Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

«Χαίρετε»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς – Γεράσιμος Αλεξάτος


 

«Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η παραμονή τον Σώματος στη Γερμανία ήταν πράγματι ένα επεισόδιο εξαιρετικής σημασίας για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και η σπορά που σκορπίστηκε… απέδωσε ήδη πλούσιους καρπούς».

Αρχαιολόγος καθηγητής Paul Jacobsthal, 1-2-1921.[1]

 

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Είναι αδύνατο να ασχοληθεί κανείς με τις πολυτάραχες ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, χωρίς να σκοντάφτει διαρκώς στο όνομα μιας μικρής, συνοριακής και διχοτομημένης σήμερα πόλης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το Γκαίρλιτς (Görlitz). Το καλοκαίρι του 1916 – μεσούντος του Μεγάλου Πολέμου – 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί μεταφέρθηκαν εκεί, εκόντες άκοντες και κάτω από δραματικές συνθήκες, όπου και παρέμειναν επί δυόμισι χρόνια υπό το ιδιότυπο καθεστώς του αιχμάλωτου – φιλοξενούμενου του Κάιζερ. Η υπόθεση αυτή της μικρής αλλά ιστορικής πόλης της πάλαι ποτέ πρωσικής επαρχίας της Σιλεσίας, αποτελεί μια από τις τραγικότερες περιπλοκές της περιόδου εκείνης, που βιώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην Ελλάδα, καθώς η αμείλικτη διαμάχη του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με τη στάση της χώρας απέναντι στα στρατόπεδα των αντιμαχομένων, οδήγησε στον πρώτο μεγάλο εσωτερικό διχασμό. [2]

Όμως οι σχέσεις του Γκαίρλιτς με την Ελλάδα δεν σταματούν εκεί. Το 1949, μετά το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, κατά μια παράδοξη ιστορική σύμπτωση, θα καταφύγουν στην ίδια ακριβώς πόλη. Το Γκαίρλιτς εν τω μεταξύ είχε διχοτομηθεί μετά το 1945, και οι ανατολικές συνοικίες του – εκεί όπου βρισκόταν 30 περίπου χρόνια νωρίτερα το ελληνικό στρατόπεδο – είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με το όνομα Ζγκορζέλετς (Zgorzelec). Έτσι στη χωρισμένη στα δύο πόλη θα βρεθούν στις απέναντι όχθες του συνοριακού πλέον ποταμού Νάισε, Έλληνες δύο διαφορετικών γενεών – θύματα των μεγάλων συγκρούσεων του πρώτου μισού του 20ού Αιώνα – που για πολλά χρόνια ούτε καν θα υποψιάζονται την ύπαρξη συμπατριωτών τους στην αντίπερα όχθη.

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Αυγούστου του 1916, όταν βουλγαρικός στρατός, έχοντας εξασφαλίσει το πράσινο φως της συμμαχικής γερμανικής ηγεσίας, εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην ανατολική Μακεδονία, την ίδια ακριβώς ημέρα που οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας επέδιδαν ταυτόσημες επίσημες διακοινώσεις στη φιλοβασιλική – μετά την αποπομπή του Βενιζέλου – κυβέρνηση των Αθηνών. [3] Σε αυτές παρέχονταν διαβεβαιώσεις για το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας: η στρατιωτική επιχείρηση δεν στρεφόταν εναντίον του ελληνικού στρατού και πληθυσμού και θα άφηνε άθικτες τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις, Σέρρες, Δράμα και Καβάλα. Στο στόχαστρο – σύμφωνα με τις παρεχόμενες εγγυήσεις – ήταν αποκλειστικά οι δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες από τον προηγούμενο ήδη χρόνο στρατοπέδευαν στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. [4] Το γεγονός αυτό, που έφερε τους εμπολέμους στα εδάφη της επισήμως «ουδέτερης» ακόμα Ελλάδας, είχε αποτελέσει ένα από τα κεντρικά σημεία διαφωνίας των δύο κέντρων εξουσίας της χώρας και είχε οδηγήσει στην υποχρεωτική παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην όξυνση της διαμάχης.

Οι γερμανικές διαβεβαιώσεις καθησύχασαν τον Κωνσταντίνο και το επιτελείο του. Δόθηκε λοιπόν εντολή στο εγκατεστημένο στην ανατολική Μακεδονία Δ ́ Σώμα Στρατού να μην προβάλει καμία αντίσταση και, αφού υποχωρήσει από τα συνοριακά φυλάκια, να αποσυρθεί στις τρεις πόλεις αναμένοντας νεότερες διαταγές. Ας αναφερθεί ότι επρόκειτο για τα υπολείμματα του Σώματος, καθώς λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα είχε υποχρεωθεί με εντολή της Αντάντ να απολύσει όλες τις εφεδρείες του. [5]

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Από την πρώτη στιγμή έγινε με πολύ οδυνηρό τρόπο αντιληπτό από τους κατοίκους και τους υπερασπιστές της περιοχής, ότι ο πραγματικός στόχος των εισβολέων δεν ήταν παρά η αιχμαλωσία του στρατού, η εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών και η μόνιμη εγκατάσταση σε μακεδονικά εδάφη. [6] Μόλις οι ραγδαίες αυτές και απρόσμενες εξελίξεις έγιναν γνωστές στην Ελλάδα προκάλεσαν θύελλα αγανάκτησης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει ο Εθνικός Διχασμός και γεωγραφική υπόσταση. [7]

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο κλοιός γύρω από τις πόλεις άρχισε να σφίγγει και η κατάσταση να χειροτερεύει δραματικά. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέκλυζαν την Καβάλα, προσπαθώντας να μεταβούν απέναντι στη Θάσο, ενώ ο προσωρινός διοικητής του Σώματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος – οι στρατηγοί ήταν όλοι (!) απόντες – με απεγνωσμένες καθημερινές εκκλήσεις προς το εθνικό κέντρο, το οποίο προκλητικά κώφευε, αναζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει τρόφιμα στους πανικόβλητους κατοίκους και να προστατεύσει τους περικυκλωμένους στρατιώτες. [8] Η σκλήρυνση αυτή της βουλγαρικής στάσης οφειλόταν στην αλλαγή της στρατιωτικής ηγεσίας στο Βερολίνο, καθώς το υπό τους Hindenburg και Ludendorff νέο επιτελείο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα «χαμένη υπόθεση», δίνοντας το πράσινο φως για την κατάληψη της Καβάλας και ολόκληρης της περιοχής, παρά τις προ τριών μόλις εβδομάδων παρασχεθείσες εγγυήσεις. [9]

Και ενώ η Αντάντ από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι επρόκειτο για συμπαιγνία Αθηνών Βερολίνου, απέκλειε το λιμάνι της Καβάλας και κατάσχεσε την πιο κρίσιμη στιγμή – «για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού» – το μοναδικό ασύρματο της ελληνικής διοίκησης, ο Χατζόπουλος, πλήρως αποκομμένος, πιεζόταν αφόρητα από το Γερμανό αξιωματικό – τον κομιστή των αποφάσεων του Γερμανού στρατάρχη– να εγκαταλείψει πάραυτα την πόλη, χωρίς να του επιτραπεί να συνεννοηθεί με τους προϊσταμένους του, καθώς «σε περίπτωση άρνησης» θα ανοιγόταν «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας». [10] Ο Έλληνας διοικητής τότε, υπό τη δαμόκλειο σπάθη της βουλγαρικής αιχμαλωσίας, απευθύνθηκε προσωπικά στον ίδιο τον Hindenburg, ζητώντας τη μεταφορά του Σώματος μαζί με τον εξοπλισμό του στη Γερμανία, όπου και ως «ουδέτερο» θα παρέμενε φιλοξενούμενο μέχρι το τέλος του πολέμου. [11]

Αναμένοντας τη γερμανική απάντηση, αποτάθηκε ταυτόχρονα και στους Άγγλους, ύστερα από εσπευσμένη σύγκληση του πολεμικού συμβουλίου του Σώματος, το οποίο προέκρινε την παράδοση στους Συμμάχους, υπό την προϋπόθεση ότι οι μονάδες θα μεταφέρονταν με πλοία σε λιμάνι της Παλαιάς Ελλάδας. [12] Έτσι το βράδυ της ίδιας ημέρας ολόκληρη η φρουρά της Καβάλας με πλήρη εξάρτυση και έχοντας εντολή επιβίβασης, συγκεντρώθηκε στο λιμάνι. Μόλις όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα συμμαχικά πλοία, έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ του φιλοβασιλικού Χατζόπουλου, αξιωματικών της Εθνικής Αμύνης που τα συνόδευαν και του Βρετανού πλοιάρχου, που επέτρεπε την επιβίβαση μόνο σε εθελοντές του κινήματος της Θεσσαλονίκης, οδήγησαν τελικά στην υπαναχώρηση του διοικητή και στη ματαίωση του εγχειρήματος την τελευταία στιγμή. [13] Ο Χατζόπουλος, όταν βρέθηκε την κρίσιμη στιγμή μπροστά στο δίλημμα να παραδοθεί στους Γερμανούς, με ευνοϊκούς έστω όρους, ή να προσχωρήσει παρά τη θέλησή του στη βενιζελική Εθνική Άμυνα, προτίμησε το πρώτο.

Και ενώ μετά το θετικό τηλεγράφημα του Γερμανού στρατάρχη, ξεκινούσε υπό αφόρητη χρονική πίεση, «για να μην υπάρξει περιθώριο επικοινωνίας», [14] η πορεία των μονάδων προς τη Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, η Αθήνα – ειδοποιημένη από τους Άγγλους – τότε μόλις ξυπνούσε από το λήθαργο και φοβούμενη εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις, διέτασσε – μέσω των Βρετανών – τη μεταγωγή των δυνάμεων στο Βόλο. Ήταν όμως πολύ αργά. Η πορεία είχε ήδη ξεκινήσει. [15]

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει "ΧΑΙΡΕΤΕ" . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει «ΧΑΙΡΕΤΕ» . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η μεταφορά σε γερμανικό έδαφος ενός σημαντικού τμήματος του στρατού μιας ουδέτερης χώρας προκάλεσε τον αποτροπιασμό της Αντάντ και του ουδέτερου κόσμου, ενώ έγινε φυσικά αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από το σύνολο του γερμανικού Τύπου. Ο Ludendorff – παρά την εκφρασμένη αντίθετη επιθυμία του Χατζόπουλου – έδωσε διαταγή για επίσημη παλλαϊκή υποδοχή (παρελάσεις, στρατιωτικές μπάντες, επιγραφή «ΧΑΙΡΕΤΕ» και γιρλάντες στο ανακαινισμένο στρατόπεδο), «για να διαδοθεί στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση». [16] Αλλά με πραγματικό και γνήσιο ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τη χαρμόσυνη είδηση οι ισχυροί τότε κύκλοι των φιλελλήνων. «Ο πόλεμος έφερε την Ελλάδα αιφνίδια και ορμητικά στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος», [17] διαπίστωνε ο διάσημος τότε βυζαντινολόγος καθηγητής August Heisenberg, πυροδοτώντας την αναβίωση ενός – βραχύβιου έστω – κλίματος φιλελληνισμού, έναν πραγματικό «μήνα του μέλιτος» στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις. Μεταξύ άλλων έκανε την εμφάνισή της και η πρώτη ημιεπίσημη οδηγία – με τον ενδεικτικό τίτλο «Εμπρός για τη Ελλάδα» – υπέρ του ανύπαρκτου τότε ελληνικού τουρισμού! [18]

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Βεβαίως, η επίσημα προβαλλόμενη εικόνα της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά μονόπλευρη και επιλεκτική: Οι «φίλοι» μας «κωνσταντινικοί» από τη μια, και οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι «ραδιούργοι βενιζελικοί» από την άλλη. Εικόνα που επρόκειτο να διατηρηθεί αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες, μέχρι τη γερμανική κατοχή. [19] Κατακλύστηκε τότε η μικρή πόλη της Σιλεσίας από κορυφαίους καθηγητές, ελληνομαθείς διπλωμάτες και εμπόρους, που κατέφθαναν από όλα τα μήκη και πλάτη της Γερμανίας με ποικίλα κίνητρα και αποστολές. [20] Μοναδική ήταν εξάλλου η ευκαιρία για τη διενέργεια ερευνών σε ελληνικού ενδιαφέροντος αντικείμενα, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε έμψυχο υλικό άφθονο, συγκεντρωμένο και πρόθυμο στην υπηρεσία των αναπτυσσόμενων την εποχή εκείνη νεοελληνικών σπουδών. Έτσι – εν μέσω του φονικότερου πολέμου που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα – στο ελληνικό στρατόπεδο πραγματοποιήθηκαν μελέτες, διατριβές και μοναδικές ηχογραφήσεις μουσικής και διαλέκτων από όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, που μόλις σήμερα βγαίνουν σταδιακά στο φως, προκαλώντας το ζωηρό ενδιαφέρον των ειδικών και όχι μόνο. Μεταξύ των καταγραφών ανακαλύφθηκε και η πρώτη εγγραφή ρεμπέτικου με συνοδεία μπουζουκιού παγκοσμίως. [21]

 

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

 

Θετική και μακροχρόνια επίδραση είχαν τα μαθήματα γερμανικών για αξιωματικούς και για 700 εγγράμματους στρατιώτες, συγκροτημένα συστηματικά και με υψηλότατο επίπεδο διδασκαλίας, όπου συμμετείχε η αφρόκρεμα των νεοελληνιστών καθηγητών. [22] Ένας από αυτούς, ο αρχαιολόγος Jacobsthal, σε περιοδεία του ανά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έψαχνε παντού για «Γκορλιτσιώτες», όπως ονομάζονταν τότε οι επανακάμψαντες, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τους «πλούσιους καρπούς», που είχε αποδώσει η μακρόχρονη παραμονή του Σώματος και κυρίως το σχολείο γερμανικών στις αμοιβαίες σχέσεις.

 

Καρτ - ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

Καρτ – ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

 

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το ξεχασμένο σήμερα επεισόδιο του Γκαίρλιτς επηρέασε και διαμόρφωσε την εικόνα πολλών Ελλήνων για τη γερμανική κοινωνία της εποχής. Σε αυτό συνέβαλαν και οι λιγοστοί μεν αλλά εξαιρετικά φιλόδοξοι νεαροί Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι, που βρέθηκαν τυχαία – ως απλοί στρατιώτες ή αξιωματικοί – στο απομονωμένο στρατόπεδο της Γερμανίας. Διάσημοι πολλοί από αυτούς αργότερα – όπως ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου Βασίλης Ρώτας – έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγματα γραφής της τέχνης τους, δεχόμενοι ταυτόχρονα επιρροές στη μετέπειτα πορεία τους. [23] Εκεί εκδόθηκαν οι πρώτες ποιητικές συλλογές τους, δοκίμια και χρονογραφήματα βγαλμένα από την πένα τους είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ σημαντικά έργα ζωγραφικής ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της μικρής πόλης. [24] Σημείο αναφοράς και χώρος συνάντησης ήταν η μικρή ελληνική καθημερινή εφημερίδα (Τα Νέα του Görlitz αρχικά, τα Ελληνικά Φύλλα στη συνέχεια). [25] Κυρίως το πρώτο διάστημα, προτού η εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα και το βάθεμα του διχασμού βάλει φρένο στη δημιουργική προσπάθεια. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για μια ιδιόμορφη προσέγγιση υπό τη σκιά του φοβερού πολέμου και στο πεδίο του πολιτισμού.

Αμέτρητα ήταν τα νήματα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς. Δύσκολη και αντιφατική ωστόσο η σχέση με τους απλούς ανθρώπους του Γκαίρλιτς, καθώς δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η παρουσία χιλιάδων νέων ανθρώπων σε μια πόλη των 90.000 κατοίκων γινόταν ιδιαιτέρως αισθητή και της έδινε ασυνήθιστη ζωντάνια. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων το κέντρο της πόλης με τα στέκια των στρατιωτών και τις πάμπολλες ελληνικές επιγραφές, παρουσίαζε όψη ελληνικής επαρχιακής πόλης. Ωστόσο, τα πράγματα πίσω από τη βιτρίνα δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακά. Ο ασυνήθιστα βαρύς χειμώνας σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη, ελλιπέστατη και ασυμβίβαστη με ελληνικές γεύσεις διατροφή, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία τους. [26] Μεγάλη ήταν εξάλλου η δυσαρέσκεια του τοπικού πληθυσμού, που έβλεπε με ανησυχία τους αξιωματικούς που, με τους μισθούς που εξακολουθούσαν να εισπράττουν άδειαζαν τα καταστήματα από το λιγοστό εμπόρευμα, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Αλλά και το βραδινό «σουλατσάρισμα» στους δρόμους, πριν από τις αθρόες αποστολές εργασίας, δεν δημιουργούσε πάντα φιλικά συναισθήματα.

 

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

 

Το γεγονός όμως που δημιούργησε τις μεγαλύτερες αντιζηλίες ήταν η εντυπωσιακή επιτυχία των Ελλήνων στο γυναικείο πληθυσμό. Σε καιρούς λειψανδρίας το αυξημένο ενδιαφέρον των γυναικών προς τους «εξωτικούς» τότε και ηλιοκαμένους νέους του νότου, εκδηλωνόταν ποικιλοτρόπως. Το ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γινόταν λόγος ακόμα και για αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών στο μέτωπο. Τίποτε δεν μπόρεσε ωστόσο να ανακόψει τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των αρραβώνων και γάμων και εκατοντάδες οι γυναίκες του Γκαίρλιτς, που όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ήταν έτοιμες και αποφασισμένες να ζήσουν τον ελληνικό τους «μύθο». Οι δυσκολίες όμως που συνάντησαν στη γεμάτη καχυποψία και μίσος εποχή ήταν ανυπέρβλητες. Οι περισσότερες γύρισαν πίσω αποκαρδιωμένες. [27]

 

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Παρά το ειρηνικό περιβάλλον, οι ανθρώπινες απώλειες στο στρατόπεδο ήταν σημαντικές. Η φυματίωση και προς το τέλος η ισπανική γρίπη θέρισαν κυριολεκτικά τους εξασθενημένους από τις στερήσεις και το ασυνήθιστο ψύχος άνδρες. Τετρακόσιοι [28] περίπου άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Γερμανία, ενώ βαθιά συγκίνηση προξένησε και ο αιφνίδιος θάνατος του σεβαστού στους στρατιώτες Χατζόπουλου.

 

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

 

Με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εγκατάστασή του στην Ελβετία (Ιούνιος του 1917), η εποχή του ελληνο-γερμανικού ειδυλλίου παρήλθε οριστικά. Η συμμετοχή της επίσημης Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά και η ύπαρξη ισχυρής μερίδας βενιζελικών στο Γκαίρλιτς, που άρχισαν πλέον να εκδηλώνονται, άλλαξε άρδην τα δεδομένα και μετέτρεψε την υπόθεση του «εχθρικού» πλέον στρατοπέδου σε διαρκή πονοκέφαλο.

Ταυτόχρονα, οι έως τότε επαρχιακοί στρατώνες μεταβλήθηκαν σε πανευρωπαϊκής εμβέλειας κέντρο επεμβάσεων και συνωμοσιών του εξόριστου βασιλικού περιβάλλοντος, που αδημονούσε για δράση. Μετά όμως την παταγώδη – και εν μέρει αιματηρή – [29] αποτυχία των βασιλικών σχεδίων, οι Γερμανοί ιθύνοντες απαίτησαν πλέον από τους Έλληνες την προσφορά παραγωγικής εργασίας, καθώς και εγγυήσεις για την πάταξη κάθε εχθρικής φιλοβενιζελικής δράσης. [30] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: 36 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή σε «κανονικό» στρατόπεδο αιχμαλώτων στο

Βερλ της Βεστφαλίας (Ιανουάριος 1918), ενώ 5.000 στρατιώτες, ενταγμένοι σε πολυάριθμες εργατικές αποστολές, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προσφέροντας την εργατική τους δύναμη μέχρι το τέλος του πολέμου στην πολεμική κυρίως βιομηχανία. [31]

 

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

 

Στα παράδοξα του Γκαίρλιτς ανήκει και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη γερμανική επανάσταση των σπαρτακιστών το Νοέμβριο του 1918. Επηρεασμένοι από το διάχυτα ανατρεπτικό κλίμα της εποχής, αλλά και για δικούς τους ειδικούς λόγους, ήρθαν με ιδιαίτερη βιαιότητα σε ρήξη με τους αξιωματικούς, καθαίρεσαν το διοικητή και εξέλεξαν στρατιωτικά συμβούλια («ελληνικά «σοβιέτ» [32] του Γκαίρλιτς» θα ονομαστούν αργότερα), με κορυφαίο αίτημα την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Πρωτοφανή γεγονότα στα ελληνικά στρατιωτικά χρονικά, «φωτεινό παράδειγμα για τους φαντάρους, τους ναύτες και όλους τους εργαζόμενους της χώρας», θα γράψει ο Ριζοσπάστης 14 χρόνια αργότερα. [33] Γεγονότα όμως που, μετά τη διένεξη με τις γερμανικές αρχές, είχαν θλιβερή κατάληξη και έριξαν βαριά τη σκιά τους στην τελευταία πράξη του επεισοδίου, οδηγώντας τον κύριο όγκο των ανδρών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Χιλιάδες στρατιώτες εγκατέλειψαν άρον άρον τους στρατώνες και τους τόπους εργασίας, πασχίζοντας να διαφύγουν με κάθε μέσο, ακόμα και με τα πόδια, ατομικά πια ο καθένας ή σε μικρές ομάδες, προς τα πλησιέστερα σύνορα και από εκεί με οποιοδήποτε μέσο για την Ελλάδα. [34]

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώματος θα συνεχιστεί και μετά την πολυπόθητη παλιννόστηση. Βαρύς θα πέσει επί δικαίων και αδίκων ο πέλεκυς των διώξεων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κατά τη διάρκεια μάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. [35]

Αποστρατείες, ανακρίσεις και εγκλεισμός σε ειδικό στρατόπεδο τους ανέμεναν άμα τη αφίξει τους, αλλά και εξορίες, εκτοπίσεις ακόμα και θανατικές καταδίκες, καθώς πολλοί κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν ως ριψάσπιδες. [36] Έτσι δημιουργήθηκε εκ των υστέρων ο μύθος του Γκαίρλιτς ως συνώνυμο εθνοπροδοσίας, που απεδείχθη μακροβιότατος και απετέλεσε σημείο έντονης διαμάχης των αντιμαχόμενων παρατάξεων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Έκτοτε τα συμβάντα στη μακρινή Σιλεσία παραδόθηκαν στη λήθη. Δεν αποτελούσαν εξάλλου σελίδα δόξας για πολλούς από τους ιθύνοντες της εποχής. Για τους άνδρες όμως του Σώματος – θύματα και αυτοί της ατασθαλίας των τότε κυβερνώντων, όπως και όλοι οι κάτοικοι της ανατολικής Μακεδονίας – αλλά και για πολλούς από τους απογόνους τους, δεν επήλθε ποτέ η πολυπόθητη «κάθαρση» από την άδικη κατηγορία της προδοσίας. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα μελέτη, έναν περίπου αιώνα μετά τα συμβάντα, θα συμβάλει σε μια περισσότερο ψύχραιμη και νηφάλια επανεξέταση μιας από τις τραγικές πτυχές των προεκτάσεων του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Politisches Archiv Auswärtiges Amt (PA AA), φάκελος R63156, εμπιστευτική επιστολή καθηγητού Γιάκομπσταλ προς το Σύλλογο για τους Γερμανούς του Εξωτερικού (Verein für das Deutschtum im Ausland), 1.2.1921·βλ. επίσης το άρθρο του ιδίου «Gorlitzioten» στην περιοδική έκδοση Hellas, Organ der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, αρ. 1, 1921.

[2] Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ), τόμ. ΙΕ ́, Αθήνα 2000, σ. 8-55· Leon G., Greece and the Great Powers 1914-1917, Θεσσαλονίκη 1974·Theodoulou C., Greece and the Entente, Θεσσαλονίκη 1971 κ.τ.λ.

[3] PA AA, φάκελος R22197, 14.8.1916.

[4] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 380.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. Α’, σ. 133-136· Κυρομάνος (εκδ.), Η ιστορία τον Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία των Ε. Βενιζέλον και I. Μεταξά, Αθήνα 2007, σ. 295-296.

[6] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, «Αναφορά περί της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων από την Καβάλα…» (αναφορά Χατζόπουλου), σ. 1· ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλ­κάνια, σ. 323-325.

[7] ΙΕΕ, σ. 37,40-41.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σ. 145-146. ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, αναφορά Χατζόπουλου, σ. 4.

[9] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201,7.9.1916, 8.9.1916.

[10] Ό.π., 8.9.1916.

[11] Ό.π., αναφορά Χατζόπουλου, σ. 8-9.

[12] ΓΕΣ/ΔΙΣ, φάκελος 380/Δ/3, Πρωτόκολλον συνταχθέν εν Καβάλα 28.8/10.9.1916.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Υπόμνημα υπολ. πυροβολικού Βακά Δημητρίου επί των γεγονότων παραδόσεως της Καβάλας και λοιπής Ανατολικής Μακεδονίας εις Γερμανοβουλγάρους, σ. 33·PA AA, R22201, Αναφορά Χατζόπουλου, σ. 10-11·Κυρομάνος, Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού, σ. 306-311·Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1931, σ. 191-195·Στρατηγού Παγκάλου, Απομνημονεύματα, τόμ. Β ́, 1959, σ. 114-115.

[14] PAAA, R22201, 8.9.1916.

[15] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 400·Theodoulou C., Greece and the Entente, σ. 300. Όπως αναγράφεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ, τόμ. ΙΕ ́, σ. 82), ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Μακεδονίας διώχθηκε συστηματικά, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκβουλγαρισμός της περιοχής. Ας αναφερθεί ότι από τους 36.000 άνδρες κάθε ηλικίας που εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία, μόνο 17.000 κατάφεραν να επιζήσουν. Τέλη του 1918, όταν ο πόλεμος τελείωσε, επανήλθαν, πραγματικά ράκη, στις εστίες τους.

[16] PA AA, R22201, 22.9.1916.

[17] Heisenberg A., Neugriechenland, Leipzig 1919, σ. 3.

[18] Άρθρο του Dr. Dernburg B., Staatssekretär a.D. με τον τίτλο «Nach Griechenland» στην εφημερίδα Vossische Zeitung, 22.9.1916.

[19] Fleischer H., «Post Bellum, Das deutsche Venizelos-Bild nach dem 1. Weltkrieg» στο Gunnar Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte, Φρανκφούρτη 2003, σ. 210-211.

[20] Εκτός από τους Heinsenberg και Jacobsthal στο Γκαίρλις εγκαταστάθηκαν τότε ο αρχαιολόγος Koch, ο βυζαντινολόγος Soyter, ο θεολόγος Weigel, ο ζωγράφος Schneiderfranken και πολλοί άλλοι. Ziebarth E., «Griechen in Deutschland», Hellas-Jahrbuch, 1937, σ. 73-74·Irmscher J., «Die Internierung des IV. Griechischen Armeekorps in Görlitz 1916-1918», στο Balcanica Posnaniensia, Πόζναν 1993, σ.154.

[21] Kratz D., Griechen in Görlitz 1916-1919. Studien zu akustischen Aufnahmen des Lautarchivs der Humboldt-Universität Berlin, διπλωματική εργασία, 8.3.2005. Bayerische Akademie der Wissenschaften (BΑdW), VII 466, φύλλο 4, συμφωνία μεταξύ Ακαδημιών Επιστημών Μονάχου και Βερολίνου.

[22] PA AA, φάκελος 72678, φύλλο 5, Kommandatur Görlitz, Griechen-Unterkunft, 30 Ιουνίου 1917.

[23] Εκτός από το Ρώτα, μεταξύ των «αιχμαλώτων-φιλοξενουμένων» βρέθηκαν ο επίσης ποιητής και άνθρωπος του Θεάτρου Λέων Κουκούλας, ο αργότερα δημοφιλής ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος, ο διάσημος στην Ιταλία ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης και άλλοι. Κατάλογος: Münchener Kunstausstellung, 1918, Kgl. Glaspalast, σ. 55.

[24] Στο Γκαίρλιτς, εκτός από την πρώτη ποιητική συλλογή του Ρώτα, εμφανίστηκε και το πρώτο από τα κατόπιν δημοφιλή «καραγκιόζικα» έργα του, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους στρατιώτες. Δαμιανάκου Β. (επιμ.), Βίος και πολιτεία του Βασίλη Ρώτα, Αθήνα 1980, σ. 9·Καραγιάννης Θ., Ο Βασίλης Ρώτας και το έργο του για παιδιά και εφήβους, Αθήνα 2007, σ. 97·Χρονογράφημα «Καραγκιόζης», Νέα του Görlitz, αρ. 123, 17/30.3.1917.

[25] Στην έκδοση των εφημερίδων, αλλά και των φιλολογικού περιεχομένου Ημερολογίων και του δεκαπενθήμερου περιοδικού Εικονογραφημένη, καθοριστική ήταν η συμβολή του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος διεύρυνε εκεί σημαντικά τους μεταφραστικούς του ορίζοντες, εκδίδοντας και το πρώτο του δοκίμιο (Γράμματα από τη Γερμανία). Ζήρας Α. (εισαγ. -επιμ.), Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί Περίπατοι, Αθήνα 1999, σ. 114-121.

[26] Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το εξής απόσπασμα από τη βιογραφία του Schneiderfranken: «Η κακή διατροφή που ήταν υποχρεωμένος (ο τότε διερμηνέας Schneiderfranken) να μοιράζεται με τους εγκλείστους (Έλληνες στρατιώτες) –αλεύρι αναμεμειγμένο με ξυλάλευρα– έγινε η αιτία μιας στομαχοεντερικής πάθησης που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή», Lienert O., Bô Yin Râ 1876-1943, Lehre und Biographie, Βέρνη 1994, σ. 43. Αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διατροφή –με κάποια διάθεση ωραιοποίησης– στο αδημοσίευτο πόνημα του Helmut Scheffel, Das IV. Griechische Armeekorps, 15. Juli 1920, Ratsarchiv Görlitz (RatArch, Rep. II S. 227 No. 4 Reg.21 F54), σ. 17-22.

[27] Beck C. (εκδ.), «Die schönen Griechen von Görlitz», στο Die Frau und die Kriegsgefangenen, Νυρεμβέργη 1919, τόμ. Β ́, σ. 67-75.

[28] Ο ακριβής αριθμός δεν είναι γνωστός εξαιτίας της άτακτης και περιπετειώδους φυγής των περισσότερων στρατιωτών. Οι εκτιμήσεις των συγχρόνων τους κυμαίνονταν από 270 έως 400 (Scheffel, Das IV. griechische Armeekorps, σ. 30). Βλ. επίσης καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του Γκαίρλιτς, π.χ. Πατρίς και Εμπρός, 20.5/2.6.1920. Από την πρόσφατη εργασία του κ. Θεοδώρου Νημά – του επιμελητή του βιβλίου μου (Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919, εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010) – προέκυψε πίνακας θανόντων με 317 ονόματα, χωρίς όμως να είναι ολοκληρωμένος.

[29] Το Φεβρουάριο του 1918 απεστάλησαν μυστικά στην Ελλάδα δύο ζεύγη έμπιστων και προσεκτικά επιλεγμένων – από απεσταλμένο της Ελβετίας – αξιωματικών του Γκαίρλιτς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά οδηγιών του εξόριστου Κωνσταντίνου σε ανθρώπους του στο εσωτερικό και η συλλογή πληροφοριών. Η επιχείρηση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Το πρώτο ζεύγος συνελήφθη γρήγορα, καταδικάστηκε σε θάνατο επί κατασκοπία και εκτελέστηκε, ενώ οι άλλοι δύο κρύβονταν διαρκώς μέχρι το Νοέμβριο του 1920. PΑ ΑΑ, R22198, 10.9.1917. Ενεπεκίδης Π., Η δόξα και ο διχασμός, 31992, σ. 706-724.

[30] Bundesarchiv Berlin Berlin-Zehlendorf (BArch), R901/86713, Αναφορά Γκρότε προς τους προϊσταμένους του, 2.7.1917.

[31] BAdW, VII 466, φύλλα 23,24, 8.1.1918. BArch, R901/84665, 28.2.1918. ΕφημερίδαΕμπρός, 23.6/6.7.1920.

[32] Έθνος, 17/30.12.1918.

[33] Ριζοσπάστης, 23.7.1932.

[34] Ratsarchiv Görlitz (RatArch), Akten des Arbeiter- und Soldatenrates der Stadt Görlitz betr. 4. griechisches Armeekorps, nach Wenzel: S. 74 (Nr. 334), Rep. III, S. 219, Nr. 14, από αρ. φύλλου 1 (12.11.1918) έως αρ. 226 (10.12.1918). Stinas A., Mémoires. Un révolutionaire dans la Grèce du XX. Siècle, Montreuil 1990, σ. 37. Εφημερίδα Ελληνικά Φύλλα, αρ. 241, 13.11.1918. Εφημερίδα Vorwärts, 20.11.1918.

[35] Όπως αναφέρει ο τότε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και διοικητής της μεραρχίας Σμύρνης, στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα Απομνημονεύματά του (Αθήνα 1948, σ. 267-268), μόλις πληροφορήθηκε ότι οι επανελθόντες αξιωματικοί του Γκαίρλιτς «εκρατούντο εις ένα ξερόνησον (στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας) υποφέροντες παντοειδείς στερήσεις», ζήτησε αμέσως να τους εντάξει στη μεραρχία του. Όμως δεν εισακούστηκε. Δέχτηκε μάλιστα παρατηρήσεις, επειδή είχε προβιβάσει «μερικούς οπλίτας, έχοντας τα νενομισμένα προσόντα, και οι οποίοι ανήκον εις το σώμα του Γκαίρλιτς. Ως εκεί έφθανε η εμπάθεια».

[36] Η δίκη των αξιωματικών του Γκαίρλιτς διήρκεσε οχτώ εβδομάδες (9/22.5 έως 30.6/13.7.1920) και έληξε με οχτώ θανατικές καταδίκες, οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν. Βλ. καθημερινά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.

 

Γεράσιμος Αλεξάτος

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

«Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου».

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την απώλεια του Αργολιδέα ιστοριοδίφη Τάκη Μαύρου κι ακόμα το έργο του δεν έχει αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε. Εκκρεμεί πάντα ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Το σημερινό σημείωμα αποσκοπεί στο να μας θυμίσει το έργο του και ιδιαίτερα σε σχέση με το βενετσιάνικο Ναύπλιο.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Ο Τάκης Μαύρος ήταν ψηλός, λεπτός, με μυωπικά γυαλιά, ολιγόλογος και με ένα ειρωνικό βλέμμα. Όπως διηγείται και ο ίδιος, επηρεάστηκε πολύ από τον νεότερό του ποιητή Γιώργο Μακρή (1923-1968), ένα τέρας ευρυτάτων γνώσεων, γλωσσών και διεισδυτικής σκέψης. Μαζί του είχε μακρούς διαλόγους και ανταλλαγή βιβλίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής κυρίως στην Πυργέλα. Παντρεύτηκε την Paule Champailler, καθηγήτρια γαλλικών, η οποία του έδωσε ένα γιο και πέθανε στη γέννα. Ο γιος του, Παύλος, είναι σήμερα καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μαύρος θεωρούσε τον εαυτό του και Αργίτη και Ναυπλιώτη. Οι έρευνές του καλύπτουν και τις δύο πόλεις, αλλά και όλη την Αργολίδα, καθώς και την Αρκαδία, με τα μοναστήρια της. Μεγάλη ώθηση στις δημοσιεύσεις του έδωσε η μεταγενέστερη σχέση του με τη ζωγράφο Ντιάνα Αντωνακάτου, μαζί με την οποία έκαναν διάφορες άλλες δημοσιεύσεις.

Νομίζω ότι το ευτυχές για την ιστορία του Ναυπλίου εύρημα του Τάκη Μαύρου ήταν τα αρχεία της Βενετίας. Όπως ξέρουμε, όταν ο Ναπολέων διέλυσε το 1797 τη Δημοκρατία της Βενετίας, που είχε περιπέσει σε παρακμή τότε, τούτο δε συνοδεύτηκε από δήωση ή καταστροφή των αρχείων της. Αυτοί οι Βενετοί μεγάλοι γραφειοκράτες, που για τα πάντα έγραφαν και πάλι έγραφαν εκθέσεις, κόντρα εκθέσεις, αναφορές και επιθεωρήσεις, φύλαγαν τα πάντα στα αρχεία τους κι εκεί βρίσκονται, απλώς θέλει λίγη μέθοδο και τις ανάλογες γνώσεις να τα αναζητήσεις. Έτσι, για μεγάλα κομμάτια της Ελλάδας, όπου κυριάρχησαν οι Βενετοί, σε διάφορους περιόδους, μας μένει μόνο να ψάξουμε για να βρούμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τα έγγραφα αυτά, συνάγοντας ενδιαφέρουσες και βασικές πληροφορίες για εκείνες τις περιόδους και τόπους. Ο Τάκης Μαύρος δημοσίευσε το 1988 μια λεπτομερειακή μελέτη για το Παλαμήδι, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τη Ντιάνα Αντωνακάτου δύο τόμους με λεπτομερειακή περιγραφή για τα μοναστήρια της Αργολίδος και της Αρκαδίας, καθώς και για πάνω από 10 χρόνια (1988-1998) το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, μηνιαίο, που εξέδωσε πάνω από 107 τεύχη με χρηματοδότηση του Δήμου Ναυπλιέων επί δημαρχίας του Γεωργίου Τσούρνου. Το Δελτίο αυτό ο Τάκης Μαύρος το έγραφε σχεδόν μόνος του με την ενδεχόμενη βοήθεια του Κώστα Δανούση, άλλου ακάματου ερευνητή της περιοχής μας, του Γιάννη Ρηγόπουλου, του ναυπλιολάτρη και δικηγόρου Μπέτση Κωστούρου και συνεισφορές άλλων συνεργατών.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Διαβάζοντας τα τεύχη αυτού του σημαντικού Δελτίου, διαπιστώνουμε τη στενή σχέση του με τα αρχεία της Βενετίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο Τάκης Μαύρος είχε ανακαλύψει τον Bartolomeo Minio πριν από τη Diana Wright και δημοσίευσε πολλές εκθέσεις του μεταφρασμένες από τον ίδιο στα ελληνικά. Επίσης δημοσίευσε και εκθέσεις του Προβλεπτή Barbarigo, μεταγενέστερου του Minio. Εκεί βλέπουμε τα καθημερινά προβλήματα των Βενετσιάνων διοικητών, τις σχέσεις με τους Τούρκους, τα προβλήματα με τους μισθοφόρους, την καθημερινή ζωή κ.λπ. Ακριβώς όπως η Diana Wright, αλλά χωρίς εξηγήσεις ή αναλύσεις του συλλέκτη. Δημοσιεύονται τα έγγραφα ως είχαν. Με αυτή την έννοια ο Τάκης Μαύρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστοριοδίφης κι όχι ως ιστορικός, αφού λείπει η δικιά του ερμηνεία και ματιά. Βέβαια και μόνο η δημοσίευση των εγγράφων αυτών (τα οποία ζητούσε ταχυδρομικώς από τα αρχεία της Βενετίας και λάμβανε σε φωτοτυπίες και τα μετέφραζε με εφόδιο τα γαλλικά του) αρκεί για να μας δώσει υλικό για περαιτέρω επεξεργασία, όπως έκανε η Diana Wright στη διατριβή της. Τον Τάκη Μαύρο ενδιέφερε πολύ η ιστορική διαμόρφωση του Ναυπλίου και αυτή του η ανησυχία τον οδήγησε σε πλήθος μελετών.

Μια άλλη πρώτη πηγή για την ιστορία της πόλης είναι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, κυρίως από το αρχείο του συμβολαιογράφου Περράκη, γύρω στο 1830-1860 (πωλητήρια, προικοσύμφωνα, διαθήκες, παραχωρητήρια κ.λπ.), τα οποία δημοσίευε στην πρώτη τους μορφή. Κι εκεί έχουμε μια εκπληκτική πρώτη πηγή, που μπορεί να μας χρησιμεύσει για οποιαδήποτε ιστορική παρατήρηση για τις συνθήκες διαβίωσης και οικονομικής κατάστασης εκείνων των χρόνων στο Ναύπλιο.

Ένα άλλο τιτανιαίο επίτευγμα του Τάκη Μαύρου, που δημοσιεύεται στο τεύχος 100 του Δελτίου, είναι ένας χάρτης του παλιού Ναυπλίου, με όλα τα σπίτια και τα ονόματα του κάθε ιδιοκτήτη και των προηγουμένων ή επομένων ιδιοκτητών με βάση συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες είχε αναδιφήσει. Τούτος ο απλός χάρτης σε σχήμα Α4 χρειάστηκε σίγουρα εκατοντάδες ώρες εργασίας και αναζητήσεων. Βλέπουμε την εξέλιξη των ιδιοκτητών των οικιών του Ναυπλίου, δηλαδή τους πρώτους ήρωες της Ανεξαρτησίας, που πήραν τα σπίτια των αγάδων και κατόπιν τους εμπόρους, ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ντόπιους προύχοντες κ.λπ., οι οποίοι τους ακολούθησαν ως ιδιοκτήτες. Ο τίτλος του χάρτη είναι «Το Ναύπλιο στα μέσα του 19ου αιώνα» και ένα τέτοιο έργο σίγουρα μόνο η ερευνητική μανία του Μαύρου και η απροσμέτρητη αγάπη του για την πόλη μπορούσε να τον ωθήσει σε αυτό.

Αλλά η διαφορετικότητά του δεν σταματούσε εκεί. Δημοσίευσε σε συνέχειες μια εκπληκτική μελέτη για τα επώνυμα της Αργολίδος (παραλείποντας τα πολύ κοινά), τελείως τεκμηριωμένη με παραπομπές σε παλαιότερα έγγραφα ή βιβλία ή και σε αρχεία άλλων. Εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς παρέμειναν διάφοροι στρατιώτες και Ιταλοί fanti στην αργολική ύπαιθρο και την πόλη, μόνο και μόνο από τα επώνυμά τους, που μας παραπέμπουν στη Βενετία. Δαλμάτσος, Δαρσινός, Ρούσσος, Πίκης κ.λπ. μας θυμίζουν αμέσως τους Ιταλούς στρατιώτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κτήματα στον αργολικό κάμπο, ως μέρος πληρωμής ή διαβίωσης αντί για τους μισθούς σε χρήμα ή σε δημητριακά, που συχνά η Βενετία αργούσε να πληρώσει. Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στην περιοχή μας και διαμόρφωσαν τη σημερινή μας ταυτότητα. Μαζί τους και πολλοί Αλβανοί μισθοφόροι, ήδη το όνομα του Μπλέσι, αλλά και των Μπούα, Βοζίκη και άλλων, μπορούμε να βρούμε σε κάποιους δρόμους του Ναυπλίου, αλλά και στο Αναπλιτοχώρι της Κέρκυρας, όπου πολλές τέτοιες οικογένειες μισθοφόρων μεταφέρθηκαν μετά την αναχώρηση των Βενετσιάνων, τοποθετώντας τους εκεί. Όλες αυτές οι οικογένειες υπηρέτησαν πιστά τη Δημοκρατία και πολλοί απ’ αυτούς ανταμείφθηκαν με τίτλους ευγενείας, αυξημένες χρηματικές αμοιβές, παράσημα, ακόμα και πορφυρές ρόμπες, χρώμα εξαιρετικής διάκρισης για τότε. Πολλοί απ’ τους αγρότες μας λοιπόν, εκτός από Έλληνες, είναι πρώην Βενετσιάνοι (ή Δαλματοί ή Βέλγοι ή Αρβανίτες κ.λπ.).

Μια άλλη έρευνα του Τάκη Μαύρου στο Δελτίο είναι τα τουρκικά κατάλοιπα στην ελληνική γλώσσα. Πάλι σε συνέχειες, παραθέτει μια σειρά από λέξεις δίνοντας την τουρκική και τη σημερινή ελληνική ερμηνεία τους και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλές λέξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε την προέλευση.

Ένας άλλος τομέας, που υφίσταται στο Δελτίο, είναι σημειώματα για διάφορες απόψεις του μετεπαναστατικού Ναυπλίου. Υπάρχουν ακόμα και περιγραφές μοναστηριών, αποτελέσματα της ευρύτερης έρευνάς του.

Με λίγα λόγια μπορεί κανείς να βρει πλήθος ιστορικών στοιχείων για το Ναύπλιο και την Αργολίδα στο πολύ πλούσιο αυτό Δελτίο Ιστορικών Μελετών, έργο ζωής μπορούμε να πούμε του αείμνηστου Τάκη Μαύρου, που αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να χρησιμοποιηθεί από τους σημερινούς ιστορικούς και φοιτητές ιστορίας.

Ας είναι αυτή η σημερινή αναφορά ελάχιστη συμβολή στη μνήμη του.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, Χρήστος Κ. Λούκος, «Μνήμων», τόμος 4 (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Οι Μαυρομιχαλαίοι φαίνονταν πρόθυμοι, έναντι ουσιαστικών ανταλλαγμάτων, να γίνουν στυλοβάτες του καθεστώτος το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαθίδρυσε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Νόμιζαν ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα καλούνταν να βοηθήσουν τον Κυβερνήτη στο έργο του. Αυτός όμως δεν επιθυμούσε να κυβέρνηση τους Έλληνες έχοντας ως στήριγμα τους Μαυρομιχαλαίους ή άλλους καπεταναίους και προκρίτους, οι οποίοι, αν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα, είχαν, κατά τη γνώμη του, πάντοτε εκμεταλλευθεί το λαό και με πείσμα αγωνίζονταν να τον κρατήσουν κάτω από την πολιτική τους κηδεμονία.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).   Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).
Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Το όραμα του Κυβερνήτη για το σχηματισμό ενός κράτους μικρών καλλιεργητών και βιοτεχνών, που θα ζούσαν κάτω από την άγρυπνη φροντίδα της πατρικής του κηδεμονίας, ήταν ασυμβίβαστο με τη διατήρηση των κοινωνικών μορφών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεριζώσει η Επανάσταση.

Αναμφίβολα ο στόχος αυτός του Καποδίστρια αποτελούσε μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οργάνωση σύγχρονου κράτους, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε με την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Τα εμπόδια υπήρξαν ομολογουμένως μεγάλα: η ρευστή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και η στενή εξάρτηση του σχηματιζόμενου κράτους από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που με τις συχνές επεμβάσεις τους παρέλυαν την πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξάλλου, δεν αναζήτησε σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις το έρεισμα για την εφαρμογή του προγράμματός του παρά μόνο σε αφοσιωμένους οπαδούς ή στην παθητική αγάπη του λαού. Η βασισμένη σε υψηλές αρχές αλλά πολλές φορές άκαμπτη πολιτική του, καθώς και το ανελεύθερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε επέτρεψαν στη βαλλόμενη τάξη των προκρίτων και καπεταναίων να μεταθέσει σε άλλο πεδίο τη διαμάχη και να εμφανίσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως αγώνα κατά του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχικής διακυβερνήσεως.

Γενικά η αντίσταση στα μέτρα του Κυβερνήτη υπήρξε σφοδρή. Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που τους απειλούσε και οι περισσότεροι – με εξαίρεση κυρίως τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του – πάλεψαν με κάθε μέσο για να εξουδετερώσουν τις κυβερνητικές προσπάθειες. Προβάλλοντας τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα κέρδισαν τη συμπάθεια και μερικές φορές την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το βαθύτερο νόημα της συγκρούσεως. Τελικά πέτυχαν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων, να παραμείνουν η ηγετική τάξη και στους επόμενους χρόνους, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη των λοιπών κοινωνικών δυνάμεων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν σαφέστερα από την ανάλυση της διαμάχης ανάμεσα στον Κυβερνήτη και τους Μαυρομιχαλαίους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833 | Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη. Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά, «Μνήμων», τόμος 8 (1982), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

Ορισμένα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Κερκύρας (Ι.Α.Κ) και του Αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (Ι.Ε.Ε.) περιέχουν πληροφορίες για την ιδεολογία, την πολιτική δραστηρι­ότητα και τους στόχους του καποδιστριακού ή ρωσικού κόμματος από την παραίτηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια (Μάρτιος 1832) ως τη σύλληψη του Θ. Κολοκοτρώνη (Σεπτέμβριος 1833). Παρακάτω επιχειρείται αξιο­λόγηση των νέων αυτών πληροφοριών. Στο τέλος δημοσιεύονται τα ίδια τα έγγραφα.

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Μετά την 27 Σεπτεμβρίου 1831 το καποδιστριακό κόμμα κατάφερε για ένα διάστημα να διατηρήσει την εξουσία. Είχε τον έλεγχο της Γερουσίας καθώς και την πλειοψηφία της διορισμένης από αυτήν Διοικητικής Επι­τροπής, η οποία συστήθηκε για να καλύψει το κενό της εκτελεστικής εξουσίας που άφησε η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Την αποτε­λούσαν οι Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θ. Κολοκοτρώνης και I. Κωλέττης. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της Δ.Ε. ανατράπηκε, όταν τα πιστά στον Αυγουστίνο στρατεύματα συγκρούσθηκαν με τους Ρου­μελιώτες στο Άργος (Δεκ. 1831) κατά την έναρξη της Ε’ Εθνοσυνέλευσης. Ο Θ. Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε από την Δ.Ε. και στις 8 Δεκεμβρίου η παραπάνω Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Αυγουστίνο πρόεδρο της προσω­ρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος. Απομονωμένος πια ο I. Κωλέττης αποχώρησε από την Δ.Ε. Σε λίγες μέρες «οι συνταγματικοί» εγκατέλειψαν το Ναύπλιο με τον Κωλέττη επικεφαλής.

Σε συνεργασία με τους αντικαποδιστριακούς της Ύδρας, με τους οποίους είχε αρνηθεί να συμφιλιωθεί ο Αυγουστίνος, ο I. Κωλέττης σχημάτισε την κυβέρνηση της Περαχώρας και συγκρότησε νέα Εθνοσυνέλευση. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο κέντρα εξουσίας: στο Ναύπλιο η κυβέρνηση Αυγουστίνου και η Ε’ Εθνοσυνέλευση· στην Περαχώρα ο I. Κωλέττης και η Δ’ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση. Η κρίση είχε κορυφωθεί και οδηγούσε στον εμφύλιο πόλεμο.

Στις εξελίξεις αυτές αναμείχθηκαν ενεργά οι αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων. Ο Ρώσος Rückman υποστήριζε ανεπιφύλακτα τους καποδιστριακούς, ενώ ο Γάλλος Rouen τον I. Κωλέττη και τους συνεργάτες του. Αμφίρροπη ήταν η στάση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins: ήθελε τη συντριβή των καποδιστριακών και κατά συνέπεια τη μείωση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα· ωστόσο φοβόταν μήπως η χωρίς έλεγχο ενδυνά­μωση των Ρουμελιωτών του I. Κωλέττη αυξήσει τη γαλλική επιρροή. Ο φόβος αυτός τον ωθούσε σε πρόσκαιρες συμμαχίες με τη ρωσική πλευρά.

Η προέλαση των Ρουμελιωτών ως το Άργος και η γνωστοποίηση του πρωτοκόλλου της 7ης Μαρτίου 1832, που ήταν καρπός της Διάσκεψης του Λονδίνου, οδήγησαν τον Αυγουστίνο σε παραίτηση. Τότε ο αγώνας των ατόμων και των πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων που στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο του καποδιστριακού κόμματος μπήκε σε νέα φάση. Στόχος τους ήταν να αποτραπεί η ολοκληρωτική νίκη των συνταγματικών που θά είχε σαν αποτέλεσμα τη δική τους συντριβή. Η δράση τους δεν ήταν συν­τονισμένη· ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά σε όλους σημεία, στον ιδεο­λογικό κυρίως τομέα, όπως δείχνουν τα κείμενά τους.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κυρίας Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833. Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη

Read Full Post »

Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα


 

Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχο­λήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετη­τές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζο­νται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτη­καν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτη­καν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομα­θούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγ­γραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύ­πλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋ­ποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφο­ρετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορ­φωμένος σε δωμάτιο.[1]

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστά­θηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.

Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμε­λιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγω­γός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιω­μένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσι­εύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

 

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

 

Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύ­ζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]

Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμέ­νη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών απο­στολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και κα­μαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μό­νιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]

Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]

Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]

Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.

Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Sophie de Marbois-Lebrun - Δούκισσα  της Πλακεντίας

Sophie de Marbois-Lebrun – Δούκισσα
της Πλακεντίας

Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]

Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]

Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]

Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]

Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

 

Irene Prokesch von Osten  (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 - 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

 

Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.

Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]

Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.

[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.

[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.

[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.

[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.

[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.

[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.

[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.

[9] Ιδιωτική συλλογή.

[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.

[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.

[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.

[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.

[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.

[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.

[16] Ό.π., σ. 93.

[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.

[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8

[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.

[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.

[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.

[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.

[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.

[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.

[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.

 

Βάνα Μπούσε

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» επίκαιρο άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης».

 

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι - 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας - κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι – 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας – κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Γκυ Ντεμπόρ, ο γνωστός Γάλλος θεωρητικός του μαρξισμού, είχε επισημάνει, ήδη από τη δεκαετία του 1960, ότι τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, με Κολοφώνα την τηλεόραση, είχαν χωρίσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που μιλούν δημόσια και σε αυτούς που σιωπούν. «Αυτοί οι διάφοροι ειδικοί των φαινομενικών συζητήσεων που αποκαλούμε ακόμη, καταχρηστικά πάντως, πολιτιστικές ή πολιτικές, έχουν ευθυγραμμίσει αναγκαστικά τη λογική και την κουλτούρα τους με τη λογική και την κουλτούρα του συστήματος που τους χρησιμοποιεί κι αυτό όχι μόνο γιατί έχουν επιλεγεί απ’ αυτό αλλά κυρίως γιατί ποτέ δεν διαπαιδαγωγήθηκαν από κάτι άλλο». [1] Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε η ραγδαία εξάπλωση και χρήση του διαδικτύου, πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι το διαδίκτυο θα αποτελούσε τη λυδία λίθο του δημοσίου χώρου. Θα εξασφάλιζε, δηλαδή, συνεχή ροή πλουραλιστικής ενημέρωσης, ακυρώνοντας εν τοις πράγμασι το μονοπώλιο της τηλεόρασης, η οποία εύκολα καθίσταται φερέφωνο κέντρων και παράκεντρων εξουσίας. Η μεγαλύτερη, όμως, προσδοκία ήταν ότι το διαδίκτυο θα επανέφερε στο προσκήνιο τον δημόσιο διάλογο, τον πυρήνα της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, οι πολίτες θα ενεργοποιούνταν πολιτικά, από τη στιγμή που η έκφραση και ανταλλαγή πολιτικών απόψεων θα γινόταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας του καθενός. [2]

Η σύγχρονη πραγματικότητα απέχει πόρρω από την επιβεβαίωση αυτών των προσδοκιών. Το διαδίκτυο, σε σημαντική έκταση, αναπαράγει τις ειδήσεις που διακινούν τα μεγάλα τηλεοπτικά και ευρύτερα δημοσιογραφικά δίκτυα. Οι πολίτες απλά σχολιάζουν αυτά που βλέπουν και ακούν στα κατεστημένα μέσα ενημέρωσης ή στη ροή των πληροφοριών, όπως αυτή διοχετεύεται στις ιστοσελίδες κοινωνικής και άλλης δικτύωσης. Οι ειδικοί, που μονοπωλούν το δημόσιο λόγο, εξακολουθούν να ασκούν κυριαρχική επιρροή στην κοινή γνώμη και να επικαθορίζουν το πλαίσιο σκέψης και δράσης πολιτικών και πολιτών. [3] Η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής υποβοηθείται από την οργανωμένη υπερπροβολή ειδικών. Η πλέον επίκαιρη και ταυτόχρονα ανησυχητική εκδοχή αυτής της πραγματικότητας είναι η συχνότατη παρουσία οικονομολόγων στα μέσα ενημέρωσης.

Ενόσω η Δύση δοκιμάζεται υπό τη βάσανο της οικονομικής κρίσης, οι οικονομολόγοι εμφανίζονται ως οι ευαγγελιστές των λύσεων. Αντίθετα, οι πολιτικοί λοιδορούνται και προπηλακίζονται ως οι κατεξοχήν υπεύθυνοι για τα αδιέξοδα. Στην Ελλάδα ορισμένοι καθηγητές οικονομικών έχουν καταστεί περισσότερο αναγνωρίσιμοι από αθλητές και τηλεαστέρες, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων εμφανίζεται τακτικά στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και αρθογραφεί καταιγιστικά στο διαδίκτυο και στον τύπο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, με τον Αριέλ Ρουμπινί, τον οικονομολόγο που προέβλεψε τη διεθνή κρίση, να συναγωνίζεται σε εμφανίσεις και απολαβές την Μαντόνα. Ελάχιστοι, όμως, τολμούν να πουν ή να γράψουν ότι οι οικονομολόγοι είναι οι βασικοί υπαίτιοι της κρίσης και, κυρίως, ότι η οικονομία είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία δεν μπορεί, παρά μόνο συμπτωματικά, να προσφέρει λύσεις.

Κατά τον Αριστοτέλη, τον πρώτο που επιχείρησε μια συστηματική κατάταξη των επιστημών, η οικονομία αποτελεί μέρος της πρακτικής φιλοσοφίας και είναι ομόλογη της ηθικής και της πολιτικής.[4] Στην πορεία των ετών και υπό την πίεση του μαρξισμού, του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, η οικονομία μετατοπίστηκε και έχασε το χαρακτήρα της και τη φυσιογνωμία της, αλλοτριώθηκε, για να χρησιμοποιήσουμε ένα μαρξιστικό όρο. Ο μαρξισμός, ως γνήσιο τέκνο του διαφωτισμού, αποπειράθηκε να μετατρέψει την οικονομία, όπως και κάθε άλλο κλάδο του επιστητού, σε επιστήμη.[5] Στην κατεύθυνση αυτή επέλεξαν να κινηθούν και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι, υπό τη δριμεία κριτική του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, ώστε να διασώσουν το κύρος του κλάδου τους.[6] Συγκεκριμένα, κατά το θετικισμό, οι επιστημονικές έννοιες δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνοχή των δεδομένων της παρατήρησης. Από την άλλη, ο λογικός θετικισμός είναι ένας εμπειρισμός που μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας στην έννοια του νοήματος. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι, προτού επιχειρηθεί να αποδειχθεί πειραματικά αν μια θεωρία είναι αληθής ή ψευδής, χρειάζεται να διαπιστωθεί εάν έχουν νόημα οι ισχυρισμοί της. Συνεπώς, νόημα έχουν μόνο οι μαθηματικές προτάσεις και οι θεωρητικές υποθέσεις και εξηγήσεις της πειραματικής επιστήμης, όσες προτάσεις, δηλαδή, είναι εμπειρικά επαληθεύσιμες.[7] Αρκετές ανθρωπιστικές σπουδές, ανάμεσα τους η ψυχολογία, η παιδαγωγική και η οικονομία, επιχείρησαν να μαθηματικοποιηθούν, να αποκτήσουν επιστημονική υπόσταση, ώστε να μην θεωρηθούν μεταφυσικές και άνευ νοήματος ασκήσεις του νου, όπως η θεολογία, η παραδοσιακή φιλοσοφία, η ιστορία και άλλες.

Η αλλαγή αυτή στη μέθοδο των οικονομικών προκάλεσε στους οικονομολόγους μια ανεπανάληπτη οίηση. Η μαθηματικοποίηση της φύσης και η αιτιοκρατία του Νεύτωνα, είχαν από καιρό δημιουργήσει την αίσθηση ότι η φύση και οτιδήποτε μέσα σε αυτή υποτάσσεται σε μια άτεγκτη νομοτέλεια. Οι ίδιες αιτίες οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα και οι φυσικοί νόμοι επαναλαμβάνονται αέναα. Συνεπώς, με την πεπαιδευμένη παρατήρηση, την αποκρυπτογράφηση των φυσικών νόμων και την αλάνθαστη μέθοδο των μαθηματικών, η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι εφικτή.[8] Οι οικονομολόγοι πίστεψαν και έκαναν και τους άλλους να πιστέψουν ότι τα περίπλοκα μαθηματικά που χρησιμοποιούν και τα υπολογιστικά μοντέλα τους είναι αλάνθαστα, είναι η πραγματική επιστήμη, το σύγχρονο κέρας της Αμάλθειας, η οποία εξασφαλίζει ατέρμονη πρόοδο και ευμάρεια για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Όλοι πείστηκαν και εξακολουθούν να ομνύουν στην αποτελεσματικότητα των οικονομικών. Ακόμα και σήμερα, όταν σχεδόν όλοι παραδέχονται ότι η ασυδοσία και αμετροέπεια των οικονομολόγων ενθάρρυνε και παραπλάνησε σώφρονες και επιλήσμονες πολιτικούς και ιδιώτες, ότι τα περίπλοκα οικονομικά προϊόντα δημιούργησαν την κρίση, η κοινωνία φαίνεται να αποδέχεται ότι ευθύνονται κάποια απρόσωπα golden boys, ενώ οι επώνυμοι, θεσμικοί οικονομολόγοι είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν και πάλι, μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες, στη γη της επαγγελίας. Πρόσφατα, στην ελληνική τηλεόραση, παρακολούθησα πασίγνωστο έλληνα οικονομολόγο να παρουσιάζει, για πολλοστή φορά, τις καταστροφολάγνες θέσεις του ως άλλη Κασσάνδρα. Όταν κάποιος δημοσιογράφος του επεσήμανε ότι πέρυσι, σχεδόν την ίδια ημέρα, είχε τοποθετήσει την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης στις αρχές του 2012, απάντησε θρασύτατα ότι το μοντέλο του είναι ρέον και ότι στην πορεία άλλαξε και αυτό, όπως και η πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα, όμως, απέχει παρασάγγας. Όπως ορθά επεσήμανε πριν από αρκετές δεκαετίες ο Χέμπελ, η λογική πιθανότητα ενός καθολικού νόμου βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν.[9] Αυτό οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ένας καθολικός νόμος, όπως αυτοί που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι, έχει επιβεβαιωθεί μέσα από ένα απειροελάχιστο σώμα παρατηρήσεων και πειραμάτων σε σχέση με το άπειρο των πιθανοτήτων και εκδοχών. Άρα, οι οικονομολόγοι καταλήγουν σε συμπεράσματα με καθολική ισχύ βασισμένοι σε ελάχιστη εμπειρική βάση. Ο Καρλ Πόπερ, κορυφαίος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, συμπλήρωσε ότι μπορεί κανείς να επαληθεύσει όποια θεωρία θέλει. Αν κάποιος ερευνητής, εν προκειμένω οικονομολόγος, για λόγους ιδεολογικούς ή πολιτικούς, είναι προσκολλημένος σε μια θεωρία θα βρει πάντοτε τον τρόπο να διαβάζει τα αποτελέσματα της έρευνας με τέτοιο τρόπο που να επιβεβαιώνει τις δικές του θεωρήσεις. Τα ίδια εμπειρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς τρόπους και να αποδώσουν διαφορετικές γενικεύσεις και νόμους.[10]

Συνεπώς, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το μέλλον. Μόνο εκ των υστέρων μπορούμε να αποφανθούμε αν μια θεωρία ήταν σωστή. Απομένει μόνο η ελπίδα ότι κάποιες προβλέψεις θα βγουν αληθινές. Η οικονομική είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία τρέφει με αυταπάτες τον άνθρωπο, γιατί πολύ απλά τον αγνοεί. Η οικονομία ήταν και χρειάζεται να ξαναγίνει ανθρωπιστική σπουδή. Όσο επιμένει να απομακρύνεται από τον άνθρωπο, να τον παραγνωρίζει και να επικεντρώνεται στους αριθμούς, επειδή αυτοί της προσδίδουν επιστημονικοφάνεια και είναι ευχερέστεροι στον αφηρημένο στοχασμό, είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει και να επισωρεύει δεινά. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη δεν διαφέρει παρά ελάχιστα από τις πλέον ταπεινές ψευδοεπιστημονικές ενασχολήσεις, όπως η αστρολογία. Διατυπώνονται άπειρες προβλέψεις από τους οικονομολόγους, βάσει των οποίων σχεδιάζεται από κυβερνήσεις και αρμόδιους φορείς η ζωή όλων μας. Οι πλείστες διαψεύδονται οικτρά, ενώ αποθεώνονται οι ελάχιστοι οικονομολόγοι που επαληθεύτηκαν, έστω και μερικώς. Και η επιβεβαίωση των ελαχίστων οπλίζει με επιχειρήματα τους υπολοίπους, ώστε να συνεχίσουν στην καταστροφική πορεία των αλλεπάλληλων εικασιών, οι οποίες βαφτίζονται επιστήμη και διεκδικούν το ανάλογο κύρος. Οι πραγματικές επιστήμες, όταν θελήσουν να ξεπεράσουν το επίπεδο της έρευνας, της αποκάλυψης δηλαδή νέας γνώσης, και να περάσουν στην εφαρμογή των πορισμάτων τους, φροντίζουν να παρεμβληθεί το στάδιο του πειραματισμού. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να προσδιοριστούν οι συνέπειες, ώστε να μην υποφέρουν άνθρωποι και δημιουργηθεί γενικότερη βλάβη. Οι οικονομολόγοι, με την αγαστή συνέργια των πολιτικών, θεωρούν ότι κάθε θεωρία τους αξίζει να εφαρμοστεί, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, σπέρνοντας τον όλεθρο και καθαιμάσσοντας την ανθρωπότητα. Τουλάχιστον, η φιλοσοφική μεταφυσική, παρότι δεν βρίσκει εμπειρική επιβεβαίωση, εδράζεται στη λογική και δεν αποτολμά λογικά άλματα και διανοητικές ακροβασίες με την ελαφρότητα που το πράττουν οι οικονομολόγοι.

Μια άλλη βασική αδυναμία της οικονομικής σκέψης είναι η μονομερής προσήλωση της στο μέλλον. Η στοχοθεσία των οικονομολόγων αναφέρεται μόνο στο τι θα επέλθει. Για την πλειοψηφία, μάλιστα, των δυτικών οικονομολόγων, η καταφυγή στην ιστορική έρευνα, ως θεραπαινίδας στις έρευνες τους, είναι ανεπίτρεπτη, καθώς θεωρείται ιστορικισμός, ο οποίος δογματικά εκλαμβάνεται ως διανοητική ασθένεια.[11] Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται οι οικονομολόγοι είναι ότι αυτή η επιλογή τους υπονομεύει το έργο τους. Όπως ποιητικά είχε επισημάνει ο Ιερός Αυγουστίνος, πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας και φιλόσοφος, στις Εξομολογήσεις του, οι άνθρωποι αναρωτιούνται για το χρόνο. Όμως το παρελθόν έχει ήδη χαθεί, το παρόν μεταπίπτει πάραυτα σε παρελθόν; ενώ το μέλλον δεν υπάρχει, καθώς δεν έχει επέλθει.[12] Για τους οικονομολόγους, παρά ταύτα, το μέλλον υπάρχει, για να μην πούμε ότι ήδη ζουν στο μέλλον. Όλες τους οι έρευνες κατατείνουν στο πως θα είναι η κατάσταση σε λίγα ή πολλά χρόνια. Όλη τους η ενέργεια ξοδεύεται σε αυτό το εγχείρημα, πείθοντας τους πολιτικούς και την κοινωνία ότι υπάρχει τρόπος όχι μόνο να προβλεφθεί το μέλλον, αλλά να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Η Πυθία και οι αρχαίοι οιωνοσκόποι ωχριούν ενώπιον τους, καθώς υπόσχονταν μόνο την πρόβλεψη.

Η εμμονή, όμως, στο μέλλον κάνει δυσβάσταχτο το παρόν. Θυσιάζεται το παρόν, η μόνη βέβαιη πραγματικότητα στο όνομα και το όραμα ενός μη υπαρκτού και προβλέψιμου, με λογικό τρόπο, μέλλοντος. Οι οικονομολόγοι σχεδιάζουν μαθηματικά μοντέλα, τα οποία βεβαιώνουν ότι θα επαληθευθούν. Οι πολιτικοί τα δέχονται, ρυθμίζουν τις αποφάσεις τους βάσει αυτών και προσαρμόζουν τις δράσεις τους αναλόγως. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βιώνουν σήμερα αρκετές κοινωνίες: φτώχεια, δυστυχία, απόγνωση, οδύνη. Και το πλέον πιθανόν είναι, όπως ήδη έχει συμβεί πάμπολλες φορές, να μην επαληθευθούν τα οικονομικά μοντέλα. Και τότε, μετά από αρκετά χρόνια και χαμένες ζωές, θα μας πούνε, ότι το παλαιό απέτυχε, γιατί είχε δομικές αδυναμίες ή γιατί δεν υπολογίστηκαν κάποιες παράμετροι. Η συνέχεια θα είναι να εισηγηθούν ένα νέο μοντέλο, του ιδίου τύπου και των ιδίων προδιαγραφών, το οποίο θα διορθώσει την κατάσταση σε κάποια χρόνια. Και πάλι από την αρχή, έως ότου κάποιο να αποδώσει, από τύχη μάλλον παρά από ικανότητα. Όπως, όμως, ορθά είχε επισημάνει ο Μακιαβέλι, «η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στο πως ζούμε και στο πως θα έπρεπε να ζούμε είναι τόσο μεγάλη, ώστε όποιος αφήνει αυτό που γίνεται για εκείνο που θα έπρεπε να γίνεται, προετοιμάζει την καταστροφή του μάλλον παρά τη σωτηρία του».[13]

Εκείνο που φταίει δεν είναι το επιμέρους πρότυπο, αλλά η ίδια η κατεύθυνση που έχει πάρει η οικονομική επιστήμη. Επιστημολογικά, πρόκειται για μια αδιέξοδη και επικίνδυνη επιλογή, ένα σύγχρονο Μολώχ, στο βωμό του οποίου θυσιάζονται ζωές.[14] Η οικονομία χρειάζεται να επανασυνδεθεί με τις ρίζες της και να συγκροτηθεί ως κλάδος ανθρωπιστικός, αφού αντικείμενο της δεν είναι η ύλη, αλλά οι άνθρωποι.

Από την άλλη οι πολιτικοί οφείλουν να κατανοήσουν ότι το έργο τους συνίσταται πρωτίστως στη διαχείριση της πραγματικότητας, προς όφελος των ανθρώπων, και όχι στις μεταφυσικές προσδοκίες που καλλιεργεί η τυφλή πίστη στην ψευδοεπιστημονικότητα των αριθμών και των υπολογισμών. Αν η οικονομία δεν επανασυνδεθεί με τον άνθρωπο και δεν αποστραφεί τη μεθοδολογία των φυσικών επιστημών, η οποία δεν ταιριάζει στο δικό της πεδίο, το μέλλον της ανθρωπότητας δεν προοιωνίζεται ευοίωνο. Η κατάσταση ομοιάζει με το πιθάρι των Δαναΐδων. Όταν κλείνει μια τρύπα, ανοίγει μια άλλη και τελικά το πιθάρι μένει πάντοτε άδειο, ασχέτως του κόπου όσων κοπιάζουν χύνοντας μέσα του νερό. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα άλλο πιθάρι, δίχως τρύπες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ. Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1990, 9-10.

[2] Μ. Hindman, The Myth of Digital Democracy, Princeton University Press, Princeton 2009. M. Margolis – G. Moreno – Riano, The Prospect of Internet Democracy, Ashgate, Farnham 2009, 95-108.

[3] OECD, Promise and Problems of Ε-Democracy: Challenges of Online Citizen En­gagement, Paris 2003, 64-65.

[4] Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια, 1218b 11-16. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1141b31-33. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1253bl-22.

[5] Τ. Duppe, The Making of the Economy: a Phenomenology of Economic Science, Lex­ington Books, Lanham 2011, 129-131.

[6] Στο ίδιο, 25-64.

[7] Α. J. Ayer(ed), Logical Positivism, Free Press, Glencoe 1959.A. Schilpp (ed.), The Philosophy of Rudolf Carnap, Illinois Open Court, La Salle 1963.

[8] S. Shapin, Η Επιστημονική Επανάσταση, Κάτοπτρο, Αθήνα 2003, 145-192

[9] C. G. Hempel, Philosophy of Natural Science, Prentice – Hall, Englewood Cliffs 1966.

[10] K. Popper, Conjectures and Refutations: The Growth of Scientific Knowledge, Routledge, London 1963. K. Popper, Objective Knowledge, Oxford University Press, Oxford 1972.

[11] J. J. Krabbe, Historicism and Organicism in Economics: The Evolution of Thought, Springer, London 2012.

[12] Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, Πατάκης, Αθήνα 1997, τ. Β’, 151-190.

[13] Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996, 98-99.

[14] Α. F. Chalmers, Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2011, 77-92.

 

Γεώργιος Στείρης

Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης», στο Α. Μάνος & Ε. Πρωτοπαπαδάκης (επιμ.), Εξουσία και Δημοκρατία, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ελληνική Εταιρεία Ηθικής, Αθήνα 2014.

Read Full Post »

Η Θεσμοθέτηση των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας


 

Οι Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας υπήρξαν η φυσική συνέχεια της γεωργικής σχολής που οικοδομήθηκε από τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια κατά το 1829-1830, με τη συνδρομή του φιλέλληνα Ελβετού  Εϋνάρδου. Το όραμα του κυβερνήτη για τη λειτουργία της γεωργικής σχολής διατηρήθηκε για πενήντα έτη. Η έλλειψη υλικών μέσων δυσχέραινε τη λειτουργία της και μετατράπηκε σε γεωργικό σταθμό, ενώ στη συνέχεια παραχωρήθηκε η έκταση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ιδρύθηκε η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας. Τα επιστημονικά ρεύματα της εποχής στην Ευρώπη επηρέασαν και τις σωφρονιστικές τοποθετήσεις των εκπροσώπων του ελληνικού συστήματος δικαίου. Για πρώτη φορά η φράση «κοινωνική άμυνα» άγγιζε το σωφρονιστικό σύστημα στην Ελλάδα.

Η έλευση του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου στον βαυαρικό κώδικα, που διέκοψε οριστικά το αμετάβλητο των ποινών, και στη συνέχεια η γαλλική αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα το 1932, ανέδειξαν εκπροσώπους σωφρονιστικών συστημάτων όπως τον Charles Lukas στη Γαλλία και τον Ducpitiaux στο Βέλγιο [1], οι οποίοι μύησαν Έλληνες, εκπροσώπους του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.

Στον σωφρονιστικό ορίζοντα εκδηλωνόταν το ενδιαφέρον για τη βελτίωση του ποινικού νόμου, με σκοπό την επίτευξη μιας δικαιοσύνης περισσότερο αποτελεσματικής, περισσότερο γενναιόδωρης και περισσότερο ηθικοπλαστικής. Συγκεκριμένα στον ορίζοντα διαφαινόταν η ηθικοποίηση του εγκληματία, κάτι που θα το πραγματοποιούσε η εργασία των κρατουμένων. Η διδασκαλία των αγροτοκτηνοτροφικών και βιοτεχνικών εργασιών σε κρατουμένους θα τους απέδιδε βιοποριστικό επάγγελμα και ηθική βελτίωση.

Ακολούθως, ο Αναμορφωτής, ο Σωφρονιστής, ο επιστήμονας Κοινωνιολόγος και προπάντων Ανθρωπιστής Παναγιώτης Σκουριώτης ανέλαβε από την ελληνική πολιτεία στις 14 Φεβρουαρίου 1925 με προεδρικό διάταγμα να ιδρύσει και να παγιώσει τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας στον νομό Αργολίδας, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη του Ναυπλίου, με συνολική έκταση 790 στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργήσιμα ήταν μόνο τα 100.

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Το έργο του πρώτου διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ήταν δύσκολο και, για πολλούς, ακατόρθωτο. Οι πρώτοι 67 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1925, οι 166 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1927 και οι 494 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1931 επιδόθηκαν στη βελτίωση του εδάφους, μετατρέποντάς το από άγονο σε καλλιεργήσιμο, καθώς και στη βελτίωση του υδροφόρου ορίζοντα.

Έκθεσις... Αλεξ. Κουλάτσου

Έκθεσις… Αλεξ. Κουλάτσου

Συνάμα με την εργασία των κρατουμένων, υπήρξε φιλότιμη και αξιόλογη η εργασία του προσωπικού των φυλακών. Οι υπάλληλοι εργάστηκαν σαν να ήταν δική τους περιουσία, «προστάτευαν τα ζώα και τις καλλιέργειες από τσακάλια της περιοχής, παρακολουθούσαν τους εργαζόμενους κρατουμένους και τους φρόντιζαν καθόσον η περιοχή μαστιζόταν από ελονοσία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική αποσπάσματος έκθεσης του διευθυντή Αλεξ. Κουλάτσου, 1932). Αμέριστη ήταν η συμπαράσταση από την πολιτεία. Η αεροπορική άμυνα βοήθησε κι αυτή με τη σειρά της στην εκχέρσωση θάμνων και ελών που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης. Επί της βασιλείας του Όθωνα, Βαυαροί ανέλαβαν να γίνουν άμεσα αποστραγγιστικά έργα σε μεγάλη βαλτώδη περιοχή όπου διέμεναν εργαζόμενοι κρατούμενοι, για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησής τους.

Η μορφολογία της περιοχής εξυγιάνθηκε, και η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας το 1931 έφτασε να περιλαμβάνει 1.250 στρέμματα, από τα οποία τα 1.000 ήταν καλλιεργήσιμα. Οι ποικιλίες των καλλιεργειών τα πρώτα έτη λειτουργίας της αγροτικής φυλακής ήταν σιτηρά (κριθάρι, βρώμη, σανά, άχυρα, αραβόσιτος), κηπευτικά (τομάτες, σπανάκι, αντίδια, μελιτζάνες, μπάμιες, κρεμμύδια, πατάτες, αγκινάρες), όσπρια (κουκιά, ρεβίθια), αμπέλια και μέλι.

Η κτηνοτροφία ξεκίνησε ουσιαστικά το τρίτο έτος της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας – συγκεκριμένα, όταν διαπιστώθηκε ότι θα ήταν πολύ αποδοτική για τη φυλακή η πώληση των ζώων (σε ιδιώτες και κυρίως σε δημόσιους υπαλλήλους) και παράλληλα η παραγωγή γάλακτος. Το 1929 το ποίμνιο περιλάμβανε περί τα 500 πρόβατα και το 1927 το βουστάσιο περιλάμβανε 12 αγελάδες και 2 ταύρους, ενώ το χοιροστάσιο, 72 χοίρους. Η κτηνοτροφία αποτελούσε και μέρος των προϊόντων παρασκευής του συσσιτίου των κρατουμένων (από την ετήσια έκθεση του διευθυντή Παν. Σκουριώτη).

Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας κληρονόμησε και το ιπποστάσιο με 6 ίππους του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Με την πάροδο των ετών αυξήθηκαν οι ίπποι, που χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικό μέσο στις καθημερινές εργασίες.

Οι καθημερινές ανάγκες των κρατουμένων ανέπτυξαν και τις ανάλογες τέχνες εντός της φυλακής. Η επιπλοποιία και η ξυλουργία ήταν από τις κύριες δραστηριότητες των κρατουμένων. Κατασκεύαζαν κι επισκεύαζαν έπιπλα για τη φυλακή, αλλά και για ιδιώτες. Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα στο σιδηρουργείο. Τα έσοδα αναλογούσαν στο ημερομίσθιο της εποχής και ήταν έσοδα της φυλακής.

Οι ανάγκες των κρατουμένων για ένδυση και υπόδηση ανέπτυξαν εντός της φυλακής τις τέχνες του ράφτη, του βαλιτσοποιού και του υποδηματοποιού. Συγκεκριμένα, το 1931 κατασκευάζονταν υποδήματα ανδρών, γυναικών και παιδιών, για πελάτες εκτός φυλακής. Η αγγειοπλαστική και η κεραμοποιία αναπτύχθηκαν καθαρά για τον καλλωπισμό των κήπων, αλλά και των στεγών της φυλακής. Η καλαθοποιία, ως ενασχόληση, κέρδισε το ενδιαφέρον πολλών κρατουμένων, καθόσον τα κέρδη που αποκόμιζαν εκείνη την εποχή όσοι ασκούσαν το επάγγελμα του καλαθοποιού ήταν αρκετά για το ξεκίνημά τους εκτός φυλακής, χωρίς να απαιτείται ουσιαστικό κεφάλαιο.

Τα σημαντικότερα όμως βήματα στη βιοτεχνία έγιναν το 1932. Η σκέψη να παρασκευάζουν οι κρατούμενοι τον άρτο και το τυρί για το συσσίτιό τους εδραίωσε στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας τη βιοτεχνία που, μέχρι και σήμερα, της αποδίδει τα μεγαλύτερα έσοδα.

Τα έσοδα της αγροτικής φυλακής, από τα πρώτα έτη της ίδρυσής της, ήταν τέτοια που διαφαινόταν ότι ως παραγωγική μονάδα, και με μια ορθή οικονομική διαχείριση, θα απέδιδε κέρδη. Ο συνδυασμός ανάμεσα στις πωλήσεις των προϊόντων και στο εργατικό δυναμικό των κρατουμένων εδραίωνε τα προϊόντα στην τοπική αγορά.

 

Η διαχρονική σημασία της εργασίας των κρατουμένων

 

Η κυριότερη απαίτηση για να πετύχει η εδραίωση του θεσμού των αγροτικών φυλακών ήταν η γνώση της προσωπικότητας του εγκληματία. Αυτό συνίστατο στην προαγωγή της εξατομίκευσης και στην καθημερινή ενασχόληση του διευθυντή των φυλακών, του ιερέα/δασκάλου και του προσωπικού της φύλαξης με την προσωπικότητα του εγκληματία.

Η επιλογή της εργασίας του εγκλείστου καθοριζόταν από τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, αλλά και από την κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση πριν διαπράξει το έγκλημα. Λόγω της αγροτικής ελληνικής οικονομίας της εποχής (1930), οι κρατούμενοι είχαν ήδη εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Η προσαρμογή του κρατουμένου στην αγροτική φυλακή ήταν τριπλή, φυσική, επαγγελματική και διανοητική. Η ανάθεση εργασίας μετέτρεπε και τον πιο εσωστρεφή, οκνηρό και φοβισμένο κρατούμενο σε εργατικό, φίλεργο άνθρωπο, με όνειρα για τη ζωή του. Η επαφή του με τη φύση και τα ζώα απέκρουε κάθε ψυχογενή πάθηση, καθώς και τη μονοτονία του μυαλού που χαρακτηρίζει κάθε έγκλειστο.

Ο ρόλος του προσωπικού της Τίρυνθας ήταν η κοινωνική άμυνα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους εγκλείστους των αγροτικών φυλακών. Το προσωπικό της εποχής είχε εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, καθόσον ο πρωτογενής τομέας ήταν η βασική ασχολία των κατοίκων της Αργολίδας. Την εμπειρία του τη μετέδιδε και στους κρατουμένους, τους νουθετούσε και ανέφερε κάθε δραστηριότητά τους στον διευθυντή των φυλακών, κάτι που αποτυπωνόταν καθημερινά στο ημερολόγιο της φυλακής. Το προσωπικό της φύλαξης εργαζόταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

Η τροποποίηση του νόμου Περί φυλακών στις 28 Σεπτεμβρίου 1925 μετέτρεψε την εργασία των κρατουμένων σε υποχρεωτική. «Η εργασία είναι το έτερον στοιχείο αποτίσεως ποινής». Ο κατάδικος δεν είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί την εργασία, η οποία απέβλεπε στην υγιεινή και ηθική βελτίωση, στην επαγγελματική μόρφωση και στην οικονομική του υποστήριξη (έκθεση του διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Αλεξ. Κουλάτσου, 1932).

Συμπερασματικά, από τα πρώτα έτη της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ο σκοπός της ίδρυσής της είχε επιτευχθεί. Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας περιλαμβάνει πια καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και βιοτεχνικές μονάδες που συντηρούνται από την εργασία των κρατουμένων. Η ελληνική και κυρίως η τοπική κοινωνία μόνο κέρδος είχε από τη θεσμοθέτησή της. Η κοινωνικοποίηση των κρατουμένων και η ηθικοποίηση του εγκληματία μέσω της εργασίας έδωσε την απάντηση σε πολλά μοντέλα αντεγκληματικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν την ίδια περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο πρωτογενής τομέας, στον οποίο στηρίχθηκε όλη η οικονομία της εποχής, συντήρησε για πολλές δεκαετίες την αυτάρκεια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, και αυτή με τη σειρά της επέφερε μόνο κέρδη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, υλικά και κυρίως ηθικά. Η κοινωνική άμυνα της πολιτείας, που μαστιζόταν από τη φτώχεια και τις αρρώστιες, απέναντι στα εγκλήματα ήταν η πρωτοποριακή στρατηγική της υγιούς επανένταξης των ατόμων με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, που θα είχαν επιλύσει τα βιοποριστικά τους προβλήματα.

 

Αναδρομή ανάμεσα στις δεκαετίες

 

Το 1952 ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Καλογερόπουλος Σπυρίδωνας επισημαίνει την αναγκαιότητα της ανασύστασης της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Τονίζει ότι οι συνέπειες του πολέμου, της εχθρικής κατοχής και του Εμφυλίου διέκοψαν κάθε δημιουργική εργασία και ότι επήλθαν πολλές φθορές στις εγκαταστάσεις της φυλακής, ενώ επαινεί το προσωπικό αναφέροντας ότι, πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ασχολείται και με την παραγωγική ανασύσταση της φυλακής. Η μέριμνα από την πολιτεία ήταν άμεση. Η έκθεση του Γεωργικού Επιθεωρητή των Φυλακών δίνει και το εισιτήριο για την οικονομική ενίσχυση της φυλακής, τονίζοντας ότι «οι φυλακές της Τίρυνθας είναι η δεύτερη Αγροτική Φυλακή του Κράτους η οποία όχι μόνο πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, αλλά ήταν πρότυπο στην εργασία και στα κέρδη» (σύμφωνα με όσα έγραψε ο Γενικός Διευθυντής κ. Τριανταφυλλίδης στον Γεωργικό Επιθεωρητή).

Αξιόλογη μεταρρύθμιση στο σωφρονιστικό σύστημα της εποχής ήταν η καθιέρωση των «επί λόγω τιμής εργαζομένων» με την υπ’ αριθ. 10339/25-2-1955, άρθρο 2, Διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Περί Οργανώσεως Ανοικτών Σωφρονιστικών Καταστημάτων». Για να ενταχθεί ένας κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», έπρεπε να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Να είναι εργαζόμενος κρατούμενος χωρίς διαρκή και άμεση επίβλεψη, β) να είναι κρατούμενος με έως δύο ποινές φυλάκισης ή πρόσκαιρης κάθειρξης ή να έχει εκτίσει το ¼ της ποινής του μέχρι 12 έτη κάθειρξης, γ) να μην έχει ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με ιατρική ψυχολογική και κοινωνική εξέταση, και δ) να επιδεικνύει καλή διαγωγή. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε η σύσταση επιτροπής, απαρτιζόμενης από τον διευθυντή, τον γεωπόνο, τον ιερέα και τον ιατρό της φυλακής, που θα επέβλεπε τις εργασίες των κρατουμένων οι οποίοι θα έδιναν υπόσχεση λόγου τιμής απέναντι στους υπαλλήλους και στους υπόλοιπους κρατουμένους.

Ακολούθως, από το 1960 οι τεχνικές εργασίες στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας για την εύρυθμη λειτουργία της, άνθησαν. Επικεντρώθηκαν στην ύδρευση και στην κατασκευή γεωτρήσεων. Στη στήλη «Τεχνικές Εργασίες» της εφημερίδας Νέα Πορεία του Νομού Αργολίδας, αναφέρθηκε στις 5 Αυγούστου 1962 η ίδρυση υδατόπυργου με αλεξικέραυνο στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας.

Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ο διευθυντής της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας κ. Δερμιτζάκης αναφέρει στις 21-10-1960 το ξεκίνημα των εργασιών ανέγερσης κατοικιών για τη στέγαση των υπαλλήλων με τις οικογένειές τους, λαμβάνοντας υπόψη του την ανάγκη στέγασης «των υπαλλήλων με οικογένεια που διαμένουν σε ανθυγιεινά οικήματα, καθώς και των άλλων οι οποίοι στερούνται κατοικία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική).

Η μελέτη του γεωργικού απολογισμού μάς δηλώνει ότι τα φυτώρια των δένδρων, ειδικά δε των εσπεριδοειδών, μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον της εποχής. Σε γενικές γραμμές η εκμάθηση τεχνών στους κρατουμένους παρέμεινε η ίδια (καλαθοπλεκτική, αρτοποιία, ξυλουργία, ραπτική, σιδηρουργία, υποδηματοποιία, τυροκομία) και τη δεκαετία του ’60. Η γεωργία και η κτηνοτροφία εκσυγχρονίστηκαν με μηχανές (χειράμαξες, χειροκίνητες αντλίες, χορτοκοπτική μηχανή, αμελκτική μηχανή). Η προμήθεια αυτοκινήτου για τη μεταφορά προϊόντων στην Αθήνα ήταν το μέσο «για την επίτευξη καλύτερων τιμών» (γεωργικός απολογισμός του 1960, προϊστάμενος Γεωργικής Υπηρεσίας Αθανάσιος Σκαρτσίλας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας απασχόλησε τον πανελλαδικό Tύπο. Σε ανάλυση που έκανε σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα Βραδυνή (22-9-1976, αριθμός φύλλου 18.193), ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Γεώργιος Καρπούζος ανέφερε ότι ο σωφρονισμός του κρατουμένου διαβαθμίζεται σε τρεις τάξεις. Η πρώτη τάξη ήταν η περίοδος της παρατήρησης του κρατουμένου και διαρκούσε το πολύ έως έξι μήνες. Σε αυτή πραγματοποιούνταν έρευνα της σωματικής και ψυχικής υγείας του κρατουμένου, του προηγούμενου βίου του και των επαγγελματικών του κλίσεων. Στη δεύτερη τάξη το Συμβούλιο του καταστήματος διενεργούσε τοποθέτηση ύστερα από βαθύτερη εκτίμηση της εν γένει διαγωγής του κρατουμένου και, όταν αυξανόταν προοδευτικά η εμπιστοσύνη προς αυτόν, έδινε έγκριση ώστε να τοποθετηθεί ο κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», όπου εργαζόταν στους αγρούς χωρίς επίβλεψη. Ακολούθως, στην τρίτη τάξη ο κρατούμενος μεταφερόταν στο ανοιχτό σωφρονιστικό κατάστημα, όπου δεν φρουρείτο. Σε αυτό οι κρατούμενοι απολάμβαναν ανέσεις και ελευθερία, ενώ οι υπάλληλοι ενεργούσαν για την επανένταξή τους στην κοινωνία. Σημειωτέον είναι ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πολλοί κρατούμενοι αυτής της τάξης εργάζονταν τα πρωινά σε ιδιωτικές εργασίες και επέστρεφαν το απόγευμα χωρίς συνοδεία.

Σε έτερο δημοσίευμα (εφημερίδα Βραδυνή, 23-9-1976, αριθμός φύλλου 18.194) ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ανέλυσε τα αποτελέσματα του έργου των υπαλλήλων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας στον σωφρονισμό των κρατουμένων, τονίζοντας ότι οι κρατούμενοι που αποφυλακίσθηκαν την πενταετία 1970-1975 αποκαταστάθηκαν πλήρως κοινωνικά, ενώ παρεξέκλινε από αυτούς μόνο το 5%.

Από τους γεωργικούς απολογισμούς των ετών από το 1973 έως και το 1975 (γεωργικοί απολογισμοί προϊσταμένου Γεωργικής Υπηρεσίας Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας Δημητρίου Μπόλη) προκύπτει ότι οι γεωργικές καλλιέργειες και οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες απέδιδαν τα μέγιστα στη φυλακή. Τούτο διαφαίνεται και στον τοπικό Τύπο, στην εφημερίδα Αργολικά Νέα (29-5-1975, αριθμός φύλλου 266), όπου αναφέρεται ότι, λόγω των αποδόσεων (ποιοτικών και ποσοτικών) των εσπεριδοειδών (πορτοκαλιών) που καλλιεργούνταν στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας, οι ντόπιοι έμποροι είχαν υποστεί οικονομική ζημιά. Τα πορτοκάλια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ήταν ανάρπαστα και πρώτα στη ζήτηση για τις εξαγωγές, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Ακολούθως, οι τοπικοί παράγοντες της εποχής αντιλαμβάνονταν ότι η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας αποτελούσε την Εδέμ της Αργολίδας και επιδίωκαν να πείσουν την κοινή γνώμη προκειμένου να μετατραπεί σε Γεωπονική Σχολή (Αργολικά Νέα, 16-9-1976, αριθμός φύλλου 295).

 

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

 

Οι επόμενες δεκαετίες, δυστυχώς, με βάση τους γεωργικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς, έδειξαν μια παραγωγική στατικότητα, μια επαναληπτικότητα σε ό,τι αφορά τις γεωργικές καλλιέργειες και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Για πρώτη φορά οι πωλήσεις στα ζώα παρουσίασαν καθοδική πορεία, ενώ δεν έγινε καμία ουσιαστική μελέτη που να αφορά τις καλλιέργειες. Θεωρητικά αποτυπωνόταν ότι οι εισπράξεις από εσπεριδοειδή μειώνονταν, αλλά δεν πάρθηκε καμία ριζική απόφαση που θα είχε μακρόπνοο αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά το αντικείμενο της εργασίας των κρατουμένων διαχωρίζεται από το φυλακτικό προσωπικό. Υπεύθυνοι είναι πλέον οι γεωργοτεχνίτες, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να διδάξουν στους κρατουμένους τις γεωργικές, κτηνοτροφικές και τεχνικές εργασίες. Το 1985 η πολιτεία ενέταξε την Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας σε πειράματα αρδεύσεων για τρία έτη, κάτι που βοήθησε τις καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών τα οποία χρησιμοποιούνταν για εσωτερική κατανάλωση από τα ζώα της φυλακής.

Το 1990, με πιο συντονισμένη προσπάθεια από την πλευρά των υπαλλήλων αλλά και με την ορθή επιλογή κρατουμένων, η οικονομική και σωφρονιστική απόδοση της φυλακής είχε αξιόλογο αποτέλεσμα. Το μόνο πρόβλημα το οποίο διογκώθηκε με το πέρασμα των ετών ήταν η έλλειψη προγραμματισμού στην εκμηχάνιση των καλλιεργειών και των κτηνοτροφικών μονάδων.

Ο σωφρονιστικός και ο ποινικός έλεγχος των κρατουμένων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο. Οι επισκέψεις σχολών (εισαγγελέων, δικαστών), συλλόγων (δικηγορικών), όπως και εκπροσώπων των σωφρονιστικών συστημάτων άλλων χωρών, καθώς και προξένων, ήταν τακτικές.

Το πέρασμα της Ελλάδας από τον πρωτογενή τομέα στον τριτογενή χωρίς μακροοικονομική μελέτη, η μεγάλη εισροή αλλοδαπών στη χώρα μας χωρίς κοινωνική και ανθρωπιστική μέριμνα και προγραμματισμό, ήταν λογικό να διαταράξουν και τη λειτουργία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας.

Στα τέλη του 1990 το φυλετικό μωσαϊκό των κρατουμένων άλλαξε, ακολουθώντας τους μεταναστευτικούς παλμούς της κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη και η ευκαιρία για σωφρονισμό με εργασία σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης έπρεπε να δοθεί και σε ανθρώπους που ήταν μετανάστες στη χώρα μας. Ήταν επιτακτική η ανάγκη μεταγωγής αλλοδαπών (μετά τον ενδελεχή έλεγχο από τα Συμβούλια των κλειστών φυλακών) σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης, έτσι ώστε να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία ομαλά, αποκτώντας σταδιακά και εργασιακό υπόβαθρο στην επανένταξή τους. Επίσης, μετά το 1995, η πολιτεία εξέτασε σταδιακά και το ενδεχόμενο να μετάγονται στις αγροτικές φυλακές και κρατούμενοι που είχαν απεξαρτηθεί πλήρως από τοξικές ουσίες και επιδίωκαν να εργασθούν.

 

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας ενενήντα χρόνια μετά

 

Το διώροφο νεοκλασικό διοικητήριο [2], που ήταν αρχικά η θερινή έπαυλη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια και στη συνέχεια γεωργική σχολή, έχει ανακαινιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρχαιολογίας, καθόσον το αγροτικό κατάστημα κράτησης βρίσκεται σε Α΄αρχαιολογική ζώνη.

 

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

 

Το αγροτικό κατάστημα κράτησης περιλαμβάνει μόνο θαλάμους κοιτωνισμού, ενώ υφίστανται και άλλοι βοηθητικοί χώροι όπως μαγειρείο, αρτοποιείο, αίθουσα διαλέξεων, αίθουσα διδασκαλίας και βιβλιοθήκη. Το μαγειρείο και το αρτοποιείο ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Με την εποπτεία της Αρχαιολογίας Ναυπλίου έχει πραγματοποιηθεί αναπαλαίωση και αντικατάσταση της στέγης και της κεραμοσκεπής των αποθηκών των συνεργείων. Συγκεκριμένα, στις αποθήκες αυτές φυλάσσονται τα τρόφιμα και τα παραγόμενα προϊόντα από τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις (κρέατα, λαχανικά, κηπευτικά κ.λπ.) που προορίζονται για την τροφοδοσία των κρατουμένων (της ενταύθα φυλακής αλλά και των κρατουμένων του Κ.Κ. Ναυπλίου και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης του Κορυδαλλού). Επίσης εκεί έχουν τοποθετηθεί και οι ψυκτικοί θάλαμοι όπου διατηρούνται τα κρέατα και τα λαχανικά μέχρι τη μεταφορά και τη διάθεσή τους. Τα συνεργεία της φυλακής στεγάζονται σε σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις και καλύπτουν τις ανάγκες συντήρησης των μηχανημάτων και της κτιριακής υποδομής της φυλακής, γενικότερα.

Οι κτηνοτροφικές μονάδες απαρτίζονται από κτίρια της άνω γραμμής και της κάτω γραμμής [3], όπου σταβλίζονται τα ζώα, καθώς και από θαλάμους μικρών διαστάσεων όπου διαμένουν οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις αυτές κρατούμενοι. Από την υπηρεσία καταβάλλονται συνεχώς προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση των εν λόγω εγκαταστάσεων αλλά και ολόκληρου του κτιριακού συγκροτήματος της φυλακής γενικότερα, με στόχο τη διασφάλιση ικανοποιητικών συνθηκών διαβίωσης των φιλοξενούμενων εδώ κρατουμένων, αλλά και των υπαλλήλων.

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Το κτίριο Αγάμων διατηρήθηκε, όμως εκεί δεν διαμένουν πλέον υπάλληλοι, αλλά κρατούμενοι που ονομάζονται αγροφύλακες. Είναι υπεύθυνοι για τις γεωργικές καλλιέργειες και πολλοί από αυτούς έχουν εμπειρία και πιστοποίηση για τη χρήση των γεωργικών μηχανημάτων. Το εξωτερικό κτίριο ανακαινίστηκε διατηρώντας την ομοιομορφία και τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής της περιοχής.

Αξιόλογο κτίριο είναι και οι αποθήκες των σιτηρών, όπως και ο μύλος όπου αλέθουμε τους καρπούς που παράγουμε για να σιτίζουμε τα ζώα. Οι αποθήκες αυτές ήταν το ιπποστάσιο του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το συγκρότημα του καταστήματος και οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις υδροδοτούνται με πόσιμο νερό από δίκτυα. Παράλληλα λειτουργεί και άλλο δίκτυο υδροδότησης, το δε νερό προέρχεται από τις γεωτρήσεις της φυλακής. Το νερό όμως αυτό είναι μη πόσιμο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καθαριότητα των χώρων της φυλακής και των κτηνοτροφικών μονάδων, καθώς και για την άρδευση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το νερό αυτό διοχετεύεται στο δίκτυο μέσω αντλητικών συγκροτημάτων και μεγάλης αποθηκευτικής επίγειας δεξαμενής. Τα ανθρώπινα και οικιακά λύματα της φυλακής μεταφέρονται μέσω αντλιοστασίων και αποχετευτικού αγωγού στον σταθμό βιολογικού καθαρισμού της πόλης του Ναυπλίου.

 

Περιβάλλον

Το γεωφυσικό περιβάλλον του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας είναι ποικιλόμορφο. Στο βόρειο τμήμα το υπέδαφος είναι περισσότερο ξηρό και πετρώδες και ενδείκνυται για καλλιέργειες όπως πατάτας, ελαιόδεντρων και κηπευτικών. Είναι ιδανικό για τη διαμονή των ζώων κατά τους χειμερινούς μήνες. Αντιθέτως, στο νότιο τμήμα (παραθαλάσσια), λόγω του υδροφόρου ορίζοντα που είναι πολύ υψηλός, το έδαφος είναι πιο βαλτώδες. Στις εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται κτηνοτροφικά φυτά, δημητριακά και σιτηρά. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τα ζώα μεταφέρονται σε θερινό ποίμνιο ή μπανιέρες (για τους χοίρους), έτσι ώστε να είναι πιο παραγωγική η ανάπτυξή τους.  Γενικότερα όμως το κλίμα είναι ιδανικό για την καλλιέργεια και την παραγωγή εσπεριδοειδών. Σε γενικές γραμμές το κλίμα είναι ήπιο και δρα ευεργετικά στην ψυχολογία των κρατουμένων, ενώ βοηθάει στην παραγωγική διαδικασία γενικότερα.

 

Γεωργία-Κτηνοτροφία-βιοτεχνία

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής,  από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής, από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας αποτελεί και σήμερα αξιόλογη παραγωγική μονάδα αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, δραστηριοποιείται δε στους εξής τομείς:

Γεωργικός τομέας: Καλλιεργήσιμη έκταση 705 στρέμματα, ακαλλιέργητη (δρόμοι, κτίρια, βοσκότοποι) 395 στρέμματα, συνολική έκταση 1.100. Καλλιεργούνται εσπεριδοειδή σε μεγάλη έκταση. Τα προϊόντα αυτά καλύπτουν τις ανάγκες των δύο καταστημάτων κράτησης της Αργολίδας και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού. Οι πλεονάζουσες ποσότητες εσπεριδοειδών διατίθενται στο ελεύθερο εμπόριο. Από την ελαιοκομία παράγεται ελαιόλαδο που καλύπτει εν μέρει τις ανάγκες τροφοδοσίας των κρατουμένων της φυλακής. Τέλος, καλλιεργούνται λαχανικά, σιτηρά – δημητριακά και κτηνοτροφικά φυτά. Η παραγωγή λαχανικών καλύπτει τις τοπικές ανάγκες και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται για την κάλυψη των αναγκών του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Η παραγωγή σιτηρών και κτηνοτροφικών φυτών καλύπτει τις εκτροφικές ανάγκες του ζωικού κεφαλαίου του καταστήματος.

Κτηνοτροφικός τομέας: Εκτρέφονται βοοειδή, αρνιά, χοίροι, κόνικλοι (κουνέλια), όρνιθες και κοτόπουλα. Η παραγωγή κρέατος καλύπτει κατά κύριο λόγο τις διατροφικές ανάγκες των κρατουμένων του ενταύθα καταστήματος κράτησης και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται στο συγκρότημα των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Τα πλεονάζοντα αρνιά, χοίροι, κόνικλοι και βοοειδή πωλούνται στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους λογαριασμούς των Κεφαλαίων Εργασίας Κρατουμένων. Επίσης οι παραγόμενες ποσότητες πρόβειου γάλακτος διατίθενται με τακτικό πλειοδοτικό διαγωνισμό στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους ίδιους, ως άνω χρηματικούς λογαριασμούς.

Βιοτεχνικός τομέας: Υφίσταται σύγχρονη μονάδα αρτοποιείου που παρασκευάζει ψωμί και καλύπτει τις καθημερινές ανάγκες αρτοτροφοδοσίας των κρατουμένων του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας και του Καταστήματος Κράτησης Ναυπλίου. Το αρτοποιείο παράγει ψωμί, 142 τόννους περίπου σε ετήσια βάση, με απόδοση 157%! Επίσης και το γιαουρτοποιείο παράγει σε ετήσια βάση περίπου 17.000 κεσέδες γιαούρτι και καλύπτει τις ανάγκες διατροφής των κρατουμένων.

 

Κίνηση Κρατουμένων

Όπως είναι αντιληπτό, η αρχή του θεσμού των αγροτικών καταστημάτων κράτησης στηρίζεται στο να γίνουν οι κρατούμενοι όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα άτομα, καθώς και στην ομαλή επανένταξή τους στην κοινωνία, νιώθοντας την προσφορά τους σε αυτήν. Δίνεται έμφαση στην προσωπική ευθύνη του κάθε ατόμου που μετάγεται στο κατάστημα για εργασία, ενώ παράλληλα το προσωπικό του καταστήματος προσπαθεί να ενσταλάξει στους τροφίμους τον σεβασμό στον συνάνθρωπο και στο περιβάλλον.

Η δράση των κρατουμένων με την προσωπική τους εργασία κινητοποιεί τη διαντίδραση με τους εκπροσώπους της κοινωνίας, τους υπαλλήλους (π.χ. τους γεωπόνους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τη διεύθυνση), για να εισηγηθούν να τους εντάξουν στο κοινωνικό σύνολο με την επιβράβευση του έργου τους, υπολογίζοντας δηλαδή τα ημερομίσθιά τους τα οποία θα μειώσουν ευεργετικά το υπόλοιπο της ποινής τους.

Το έτος 2014 για τις αγροτικές φυλακές ήταν πιο αισιόδοξο από τα προηγούμενα έτη όσον αφορά το εργατικό δυναμικό των κρατουμένων. Αυτό προήλθε από την τροποποίηση των προϋποθέσεων μεταγωγής κρατουμένων στα αγροτικά καταστήματα με την υπ’ αριθμ. 81630/9-10-2014 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βάσει της οποίας μετάγονται κρατούμενοι με ποινές ή συνολικές ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης επτά ετών χωρίς προϋποθέσεις. Με αυτές τις προϋποθέσεις δόθηκε η δυνατότητα στα Συμβούλια Εργασίας των αγροτικών φυλακών να μπορούν να διοχετεύουν εργατικό δυναμικό στις καθημερινές εργασίες και ανάγκες της φυλακής από το υπάρχον εργατικό δυναμικό της φυλακής, δίνοντας σημαντικό κίνητρο και σκοπό στους κρατουμένους ώστε να γίνουν ακόμα πιο παραγωγικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση των ουσιαστικών (εργατικότητα, ηθικός έλεγχος) και των τυπικών (ύψος ποινής και έκτιση αυτής) προϋποθέσεων του ανωτέρω δείγματος κρατουμένων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της φυλακής οδηγεί στο να λάβουν οι κρατούμενοι άδειες, όπου αυτόματα κερδίζουν το δικαίωμα της διαβίωσης στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη.

Παράλληλα μετάγονται και κρατούμενοι που έχουν λάβει τακτικές άδειες από τα καταστήματα κράτησης, ενώ με σχετικές διαταγές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Εργασίας του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας, τοποθετούνται για εργασία στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής.

 

Εργασία Κρατουμένων

Είναι κατανοητό ότι η μέριμνά μας είναι να αναθέσουμε ένα αντικείμενο εργασίας ανάλογα με τις προϋποθέσεις κράτησης του κάθε κρατουμένου και προσπαθούμε να τους εμφυσήσουμε υπευθυνότητα και απόκτηση αυτοπεποίθησης, σεβασμού προς τον εαυτό τους και, κατ’ επέκταση, σεβασμού προς τους άλλους συνανθρώπους τους. Οι κρατούμενοι στο κλειστό τμήμα της φυλακής εργάζονται στο μαγειρείο και στο αρτοποιείο της, καθώς και στην καθαριότητα των θαλάμων και των κοινόχρηστων χώρων της.

Όσοι συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για εργασία στον αγροτικό τομέα της φυλακής, απασχολούνται στα αγροκτήματα τις πρωινές ώρες σε μια ομάδα περίπου 10-15 ατόμων συνοδεία ενός φύλακα και ενός γεωργοτεχνίτη φυτικής παραγωγής και επιστρέφουν στο κεντρικό τμήμα του καταστήματος. Συνήθως καλλιεργούν κηπευτικά και συμμετέχουν στο μάζεμα των εσπεριδοειδών και των ελαιών, πάντα με την επίβλεψη των υπαλλήλων.

Ορισμένοι κρατούμενοι απασχολούνται στο τεχνικό τμήμα: στο ηλεκτρολογείο, ως υδραυλικοί, στο ξυλουργείο, αφού πρώτα μας αποδείξουν ότι έχουν τεχνικές γνώσεις. Οι εργασίες τους είναι αναγκαίες για την καθημερινή λειτουργία των εγκαταστάσεων, την επισκευή και τη συντήρηση των κτιρίων.

Τέλος, οι κρατούμενοι που λαμβάνουν τακτικές άδειες διαμένουν στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Διαμένουν σε παραδοσιακά σπιτάκια που συντηρούνται από τους ίδιους με τη βοήθεια της υπηρεσίας. Κάθε κρατούμενος έχει τον δικό του χώρο, όπου διαμένει και τον καθαρίζει. Κατά τη διάρκεια της ημέρας οι περισσότεροι κρατούμενοι απασχολούνται σε διάφορες εργασίες, όπως είναι η εκτροφή των ζώων και η καλλιέργεια της γης.

Οι κρατούμενοι που απασχολούνται στα πρόβατα, στα αρνιά και στα βοοειδή επιτελούν εργασίες όπως είναι η σίτιση και το βούρτσισμα των ζώων, η συγκέντρωση και η ανακύκλωση του φυτικού και ζωικού λιπάσματος, η κουρά των προβάτων, η επισκευή των φρακτών, η συντήρηση του αχυρώνα και η εποπτεία των ακαλλιέργητων βοσκοτόπων, ενώ συμμετέχουν στη διαδικασία του τοκετού οποιαδήποτε ώρα.

Παράλληλα, εκτρέφονται όρνιθες ελευθέρας βοσκής που παράγουν αυγά για τη σίτιση των κρατουμένων, καθώς και η ποικιλία ενός ορισμένου είδους κουνελιών η οποία είναι γνωστή πανελλαδικώς και αυξάνει τον ζήλο των κρατουμένων να ασχοληθούν μετά την αποφυλάκισή τους με τη συγκεκριμένη αυτή εκτροφή.

Σε άπαντες τους εργαζόμενους κρατουμένους υπολογίζονται ευεργετικά ημέρες εργασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τα προεδρικά διατάγματα, η δε τοποθέτηση σε εργασία αποφασίζεται από το Συμβούλιο Εργασίας Κρατουμένων.

 

Πειθαρχία Κρατουμένων

Σε γενικές γραμμές η τάξη και η πειθαρχία στο κατάστημα διατηρούνται λόγω του κινήτρου της εργασίας των κρατουμένων. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις πειθαρχικών παραβάσεων αντιμετωπίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, είτε με την επιβολή πειθαρχικών ποινών είτε με την παροχή συμβουλών, συστάσεων ή παρατηρήσεων. Για την επιβολή των εν λόγω πειθαρχικών ποινών τηρούμε τη νόμιμη διαδικασία, την προβλεπόμενη από τον σωφρονιστικό κώδικα. Επίσης ορισμένοι απείθαρχοι κρατούμενοι μετάγονται σε κλειστές φυλακές για λόγους τάξης, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία από τον Κώδικα.

 

Σίτιση Κρατουμένων

Τα παρασκευαζόμενα και χορηγούμενα συσσίτια στους κρατουμένους είναι αρίστης ποιότητας και σε ικανοποιητικές ποσότητες. Παρασκευάζονται κατά το πλείστον από νωπά προϊόντα αρίστης ποιότητας που παράγει η φυλακή και από αυτά που προμηθεύεται η υπηρεσία από το ελεύθερο εμπόριο, με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις περί προμηθειών. Στα είδη που προμηθεύεται η υπηρεσία από το εμπόριο γίνεται έλεγχος της ποσότητας και της ποιότητας αυτών σε κάθε παραλαβή, δείγματα δε των προϊόντων αυτών αποστέλλονται για έλεγχο στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Στη σίτιση των κρατουμένων λαμβάνουμε απαραίτητα υπόψη τη θρησκεία των κρατουμένων και την ιατρική σύσταση για δίαιτα κάποιων εξ αυτών.

 

Προτάσεις  

Ο θεσμός των αγροτικών καταστημάτων κράτησης έχει αποδείξει, στα χρόνια της ύπαρξής του, ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αντεγκληματικών πολιτικών. Συγκεκριμένα, τα αγροτικά καταστήματα κράτησης είναι ενσωματωμένα στο κοινωνικό σώμα και οργανώνουν μεθοδευμένες και παραγωγικές απαντήσεις για κάθε είδος εγκληματικού φαινομένου μέσω της αποδυνάμωσής του. Από την ίδρυσή τους δεν αποτέλεσαν ποτέ συγκυριακή επιλογή. Απεναντίας, τα αγροτικά καταστήματα ήταν προϊόν μιας σφαιρικής θεώρησης, μιας συνεκτικής αντεγκληματικής πολιτικής για την αποφυγή κάθε παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς του ατόμου και για τον πλήρη σωφρονισμό του.

Οι κρατούμενοι, διανύοντας το τελευταίο στάδιο έκτισης της ποινής τους, διαπιστώνουν ότι η πολιτεία δεν είναι μόνο τιμωρός για τις έκνομες ενέργειές τους αλλά και «άνθρωπος», αφού δεν τους κλείνει πια στο σκοτεινό και ανήλιο κελί αλλά τους αφήνει να ζουν μέσα στη φύση σε ημιελεύθερο καθεστώς, προετοιμάζοντάς τους και με σειρά άλλων ευεργετικών μέτρων (άδειες, ευεργετικά υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας κ.λπ.) για την κοινωνική τους επανένταξη. Και είναι γνωστό ότι, καίτοι διαμένει μεγάλος αριθμός κρατουμένων εκτός της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη, οι αποδράσεις των κρατουμένων της κατηγορίας αυτής είναι ελάχιστες, ενώ η ψυχική τους υγεία είναι αρίστη.

Με ίδιο σκεπτικό λειτουργεί και η διαμονή κρατουμένων με ποινές μέχρι επτά χρόνια κάθειρξης χωρίς προϋποθέσεις. Οι κρατούμενοι αυτών των κατηγοριών, αντί να εκτίουν τις ποινές αδρανείς δικάζοντας με το μυαλό τον εαυτό τους, κοιτωνίζονται πλέον στα αγροτικά καταστήματα, όπου με την εργασία τους μειώνουν την ποινή τους και παράλληλα αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται και τους θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της.

Άποψή μας είναι ότι πρέπει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να έχει πάντα ενσωματωμένο στη σωφρονιστική του πολιτική τον θεσμό των αγροτικών καταστημάτων κράτησης. Να διαφυλάξει αυτή την εναλλακτική μορφή σωφρονισμού, ως μορφή αειφόρου ανάπτυξης της κοινωνίας μας.

Επίσης θα πρέπει να ανοιχθούν δίαυλοι συνεργασίας της υπηρεσίας μας (της γεωργικής) με γεωπονικά πανεπιστήμια, έτσι ώστε να βελτιώσουμε την τεχνογνωσία μας στις αγροτικές καλλιέργειες και στις κτηνοτροφικές μας δραστηριότητες, με σκοπό να γίνουν ανταγωνιστικές αλλά και να στηρίζονται στην αειφόρο ανάπτυξη μέσω της εναλλακτικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Ακολούθως, θα πρέπει να συνεχισθεί η υπάρχουσα συνεργασία μας με συνεταιρισμούς του νομού μας, έτσι ώστε να μπορούμε να διοχετεύουμε τα προϊόντα μας στο ευρύτερο εμπόριο. Τέτοιες συνεργασίες αναπτύχθηκαν μετά το 2011 με τον Συνεταιρισμό Αγελαδοτρόφων Αργολίδας και με τοπικά εργοστάσια, όπου απορροφούν το αγελαδινό μας γάλα για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος και κρεμών, καθώς και τα εσπεριδοειδή μας αντίστοιχα για την παρασκευή χυμών.

Έχουμε ήδη προτείνει σε δύο βιολογικές φαρμακευτικές εταιρίες να συνεργαστούμε, για να μπορούμε να καλλιεργούμε εναλλακτικά φαρμακευτικά φυτά, όπως ρίγανη, ματζουράνα (έχει γίνει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν), χαμομήλι και στέβια, και αναμένουμε απάντηση συνεργασίας.

Σημαντικό θα ήταν να εξετάσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το ενδεχόμενο να αποδεσμευτούν οι τιμές πώλησης των προϊόντων μας από τις τιμές εμπορίου της Νομαρχίας, όταν πρόκειται να πουλήσουμε προϊόντα σε άλλα καταστήματα κράτησης, με σκοπό να είμαστε προτεραιότητά τους. Η ενίσχυση και η επέκταση της καλλιέργειας των δημητριακών στα χωράφια του καταστήματός μας, μας βοήθησε να εκτρέφουμε τα ζώα μας με δικές μας ζωοτροφές, μειώνοντας έτσι το κόστος εκτροφής τους. Σεβόμενοι την ιστορία του καταστήματός μας ως της πρώτης γεωπονικής σχολής που καθιέρωσε την καλλιέργεια πατάτας, επεκτείναμε την καλλιέργειά της, με αποτέλεσμα πολύ ενθαρρυντικό.

Η ύπαρξη κτιριακών εγκαταστάσεων (παλαιών σφαγείων) μάς δίνει τη δυνατότητα να σκεφτούμε ότι θα μπορούσαμε να επαναλειτουργήσουμε τα σφαγεία σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να εξυπηρετούμε και πολίτες, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα επιπλέον έσοδο στο γεωργικό μας ταμείο.

Επιπλέον, ζητάμε να εξετασθεί το ενδεχόμενο να ενισχυθούν τα ημερομίσθια των κρατουμένων που εργάζονται στο αρτοποιείο και στις αποθήκες της αγροτικής φυλακής, καθόσον οι κρατούμενοι αυτοί εργάζονται πολλές ώρες (από τα ξημερώματα) και λαμβάνουν ένα ημερομίσθιο, ενώ θα μπορούσαν να λαμβάνουν ένα και μισό (1 & ½), έτσι ώστε να προτρέπονται οι κρατούμενοι από τις κλειστές φυλακές να μεταχθούν στο κλειστό τμήμα της αγροτικής φυλακής με μεγαλύτερο ημερομίσθιο.

Θεωρούμε ότι θα ήταν σημαντικό εκ μέρους και των άλλων Διευθύνσεων των καταστημάτων κράτησης της Ελλάδας το έργο της ενίσχυσης των ατόμων που πληρούν τις προϋποθέσεις να εργαστούν στις αγροτικές φυλακές και έχουν κάποια εμπειρία σε μια τέχνη, έτσι ώστε να μπορούμε, αφού υφίσταται ο εξοπλισμός στα συνεργεία μας, να φτιάχνουμε π.χ. πινακίδες, επιγραφές, σκεύη, έπιπλα ή και συσκευασίες για άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή άλλα σωφρονιστικά καταστήματα.

Η τοποθεσία του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας ακριβώς απέναντι από τον Ο.Α.Ε.Δ. Αργολίδας μάς έχει οδηγήσει στη σκέψη ότι θα μπορούσαμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο οι εξωτερικοί κρατούμενοι που λαμβάνουν άδειες και επιθυμούν να αποκτήσουν πιστοποίηση σε κάποια τέχνη, να μπορούν να συμμετέχουν στα μαθήματα και στα εργαστήρια του Ο.Α.Ε.Δ.

Στις βλέψεις μας για το μέλλον είναι να διατηρήσουμε όλα τα παραπάνω προϊόντα μας σε καλή ποιότητα και σε αρεστή ποσότητα. Σκοπός μας είναι να ενισχύσουμε, πέρα από τον πρωτογενή τομέα, τον τομέα της συσκευασίας και μεταποίησης των προϊόντων μας, έτσι ώστε να γίνουμε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί σε αυτά. Βέβαια, η δημιουργία ενός συσκευαστηρίου μαζί με σφαγείο προϋποθέτει κάποιο οικονομικό κόστος για τα επόμενα έτη, αλλά θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορέσουμε να το αποσβέσουμε σχετικά γρήγορα.

Προτροπή όλων μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που κάνει επίκληση «στη δύναμη της αλληλεγγύης και στη διαπαιδαγώγηση της εμπιστοσύνης στον άνθρωπο» [4]. Γνώμονας για τη συνέχιση του έργου μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που θα βασίζεται στην αειφόρο ανάπτυξη του κοινωνικού ιστού και θα εμπεριέχει τον σωφρονισμό συνδυάζοντάς τον με παραγωγική εργασία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Marc Ancel: Η νέα κοινωνική άμυνα, κεφάλαιο VI «Η νέα κοινωνική άμυνα σύμφωνα με την θετική και εποικοδομητική της έποψη», σ. 391 κ.ε., μετ. Η. Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995.

[2] Διοικητήριο: το κτίριο στο οποίο στεγάζονται σήμερα τα γραφεία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Ονομάζεται έτσι λόγω μιας μεγάλης επιγραφής που υπάρχει σε αυτό, στην οποία αναγράφεται η συγκεκριμένη αυτή λέξη.

[3] Άνω γραμμή – κάτω γραμμή: Όροι που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ του ορεινού και του παραθαλάσσιου τμήματος, τα οποία διαχωρίζονται με την παλαιά εθνική οδό Αθηνών – Ναυπλίου. Επ’ αυτών βρίσκονται και θέσεις φύλαξης, στις οποίες τοποθετούνται μέλη του φυλακτικού προσωπικού για την άσκηση καθηκόντων επιτήρησης.

 [4] Βλ. Mireille Delmas – Marty: «Πρότυπα και τάσεις αντεγκληματικής πολιτικής», μετ. Χ. Ζαραφωνίτου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1991, σ. 162.

 

Ευαγγελία Κατερίνη

Προϊσταμένη Διευθύνσεως Αγροτικού

Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας

Περιοδικό «Οιονεί…Κρατούμενος», περιοδική έκδοση για τις φυλακές και το σωφρονιστικό σύστημα η οποία πραγματοποιείται με τη στήριξη της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΣΥΕ), Αρ. Φύλλου 19, Μάρτιος- Απρίλιος- Μάιος, 2015.


Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21° αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κυρίου Γεωργίου Στείρη

Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21° αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg»

 

Ο Βελλερεφόντης με τη βοήθεια του Πήγασου σκοτώνει τη Χίμαιρα, λίθινο δισκίο του 560 π.χ περίπου, Λακωνία. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Βελλερεφόντης με τη βοήθεια του Πήγασου σκοτώνει τη Χίμαιρα, λίθινο δισκίο του 560 π.χ περίπου, Λακωνία. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ως Χίμαιρα περιεγράφετο το όν που είχε σώμα αίγας, κεφάλι λέοντα, ουρά φιδιού και εξέπνεε πυρ. Ήταν κόρη του Τυφώνος και της Έχιδνας. Η Χίμαιρα απέκτησε με τον Όρθρο δύο τέκνα, το λέοντα της Νεμέας και τη Σφίγγα. Η Χίμαιρα, η οποία στη γλώσσα μας έχει συνδεθεί με το ανέφικτο, αποδεικνύει τη γενικότερη τάση των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και άλλων λαών στην αρχαιότητα, να πιστεύουν στην ύπαρξη όντων που αντιπροσώπευαν όχι μια εξελικτική ή φυσική πορεία, αλλά την ενδόμυχη επιθυμία των ανθρώπων να υπάρχουν υπερόντα, τα οποία θα συνδύαζαν ετερόκλητες φυσικές δυνάμεις. Τα όντα αυτά θα μπορούσαν να υπερβούν τα συνήθη μέτρα, ώστε να προβούν σε έργα δύσκολα ή ακατόρθωτα για τον άνθρωπο. Παρά ταύτα ο ανθρωποκεντρισμός του κλασσικού πνεύματος τα έφερε συχνότατα αντιμέτωπα με την τίση, η οποία, προσωποποιούμενη συχνά στο πρόσωπο κάποιου μυθικού ήρωα, όπως ο Ηρακλής, ο Οιδίπους ή ο Βελλερεφόντης στις περιπτώσεις του λέοντα της Νεμέας, της Σφίγγας και της Χίμαιρας, οδηγούσε στην εξαφάνιση τα όντα που ξεπερνούσαν τα φυσικά μέτρα. Αυτός είναι ο κανόνας στην ελληνική μυθολογία, αλλά εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι εξαιρέσεις του.

Οι Κένταυροι ήταν πλάσματα ανθρωπόμορφα, με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού και την κεφαλή τους, ενώ ο υπόλοιπος κορμός ήταν αλογίσιος. Μια μερίδα τους, στην οποία ανήκε και ο περίφημος Χείρων, διακρίνετο για τη σοφία, τη δικαιοσύνη και την καλοκαγαθία. Ο Χείρων υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού, των Διοσκούρων, του Ιάσονα και του Αχιλλέα. Ο Μακιαβέλι, ο σπουδαίος στοχαστής της Αναγέννησης, πολλούς αιώνες αργότερα παραβάλλει τον ηγεμόνα με τον Κένταυρο, ένα πλάσμα δηλαδή που συνδυάζει την ανθρώπινη φύ­ση με τη ζωική. Στόχος του Μακιαβέλι δεν είναι η ολοκληρωτική και απόλυτη άρνηση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, αλλά ο συν­δυασμός ανθρώπινων αισθημάτων και ζωικής ορμής. Η δυνατότητα για το πέρασμα από τη μια φύση στην άλλη, όποτε αυτό είναι απα­ραίτητο. Και φυσικά η μορφή του Κενταύρου συνδύαζε με ιδανικό τρόπο τις δύο αυτές φύσεις καθώς τις ήλεγχε, χωρίς η μια να υπερ­τερεί της άλλης, αν και η λογική, μέσω της οποίας ασκείται αυτός ο έλεγχος, ανήκει στην ανθρώπινη φύση. Αποκαλυπτικότατο είναι το ίδιο το χωρίο του Μακιαβέλι: Πρέπει λοιπόν να γνωρίζετε ότι υπάρχουν δύο τρόποι να πολεμήσει κανείς: ο ένας με τους νόμους, ο άλλος με τη δύναμη. Ο πρώτος ταιριάζει στους ανθρώπους, ο δεύτερος στα θηρία. Επειδή όμως πολλές φορές δεν αρκεί ο πρώτος, προστρέχουμε κατ’ ανάγκη στον δεύτερο. Γι’ αυτό ένας ηγεμόνας χρειάζεται απαραιτήτως να ξέρει καλά και να χρησιμοποιεί τα τεχνάσματα και του θηρίου και του ανθρώπου. Αυτό το έχουν διδάξει στους ηγεμόνες οι αρχαίοι συγ­γραφείς με παραβολές. Γράφουν αυτοί πως ο Αχιλλέας, και πολλοί άλλοι από εκείνους τους παλιούς ηγεμόνες, παραδόθηκαν προς ανατρο­φή στον Κένταυρο Χείρωνα, που τους διαπαιδαγώγησε με τη δική του διδασκαλία. Τούτο, το να έχεις δηλαδή για διδάσκαλο έναν μισό ζώο και μισό άνθρωπο, έχει το νόημα ότι ένας ηγεμόνας χρειάζεται να γνω­ρίζει να χρησιμοποιεί και τη μια και την άλλη φύση. Και η μια χωρίς την άλλη δεν μπορεί να αντέξει για πολύ. Ένας ηγεμόνας, λοιπόν, όντας· αναγκασμένος να γνωρίζει καλά να συμπεριφέρεται σαν θηρίο, πρέπει απ’ αυτά να προτιμήσει την αλεπού και το λιοντάρι. Γιατί το μεν λιοντάρι δεν γλιτώνει από τις παγίδες, η δε αλεπού από τους λύ­κους. Οφείλει, συνεπώς, να είναι αλεπού για να ξεχωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους. Όσοι περιορίζονται μόνο στο λιοντάρι δεν καταλαβαίνουν από πολιτική. Ο Μακιαβέλι αντιλαμβά­νεται τη σκοπιμότητα ύπαρξης των υβριδικών όντων: συνδυάζοντας ετερόκλητα χαρακτηριστικά επιτρέπουν την υπέρβαση της ελλειμ­ματικής ανθρώπινης φύσης και την καθυπόταξη της φύσης και της τύχης, παραγόντων δύσκολα ελέγξιμων από τον άνθρωπο.

Χίμαιρα:  Le Studio Marlot & Chopard, Paris. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Χίμαιρα: Le Studio Marlot & Chopard, Paris. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Τον όρο χίμαιρα έχει δανειστεί η σύγχρονη βιολογία, η οποία τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει τεχνητά όντα, τα οποία προέρχονται από την ανάμειξη κυττάρων διαφορετικών οργανισμών. Το 1984 οι επιστήμονες, για παράδειγμα, επέτυχαν να δημιουργήσουν έναν οργα­νισμό συνδυάζοντας γενετικό υλικό από πρόβατο και κατσίκα, το geep. Όμως η πραγματική επανάσταση έμελε να επέλθει το 2003. Επιστή­μονες στο Πανεπιστήμιο της Σαγκάης συνδύασαν γενετικό υλικό αν­θρώπου και κουνελιού, παράγοντας έμβρυα του νέου είδους τα οποία άφησαν να αναπτύσσονται για μερικές ημέρες, πριν τα εξοντώσουν.

Το 2006 επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Newcastle και το King’s College του Λονδίνου επιχείρησαν και επέτυχαν να δημιουργή­σουν έναν οργανισμό που προερχόταν από ανθρώπινο σπέρμα και ωάρια αγελάδας. Το 2007 στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδα παρήχθη πρόβατο, του οποίου το γενετικό υλικό σε ποσοστό 15% ήταν ανθρώπινο. Σκο­πός όλων αυτών των ερευνών ήταν η εύρεση τρόπου προμήθειας βλαστοκυττάρων για θεραπευτικούς σκοπούς και όχι η επιβίωση των νέων ειδών, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Μεγάλη Βρεττανία, όπου η νομοθεσία επιτρέπει την δημιουργία χιμαιρών, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν εν ζωή για 14 το πολύ ημέρες.

Οι χίμαιρες, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, μπορούν να λάβουν δύο βασικές μορφές: αυτές που δημιουργούνται εξαρχής με γενετικό υλικό και αυτές που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν με γενετικές ή μηχανικές παρεμβάσεις σε ανθρώπινα όντα που έχουν γεν­νηθεί με το συνήθη φυσικό τρόπο. Τα θέματα που τίθενται είναι πολ­λά και φλέγοντα. Αρχικά εάν και πότε θα μπορούμε να μιλάμε για νέο είδος. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό χρειάζεται ένας σαφής ορι­σμός του ανθρώπου ως όντος. Ο ορισμός αυτός δεν είναι εύκολο να δοθεί, γιατί οι ειδοποιοί διαφορές που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα θηλαστικά ποικίλλουν και καθορίζονται ανάλογα με τη σκο­πιά – θρησκευτική, φιλοσοφική ή επιστημονική. Για παράδειγμα μια χίμαιρα είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού; Από τη στιγμή που το DNA της διαφέρει σημαντικά από εκείνο του ανθρώπου, είναι άνθρω­πος, συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι το DNA του βατράχου και του ποντικού διαφέρουν λιγότερο από 2% από εκείνο του ανθρώπου;

Σύμφωνα με την παραδοσιακή αριστοτελική και βιβλική θεώρη­ση τα είδη είναι δεδομένα και καθορισμένα. Η δαρβινική όμως θεώ­ρηση ανέδειξε τη δυναμική της εξελικτικής πορείας των ειδών. Γιατί ενοχλούν οι ανθρώπινες χίμαιρες και όχι τα μουλάρια ή τα διάφορα κατασκευασμένα είδη ορχιδέων; Το επιχείρημα ότι οι χίμαιρες είναι αφύσικες άρχεται συνήθως από θεολογικές προκείμενες. Όπως σωστά είχε επισημάνει ο Βρεττανός φιλόσοφος John Stuart Mill, κάθε προ­σπάθεια του ανθρώπου να εξελιχθεί και να βελτιωθεί, ανέκαθεν ετί­θετο υπό την κριτική ότι παραβίαζε τη δεδομένη από το Υπέρτατο Όν φυσική τάξη. Αλλά στο σημείο αυτό η απάντηση μπορεί να δοθεί από τη στωική φιλοσοφία, την οποία προσάρμοσε στο χριστιανικό δόγμα ο Ιερός Αυγουστίνος τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τη χρι­στιανική εκδοχή της αρχής των σπερματικών λόγων ο Θεός δημιούρ­γησε τα πάντα, αλλά η δημιουργία Του εκδηλώνεται διαδοχικά μέσα στο χρόνο και όχι αυτοστιγμεί. Άρα και οι χίμαιρες θα μπορούσαν τοιουτοτρόπως να ενταχθούν στο θεϊκό σχέδιο. Ο σύγχρονος μας Gary Comstock έχει ισχυριστεί ότι ο Θεός δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται από την τάση των ανθρώπων να πειραματίζονται με τον σκληρό πυ­ρήνα της ζωής και της δημιουργίας, από τη στιγμή που οι άνθρωποι είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του. Δεδομένου δε του ότι καθετί αφύ­σικο δεν είναι κατ’ ανάγκη ηθικά επιλήψιμο ή κακό, όπως τα δηλη­τηριώδη φυτοφάρμακα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η αρνητική στάση απέναντι στις χίμαιρες σε τέτοιου είδους επιχειρήματα, παρότι έχουν διατυπωθεί αρκετά. Επίσης, παρότι ο Thomson κατά τη δεκαετία του 1990 υποστήριξε ότι είναι δυνατόν από μια περιγραφική πρόταση όπως «οι χίμαιρες είναι αφύσικες» να εξαχθούν προτάσεις, όπως «δεν πρέπει να δημιουργηθούν χίμαιρες», οι φιλοσοφικές ενστάσεις, για το αν όντως αυτό είναι λογικό, εξακολουθούν να είναι τόσο ισχυ­ρές όσο και όταν διατυπώθηκαν από το σπουδαίο Σκώτο φιλόσοφο David Hume κατά το 18ο αιώνα.

Οι Baylis και Robert πριν από λίγα χρόνια ισχυρίστηκαν ότι η αρνητική στάση απέναντι στις χίμαιρες μπορεί να προέρχεται από την αμηχανία της κοινής γνώμης απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και από το φόβο για τα ζητήματα που θα προκύψουν από την παρουσία τους. Ο κόσμος μας είναι ανθρωποκεντρικός και δεν μπορεί εύκολα να δεχθεί μια τόσο συγκλονιστική αλλαγή, παρότι αρκετοί άνθρωποι είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν ηθική υπόσταση ανάλογη της ανθρώπινης σε άλλα όντα, όπως τα ζώα.

Βασικό θέμα, το οποίο χρειάζεται διασάφηση, είναι το ηθικό κα­θεστώς των χιμαιρών. Οι άνθρωποι θεωρούνται ως όντα τα οποία δικαιούνται να απολαμβάνουν δικαιώματα και να θεωρούνται ως ηθι­κά γιατί διαθέτουν κάποια βασικά ιδιώματα, όπως έχουν οριστεί από τη φιλοσοφία: αυτονομία, λογική, αυτοσυνειδησία, γλωσσική ικανό­τητα, κοινωνικότητα, ηθική υπευθυνότητα και προθετικότητα. Το κεφαλαιώδες ερώτημα που τίθεται είναι σε τι βαθμό περιμένουμε να πληρούνται αυτά τα ιδιώματα, ώστε μία χίμαιρα να θεωρηθεί ότι πρέπει να απολαμβάνει δικαιώματα και ηθική υπόσταση ανάλογη του ανθρώ­που. Από την άλλη δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι μεμονωμένα άτομα και ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, όπως τα νήπια και τα παιδιά, δεν δια­κρίνονται για την πλήρη ανάπτυξη όλων αυτών των ιδιωμάτων.

Ο ορισμός του προσώπου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά ακόμα και αν, εξαιτίας του ανθρώπινου γονιδιώματος, δύνανται να αναπτυχθούν αν­θρώπινα ιδιώματα και αξιοπρέπεια σε όντα που έχουν και ζωική φύση, εγείρεται το ερώτημα αν οι ανθρώπινες ικανότητες μπορούν να ανα­πτυχθούν και να εκδηλωθούν σε σώμα μη ανθρώπινο. Το κατά πόσο δηλαδή ένα μη αμιγώς ανθρώπινο σώμα μπορεί να υποστηρίξει ανθρώ­πινες λειτουργίες και διαθέσεις. Στην περίπτωση βέβαια αυτή θα μπο­ρούσε κάποιος να αντιτάξει τις περιπτώσεις ανθρώπων στους οποίους έχουν μεταμοσχευτεί καρδιές χοίρων ή έχουν δεχθεί τεχνητά προσθε­τικά μέλη χωρίς να έχουν χάσει την ανθρωπιά τους. Όμως επειδή και στους ανθρώπους δεν εμφανίζεται η ανθρωπιά τους στον ίδιο βαθμό, ποιος θα θέσει το όριο για τις χίμαιρες; Όπως σωστά είχε επισημάνει από τη δεκαετία του 1970 ο Regan κανείς δεν μπορεί να μας πει πόσο ανθρώπινο υλικό χρειάζεται για να είναι και να νιώσει κάποιος άνθρωπος. Και βέβαια παραμένει αναπάντητο το ερώτημα του Norm Fost για το τι θα κάνουμε εάν μια χίμαιρα με ανθρώπινη αυτοσυνει­δησία θέλει να ξεφύγει από το ζωικό της σώμα.

Επειδή το επίμαχο ζήτημα είναι διεπιστημονικό, είναι πολύτιμη η συμβολή όλων των εμπλεκομένων επιστημονικών κλάδων. Θεωρώ όμως πως ουσιαστικές απαντήσεις δεν μπορεί να δώσει η επιστήμη, καθώς το ζήτημα δεν είναι ούτε ποσοτικό, ούτε καν ποιοτικό, όπως φάνηκε από την αδρομερή παρουσίαση των παραπάνω επιχειρημάτων και θεωρήσεων. Η απάντηση μπορεί να προέλθει από τη φιλοσοφία, η οποία υπερβαίνει τα στενά πλαίσια κάθε επιστήμης και αγγίζει το καθολικό. Αυτό που χρειάζεται είναι η φιλοσοφία να επαναπροσεγγίσει τον άνθρωπο. Η επιστημονική εξέλιξη δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανακοπεί. Η έρευνα για την προαγωγή της γνώσης δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιοδήποτε περιορισμό, καθώς, πέραν των άλλων επι­χειρημάτων, αντίκειται στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Εκεί που χρειά­ζεται να δοθούν απαντήσεις είναι στο θέμα των εφαρμογών της έρευνας, οι οποίες δεν μπορούν να αφεθούν στη βούληση του καθενός, αφού οι συνέπειες του αγγίζουν όλους.

 

Βιβλιογραφία


  • Comstock, C, 2000, Vexing Nature? On the Ethical Case against Agricultural Biotechnology, Boston: Kluwer Academic Publishers.
  • DeGrazia, D., 2007, «Human-Animal Chimeras: Human Dignity, Moral Sta­tus, and Species Prejudice», Metaphilosophy, 38(2-3): 309-329.
  • Fehilly, C, Willadsen, S., and Tucker, E., 1984, «Interspecific Chimaerism between Sheep and Coat», Nature, 307 (February 16): 634-636.
  • Foet, N., 2006, «The Great Stem Cell Debate: Where Are We Now? Cloning, Chimeras, and Cash», Wisconsin Medical Journal, 105(4): 16-17.
  • Harman, E., 2003, «The Potentiality Problem», Philosophical Studies, 114: 173-198.
  • Johnston, J., and Eliot, C, 2003, «Chimeras and ΄΄Human Dignity΄΄», The American Journal of Bioethics, 3(3): W6-W8.
  • Karpowicz, P., Cohen, C, and van der Kooy, D., 2004, «Is It Ethical to Tran­splant Human Stem Cells into Nonhuman Embryos» Nature Medicine, 10(4): 331-335.
  • Karpowicz, I’., 2005, «Developing lluman-Nonhuuian Chimeras in Human Stem Cell Research: Ethical Issues and Boundaries» Kennedy Institute of Ethics Journal, 15(2): 107-134.
  • Mill. J. S., 1958 [1847], «Nature», in J. S. Mill (ed.), Nature and Utility of Religion, The Liberal Arts Press, New York: 3-44.
  • Regan, T., 1978, «Fox’s Critique of Animal Liberation», Ethics, 88: 126-133.
  • Robert, J., and Baylis, F., 2003, «Crossing Species Boundaries», The Ameri­can Journal of Bioethics, 3(3): 1-13.
  • Streiffer, R., 2009, «Chimeras, human/non human», SEP (21/5/2009).
  • VanDeVeer, D., 1979, «Interspecific Justice», Inquiry, 22: 55-79.

 

Γεώργιος Στείρης

Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

«Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21ο αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg», Ελληνική Εταιρεία Ηθικής, «Άνθρωπος και Τεχνολογία, η Παγκόσμια Πολιτική και Οικονομική Κρίση», Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός, 2011.

Read Full Post »

Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715). Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μνήμων» τ. 5ος, Αθήνα, 1975.


 

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

[…] Τα νέα για τη ρωσοτουρκική συνθήκη του 1711  έχουν φτάσει στο Μοριά κι αμέσως αρχίζουν οι πρώτες σοβαρές ανησυχίες. Δε μας ξενίζει το γεγονός πως η πρώτη υποψία για τον κίνδυνο, που απειλεί τώρα την Πελοπόννησο, σπέρνεται από Έλληνες που ζουν στη Βενετία. Αυτοί, στη θέση που βρίσκονται, έχουν τη δυνατότητα καλύτερης πληροφόρησης, αφού πηγή τους είναι η ίδια η Βενετία. Η εμπορική τάξη φυσικά είναι αυτή που περισσότερο θα πληγεί από έναν πόλεμο, γι΄αυτό και οι φόβοι των εμπόρων είναι αμεσότεροι και εντονότεροι. Ανησυχούν οι έμποροι του ελληνικού χώρου για τις περιουσίες τους και σπεύδουν να επιστήσουν την προσοχή των αφεντάδων τους στη Βενετία, να μη ξανοιχτούν σε οικο­νομικές επενδύσεις στο Μοριά στέλνοντας χρήματα για το σκοπό αυτό ούτε και στα πιο έμπιστά τους πρόσωπα. Ξαφνικά κάθε ανησυχία για το ενδεχόμενο πολέμου φαίνεται να σταματάει και για διόμισι περίπου χρόνια δε γίνεται ο παραμικρός λόγος γύρω από το θέμα που τόσο τους αναστά­τωσε.

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Μοριά και Βενετίας στο διάστημα αυτό, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία των συναλλασσομένων προσώπων, μοιάζει να διεξάγονται σε κανονικό ρυθμό κι η ζωή στη μητρό­πολη και στην αποικία της, φαινομενικά τουλάχιστον, κυλάει ομαλά.

Για το επίσημο βενετικό κράτος όμως το φάσμα του πολέμου με την Τουρκία δεν έσβησε ούτε για μιά στιγμή, παρά τις προσπάθειες της Πύλης να κρύψει τις πραγματικές της προθέσεις και να παραπλανήσει τον αντίπαλο, στηρί­ζοντας έτσι την επιτυχία των σχεδίων της στον αιφνιδιασμό. Η Γερουσία, πάντα άγρυπνη, εντείνει τις προσπάθειες ενίσχυσης όλων των φρουρίων στο Μοριά. Οι εκθέσεις των τελευταίων Βενετών διοικητών, που φτάνουν στο Συμβούλιο, μιλάνε διεξοδικά για τις εντατικές οχυρωματικές εργασίες, που γίνονται κυρίως στην πρωτεύουσα της βενετικής Πελοποννήσου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της υποψίας και την ένταση του εξοπλισμού κι από τις δυό πλευρές, περνάνε περισσότερα από δυό χρόνια, όταν το Γενάρη του 1715 αρχίζει να φουντώνει πάλι το άγχος του πολέμου…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας  Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »