δικτύων και οι πλάκες ήσαν συστατικό της καθημερινότητας, είτε σε κουρεία γίνονταν αυτές, είτε σε χωράφια, είτε σε οίκους ανοχής, είτε στην οποιαδήποτε κοινωνική ή επαγγελματική συναναστροφή.

 Πέραν αυτού, μέσα από αυτές τις ιστορίες ξαναζούν άνθρωποι, τόποι και χώροι, συνήθειες και καταστάσεις, που τις σκέπαζε, άδικα, η σκόνη της λήθης. Μ’ αυτή, λοιπόν, την συλλογή παλιών ιστοριών δεν ζηλώνω τον τίτλο του συγγραφέα αλλά αυτού που έχει πιάσει ένα ξεσκονόπανο και προσπαθεί να διώξει, χωρίς να κάνει μεγάλη ζημιά, τη σκόνη του παρελθόντος και να δώσει ξανά ζωή σε πράγματα που έχουν χαθεί και ξεχαστεί ή έχουν αλλάξει με το πέρασμα του πανδαμάτορα χρόνου».

Ενδεικτικά κάποιες από τις 43 ιστορίες του βιβλίου:

Στο Σχολαρχείο του Άργους, Ξύλο και κουμπούρα στα δικαστήρια, Εκάθισε εις την τέφραν!, Οι «κουμπάροι» από τ’ Ανάπλι, Ο παπα-Νικόδημος, Βασιλιάς Παύλος στο Κρανίδι, Καντάδα στ’ Ανάπλι, Η αλανιάρα γαϊδούρα, Παναγιώτης Τράμπας ο αυτοκινητιστής και το συμβάν στη Νέα Κίο, Η νύφη ήτανε… μανάβης!, Κάνοντας… μπανιστήρι στο Λυγουριό, Η κηδεία της… γουρουνίτσας και ο Δεσπότης, Τα Καμάκια του Ναυπλίου, Ο μαστρο-Σπύρος Δεκαβάλας, Ο Βασιλάκης από τη Φορωνέως, Χελιώτικες ιστορίες, Η Ροζάννα και ο… Χατζηπαναγής, Το καλσόν ως μέθοδος… αντισύλληψης, Στην «Ταβέρνα του Νικόλα», κάτω απ’ τη συκιά…, Προϊόν Παναριτίου, Εκδρομή με… νεκροφόρα!, Πλάκες κουρείων και κουρέων, Το ξενύχτι της αμαρτίας και η… κοιμωμένη συμβία, Ένα αργείτικο γαϊδούρι φορτωμένο… πράσα, Τραίνο στο Κουτσοπόδι και… ρέγγα στα Φίχτια … κ.ά, κ.ά…

Το βιβλίο διατίθεται από το Βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου» του Παναγιώτη Ουλή, Νικηταρά 15, στο Άργος.

 

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας (1956)

 

Γέννημα – θρέμμα της Δαλαμανάρας Άργους, ο Γιώργος Μουσταΐρας, πήγε σχολείο στο Άργος και σπούδασε στην Κτηνιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης. Στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα εργάσθηκε ως γραφίστας και ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ναυπλίου και στο Ελεύθερο Ραδιόφωνο Άργους. Στη συνέχεια, το 1991 δημιούργησε τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό «Ήρα», που λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 2003.

 

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

 

Το 1993 εξέδωσε την Εβδομαδιαία Παναργολική Εφημερίδα «Παρατηρητής» (1993 -2011) και ανάμεσα στα έτη 2001-2003 το μηνιαίο λαογραφικό – πολιτιστικό περιοδικό «Ματιές στην  Αργολίδα» (13 τεύχη). Το 2009 δημιούργησε την ηλεκτρονική εφημερίδα paratiritis-news.com.

Το 2010 εκλέχτηκε στο Δ.Σ. της Ένωσης Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ). Επίσης, έχει διατελέσει Πρόεδρος της Ένωσης Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αργολίδας (ΕΕΔΑ). Το 2008 τιμήθηκε για την προσφορά του ως δημοσιογράφος από τον Δήμο  Ερμιόνης.

Έχει γράψει βιβλία λογοτεχνικά και έρευνας. Το 2012 η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών τον τίμησε με Έπαινο για ιστορικό του διήγημα. Λογοτεχνικά του κείμενα έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα πανελλαδικά περιοδικά και εφημερίδες.

Για το συγγραφικό του έργο τιμήθηκε το 2009 από τον Οργανισμό Πολιτισμού & Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας.

Είναι ερευνητής της ιστορίας του ρεμπέτικου τραγουδιού, με μεγάλο αρχείο τραγουδιών, τραγουδά ο ίδιος και έχει δώσει πολλές συναυλίες με ρεμπέτικα τραγούδια. Κορυφαία στιγμή η συναυλία του στο Μπούρτζι του Ναυπλίου τo 2008, με θέμα «Τραγούδια της Φυλακής & της Παρανομίας». Η ηχογράφηση με τη φωνή του τού τραγουδιού «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε» θεωρείται μοναδική, με ένα εκατομμύριο «κτυπήματα» το χρόνο στο Youtube…

Τα βιβλία του:

  • Γιουγκοσλαβία & Μακεδονικό – Έρευνα ντοκουμέντο (1986) (εξαντλημένο).
  • Μπουζούκι μου διπλόχορδο – Το μπουζούκι, η ιστορία του και τα μυστικά του (1996). Σκάβοντας & γκρεμίζοντας (το πέρασμα του Αβά Φουρμόν από την Ερμιόνη) (2008).
  • Ρεμπέτ Ασκέρι & άλλα διηγήματα (2008).
  • Παλιές Ιστορίες (που βγάζουν γέλιο) – Συνέβησαν στην Αργολίδα (2019).

 

Read Full Post »

5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου – Άργος, θέατρο πρόταση  του συλλόγου «Πολιτιστική Αργολική Πρόταση»


 

Το 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου κάνει πρεμιέρα στις 18 Γενάρη, στο αμφιθέατρο του Εργατικού Κέντρου Καλαμάτας. Η φετινή θεματική αναφέρεται στην ισότητα των δύο φύλων. Περιλαμβάνει φυσικά την ιδιαίτερα επιτυχημένη εκπαιδευτική ζώνη. Θα ολοκληρωθεί στις 27 Γενάρη και εκτός από την Καλαμάτα θα παρουσιαστούν επίσης ντοκιμαντέρ στο Άργος, τη Σπάρτη, το Γύθειο, την Αμαλιάδα, τη Δημητσάνα και για πρώτη χρονιά στην Πάτρα και στην Πύλο.

Tο «5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου» θα διεξαχθεί από τις 18 έως 27 Ιανουαρίου 2019 στην Καλαμάτα ενώ μέρος του προγράμματος θα φιλοξενηθεί και στο Άργος (θέατρο πρόταση). Διοργανώνεται από το Κέντρο Δημιουργικού Ντοκιμαντέρ Καλαμάτας, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία.

Το μεγάλο αφιέρωμα του φετινού φεστιβάλ είναι Ισότητα των δύο φύλων, και πραγματοποιείται με την συγχρηματοδότηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει 48 ξένα ντοκιμαντέρ και 15 ελληνικά ενώ η εκπαιδευτική ζώνη 22 ταινίες.

 

5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου

 

Το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου ξεκίνησε δυναμικά τις προ φεστιβαλικές του δραστηριότητες με τέσσερις πολύ σημαντικές καινούργιες συνεργασίες.

Η συνεργασία του με την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών όπου μεταπτυχιακοί φοιτητές της ξεκίνησαν ήδη την προεργασία με τον πολυβραβευμένο συνεργάτη Ολλανδό σκηνοθέτη Robert Rombout με ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο- εργαστήριο το οποίο και θα ολοκληρωθεί κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ με τελικό προορισμό την παραγωγή καλλιτεχνικών εργασιών videoart με θεματικό άξονα την πόλη της Καλαμάτας.

Η συνεργασία με την Γενική Γραμματεία Ισότητας, οδήγησε σε μία ουσιαστικά καινοτόμα πρωτοβουλία, όπου ήδη ολοκληρώθηκε επιμορφωτικό σεμινάριο σε εκπαιδευτικούς με θέμα «Η έμφυλη οπτική στον Κινηματογράφο» σε συνεργασία με την Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι συμμετέχοντες/ουσες εκπαιδευτικοί έχουν τη δυνατότητα στο πλαίσιο του διδακτικού τους έργου και να βοηθήσουν τους μαθητές να προβληματιστούν και να παράγουν κινηματογραφικά έργα με θέμα την ισότητα τα οποία θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο του 5ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου.

Από φέτος η Γενική Γραμματεία Ισότητας θέσπισε 2 βραβεία για ντοκιμαντέρ που αφορούν την «Ισότητα φύλων».

Μια ουσιαστική συνεργασία ξεκίνησε με το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου το οποίο συμμετέχει ενεργά στις εργασίες διοργάνωσης του φεστιβάλ. Τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές θα αναλάβουν κατά την διάρκεια του τριμήνου την αξιολόγηση των βραβείων κοινού και την υλοποίηση έρευνας σχετικά με την οργάνωση του φεστιβάλ.

Το εκπαιδευτικό κομμάτι του φεστιβάλ περιλαμβάνει φέτος επισκέψεις σε σχολεία της περιφέρειας με μικρή δυνατότητα μετακίνησης όπου θα προβάλλονται επιλεγμένα ντοκιμαντέρ συνοδεία σκηνοθέτη και θα δοθούν προκαταρκτικά σεμινάρια παραγωγής στους μαθητές.

Το 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου πραγματοποιείται με την οικονομική ενίσχυση των Υπουργείου Πολιτισμού και ΕΣΠΑ.

 

Σχετικά με το Φεστιβάλ

 

Πρόκειται για Φεστιβάλ ταινιών ντοκιμαντέρ με έμφαση στο διεθνές ντοκιμαντέρ με αφιερώματα, παράλληλες εκδηλώσεις, εκπαιδευτική ζώνη, σεμινάρια και masterclasses.

Το κυρίως φεστιβάλ διεξάγεται το τελευταίο δεκαήμερου του Ιανουαρίου στην Καλαμάτα και μέρος του προγράμματος προβάλλεται και σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Από όλες τις δράσεις στη διάρκεια του χρόνου στόχος μας είναι να έρθει το μη μυημένο κοινό σε επαφή με το κινηματογραφικό είδος του ντοκιμαντέρ. Προτεραιότητα μας είναι το νεανικό κοινό να έρθει σε επαφή με το ντοκιμαντέρ και να ασχοληθεί ενεργά και δημιουργικά με αυτό δίνοντας του το αρχικό κίνητρο ώστε να δημιουργήσει δικές του παραγωγές.

Επίσης μέσα από το φεστιβάλ θέλουμε να αναβαθμίσουμε την πολιτιστική ζωή της ευρύτερης περιοχής, να δώσουμε την ευκαιρία σε μία μεγάλη ομάδα πληθυσμού που δεν έχει πρόσβαση ούτε σε κινηματογράφους ούτε σε άλλα μεγάλα φεστιβάλ να γνωρίσει την εγχώρια και διεθνή κινηματογραφική παραγωγή.

 

5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου

 

Το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στο Άργος 19 – 21 Ιανουαρίου στο θέατρο πρόταση  του συλλόγου «Πολιτιστική Αργολική Πρόταση» Οδ. Ανδρούτσου 13, Άργος.

 

19 Ιανουαρίου, Σάββατο

6 μ.μ. Ένα δέντρο θυμάται | Κωνσταντίνος Φόλλας (86′)

Η ιστορία του Λίντιτσε, που οι Nαζί ισοπέδωσαν και εξαφάνισαν – κυριολεκτικά – ως αντίποινα για τη δολοφονία του Ράινχαρντ Χάιντριχ. Ωστόσο, το μικρό τσεχικό χωριό, που είναι αδελφοποιημένο με το Δίστομο και πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος, όχι μόνο δεν σβήστηκε από τον χάρτη αλλά αποτελεί σύμβολο στον αγώνα κατά του φασισμού.

8 μ.μ. Sonita | Rokhsareh Ghaemmaghami (90′)

Όταν η οικογένειά της προσπάθησε να την πουλήσει ως νύφη για γάμο, μια νεαρή Αφγανή πρόσφυγας στο Ιράν μεταδίδει την απογοήτευση της μέσω της μουσικής και αρπάζει το πεπρωμένο της. Πιάνοντας το μικρόφωνο φτύνει πυρωμένες ρίμες εναντία στις καταπιεστικές παραδόσεις.

20 Ιανουαρίου, Κυριακή

6 μ.μ. Queen Mimi | Yaniv Rokah (75′)

Αναγκασμένη στα 50 της να ζει στο δρόμο, η Μίμι βρίσκει το «σπίτι» της σε ένα καθαριστήριο της Σάντα Μόνικα, το οποίο έχει κάνει καταφύγιο τα τελευταία 20 χρόνια. Η αγάπη της Μίμι για το… ροζ, το να ζει χωρίς να κοιτάει πίσω, την… εκτόξευσαν από άστεγη στα κόκκινα χαλιά του Χόλιγουντ.

7.30 μ.μ. A Woman Captured | Bernadett Tuza-Ritter (87′)

Μία Ευρωπαία γυναίκα κρατείται από μια οικογένεια ως οικιακή σκλάβα τα τελευταία 10 χρόνια. Παίρνοντας κουράγιο από την παρουσία της σκηνοθέτιδoς, αποφασίζει να ξεφύγει από την ανυπόφορη καταπίεση και να απελευθερωθεί.

21 Ιανουαρίου, Δευτέρα

Εκπαιδευτική Ζώνη

9 π.μ. Liyana/Λιάνα | Άαρον Κόπ, Αμάντα Κόπ (77’) 10.30 π.μ. Kνωσσός, ο λαβύρινθος των μύθων | Nίκος Νταγιαντάς (52′) 11.30 π.μ. Remains | Ειρήνη Χατζή (40’) 12.15 μ.μ. Καγιάγιο -Tα Yποζύγια | Mari Bakke Riise (32’).

Ζώνη Κοινού

6 μ.μ. Τhe Money stone | Stuart Harmon (93’)

Το ντοκιμαντέρ είναι η ιστορία ενηλικίωσης δυο αγοριών που παλεύουν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους μέσα από τα παράνομα ορυχεία εξόρυξης χρυσού της Γκάνα.

8 μ.μ. The road to Sparta | Barney Spender (60′)

Τέσσερις δρομείς, τέσσερις ιστορίες, ένα ελληνικό δράμα. Ο δρόμος προς τη Σπάρτη ακολουθεί τη ζωή τεσσάρων δρομέων, καθώς προσπαθούν να ακολουθήσουν στα βήματα του Φειδιππίδη και να ολοκληρώσουν τα εξουθενωτικό “Σπάρταθλον” των 246 χιλιομέτρων μέσα σε 36 μόνο ώρες.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Read Full Post »

«Ο Εξωλέστατος» – Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Εξωλέστατος», του Εκπαιδευτικού και συγγραφέα από τη Σαρακήνα Χανίων, Οδυσσέα Κουμαδωράκη, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999, από τις  Εκδόσεις Δωρικός.

«Ο Εξωλέστατος» αναφέρεται  στην ζωή και τη δράση ενός αγνώστου για πολλούς αγωνιστή του 1821, του Υδραίου Αντώνη Οικονόμου, τον οποίο δολοφόνησαν  οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας στον ποταμό Χάραδρο του Άργους, γνωστότερο ως Ξεριά. Μνημείο του Αντώνη Οικονόμου βρίσκεται στη γέφυρα του Ξεριά Άργους.

 

Ο Εξωλέστατος

 

Ο Οικονόμου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον μπουρλοτιέρη των ψυχών Παπαφλέσσα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν επανήλθε στην πατρίδα του, φλογισμένος και μεθυσμένος από την ιδέα της επανάστα­σης, ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας, παρά τη θέληση των προκρίτων, οι οποίοι έμεναν αδρανείς. Οι πρόκριτοι, οι ισχυροί εφοπλιστές της εποχής, οι οποίοι είχαν συσσωρεύ­σει αμύθητα πλούτη στα αρχοντικά τους και διοικούσαν το νησί ολιγαρχικά, δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Αναγκάστηκαν, όμως, να αποδεχτούν το κίνημα του δημο­φιλή και ισχυρού τότε Οικονόμου, αλλά κάποια στιγμή τον ανέτρεψαν και τον εξόρισαν σε μοναστήρι της ορεινής Αχαίας, από όπου εκείνος δραπέτευσε, για να καταλήξει στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού της ορεινής Κορινθίας.

Όταν άρχισαν οι εργασίες της A‘ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, ο Οικονόμου εγκαταλείπει τη μονή και με λίγους συντρόφους του κατευθύνεται προς το Άργος. Και τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας αποφασίζουν να τον δολοφονήσουν.

Πέρα από την  περιπετειώδη και μυθιστορηματική βιο­γραφία του Άντώνη Οικονόμου, στο βιβλίο, παρακολουθούμε τις μεθοδεύσεις των προκρίτων να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και να κυβερνήσουν ολιγαρχικά, καθώς επίσης και τη σύγκρουσή τους με τον αγνό και ανιδιοτελή Δημήτριο Υψηλάντη.

Αν και βασικός στόχος της μυθιστορίας είναι η ζωή και η δράση ενός συγκεκριμένου αγωνιστή, εντούτοις υπάρχει η αίσθηση ότι ο μέγας σηκωμός τώρα αρχίζει με όλο το πάθος και το γνωστό ενθουσιασμό.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο κλίμα της εποχής, ζει την αγωνία, το πείσμα και τον ενθουσιασμό, μετέχει στην ιδιωτική και δημόσια ζωή και γνωρίζει λεπτομέρειες από τον τρόπο του πολέμου μέχρι τη διοίκηση των μοναστηριών και την απόκτηση των τεράστιων περιουσιών τους.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και βασίστηκε κυρίως σε επίσημα έγγραφα και σε μαρτυρίες των αγωνιστών, καθώς και σε εξειδικευμένες μελέτες, και αποκαλύπτει ορισμένες πτυχές της εποχής εκείνης, άγνω­στες ή ελάχιστα γνωστές για πολλούς από εμάς. Γι’ αυτό και ο χρόνος συγγραφής τον ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

 

«Ο Εξωλέστατος» Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Σελίδες 352, σχήμα 14Χ20 – ISBN 978 9602 7940 43

Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα, Οκτώβρης, 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζευγολάτης, Ζευγάς – Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα


 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγροτικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλογα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώσει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή ένα μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι.

Στις πόλεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υπήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυφές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

 

Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορβάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σακουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξιμάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Εργαζόταν όλη την ημέρα και επέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκληρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές.

 

Ο μικρός ζευγάς, 1927-29. Έργο του διακεκριμένου Έλληνα ζωγράφου Έκτωρα Δούκα (Σμύρνη 1885 –Αθήνα 1969).

 

Ζευγολάτης, 1878. Έργο του Αμερικανού ζωγράφου Winslow Homer (1836 –1910).

 

Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έκανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ήταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότερες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφορά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορτώματα με ξύλα και διάφορα άλλα. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο. Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Older Posts »