Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Έκθεση αρχειακού υλικού στο Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου με τίτλο: «Ερμιόνη – Abbeville: Εικόνες βίου από μια θάλασσα που μας ενώνει», 22-29 Σεπτεμβρίου 2024.


 

Η έκθεση αποτελεί μια προσπάθεια παρουσίασης της ναυτικής ιστορίας δυο τόπων μακρινών μεταξύ τους οι οποίοι ταυτόχρονα απαντούν σε κοινά χαρακτηριστικά: πολιτισμικά, τεχνικά, οικονομικά. Οι θαλασσινές κοινότητες διατηρούν έναν κρυφό διάλογο μεταξύ τους όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Η οργάνωση της κοινότητας, η αλληλεγγύη των μελών, τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά, οι επαγγελματικές τεχνικές τους, οι θρησκευτικές δοξασίες τους και οι τρόποι με τους οποίους εξελίχθηκαν στο χρόνο, είναι μερικά από τα στοιχεία που προσπαθεί να αναδείξει η έκθεση. Από την Ερμιόνη στην Abbeville – η Abbeville είναι αδελφοποιημένη πόλη με το Άργος -,  και από την Ερμιοvίδα στην Somme, ένα ταξίδι στη διαφορετικότητα και τα κοινά βιώματα.

Η Ερμιονίδα όπως και η Somme είναι γεωγραφικοί χώροι με μεγάλη ιστορία. Οι ναυτικές τους κοινότητες βρίσκονται, ακόμη και σήμερα, στο επίκεντρο της πολιτισμικής ζωής των περιοχών τους. Ανάμεσά τους δυο από τα σημαντικότερα ναυτικά κέντρα η Ερμιόνη και η Abbeville.

 

Ερμιόνη (λιμάνι), 1910.

 

Abbeville (λιμάνι)

 

Γνωστή από την αρχαιότητα η Ερμιόνη, αποτέλεσε ναυτικό και βιοτεχνικό κέντρο. Παρασκευαστές της φημισμένης πορφύρας, εξαιρετικοί ναυτικοί, δεινοί ψαράδες και σφουγγαράδες οι Ερμιονίτες σημάδεψαν την ιστορία του τόπου τους και της ευρύτερης περιοχής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χωροφυλακή και Αστυνομία – Ιστορία και Εξέλιξη, 1821-1940 – Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος – Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Χωρίς αμφιβολία, το παραβατικό φαινόμενο της ληστείας κυριάρχησε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως περίπου τη δεκαετία του 1930, επηρεάζοντας καθοριστικά την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου.[1] Παράλληλα, η πολιτική και η οικονομική αστάθεια, η οποία έπληξε τον ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλον τον 19ο αιώνα και ο παραγκωνισμός των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 ενίσχυσαν τη δημιουργία επαναστατικών ληστανταρτικών ομάδων στις ορεινές, κυρίως, περιοχές.[2] Ομοίως, το αγροτικό ζήτημα, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντική αιτία δυσαρέσκειας για τον αγροτοποιμενικό πληθυσμό με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργασιακών και οικονομικών, γενικότερα, προβλημάτων.[3]

Σε αυτό, λοιπόν, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, πρωταρχικό μέλημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την εποχή του Καποδίστρια ήταν η διαμόρφωση των στοιχειωδών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Άλλωστε, η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού δεχόταν μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς ομάδες ένοπλων «παραπονούμενων» πολιτών, κυρίως στην αγροτική ενδοχώρα, πραγματοποιούσαν ληστείες ή κάποιες φορές και γενικευμένες τοπικές εξεγέρσεις.[4] Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν μια διαρκή κατασταλτική πολιτική, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρησιμοποίηση διωκτικών αρχών, δηλαδή τη δράση του στρατού, των μεταβατικών αποσπασμάτων, της Οροφυλακής, της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής.[5]

Προσεγγίζοντας αυτά τα σώματα ασφαλείας και ανιχνεύοντας τις στοχεύσεις τους, η απαρχή οργάνωσης της Αστυνομίας εντοπίζεται αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 με κύριο στόχο την τήρηση της έννομης τάξης και της ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι από τη στιγμή αυτή και εξής εξελίσσεται η διαδοχική και σταθερή συγκρότηση ή ενίοτε και ο μετασχηματισμός των συγκεκριμένων σωμάτων, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, διακρίνοντας από πλευράς κράτους την αποφασιστική θέληση για εδραίωση των διωκτικών αρχών.

Προσωπογραφία του Αναστασίου Τσαμαδού, ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου, 1860. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέθεσε στους τοπικούς εφόρους των επαρχιών της αστυνομικά καθήκοντα και τους παραχώρησε το δικαίωμα της εκδίκασης και της τιμωρίας πταισματικών ποινικών παραβάσεων. Ταυτόχρονα, ο Άρειος Πάγος, τον Νοέμβριο του 1821 εγκατέστησε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας τους «προεστώτες» με καθήκοντα ευρείας αστυνομικής εξουσίας, ενώ ανάλογες αρμοδιότητες, την ίδια περίοδο, δόθηκαν και από τον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στους εφόρους των επαρχιών.[6] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει, κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης και η σύσταση της Αστυνομίας της Ύδρας, μετά από πρωτοβουλία των καραβοκύρηδων του νησιού και ανάλογη εισήγηση του Αναστάσιου Τσαμαδού. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα, πέραν των γενικών καθηκόντων ασφάλειας, διέθετε και τομέα αντικατασκοπείας, το οποίο στόχευε στην παρακολούθηση των ξένων που έφθαναν στο νησί.[7]

Ακολούθως, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, σύστησε ειδικό Υπουργείο, το Μινιστέριο της Αστυνομίας με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας του επαναστατημένου ή απελεύθερου τόπου και κατ’ αναλογία διόρισε σε κάθε επαρχία ειδικό υπάλληλο για την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, τον λεγόμενο «αστυνόμο».[8] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προετοιμάζοντας την Επανάσταση: Η Προσέγγιση του Ι. Καποδίστρια και η Πρόσληψη αυτής από τον Ν. Σπηλιάδη, 1816-1820 – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η έρευνα της προ-επαναστατικής περιόδου 1815-1821 εξακολουθεί να διατυπώνει πλήθος ανοικτών ζητημάτων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιουργούν μια ουσιώδη πρόκληση στο παραδοσιακό ιστορικό αφήγημα της προετοιμασίας και έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σημαντικά εμπόδια στην προώθηση της έρευνας αποτέλεσαν η απουσία πρόσβασης σε βασικές πηγές, κυρίως σε αρχεία του εξωτερικού, αλλά παράλληλα και η ερμηνευτική περιχαράκωση σ’ ένα αναγωγικό πλαίσιο νεωτερικότητας και σε διαφόρων προελεύσεων ιδεολογήματα. Με την έμφαση στην τεκμηρίωση των συμβάντων, η κατάσταση αυτή τις τελευταίες δύο δεκαετίες διερεύνησης φαίνεται να μεταβάλλεται, όχι μόνο λόγω της πρόσβασης σε νέες πηγές και του επανελέγχου παλαιοτέρων πηγών, αλλά επίσης γιατί η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας αναδεικνύει νέα τεκμήρια και συσχετίσεις δεδομένων στην μελέτη της προ-επαναστατικής περιόδου, τόσο της διεθνούς όσο και εσωτερικής πτυχής του ελληνικού ζητήματος.[i]

Νικόλαος Σπηλιάδης

Η εξέταση της περιόδου 1815-1821 του ελληνικού ζητήματος, ακριβώς στην διεθνή και εσωτερική πτυχή, συνδέεται αναπόδραστα με τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα θεμελιώδη ερευνητικά αντικείμενα: τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Εταιρεία των Φίλων και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η σημασία και των τριών αντικειμένων στις προ-επαναστατικές διεργασίες είναι πλήρως τεκμηριωμένη, άσχετα εάν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την συμμετοχή τους στα ιστορικά συμβάντα της περιόδου. Η παρούσα δημοσίευση έχει αναφορά στην εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος εστιάζοντας σ’ ορισμένες διαστάσεις του πληροφοριακού περιβάλλοντος των προ-επαναστατικών ζυμώσεων και συγκεκριμένα πως αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μεταξύ δύο συνιστωσών, αφενός του Ι. Καποδίστρια και των απόψεων του και, αφετέρου, των προσλήψεων των καποδιστριακών απόψεων από τον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Η εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο μετάβασης στις αντιλήψεις του επαναστατικού υποκειμένου, οι οποίες εκδηλώνονται παράλληλα, είτε στο πλαίσιο της υπερεθνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, είτε στο πλαίσιο της εθνικής χειραφέτησης των υπόδουλων λαών. Από ελληνική σκοπιά, η μετάβαση αυτή προσδιορίζεται με την μετακίνηση από την αντίληψη ότι το απελευθερωτικό κίνημα «εξαρτάται από την αντι-οθωμανική πρωτοβουλία μιας Μ. Δύναμης και μπορεί μόνο να στηριχθεί και αποτελέσει εξάρτημα ενός τέτοιου εγχειρήματος» στην αντίληψη ότι η ελληνική χειραφέτηση «θα προέλθει από την επαναστατική πρωτοβουλία των Ελλήνων, θα στηριχτεί στις “Δικές μας Δυνάμεις” και θα διεκδικήσει διεθνή αναγνώριση». Πρόκειται για μια μετάβαση που ξεκίνησε με τον Λάμπρο Κατσώνη και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή δράση των Φιλικών που προκάλεσε την έναρξη της ελληνικής επανάστασης.[ii] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νέα επιγραφικά κείμενα του Άργους – Χαράλαμπος Β. Κριτζάς


 

 Συνοπτική παρουσίαση των επιγραφικών ευρημάτων από τη σωστική ανασκαφή του θησαυροφυλακίου της Αθηνάς Πολιάδος στο Άργος. Βρέθηκαν 134 μπρούντζινες πινακίδες (καθαρίστηκαν και αναγνώστηκαν (ως τότε)  οι 106), οι οποίες χρησίμευαν ως αποδείξεις κατά την ανάληψη ποσών χρυσού ή αργύρου. Η γλώσσα τους είναι η δωρική και ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά σημειώνεται ενδεικτικά η παρουσία του δίγαμμα (<F>) στο β’ συνθετικό -ποιFός, σπάνιες ή ακόμη και αμάρτυρες ως τότε λέξεις, ανάμεσα στις οποίες και προσωπωνύμια (π.χ. Εὐρύγοος, Λάσυτος), τοπωνύμια (π.χ. Λαπάρσα)…

 

Κατά τα έτη 2000-2001 η Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ναυπλίου) πραγματοποίησε σωστική ανασκαφή, υπό τη διεύθυνση της Δρος Άλκηστης Παπαδημητρίου, στο μικρό οικόπεδο Ευάγγελου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος.[1] Το οικόπεδο βρίσκεται περί τα 800-900 μ. ΒΑ της αρχαίας Αγοράς, σε μια περιοχή που μέχρι τώρα είχε δώσει κυρίως τάφους και γενικά πιστεύαμε ότι βρισκόταν εκτός των τειχών.

Πράγματι, στα κατώτερα στρώματα του συγκεκριμένου οικοπέδου, σε βάθος περίπου 3μ., κάτω από ποτάμιες προσχώσεις, βρέθηκαν 2 τάφοι της γεωμετρικής περιόδου. Πάνω από αυτούς υπήρχε χαλικόστρωτο δάπεδο, επί του οποίου είχε κτισθεί, πιθανώς στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., ένα περίπου ορθογώνιο δωμάτιο. Κατά μήκος του κύριου άξονα του δωματίου (Α-Δ) βρέθηκε μια σειρά από λίθινες θήκες, καθώς και ένα μεγάλο κρατηροειδές πήλινο αγγείο και ένα επίσης μεγάλο λεβητοειδές χάλκινο αγγείο. Όλα ήταν θαμμένα στο δάπεδο και καλυμμένα με βαρειές λίθινες πλάκες. Όταν διαλύθηκε ο νότιος τοίχος του δωματίου, βρέθηκε κάτω από αυτόν μια σειρά από 6 πήλινα αγγεία, καλυμμένα επίσης με κεραμίδες ή λίθινες πλάκες, αλλά κενά.

 

Η ανάσυρση της πλάκας που κάλυπτε το πήλινο και το χάλκινο αγγείο με τις ενεπίγραφες πινακίδες.

 

Ορισμένες από τις λίθινες θήκες βρέθηκαν επίσης κενές. Άλλες όμως, καθώς και το πήλινο και χάλκινο αγγείο στον κεντρικό άξονα του δωματίου, περιείχαν χαλκούς ενεπίγραφους πίνακες.

Συγκεκριμένα, σε μια λίθινη θήκη βρέθηκε ένας μόνο πίνακας, σε σχήμα ποδός μήκους 32 εκ.[2] Μια άλλη λίθινη θήκη περιείχε 53 πίνακες (από τους οποίους οι 2 ήταν μολύβδινοι και οι λοιποί χάλκινοι). Το πήλινο αγγείο περιείχε 54 χαλκούς πίνακες, ενώ το χάλκινο αγγείο περιείχε 3 άλλα μικρότερα χάλκινα αγγεία (1 τριφυλλόστομη οινοχόη και 2 φιάλες), κάτω από τα οποία υπήρχαν επίσης 25 ή 26 χάλκινοι πίνακες. Έτσι το σύνολο των ενεπίγραφων  πινάκων ανέρχεται σε περίπου 134, από τους οποίους έχουν καθαρισθεί και αναγνωσθεί μέχρι τώρα οι 106. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος – Χαράλαμπος Κριτζάς


 

Ο τιμώμενος δρ. Βασίλειος Πετράκος, ως αρμόδιος Έφορος Αρχαιοτήτων, συνέδεσε το όνομά του μεταξύ άλλων με δύο περιοχές της Αττικής και έδρες σπουδαίων αρχαίων δήμων, τον ‘Ραμνοῦντα και τον Μαραθῶνα. Και τα δύο τοπωνύμια είναι φυτωνυμικά,  από την ῥάμνον και το μάραθον αντίστοιχα.

Ως γνωστόν οι καταλήξεις φυτωνυμικών τοπωνυμίων σε -οῦς και -ών δηλώνουν πλησμονή του αντίστοιχου φυτού στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανάλογα με το ‘Ραμνοῦς είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἀγνοῦς, Ἀνθεμοῦς, Ἀχερδοῦς, Ἀχραδοῦς, Δαφνοῦς, Ἐλαιοῦς, Θριοῦς, Κερασοῦς, Μαραθοῦς, Μυρικοῦς, Μυρρινοῦς, Πυξοῦς, Ριζοῦς, Σελινοῦς, Σκιλλοῦς, Σχοινοῦς, Τρεμιθοῦς, Φηγοῦς, Φοινικοῦς, Φυκοῦς κλπ.[1] Ανάλογα με το Μαραθὼν είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἑλικών, Καλαμών, Πλατανών, Σικυών, Φοινικών, κλπ.[2] Θεώρησα λοιπόν ότι μια συμβολή με θέμα «Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος» θα ήταν αρμόζουσα στον τιμητικό τόμο ενός ‘Ραμνουσίου.

Επειδή ορισμένοι, τόσο στην αρχαιότητα όσο κυρίως στα νεώτερα χρόνια, με τον γεωγραφικό όρο Αργολίς εννοούν και την  Επιδαυρία και την Ερμιονίδα, διευκρινίζεται ότι η μελέτη θα περιοριστεί σε κώμες της Ἀργείας, της επικράτειας του Άργους κατά την κλασική εποχή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και ορισμένες αμάρτυρες μέχρι τώρα κώμες, που αναφέρονται στους  νέους χαλκούς πίνακες από το αρχείο του ιερού της Παλλάδος που βρέθηκε στην πόλη του Άργους.[3] Οι κώμες παρατίθενται και σχολιάζονται κατωτέρω κατά αλφαβητική σειρά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825) – H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)


 

Εισαγωγή

 

Ένα θέμα που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στα έγγραφα του οθωμανικού κράτους κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να κινητοποιήσει τους Αλβανούς πολέμαρχους/προύχοντες για να πολεμήσουν στις μάχες της ενάντια στους Έλληνες επαναστάτες.[1]

Η πληθώρα των εγγράφων οφείλεται στο γεγονός ότι το οθωμανικό κράτος δεν είχε στρατό στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να τον συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Θυμίζοντας έντονα τις συνθήκες που διέπουν τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «αγορά βίας»,[2] της οποίας οι σημαντικότεροι προμηθευτές ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Μέχρι την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων το 1825, με την οποία συνδέεται το τελικό χρονολογικό όριο αυτής εδώ της μελέτης, το οθωμανικό κράτος βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους προκειμένου να καταστείλει την ελληνική εξέγερση.

Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου και έτσι αποτελεί άγνωστη πτυχή στην ιστοριογραφία του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[3] Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιμετωπίζονται ως Τούρκοι – ονομάζονται Τουρκαλβανοί ή παραβλέπεται εντελώς η αλβανική τους ταυτότητα – ενώ ταυτόχρονα οι χριστιανοί Αλβανοί χαρακτηρίζονται ως Έλληνες, με αποτέλεσμα τα γεγονότα να παρουσιάζονται απλουστευτικά, ως ανταγωνισμός που αφορά φαινομενικά μόνο δύο αντίπαλες πλευρές. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στο πεδίο της μάχης, ο πόλεμος για την ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένας αγώνας εξουσίας ανάμεσα σε ένα πλήθος παικτών με αδιάκοπη αναδιάταξη των συμφερόντων και αναδιανομή της εξουσίας.

Οι αιτίες για τις οποίες οι οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετώπισαν τόσο αντίξοες συνθήκες και οι Αλβανοί έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία έχουν τις ρίζες τους στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία αποτελεί μια από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας.

 

Η δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση: αποαγιανοποίηση

  

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812 και τα αναθεωρημένα, μη επιθετικά αυτοκρατορικά σχέδια της Ρωσίας για τη μεταναπολεόντεια παγκόσμια τάξη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες που επέτρεψαν να εμφανιστεί στην Υψηλή Πύλη μια φατρία η οποία επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα και να εξουδετερώσει τους επαρχιακούς προύχοντες (αγιάνηδες). Χωρίς τη βοήθεια των αγιάνηδων η οθωμανική κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό ή φόρους, κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1768-1774. Φαίνεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μετασχηματιστεί εκ των πραγμάτων σε μια συνομοσπονδία που αποτελούνταν από την οθωμανική κεντρική διοίκηση και από τους επαρχιακούς προύχοντες ήδη από το 1798, όταν η Υψηλή Πύλη απέτυχε να καταπνίξει την ανταρσία του Οσμάν Πασβάνογλου, του αγιάνη του Βιδινίου [πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη], παρά την οκτάμηνη πολιορκία και τον στρατό των ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών που έστειλε εναντίον του, ενώ τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να του παραχωρήσει τον τίτλο του πασά.

 

Οσμάν Πασβάνογλου (Pazvantoğlu, Osman, 1758-1807). Τούρκος τοπάρχης του Βιδινίου της Βουλγαρίας, σημαντική προσωπικότητα στο χώρο των Βαλκανίων στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Καταγόταν από καθολική οικογένεια της Βοσνίας, η οποία όμως είχε προσχωρήσει στο μωαμεθανισμό. Απεικονίζεται πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό καλυμμα κεφαλής διακοσμημένο με φτερά.

 

Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι το Senedi İttifak του 1808 – η οθωμανική Magna Carta κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια ενός ακόμη πολέμου με τη Ρωσία (το διάστημα 1806-1812) – σχεδιάστηκε με σκοπό να δώσει νομικό υπόβαθρο σε αυτήν τη συνομοσπονδία, υποδεικνύοντας σε κάθε παράγοντα της οθωμανικής πολιτικής ποια θέση όφειλε να έχει.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας και «υπόθεση Γαλάτη»: Ένα Μη-Απρόοπτο Συμβάν[i] – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η «υπόθεση Γαλάτη» είναι ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα της προεπαναστατικής προετοιμασίας, της Εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του Ιωάννη Καποδίστρια. Η αλληλουχία των γεγονότων τεκμηριώνει ότι η «υπόθεση Γαλάτη» συνιστά μια συγκεκαλυμένη επιχείρηση, την οποία de facto φέρει σε πέρας ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ο Γαλάτης έρχεται στη Ρωσία με προορισμό τον Καποδίστρια, αλλά ο Σκουφάς τον καθοδηγεί να ζητήσει πρόσβαση κατευθείαν στην Αυτοκρατορική Αυλή. Η παρέμβαση Καποδίστρια και μόνο στον Αλέξανδρο Α’ δίνει υπόσταση στην υπόθεση να εξελιχθεί και φέρνει τον Γαλάτη στην Αγ. Πετρούπολη, αφού λάβει νέες οδηγίες από τους Εταιριστές της Μόσχας. Με την συνάντηση Καποδίστρια-Γαλάτη ολοκληρώνεται η αποστολή Γαλάτη, ωστόσο συγκεκριμένες επιπλοκές δημιουργούν μια ανεπιθύμητη κατάσταση πραγμάτων θέτοντας στον κίνδυνο διεθνούς διαρροής το εγχείρημα.

Η «υπόθεση Γαλάτη» ήταν εξαρχής ένα πολιτικό εγχείρημα με αντικειμενικό σκοπό να προκαλέσει την αναγνώριση και στήριξη του Αλέξανδρου Α’ μέσω του Καποδίστρια στην εταιρική δράση. Ο Αλέξανδρος διέκρινε ορισμένες δυνατότητες ενίσχυσης της ρωσικής επιρροής αλλά αποφάσισε αφενός να κρατήσει αποστάσεις από μια θεωρούμενη «ακίνδυνη» Εταιρία και αφετέρου αυτή να επιτηρείται διακριτικά, ώστε να μην δημιουργηθούν επιπλοκές λόγω υπέρβασης του πλαισίου της ρωσικής ανατολικής πολιτικής. Ο Γαλάτης απελαύνεται στο Βουκουρέστι και τίθεται υπό επιτήρηση του ρωσικού προξενείου μέχρι να βρεθεί τρόπος να επιστρέψει στην πατρίδα του. Θα έχει, ωστόσο, περιθωριακή συμμετοχή στην «Υπόθεση Καραγεώργη» που διεκπεραιώνει ανεπιτυχώς το ρωσικό προξενικό δίκτυο στις Ηγεμονίες υπό των Γεωργίου Λεβέντη και Γεωργάκη Ολύμπιο με προκάλυμμα την Εταιρεία. Επρόκειτο για μια χαρακτηριστική εναρμόνιση ρωσικών και εταιρικών επιδιώξεων καθώς και της δράσης του καποδιστριακού «μηχανισμού».

 

Η «Υπόθεση Γαλάτη» αποτελεί ένα από τα πλέον περίπλοκα ζητήματα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, της εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια. Το πέρασμα του Γαλάτη στην ιστορία είναι αιφνίδιο και επεισοδιακό. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα για την προηγούμενη δράση του[ii], ενώ για αυτήν καθαυτή την εμπλοκή του στα συμβάντα υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις.

Νικόλαος Σκουφάς

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Σπηλιάδη, στις αρχές του 1816, ο Νικόλαος Σκουφάς «κατέρχεται απόστολος» της Φιλικής Εταιρείας από την Μόσχα στην Οδησσό και μερικούς μήνες αργότερα εισέρχεται στην υγειονομική καραντίνα να συναντήσει τον Νικόλαο Γαλάτη,[iii] απόστολο – κατά δήλωση του ιδίου, μιας «άλλης» Εταιρείας[iv], ο οποίος έρχεται στην Ρωσία επιζητώντας συνάντηση με τον Καποδίστρια[v]. Πρόκειται, επομένως, για μια εξαιρετική περίσταση, με την οποία θα ακολουθήσει μια εξίσου εξαιρετική αλληλουχία γεγονότων.

Αυτή η ακολουθία γεγονότων υποδηλώνει προηγούμενες ενέργειες και εκφράζει συγκεκριμένες επιδιώξεις, που όλα μαζί συνθέτουν την αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη», την οποία διαχειρίζεται ο Ιωάννης Καποδίστριας, νέος υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’.

Η ανακοίνωση αυτή θα εστιάσει στην παρακολούθηση ορισμένων μόνο διαστάσεων της ακολουθίας γεγονότων, αναδεικνύοντας παραλειπόμενες από την έρευνα διαστάσεις και συσχετίσεις, που ρίχνουν περισσότερο φως στην αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Οι Αγωνιστές του ’21» | Εθνική Πινακοθήκη – Παράρτημα Ναυπλίου


 

Η έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Οι Αγωνιστές του ’21» εγκαινιάζεται τη Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024, στις 8.30μμ, στο Παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου. Θα διαρκέσει έως τις 28 Φεβρουαρίου 2025.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης δημιουργεί μια πινακοθήκη πορτρέτων «των αγωνιστών του ’21», αποδίδοντας τις μορφές των αγωνιστών χωρίς εξιδανικεύσεις. Οι ήρωες, μέσα από έντονα φωτεινά χρώματα και μέσα από το μαυρόασπρο της ξυλογραφίας, εγγράφονται στη συλλογική μνήμη ως φορείς του διαχρονικού μηνύματος για ελευθερία, αποδεικνύοντας, ότι ο απόηχος του αγώνα παραμένει πάντα ισχυρός και πηγή έμπνευσης για τους σύγχρονους καλλιτέχνες.

 

Γιάννης Ψυχοπαίδης «Οι Αγωνιστές του ’21».

 

Το βλέμμα «των αγωνιστών του ’21» προσκαλεί τον θεατή να αποκαλύψει όλες εκείνες τις δυνάμεις, που έκρυβαν μέσα τους οι ήρωες, τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους, και συγχρόνως επιχειρείται ένας διάλογος με τα έργα της ηρωικής απεικόνισης της Ελληνικής Επανάστασης, που παρουσιάζονται στην έκθεση, δίνοντας αισθητή μορφή στον ιστορικό χαρακτήρα της πόλης του Ναυπλίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές και κειμενικές απεικονίσεις στα απομνημονεύματα του Εμμανουήλ Ξάνθου – Παναγιώτης Ν. Ξηντάρας


 

Πρόλογος (με τη σύγκριση των δύο νησιών)

 

Εμμανουήλ Ξάνθος – Μετάλλιο. Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

1772 μ.Χ., Ψαρά και Πάτμος, δύο μικρονήσια στον ίδιο περίπου μεσημβρινό. Με τα κοινά γνωρίσματά τους και με τις διαφορές τους. Το πρώτο έγινε ονομαστό το 1824, εξαιτίας της καταστροφής του από τους Τούρκους και, ακολούθως, από το επίγραμμα του Σολωμού. Το δεύτερο μνημειώθηκε, ως ιερό νησί, με τη συγγραφή της Αποκάλυψης από τον ευαγγελιστή Ιωάννη.

Στα Ψαρά γεννήθηκε και μεγάλωσε ο θαλασσομάχος και μπουρλοτιέρης με τα βαρβακίσια, τα βλοσυρά δηλαδή μάτια, ο Ιωάννης Βαρβάκης (1745/1750–1825), που οι Τούρκοι έτρεμαν ακούγοντας το όνομά του. Φτωχόπαιδο ναυτόπουλο, που εξελίχθηκε σε ατρόμητο θεριό της θάλασσας· κι αργότερα, σε μέγιστο επιχειρηματία της Ρωσίας, που δόξασε και τίμησε και τις δυο του πατρίδες, ως εθνικός ευεργέτης[1].

Στα 1772–27χρονος ο Ιωάννης, καθώς όργωνε την αιγαιοπελαγίσια θάλασσα, με το τρίτο καράβι του, το «βρίκιον»[2] – γεννιόταν στην Πάτμο ένα άλλο παιδόπουλο, ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1851)· που, στα είκοσί του, πήρε των ομματιών του να ξενιτευτεί, για να ζήσει καλύτερα. Σμύρνη, Τεργέστη αρχικά, στην Οδησσό αργότερα (1810)[3] και σε πολλές πολλές άλλες πόλεις στη συνέχεια. Πρωταγωνίστησε στη Φιλική Εταιρία, αλλά έμεινε ξεθωριασμένη η δράση του, στο περιθώριο θα ’λεγα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Θεατρική παράσταση – «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος» της Σοφίας Καψούρου


 

Η βραβευμένη με το Διεθνές Βραβείο Θεάτρου της  Ανατολίας, Σοφία Καψούρου παρουσιάζει την Κυριακή 21 Ιουλίου 2024, στον προαύλιο χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης Παράρτημα Ναυπλίου, το θεατρικό μονόλογό της «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος».

Στην Πανσέληνο του Ιουλίου, κάτω από το φως του φεγγαριού, οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν μία μοναδική θεατρική εμπειρία.  Ένα ταξίδι στον χρόνο, όπου το σήμερα θα συνομιλήσει με τα χρόνια του αγώνα του ’21 και η πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους θα ζωντανέψει ξανά μέσα από τη ζωή της Ζωής Διαμάντως Διμισκή, μητέρας του αρχιστράτηγου Γεώργιου Καραϊσκάκη. Ένα αντιπολεμικό έργο σε καιρό πολέμου. Ένα έργο ύμνος στη γυναίκα και την ελευθερία της.

 

Καραϊσκάκενα, o Θρύλος

 

Ο αντισυμβατικός και σαρωτικός μονόλογος της Σοφίας Καψούρου «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά, με την ίδια στον ρόλο της Καραϊσκάκενας, εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Γυναικών  Θεατρικών Συγγραφέων των Τουρκικών Κρατικών Θεάτρων τον Νοέμβριο του 2023 και παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στην εμβληματική σκηνή Üsküdar Tekel Stage του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, αποτελώντας μία σημαντική και ιστορική στιγμή για τις δύο γειτονικές χώρες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »