Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο


  

Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).

 

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις του νομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και […] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):

 «τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».

Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα […] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).

 

Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεται μια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

 

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

 

 Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

 

Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).

 

Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

 

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).

Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια […] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

  

Ρωμαϊκή κοινωνία

  

El matrimonio romano

Πολλές ομοιότητες στα δεδομένα που σχετίζονται με τον αρχαιοελληνικό γάμο εντοπίζονται στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τον συνηθέστερο, για τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, τύπο γάμου (matrimonium τύπου manus), η νύφη περνά και εδώ από την εξουσία του πατέρα της (potestas) σε αυτή του συζύγου. Εντούτοις, δεν απουσιάζει η περίπτωση όπου η γυναίκα συνάπτει γαμήλιο συμβόλαιο με το οποίο παραμένει στη δικαιοδοσία του δικού της pater familias ή ακόμα και sui iuris και διατηρεί το όνομά της (nomen gentile) και τη δική της περιουσία (πρακτική που παραπέμπει σε σύγχρονες συνήθειες).

O μέσος όρος ηλικίας γάμου (16­-20 για την κοπέλα και 27-30 για τον άνδρα) συμπίπτει με τα αρχαιοελληνικά δεδομένα. Απαραίτητες προϋποθέσεις βέ­βαια για τη σύναψη νόμιμου γάμου είναι και οι δυο μελλόνυμ­φοι αφενός να έχουν έλθει τουλάχιστον σε σωματική ωριμό­τητα (pubertas) -η οποία κατά το νόμο συνάδει με το 12ο έτος για τα κορίτσια και το 14ο για τα αγόρια- και αφετέρου να είναι Ρωμαίοι πολίτες, ή στην περίπτωση που ο ένας δεν είναι να έχει τουλάχιστον το αμφίπλευρο δικαίωμα γάμου (conubium), προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των τέκνων.

Επίσης, και στη ρωμαϊκή κοινωνία θεσπίζονται νόμοι που τιμωρούν τους ανύπαντρους (υποβιβάζοντάς τους πολι­τικά και φορολογικά). O αρραβώνας υφίσταται και στους Ρωμαίους, όμως δεν είναι ξεκάθαρο πως ορίζονται τα περιουσιακά, ενώ επιπλέον εμφανίζεται και μια καινοτομία όπου ο γαμπρός περνάει δα­χτυλίδι στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της νύ­φης (κάτι που θυμίζει έντονα τα σημερινά δεδομένα). Κοινά στοιχεία εντοπίζονται και στο τελετουργικό του γάμου. Για παράδειγμα, αρχικά την παραμονή του γάμου η νύφη προσφέρει ρούχα και παιχνίδια των παιδικών της χρόνων στους θεούς (που εδώ εκπροσωπούνται από τους Λάρητες και την Εστία).

Το νυφικό της ένδυμα αποτελείται από μακρύ άσπρο χιτώνα (tunica recta) ζωσμένο με μάλλινη ζώνη που κλείνει με το ηράκλειο άμμα (cingulum herculeum), ενώ το γνωστό πέ­πλο (που σε αυτή την περίπτωση είναι κόκκινο=flameum) κα­λύπτει το πρόσωπο. Η τελετή ξεκινά και πάλι στο πατρικό της νύφης, όπου πέρα από τις θυσίες γίνονται και οιωνοσκοπίες (extispicium) θεώρησης εντοσθίων ζώων για την επιβε­βαίωση συγκατάθεσης των θεών, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το γαμήλιο συμβόλαιο, όπου και εδώ το ζευ­γάρι πιάνεται από το δεξί χέρι (dextrarum iunctio), τυπικό που τελούσε η επίτιμη ακόλουθος (νυμφεύτρια) και εντοπί­ζεται και στον σύγχρονο θρησκευτικό γάμο.

 

Mariage romain, E. Guillaume, musée d'Orsay

 

Έπεται το κα­θιερωμένο εορταστικό γαμήλιο συμπόσιο και, κατόπιν, για να οδηγηθεί η νύφη στη νέα της κατοικία σχηματίζεται και πάλι πομπή, της οποίας όμως ηγούνται τρεις αμφιθαλείς φέ­ροντας δάδες και άδοντας σκωπτικά στιχάκια (fescennini versus). Η νύφη σηκώνεται ψηλά για να περάσει το κατώφλι, ενώ το τυπικό της υποδοχής διαφέρει αρκετά, αφού την πε­ριμένει στο αίθριο ο σύζυγος, ο οποίος της προσφέρει νερό και φωτιά, ενώ εκείνη του αντιπροσφέρει ένα ασσάριο, άλλο ένα αφιερώνει στην εστία για την οικογενειακή θεότητα (lar familiaris) και ένα τρίτο ρίχνει στο κοντινότερο στη νέα της οικία σταυροδρόμι.

Οι διαφορές στη ρωμαϊκή κοινωνία εντοπίζονται εντονό­τερες στη θέση της έγγαμης γυναίκας, αφού ως κυρία (matrona) τοποθετείται στην ίδια θέση με το σύζυγό της, μετέχει μαζί με τους άνδρες σε συμπόσια εντός και εκτός της οικίας της, σε θεατρικές παραστάσεις και αγώνες στην αρένα, ενώ έχει πρόσβαση και στις θέρμες, χωριστά ή και ταυτόχρονα με τους άνδρες.

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως «λέσχη ανδρών»», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.

 

Μαρία Γκιρτζή

Δρ Αρχαιολογίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.

[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ANDREWS Α., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
  • ΑΝΤΩΝΙΟΥ Α.Φ., «Το τελετουργικό του γάμου στην Αρχαία Ελλάδα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 26-27.
  • AUSTIN M.M. / P. VIDAL-NAQUET, Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Τ. Κουκουλιός, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.
  • BALTRUSCH Ε., Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της αρχαίας λακωνικής πόλης, μτφρ. Χ. Μπαλόγλου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2004.
  • BLANCK H., Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, μτφρ. Α. Μουστάκα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
  • ΒΡΕΤΤΟΣ Λ., Γάμος, γέννηση, θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Σαβ­βάλα, Αθήνα 2003.
  • BAUSSIER S., Οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Modern Times, Αθήνα 2004.
  • CANTARELLA E., «Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής επο­χής», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 14-18.
  • ΓΚΙΚΑΣ Σ., Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1997.
  • ΔΗΜΑΚΗΣ Π., «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
  • FLACELIÈRE R., Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.
  • – Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • HOOKER J.T., Ancient Spartans, J.M. Dent & Sons,London1980.
  • ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ K.M. / Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ, Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000.
  • ΚΟΝΝΟΛΛΥ Π. / Χ. ΝΤΟΤΖ, Η αρχαία πόλη. Η ζωή στην Αθήνα και στη Ρώμη, μτφρ. Μ. Λεβεντοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001.
  • MAFFRE J.J., Η ζωή στην Κλασική Ελλάδα, μτφρ. Ε. Τσελέντη, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988.
  • MOSSÉ C., Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Κ. Μπούρας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003.
  • – Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • REINSBERG C., Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Δ. Γεωργοβασίλης και Μ. Pfreimter, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • ROYER S. / C. SALLES / F. TRASSARD, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, μτφρ. Κ. Σέρβη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004.
  • ROBINSON C.E., Everyday Life in AncientGreece,OxfordClarendon Press,Oxford1972.
  • WEBSTER T.B.I., Everyday Life in Classical Athens, Batsford ltd,London1969.
  • WILKINSON P.H., Η ιστορία μέσα από την πέτρα. Η αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Χούνας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2001.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008.

  

Read Full Post »

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η λαογραφία του γάμου και της οικογενειακής ζωής στο Άργος του 19ου αιώνα


 

Η σημασία του προγεννητικού σταδίου της ζωής κατά την επιστήμη – Ενότητα της Επιστήμης και της Παράδοσης

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - The Motherland (1883).

Όταν η παγκόσμια έρευνα πρωτοπόρων ερευνητικών κέντρων απ’ όλον τον κόσμο ερεύνησε και διακήρυξε την κεφαλαιώδη σημασία της προγεννητικής περιόδου της ζωής για την υγεία, ψυχική ισορροπία, και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού – μελλοντικού ενηλίκου πολίτη, τότε γεννήθηκε παγκοσμίως η ανάγκη διεύρυνσης της αγωγής υγείας – πρόληψης, διεύρυνσης επίσης της παιδαγωγικής επιστήμης με την προγεννητική αγωγή του παιδιού, μία αγωγή που οι γονείς πρέπει να προσφέρουν στο παιδί τους, πριν από την γέννησή του (από τη σύλληψη έως τη γέννηση) ώστε να του εξασφαλίσουν μέλλον θετικό υγείας, ισορροπίας, νοημοσύνης και ειρηνικής διάθεσης.

Έχει πράγματι αποδειχθεί ότι το πρώτο ζυγωτό κύτταρο, που δημιουργείται με την ένωση των δυο γενετικών κυττάρων (του ανδρικού και του γυναικείου), έχει ξεχωριστή συνειδητότητα και ψυχοπνευματική οντότητα: αισθάνεται τις εντυπώσεις που προέρχονται από την μητέρα και το περιβάλλον της – ήχους, ευωδιές, φως και χρώματα – αισθάνεται επίσης τις συγκινήσεις της, τις σκέψεις, τα βιώματά της και όλα εγγράφονται στην κυτταρική του μνήμη και δημιουργούν εντυπώματα βαθειά, δυναμικά, ως πρώτα, πάνω στα οποία η ζωή του παιδιού, αυριανού ενηλίκου, θα κυλήσει αργότερα.

Έχει επίσης αποδειχθεί η καθοριστική σημασία αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων. Η υγεία και η ψυχική ισορροπία παιδιού και ενηλίκου, η ψυχοπνευματική του ποιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά βασίζεται στην ποιότητα αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων, διαμορφωτικών του μέλλοντος ανθρώπου. Οι επιστήμονες σήμερα συνιστούν στο ζεύγος – τους μέλλοντες γονείς – και ιδιαίτερα στην μέλλουσα μητέρα, να προσφέρουν στο μελλογέννητο παιδί τους τα θετικότερα, τα αρμονικότερα φυσικά, ψυχικά και πνευματικά υλικά για την υγιή και αρμονική διάπλασή του: την υγιεινή ζωή και διατροφή τους, την γαλήνη και χαρά της καθημερινής τους ζωής, με αρμονική μουσική, θαυμασμό της φυσικής ομορφιάς, της τέχνης και του ανθρώπου (θαυμασμό επίσης των αρετών και των χαρισμάτων) και προπαντός με την προσφορά της αμέριστης αγάπης τους και της θετικής σκέψης και ευχής τους προς το μελλογέννητο.

Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις της μέλλουσας μητέρας και του πατέρα (που άμεσα επηρεάζει τη μητέρα) έχει αποδειχθεί ότι άμεσα βιώνονται από το παιδί στη μήτρα: μέσω των ορμονών της μητέρας, που κατακλύζουν συγχρόνως και το παιδί, συνδεδεμένο με το αίμα της μητέρας, αλλά και βιοενεργειακά: καθώς ο ψυχισμός της μητέρας εμποτίζει και το παιδί.

 

Αρμονικές σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις μετέχουν στην δόμηση σώματος και ψυχής της νέας ύπαρξης και αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της συγκρότησής της και της διάπλασης μιας υγιούς, κοινωνικής και ισορροπημένης προσωπικότητας. Σε συλλογικό επίπεδο θεμελιώνουν μία υγιή και ειρηνική κοινωνία. «Δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός που από την ενδομήτρια ζωή δεν έχει αγαπηθεί», εξηγεί ο ψυχίατρος Thomas Verny. «Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη», εξηγεί ο dr Michel Odent.

 

Πρόσφατες έρευνες της γενετικής επιστήμης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανωτέρω γνώσεις, με την διεύρυνση των ανακαλύψεων της γενετικής επιστήμης.

Τα γονίδια εξηγεί ο dr Bruce Lipton (Caracas 2001) δεν είναι οριστικά καθορισμένα κατά την ώρα του σχηματισμού του πρώτου ζυγωτού κυττάρου – κατά την σύλληψη – αλλά υφίστανται συνεχείς επιδράσεις – μεταλλάξεις, ενεργοποιήσεις η αδρανοποιήσεις – κατά την περίοδο της κυοφορίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των σκέψεων, συναισθημάτων, βιωμάτων της εγκύου.

Ιδιότητες γονιδιακές, ασύμφωνες προς την ποιότητα ζωής της εγκύου, δεν ευρίσκουν δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης: αδρανοποιούνται η μεταλλάσσονται. Και άλλες, σύμφωνες με τον τρόπο ζωής της εγκύου ενδυναμώνονται, εκδηλώνονται, ενεργοποιούνται.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι θετικές ιδιότητες των γονιδίων, αν τα συναισθήματα, οι σκέψεις, τα βιώματα της εγκύου είναι αρνητικά και ο ψυχισμός της ταραγμένος, δεν μπορούν να εκδηλωθούν: «να εκφρασθούν». Για να εκδηλωθούν «θετικά» γονίδια έχουν ανάγκη θετικού ενδομητρικού περιβάλλοντος. Ενώ αντίθετα, αρνητικές ιδιότητες των γονιδίων δεν εκδηλώνονται, αν σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα της εγκύου είναι θετικά, αρμονικά.

Μεγάλη λοιπόν είναι η συμβολή της εγκυμοσύνης, δηλαδή της εγκυμονούσας μητέρας (και έμμεσα και του πατέρα και του περιβάλλοντος) στην τελική διαμόρφωση των γονιδίων, αφού το «περιβάλλον» της μητέρας δε μένει αμέτοχο, αλλά μετέχει στην τελική διαμόρφωσή τους και την ενεργοποίηση ή μη των ιδιοτήτων τους. Η τελευταία αυτή επιστημονική ανακάλυψη αποτελεί επανάσταση στη θεωρία της «μονοκρατορίας» των γονιδίων. «Οι μέλλοντες γονείς είναι οι γενετικοί αρχιτέκτονες της νέας γενιάς. Επείγει αυτό να το πληροφορηθούν», τόνισε ο Bruce Lipton, αμερικανός γενετιστής, σε διεθνές συνέδριο (Caracas 2001).

Νομίζουμε ότι οι επιστημονικές αυτές γνώσεις – ανακαλύψεις των τελευταίων 50 ετών, οι οποίες κατέστησαν δυνατές λόγω της προόδου της σύγχρονης τεχνολογίας, ήταν άγνωστες προηγουμένως στον πάνσοφο ελληνικό μας πολιτισμό; Η λαογραφική έρευνα της νεώτερης Ελλάδας μας πείθει για το αντίθετο. Μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του γάμου και της εγκυμοσύνης, η ελληνική λαϊκή σοφία, με συμβουλές και υπαγορευόμενους τρόπους δράσης (που μοιάζουν με τα «δρώμενα», «το θεατρικό παιχνίδι» της σύγχρονης ψυχολογίας) επιδίωκε, σ’ όλες τις εποχές, να εξασφαλίσει στο ζεύγος και την εγκυμονούσα και όλο το περιβάλλον τους ψυχική και πνευματική ζωή ικανή να φέρει το αποτέλεσμα: την γέννηση παιδιών υγιών και ωραίων, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα.

Εξίσου ο ελληνικός πολιτισμός ενδιαφερόταν για την υγεία και ομορφιά του σώματος, για την καλοσύνη, την ευγένεια, την αρετή της ψυχής και τις πνευματικές χάρες της νοημοσύνης και ιδιοφυΐας. Όλες τις φυσικές και πνευματικές αρετές θεωρούσαν άλλωστε συνδεόμενες μεταξύ τους, αφού πίστευαν ότι:

 «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή»

και ότι:

«νους υγιής εν σώματι υγιεί».

 

Λαογραφία του Γάμου και της Ευγονίας στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα

 

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας. Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Η λαογραφία του γάμου και της ευτεκνίας – ευγονίας είναι πλουσιότατη και σοφότατη στο Άργος, κατά τον 19ο αιώνα. «Ευήλιον», κατά τον Όμηρο, το Άργος, λόγω της μεγάλης του ηλιοφάνειας, πολύπυρον και ιππόβοτον, για την άφθονη παραγωγή σίτου και τα πολλά του άλογα, κέντρον λατρείας του Ήλιου, ανέπτυξε, με κέντρο τις Μυκήνες, τον θαυμαστό μυκηναϊκό πολιτισμό, που εφώτισε τον αρχαίο κόσμο.

Αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους πεδίον λατρείας της θεάς Ήρας, της Ακταίας ή Αργείας Ήρας, θεάς του γάμου και της οικογένειας, επίσης γυναικείων θεοτήτων: της Αρτέμιδος, της Δήμητρας και της Κόρης, εντεταγμένων, στην υπηρεσία της ευπαιδείας, ευγονίας, καλλιγένειας. Η Ήρα, η Αργεία Ήρα με το ναό της, το Ηραίον, η Άνθεια Ήρα, όπως λεγόταν στα «Ανθεσφόρια», όπου μετείχαν ανθεσφόρες παρθένες, αποτελούσε το κέντρο των ανθεσφορίων, ετήσιας γυναικείας εορτής υπέρ του γάμου και της ευκαρπίας, ευγονίας.

Στην Λέρνη της Αργολίδος άλλες εορτές για την γονιμότητα λάμβαναν χώραν υπέρ της Δήμητρας και της Κόρης – Περσεφόνης, ενώ τα Βραυρώνια του Άργους, υπέρ της Αρτέμιδος (Βριτόμαρτης), τα Αφροδίσια υπέρ της Αφροδίτης θεάς του έρωτα και της ευκαρπίας, όλα αποτελούσαν εορτές μυητικές, (προετοιμασίας) αγοριών και προπαντός των κορασίδων στην γονιμότητα, τεκνογονία, ευτεκνία – ευπαιδεία.

Η νεώτερη ελληνική παράδοση του 19ου αιώνα βασίσθηκε στις αρχαιοελληνικές τελετές μυήσεως, έθιμα και παραδόσεις, πράγμα που μαρτυρεί για την αδιάσπαστη συνέχεια – ενότητα του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίες θεές του γάμου και της γονιμότητας  – ευγονίας έδωσαν την θέση τους στην Παναγία, που σ’ όλη την Ελλάδα λατρεύεται ως Μητέρα του ανθρωπίνου γένους, καθώς και σε σειρά προστατών Αγίων και σε σειρά εθίμων, «μαγικών» πράξεων και λέξεων, που έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν το ζεύγος σ’ ένα ευτυχισμένο γάμο και στην δημιουργία υγιών και ωραίων απογόνων. 

Τα έθιμα του γάμου και της ευτεκνίας της εποχής του 19ου αιώνα, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ζωντανά στη μνήμη και τη ζωή του λαού, είναι συναρπαστικά, όχι μόνο για τον πρωτότυπο, γραφικό, αισθητικό τους χαρακτήρα, αλλά προπαντός για την μεγάλη τους σοφία και τη βαθειά επιστημονική αλήθεια που εγκλείουν, παρά την αφέλεια και απλότητα της καθοδήγησης που προσφέρουν.

Μέθοδος της παράδοσης είναι η αποκαλούμενη από τους λαογράφους «μιμητική μαγεία», όπου το αποτέλεσμα – στόχος επιδιώκεται με την συμβολική μίμηση του στόχου, τούτο δε με την συνοδεία πράξεων, λόγων, ευχών, επωδών (π.χ. το έθιμο της «τουρλοποδιάς» για την επίτευξη της σύλληψης και εγκυμοσύνης, όπου η γυναίκα φορούσε ποδιά – τσέπη, που καθώς την γέμιζε με όλων των λογιών τα χόρτα – αυτά έπρεπε να φάει για να καλύψει ελλείψεις της – φούσκωνε η κοιλιά της και της έδινε την εικόνα και την αίσθηση της ήδη επιτευχθείσης εγκυμοσύνης!).

Ανάλογη μέθοδος είναι αυτή της αναλογίας: «όπως κάνω αυτό, έτσι ας γίνει κι εκείνο» (π.χ. όπως φυτεύει η γυναίκα 40 σπόρους, που φυτρώνουν σε δενδράκια, έτσι και στην μήτρα της ας «φυτρώσει» το παιδί!) Και οι δυο μέθοδοι είναι πολύ σπουδαίες, από ψυχολογική άποψη, γιατί επενεργούν στο υποσυνείδητο της γυναίκας, λύνοντας έτσι δυσκολίες και εμπόδια, ώστε να επιτευχθεί το ποθούμενο. Ενεργοποιούν συγχρόνως την φυσική και ψυχική συμμετοχή του ζευγαριού – ή της συζύγου – μέλλουσας μητέρας – διότι συνήθως, η λαϊκή εθιμική συμβουλή αποτελείται ταυτόχρονα από: λόγο + ψυχική συμμετοχή + πρακτική εφαρμογή.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό των εθίμων αυτών είναι ότι είναι επενδεδυμένα μ’ ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κύρος και επομένως υποκινούν συγχρόνως και την απόλυτη πίστη του ζευγαριού ότι εφαρμόζοντας θα έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έρχεται πάντα, και κάθε επιτυχής εφαρμογή δυναμώνει ακόμη περισσότερο την αυθεντία των εθίμων.

 

Γάμος

 

Σ’ όλη την Ελλάδα ο γάμος συνοδευόταν από τις ευχές όλων για ευτυχία και ευτεκνία και τα «παινέματα» του γαμπρού και της νύφης, με ποιήματα, τραγούδια και χορούς πολλές ημέρες μετά την γαμήλια τελετή. Έκδηλος ο στόχος της υποκίνησης ενός ιερού ενθουσιασμού στο ζεύγος, σπουδαίου παράγοντα για μία σύλληψη γενετικά χαρισματική. «Τα παιδιά των ερωτευμένων είναι όμορφα και έξυπνα», λέει η παροιμία και «Μην κακοπαντρευτείς, να μην κακογεννήσεις». Έριχναν ρύζι στο ζευγάρι, κατά την τελετή του γάμου, για «να ριζώσει» ο δεσμός τους και να τεθούν οι ρίζες της νέας ζωής.

Εδώ στο Άργος, στην Παναγία του Βράχου, την «Κεκρυμμένη» έριχναν στους αρραβωνιασμένους, ιδίως όμως στους νεόνυμφους, πορτοκάλια και κυρίως κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός (γι’ αυτό και το παρωνύμιο της Παναγίας και «Πορτοκαλούσα», ώστε καρποφορία βασιλική να ευχηθούν στο ζεύγος, με την εικόνα αυτού του βασιλιά των καρπών, άφθονων στην γόνιμη αργειακή γη. Το έθιμο αυτό κατά τον Ιωάννη Ζεγκίνη, είναι μία συνέχεια η προέκταση, «των Βαλλαχράδων». Ένα έθιμο που είχαν οι αρχαίοι Αργείοι, ιδίως οι νέοι, να ρίχνουν ο ένας στον άλλο αχράδες (αγριάχλαδα).

Δεκαπέντε συνεχείς ημέρες διαρκούσε στο Άργος ο εορτασμός του γάμου και είχε παρατηρηθεί ότι οι γάμοι αυτής της εποχής ήταν οι ευτυχέστεροι. Σκοπός του γάμου, βαθειά ποθητός στην ελληνική συνείδηση, ήταν η δημιουργία απογόνων: «κουμπάρα που στεφάνωσες το ταιριαστό ζευγάρι, να σ’αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι» (της βάπτισης). Πάνδημες ευχές του λαού προς τους νεόνυμφους ήταν: «να ζήσουν , ν’ αποκτήσουν παιδιά και εγγόνια».

Η στειρότητα, η απαιδία εθεωρείτο από τον λαό δυστύχημα, (κατάρα) και θεία τιμωρία. Γι’αυτό και η νιόνυμφη επιδίωκε την σύλληψη με την χρήση βοτάνων, όπως π.χ. το παναγιόχορτο. Γνωστός στην Αργολίδα ήταν ο μανδραγόρας ή μανδραγούρα, που φύεται στην περιοχή. Εθεωρείτο έντονο ερωτικό διεγερτικό, το οποίο κάνει γόνιμες και στείρες γυναίκες, αλλά επίσης εθεωρείτο φυτό με μαγικές θετικές ιδιότητες, που βοηθούσε τον πλούτο και την ευημερία.

 «Συμφέρει εις τον έρωτα

συμφέρει εις το πλούτος,

θαύματα κάνει ούτος».

 

Είναι και σήμερα γνωστές οι θαυμαστές δυναμωτικές και θεραπευτικές ιδιότητες αυτού του βοτάνου. Αλλά το ζεύγος είχε επίσης βοηθούς πολλούς αγίους, οι οποίοι με την παρετυμολογία του ονόματός τους, δηλαδή με το «νόημά» του, προσανατόλιζαν τις ευχές, την πίστη και τις ψυχικές ενέργειες του ζεύγους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ευχές στον Άγιο Προκόπιο «για να προκόψει το ζευγάρι!»

Στον Άγιο Στυλιανό «για να στυλώσει το παιδί»,

στον Άγιο Σπυρίδωνα «για να μην έχει σπυριά»,

στον Άγιο Βλάση «κατά της ευλογιάς»,

στον Άγιο Ευθύμιο «για να κάνει το ζευγάρι γόνιμο».

(Έβλεπε λοιπόν η σοφία της παράδοσης πόση σχέση υπήρχε μεταξύ της χαρούμενης ψυχικής διάθεσης του ζεύγους και της γονιμότητάς του). «Στον Άγιο Ευθύμη τάξε μου για να σ’αφήσω κλήρα»

Η νιόπαντρη έπρεπε να καθίσει πάνω στην «κυλίστρα», δηλαδή σε λεία πέτρα ενός μύλου που θα στρεφόταν για πρώτη φορά. Είχε ίσως κι αυτό το πρακτικό έθιμο τον σκοπό – πλην του συμβολικού του χαρακτήρα – να απελευθερώσει μυς σφιγμένους σ’ αυτή την ευαίσθητη γυναικεία γεννητική περιοχή της λεκάνης. Η συστηματική – από την παράδοση του 19ου αιώνα – καλλιέργεια της επιθυμίας για την πολυπόθητη μητρότητα, σ’ όλην την κοινωνία, σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε ένα επιστημονικό υπόβαθρο πολύ σημαντικό. Υποκινούσε και καλλιεργούσε συστηματικά στο ζευγάρι, προπαντός στην γυναίκα, την επιθυμία – λαχτάρα για την απόκτηση παιδιού. Αυτή η «επιθυμία παιδιού», το καλωσόρισμα του νέου ανθρώπου στην αρχή της ζωής του η και πριν απ’ αυτήν αποτελεί, κατά την ψυχολογία, τον πρώτο σπουδαίο παράγοντα για την υγεία και ισορροπία του, θεμέλιο λίθο μίας αρμονικής προγεννητικής αγωγής. Όλα τα έθιμα στόχευαν επίσης να παραμερίσουν τυχόν υποσυνείδητους φόβους για την μητρότητα και να αυξήσουν την γυναικεία αυτοπεποίθηση σ’ αυτήν.

 

Εγκυμοσύνη

 

Η επιστήμη σήμερα τονίζει την πρωταρχική σημασία για την υγεία, κοινωνικότητα, χαρίσματα του παιδιού – αυριανού ενηλίκου, της γαλήνιας, χαρούμενης ζωής της εγκύου, της χαράς και αγάπης, με την οποία η έγκυος και μητέρα περιμένουν την γέννησή του. Επίσης της ορθής διατροφής της και υγιεινής ζωής της.

 

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από την ορθή διατροφή και την ευχάριστη ψυχική διάθεση της εγκύου γυναίκας» διακηρύσσει ο διεθνώς διάσημος γυναικολόγος, ερευνητής, dr Michel Odent. Και συνεχίζει: «όλες οι ασθένειες: καρδιακές, κυκλοφορικές, διαβήτης, ψυχοπάθειες κλπ., σ’ όποια ηλικία και αν εκδηλώνονται, έχουν την αιτία τους σε καταστάσεις άγχους και ταραχής που έζησε η έγκυος κατά την εγκυμοσύνη της. Στην εγκυμοσύνη υπάρχουν περίοδοι – κλειδιά, κατά τις οποίες διαπλάθονται τα βασικά όργανα του εμβρύου – αυριανού παιδιού και ενηλίκου. Δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις της εγκύου, που εμφιλοχωρούν κατ’ αυτές τις περιόδους – κλειδιά επηρεάζουν αρνητικά την διάπλαση του συγκεκριμένου οργάνου του παιδιού, που διαμορφώνεται σ’ αυτήν περίοδο».

 

Η ελληνική παράδοση είναι κι εδώ βαθειά επιστημονική. Ως πρώτο κανόνα θέτει στην έγκυο να ζει ήρεμα και χαρούμενα: νάναι χαρούμενη ακόμη και με την πεθερά της! να πλένει τα ζιπουνάκια του μικρού στη λιακάδα κι όχι στη συννεφιά! Και πρώτιστα, θεωρώντας την μητρότητα, σαν την πρώτη αξία, ενέπνεε στις νεαρές παντρεμένες γυναίκες την μεγάλη επιθυμία της εγκυμοσύνης τους και αγάπη του μωρού που περίμεναν.

 

William-Adolphe Bouguereau 1900

 

Η επιστήμη, που ερεύνησε σήμερα την επίδραση της μουσικής στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, μας αναφέρει πόσο η αρμονική μουσική –προκλασική, δημοτική, γρηγοριανό μέλος, βυζαντινή – που σέβεται τους ρυθμούς του σώματος, είναι εποικοδομητική για την εμβρυϊκή ορθή διάπλαση του οργανισμού και του ψυχισμού (dr Tomatis, M.L. Aucher, Δρ Θ. Δρίτσας, Η. Σακαλάκ). Η μουσική παιδεία και ιδιοφυΐα δίνεται πριν από τη γέννηση. Η συμμετοχή της ελληνίδας του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ζωή και τις βυζαντινές μελωδίες, η συμμετοχή της επίσης στα πανηγύρια, πάνδημους εορτασμούς, και προπαντός η ζωή της μέσα στην φύση, με τους αγνούς αρμονικούς ήχους της, εξασφάλιζαν τα πιο αρμονικά ηχητικά ακούσματα στα κυοφορούμενα παιδιά. Λαϊκοί μας συνθέτες και μουσικοί έχουν προπαντός κυοφορηθεί μ’ αυτούς τους μουσικούς ήχους.

Συγγράμματα γυναικολογίας και μαιευτικής αναφέρουν μίαν ιδιαίτερη ιδιότητα της εγκύου γυναίκας: την ιδιότητα «μορφοποίησης» του παιδιού της, σύμφωνα με ο,τι βλέπει, ακόμη και σύμφωνα με ο,τι φαντάζεται έντονα, με τη μορφή, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, που εκείνη φαντάζεται η επιθυμεί η εύχεται για το παιδί της. «Η έγκυος είναι μορφοποιός» εξηγεί ο γάλλος επιστήμων P. Renard. Την ίδια ιδιότητα της εγκύου ο έλληνας συγγραφέας Παπαγεωργάκης (Το μυστήριον της ζωής, 1951) ονομάζει «ιδεοπλασία της εγκύου».

Αυτήν την πίστη ότι η έγκυος διαπλάθει το παιδί της όμοιο με ο,τι βλέπει, φαντάζεται, εύχεται και σκέπτεται βρίσκουμε επίσης έντονη στην νεοελληνική παράδοση όλων των ελληνικών περιοχών, σ’όλες τις χρονικές περιόδους. Η ίδια πίστη υπάρχει έντονη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει:

«Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο». «Κατά την συμπάθειαν της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωϊκοί.

Η συμβουλή της γιαγιάς, ζωντανή ακόμη σε πολλές περιοχές ήταν: Να βλέπει η έγκυος ωραία παιδιά, ή τη φωτογραφία τους, ακόμη και να κοιμάται με μία τέτοια φωτογραφία, ώστε και αυτή να γεννήσει παιδί υγιές και όμορφο. Να θαυμάζει τις εικόνες ηρώων και ευεργετών και σπουδαίων ανθρώπων, που ειδικά για την έγκυο αναρτούσαν στο δωμάτιο όπου καθόταν, ώστε αυτών τις χάρες και αρετές να διαμορφώσει στο παιδί της (Καθηγητής Μ. Μερακλής).

Το έθιμο αυτό αποτελεί άλλωστε απλή … επανάληψη, συνέχεια του πανάρχαιου εθίμου που ήθελε την έγκυο να επισκέπτεται τον Παρθενώνα και να θαυμάζει τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα! Κι όταν συνελάμβαναν παιδί οι αρχαίες ελληνίδες, το αφιέρωναν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους. Και στην ελληνική παράδοση, πολλές ελληνίδες αφιέρωναν το παιδι τους σ’ έναν άγιο ή στην Παναγία.

Ορίστε, για την νεώτερη Ελλάδα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινός βίος και πολιτισμός», 1970, από το κεφάλαιο που αναφέρεται στην «γέννηση των παιδιών» (απλά αποδιδόμενη στην σημερινή γλώσσα).

 

«Σήμερα πιστεύουν ότι το κυοφορούμενο θα έχει την μορφή των εικόνων που έβλεπε ή φανταζόταν η μητέρα κατά την ερωτική ομιλία ή κατά την εγκυμοσύνη. Αυτό επίστευαν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι… Κατά τον ΙΒ’ αιώνα ο Μιχαήλ Γλυκάς λέγει: Το γεννώμενο τέκνο πολλές φορές ομοιάζει προς εκείνον ή εκείνην που φανταζόταν η γυναίκα κατά την συνουσία. Γι’ αυτό, αναφέρει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά, η βασίλισσα των Αιθιόπων εγέννησε λευκό τέκνο, τούτο δε ωφείλετο, ο συγγραφέας εξηγεί, στο ότι ατένιζε, κατά την ερωτική με τον άντρα της συνάντηση, τις εικόνες του Περσέα και της Ανδρομέδας, γυμνής και ολόλευκης, οι έρωτες των οποίων κοσμούσαν τον βασιλικό κοιτώνα».

 

Εκεί έλκει την καταγωγή η συνήθεια της απεικόνισης ωραίων εικόνων στις κάμαρες.

Ο Σωρανός δε (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων. Αυτός ήταν γενικώτερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσσει με όμορφο σώμα και ψυχή.

Έθιμα πανάρχαια όσο και σύγχρονα, σοφά, επιστημονικά –  σήμερα το ξέρουμε – που αποδεικνύουν την ελληνική βαθειά γνώση και αρετή. Έθιμα, τα οποία, αν μη τι άλλο, πάντως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά – γιατί που αλλού παρά στην προετοιμασμένη συνειδητά μητρότητα μπορεί να οφείλεται η γέννηση εδώ στην Ελλάδα, σ’ όλες τις εποχές, τόσων ανθρώπων σπουδαίων σε ικανότητες και αρετές; Οι ίδιες οι Ελληνίδες, σ’ όλες τις εποχές, εγνώριζαν τη δύναμή τους να διαπλάθουν χαρισματικούς ανθρώπους, όπως επίσης εγνώριζαν και την ευθύνη τους, αν έδιναν γέννηση σε άτομο πονηρό, κακό και ανίκανο.

Έτσι, βλέπουμε στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνους, τον χορό των «θεσμοφοριαζουσών» γυναικών (εκείνων δηλαδή των υπάνδρων γυναικών που μετείχαν στα θεσμοφόρια: τις ειδικές μυητικές τελετές για την καλλιγένεια) να αναγγέλει:

 Έπρεπε όποια γυναίκα έχει γεννήσει

άνδρα χρήσιμο για την πόλη, στρατηγό ή ταξίαρχο,

να της δίνουν τιμητική θέση στις γιορτές

και αν έχει κάνει δειλό, τριήραρχο πονηρό ή κυβερνήτη ανίκανο

να κάθεται πίσω απ’ τήν πρώτη κουρεμένη …

και τα λεφτά της δεν θα πρεπε να δίνουν τόκο…

Δεν αξίζει να γεννούν τόκο τα λεφτά σου,

αφού έχεις γεννήσει τέτοιο γιο!

 

Η ίδια η νεώτερη παράδοση μεσ’ από την παροιμία αναφέρει:

 Από τη γης βγαίνει νερό

και απ’ την ελιά το λάδι

κι από τη μάννα την καλή

βγαίνει το παληκάρι.

Μάννα φτιάχνει τα παιδιά

και μάννα τα χαλάει.

Εκ του κόλπου το δένδρον γιγνώσκεις ουκ εκ του καρπού. Το φιλόπονον εν μήτρα εχέγγυον εν γη.

  

Επίλογος

 

Μήπως είναι αναγκαίο, αυτή η πανάρχαια και νεοελληνική, μέχρι και τον 19ο αιώνα, σοφία, ήδη διδασκόμενη από την επιστήμη, σχετικά με την μητρότητα και πατρότητα της αρχής της ζωής, … με την ομορφιά του αρμονικού γάμου, εμπνεομένου από τον έρωτα σωμάτων και ψυχών του ζεύγους, … με την αρμονία της ζωής του, … με την αμέριστη αγάπη του ζεύγους προς το αναμενόμενο παιδί, (όλα αναγκαία για την καλλιγένεια – καλλιτεκνία).

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Charity (1859).

 

Μήπως είναι αλήθεια αναγκαίο να εμπνεύσει και πάλι τα ζευγάρια – τους νέους μέλλοντες γονείς – ώστε η υγεία, ομορφιά, σοφία και ιδιοφυΐα της νέας γενιάς – κοινωνίας του μέλλοντος, να κοσμήσει και πάλι τις οικογένειες και την πατρίδα μας, κάνοντας τα ζευγάρια υπερήφανα και προσφέροντας νέο φως στην Ελλάδα και σ’ όλον τον κόσμο;

Το ευχόµαστε, µ’ όλη µας την ψυχή, θεωρώντας ότι η γνώση και η εφαρµογή της προγεννητικής αγωγής, όπως η ελληνική παράδοση εδίδασκε και ήδη η σύγχρονη επιστήµη έχει επαληθεύσει, αποτελεί την πιο σηµαντική πρόληψη κάθε δυσλειτουργίας – σωµατικής και ψυχικής της νέας γενιάς – αποτελεί επίσης το πιο σταθερό θεµέλιο για µία κοινωνία του µέλλοντος βασισµένη στην ειρηνική διαβίωση, στις ηθικές αξίες και στην δηµιουργικότητα.

 

Βιβλιογραφία

  •  Μ.Α. Βertin, «Η φυσική προγεννητική αγωγή, µία ελπίδα για το παιδί την οικογένεια, την κοινωνία», Ελλ. Ετ. Προγεννητικής Αγωγής, Αθήνα, 2008. Πρακτικά παγκοσµίων συνεδρίων, σεµιναρίων προγεννητικής αγωγής.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η γνώση της µήτρας, Αθήνα, Ολκός 1980.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η δύναµη της µήτρας και η υποκειµενική αλήθεια. Αθήνα,
  • Ελεύθερος Τύπος, 1987.
  • Ι. Μαρή, Ευγονία – Προγεννητική Αγωγή – Η αγωγή του παιδιού αρχίζει από την σύλληψη. Αθήνα, Πύρινος Κοσµος, 2004.
  • Lind Neuman, Η µουσική στην αρχή της ζωής, Ρευµόνδος, Αθήνα 1987.
  • Dr. M. Odent, Η Αναγέννηση, Αθήνα, 1991
  • Του ιδίου, The scientification of love.
  • Dr. A.A. Tomatis, Εννέα µήνες στον παράδεισο, Αθήνα 2000.
  • Pr. J.P. Relier, L’aimer avant qu’il naisse, Paris, Laffont, 1993.
  • Dr. Th. Verny, and J. Kelly, The secret life of the unborn child, New York, 1981.
  • Χρήστος Οικονοµόπουλος, Γονιµότητα και εγκυµοσύνη κατά τη νεοελληνική παράδοση. Το έθιµο: Το παδί το σαραντάρι. Αρρενογονία θηλυκογονία. Εισηγήσεις κατά το Β Παγκόσµιο Συνέδριο Προγεννητικής Αγωγής. Πρακτικά. Αθήνα 1994.
  • Κ. Μέγας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρα.
  • Ι. Μαρή, Η ελληνική µέριµνα για ευγονία ανά τους αιώνες. Άρθρο στο ετήσιο λεύκωµα πολιτισµού Ι. Μονής Κουτλουµουσίου: «Η Ελληνίδα Ευρώπη».
  • Ιάµβλιχος, Πυθαγορικός Βίος, εκδ. Κάκτος.
  • Όκελλος Λευκανός, Περί Ευγονίας, Β. Λαµπρόπουλου, Αθήνα 200.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία. Εκδ. Κάκτος.
  • Πλάτωνος, Νόμοι. Εκδ. Κάκτος.

 

 Ιωάννα Μαρή

Σύμβουλος Επικρατείας, Πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρίας Προγεννητικής Αγωγής» και της Παγκόσμιας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Καρυώτικος Γάμος

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

Read Full Post »

Δούλοι και Κύριοι στη Ρωμαιοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία του Άργους

          


 

                                                                                               

Σε δύο επιγραφικά κείμενα, που βρέθηκαν στο Άργος της Πελοποννήσου, χρονολογούμενα κατά την ηγεμονία του Κλαύδιου ή ίσως λίγο μεταγενέστερα, αναφέρεται η προσωπικότητα του Τιβέριου Κλαύδιου Διοδότου, ανθρώπου που θα μπορούσε να καυχηθεί πως ήταν ο πρώτος, ίσως και ο μόνος εκείνη την εποχή, που προέβη σε διανομή λαδιού στα γυμνάσια και στα λουτρά, διανομή με αποδέκτες τόσο τους ελεύθερους, όσο και τους δούλους άνδρες της πόλης (IG IV 606). Εάν ο εν λόγω χορηγός ήταν ο πρώτος, ο Ονησιφόρος, άτομο που έδρασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, υπήρξε διάδοχός του στην πρακτική αυτή, καθώς με δικά του έξοδα διένειμε ελαιόλαδο αδιακρίτως σε κάθε γυμνάσιο και λουτρό (βαλανείον), από την αυγή ως τη δύση του ηλίου, σε ελεύθερους και σκλάβους άνδρες στην ίδια πόλη (IG IV 597).

Η χρήση του λαδιού της ελιάς στα γυμνάσια ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με ελαιόλαδο πριν από κάθε προπόνηση ή αγώνα. Στην συνέχεια, όταν τελείωνε η άσκηση, αφαιρούσαν (απέξεαν) το ελαιόλαδο μαζί με τη σκόνη και τον ιδρώτα με ένα μεταλλικό εργαλείο, τη στλεγγίδα. Επίσης, μετά από τους αγώνες, η τεχνική μάλαξη των μυών με ελαιόλαδο βοηθούσε στην ξεκούραση του αθλητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αδιάκριτη παροχή του λαδιού στους άνδρες του Άργους, ελεύθερους και δούλους, και μάλιστα σε μια εποχή, την αυτοκρατορική Ρωμαιοκρατία, κατά την οποία οι κοινωνικές διακρίσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Η πρόβλεψη της παροχής ελαιολάδου σε όλο τον άρρενα πληθυσμό της πόλης χωρίς διάκριση αναδεικνύει ίσως τη σημασία που αποδιδόταν από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης στη σωματική φροντίδα. Αυτή η τελευταία αποτελούσε εξισωτικής φύσεως παράγοντα ως προς το status των ανδρών, ελεύθερων και δούλων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως το πασίγνωστο γνωμικό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» ίσχυε και για τους ευρισκόμενους σε κατάσταση δουλείας άνδρες και ίσως έτσι αναγνωριζόταν η νοητική τους υπεροχή απέναντι στις άλλες έμψυχες ιδιοκτησίες.

Επειδή το έξοδο της προμήθειας λαδιού για τα γυμνάσια ήταν αρκετά σημαντικό, το αναλάμβανε είτε η ίδια η πόλη, είτε χορηγοί, όπως οι ανωτέρω. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εφηβική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στο μοναστήρι της Παναγίας Σισανίου στο νομό Κοζάνης (αρχαία Ορεστίς). Αυτή η επιγραφή αρχίζει με τη φράση «αλειφούσης της πόλεως…»

Οι παραπάνω χορηγίες μας δίδουν ένα δείγμα της φιλελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων στην Ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, εν αντιθέσει προς τα σκληρά Ρωμαϊκά ήθη. Θα ήταν σε θέση να ισχυριστεί κάποιος πως η χειραφέτηση των δούλων είχε ήδη ξεκινήσει από τα χώματα της Αργολίδας κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και ότι το παραπάνω επίτευγμα δεν απετέλεσε κατάκτηση του 19ου αιώνα στις Αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Αθανάσιος Ζιάκας

Φιλόλογος, Υποψήφιος Διδάκτορας ΕΚΠΑ



Πηγή


  • Clarence A. Forbes, «The education and training of Slaves in Antiquity», Transactions  and proceedings of the American Philological Association, Vol. 86, 1955, pp 321-360.

Read Full Post »

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »