Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

«AN HPXIZE ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΟΥΣ…» – Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμού και η Ελληνική Επανάσταση – Αλέξης Πολίτης. «Ο Ερανιστής», τόμος 26, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2007. 


 

 

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).  Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.  αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα νέα της εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έφτασαν στο Παρίσι γύρω στα μέσα του Απρίλη· λίγο αργότερα μαθεύτηκε και το επαναστατικό ξέσπασμα στον Μοριά. «Χαίρω χαράν δεν εμπορείς να φαντασθής πόσην», έγραφε στον συμπατριώτη του Βλαστό ο Κοραής στις 25 Μαΐου· επιδοκιμάζει το ότι τ’ αδέλφια του Βλαστού έτρεξαν «εις βοήθειαν της προσκαλούσης πατρίδος», κι αμέσως ύστερα προσθέτει: «Εί­κοσι έτη ηλικίας ολιγότερα αν είχα, ούτε θεοί ούτε δαίμονες ήθελον μ’ εμποδίσει» – να κατέβει δηλαδή κι αυτός στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στο ίδιο όμως γράμμα, κοντά στον ενθουσιασμό προσθέτει και τους δισταγμούς του: «Να κρημνίση τις οικοδομήν μεγάλη σοφία δεν χρειά­ζεται»… «Η μεγάλη και τρομερά δυσκολία είναι εις την ανοικοδομήν, ήτις χρειάζεται αρχιτέκτονας Αριστείδας και τοιούτους άλλους οποίος ήτον ο Αριστείδης, και οποίον δεν βλέπω ακόμη κανένα εις το γένος. Αντί των τοιούτων έχομεν πολλούς ημισόφους, πολλούς σχολαστικούς, οι οποίοι αν επιθυμήσωσι να γενώσι δημαγωγοί και δημοκόποι εις λαόν ακόμη απαίδευτον», και τα λοιπά. Ενάμιση μήνα αργότερα, μέσα Ιουλίου, δια­τύπωνε με πιο μεγάλη σαφήνεια τί τον φόβιζε: «Ουδεμία αμφιβολία ότι το θηρίον πνέει τα λοίσθια· ουδεμία αμφιβολία ότι η Ελλάς μέλλει να ελευθερωθή απ’ αυτόν· αλλά φοβούμαι μη αγοράσωμεν την ελευθερίαν υπερβολικά. Με θλίβει ακόμα και ο λογισμός μη οι καλοί σου Ρ.», οι Ρώ­σοι δηλαδή, «μη μας έβαλαν εμπρός να δαμάσωμεν πρώτοι ημείς το θη­ρίον, διά να δώσωσι έπειτα εις αυτό την τελευταίαν πληγήν αυτοί». Τις τελευταίες μέρες του 1821 εξομολογιόταν στον αγαπημένο του Ιάκωβο Ρώτα: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα»… «Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθήν ωριμώτεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέρους, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντων εις την Ευρώπην νέων».

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, ο γέροντας έκλεινε τα εβδομηντατρία του. Ζούσε στο Παρίσι από τα 1788· η Γαλλική Επανάσταση τον είχε κάνει να σκιρτήσει από ελπίδες για το ανθρώπινο γένος, ενώ παράλληλα παρατη­ρούσε μ’ ενθουσιασμό τα σημάδια της αλλαγής που έφταναν από την Ελλάδα. «Όλα ταύτα είναι σημεία αναντίρρητα ότι εξύπνησε τέλος πά­ντων η ταλαίπωρος Ελλάς· και η εξύπνισις αύτη προετοιμάζει αναγκαίως και την μέλλουσαν ελευθερίαν της», έγραφε στα 1814· λίγους μήνες αρ­γότερα πρόσθετε: «Δεν έμεινεν αμφιβολία»… «ότι έφθασε και των Γραι­κών ο καλός καιρός· και έφθασε με τόσην ορμήν ώστε καμία δύναμις αν­θρώπινος δεν είναι πλέον καλή να μας οπισθοποδίση».

Ωστόσο δεν περίμενε πως η αλλαγή θα ερχόταν τόσο σύντομα· ούτε καν το ήθελε καλά-καλά: «ήρχισα να φοβούμαι», έγραφε τον Ιούλιο του 1818, «όχι μη φωτισθή το γένος, αλλά μη, πριν αποκτήση φώτα αρκετά, κεφαλαί τινες ενθουσιαστικαί επιχειρήσωσι προ του πρέποντος καιρού την συντριβήν του ζυγού».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Αλέξη Πολίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αν ήρχιζε μετά είκοσι χρόνους…. Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμου και η Ελληνική Επανάσταση

 

Read Full Post »

Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;) – Ποταμός Αργολίδας


 

Ένας ποτάμιος θεός

 

Θύμα κι αυτός της οργής του Ποσειδώνα, έχασε τα νερά του (Βλ. π. Ίναχος) τα οποία όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς, αλλά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αργείων έτρεχαν υπόγεια και ο κόσμος τα άκουγε κάτω από το ιερό του ποταμού στο Άργος [1]. Αυτό το ιερό πρέπει να βρισκόταν Β.Α. του θεάτρου και απέναντι από τις δύο χτισμένες στο βράχο καμαροσκεπείς δεξαμενές του Νυμφαίου στο Άργος, όπου κατέληγε το Υδραγωγείο. Ένας πώρινος τοίχος, παράλληλος στο Νυμφαίο [2], με κατεύθυνση δηλαδή από Βορρά προς Νότον, θεωρήθηκε ότι ανήκε στο ιερό του ποταμού. Πάνω του υπήρχε πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας, θεωρούμενη έργο των κυκλώπων. Ο Αιλιανός [3] γράφει ότι ο Κηφισός του Άργους, απεικονιζόταν με τη μορφή βοδιού. Είναι πιθανό να επρόκειτο για αξιόλογο ρέμα, που ή ευεργετούσε ή προκαλούσε καταστροφές.

 

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Ο Στράβων [4] είναι αυτός που μας δίνει ένα στοιχείο, για να βρούμε ποιος ήταν ο Κηφισός, λέγοντας ότι έχει τις πηγές στο Λύρκειο. Ο ερχομός του ποταμού από το Λύρκειο δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτός πρέπει να είναι το Λύρκειον ύδωρ που είδαμε στον Ίναχο. Ένας ποταμός που υδροδοτούσε μια τόσο σημαντική πόλη, θα είχε και την ανάλογη παρουσία στην αρχαία ποίηση, που δεν διασώθηκε, αλλά που από αυτή άντλησαν οι μεταγενέστεροι Λατίνοι. Αυτό υποδεικνύει και η παρακάτω αναφορά του Στάτιου, από την οποία επιπροσθέτως, σαφώς προκύπτει ότι Ίναχος και Λύρκειος είναι δυο διαφορετικοί ποταμοί:

 

Αλλά πιο δυνατή καταφθάνει η Δωρική παράταξη,

πρόσφατα οπλισμένη,

αυτοί που τ’ αναρίθμητ’ άροτρά της,

όργωναν τις όχθες σου, Λύρκειε και τις ακτές σου Ίναχε…[5]

 

Ο ποταμός σήμερα

 

Από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου, πηγάζει ένα ρέμα, το οποίο μετά από σύντομο ρου παράλληλα στον κυρίως Ίναχο, δέχεται τα νερά του χωριού Δούκα βρύση, που προέρχονται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και στη συνέχεια ενισχύεται από τις πηγές της Τσιρίστρας, που τροφοδοτούνται από το βουνό Φαρμακάς και ενώνεται με τον Ίναχο στο χωριό Στέρνα. Εδώ παλιότερα κινούσε υδρόμυλους.

Στην Τσιρίστρα υπάρχουν άφθονα νερά από υπόγειες λίμνες και σπήλαια, καθώς και λείψανα ρωμαϊκού υδραγωγείου, φτιαγμένου από τον Αδριανό, μήκους πάνω από 30 χιλιόμετρα, που οδηγούσε στο Νυμφαίο του Άργους και από εκεί με αγωγούς στην πόλη. Τα νερά αυτά, καθώς και αυτά του Ερασίνου, έδωσαν στους Αργείτες τη δυνατότητα να κοσμήσουν την πόλη με κρήνες και θέρμες. Ίχνη του ίδιου υδραγωγείου, που στερούσε τον Κηφισό από ένα μέρος των νερών του, συναντάμε και στη Στέρνα όπου και μεγάλη δεξαμενή υστερορωμαΐκών χρόνων. Το ίδιο υδραγωγείο ίσως έφερνε νερό και από το Κεφαλόβρυσο [6]. Απομεινάρια του υπάρχουν και στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης Λάρισσας. Το υδραγωγείο πρέπει να ήταν ένα δύσκολο έργο, αφού έπρεπε – για να φτάσει μέχρι την πόλη – να υπερβεί τις κοίτες των Ινάχου και Χάραδρου. Οι μεγαλομανείς Ρωμαίοι αυτοκράτορες και οι μηχανικοί τους, παρ’ όλο που οι τελευταίοι γνώριζαν την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων, όπως αναφέρεται και από το Βιτρούβιο, προτιμούσαν αντίθετα από τους λιτούς Έλληνες, να γεφυρώνουν με τοξοστοιχίες, πραγματικά αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, τις ρεματιές που συναντούσε ένας αγωγός στην πορεία του, αφήνοντάς μας ίχνη από το πέρασμά τους [7]. Μία ισχυρή ένδειξη ότι οι πηγές που τροφοδοτούσαν το αυλάκι του ανήκαν στον αρχαίο Κηφισό, είναι η ύπαρξη απέναντι από το Νυμφαίο, του ιερού του Κηφισού. Δηλαδή το ιερό βρισκόταν εκεί που κατέληγαν τα νερά του ποταμού. Ειδ’ άλλως, θα ήταν περίεργο να υπάρχει στην πόλη ιερό ενός τόσο απομακρυσμένου ρέματος, τη στιγμή μάλιστα που οι Αργείτες είχαν κοντά τους τον Ίναχο, που ούτως ή άλλως είχαν επίσης θεοποιήσει. Η υδροδότηση της πόλης λύνει και το ερώτημα της θεοποίησής του.

Σήμερα, ο άλλοτε ποτάμιος θεός είναι μια ανώνυμη τάφρος, αφού οι πηγές του δεσμεύονται για τις ανάγκες των γύρω χωριών. Διαρρέει ορεινή θαμνοσκεπή περιοχή, τροφοδοτούμενος από ρεματιές που κατηφορίζουν από τα βουνά Φαρμακάς και Γούπατο (Λύρκειο).

 

Κηφισός, όνομα ποταμών

 

Το όνομα Κηφισός είναι πολύ διαδεδομένο στους ελληνικούς ποταμούς. Στον Αργολικό αναφερόταν και ο Πολέμων  [8], στο χαμένο έργο του Περί ποταμών, συναριθμώντας τον με άλλους Κηφισούς. Ο Στράβων τους απαριθμεί αντλώντας από τον Απολλόδωρο: Κηφισσοί υπάρχουν στη Φωκίδα [9], στην Αθήνα, στη Σαλαμίνα, τέταρτος και πέμπτος στη Σικυώνα και στη Σκύρο, έκτος στο Άργος, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στην Απολλωνία [10] πάλι, κοντά στην Επίδαμνο, υπάρχει πηγή κοντά στο γυμναστήριο, που τη λένε Κηφισό. Υπάρχει όμως άλλος ένας που ο γεωγράφος παραλείπει: ο Θριάσιος Κηφισός της Ελευσίνας [11]. Μάλιστα, τουλάχιστον ένας ακόμη από αυτούς, ο Κηφισός της Αττικής, ήταν κι αυτός Θεός. Προς τιμήν των ποταμών αυτών, έχουμε και τα ανθρώπινα ονόματα Κηφησίων, Κηφίσιος, Κηφισόδωρος, Κηφισοφών και Κηφισόδοτος.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Υποσημειώσεις 


[1] Παυσανίας, 2, 20, 6-7.

[2] «Bulletine de Correspondance Hellenique-1958» σελ. 527. Μνημειώδης κρήνη αφιερωμένη στις νύμφες. Τα νυμφαία ακολουθούσαν την αρχιτεκτονική των θεατρικών σκηνών και ήταν συγχρόνως δεξαμενές νερού, ιερά, τόποι συνάντησης και αναψυχής.

[3] «Ποικίλη Ιστορία» 2,33.

[4] 9, 424.

[5] «Θηβαΐς», IV, 116.

[6] Bulletin de Correspondance Hellenique, 1958 σελ. 555.

[7] Η εναλλακτική λύση των υπονόμων, απαιτούσε σωλήνες από χαλκό ή μόλυβδο που θα μπορούσαν να αντέξουν στις μεγάλες πιέσεις, αλλά οι Ρωμαίοι στερούντο επαρκούς εμπειρίας στην τήξη των μετάλλων, για τέτοιες κατασκευές. Τα υδραγωγεία κατέληγαν σε ψηλές δεξαμενές-πύργους-και από εκεί το νερό διανεμόταν στην πόλη.

[8] Aπ. 81 Pr. Schol. Eur. Med. 835.

[9] Ο γνωστότερος ως βοιωτικός Κηφισός, ή Μαυρονέρι (Παυσανίας 9, 24, 1).

[10] Στην Ιλλυρία, στη νότιο Αλβανία.

[11] Παυσανίας, 1, 38, 5. Σήμερα Σαρανταπόταμος.

 

Read Full Post »

Ίναχος (Καρμάνωρ, Αλιάκμων, Πάνιτσα) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«ορεσσιγόνοισι νύμφαις κρηνιάσιν κυδραίσι θεαίσιν αγείρω Ινάχου

Αργείου ποταμού παισίν βιοδώροις»

         Αισχύλου «Ξάντριαι»

 

Στα μισά της διαδρομής από το Κουτσοπόδι στο Άργος, ο δρόμος διασταυρώνεται με τη σχεδόν μόνιμα ξερή, χωμάτινη και στενή κοίτη ενός χειμάρρου, που δεν είναι άλλος από τον παλαίφατο Ίναχο. Ο Παυσανίας, περιγράφοντας τη διαδρομή Μυκηνών – Άργους, συνάντησε τον ποταμό κάπου εδώ κοντά, ανάμεσα σε ιερό της Δήμητρας και βωμό του Ηλίου [1]. Ο σημερινός ταξιδιώτης πρέπει να διαθέτει πολύ δυνατή φαντασία, για να υποψιασθεί τι κρύβεται πίσω από το ταπεινό αυτό υδάτινο λίκνο. Ίσως γι αυτό ο Λουκιανός θεώρησε τον Ίναχο ένα καλό παράδειγμα πεθαμένου ποταμού. Συγκεκριμένα παρουσιάζει τον Ερμή μιλώντας στο Χάροντα να λέει: Αποθνήσκουσι γάρ ώ πορθμεύ και πόλεις ώσπερ άνθρωποι και το παραδοξότατον και ποταμοί όλοι. Ινάχου γούν ουδέ τάφος έτι εν Άργει καταλείπεται[2]. Ο Γεωγράφος και Ιστορικός μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος (1661-1714), στη «Γεωγραφία» του, διστάζει να δεχτεί ότι αυτός είναι ο πολυθρύλητος ποταμός: Λέγουσι τινές να είναι το ποτάμι του Άργους, αλλ’ αυτό είναι χείμαρρος και όχι ποτάμι, όθεν κρείττον φαίνεται να είναι ο Μαστός [3]. Ο Άγγλος περιηγητής Mure που τον διάβηκε κι αυτός στην ίδια περιοχή σχολιάζει: Αυτός είναι ο περίφημος Ίναχος, τώρα Μπάνιτσα, ένα μικρό ρέμα με λασπώδες νερό, περιορισμένο ανάμεσα σε δυο χαμηλές χαλικώδεις όχθες.

 

Γενάρχης ποταμός

 

«επόμενος στη σειρά φαίνεται ο πατέρας Ίναχος

γέρνοντας αριστερά πάνω στο ανάχωμα καλαμώδους όχθης

κι αφήνοντας την νερόγεμη στάμνα να τρέχει ελεύθερα»

Στάτιου «Θηβαΐς» VI, 275.

 

Κατά μία εκδοχή της αρχαίας παράδοσης, ο Ίναχος ήταν άνθρωπος, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτός βρήκε μια πηγή και διοχέτευσε τα νερά της στο κανάλι που μόνος του άνοιξε [4]. Γιος του ποταμού Ινάχου από την Ωκεανίδα Μελία ή από την Αργία, ήταν ο Φορωνέας, ο πρώτος βασιλιάς πάνω στη Γη και στην Αργολίδα, ευεργέτης των ανθρώπων, τους οποίους δίδαξε να κατοικούν σε πόλεις. Έτσι ο ποταμός εμφανίζεται Γενάρχης των Αργείων και της πανάρχαιης δυναστείας των Ιναχιδών, που βασίλεψαν στους πρώτους κατοίκους της χώρας τους Πελασγούς.

Λέγεται Φορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ίναχον δε,

ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν, πατέρα είναι Φορωνεί.

 

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος - 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

Ωκεανός και Τηθύς. Ρωμαϊκό μωσαϊκό, ζεύγμα της Συρίας, 1ος – 2ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Gaziantep, Τουρκία.

 

Mερικοί [5] όμως θεωρούν τον ίδιο τον Ίναχο, πρώτο βασιλιά του Άργους, αρχαιότερο του πανάρχαιου Ωγύγου, μυθολογούμενου ιδρυτή των Θηβών της Αιγύπτου, ή της Ελευσίνας, ή πρώτου κάτοικου της Βοιωτίας [6]. O Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ίναχος κατέβασε τους πρώτους ανθρώπους από τα βουνά στις πεδιάδες. Αυτό φαίνεται πιθανότερο, αφού ανταποκρίνεται στη βιωματική σχέση της χώρας με τον ποταμό της. Bασιλιάς ή όχι, ο Ίναχος γέννησε πολλούς απογόνους. Εκτός από τον Φορωνέα, «η γενιά του αρχαίου Ίναχου» [7], περιλαμβάνει και άλλα παιδιά του, τη διασημότατη Ιώ, τη Μυκήνη [8], την Ισμήνη, τον Αιγιαλέα [9], τον Άργο[10], τον Πελασγό, τον Φηγέα [11] και τον Κάσο [12]. Φαίνεται πως οι κόρες του φημολογούνταν όμορφες, αν κρίνουμε από το γεγονός πως ο Προπέρτιος τις χρησιμοποιεί ως πρότυπα κάλλους, προκειμένου να επαινέσει την καλλονή της ερωμένης ενός φίλου του:

 Είναι τα θέλγητρά της ακόμη ανώτερα

από αυτά των θυγατέρων του Ινάχου[13].

 

Χρονολογικά ο Ίναχος θεωρείτο σύγχρονος του ιδρυτή των Ελευσινίων μυστηρίων Ευμόλπου [14] και αναφέρεται ότι επί της εποχής του, έγινε η υπό τον Μωυσή έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο Απίων [15], θεωρώντας τον Αργείο βασιλιά σύγχρονο του φαραώ Άμωσι ή Άχμωσι, που έζησε τον 16ο π.Χ. αιώνα «κατά τον Αργείον γενόμενος Ίναχον». H ανάδυσή του από τα βάθη της αρχαιότητας κάνει τον Οράτιο να διερωτάται: 

Πες μου πόσο μακριά απ’ τον Ίναχο,

ήταν στα χρόνια ο Κόδρος;[16]

 

Προϊστορικός οικισμός, που ανασκάφτηκε στη δεξιά όχθη του παραπόταμου Χάραδρου ανατολικά του Άργους, αποδόθηκε στη λογιζόμενη από τους αρχαίους ως πρώτη πόλη του κόσμου, το «Φορωνικό Άστυ». Μάλιστα, ο ίδιος ο ποταμός Ίναχος, αποκαλείται από τον Σενέκα «Φορωνικό ποτάμι» [17].

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher  Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical»,  London 1844.

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Η σύνδεση του ποταμού με τη χώρα, τη στενή αλλά και την ευρύτερη, είναι διάχυτη σε πολλούς συγγραφείς και ποιητές. Σε δυο επιγράμματα, του Σιμωνίδη του Κείου [18] και του Νίκανδρου του Κολοφώνιου [19], στα οποία εξυμνείται ο Σπαρτιάτης Οθρυάδης και οι 300 του, που χάρισαν τη νίκη στην πατρίδα τους, το 546 π.Χ. πολεμώντας με τους Αργείους στην Θυρέα, οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Ιναχίδες». Η κόρη του ποταμού Ιώ κατέφυγε στην Αίγυπτο και ο απόγονός της Δαναός ξαναγύρισε στο Άργος και «ώκισε Ινάχου πόλιν». Ο τραγωδός [20] ονομάζει την Αργεία, δια στόματος του αγγελιαφόρου, «γη Ινάχου». Ο φτωχός γεωργός, εκπροσωπώντας τη λαϊκή συνείδηση, λέει: «Της χώρας μου πανάρχαιο Άργος, νερά του Ινάχου..» [21]. Ο Βιργίλιος αποκαλεί το Άργος «Ινάχιο» και μιλάει για τις «πόλεις του Ινάχου» [22]. Ο Μελέτιος, μιλώντας για τις διαδοχικές ονομασίες της Πελοποννήσου, λέει αντλώντας και από το Μέγα Ετυμολογικό [23]: «Αύτη η χερσόννησος εκαλείτο πρότερον Αιγιαλεία από του Αιγιαλέως τού υιού τού Ινάχου και Μελίας της θυγατρός του Ωκεανού». Ο Αιγιαλέας αυτός ονομάτισε και την μετέπειτα Αχαΐα, ενώ στην Σικυώνα λατρευόταν ως ιδρυτής της πόλης. O Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Ιναχία εξηγεί ότι έτσι ονομαζόταν όχι μόνο το Άργος αλλά ολόκληρη η Πελοπόννησος: «από Ινάχου του ποταμού» και ο Νόννος ο Πανοπολίτης λέει: Ο Ίναχος, ο ονομαστός οικιστής της Ινάχιας γης [24].

Αλλά η επιρροή του Ινάχου, επεκτείνεται και στην Ιταλία. Το να αντλεί κάποιος την καταγωγή του από τη γενιά του Ίναχου, ήταν εξόχως τιμητικό, γι αυτό ο Λατίνος ποιητής λέει:

 Αν σύ’σαι πλούσιος

κι απ’τον αρχαίο Ίναχο έρχεσαι,

ή κατοικείς κάτω απ’του ουρανού τη σκέπη

φτωχός και γέννα ταπεινή[25].

 

O Βιργίλιος θεωρεί τον Ίναχο πρόγονο του μυθικού βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, πόλης που ίδρυσε στο Λάτιο, η Δανάη «η Ιναχίδα τ’Ακρίσιου κόρη» [26]:

 Και στον Τύρνο, αν στην πρώτη ρίζα της γενιάς του ανατρέξεις,

τον Ίναχο και τον Ακρίσιο θα βρεις προγόνους[27].

 

Η αίσθηση μιας τέτοιας καταγωγής των Λατίνων ήταν πολύ ισχυρή. Άλλωστε, υπήρχε η αντίληψη πως οι Τυρρηνοί προέρχονται από τους Πελασγούς. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας [28] διασώζει ένα απόσπασμα από το χαμένο δράμα του Σοφοκλή «Ίναχος», όπου ο τραγικός ποιητής έλεγε:

 Γεννήτορα Ίναχε,

γιε του πατέρα των πηγών Ωκεανού,

πρώτε μέσα στου Άργους τους αγρούς

και στους λόφους της Ήρας

και στους Τυρρηνούς Πελασγούς[29].

 

Σε κάποιους όμως αυτή η καταγωγή έφερνε προβλήματα. Ο ερωτοχτυπημένος Προπέρτιος διαμαρτύρεται σε ένα ποίημά του για τις γιορτές της αγνότητας που χώριζαν υποχρεωτικά τους εραστές, γιορτές που θεωρείτο ότι έφερε η Ιώ:

 Καταραμένη ας είναι η λατρεία

που απ’ τις ακτές του Νείλου,

του Ινάχου η κόρη διέδωσε

στης Αυσονίας τις γυναίκες[30].

 

Όλη η πλουσιότατη μυθοπλασία γύρω από τον Ίναχο, της οποίας παρακάτω παραθέτουμε μικρή περίληψη, αποπνέει γεωκεντρικές αντιλήψεις [31]. Ο Γάλλος ταξιδευτής Κινέ επαναλαμβάνει μια παρατήρηση, που έκανε και στην κοιλάδα του Ευρώτα: «Η πεδιάδα, όπως κι οι περισσότερες στην Ελλάδα, είναι σκεπασμένη από βότσαλα. Αυτό η μυθολογία το εξηγούσε με το να θέλει την Αργολίδα να γεννιέται από τον Ίναχο». Ο ποταμός πατέρας [32], ο ποταμός Κριτής, ο ποταμός τροφοδότης. Είναι εντελώς αναμενόμενη η προσωποποίηση και η θεοποίηση του μεγαλύτερου σε μήκος και εύρος ποταμού της Αργολίδας, αφού φυσικό είναι να ερέθιζε με την ισχυρή του παρουσία – και σήμερα οι πλημμύρες του είναι καταστροφικές – τη δυσειδαίμονα φαντασία των αρχαίων κατοίκων, πολύ περισσότερο που με τα νερά του συντελούσε στην ευημερία του λαού της και με τις προσχώσεις του στην επέκταση της χώρας. Το πιθανότερο είναι σε απώτερους καιρούς η κοίτη του να ήταν γεμάτη νερό, όπως άλλωστε μαρτυρεί και η παράδοση, αλλά η βαθμιαία αποψίλωση του Αρτεμισίου, του βουνού της θεάς των δασών, και του Λύρκειου [33] επέφεραν μοιραία και την υποβάθμισή του σε χείμαρρο.

Είναι αναμενόμενο τους προληπτικούς και διψασμένους κατοίκους της Αργείας, να ταλάνιζε το ερώτημα, πώς γινόταν ένας τέτοιου μεγέθους ποταμός, που κατέβαινε από τα αργολικά βουνά να μην έχει νερό, όταν άλλοι γειτονικοί του πολύ μικρότεροι (Ερασίνος, Αμυμώνη, Ποντίνος, Ελευθέριος) είχαν; Ποιος άλλος λοιπόν από τον κύριο των υδάτων, ή από τον πατέρα των θεών θα μπορούσε να τον είχε ξεράνει; Οι βάσεις του μύθου είχαν ήδη στηθεί…

 

 

Γιατί ο Ίναχος είναι ξερός. Το δράμα της Ιούς.

 

Φαίνεται ότι αντίθετα με τα άλλα ποτάμια που γενικά στην αρχαιότητα είχαν νερό, ο Ίναχος ήταν ξερός, αφού είχε την ατυχία να είναι διαιτητής μαζί με τους Αργολικούς ποταμίσκους Αστερίωνα και Κηφισό, στη διαμάχη ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα για την κατοχή της χώρας [34]. Η απονομή του επάθλου στην πρώτη εξόργισε το θεό της θάλασσας, που «επεί λάχεν Ίναχον Ήρη» [35], εξαφάνισε τα νερά τους. Γι αυτό ο Απουλήιος εμφανίζει την Ψυχή να λέει στην Ήρα μπρος στον βωμό της: …τα ποτάμια του ρέματος του Ινάχου τιμάνε σε, που κυβερνάς τα φημισμένα τείχη του Άργους [36]. Άλλοι αποδίδουν την ανυδρία του Ίναχου στον πατέρα των Θεών, που τον ξέρανε επειδή ο ποταμός τον καταριόταν γιατί του έκλεψε την κόρη Ιώ: έστι πόλις, κλυτόν Άργος…ένθα δε κούρην θηλυτόκοις έσπειρε γοναίς ευπάρθενον ανήρ Ίναχος, Ιναχίης ονομάκλητος αυτός αρούρης, νηοπόλος… [37]. Ο Ψευδοπλούταρχος πάλι, επικαλείται τον Αγαθοκλή τον Μιλήσιο [38] και ισχυρίζεται ότι ο ποταμός ξεράθηκε κεραυνωμένος από τον Δία.

Πάνω σε αυτό υπάρχει και η παραλλαγή ότι ο Ζεύς, θυμωμένος από τις διαμαρτυρίες του πατέρα, έστειλε την Ερινύα Τισιφόνη να σπρώξει τον άντρα Ίναχο στον αργολικό ποταμό Αλιάκμονα, ο οποίος από τότε πήρε το όνομα του πνιγμένου.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher  Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Άλλοι πάλι κατηγορούν την απατημένη Ήρα, την «άγρια του Δία σύζυγο» [39]. Ο Δίας, για να ευχαριστήσει την Ιώ, είχε γεμίσει τον ποτάμιο πατέρα της με νερό τόσο, που έδωσε πλούσια σοδιά στην Αργολική γη. Η ζηλότυπη θεά όμως οργισμένη ξέρανε τον Ίναχο για να εκδικηθεί την αντεράστριά της. Επιπλέον η εκδικητική θεά, μεταμόρφωσε την «Ινάχου ροδοδάκτυλα κόρα» [40] σε δαμάλα και εξαπέλυσε στο κατόπι της μια φοβερή αλογόμυγα, που καταδίωξε την οιστρόπληχτη παρθένα από την Μικρά Ασία μέχρι την Αίγυπτο. Η απεγνωσμένη διέλευσή της από το στενό πέρασμα που ενώνει την Μαιώτιδα λίμνη με τον Εύξεινο, εκεί που κατοικούσαν οι Κιμμέριοι, έδωσε στον πορθμό το όνομα του «βοός πόρου Ιναχιώνης» [41]. Την ίδια ετυμολογία, διεκδικεί και ο Βόσπορος της Κωνσταντινούπολης. Νύξη γι’ αυτό κάνει ένα αδέσποτο Ελληνικό επίγραμμα, μιλώντας εξ ονόματος της αγελάδας που ήταν στημένη στην ασιατική όχθη της Χρυσούπολης, απέναντι από την Πόλη και διευκρινίζοντας:

 

Δεν είμαι της Ιναχίδας δαμάλας η εικόνα,

ούτε από μένα ονομάζεται Βοσπόριο

το πέλαγος που μ’αντικρύζει[42].

 

Το δράμα της «αγελάδας του Ινάχου» [43] συγκίνησε τους ποιητές. Έτσι ο Σοφοκλής αποκαλεί το Άργος: τον τόπο της παράφορης του Ινάχου κόρης [44]. Ο Οβίδιος μιλάει για την «Ιναχίδα αγελάδα» [45] και αλλού περιγράφει τον σπαραγμό του ποταμού, εξ αιτίας του οποίου ήταν ο μόνος από τα ποτάμια [46] που δεν μπόρεσε να παρηγορήσει το θεσσαλικό Πηνειό, για την απώλεια και της κόρης του τελευταίου, που μεταμορφώθηκε σε δάφνη, που άλλοι τη θέλουν θυγατέρα του αρκαδικού ποταμού Λάδωνα. Αυτός είναι ένας μύθος που φούντωσε τη φαντασία πολλών δυτικών ζωγράφων, στα πλαίσια του ρεύματος του «αρκαδισμού».

 

Κρυμμένος στην πιο βαθειά σπηλιά, δυναμώνει τα νερά του με δάκρυα, και σε ακραία αθλιότητα θρηνεί την κόρη του Ιώ σαν χαμένη. Δεν ξέρει αν αυτή ζει ακόμη, ή αν είναι μεταξύ των σκιών. Αλλά αφού δεν μπορεί να την βρει πουθενά, πιστεύει ότι πουθενά δεν βρίσκεται, και η ανήσυχη ψυχή του βλέπει τα πράγματα χειρότερα κι από τον θάνατο.

 

Ο Αισχύλος εξιστορεί πως κυνηγημένο το «Ινάχειον σπέρμα» έφτασε μέχρι τον Καύκασο, όπου διηγείται τα παθήματά της στο μαρτυρικό Προμηθέα, που τη δέχεται με συμπόνια:

 

Πώς μπορώ να μην ακούσω

την τρελαμένη από οίστρο κόρη του Ινάχου,

που την καρδιά του Δία φλόγισε με έρωτα

και τώρα από την βαριά της Ήρας έχθρα,

τρέχει σ’ ατέλειωτους δρόμους;

 

Στο ίδιο έργο η δύστυχη Ιώ διηγείται πως ο Ίναχος εκβιάστηκε με χρησμό θεϊκό να διώξει ο ίδιος το παιδί του:

 

Τέλος στον Ίναχο χρησμός καθάριος ήρθε,

λέγοντας και προστάζοντάς τον,

αλάργα απ’ τα παλάτια και τη χώρα να μ’ αποδιώξει [47].

 

 

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [48] εμφανίζει τον Ίναχο να μην υποτάσσεται στη μοίρα του, αλλά να στέλνει τον εξέχοντα αξιωματούχο Κύρνο, επικεφαλής στόλου, με την εντολή να ψάξει παντού, για να βρει τη χαμένη Ιώ.

Ο Οβίδιος[49] περιγράφει με πολύ συναίσθημα το δράμα της Ιναχίδας:

 

Ήλθε επίσης στην όχθη του ποτάμιου πατέρα της, όπου συνήθιζε να παίζει, αλλά όταν είδε να καθρεπτίζονται στα νερά τα χαίνοντα σαγόνια της και τα φυτρωμένα κέρατά της, έτρεξε τρομοκρατημένη με τον εαυτό της. Οι Ναϊάδες αδελφές της δεν ξέρανε ποια ήτανε, ούτε ακόμα ο πατέρας της ο ίδιος o Ίναχος. Αλλά τον ακολούθησε αυτόν και τις αδελφές της και πρόσφερε τον εαυτό της σε χάδια και θαυμασμό. Ο γερο- Ίναχος ξερίζωσε λίγο γρασίδι και της πρόσφερε. Αυτή έγλειψε τα χέρια του πατέρα της και προσπάθησε να τα φιλήσει…

 

Ο Λουκιανός αναφέρεται στην Ιώ, στο διάλογο Νότου και Ζέφυρου: Ναι, ω Νότε, ου δάμαλις δε τότε, αλλά παις ην του ποταμού Ινάχου [50]. Ο Παρθένιος διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους, εισάγοντας μια λογική εκδοχή, όπου εμφανίζεται η Ιώ να πέφτει θύμα απαγωγής ληστών και ο πατέρας της Ίναχος να στέλνει άντρες για να τη βρουν, ανάμεσά τους και το Λύρκο του Φορωνέα [51]. Ο Παλαίφατος εμφανίζει την Ιώ ιέρεια της Ήρας να μένει έγκυος και να δραπετεύει στην Αίγυπτο με τη βοήθεια εμπόρων [52].

Κατά τον Ηρόδοτο [53], οι Πέρσες ιστορικοί εξηγούσαν την εχθρότητα των βαρβάρων με τους Έλληνες, με το να αποδίδουν στους Φοίνικες την απαγωγή της Ιούς κόρης του Ινάχου από το Άργος. Οι Ασιάτες έμποροι, αφού είχαν ξεπουλήσει την πραμάτεια τους, άρπαξαν με τη βία την κόρη του βασιλιά που κατέβηκε στην παραλία του Άργους. Οι Έλληνες ανταπάντησαν με την αρπαγή της Ευρώπης, κόρης του βασιλιά της Τύρου, και την Μήδεια της Κολχίδας. Ο Πάρις της Τροίας θεώρησε σωστό να απαγάγει την Ελένη. Οι Φοίνικες, συνεχίζει ο πατέρας της Ιστορίας, ισχυρίζονται πως η μετάβαση της Ιούς στην Αίγυπτο έγινε εκούσια, επειδή είχε μείνει έγκυος με τον πλοίαρχο του Φοινικικού καραβιού. Ο Έφορος [54], πάλι, λέει πως η Ιώ αρπάχτηκε από τους Φοίνικες και μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Ο βασιλιάς της χώρας, αντί να στείλει την κόρη στον Ίναχο, του έστειλε έναν ταύρο. Σίγουρα όλες αυτές οι μυθολογικές απαγωγές γυναικών, είτε έχουν κάποια επαφή με την πραγματικότητα, είτε επινοήθηκαν για να εξηγήσουν γεγονότα που είχαν συμβεί. Ο μύθος πάντως της Ιούς εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές, που όλες τους αποδίδουν σημαντικούς συμβολισμούς. Η Ιώ άφησε τα χνάρια της στην Αίγυπτο, αφού η θεά Ίσις ταυτιζόταν από τους Έλληνες μαζί της. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι αυτό που αναφέρει ο Ηρόδοτος [55], πως δηλαδή η θεά παρίσταται ως γυναίκα με κέρατα αγελάδας, όπως και η Ιώ. Έτσι ο Καλλίμαχος μιλάει για «Ιναχία Ίσιδα» [56].

 

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων  αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία - Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία – Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

 

Το παραμύθι της Ιούς αναπαραστάθηκε σε θρόνους και, αν πιστέψουμε τους ποιητές, σε ασπίδες και πανέρια: Ο Μόσχος ισχυρίζεται πως στο χρυσό πανέρι της Ευρώπης απεικονιζόταν «χρυσοίο τετυγμένη Ιναχίς Ιώ» [57]. Ο Παυσανίας περιγράφει το θρόνο του Αμυκλαίου Απόλλωνα, έργο του Βαθυκλή από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Ανάμεσα στις άλλες παραστάσεις υπάρχει και μια, όπου η Ήρα κοιτάζει: «προς Ιώ την Ινάχου βουν ήδη ούσαν» [58]. Ο ίδιος, αναφερόμενος στα εικαστικά έργα της Αθηναϊκής Ακρόπολης, επισημαίνει έργο του Δεινομένη «Ιώ την Ινάχου» [59]. Ανάλογη ήταν και η ζωγραφιά του Νικίου, που αναφέρεται από τον Πλίνιο [60]. O Bιργίλιος περιγράφει την ασπίδα του βασιλιά της Αρδέας Τούρνου, αρχηγού των Ρουτούλων, που τον σκότωσε ο Ανείας σε μονομαχία:

 

Την γυαλιστερή ασπίδα του στόλιζε χρυσαφένια η Ιώ

μ’ανορθωμένα κέρατα δασύτριχη πια, δαμάλα πια,

κι ο φύλακας της παρθένας Άργος κι ο πατέρας της Ίναχος,

χύνοντας ποτάμι από πλουμιστή στάμνα[61].

 

Ο αναφερόμενος εδώ Άργος, είναι ο πανόπτης μυριωπός γίγαντας φρουρός της αγελάδας, εντεταλμένος από την Ήρα να την παρακολουθεί, χάνοντας όμως τη ζωή του από τον Διόσταλτο Ερμή, «γύρω απ’ του Ινάχου τα νερά»[62].

Οι Βυζαντινοί λόγιοι γνώριζαν για την Ιώ. Ο Νικηφόρος Βασιλάκης αναφέρεται στην Ήρα που «μεταμόρφωσε την κόρη του Ινάχου σε αγελάδα» [63]. Ο Ιωάννης Μαλάλας, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη εκδοχή. Ο Ίναχος, γιος του Ιαπετού και βασιλιάς του Άργους, ίδρυσε την Ιώπολη και ονόμασε την κόρη του Ιώ, για να τιμήσει την σελήνη, που λατρευόταν στο Άργος με το όνομα αυτό. Ο βασιλιάς της Δύσης Ζευς Πίκος άρπαξε την κόρη και τη βίασε, με αποτέλεσμα να γεννηθεί η Λιβύη. Η Ιώ δραπέτευσε στην Αίγυπτο και στη Συρία, όπου πέθανε από μαρασμό. Ο Ίναχος έστειλε τα αδέλφια της Ιούς να τη βρούνε. Ψάχνοντας συνάντησαν στο βουνό Σίλπιο το φάντασμα μιας αγελάδας, που τους αποκαλύφθηκε ως Ιώ. Τότε αυτοί ίδρυσαν εκεί μια άλλη Ιώπολη, η οποία αργότερα ονομάστηκε Αντιόχεια. Ο ίδιος αναφέρει πως οι φιλόσοφοι της εποχής του Πλάτωνα θεωρούσαν τη μεταμορφωμένη σε δαμάλα Ιώ ως ένα από τα παραδείγματα μετεμψύχωσης [64].

Ο απόηχος της περιπέτειας της Ιούς έφτασε στον αιώνα μας, για να εμπνεύσει τον μεγάλο Αλεξανδρινό, που εξυμνώντας την Αντιόχεια του Ορόντη, θεωρεί ύψιστο καύχημα για την πόλη, την καταγωγή της από τον Ίναχο:

 

Μα πιο πολύ ασυγκρίτως απ’όλα,

η Αντιόχεια καυχιέται

που είναι πόλις παλαιόθεν Ελληνίς,

του Άργους συγγενής:

από την Ιώνη που ιδρύθη υπό Αργείων αποίκων

προς τιμήν της κόρης του Ινάχου[65].

 

Από πού έρχεται ο ποταμός

 

Οι πηγές του Ίναχου ερέθισαν τη φαντασία των αρχαίων. Οι Αργείτες πίστευαν ότι ο ποταμός τους ήταν προέκταση του ομώνυμου παραπόταμου του Αχελώου στην Αθαμανία [66], που περνώντας κάτω από τη θάλασσα έβγαινε στην Αργολίδα. Με το όνομα Ίναχος αναγνωρίζεται σήμερα δεξιός παραπόταμος του Αχελώου, γνωστός και ως Μπιζάκος ή Ψάκος, που διασχίζει την αρχαία Αγραΐδα [67], Β.Α. της Αμφιλοχίας, προερχόμενος από την Αθαμανία. Ο Σοφοκλής γράφει σχετικά:

 

Ρέει από της Πίνδου τα ύψη

και από τους Περραιβούς του Λάκμου[68],

σε Αμφιλοχία και σε Ακαρνανία,

σμίγοντας τα νερά του με του Αχελώου,

από κει φτάνει το κύμα

στο Άργος, στους ανθρώπους του Λύρκειου[69].

 

Ο Στράβων [70] τα καταγράφει, αλλά δεν τα πιστεύει: τον εν τοις Αμφιλόχοις Ίναχον εκ του Λάκμου ρέοντα, έτερον είναι του Αργολικού. Χαρακτηρίζει τα σχετικά με τις πηγές επινοήσεις ποιητών. Ο Εκαταίος επίσης, θεωρούσε πως ο Ίναχος του Λάκμου είναι διαφορετικός από τον ποταμό του Άργους [71]. Στον Εκαταίο παραπέμπει και ο Στ. Βυζάντιος στο λήμμα Λάκμων: άκρα του Πίνδου όρους, εξ ης ο Ίναχος και Αίας ρέει ποταμός ως Εκαταίος εν πρώτω.

Τέτοιες υποθαλάσσιες διαδρομές ποταμών, καθόλου ασυνήθιστες στη Μυθολογία μας [72], υποδηλώνουν συνήθως σχέσεις και μετακινήσεις ανάμεσα στους λαούς των περιοχών. Ο Wordsworth σχολιάζει: Οι Έλληνες ποιητές απολάμβαναν να ενώνουν μακρινές περιοχές μεταξύ τους με τη βοήθεια ποταμών και που επομένως δεν δίσταζαν να δίνουν σ’ αυτές τη διαδρομή, που ήταν κατάλληλη για ένα τέτοιο σκοπό… Το Άργος της Αμφιλοχίας κατοικήθηκε και πήρε το όνομά του από το Άργος της Πελοποννήσου. Πράγματι, μια ερμηνεία για τη συνωνυμία των δύο ποταμών, είναι η – κατά μία παράδοση – μετακόμιση του μάντη Αμφίλοχου, ήρωα του Τρωϊκού πολέμου από το Άργος, στην περιοχή της σημερινής Αμφιλοχίας, όπου ίδρυσε το Αμφιλοχικό Άργος, οπότε τι φυσικότερο; ονόμασε Ίναχο τον τοπικό ποταμό. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζει ο Στράβων, αποδίδοντάς την στον Εκαταίο. Αλλά και ο Έφορος [73] φέρεται από τον Στράβωνα να υπο-στηρίζει πως ο Ίναχος του Αχελώου ονομάστηκε από τον ποταμό του Άργους. Η πράξη αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στους αρχαίους αποίκους, που η νοσταλγία και η ανάμνηση της αφετηρίας τους, τους οδηγούσε στην απόδοση μητρο-πολιτικών ονομάτων στα ποτάμια της νέας τους πατρίδας [74].

 

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

 

Ο Ίναχος της Αθαμανίας εμφανίζεται κατά μια παραλλαγή του μύθου ως πατέρας της Θεμιστούς, μητέρας του Αρκάδος. Η Ινώ η Λευκοθέα, σύζυγος του βασιλιά Αθάμαντα, που άλλοτε εμφανίζεται ως μοχθηρή μητριά, άλλοτε ως συμπαθής καταδιωγμένη, δεν είναι άλλη από την Ιναχώ, κόρη του Ινάχου, με συντμημένο όνομα. Στην Κρήτη, όπως μαρτυρεί ο Ησύχιος, ετελούντο προς τιμήν της τα Ινάχεια [75]: «Ινάχεια: εορτή Λευκοθέας εν Κρήτη από Ινάχου».

Πού είναι όμως οι πηγές του Ινάχου; Ο Παυσανίας [76] τις τοποθετεί στο όρος Αρτεμίσιο (Mαλεβός) και ο Στράβων στο Λύρκειο. Ο πρώτος λέει: Πάνω από την Οινόη υπάρχει όρος Αρτεμίσιο, με ιερό της Αρτέμιδος στην κορυφή. Σ’αυτό το όρος είναι οι πηγές του   Ινάχου, γιατί πράγματι έχει πηγές, το νερό   όμως δεν προχωράει σε μεγάλη απόσταση. Πράγματι, η κύρια ρεματιά του ξεκινά κοντά στο αρχαίο πέρασμα του Πρίνου [77], δηλαδή στο δρόμο Καρυάς – Νεστάνης, Β.Α. της τελευταίας, διασχίζει μικρό φαράγγι και δέχεται δύο πηγές Ν. Α. της κορυφής Τούρλα, σχηματίζοντας μικρή εποχική λίμνη. Από τους ελάχιστους περιηγητές που έφτασαν ως εδώ, οι Ιταλοί Couze και Michaelis, εντόπισαν τις πηγές του ποταμού. Συγκεκριμένα μιλούν για νερό διαυγές από πολλές πηγές, που σχηματίζουν ρυάκια που ενώνονται με άλλα όπως αυτό της Καρυάς, για να χαθούν κάτω από τη γη. Σχολιάζοντας τα όσα λέει ο Παυσανίας, παρατηρούν πως μόλις τον χειμώνα, ο Ίναχος παρουσιάζει κάποια ποσότητα νερού στην κυψέλη του, την πεδιάδα του Άργους. Πράγματι, σπάνια τα νερά έχουν τη δύναμη να προχωρήσουν περισσότερο από λίγα χιλιόμετρα, παρ’ όλο που πιο κάτω δέχονται και τα νερά της άφθονης πηγής του Καπαρελίου, χωριού στο Λύρκειο, γι αυτό και ο ποταμός απεκαλείτο Λύρκειον ή Λυρκήιον ύδωρ [78]. Άλλωστε, ένας άλλος κλάδος του Ινάχου, ο παραπόταμος Κηφισός, πηγάζει από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου (τ. Άνω Μπέλεσι). Ο Στράβων, που είχε κι αυτός δίκιο για τις πηγές στο Λύρκειο, χαρακτηρίζει τον Ίναχο ως ποταμό χαραδρώδη και επιμένει ότι το Άργος είχε νερό, διορθώνοντας τον ποιητή [79] που το θέλει πολυδίψιον. O Φίλιππσον ασχολείται εκτεταμένα με την ξηρασία των ποταμών του Άργους και γράφει (υπερβάλλοντας άθελά του) πως σε καμιά χρονική περίοδο δεν βρήκε μια σταγόνα νερού σ’ αυτά: Αλλά όταν δυνατές βροχές πέφτουν στα βουνά, η πλατιά χαλικώδης κοίτη γεμίζει με εκπλήσσουσα ταχύτητα με μια μαινόμενη μάζα νερού, η οποία συχνά σκορπίζει πέτρες και άμμο πάνω στα καρποφόρα λειβάδια.

  

Ακολουθώντας τα κατάντη του Ίναχου

 

 

H συνολική διαδρομή του Ίναχου από το Αρτεμίσιο έως την εκβολή του είναι περίπου 38 χμ. Στον άνω ρου του ρέει παράλληλα στο αρχαίο μονοπάτι της Κλίμακας [80], μιας από τις εξόδους στην Αρκαδία, διαγράφοντας τα όρια Αργείων και Μαντινέων [81]. Η κοίτη του ευρεία και στο μεγαλύτερο τμήμα της γεμάτη κροκάλες, διασχίζει ελαιώνες μέσα σε βαθειά κοιλάδα. Στο ύψος του χωριού Λύρκεια (τ. Κάτω Μπέλεσι) στην αριστερή του όχθη, πάνω σε λόφο, βρίσκονται ερείπια, ίσως της αρχαίας Λύρκειας, με πανοραμική θέα στην κοιλάδα του Ίναχου. Άλλα αρχαία ερείπια υπάρχουν στην αριστερή του όχθη, στη θέση Παλαιοκαστράκι, δεκατέσσερα χιλιόμετρα από το Άργος και στη Σκάλα. Στο Σχοινοχώρι υπάρχει πέτρινη γέφυρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε αρκετά σημεία της κοίτης του, ιδίως δε δέκα χιλιόμετρα από το Άργος στη θέση Σκάλα και για διάστημα χιλίων πεντακοσίων μέτρων περίπου, αναβλύζει νερό προερχόμενο από τα γύρω νοτιοδυτικά υψώματα, όχι πάντοτε όμως και σίγουρα ποτέ το καλοκαίρι. Η κατάρα του Ποσειδώνα πλανιέται ακόμη πάνω απ’ το ποτάμι. Λίγο έξω από το Άργος ενώνεται διαδοχικά, με το ρέμα Δερβένι και με τον παραπόταμό του Χάραδρο.

Πλατύς, διασχίζει περιοχή τελματώδη, καταλήγοντας κοντά στο αρχαίο Τημένιο και τον Ερασίνο στην παραλία της Νέας Κίου στον Αργολικό. Στην Τουρκοκρατία λειτουργούσε εδώ ο μύλος του Μπερμπέρ Αλή [82], ενώ τα στάσιμα νερά του ποταμού πρέπει να δημιουργούσαν εκτεταμένους υγρότοπους. Ο βάνδαλος αββάς Fourmont ισχυρίζεται πως για να δώσει μια ακριβή περιγραφή του Ίναχου, τον ακολούθησε ελπίζοντας πως θα οδηγηθεί στη θάλασσα, αλλά αυτός χανόταν στα έλη του, που απείχαν μισή λεύγα (2χμ.) από την ακτή. Αυτά τα έλη απεικονίζει και στον γεμάτο λάθη χάρτη του της πεδιάδας του Άργους. Το ίδιο κάνει και ο Anville σε δικό του χάρτη, για τον οποίο όμως ο Bocage θεωρεί ότι είναι αντιγραφή κάποιου χάρτη του Fourmont [83]. Όμως κι έτσι αν είναι, ο βασιλικός ιερωμένος εδώ έλεγε την αλήθεια. Άλογα έβοσκαν και στις δυο πλευρές του Ίναχου στις όχθες των ελών του, οδηγημένα ως εδώ από τα αφεντικά τους. Την πληροφορία μας δίνει ο Γάλλος παπάς, που χαρακτηρίζει τα μέρη αυτά ως «τους ωραιότερους βοσκότοπους».

 

Τελετές και θεραπείες στο ποτάμι

  

Δεδομένης της σημασίας του για τους αρχαίους, φυσικό ήταν να γίνει χώρος τελετών. Στις Χοηφόρες του Αισχύλου[84], ο Ορέστης του προσφέρει την κόμη του: «…πλόκαμον Ινάχω θρεπτήριον» [85]. Η ετυμολογία που προτείνει ο Carolus Keilius για την αρχαιότερη ονομασία Καρμάνωρ – παρακάτω θα ξαναπούμε γι αυτήν – θεωρώντας την σύντμηση του Καθαρμάνωρ (καθαρμός+ανήρ), οδηγεί στη σκέψη ότι στον ποταμό γινόντουσαν καθαρτήριες ιεροπραξίες των αντρών. Μια φορά το χρόνο, ανήμερα της γιορτής των λουτρών της Παλλάδος οι Αργείτισσες έλουζαν το άγαλμα της Αθηνάς [86] και την ασπίδα του Διομήδη στον Ίναχο.

 

Σήμερα, ω υδροφόροι, μη βυθίστε τα κανάτια σας,

Άργος πιες απ’τις πηγές και όχι απ’ το ποτάμι,

σήμερα υπηρέτριες φέρτε τα κανάτια σας,

στη Φυσάδεια ή την Αμυμώνα [87], τις κόρες του Δαναού.

Γιατί αναμιγνύοντας το νερό του με χρυσό και λουλούδια

ο Ίναχος θα κατεβεί από τους βουκολικούς του λόφους,

φέρνοντας καλό νερό για το λουτρό της Αθηνάς [88].

 

Ένας τέτοιος ποταμός, που κατέβαζε νερό ανάμικτο με λουλούδια και χρυσάφι, ασφαλώς είχε και τις νύμφες του, που και η Ήρα ακόμη, παρ’ όλο που είχε όπως είδαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με το ποτάμι, παινεύει:

 

Νύμφες που την αλήθεια λέτε μόνο,

λαμπρές θεές, ζωοδότρες θυγατέρες

του Αργείτη ποταμού, του Ινάχου,

τριγύρω συναχτείτε που σας κράζω[89].

 

Ο Ψευδοπλούταρχος αναφέρει ότι υπήρχε στο ποτάμι βότανο αποκαλούμενο Κύουρα, που προκαλούσε αποβολή στις έγκυες, και λίθος σαν ζαφείρι, που όταν τον κρατήσουν οι ψευδομάρτυρες, γινόταν μαύρος. Για το βότανο αυτό προσθέτει [90] ότι ήταν σαν απήγανος και στις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες το έβαζαν βρεγμένο με κρασί στον ομφαλό της γυναίκας, για να προκαλέσει ακίνδυνη άμβλωση. Πολλοί τέτοιοι λίθοι εξάλλου ήταν αφιερωμένοι στο τέμενος της Προσυμναίας Ήρας. Παρόμοια γράφει και ο Στοβαίος [91]. Σήμερα πάντως η κοίτη του Ίναχου στον άνω ρου του, βρίθει από κροκάλες, κλασικές ποταμόπετρες δηλαδή, άσπρες και στρογγυλεμένες από τις διαρκείς τριβές, που προκαλούνται όταν τα νερά τις κατρακυλούν με ορμή.

 

Ο Ίναχος στην ποίηση και στη τέχνη

 

Συχνές είναι οι αναφορές της αρχαίας Γραμματείας στον Ίναχο. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου [92]: «Νείλος γαρ ουχ όμοιον Ινάχω γένος τρέφει». Στις Φοίνισσες [93] του Ευριπίδη «..και σκύλα γράψεις πώς επ’ Ινάχου ροαίς;». Ο Στάτιος, όπως είδαμε στον πρόλογο της Αργολίδας, τον αποκαλεί «πελώριο» – προφανώς δεν τον είχε δει ποτέ – και απευθύνεται προς τον ποταμό με ζηλευτή έξαρση:

 

…Ίναχε, πρίγκηπα των αχαϊκών ρεμάτων,

αφού κανείς πιο τρικυμισμένος ποταμός

δεν τρέχει μπρος από του Περσέα τη γη,

όπως αυτός, όταν βαθιά έχει πιει από τον Ταύρο

ή απ’ τις υγρές Πλειάδες,

αφρίζοντας ψηλά και φουσκωμένος από το Δία,

της κόρης του τον εραστή…[94]

 

Ο Ευφορίων [95] έγραψε επύλλιο που δεν σώζεται με τον τίτλο Ίναχος. Ομότιτλο έργο, που όλα δείχνουν ότι ασχολείται με την Ιώ, έγραψε και ο Σοφοκλής. Αποσπάσματα σώθηκαν στους παπύρους της Οξυρρύγχου [96]. O Σενέκας, διεκτραγωδώντας το δράμα των αιχμαλώτων γυναικών της Οιχαλίας, θεωρεί πως η γη του Ινάχου είναι πιο υποφερτός τόπος αιχμαλωσίας και βάζει στο στόμα του χορού τα παρακάτω λόγια:

 

Μα αν τύχη πιο καλή, κάποιες αιχμάλωτες καλέσει

τότε ο γρήγορος ο Ίναχος αυτές θα μεταφέρει[97]

 

Αλλά και η τέχνη απαθανάτισε το ποτάμι αυτό. Σε ερυθρόμορφη υδρία του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στο μουσείο Καλών τεχνών της Βοστώνης, απεικονίζεται η αγελάδα Ιώ, φρουρούμενη από τον εντεταλμένο από την Ήρα ροπαλοφόρο πανόπτη Άργο, τη στιγμή που ο Ερμής ξιφουλκεί για να την ελευθερώσει σταλμένος από τον Δία, ενώ παρακολουθούν η ιέρεια της Ήρας και οι γονείς της Ιούς Ίναχος και Μελία. Το ίδιο θέμα συγκίνησε τον Προπέρτιο, που εξιστορεί ότι κοιτούσε ασάλευτος την αγαπημένη του, «καθώς επέβλεπε άγρυπνος την κόρη του Ινάχου ο Άργος»[98].

 

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ.  Museum of Fine Arts, Boston.

Ο Ίναχος παρακολουθεί την απελευθέρωση της Ιούς. Ερυθρόμορφη υδρία. Γύρω στο 460 π.χ. Museum of Fine Arts, Boston.

 

Μύθοι και πραγματικότητα γύρω από το όνομά του

 

Ο Ψευδοπλούταρχος [99], για όποιον τον παίρνει στα σοβαρά, έχει τη δική του πολύπλοκη ερμηνεία σχετικά με την ονομασία του ποταμού: Το αρχικό όνομα του ποταμού ήταν Καρμάνωρ [100]. Κάποιος Τιρύνθιος ποιμένας, ονόματι Αλιάκμων [101], που έβοσκε το κοπάδι του στο όρος Κοκκύγιο (Λύρκειο), τρελάθηκε, βλέποντας τον Δία σε ερωτική συνεύρεση με την Ρέα και πνίγηκε στον Καρμάνορα, δίνοντάς του έτσι το όνομά του. Με τη σειρά του ο Ίναχος κυριευμένος από μανία που του προκάλεσε η Ερινύα Τισιφόνη πνίγηκε στον Αλιάκμονα κι έτσι ο ποταμός πήρε την τελική του ονομασία. Αντίστοιχους αλλεπάλληλους πνιγμούς και ανάλογες μετονομασίες αναφέρει, όπως θα δούμε, και για τους Ευρώτα και Αλφειό. Δεν μπορεί όμως κανείς να απορρίψει απόλυτα την πιθανότητα να υπάρχει πυρήνας αλήθειας σ’αυτές τις ιστορίες, αφού ακούγεται αληθοφανές το να δίνει κάποιος πνιγμένος το όνομά του σε κάποιο ποτάμι. Για τους δεισιδαίμονες προγόνους μας, τι φυσικότερο από το να πλανάται το πνεύμα του νεκρού στο ρέμα, ένα είδος στοιχειού του νερού.

H λέξη Ίναχος, προέρχεται από την Ινδοευρωπαϊκή ρίζα ακw: νερό. Το στοιχείο-αχ-προέρχεται από την παραπάνω ρίζα και απαντάται και αλλού: Αχελώος, Αχέρων, Αχαία πηγή. Ο Albert Joris Van Windekens θεωρεί την ονομασία πελασγική, που σημαίνει το ύδωρ που αναβλύζει. Παραπέμπει στο ρήμα ινέω=αδειάζω σε συνδυασμό με την παραπάνω ρίζα και με την αρχαία Ινδική issnati=θέτω σε κίνηση. Τέλος, το όνομα δείχνει κρητική επίδραση στην Αργολίδα [102]. Σύμφωνα με μια άποψη, η λέξη Ίναχος είναι Φοινικικής προέλευσης από το Ενάκ, το οποίο σημαίνει αποικιστής. Δηλώνει δηλαδή η ονομασία αυτή ότι ο πανάρχαιος βασιλιάς και ιδρυτής της δυναστείας των Ιναχιδών, ήταν άποικος από τη Φοινίκη ή την Αίγυπτο [103].

Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση, αφού η αναζήτηση της ρίζας της ονομασίας του ποταμού, με τη βοήθεια των μύθων και της γεωλογικής ιστορίας, συνθέτουν ένα ενδιαφέρον σενάριο: Ο Ίναχος ήταν κάποιος Αιγύπτιος πρίγκηπας, που έφτασε ως εδώ, ίδρυσε πόλη περιμαζεύοντας τους ντόπιους που ζούσαν σκορπισμένοι στα βουνά, αποστράγγισε το λιμνάζον πεδίο, γνωρίζοντας από τον Νείλο την τεχνική των υδραυλικών έργων, έδωσε το όνομά του στον ποταμό που διευθέτησε και έγινε πρώτος βασιλιάς της περιοχής, τροφοδοτώντας με τον απόηχο της δόξας του τη μυθοπλαστική φαντασία των επιγενομένων. Ο μύθος της Ιούς υποδηλώνει την απαγωγή κάποιας ωραίας πριγκίπισσας από τους παλιούς συμπατριώτες του Ίναχου, με τους οποίους είχε εμπορικές σχέσεις. Η μύγα που κυνηγάει μέχρι την Αίγυπτο την κόρη του βασιλιά, συμβολίζει την εκδίκηση των ελών που αποξηράνθηκαν και των βλαβερών εντόμων που αποδεκατίστηκαν, εξ αιτίας της δράσης του Αιγύπτιου πρίγκηπα [104].

Ίναχος λεγόταν, εκτός από τον αθαμανικό παραπόταμο του Αχελώου, και η νεότερη σλαβική Βιστρίτσα, δεξιός παραπόταμος του Σπερχειού. Στην κοιλάδα του ποταμού αυτού, εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες, προερχόμενοι από την Μολοσσία της Ηπείρου. Μάλιστα, οι κάτοικοι της κοιλάδας ονομάζονταν Ιναχιείς [105]. Το ίδιο όνομα είχε και ο Ηπειρωτικός ποταμός Λούρος. Είναι προφανές ότι όλη αυτή η ακολουθία των Ινάχων, συνδέεται με την Ήπειρο και το Άργος με τον τρόπο που είδαμε. Τέλος το Ίναχος φέρεται και ως παλιότερο όνομα του δεξιού παραπόταμου του βοιωτικού Ασωπού Σκάμανδρου [106], κοντά στην Τανάγρα.

To νεώτερο όνομά του Πάνιτσα ή Μπάνιτσα είναι σλάβικο [107] και καταγράφεται ήδη πολύ νωρίς από τον Σοφιανό. Αργότερα πρέπει να παραφθάρθηκε, γιατί οι Coronelli, Pacifico, Σκροφάνι, Πουκεβίλ, Κούμας, Μάγνης, καθώς και ο Ρήγας στη Χάρτα του το γράφουν Πλάνιτζα ή Πλάνιτσα [108]. Μεταγενέστερα πάντως μέχρι και σήμερα, αποκαλείται ξανά Πάνιτσα. (Μ)Πάνιτσα είναι η ονομασία χωριών του Γυθείου (τώρα Μυρσίνη), των Τρικάλων, δυο χωριών του νομού Σερρών (τώρα Καρυαί και Συμβολή), της Φλώρινας (τώρα Βεύη) και τοπωνύμιο της Τριφυλλίας. Ο Vasmer, αναφέρει Banjica, ρυάκι στην περιοχή της Λίκα στην Κροατία.

 

Οι Ευρωπαίοι μιλούν για τον Ίναχο

 

Ο Πλίνιος [109] γράφει πως το Άργος κείται μεταξύ των ποταμών Ινάχου – πιο σωστό θα ήταν Χαράδρου – και Ερασίνου. Ο Ιταλός Γεωγράφος της Βενετίας και του Λουδοβίκου IIX Coronelli, μιλώντας για το Άργος στην «Description» του (1686), λέει πως είναι χτισμένο στις όχθες της Πλάνιτσας που οι Λατίνοι ονομάζουν Ίναχο. Αναπόφευκτο λάθος, αφού η πόλη, αν και παρόχθια του Χάραδρου, συνδέθηκε μυθολογικά με τον Ίναχο. Στην πλάνη αυτή, περιέπεσαν πολλοί.

Ένας από αυτούς, ο θρασύς αββάς Φουρμόντος, κάνει και κριτική στους υπόλοιπους: …προχωρήσαμε κατ’ ευθείαν προς τη Δύση, αναζητώντας τον ποταμό Ίναχο. Οι γεωγράφοι που δεν είναι σωστά πληροφορημένοι, τον τοποθετούν ανατολικά του Άργους, ενώ βρίσκεται στα δυτικά. Στα δεξιά μας είχαμε έναν από τους μικρούς λόφους…και αριστερά αμπελώνες…. Βγαίνοντας από τους αμπελώνες, μετά από τρία τέταρτα της ώρας δρόμο, βρεθήκαμε στις όχθες του Ίναχου…!. O Urquhart [110], που προφανώς είχε διαβάσει τη Θηβαΐδα του Στάτιου, φεύγοντας από το Άργος, μπέρδεψε τον Ίναχο με τον Χάραδρο, που κυλάει κάτω από την αργολική ακρόπολη και διηγείται: Περάσαμε κάτω από τον απότομο και μοναχικό βράχο που ορθώνεται το παλιό οχυρό της Λάρισας και μετά τσαλαβουτώντας στο γλίσχρο ρυάκι του “Πατέρα Ινάχου”, μπήκαμε στον υπέροχο κάμπο, που έχει ακόμα το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Ο επίσκοπος του Λίνκολν Wordsworth επισημαίνει (1839) ότι ο ποταμός σπάνια φτάνει στη θάλασσα εκτός όταν φουσκώνει από βροχή. Στο ίδιο πνεύμα ο ακόλουθος του Όθωνα αρχαιολόγος Ρος, αναφέρει ότι ενώ περνάς την κοίτη του «αβρόχοις ποσίν», ύστερα από καταρρακτώδη βροχή φούσκωσε και αναποδογύρισε ένα αμάξι, καθώς περνούσε το ποτάμι. Ο Άγγλος αρχαιολόγος W. Gell (1806) απορεί πώς ο Καλλίμαχος εξυμνεί τα νερά του Ινάχου και δίνει την ερμηνεία ότι ή δεν τα είδε ποτέ ή ίσως μιλούσε για τις πηγές του, γιατί στην πεδιάδα όποτε έχει νερό είναι λασπώδες όπως οποιουδήποτε εποχικού ρέματος. Ο φλογερός Φιλέλληνας και Δημοκράτης Εντγκάρ Κινέ περιγράφει μια σκηνή της αγροτικής ζωής, διηγούμενος πως «τα βότσαλα του Ινάχου πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας που λυγίζει, κουβαλώντας ένα φορτίο από πράσινο κριθάρι». Ο Κλαρκ (1858) περιγράφει έναν νερόμυλο στο ορεινό χωριό Καρυά του Αρτεμίσιου, απ’όπου κατηφορίζει μια ρεματιά στον Ίναχο: Ένα ισχυρό αντέρεισμα ενός τοίχου είναι χτισμένο κόντρα στην λοφοπλαγιά και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινα αυλάκια μεταφέρει ένα ρεύμα νερού στην κατάλληλη γωνία ως προς την ρόδα. Ο τείχος που στάζει είναι φουντωμένος από τις φτέρες και όλα τα είδη λαμπρών χόρτων. Ένας Ρώσος, ο Κονσταντίν Μπαζίλι, επισκέφθηκε το Άργος μετά την απελευθέρωση, συνάντησε τον ποταμό στο κατώτερο τμήμα του και γράφει ενθουσιασμένος: Αφού περάσαμε τους κήπους του Δαλαμανάρα, χαιρέτησα την κοίτη του ένδοξου Ίναχου….

Ο Dodwell διάβηκε τον Ίναχο κοντά στο Κουτσοπόδι, θεωρώντας τον ένα ανώνυμο ρυάκι και εξέλαβε τον πλατύ και κοντά στο Άργος παραπόταμο Ξεριά, σαν Ίναχο. Και μελαγχολικά σημειώνει απογοητευμένος από την πεζή πραγματικότητα, ότι όπως και ο Ισμηνός και ο Ιλισός [111], έτσι και ο Ίναχος οφείλει τη φήμη του στο μύθο της ποίησης παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 18, 3.

[2] Χάρων, 523.

[3] Μαστός είναι η Αμυμώνη, ενώ ποτάμι του Άργους είναι ο Χάραδρος. Κανένα από αυτά δεν είναι βέβαια ο Ίναχος.

[4] Απολλόδωρος 2, 1, 1. Αντίστοιχη παράδοση υπάρχει με τον Ευρώτα. Ίσως πίσω από αυτές να κρύβονται πανάρχαια αντιπλημμυρικά έργα.

[5] Παυσανίας, 2,15,4. Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 51.

[6] Ακουσίλαος FHG 1, 13.

[7] Σενέκα, «Θυέστης», 337.

[8] Ησίοδος «Μεγάλαι Ηοίαι».

[9] Τζέτζη, σχόλια στον Λυκόφρονα.

[10] Φερεκύδης, FHG I, 74.

[11] Βλ. Διόδωρο, 5.60.

[12] Ι. Μαλάλας. Ο Κάσος, είχε παντρευτεί την Κύπρια Αμύκη (Κιτία) και είχε επιτρέψει σε Κρήτες αποίκους να κατοικούν στην ακρόπολη της Αντιγόνειας του Ορόντη.

[13] I, 13, 31.

[14] Σχολ. Ισοκρ. Ευαγ. 6.

[15] Διαπρεπής Αλεξανδρινός Γραμματικός και πολυΐστωρ, του 1ου μ.Χ. αιώνα. Τα ίδια ισχυρι-ζόταν και ο Πτολεμαίος ο Μενδήσιος. Απίων, FHG, iii, σ. 509. Επίσης ο Θράσυλλος. (Thrasyllos, 253. F.Jacoby F.G.H.)

[16] Ωδές, III, xix, 1.

[17] «Θυέστης», 115.

[18] 556-468 π.Χ. Bergk “Poetae Lyr. Gr.”, τ. Γ΄.

[19]  2ος π.Χ. αιώνας. Schneider.

[20] Ευρυπίδη «Ορέστης» 932.

[21] Ευρυπίδη «Ηλέκτρα» 1.

[22] «Αινειάδα» VII, 286 και II, 286 αντίστοιχα.

[23] Από το λήμμα Απία. Το λεξικό αυτό συντάχθηκε περί τα τέλη του 10ου αιώνα και θα το επικαλεστούμε πολλές φορές. Η πρώτη έκδοσή του έγινε στη Βενετία το 1499 από το Μάρκο Μουσούρο. Η συλλογή των λέξεων έγινε από έναν ή περισσότερους αγνώστους συγγραφείς, οι οποίοι βασίστηκαν σε πολλούς προγενέστερους και άριστους γραμματικούς. Παρά την ασημαντότητα των ετυμολογιών του, διασώζει αποσπάσματα συγγραμμάτων, που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

[24] «Διονυσιακά», III, 261.

[25] Ωδές, II, iii, 21.

[26] Catalepton, IX, 33. Oι Ιταλικοί μύθοι θέλουν τη λάρνακα με τη Δανάη και τον μικρό Περσέα να φτάνει στις ακτές του Λάτιου, όπου η Ιναχίδα παντρεύεται τον Πίλουμνο και ιδρύουν την πόλη των Αρδεατών.

[27] «Αινειάδα», VII, 372. O βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος θεωρείτο απόγονος του Ινάχου.

[28] I, 25, 4.

[29] Nauck, απ. 248.

[30] II, 33, 3. Aυσονία είναι η Ιταλία.

[31] Στη μυθολογία αυτές οι αντιλήψεις είναι πολύ συνηθισμένες, στην Πελοπόννησο τη βρίσκουμε και στη μυθολογία του Ευρώτα. Στην Τροία οι ποταμοί Σκάμανδρος, Σιμόεις και Σαγγάριος έχουν γεναρχικό ρόλο στις γενεαλογίες της.

[32] Pater Inachus, Στάτιος-Θηβαϊς- Β.5. 748.

[33] Ο Οβίδιος (Μετ. I, 598), μιλάει για τις πεδιάδες του Λύρκειου με τα πυκνά τους δάση.

[34] Παυσανίας, 2, 15, 5.

[35] Καλλίμαχου «Ύμνοι», 4, 74.

[36] «Χρυσός όνος», VI, 4.

[37] Νόννου «Διονυσιακά», 3, 258-262.

[38] Αναφέρει στο 18, 3, έργο του που δεν διασώζεται «Περί ποταμών».

[39] Βιργίλιου «Αινειάδα», 7, 286.

[40] Βακχυλίδη Διθύραμβος V, «Ιώ» 18.

[41] Καλλίμαχου , 3, 254. Πρόκειται για τον λεγόμενο Κιμμέριο Βόσπορο, τον πορθμό του Κερτς στην Αζοφική θάλασσα.

[42] «Παλατινή Ανθολογία», VII, 169.

[43] Βιργίλιος στα «Γεωργικά». 3, 153.

[44] «Ηλέκτρα» 4-5.

[45] «Ημερολόγιο», III, 657.

[46] «Μεταμορφώσεις», 1, 583. Το θλιμμένο Πηνειό πήγαν να παρηγορήσουν οι Σπερχειός,   Ενιπέας, Απιδανός, Άμφρυσος και Αίας.

[47] «Προμηθέας Δεσμώτης», 715, 599 & 674.

[48] V, 60, 4.

[49] «Μεταμορφώσεις», I 639.

[50]  Ενάλιοι διάλογοι «Νότος…», 1. Επίσης στο «Περί ορχήσεως», 43.

[51] «Περί ερωτικών παθημάτων» Α΄Περί Λύρκου. Η ιστορία παρά Νικαινέτω έν τώ Λύρκω και Απολλονίω Ροδίω Καύνω.

[52] 42.

[53] Α΄, 1-5.

[54] Ιστοριογράφος από την Κύμη της Αιολίδας (4ος π.Χ. αιώνας). Περιηγήθηκε την Ευρώπη, και συνέγραψε σε 30 βιβλία το έργο «Ιστορίαι» του οποίου σώθηκαν αποσπάσματα και όπου περιγράφονται γεγονότα από την κάθοδο των Ηρακλειδών μέχρι το 340 π.Χ. Συνέδεσε την Ιστορία με τη Γεωγραφία. Fr.H.Gr. Ephori, I, 79. Aπό τα σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο II, 168.

[55] Β΄, 41.

[56] «Ελληνική Ανθολογία», VI, 150.

[57] Συρακούσιος του 2ου π.Χ. αιώνα. «Ευρώπη», 44.

[58] 3, 18, 13. Τμήματα του θρόνου (6ου αιώνα π.Χ.), χρησιμοποιήθηκαν για να κτιστεί το εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής του ομώνυμου λόφου, Ν.Δ. των σημερινών Αμυκλών της Λακωνίας.

[59] 1, 25, 1.

[60] Φ. Ιστορία, XXXV, 32.

[61] «Αινειάδα», I, 792.

[62] Κόιντος ο Σμυρναίος, X, 190.

[63] Hans Georg Beck, «Η Βυζαντινή χιλιετία. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – Αθήνα 1992.

[64] 2, 7 & 7, 16 αντίστοιχα.

[65] Από το ποίημα «Παλαιόθεν Ελληνίς», γραμμένο το 1927. Εδώ ο Καβάφης βασίζεται στην εκδοχή ότι ο Σέλευκος ο Νικάτορας μετονόμασε την πόλη σε Αντιόχεια από Ιώνη, αποικία των Αργείων.

[66] Ν.Α. τμήμα Ηπείρου.

[67] Περιοχή στα σύνορα Αιτωλίας-Ακαρνανίας.

[68] Η Περραιβία ήταν τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Ολύμπου και Καμβουνίων και ο Λάκμος είναι βουνό της Ηπείρου. Η αναφερόμενη τοπογραφία είναι εξωπραγματική.

[69] Απόσπασμα 249-250; Nauck.

[70] 6, 271 & 8, 370 ή και 6, 417.

[71] Ο Μιλήσιος (545-475 π.Χ.) Λογογράφος. Σώζονται αποσπάσματα της Περιόδου γής . Απ. 70-72, FHG I,5.

[72] Στην Πελοπόννησο: Ευρώτας, Ασωπός Σικυώνιος, Αλφειός.

[73] Muller F.H.Gr I, 28 Ephori.

[74] Σε αποικίες βρίσκουμε ως τοπικό ποτάμι ξανά τον ποταμό της πατρίδας ή και το όνομα της ίδιας δοσμένο στο ποτάμι: Ευρώτας, Σελινούς, Κράθις, Πηνειός, Ενιπέας, Πάμισος, Μηνίος, Λάρισος, Χαλκίς,.

[75] Ησύχιος.

[76] 2, 25, 3.

[77] Παυσανίας 8, 6 4. Συνέδεε την Αργολίδα με την Αρκαδία, διασχίζοντας το Αρτεμίσιο.

[78] Σχολ. Απολλόδωρου Ρόδιου 1, 125.

[79] Ιλιάς Δ 171.

[80] Παυσανίας, 8, 6, 4.

[81] Παυσανίας, 8, 6, 6.

[82] Ι. Ρ. Ραγκαβής, «Τα Ελληνικά», τόμος 2ος, Εν Αθήναις, 1853.  

[83] Βλ. Μichel Seve «Οι Γάλλοι…». Ο Ιωάννης Βαπτιστής Μπουργκινιόν ντε, (1697-1782), υπήρξε σοβαρός γεωγράφος, η δε «Αρχαία Γεωγραφία» του εκδόθηκε το 1815. Αντιπαραβολή του χάρτη του με τον συγκεκριμένο του Φουρμόντ, παρουσιάζει ομοιότητες αλλά λιγώτερα λάθη. Ο λίγες δεκαετίες μεταγενέστερος Jean Denis Barbie du Bocage σχεδίασε δικό του χάρτη της Αργολίδας.

[84] 6-7

[85] Συνηθισμένο έθιμο σ’ όλους τους Έλληνες, όπως σημειώνει και ο Παυσανίας (1, 37, 3), με αφορμή το άγαλμα της Μνησιμάχης στην όχθη του Αττικού Κηφισού, στον οποίο ο γιος της αφιέρωσε τα μαλλιά του. Ο Ίδιος αναφέρεται και στην περίπτωση του Πηλέα, που μνημονεύει ο Όμηρος (Ιλ. Ψ 141), ο οποίος έταξε στον Σπερχειό ποταμό να κόψει την κόμη του γιου του Αχιλλέα, αν επέστρεφε σώος από την Τροία.

[86] Aνάλογη τελετή γινόταν και στην Αθήνα, τα λεγόμενα Πλυντήρια, όπου το ξόανο της Αθηνάς πολιάδος πλενόταν στη θάλασσα του Φαλήρου.

[87] Πηγές της Αργολίδας, που πήραν το όνομά τους από τις κόρες του Δαναού που τις βρήκαν πρώτες.

[88] 5ος ύμνος του Καλλιμάχου του Κυρηναίου «Εις λουτρά της Παλλάδος» στ. 36 και 45-50

[89] Αισχύλου «Σεμέλη», απόσπασμα.

[90] Βασιζόμενος στα «Αργολικά» του Τιμόθεου και στο Β΄ «Περί ποταμών» του Αγάθωνα του Σαμίου.

[91] Δ, 36, 12. Ο Ιωάννης από τους Στόβους της Μακεδονίας ήταν Γραμματικός του 5ου μ.Χ. αιώνα. Το 4τομο έργο του περιλαμβάνει συμπεράσματα σταχυολογημένα από περισσότερους των 500 συγγραφέων, που πολλών τα έργα δεν σώζονται. Εδώ βασίζεται στο Β΄ «Περί ποταμών» κάποιου Σάμιου Αγάθωνα.

[92] στ.486.

[93]   574.

[94] «Θηβαΐς», IV, 118. Για τα προηγούμενα αυτού του αποσπάσματος, βλ. π. Αργ. Κηφισός. Ο Ταύρος, παραπέμπει στη βροχή, ενώ οι Πλειάδες βρίσκονται κι αυτές στον αστερισμό του Ταύρου. Γη του Περσέα είναι η Αργεία.

[95] Χαλκιδαίος του 3ου π.Χ. αιώνα.

[96] Πόλη της Κάτω Αιγύπτου, φημισμένη για τους παπύρους της. Το 1933, δημοσιεύτηκε το περιεχόμενο παπύρων του 2ου π.Χ. αιώνα, που περιλάμβανε 80 στίχους του “Ινάχου”(The Tebtunis Papyri 692). To 1956 o Lobel εξέδωσε 23 τόμους Οξυρρυγχιανών παπύρων, όπου ο 2369 πάπυρος του τέλους 1ου π.Χ.-αρχές 1ου μ.Χ, αιώνα, ταυτίστηκε με τον “Ίναχο” (Βλ. Ι.Θ.Κακριδή «Μελέτες…»: Ο Ίναχος του Σοφοκλή).

[97] «Ηρακλής επί της Οίτης», 139.

[98] Ι, 3, 20.

[99] 18,2-3

[100] Όνομα που είχε Κρητικός ιερέας – εξορκιστής, που έκανε καθαρμό στον Απόλλωνα για τον φόνο του Πύθωνα (Παυσανίας 2, 7, 7 & 10,7,2). Η Κρητική προέλευση του ονόματος είναι προφανής.

[101] Αυτός που ακμαία τρέχει προς την άλα (θάλασσα). Ίσως, επίσης, αυτός που έχει μεγάλη ακμή-απόσταση-από τη θάλασσα, ονομασία που δικαιολογείται από το μεγάλο-σε σχέση με τους υπόλοιπους ποταμούς της Αργολίδας-μήκος του Ίναχου. Το όνομα έχει και ο επιμηκέστατος (μέσα στα ελληνικά όρια) ομώνυμος Μακεδονικός ποταμός.

[102] Το ίδιο και τα ονόματα Μυκήνες, Δαναΐδες κ.ά. αλλά και το Καρμάνωρ. Επειδή οι Φοίνικες είχαν σχέσεις με τους Κρήτες, ιδίως από τον ιη΄αιώνα, ίσως τελικά η προέλευση να είναι φοινικική.

[103] Αθ. Σταγειρίτη «Ωγυγία», τ. Δ΄, Μέρος Στ΄, Βίβλος Γ΄. Ο συγγραφέας, καταγόμενος από την Μακεδονία, χρημάτισε καθηγητής της Ελληνικής στην Καισαροβασιλική Ακαδημία Ανατολικών Γλωσσών της Βιέννης. Πάντως, το όνομα Ενάχ ή Ενάκ, είναι όνομα γίγαντα στην Π. Διαθήκη, από τον οποίο κατάγονται οι Ενακίτες ή γενεαί Ενάχ ή Ενακείμ, γίγαντες επίσης, που εξοντώθηκαν από τον Ιησού του Ναυή. Όσοι σώθηκαν, συγχωνεύθηκαν με τους Φιλισταίους.

[104] Βλ. και Αναγνωστόπουλου Θ., «Ίναχος ο ποταμός…».

[105] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά», 13.

[106] Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά» 41. Είναι ο σημερινός Βυθισιάκουλας.

[107] Φαλμεράυερ, Vasmer.

[108] Oνομασία που αναφέρεται και σε τίτλο χαλκογραφίας των Cox και Radclyffe βασισμένης σε σχέδιο του Herve και δημοσιευμένης στην πρώτη έκδοση του 1839 του βιβλίου Ελλάδα του Wordsworth. Επίσης, έτσι γράφεται και σε χάρτες του 1683 (G.Delisle) και του 1685 (Maure Cerigo), σε άλλο λίγο μεταγενέστερο, του Mattheus Seutter (Peloponnesus Hodie MOREA) και στους χάρτες των Μ.Α.Βaudrand La Grece, 1716 και La Moree, autrefois le Peloponnese, 1729. Ο Vasmer το συσχετίζει με το σλαβικό Plavbnica.

[109] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[110] Σκωτσέζος διπλωμάτης.

[111] Πρόκειται αντίστοιχα για μικρό ποταμό της Θήβας, παραπόταμο του Θεσπιού, που καταλήγει στην Υλίκη και για τον παραπόταμο (στην αρχαιότητα) του αττικού Κηφισού.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Πριν 70 χρόνια

Μια συναινετική διοίκηση

Η Αριστερά στη Δημαρχία του Άργους (Σεπτ. 1944-Ιαν. 1945)


 

 

«Ο Έλληνας δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εμφύλιο. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει συμφιλιωθεί με τον Άλλον, τον διαφορετικό, τον αντίθετο…. πως δεν συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του.»

Θόδωρος Τερζόπουλος

 

Ένα από τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης στον επιστημονικό – ερευνητικό τομέα υπήρξε η αποφασιστική στροφή προς την περίοδο της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου. Μέχρι σήμερα δύο κύρια ρεύματα έχουν διαμορφωθεί σχετικά, εκείνο με συμπάθειες στο χώρο της Αριστεράς και το μεταγενέστερο που αποκαλείται “αναθεωρητικό”. Δεν θα υπεισέλθουμε με το παρόν άρθρο στην ήδη σχεδόν οριοθετημένη διαφορά, αλλά θα θέλαμε να επισημάνουμε το ότι, κατά τη γνώμη μας, δύο μεθοδολογικές ελλείψεις ή χαρακτηριστικά σημαδεύουν τις δύο τάσεις. Την πρώτη, η έλλειψη ανθρωπολογικών προσεγγίσεων, μάλιστα σε πόλεις της επαρχίας και στον ύπαιθρο χώρο όπου εδραία ανθρωπολογικά δεδομένα διαμόρφωσαν νοοτροπίες, ευνόησαν πράξεις και οδήγησαν σε γεγονότα σαφώς αποδοκιμαστέα, που όμως δεν ποδηγετήθηκαν από κεντρικές πολιτικές οργανώσεις. Τα διαβόητα φαινόμενα ακραίας, μάλιστα, βίας, όπως ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, είναι καιρός να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν κατάματα. Επίσης, είναι καιρός να ερευνηθούν με επάρκεια τα φαινόμενα εσωτερικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, σε εποχή μάλιστα που πολιτικά υπεύθυνοι, όπως ο Ζαχαριάδης, ανασύρονται από μία κάποια λήθη, για να στηθούν σε βάθρα.

Ως προ το δεύτερο ρεύμα, παρατηρούμε καταρχήν μία σαφή τάση για καταχρηστικές γενικεύσεις (extrapolations) ή εξίσου καταχρηστικές μειώσεις και σμικρύνσεις, ιδιαίτερα του βάρους γεγονότων και των σημασιών τους, που ασφαλώς δεν συμβάλλουν διόλου στην αντιμετώπιση, με τη δέουσα αντικειμενικότητα, των πτυχών της περιόδου που αναφέραμε. Οργανωτικές πλευρές διογκώνονται ενώ ατομικά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά γενικεύονται, για να καλύψουν την πολύμορφη συχνά υφή κινημάτων και τάσεων.

Για το θέμα που αφορά η παρούσα δημοσίευση, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι εντάσσεται σε γενικότερη μελέτη μου για την πόλη του Άργους κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Ποιο το γενικότερο ενδιαφέρον; Νομίζω ότι πρέπει να στραφεί η προσοχή μας στην έρευνα της καθημερινής ζωής της ελληνικής ενδοχώρας κατά την περίοδο αυτή, των νοοτροπιών που αναδύθηκαν τότε, μέσα από την ιδιομορφία οικιστικών συνόλων αλλά και περιφερειακών κοινοτήτων. Η περίπτωση της πόλης του Άργους παρουσιάζει το ενδιαφέρον ενός οικιστικού κέντρου μικρομεσαίου μεγέθους, κατά τη δεκαετία 1940-1950, που διατηρεί ανέπαφα τα βασικά οικιστικά του χαρακτηριστικά, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 20ου. Επιπλέον, αποτελεί την πόλη με το μεγαλύτερο πληθυσμό (περίπου 10.000) του τότε ενιαίου νομού Αργολιδοκορινθίας, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, αλλά και το παραγωγικό κέντρο του (βιομηχανία εριουργίας και οινοποιίας, εντατική γεωργία στην περιφέρειά του – οπωροκηπευτικών, καπνού και αρχή καλλιέργειας εσπεριδοειδών), επιπλέον όμως και εμπορικό κέντρο του νομού (με πλήθος εργαστηρίων και μηχανουργείων).

 

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936.

 

Κατά την περίοδο της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη, μέχρι την αρχή του Ιανουαρίου 1945, γίνεται στο Άργος ένα “πείραμα” διοίκησης του από την Αριστερά, μετά από διαπραγματεύσεις με επιτροπή αντιπροσωπευτική του χώρου της συντηρητικής παράταξης, που τότε περιλάμβανε πρόσωπα του χώρου του προπολεμικού Λαϊκού Κόμματος και εκείνου των βενιζελογενών, και μετά από τη διοργάνωση λαϊκών συνάξεων, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κανονική διενέργεια εκλογών. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε (Απρ. 1941-αρχές Σεπτ. 1944) δήμαρχοι και μέλη ενός ολιγάριθμού Δημοτικού Συμβουλίου διορίζονταν από τις αρχές της Κατοχής, δίχως να είναι σαφές σήμερα με ποια κριτήρια και από ποιους, ιδίως από την ελληνική πλευρά, γίνονταν υποδείξεις προσώπων.

Τόσο στο Άργος όσο και στο Ναύπλιο υπήρχαν μονάδες Χωροφυλακής και μονάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ επικεφαλής του Τμήματος Χωροφυλακής Άργους βρέθηκε ο Δ. Κουρκουλάκος, άνθρωπος μετριοπαθής. Ταυτόχρονα, είχε σχηματιστεί και μονάδα Πολιτοφυλακής, με μέλη συντηρητικούς πολίτες. Από την πλευρά του ΕΛΑΣ, μονάδες του 6ου Συντάγματός του, με επικεφαλής τον επίσης μετριοπαθή Εμμ. Βαζαίο, ήταν αυτές που με έδρα το ημιορεινό χωριό Γκέρμπεσι (σήμερα Μιδέα) είχαν άμεση ανάμειξη στα όσα συνέβησαν στο Άργος.

Το γενικότερο κλίμα στην Αργολιδοκορινθία και γενικότερα στην Πελοπόννησο ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνο και βαρύ, μάλιστα στα ορεινά της Αργολίδας εμφυλιοπολεμικό. Στην ίδια την πόλη του Άργους είχαν σημειωθεί σποραδικές εκτελέσεις και απαγωγές πολιτών με ιδιαίτερες βιαιοπραγίες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από την άνοιξη του 1944 σημειώνεται δραματική αύξηση των εκτελέσεων πολιτών από τα γερμανικά στρατεύματα, κοντά σε δύο σημεία εισόδων του Άργους: στο μαντρότοιχο της παλαιάς εκκλησίας του Αγ. Βασιλείου και στα κυπαρίσσια του αναχώματος της Πάνιτσας στο δρόμο προς Κουρτάκι. Προ ετών τα κυπαρίσσια αυτά κόπηκαν σύριζα ώστε να «εφαρμοστεί» πρόβλεψη του σχεδίου πόλεως για δημιουργία ενός άθλιου δρομίσκου.

Μετά τους πρώτους μήνες του 1944, εντάθηκαν επιθετικές ενέργειες των ανταρτών κατά των δυνάμεων Κατοχής, μάλιστα με τη γενική ενθάρρυνση του συμμαχικού παράγοντα και με την παρουσία Άγγλων “συνδέσμων” στην Αργολιδοκορινθία.

Για τη ζωή στην πόλη υπάρχουν πολλαπλές γραπτές και κάποιες προφορικές μαρτυρίες, εκτός από επίσημα έγγραφα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε αδρή εικόνα τόσο για την καθημερινή ζωή στην πόλη, όσο και για ορισμένα γεγονότα. Σημαντικό τεκμήριο αποτελούν τα σημειωματάρια του δασκάλου και ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου, τα οποία ουδέποτε δημοσίευσε και ελάχιστα χρησιμοποίησε σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα για την περίοδο αυτή. Τα έγραφε “δι’ εαυτόν”, αποτελούν εκπληκτική για την αντικειμενικότητά τους καταγραφή, αν και ο ίδιος ήταν τοποθετημένος στον συντηρητικό χώρο, με ακριβή όχι μόνο τη χρονολόγηση, αλλά και με σημείωση της ώρας που παρατηρούσε και έγραφε.

Δύο γεγονότα θεωρώ ότι επηρέασαν τις εξελίξεις στο Άργος: η επικείμενη αναχώρηση των Γερμανών και η παρουσία του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, όχι σε πολύ μακρινή απόσταση. Και οι δύο σοβαρές μάχες μεταξύ ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας, στον Μελιγαλά (10-14 Σεπτ. 1944) και στον Αχλαδόκαμπο (18 Σεπτ.). Από τα τέλη Αυγούστου, όμως, είχαν προηγηθεί από τη μονάδα του Τ. Ασφαλείας συλλήψεις και απαγωγές ως ομήρων συγγενών ανταρτών, αλλά και φόνοι πολιτών. Στις αρχές Σεπτεμβρίου άρχισε η αναχώρηση γερμανικών μονάδων από την ευρύτερη περιοχή και ανατίναξη εγκαταστάσεών τους στο αεροδρόμιο του Άργους. Στις 11 το βράδυ της 15ης Σεπτεμβρίου αναχώρησαν οι τελευταίοι Γερμανοί από το Άργος και την επομένη το πρωί έγινε αυθόρμητα γενικός σημαιοστολισμός και πλήθος ξεχύθηκε στο κέντρο της πόλης. Δύο, όμως, μέρες πριν άρχισαν συνεννοήσεις μεταξύ επιτροπής πολιτών, μελών του ΕΑΜ και της μονάδας του ΕΛΑΣ που έδρευε στο Γκέρμπεσι.

 

Οι συνεννοήσεις και η κατάληξή τους

 

Ν. Παπανικολάου

Ν. Παπανικολάου

Πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, την 10/9/1944, και με πρωτοβουλία του μοιράρχου Κουρκουλάκου, που προφανώς ήταν σε επαφή με στελέχη της Αριστεράς, κλήθηκαν οι δικηγόροι Μ. Στάμος και Στ. Μακρής, ο συμβολαιογράφος Π. Δασκαλόπουλος, ο φαρμακοποιός Ν. Παπανικολάου, ο βιομήχανος Γ. Ρασσιάς και ο αρχιμανδρίτης τότε (μετέπειτα Μητροπολίτης Αργολίδας) Χρ. Δεληγιαννόπουλος και συνεδρίασαν στο ναό του Αγ. Πέτρου, με σκοπό να αποφευχθούν έκτροπα και συγκρούσεις στην πόλη μετά την αναχώρηση των Γερμανών. Στη σύσκεψη παρέστησαν ο Νομάρχης και οι δύο αξιωματικοί των Τ. Ασφαλείας από το Άργος και το Ναύπλιο. Αποφασίστηκε επιτροπή από τους πέντε, πλέον, πολίτες να μεταβεί κρυφά στο Γκέρμπεσι και να επιδιώξει συνεννόηση με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Η επιτροπή αυτή αρνήθηκε να μεταβιβάσει εντολές των Τ. Ασφαλείας και δήλωσε ότι θα δρούσε ως “ομάς Αργείων”.

Γεώργιος Ρασσιάς

Γεώργιος Ρασσιάς

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε γενικότερο επίπεδο είχε προηγηθεί η Συμφωνία του Λιβάνου, που ειδικά ως προς τα Τ. Ασφαλείας δεν προέβλεπε κάτι ειδικότερα, αλλά ότι στις 2 Σεπτεμβρίου είχε πλέον σχηματιστεί στο Κάιρο Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με συμμετοχή και της Αριστεράς, στο διάγγελμα της οποίας η ύπαρξη των Τ. Ασφαλείας καταγγέλθηκε ως έγκλημα κατά της πατρίδας. Σε λίγες μέρες αναγγέλθηκε η αυτοδιάλυση της ΠΕΕΑ και στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε η συμφωνίας της Καζέρτας, με την οποία όλες οι αντάρτικες ομάδες υπήχθησαν στον εθνικό στρατό, υπό τις άμεσες διαταγές του Άγγλου στρατηγού Σκόμπι. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν άμεσα τις συνεννοήσεις στην Αργολίδα.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Στις 11/9 η πενταμελής ομάδα μετέβη στο Γκέρμπεσι, έγινε επτάωρη σύσκεψη, από την επιτροπή δηλώθηκε ότι δεν αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού του Άργους, αλλά ότι ήθελαν να συμβάλουν στην ειρηνική είσοδο των ανταρτών στην πόλη, μάλιστα με τα αναμενόμενα εθνικά στρατεύματα, και να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη κατά των κατακτητών. Εκατέρωθεν απόψεις καταγράφηκαν σε επίσημα έγγραφα. Από την πλευρά της Αριστεράς δηλώθηκε ότι έκαμε κάθε δυνατή υποχώρηση, ότι υπακούει στις διαταγές της Εθν. Κυβέρνησης ως Εθνικός Στρατός, αλλά ότι απαιτούν τη, σύμφωνα με τις διαταγές αυτής της κυβέρνησης, διάλυση των μονάδων των Τ. Ασφαλείας και την παράδοση του οπλισμού τους, εγγυώμενοι για την ασφάλεια των ανδρών της, μέχρι να ληφθούν οριστικές αποφάσεις από την Κυβέρνηση. Δήλωσε επίσης ότι προτείνει τη συγκρότηση Λαϊκής Επιτροπής Αυτοδιοίκησης, που θα εκλεγεί από τους πολίτες, και σε αυτή θα υπακούουν η νέα Εθν. Πολιτοφυλακή, η Αγροφυλακή και η Χωροφυλακή.

Οι προτάσεις αυτές γνωστοποιήθηκαν από την πενταμελή επιτροπή σε λαϊκή συνέλευση που οργανώθηκε στο ναό του Αγ. Ιωάννη, όπου κλήθηκαν εκπρόσωποι των φορέων των πολιτών, των Τ. Ασφαλείας και της μέχρι τότε συγκροτημένης Πολιτοφυλακής. Συντάχθηκε νέο υπόμνημα προς τους εκπροσώπους της Αριστεράς, με όσα συμφωνήθηκαν στη συνέλευση, όπου καταγράφηκε η ανάγκη σεβασμού των αποφάσεων της Εθν. Κυβέρνησης, με την παρατήρηση ότι η ΠΕΕΑ αυτοδιαλύθηκε, ότι οι οργανώσεις της Αριστεράς αποτελούν πλέον πολιτικά κόμματα και όχι “προκεχωρημένα κλιμάκια” της Κυβέρνησης και ότι δεν γίνεται κατανοητό γιατί ο ΕΛΑΣ θα πρέπει να καταλάβει τα αστικά κέντρα, αφού προορίζεται να αφομοιωθεί από τον Εθν. Στρατό, τμήματα του οποίου βρίσκονταν ακόμα στο εξωτερικό. Μεταφέρθηκαν, επίσης, οι αντιρρήσεις εκπροσώπων των Τ. Ασφαλείας σύμφωνα με τις οποίες η διάλυσή τους προϋπέθετε τη γενική συμφιλίωση των Ελλήνων, ενώ τους είχε ανατεθεί η περιφρούρηση της ασφάλειας των Ελλήνων και η ενίσχυση της Χωροφυλακής, αν όμως οι κάτοικοι μιας πόλης δεν έχουν ανάγκη των υπηρεσιών τους, τότε χωρίς να διαλυθούν μπορούν να μεταβούν σε άλλη πόλη με τον οπλισμό τους! Άρνηση υπήρξε και από την πλευρά της Χωροφυλακής, αφού σε αυτήν είχε ανέκαθεν ανατεθεί η τήρηση της τάξης, αλλά και από την Πολιτοφυλακή, η οποία δήλωνε ότι είχε συγκροτηθεί για αποτροπή απαγωγών, δολοφονιών και αντεκδικήσεων μεταξύ των πολιτών.

Η πρόταση που τελικά διαμορφώθηκε ήταν κάθε ένοπλη δύναμη να περιοριστεί εκεί όπου βρισκόταν και τα τμήματα του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, μέχρι να εμφανιστούν διορισμένοι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, αν και από ορισμένους προτάθηκε να εγκατασταθεί στην πόλη πολιτική αντιπροσωπεία των αριστερών οργανώσεων, που θα μπορούσε να αναλάβει και κάποια πολιτική αρχή. Φέρει ημερομηνία 14/9/44 και στις 16/9 η πενταμελής επιτροπή οργάνωσε άλλη λαϊκή συνέλευση στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, όπου αναγνώστηκαν όλα τα ανταλλαγέντα έγγραφα. Είχε προηγηθεί, την προηγουμένη, αποστολή άλλου εγγράφου από την Αριστερά, στο οποίο δινόταν η εξήγηση ότι η κατάληψη αστικών κέντρων επιβαλλόταν, για να εκκαθαριστούν οι βάσεις των Τ. Ασφαλείας, ώστε να καταδιωχθούν οι υποχωρούντες Γερμανοί, και ότι για τον ΕΛΑΣ προβλεπόταν ο βαθμιαίος μετασχηματισμός του, ενώ προ ημερών είχε επιτεθεί σε γερμανική μονάδα και τότε τα Τάγματα Ασφαλείας τους επιτέθηκαν στο Γκέρμπεσι. Δηλωνόταν δε ότι άλλο δεν απέμενε από τη βίαιη είσοδό τους στην πόλη και ότι ήταν έτοιμοι να τηρήσουν τα υπεσχημένα, αλλά αν τα Τ. Ασφαλείας πρόβαλαν αντίσταση, η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή συνιστούσαν την απομάκρυνση του άμαχου πληθυσμού.

Τελικά οι συνεννοήσεις συνεχίστηκαν και κατέληξαν στην αποχώρηση των Τ. Ασφαλείας και Χωροφυλακής προς το Ναύπλιο, από όπου με την μεσολάβηση του Παν. Κανελλόπουλου όλες οι μονάδες Τ. Ασφαλείας διαπεραιώθηκαν στις Σπέτσες.

Νίκος Μαυροειδής

Νίκος Μαυροειδής

Το πρώτο τμήμα ανταρτών μπήκε στην πόλη στις 18 Σεπτεμβρίου, υπό τον λοχαγό Ν. Μαυροειδή και τον προσφώνησε ο εφημέριος του Αγ. Πέτρου. Ο Μαυροειδής υπογράμμισε τη συμβολή του ΕΛΑΣ στον αγώνα για την ελευθερία και ότι υπάρχει ανάγκη για εθνική ενότητα. Στη συνέχεια το άγημα στρατωνίσθηκε σε αίθουσα σχολείου, αυτός επέβαλε την παράδοση όλων των όπλων σε οπλονόμο, αφού πριν από την είσοδο στην πόλη προειδοποίησε για την αποφυγή αντεκδικήσεων (τα Τ. Ασφαλείας είχαν συλλάβει ως ομήρους τη μητέρα του και την αδελφή του με το νεογέννητο παιδί της), υπογραμμίζοντας ότι για τα διαπραχθέντα εγκλήματα αρμόδια θα ήταν τα δικαστήρια.

Στις 19 Σεπτεμβρίου συγκροτήθηκε το νέο δημοτικό συμβούλιο (“Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας”), υποδείχθηκαν διάφοροι ως μέλη του και τελικά, μετά από πιέσεις τόσο από το ΕΑΜ όσο και από εκπροσώπους δεξιών παρατάξεων, ως δήμαρχος δέχθηκε να αναλάβει ο μετριοπαθής και “μη οργανωμένος” οδοντίατρος Κ. Δωροβίνης. Λαϊκή σύναξη, στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, δια βοής έδωσε τη συγκατάθεσή της.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οργανώθηκε στην ίδια πλατεία, μετά από δοξολογία, μεγάλη συγκέντρωση για την Απελευθέρωση, με παρέλαση μιας εκατοντάδας ανταρτών και με δημόσιες ομιλίες του επικεφαλής τους και δύο Άγγλων αξιωματικών.

 

Η νέα δημοτική αρχή

 

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

Σε συνεννόηση με τον αρχιμανδρίτη Χρ. Δεληγιαννόπουλο, ο Κ. Δωροβίνης πέτυχε να ελευθερωθούν οι όμηροι που ο ΕΛΑΣ κρατούσε σε ορεινό χωριό της Αργολίδας και, αντίστοιχα, να ελευθερωθούν οι όμηροι που κρατούσαν οι μονάδες των Τ. Ασφαλείας.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν άθλια. Τα δέντρα των δενδροστοιχιών είχαν κοπεί, οχετοί και υπόνομοι ήταν φραγμένοι, οι δρόμοι ακάθαρτοι και, το κυριότερο, το δημοτικό ταμείο άδειο. Δημοτικοί αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι παρέμεναν απλήρωτοι, ενώ από τα γύρω χωριά, είχαν εισρεύσει στην πόλη δεκάδες άτομα. Η πρώτη επείγουσα εργασία ήταν να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης, έστω, οργάνωση της πόλης. Από τα υπάρχοντα γραπτά και προφορικά τεκμήρια συνάγουμε ότι ακολουθήθηκε μια συναινετική τακτική, με τακτικές διαβουλεύσεις με τα σωματεία της πόλης. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι το πολύπαθο δημοτικό αρχείο του Άργους (σήμερα κανείς δεν γνωρίζει που ακριβώς βρίσκεται, ενώ τόμοι του βρέθηκαν, προ μηνών να δημοπρατούνται από τον οίκο Σπανό…..) περιείχε στον τόμο του 1944 τα Πρακτικά του νέου δημοτικού συμβουλίου σε συνέχεια των προηγούμενων και πριν από όσα ακολούθησαν. Όμως οι σχετικές σελίδες βρέθηκαν να έχουν σκιστεί. Σώθηκε μόνο μια, διότι στο πίσω μέρος της ακολούθησε Πρακτικό του νέου συμβουλίου του 1945.

 

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη  του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα  εξυγίανσης της πόλης.

Μια ανακοίνωση- προκήρυξη του νέου δημοτικού συμβουλίου με τα πρώτα μέτρα εξυγίανσης της πόλης.

 

Στον τομέα των δημοσίων έργων, σημειώνουμε τη συμβολή για την αποκατάσταση της δημόσιας οδού προς Τρίπολη, μετά τις ανατινάξεις που είχαν ενεργήσει φεύγοντας οι Γερμανοί, την επισκευή του δημοτικού υδραγωγείου, τη μεταφορά του νοσοκομείου στο μέγαρο Κωνσταντόπουλου, αλλά και τη λήψη του μέτρου της προσωπικής εργασίας (σε πλήρη συμφωνία με τους φορείς των πολιτών), για άντρες από 18-60 ετών. Όσοι ήθελαν να απαλλαγούν, όφειλαν να πληρώσουν ημερομίσθιο 200 δραχμών ή αντίστοιχο σε είδος.

Στον τομέα της γενικής οργάνωσης, λήφθηκε εξαρχής η απόφαση όσοι κατείχαν όπλα να τα παραδώσουν στη νέα Εθν. Πολιτοφυλακή που συγκροτήθηκε, ενώ ταυτόχρονα σχηματίσθηκε επιτροπή για την κατάρτιση εκλογικών καταλόγων. Δηλώθηκε, ότι καταργείται κάθε απαγόρευση ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, έγινε επίσημη σύσταση σε όσους είχαν ζώα να βοηθήσουν στην καλλιέργεια αγρών εκείνους που στερούνταν, έγινε απογραφή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και της λειτουργίας τους, ξεκίνησε η διανομή γάλακτος και τροφίμων, ιδιαίτερα στους απόρους, και επιβλήθηκε η υποχρέωση στους παραγωγούς τροφίμων πρώτης ανάγκης να δηλώνουν τις ποσότητες που είχαν την κατοχή τους. Με τη αύξηση, όμως, των τιμών των τροφίμων που παρατηρήθηκε προς τα τέλη Οκτωβρίου, απαγορεύθηκε η εξαγωγή κάθε είδους τροφίμων από την πόλη και καθορίστηκαν τα ύψη ημερομισθίων των εργατών σε συνεννόηση με το Εργατικό Κέντρο Άργους.

 

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής  για την παράδοση όλων των όπλων.

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής για την παράδοση όλων των όπλων.

 

Παράλληλα, ενώ σποραδικά λειτούργησε ο θεσμός του «λαϊκού δικαστηρίου», λήφθηκε φροντίδα ώστε να λειτουργήσει και πάλι Ειρηνοδικείο στο Άργος. Τέλος, πέρα από την κανονική διαχείριση του δήμου, επισημαίνεται ότι στην περίοδο αυτή, ενώ γινόταν διανομή τροφίμων σε απόρους, έχει καταγραφεί και διανομή μερίδων κρέατος στους δημοσίους υπαλλήλους.

Στις 3 Ιανουαρίου 1945 η Επιτροπή Λαϊκής Εξουσίας υπέβαλε την παραίτηση της στο Επαρχιακό Συμβούλιο Άργους, «με σκοπό την ανασυγκρότηση της», με κυβερνητική όμως απόφαση επανήλθε ως δήμαρχος ο Κ. Μπόμπος, που υπηρετούσε μέχρι λίγο μετά την κατάληψη του Άργους από τους Γερμανούς, το 1941.

Το «πείραμα» της διοίκησης της πόλης, τελικά με κοινή συνεννόηση, κατά βάση με πλειοψηφία της Αριστεράς, σε έκτακτες συνθήκες όπως αυτές της Απελευθέρωσης, πέτυχε να αποκλιμακώσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην πόλη με την αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής, να αποφευχθεί, κατά κοινή πια ορολογία, κάθε είδους έκτροπο και, παρά τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, να κερδηθεί η αποδοχή των πολιτών, μέχρι την πράξη αντικατάστασης από την κεντρική διοίκηση.

Αποτελεί, όμως, μια «άλλη ιστορία», το τι περίμενε όσους αναμείχθηκαν στη διοίκηση αυτή, στα χρόνια του Εμφυλίου που ακολούθησαν. Από τα συμβάντα στο Άργος στους τέσσερεις τελευταίους μήνες του 1944, αναδεικνύεται ένα αναμφισβήτητο γεγονός, ότι τόσο από την πλευρά των κατοίκων του, και μάλιστα του αστικού στρώματος της κοινωνίας, από όπου προερχόταν τόσο η πενταμελής επιτροπή των διαπραγματεύσεων όσο και ο νέος δήμαρχος όπως και μέλη του Δ.Σ. αλλά και από την πλευρά της Αριστεράς και μάλιστα και του στρατιωτικού κλάδου της, υπήρξε ειλικρινής πρόθεση συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων, πράγμα που εξηγεί και τη διάρκεια του νέου δημοτικού συμβουλίου, όταν το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο οδηγούσε σε όξυνση των καταστάσεων. Οι δημηγορίες που αναπτύχθηκαν από τα δύο μέρη, οι οποίες φέρουν στο νου κείμενα του Θουκυδίδη, δείχνουν όχι μόνο πλήρη αφομοίωση των όσων συμφωνήθηκαν σε γενικότερο επίπεδο, αλλά και διάθεση για εμπέδωση της νομιμότητας και όδευση προς την ανασυγκρότηση της πόλης. Οι πράξεις του νέου δημοτικού συμβουλίου και η στήριξή του από τους τότε φορείς της πόλης αυτό δείχνει άλλωστε.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 

* Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Εκατό χρόνια Γενικής Σχετικότητας: 1915–2015»


 

     “Events Series 2015”

«Η Φαντασία στην Επιστήμη και την Τέχνη»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 7.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Μιχάλης Δαφέρμος, Καθηγητής, Τμήμα Μαθηματικών, Πανεπιστήμιο Princeton, ΗΠΑ.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2015», θα είναι: «Εκατό χρόνια Γενικής Σχετικότητας: 1915–2015».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2015» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Από την Τηλεόραση στα Νέα Μέσα Επικοινωνίας και Ελληνική Κοινωνία»


 

 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥΣτα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  14  Δεκεμβρίου  2014  και  ώρα 6.30   μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

η κ. Τέσσα Δουλκέρη

Καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε.

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Επίτιμο μέλος του « ΔΑΝΑΟΥ» με θέμα:

«Από την Τηλεόραση στα Νέα Μέσα Επικοινωνίας και Ελληνική Κοινωνία»      

                                          

Προβληματισμοί και συζήτηση για την Τηλεόραση και τα Νέα Μέσα Επικοινωνίας με αφορμή το τελευταίο συλλογικό τόμο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση με τον ομώνυμο τίτλο, υπό τη διεύθυνση της. Ο τόμος αναφέρεται σε θέματα που αφορούν το Παιδί και την Τηλεόραση, τη Σεξουαλικότητα της Γυναίκας στις τηλεοπτικές σειρές, την Τηλεοπτική Πολιτική Ενημέρωση – Προπαγάνδα. Θα σχολιασθούν επίσης θέματα που αφορούν τα Νέα Μέσα και την επιρροή τους στους χρήστες και ζητήματα ιδιωτικότητας και ασφάλειας στις σελίδες Κοινωνικής Δικτύωσης.

Θα υπάρξει μουσική υπόκρουση από την πιανίστα κ. Ράνια Κουτρούλη.

 

Τέσσα Δουλκέρη


 

 

Τέσσα Δουλκέρη

Τέσσα Δουλκέρη

Είναι Καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Έχει Πτυχίο Νομικής, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Δημοσίου Δικαίου από το ΑΠΘ, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Κοινωνιολογίας από το Πανεπιστήμιο Παρισιού 1 – Σορβόννη και Διδακτορικό Δίπλωμα Επιστήμης της Πληροφόρησης – Επικοινωνίας από το Πανεπιστήμιο Παρισιού 2 – Πανθεόν -Σορβόννη.

Έκανε πρακτική άσκηση στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο και στη Γαλλική Τηλεόραση (πρώτο κανάλι) στο Παρίσι.

Δίδαξε ως Ειδική Επιστήμων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Τμήμα Νηπιαγωγών του ΑΠΘ. Στο πλαίσιο ανταλλαγών διδασκόντων του προγράμματος ERASMUS -SOCRATES δίδαξε σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για θέματα της ειδικότητάς της. Επίσης στη Κίνα, Βραζιλία και ΗΠΑ στο πλαίσιο διμερών Συμφωνιών του ΑΠΘ.

Τα βιβλία της που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση είναι: Κοινωνιολογία της Διαφήμισης, Διαφήμιση και Επικοινωνία, Ελληνική Τηλεόραση, , Ισότητα των δύο φύλων και ΜΜΕ, Ισότητα των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, Αθλητισμός, Κοινωνία και ΜΜΕ, Το Είδωλο: Η κατασκευή της εικόνας, κ.α.

Τα ντοκιμαντέρ (σενάριο – σκηνοθεσία) της : «Σκεπαστό – Ένα ορεινό χωριό της Ανατολικής Θράκης», η «Ώρα η Κακιά» και «Πίσω στη Φύση με Κίνηση» επιλέχθηκαν και προβλήθηκαν στα Κινηματογραφικά Φεστιβάλ Δράμας, Χαλκίδας και εξωτερικού αντίστοιχα.

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου: «Έγκλημα στα Μανιάτικα»


 

 

Το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014 στο Επιμελητήριο Αργολίδας, Κορίνθου 23 στο Άργος, στις 19:30 το βράδυ, θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Γιώργη Μασσαβέτα «Έγκλημα στα Μανιάτικα».

 Τον συγγραφέα και το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:

 Γιώργος Κόνδης – Κοινωνιολόγος

Βασίλης Τσιλιμίγκρας – Φιλόλογος

 

Γιώργης Μασσαβέτας : Ανανεώνοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα

 

Έγκλημα στα Μανιάτικα

Έγκλημα στα Μανιάτικα

Μετά από πολύ καιρό, το αστυνομικό μυθιστόρημα βρίσκει την ευκαιρία της ανανέωσής του με ένα έγκλημα η διαλεύκανση του οποίου υφαίνεται πάνω σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πλοκή. Κι αυτό γιατί εκτός από τη φαντασία του συγγραφέα, πάρα πολλά στοιχεία από την ρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, τα στερεότυπα, τις πολιτικές καταστάσεις, την κοινωνική επιβολή ρόλων στα δυο φύλα και τις αντίστοιχες κοινωνικές απαγορεύσεις, όλα αυτά μαζί, συμμετέχουν στη διαμόρφωση μιας ιστορίας καλογραμμένης.

Πρόκειται για το «Έγκλημα στα Μανιάτικα», το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Γιώργη Μασσαβέτα, με το οποίο ο συγγραφέας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα περισσότερο αγαπημένα είδη μυθιστορήματος. Η δολοφονία μιας κοπέλας από τη Μάνη δεν είναι απλά το γεγονός πάνω στο οποίο θα στηθεί μια περιπέτεια όπου η αγωνία και οι ξαφνικές εναλλαγές προσώπων και στοιχείων θα διαμορφώνουν την προσπάθεια διαλεύκανσης του μυστηρίου. Ο συγγραφέας, γνωρίζοντας πολύ καλά τα έργα και τις τεχνικές των μεγάλων του είδους, προσθέτει έναν ολόκληρο κόσμο που γνώρισε ο ίδιος, μεταφέροντας αριστοτεχνικά στο προσκήνιο όλα όσα οι κοινωνικές συμβάσεις επιμένουν να κρατούν στο σκοτεινό κομμάτι του εαυτού.

Τα Μανιάτικα δεν αποτελούν απλό γεωγραφικό ή λαογραφικό προσδιορισμό μιας συνοικίας του Πειραιά που θα την συνταράξει το αποτρόπαιο γεγονός. Είναι το στοιχείο εκείνο που προσδιορίζει την ηθογραφική πλευρά του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών, όπως και μια σειρά από άλλα στοιχεία (η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ποντιακής καταγωγής, κλπ), που λειτουργούν συνθετικά και ταυτόχρονα απομονώνουν στη σκέψη του αναγνώστη σκέψεις και εικόνες που λειτουργούν διαχρονικά στη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας.

 

Γιώργης Μασσαβέτας

 

Ο Γιώργης Μασσαβέτας γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στην Κοκκινιά. «Ιστορικός» δημοσιογράφος, τόσο για την πολύχρονη παρουσία του στον τύπο (από το 1958), όσο και για την πολύτιμη εμπειρία που η ζωή και το επάγγελμα του χάρισαν. Γνωστός περισσότερο από την καθημερινή του στήλη «Καλημέρα κ. Πρόεδρε» που άρχισε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα σε πολλές εφημερίδες της περιφέρειας μεταξύ των οποίων η ΑΡΓΟΛΙΔΑ με την οποία συνεργάζεται πάνω από δεκαπέντε χρόνια, ο Γιώργης Μασσαβέτας αναδεικνύει με έναν ιδιαίτερο τρόπο την δυσκολία του πολιτικού κόσμου να εφαρμόσει τα «ευκόλως εννοούμενα». Γλώσσα όχι απλά καταγγελτική, αλλά και τεκμηριωμένη για όσα η κοινή λογική προτάσσει, το χρονογράφημα του Γιώργη Μασσαβέτα αποτελεί, χρόνια τώρα, ένα ιστορικό δημοσιογραφικό βήμα ελεύθερης έκφρασης και δημοκρατικού ήθους.

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών, κτίστηκε δίπλα στο λιμάνι, το 1713, από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο προβλεπτή του στόλου, επάνω σε προσχώσεις έξω από τα βόρεια τείχη της πόλεως, στην τότε συνοικία του «Αιγιαλού».

 

Ο παλαιός Άγιος Νικόλαος και το Ηρώο στην παραλία Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.

Ο παλαιός Άγιος Νικόλαος και το Ηρώο στην παραλία Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.

 

Ιδρύθηκε προς τιμήν του Αγίου Νικολάου, προστάτη των Ενετών ναυτικών, σε αντικατάσταση παλαιότερου ναού του Αγίου Νικολάου, που βρισκόταν μέσα στα τείχη της πόλεως, όπως αναφέρεται στην εντοιχισμένη πλάκα, που βρίσκεται στην πρόσοψη του ναού:

 

HANC DIVI NIKOLAI ECCLESIAM NAUTARUM PROTECTORIS AUGUST(INUS) SAGREDO PROV(ISOR) CLASSIS MARIS

EX URBE TRANSLATAM

LITORI DEGENTIUS CONSTRUENDAM PRAECEPIT ADIVIT.

ANNO M.D CC.XIII.

 

Την Εκκλησίαν ταύτην του Αγ. Νικολάου Προστάτου των ναυτιλλομένων

Ο Αυγουστ(ίνος) Σαγρέδος Προβλ(επτής) του Στόλου

Εκ της πόλεως μετενεχθείσαν

εις την παραλίαν ευπρεπέστερον να οικοδομηθή διέταξε και συνετέλεσε

Εν έτει 1713

 

Η Εκκλησία Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, τέλη 19ου αιώνα. Στις «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», ο κ. Γιάννης Μακρής σημειώνει για την φωτογραφία: Το Καμπαναριό του Αγίου Νικολάου έπαθε καθίζηση ένεκα σαθρού εδάφους. Για τον λόγο αυτό αποσυναρμολογήθηκε και πωλήθηκε στη Μητρόπολη Λεωνιδίου (σήμερα βρίσκεται στην Παναγιά Λεωνιδίου), το φθινόπωρο του 1932. Με τα χρήματα αυτά άλλαξαν τελείως την πρόσοψη του Ναού προσθέτοντας δύο ενσωματωμένα καμπαναριά.

Η Εκκλησία Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, τέλη 19ου αιώνα. Στις «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», ο κ. Γιάννης Μακρής σημειώνει για την φωτογραφία: Το Καμπαναριό του Αγίου Νικολάου έπαθε καθίζηση ένεκα σαθρού εδάφους. Για τον λόγο αυτό αποσυναρμολογήθηκε και πωλήθηκε στη Μητρόπολη Λεωνιδίου (σήμερα βρίσκεται στην Παναγιά Λεωνιδίου), το φθινόπωρο του 1932. Με τα χρήματα αυτά άλλαξαν τελείως την πρόσοψη του Ναού προσθέτοντας δύο ενσωματωμένα καμπαναριά.

 

Εσωτερικό του  Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου.  (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Εσωτερικό του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ο Ναός είναι τρισυπόστατος, το μεσαίο κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, το δεξιό στους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και το αριστερό στους Τρείς Ιεράρχες. Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη. Ο σημερινός ναός του Αγίου Νικολάου είναι νεότερος, εγκαινιάσθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1836. Η αρχική μορφή του ναού έχει πλέον αλλάξει από μεταγενέστερες προσθήκες (πρόσοψη, κωδωνοστάσιο).

Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, σήμερα. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ναυπλίου, σήμερα. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Στον περίβολο του Ναού βρίσκεται η προτομή του εφημερίου του ναού Αρχιμανδρίτη Ιερόθεου Μπαζιώτη, που σκοτώθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1941, στο Πόγραδετς της Βόρειας Ηπείρου, ως έφεδρος στρατιωτικός ιερέας, με το βαθμό του υπολοχαγού.

Στις 6 Δεκεμβρίου, το λιμενικό της πόλης του Ναυπλίου γιορτάζει με μεγαλοπρέπεια τον προστάτη του Άγιο Νικόλαο, με λιτάνευση της θαυματουργής εικόνας του Αγίου καθώς και του τεμαχίου του ιερού λειψάνου του, που φυλάσσεται στον ιερό ναό.

 

Πηγές 


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου ,«Ναύπλιο  – Κείμενα και Εικόνες», Αθήνα 1988.
  • Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο (http://www.nafplio-tour.gr)
  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας», περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

 

Read Full Post »

Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή,* με θέμα:

«Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;»

 

Η διακυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) συνίσταται σε μια σειρά τομές ή και ρήξεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας. Ο Ταγίπ Ερντογάν εκφράζει και εφαρμόζει μια συνολική πολιτική στρατηγική με ευδιάκριτα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που – παρά τις αντιφάσεις της – ευαγγελίζεται έναν βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκίας ως απάντηση στην μεταψυχροπολεμική κορύφωση της κρίσης του «κεμαλικού» συστήματος διακυβέρνησης.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο πολιτικό-ιδεολογικός προσανατολισμός της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι όχι μόνο ευδιάκριτος από την «κεμαλική» ιδεολογία αλλά και νικηφόρος σε διαδοχικές πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις με το «κεμαλικό» κατεστημένο και με το λεγόμενο «βαθύ κράτος».

Στις εξωτερικές σχέσεις, οι επιλογές της νέας διακυβέρνησης είναι επίσης διακριτές από την παραδοσιακή τουρκική διπλωματία, εμφανίζοντας μια ιδιαίτερη ενεργητική παρέμβαση στην Μέση Ανατολή, όπου η «κεμαλική» διπλωματία ακολουθούσε κυρίως μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία. [1] Το σύνολο των επιλογών εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να αποτελεί, επίσης, προϊόν μιας συνεκτικής στρατηγικής, της οποίας το ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο διαθέτει ενδείξεις αναθεώρησης του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. [2] Όπως το έθεσε τον Ιούνιο 1989 ο πρίγκιπας Μωχάμετ αλ-Φεϋζάλ, Σαουδικής Αραβίας και Πρόεδρος της Faisal Finance Institution (F.F.I.), τουρκικής θυγατρικής της Dar al-Mal al Islami: «Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν να παίζει διπλό ρόλο, πρέπει να αποφασίσει ή να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου ή να συνδεθεί με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». [3] Ήταν η περίοδος όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αποφανθεί για το πρόωρο της αίτησης ένταξης που είχε υποβάλει ο Τουρκούτ Οζάλ το 1987. [4] Περίπου είκοσι χρόνια μετά το ίδιο «δίλημμα» φαίνεται να διαπερνά την διακυβέρνηση Ταγίπ Ερντογάν, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ριζοσπαστική αμφισβήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας, τουλάχιστον με την έννοια που της αποδίδει ο K.J. Holsti ως την «γενική στρατηγική του κράτους για την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών του στόχων». [5] Σε κάθε περίπτωση, στο επίκεντρο των τουρκικών εξελίξεων βρίσκεται πάντα το ζήτημα της «εναρμόνισης των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας», μια προσέγγιση που αποσκοπεί να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της εξωτερικής πολιτικής χωρίς να την απομονώνει από το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο της. Αυτή η προσέγγιση μας επιτρέπει ειδικότερα να διακρίνουμε ή και να προσδιορίσουμε τις εθνικές προτεραιότητες και την πολιτική βούληση [6] των εκάστοτε κυβερνήσεων, καθώς και την επιρροή των εξωτερικών παραγόντων (δηλαδή, της πολιτικής άλλων κρατών και της διεθνούς συγκυρίας) στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. [7] Όλες αυτές οι παράμετροι εξακολουθούν να είναι ζητούμενα της τουρκικής πολιτικής, δεν παύουν όμως στην τουρκική πολιτική ιστορία της να συνδέονται με την μοναδικό εναλλακτικό του κεμαλισμού πρόγραμμα διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν.

Η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) στην τουρκική πολιτική ασφαλώς οφείλει πολλά στον χαρισματικό ηγέτη του, Ταγίπ Ερντογάν, [8] ωστόσο απορρέει από την υπερίσχυση ενός κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος που πραγματώθηκε λόγω της κορύφωσης της κρίσης του «κεμαλισμού» στην δεκαετία του ’90.[9] Ο Ιμπραϊμ Καλίν (İbrahim Kalın), Σύμβουλος Διεθνών Σχέσεων του Ταγίπ Ερντογάν και στενός συνεργάτης του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβoύτογλου, αναγνωρίζει ως δύο βασικές αιτίες της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στην Τουρκία τόσο τον «μικρόψυχο», όπως τον αποκαλεί, τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος, στο όνομα της «τεχνητής» εθνικής ομοιογένειας απαρνήθηκε την οθωμανική κληρονομιά στον πλουραλισμό και την ανεκτικότητα, όσο και τις πολιτικές «εθνικής ασφάλειας», οι οποίες δημιούργησαν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και αντιμετώπισαν τον εκδημοκρατισμό ως κρυφό ιμπεριαλιστικό σχέδιο. [10]

Η Κεμαλική επανάσταση στις αρχές του περασμένου αιώνα σ’ αντικατάσταση της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας πρόβαλε και επέβαλε έναν μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα δυτικά πρότυπα παρά στην οθωμανική κρατική παράδοση, επέλεξε τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό ενός κοσμικού κράτους βασισμένο αποκλειστικά στο τουρκικό έθνος απορρίπτοντας τον «ενοποιητικό» μουσουλμανικό χαρακτήρα ενός πολυεθνικού κράτους επιρρεπή σε φυγόκεντρες τάσεις που διευκόλυναν διεθνείς παρεμβάσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία.[11] Η πορεία επικράτησης της Κεμαλικής επανάστασης στο εσωτερικό και στις εξωτερικές σχέσεις συνδέθηκε έντονα με την θεώρηση του Ισλάμ ως αναχρονιστικού παράγοντα αποδυνάμωσης της συνοχής του νέου κράτους και πρόκρινε την περιθωριοποίηση του ως ιδιωτική θρησκευτική υπόθεση και όχι ως θρησκευτικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας. [12] Η Κεμαλική στρατιωτική και διοικητική γραφειοκρατία στήριξε το μοντέλο ανάπτυξης του κρατισμού (etatism) οδηγώντας στο πολιτικό περιθώριο τα κοινωνικά στρώματα παραδοσιακών οικονομικών δομών και θρησκευτικών αντιλήψεων βασισμένων στα διάφορα μουσουλμανικά ρεύματα (σουνίτες, αλεβίτες, κ.α). [13] Πρόκειται για την τάξη των θρησκευόμενων αγροτών, εμπόρων και βιοτεχνών, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ανατολία, κατά τη δεκαετία του ’50, υπήρξε περιθωριοποιημένη και θύμα των ιδεολογικών διακρίσεων της κρατικής παρέμβασης, εφόσον η στρατο-γραφειοκρατία υποστήριζε το «κοσμικό» κεφάλαιο μονοπωλίων και ολιγοπωλίων του TÜSİAD (του Συνδέσμου των – 400 μεγαλύτερων-Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών, ιδρυθέντος το 1923). [14] Τα κοινωνικά αυτά στρώματα έδωσαν την εκλογική νίκη στο «Δημοκρατικό Κόμμα» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. [15] Μέχρι την δεκαετία του ’90, με διαδοχικές στρατιωτικές παρεμβάσεις που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν (1980), ο στρατός θα αναδειχθεί ως θεματοφύλακας μιας κεμαλικής διακυβέρνησης που έρχεται να διαχειριστεί κοινωνικές αντιθέσεις και πιέσεις εξωτερικής πολιτικής σ’ ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον, όπου η γεω-στρατηγική αξία της Τουρκίας θα της προσδώσει κρίσιμα περιθώρια ευελιξίας και προσαρμογών. [16]

Ο Τουτκούτ Οζάλ, αρχικά ως υπουργός οικονομικών του καθεστώτος Εβρέν και αργότερα ως Πρωθυπουργός μετά την επικράτηση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP) στις εκλογές 1983, προώθησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και άνοιξε την οικονομία σε διεθνείς επενδύσεις. Η οικονομική πολιτική εξαγωγών του Οζάλ βρήκε την ανταπόκριση στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο των κρατών του Κόλπου και ειδικότερα με εξαγωγές στο Ιράκ, Σαουδική Αραβία και Ιράν, παράλληλα παρατηρήθηκε σημαντική εισροή αραβο-ισλαμικών κεφαλαίων με κύρια προέλευση την Σαουδική Αραβία που εστίασαν το ενδιαφέρον τους στον χρηματο-πιστωτικό τομέα της τουρκικής οικονομίας. [17] Με το πέρασμα της Τουρκίας στην ελεύθερη αγορά και στην ανοιχτή οικονομία πραγματοποιήθηκε μια πραγματική επανάσταση στον επιχειρηματικό κόσμο με τους μικρομεσαίους καπιταλιστές να πολλαπλασιάζονται, να ενσωματώνονται στην εγχώρια αγορά, να ανακαλύπτουν τις ξένες αγορές, να πλουτίζουν και να αναδεικνύονται μέσα στο ολιγαρχικό-κεμαλιστικό σύστημα ως ‘εναλλακτική’ επιχειρηματική ελίτ. [18] Η λειτουργία Ισλαμικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων επετράπη, διά νόμου, οι ισλαμικές ομάδες και δίκτυα (tarikat-cemaat), άρχισαν να εδραιώνονται στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της χώρας, μέσω της εξάπλωσης ισλαμικών εκδόσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, εταιρειών και τραπεζών, και το ισλαμικό κεφάλαιο της Ανατολίας γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. [19]

Η ανάδειξη του Ταγίπ Ερντογάν στην πολιτική ηγεσία της Τουρκίας [20] και η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στις εκλογές του 2002 ανάδειξε όχι μόνο μια νέα πολιτική ελίτ αλλά και την πρόσβαση στην εξουσία μιας νέας μεσαίας τάξης και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων της Ανατόλιας με έντονες παραδοσιακές μουσουλμανικές πεποιθήσεις και αξίες και περιόρισε το εκλογικό προβάδισμα των κεμαλικών κομμάτων μόνο στις παράλιες πόλεις του Αιγαίου και της Μεσογείου. [21] Παράλληλα, η εμπέδωση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στην διακυβέρνηση της χώρας και κυρίως ως προεξέχουσα δύναμη σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις οδήγησαν στην άρθρωση μιας εναλλακτικής προσέγγισης και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στην λεγόμενη πολιτική του «Στρατηγικού Βάθους» του καθ. Αχμέτ Νταβούτογλου. [22] Σύμφωνα μ’ αυτήν την προσέγγιση είναι αναγκαία η χειραφέτηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προκειμένου να ενισχυθεί ένας πολυδιάστατος διεθνής ρόλος της Άγκυρας. [23]

Η εξωτερική πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν έχει σαφείς αναφορές στην πορεία των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και στην αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων. Η πολιτική αυτή υπόσχεται να δώσει μια απάντηση στα σημαντικά διλήμματα εθνικής στρατηγικής που αντιμετώπισε η Τουρκία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. [24] Η αναίρεση της μεταπολεμικής σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τις καθεστωτικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, μείωσαν δραματικά τον στρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, τον οποίο η Άγκυρα επιχείρησε να ανανεώσει επιδιώκοντας την αναβάθμιση της σε «περιφερειακή δύναμη» της Δύσης στο γεω-στρατηγικό τρίγωνο Μέση Ανατολή-Καύκασος/Κεντρική Ασία-Βαλκάνια στην δεκαετία του ‘90. Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα ανέπτυξε μια σειρά περιφερειακές πρωτοβουλίες (όπως η Συνεργασία για την Μαύρη Θάλασσα, [25] κ.α.) και διμερή ανοίγματα, βασισμένη κυρίως στις ειδικές σχέσεις με ΗΠΑ [26] και Ισραήλ. [27] Η εναρμόνιση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, την μόνη υπερδύναμη, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και κυρίως οι προσδοκίες που δημιούργησε η επιτυχής ηγεσία της Ουάσιγκτον στον πόλεμο του Συνασπισμού κατά του Ιράκ (1991) για έναν ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή [28] αλλά και σε Βαλκάνια και Καύκασο σύντομα έφτασαν στα όρια τους. Η παραμονή του Σαντάμ Χουσεΐν στην εξουσία απέτρεψε προσωρινά έναν διαμελισμό του Ιράκ και την ενδεχόμενη απόσχιση του Ιρακινού Κουρδιστάν στα σύνορα της Τουρκίας. Οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράκ οδήγησαν, όμως, στο κλείσιμο του πετρελαιαγωγού Ιράκ-Τουρκίας (Kirkuk–Yumurtalik pipeline) και την αναπτυξιακή προσπάθεια στην Ανατόλια σε στασιμότητα. Στον μετα-σοβιετικό Καύκασο, η εντατική παρέμβαση της Άγκυρας υπέρ του Αζερμπαϊτζάν στην σύγκρουση του με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ έφερε την Τουρκία σε τροχιά σύγκρουσης με την Ρωσία, ενώ πέραν της ρωσικής αντίθεσης, η υιοθέτηση μιας «παν-τουρκικής» ρητορικής στις σχέσεις με τα κράτη της Κεντρικής Ασίας δημιούργησαν δυσφορία και δυσπιστία στις ηγεσίες αυτών των κρατών. [29] Στην νοτιο-ανατολική Ευρώπη, οι εξελίξεις στην Βουλγαρία με την υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της μουσουλμανικής μειονότητας (1994) και η Συνθήκη του Ντέϋτον (1995) μείωσαν τα τουρκικά ερείσματα στην περιοχή. [30]

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η μείωση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας δεν έχει αναιρεθεί και σε ορισμένες διαστάσεις η Άγκυρα βρίσκεται στο περιθώριο σημαντικών διεθνών εξελίξεων, όπως η κυοφορούμενη, τότε, Διεύρυνση των Δεκαπέντε της Ευρωπαϊκής Ένωσης [31] και εγκλωβισμένη σε γεωγραφική περιοχή αστάθειας και συγκρούσεων. Η επιδείνωση των σχέσεων με Ελλάδα (Ίμια, 1996), με Συρία (1998), η πίεση στις τουρκικές επιδιώξεις από την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, [32] όπως και η πίεση από κούρδους του Β. Ιράκ επιχειρείται να αναιρεθεί με πολιτικο-στρατιωτικά μέσα και επεμβάσεις, χωρίς ωστόσο αυτά να επιλύουν το κομβικό πρόβλημα της ενδυνάμωσης διεθνούς θέσης της. Η ισχυρή υποστήριξη της Ουάσιγκτον στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ [33] και άρση των ελληνικών αντιρρήσεων με την διπλή προώθηση της διαδικασίας επίλυσης του κυπριακού (σχέδια Αννάν) [34] και διασύνδεσης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την εξομάλυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων οδήγησαν στην προώθηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων (1999) και στο καθεστώς υποψήφιου κράτους (2004). Επρόκειτο για μια απόπειρα «διασύνδεσης» παράλληλων διαδικασιών που τελικά δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Η ανυπαρξία αμοιβαίας αποδεκτής λύσης στο Κυπριακό, που εκφράστηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Αννάν ως ετεροβαρούς λύσης υπέρ των τουρκικών θέσεων οδηγεί το Κυπριακό σε νέα φάση, χωρίς η «μη – λύση» να εμποδίσει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ένταξη που είχε, ήδη, προγενέστερα συνδεθεί με «συμφωνία – πακέτο» των κοινοτικών εταίρων για την απρόσκοπτη ταυτόχρονη διεύρυνση και των δέκα υποψηφίων κρατών στην Ε.Ε. εφόσον πληρούν τα οικονομικά κριτήρια ένταξης. Από την άλλη πλευρά, οι εντάσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται και δεν σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος στις διμερείς σχέσεις παρά την προσπάθεια συντήρησης της διαδικασίας ομαλοποίησης και την μη-επιστροφή στην προ του 1999 επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.[35] Ωστόσο, η πλέον σημαντική εξέλιξη εστιάζεται στην έλλειψη καθοριστικής προόδου στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η αδυναμία ουσιαστικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων (κυρίως σ’ ότι αφορά τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, κ.α.) στην Τουρκία με ορίζοντα το 2004 ως «έτος ορόσημο» για την αξιολόγηση προόδου των μεταρρυθμίσεων [36] αλλά και οι σοβαρές επιφυλάξεις κρατών μελών (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Κύπρος, κ.α.) υπονομεύουν την, σύντομη τουλάχιστον, ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. [37] Επιπρόσθετη πίεση στην Άγκυρα δημιουργούν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η αμερικανική επίθεση στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως η επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων πριν τον 2ο πόλεμο κατά του Ιράκ (2003), που η έκβαση του οδηγεί στην ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και στην πολιτική χειραφέτηση των κούρδων του Β. Ιράκ ως βασικούς εταίρους των ΗΠΑ στην προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης του μεταπολεμικού Ιράκ. Στο μεταξύ, το αποτέλεσμα των εκλογών του 2002 έχει αναδείξει το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» ως κυβερνών κόμμα και Πρωθυπουργό τον Ταγίπ Ερντογάν.

Η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν ανάλαβε σε μια περίοδο εντατικής τουρκικής διπλωματίας με άξονα την επίτευξη καθεστώτος υποψήφιου κράτους-μέλους της Ε.Ε., [38] επιδίωξη που ολοκληρώθηκε επιτυχώς το 2004. [39] Ωστόσο, η προοπτική ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες που εστιάζονται στην ανάγκη καθεστωτικών μεταρρυθμίσεων και αναπροσαρμογών της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας ως προ-απαιτουμένων της ένταξης. [40] Βέβαια, η πορεία εκδημοκρατισμού συνδεόμενη με την προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο συνδέεται και με την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να υπερισχύσει στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.[41] Όμως, μη συνεπή ανταπόκριση της Τουρκίας στις κοινοτικές επιταγές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική έδωσαν ώθηση στην «εναλλακτική» προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της λεγόμενης πολιτικής του «Στρατηγικού Βάθους».

Η ουσία αυτής της προσέγγισης βασίζεται στις παραδοσιακές γεωπολιτικές αντιλήψεις αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της χώρας και, από αυτήν την σκοπιά, η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζει στοιχεία συνέχειας βασισμένων σε εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς αλλά και αλλαγής που προέρχονται από τα περιθώρια επιλογών που διαθέτει το κυβερνών κόμμα βασισμένα στην μη-άρνηση της μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητος της χώρας ως όχημα «ανοίγματος» στον μουσουλμανικό κόσμο. Πρόκειται για την ίδια, κατά βάση, αντίληψη των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν η Τουρκία επιχείρησε να προβάλει την γεωστρατηγική θέση της ανάμεσα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο/Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή ως καταλύτη για την ανανέωση της στρατηγικής αξίας της στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον και την επίτευξη ρόλου περιφερειακής δύναμης.

Η βασική διαφορά μεταξύ των δυο περιόδων είναι ότι τότε η Τουρκία εμφανιζόταν ως ένα «κράτος-πρότυπο» που συνδύαζε τρείς διαστάσεις: πρώτον, την πρόσδεση του στον δυτικό προσανατολισμό του, δεύτερον, τον κοσμικό κρατικό χαρακτήρα μιας μουσουλμανικής χώρας και τρίτον, τις «τουρκογενείς» εθνοτικές συγγένειες.

Αντίθετα, σύμφωνα με την αντίληψη του «Στρατηγικού Βάθους», η Τουρκία οφείλει να προσεγγίσει τον άμεσο γεωγραφικό της χώρο «χειραφετημένη» από «δυτικές εξαρτήσεις» και να λειτουργήσει ως «γέφυρα» σε διαφορετικούς «γεω-πολιτισμικούς» πόλους, ήτοι της Δύσης, της Μέσης Ανατολής, του Μουσουλμανικού κόσμου και της Κεντρικής Ασίας. Μ’ άλλα λόγια, η Άγκυρα θα πρέπει να διαχωρίσει την θέση της από Δυτικές πολιτικές επιλογές και διπλωματικούς χειρισμούς που δεν εξυπηρετούν την περιφερειακή πολιτική, η οποία συνιστά βασικό χαρακτηριστικό στην προσέγγιση του «Στρατηγικού Βάθους». [42] Η αυτοδύναμη ικανότητα της Άγκυρας να δημιουργεί σταθερά περιφερειακά ερείσματα προσδίνει στην Τουρκία το απαιτούμενο «στρατηγικό βάθος» προκειμένου να ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση της έναντι, κυρίως, των δυτικών συμμάχων της και να ενισχύσει την διεθνή θέση της σ’ ένα ρευστό και μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.

Η ενεργοποίηση της τουρκικής διπλωματίας στην Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, σημαίνει την διατήρηση αποστάσεων από τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή και αναθεώρηση ή και ακύρωση της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Τουρκίας-Ισραήλ. [43] Το 2006 η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας έσπευσε να προσκαλέσει στην Άγκυρα τον ηγέτη της Χαμάς, Χαλέντ Μασάλ, για συνομιλίες δείχνοντας ότι, αντίθετα με δυτικά κράτη, αναγνωρίζει τα αποτελέσματα των παλαιστινιακών εκλογών και εξηγώντας στους δυτικούς επικριτές ότι διατηρώντας σχέσεις με την Χαμάς, η ίδια μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» διαλόγου της Δύσης για την αναγνώριση του Ισραήλ. [44] Στην πρόσφατη κρίση της Γάζας (Δεκέμβριος 2008) ο Τ. Ερντογάν εμφανίστηκε ως ένας από τους πλέον ισχυρούς επικριτές των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα αξιοποιώντας το άνοιγμα του προς την Συρία [45] προσφέρει τις καλές υπηρεσίες της Τουρκίας για την έναρξη συνομιλιών Ισραήλ-Συρίας στην Κωνσταντινούπολη. [46] Η Άγκυρα υπήρξε επίσης επικριτική κατά των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Φελούτζα του Ιράκ (2004) που την χαρακτήρισε «γενοκτονία», ενώ επεδίωξε και επέτυχε να διασφαλίσει την προεδρία στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης.

Η επιδίωξη μιας «αποστασιοποίησης» της Άγκυρας από δυτικές τοποθετήσεις έχει συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν, όπως και η προσπάθεια ανάπτυξης σχέσεων με κράτη της περιοχής. [47] Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αποσκοπεί, όμως, να δημιουργήσει μονιμότερα ερείσματα της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις της, θεωρώντας την γεωγραφική θέση της ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η κριτική κατά της «δυτικής περιχαράκωσης» της χώρας ως πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής συνοδεύεται εξίσου με την απόρριψη και της «περιχαράκωσης» που προέρχεται από «φοβικά σύνδρομα ασφάλειας» με επίκεντρο τις αποσχιστικές τάσεις που εστιάζονται στο κουρδικό πρόβλημα αλλά διαπνέονται από τις ιστορικές μνήμες του συντηρητικού «κεμαλικού» κατεστημένου διαμελισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας και απόπειρα αποικιοποίησης των εδαφών της στις αρχές του 20ου από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Το σύνολο της τουρκικής πολιτικής ελίτ συμμερίζεται το κουρδικό πρόβλημα ως κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος συμπλέει με το «κεμαλικό» κατεστημένο σ’ ότι αφορά τόσο την ανάγκη συντονισμού με Δαμασκό, Τεχεράνη και κυρίως Βαγδάτη για την αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στο Β. Ιράκ, όσο και την αναγκαιότητα τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εκεί, ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει συνεχείς τριβές με την Ουάσιγκτον, η οποία διατηρεί σημαντικά ερείσματα στους κούρδους του Β. Ιράκ για την εμπέδωση της μεταπολεμικής σταθερότητας στην χώρα αυτή. Ωστόσο, στην εσωτερική πολιτική σκηνή ο Τ. Ερντογάν έχει ακολουθήσει μια προσεκτική πολιτική υπέρ των μειονοτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας την εκλογική επιρροή του κόμματος του στην κουρδική νοτιο-ανατολική Τουρκία. [48]    

Στην αντίληψη της ανάσχεσης απειλών και κινδύνων ασφάλειας και της θεωρούμενης εξ αιτίας τους «περιχαράκωσης», η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αντιτείνει την αυτοπεποίθηση μιας ήδη ισχυρής στρατιωτικά Τουρκίας σε σύγκριση κυρίως με το στρατιωτικό δυναμικό των γειτονικών κρατών και την έμφαση στην zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτική. [49] Αλλά και στο πλαίσιο των νέων προτεραιοτήτων της, η διπλωματική ενεργοποίηση για αναθέρμανση και προσέγγιση με τα γειτονικά κράτη, ως βασική παράμετρο της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους», συνιστά επίσης μια «περιχαράκωση» της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ότι μπορεί να τις διαχειριστεί με τρόπο που να αναβαθμίζει ευρύτερα την διεθνή θέση της. [50] Όμως η Τουρκία δεν παύει να βρίσκεται σε γεωγραφική θέση που περιβάλλεται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι οποίες συνιστούν κορυφαίες διεθνείς διενέξεις (αραβο-ισραηλινές σχέσεις, παλαιστινιακό, μεταπολεμικό Ιράκ, σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, κ.α.). Το όριο της zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτικής βρίσκεται αφ’ ενός στην ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων αλλά αφ’ ετέρου αφορά την εκδήλωση μιας πολιτικής «επιτήδειου ουδέτερου» σ’ ότι έχει να κάνει με τους πόλους των συγκρούσεων και αυτό, κυρίως, επιτυγχάνεται με την «αποστασιοποίηση» από τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ που δεν συμβαδίζουν με τις διπλωματικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Η εκπλήρωση ενός ρόλου «διαμεσολαβητή» συναρτάται από την βούληση των εμπλεκομένων μερών για προσέγγιση και την αδυναμία τους να την επιτύχουν με απευθείας επαφές. Σε κορυφαίες διεθνείς διενέξεις, όπως το μεσανατολικό, η τουρκική διαμεσολάβηση εμφανίζεται να έχει οριακή πρακτική χρησιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η περιφερειακή «περιχαράκωση» της Τουρκίας έχει περισσότερο σημασία όχι για τον ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο της αλλά κυρίως για την διαπραγμάτευση της ίδιας της θέσης ως προς την τουρκική συναίνεση σε δυτικές, και ειδικότερα αμερικανικές, επιλογές στην διαχείριση των περιφερειακών διενέξεων. [51] Η ενίσχυση των περιφερειακών δεσμών της Τουρκίας, από την μια πλευρά, την καθιστά ταυτόχρονα έναν «εκπρόσωπο» των ενδιαφερόντων των κρατών της περιοχής, με την προϋπόθεση ότι έχει ενισχυθεί μεταξύ τους μια κοινή πολιτική βάση θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη και, πρωτίστως, σε κοινά συμφέροντα έναντι τρίτων. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, καθιστά την συναίνεση της Άγκυρας αναγκαίο παράγοντα για την δυτική διαχείριση των προβλημάτων της περιοχής. Πρόκειται για ένα μετέωρο βήμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής με πολλές απρόβλεπτες παραμέτρους και μια μόνο, υψηλού ρίσκου, σταθερά: την μη-δεδομένη για την Δύση τοποθέτηση της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις.

Η προοπτική επιτυχούς ανάδειξης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας βασίζεται σε δύο κρίσιμες εξωτερικές προϋποθέσεις:

 πρώτον, ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα συντείνουν προς μια ρευστότητα των διεθνών ισορροπιών και σ’ ένα πολυκεντρικό διεθνές ζήτημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτήσουν ειδικό βάρος στις εξελίξεις [52], και δεύτερον, ο ρόλος της Τουρκίας θα καταστεί απαραίτητος στην προώθηση των δυτικών επιδιώξεων του διεθνούς παράγοντα στην περιοχή, είτε λόγω της στρατιωτικής ισχύος του και της εντατικής ενεργοποίησης του στις υποθέσεις της περιοχής, είτε επειδή τυχόν τουρκική εσωτερική αστάθεια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην περιοχή.

Η αντίληψη του «Στρατηγικού βάθους» αναφέρεται σε έναν τρόπο υλοποίησης της επιδίωξης να καταστεί η Τουρκία «περιφερειακή δύναμη» με ειδική έμφαση στον μουσουλμανικό θρησκευτικό χαρακτήρα της τουρκικής κοινωνίας, σε προσπάθεια διείσδυσης στην μουσουλμανική – αλλά προπάντων αραβική (με εξαίρεση το Ιράν) Μέση Ανατολή. Αν και το «όχημα» του «μουσουλμανισμού» δεν φαίνεται να επαρκεί σε μια πολιτικά κατακερματισμένη σε πλήθος αντιθέσεων και αντιφάσεων Μέση Ανατολή, όπως το ίδιο ισχύει και για την περιοχή του Καυκάσου/ Κεντρικής Ασίας, [53] η προβολή «γεω-πολιτισμικών» συγκλίσεων (ισλαμικού ή τουρκογενούς χαρακτήρα) ήταν και παραμένει ένας τρόπος «ανοίγματος» ή και αλληλεγγύης για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το κεντρικό ζητούμενο συνίσταται στο εάν η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» δημιουργεί μονιμότερη σύγκλιση συμφερόντων με τα κράτη τα οποία απευθύνεται έχοντας ως υπόβαθρο οικονομικές αλληλοεξαρτήσεις [54] ή επενδύει περισσότερο στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της έναντι δυτικών συμφερόντων.

Από τη άποψη αυτή, κεντρικό στοιχείο στην θεώρηση του «Στρατηγικού βάθους» είναι η διαμόρφωση μιας διεθνούς θέσης της Τουρκίας με χαρακτηριστικά “pivotal state”, ενός κράτους ικανού να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή του. [55] Η έννοια του pivotal state κυρίως εστιάζεται στην σημασία που το ίδιο μπορεί να διαδραματίσει ως οικονομικός παράγοντας στην περιοχή και συγκροτείται γύρω από την αντίληψη της «ήπιας δύναμης» (“soft power”). [56] Το περιφερειακό «άνοιγμα» που επιχειρεί η Τουρκία επενδύει στην ασύμμετρη ανάπτυξη της περιοχής και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο αναπτυξιακός δυναμισμός και το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας. [57] Παράλληλα, όμως η τουρκική στρατιωτική ισχύς την καθιστά υποψήφια για τον ρόλο της «περιφερειακής δύναμης», με την κλασική διεθνολογική έννοια του όρου, [58] είτε αυτή χρησιμοποιείται για στρατιωτικές επεμβάσεις και πολιτικο-στρατιωτικές πιέσεις [59] είτε για ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ανάδειξη σε περιφερειακή δύναμη ενός κράτους απαιτεί την ανοχή ή ενθάρρυνση της μεγάλης δύναμης που έχει ενδιαφέρον για την περιοχή, κάτι το οποίο προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των περιφερειακών αναγκών της δύναμης αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει απλώς ως υπόβαθρο την θεμελιώδη επιδίωξη κάθε εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή την «εναρμόνιση των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας» [60] αλλά επιπρόσθετα συνιστά μια ατέρμονη διεκδίκηση του αυτοτελούς ρόλου της περιφερειακής δύναμης που εκφράζεται με μια συνεχή διαπραγμάτευση με τις επιλογές του διεθνούς παράγοντα στις υποθέσεις της περιοχής. Τα όρια αυτής της διαπραγμάτευσης έγιναν αισθητά στις αμερικανο-τουρκικές τριβές λόγω της πρόθεσης της Άγκυρας να επέμβει στρατιωτικά στο Β. Ιράκ τον Οκτώβριο 2007, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις. [61]

Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» έχει αναθερμάνει τις διμερείς σχέσεις της Τουρκίας σ’ ευαίσθητους γεωπολιτικούς χώρους συμπεριλαμβανομένης και της γειτονικής Ρωσίας. [62] Παρά την «αποστασιοποίηση» από διάφορες επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ ή τις δυσχέρειες της ενταξιακής πορείας στην Ε..Ε., ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και, στο βαθμό που δεν έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κομβικές αμερικανικές επιλογές, η Άγκυρα διατηρεί μια ενισχυμένη ευελιξία στις περιφερειακές σχέσεις της. Ειδικότερα, μάλιστα, σ’ ότι αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, και παρά την σημαντική έλλειψη προόδου στην ενταξιακή πορεία της, η διαδικασία δεν έχει αναιρεθεί. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς χάρη στην ενταξιακή διαδικασία η κυβέρνηση Ερντογάν μπόρεσε να επιτύχει πολιτικά πλεονεκτήματα έναντι του «κεμαλικού» συντηρητισμού προς όφελος των μέτρων εκδημοκρατισμού. Αναφορικά με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, η κυβερνώσα τουρκική πολιτική ελίτ ακολουθεί μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία με βάση τις στρατηγικές στοχεύσεις της στην εσωτερική πολιτική. Ωστόσο, ακριβώς στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός φαίνεται να αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα στις επιλογές της διακυβέρνησης Ερντογάν. Οι πολιτικές πραγματικότητες έδειξαν ότι τα οφέλη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού έχουν ήδη εκδηλωθεί: πρώτον, στις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, δεύτερον, στα σημαντικά βήματα εκδημοκρατισμού και τρίτον, σε μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στην λεγόμενη «ήπια δύναμη» (“soft power”). Αυτά τα τρία στοιχεία είναι σαφώς αλληλένδετα και τείνουν να δημιουργήσουν μια συνεκτική στρατηγική, η οποία θα είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί εκτός αυτού του προσανατολισμού.[63] Παράλληλα, όμως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ζητούμενο που προσδίδει διεθνή υποστήριξη και που τακτικά συμπλέει με την μεταρρυθμιστική στρατηγική Ερντογάν, ενώ μακροπρόθεσμα απομένει να κριθεί εάν θα συνδέεται με «την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών στόχων» του τουρκικού κράτους. Ο Γιασάρ Γιακίς, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Τουρκικού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών, διευκρίνισε το ρόλο που τώρα παίζει η Ε.Ε. στην στρατηγική σκέψη της Άγκυρας, τονίζοντας ότι η προσχώρηση στην Ε.Ε. θεωρείται σήμερα ένα απλό εργαλείο για την εμπέδωση των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό, καταλήγοντας ότι, εάν η Τουρκία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, τότε η ένταξη στην Ε.Ε. θα γίνει «δευτερεύων» ζήτημα. Ανάλογες νύξεις έκανε και ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Νορβηγία, η οποία απέρριψε την ένταξη της το 1972 και 1994. Ο Γκιούλ, ο Γιακίς και αρκετοί άλλοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον την προσχώρηση ως λιγότερο σημαντική από τον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ώριμη για προσχώρηση. Όταν αυτή η ώρα φτάσει, τότε ίσως η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να απορρίψει την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ακριβώς έκανε η Νορβηγία το 1972 και 1994. [64] Σ’ αυτήν την πολιτική συλλογιστική, το ζητούμενο δεν είναι αυτή η ίδια η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο μετασχηματισμός της Τουρκίας που αντιπροσωπεύει.[65] Για την διακυβέρνηση Ερντογάν, αυτός ο μετασχηματισμός είναι επιθυμητός, υλοποιείται με την μορφή και τον ρυθμό που συνάδει στην τουρκική πραγματικότητα και τελικά είναι δυνατόν να εκφράσει έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό μ’ ένα «εναλλακτικό» πλαίσιο σχέσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης που να ικανοποιεί ό,τι η ενταξιακή πορεία κάποτε υπηρετούσε. [66]

Στο επίκεντρο των αντιλήψεων της προσέγγισης του «Στρατηγικού Βάθους» αναδεικνύεται η ανάγκη της «αποκατάστασης» των σχέσεων της Τουρκίας με τον ιστορικό περίγυρο της – σχέσεις που διέκοψε η παρακμή της οθωμανικής ηγεμονίας και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού δημιουργώντας, με τα λόγια του Αχμετ Νταβούτογλου, την κεμαλική θεώρηση «μιας Τουρκίας που περιβάλλεται από τρείς θάλασσες και τέσσερεις εχθρούς». [67] Η επιδίωξη της «αποκατάστασης» ενός περιφερειακού ρόλου εξακολουθεί να εντάσσεται σε μια διαδικασία αναζήτησης μιας διεθνούς θέσης που πιέζεται από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο. Όπως το έθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου:

 

«όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, συνήθως μπορεί να υποπέσουμε σε δύο μεθοδολογικά λάθη: Το πρώτο είναι ότι μπορεί – εάν επικεντρωθούμε μόνο στην εξωτερική πολιτική, αγνοώντας άλλα στοιχεία όπως η εσωτερική πολιτική, η οικονομία, οι πολιτιστικές εξελίξεις – να μην κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική. Επομένως, δεν μπορείτε να απομονώσετε την εξωτερική πολιτική από το γενικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό αφορά το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, αφορά την ουσία και τον χρονικό ορίζοντα – αν απλά επικεντρωθείτε σε ένα μόνο έτος, ένα περιστατικό, ένα μήνα, ή ακόμα και μια δεκαετία και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό ενός παραδείγματος (“paradigm”) εξωτερικής πολιτικής, μπορείτε να κάνετε το άλλο λάθος. … Αυτό που βλέπω σήμερα είναι ότι έχουμε μια αποκατάσταση. Αυτή η έννοια είναι σημαντική. Αποκατάσταση, όχι μια αλλαγή παραδείγματος. Όχι μια επανάσταση, αλλά μια αποκατάσταση της τουρκικής κοινωνίας, οικονομίας, πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής. … Είναι αναγκαίο να έχουμε μια αποκατάσταση στο εσωτερικό, περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον … Χωρίς οικονομική αποκατάσταση, πολιτική αποκατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί. Αυτές οι δύο αποκαταστάσεις είναι οι δύο πυλώνες μιας στρατηγικής αποκατάστασης. Η στρατηγική αποκατάσταση είναι ο δικός μας προσανατολισμός εξωτερικής πολιτικής».[68]  

 

Η μετατροπή της δύσκολης γεωπολιτικής θέσης σε γεωστρατηγικό και γεω-οικονομικό πλεονέκτημα φαίνεται να είναι η ουσία της επαγγελίας αλλά και της πρακτικής της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους». Ωστόσο, η προοπτική αυτής της προσέγγισης δεν θα κριθεί από τα αποτελέσματα που τυχόν έχει στην εξωτερική πολιτική, αλλά από την συνεισφορά της στην μεταβολή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών της Τουρκίας από τις οποίες απορρέει με σκοπό την σύνθεση μιας νέας κυρίαρχης πολιτικής ελίτ και τον μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος της χώρας.

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ömer Taspinar, «Turkey’s Middle East Policies: Between Neo-Ottomanism and Kemalism», Carnegie Papers, no 10, September 2008

[2] Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, “Between Europeanization and Euro-Asianism: Foreign Policy Activism in Turkey during the AKP Era”, Turkish Studies, Spring 2009

[3] Απόσπασμα από το: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικο-οικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000.

[4] Harun Arikan, Turkey and the EU: Αn awkward candidate for EU membership? , Ashgate Publishing, 2006

[5]   K.J. Holsti, International Politics: A Framework for Analysis, London, 1983

[6] Το περιεχόμενο της πολιτικής βούλησης ούτε συνίσταται, ούτε εξαντλείται στον διακηρυκτικό χαρακτήρα του. Το περιεχόμενο της συνίσταται πρώτα και κύρια στην πρακτική εφαρμογή των επιλογών της, χωρίς τις οποίες δεν υφίσταται παρά τις διακηρύξεις. Η έκφραση πολιτικής βούλησης είναι σημαντική πολιτική πράξη (με διάφορες στοχεύσεις: εσωτερική συνοχή, αποτροπή, τακτική, κλπ) αλλά η αξιοπιστία της ελέγχεται από τα μέτρα υλοποίησης της.

[7] S. Zambouras, Continuity and Change in Postwar Greek Foreign Policy: The Karamanlis’ Strategy of Modernisation, 1956-1963, PhD Dissertation, University of Sheffield, 1993, p.29, 231  

[8] Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη θέσει την ηγετική φυσιογνωμία του στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας και ίσως αποδειχθεί ο ηγέτης των καιρών με την έννοια που έχει επισημάνει ο S. P. Huntington: «Έχοντας πειραματισθεί με το καλό και το κακό της Δύσεως, αναφορικά με το κοσμικό καθεστώς και τη δημοκρατία, η Τουρκία μπορεί εξίσου να αναλάβει την ηγεσία του Ισλάμ. Αλλά για να το καταφέρει, πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ πιο ριζικά από ότι η Ρωσία απέρριψε την κληρονομιά του Λένιν. Πρέπει επίσης να βρει έναν ηγέτη στο διαμέτρημα του Ατατούρκ, οποίος μάλιστα να συνδυάζει την θρησκευτική και πολιτική νομιμοποίηση, ώστε να μετατρέψει την Τουρκία από σπαρασσόμενη χώρα σε χώρα-άξονα». Απόσπασμα από το Ι. Μάζης, οπ.π.

[9]   Hakan Yavuz, ed., The Emergence of a New Turkey: Islam, Democracy and the AK Party, University of Utah Press Salt Lake City, (2006), Ümit Cizre, ed., Secular and Islamic Politics in Turkey: The Making of the Justice and Development Party, London, Routledge, 2008.

[10] Μαρία Βερβερίδου, “Τουρκία: Παράγοντες Διαμόρφωσης Πολιτικής”, Δελτίο Ανάλυσης, τεύχος 67, ΕΚΑΣ, Δεκέμβριος 2010

[11] S. E. Shaw, History of Ottoman Empire and Modern Turkey, Cambridge, New York, 1977

[12] Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, London 1968, D. Rustow, “Politics and Islam in Turkey” στο R. Frye (eds.), Islam and the West, Hague,1957

[13] Ahmad Feroz, The Turkish Experiment in Democracy, 1950-1975, Royal Institute of International Affairs, London 1977.

[14] Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία: Οι Επιχειρηματικές Οργανώσεις της MÜSİAD και της TUSKON”, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενο Εργασίας, τεύχος 10, 2010

[15] Η άνοδος του Α. Μεντερές στην εξουσία (1950) υπήρξε αποτέλεσμα των μέτρων φιλελευθεροποίησης που ακολούθησαν τον θάνατο του Κεμάλ (1938) και κατάργησαν περιορισμούς που αφορούσαν τις μειονότητες και το Ισλάμ. Η κυβέρνηση Μεντερές σύντομα ήλθε σε σκληρή αντιπαράθεση με το κεμαλικό κατεστημένο και η πολιτική πόλωση στην κοινωνία οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση Μεντερές και η διακυβέρνηση εκφράστηκε με τις συντηρητικές κεμαλικές κυβερνήσεις του Ισμέτ Ινονού μέχρι το 1965. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές κέρδισε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ηγέτης του «Κόμματος Δικαιοσύνης», που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την ανατροπή του από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971. Με προτροπή του στρατιωτικού κατεστημένου το 1975 ο Ν. Ερμπακάν δημιούργησε το κόμμα «Εθνικής Σωτηρίας» (MSP) και η συμμετοχή του στις κυβερνήσεις συνασπισμού ενίσχυσε την εκπροσώπηση του τουρκικού ισλαμισμού στην πολιτική ζωή της χώρας με την προσέλκυση ισλαμικών ψήφων λειτουργώντας ως εξισορρόπηση των ριζοσπαστικών και ακροδεξιών τάσεων. Οι «εποπτευόμενες» από τον στρατό κυβερνήσεις στάθηκε αδύνατον να ανακόψουν τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις βίαιες συγκρούσεις ακραίων δεξιών και αριστερών ομάδων. Το 1980 ο στρατηγός Κενάν Εβρέν θα ηγηθεί ενός ακόμη στρατιωτικού πραξικοπήματος και θα θέσει εκτός νόμου τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα. Το νέο πραξικόπημα θα δώσει την ευκαιρία να ανατείλει το άστρο του Τουρκούτ Οζάλ με την ίδρυση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP), που θα απορροφήσει το εκλογικό δυναμικό των μη-παραδοσιακών κεμαλικών κομμάτων αλλά και αποτελέσει ένα σημείο καμπής για το τουρκικό Ισλάμ. Η αποδυνάμωση του ANAP, με την επανένταξη στην πολιτική ζωή ιστορικών ηγετών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και την προώθηση του Οζάλ στην Προεδρία, θα συντείνει στην διασπορά των ισλαμικών ψήφων, παρά το γεγονός ο Ν. Ερμπακάν και το «Κόμμα Ευημερίας» (RP) θα επιχειρήσει και πάλι να εκφράσει αυθεντικά τον τουρκικό ισλαμισμό. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ο Ερμπακάν θα αναλάβει τελικά, για σύντομο διάστημα, Πρωθυπουργός παραιτούμενος υπό την πίεση του στρατού, ωστόσο το κεμαλικό κατεστημένο ήταν εκείνο που επιχείρησε, ιδιαίτερα μετά τον 1980, να ενσωματώσει τον μουσουλμανικό παράγοντα ως στοιχείο σταθεροποίησης του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη είναι η απόπειρα στήριξης από τους κεμαλιστές ενός «επίσημου Ισλάμ», μιας «τουρκο-ισλαμικής» σύνθεσης, που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού ισλαμισμού και είχε ως αποτέλεσμα το κεμαλικό κατεστημένο να υπερκεραστεί σύντομα από την επιρροή γνήσιων ισλαμικών παραγόντων, όπως ο Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gullen) και άλλοι. Δες: H. A. Reed, “Secularism and Islam in Turkish Politics”, Current History, no 32, 1957, J. Landau, Radical Politics in Modern Turkey, Leiden, 1974, M. Meeker, “The New Muslim Intellectuals in the Republic of Turkey” στο R. Tapper, Islam in Modern Turkey, London 1991, Γεράσιμος Καράμπελιας, «Σχέσεις ΙσλάμΠολιτείας στην Μεταπολεμική Τουρκία», στο Σ. Αλειφαντής-Ε. Χωραφάς (επιμ.), Σύγχρονο Διεθνές Σύστημα και Ελλάδα, Αθήνα 2001, Μαρία Βερβερίδου, οπ.π.

[16] Balkan Neşecan and Savran Sungur,  The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey,  New York, Nova Science Publishers, 2002

[17] D. Baldwin, “Islamic Banking in a Secularist Context:Aspects of Religion in Secular Turkey”, Occasional Paper Series, no 40, CMEIS, University of Durham, 1990

[18] Ji Hyang Jang, “On the Road to Moderation:  The Role of Islamic Business in Transforming Political Islamists in Turkey”, Journal of International and Area Studies, no 13, December 2006.

[19] Όπως επισημαίνει η Μ. Βερβερίδου, το μικρομεσαίο κεφάλαιο είναι ζωτικής σημασίας στην τουρκική οικονομία, καθώς συνιστά το 99% των επιχειρήσεων (βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο) και το 56% της απασχόλησης, ενώ συνεισφέρει ποσοστό 40% του ΑΕΠ. Δες: Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία», οπ. π.

[20] Όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας», στις πρώτες εκλογές (1983) μετά το πραξικόπημα του 1980 αξιοποίησε την «απαγόρευση» των παλαιών πολιτικών σχηματισμών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και αναδείχθηκε ως πολιτικός ηγέτης καταλαμβάνοντας διαδοχικά την Πρωθυπουργία (1983 και 1987) και την Προεδρία της χώρας, έτσι ο Ταγίπ Ερντογάν, με το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», αξιοποίησε το υπέρ του πολιτικό ρεύμα αλλά κυρίως τον κατακερματισμό των «κεμαλικών» κομμάτων που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 10% και κυριάρχησε στην τουρκική Βουλή, αν και μειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Παρόλα αυτά, μετά την σύγκρουση με το «κεμαλικό» κατεστημένο για την ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία, στις εκλογές του 2007 το κόμμα έρχεται πάλι πρώτο με 46.6% αυξάνοντας κατά 12.2% τα εκλογικά ποσοστά του, αλλά λόγω της εισόδου στην Βουλή και τρίτου κόμματος οι έδρες του μειώνονται χωρίς, ωστόσο, να αποτραπεί η ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία έστω και με απλή πλειοψηφία στον τρίτο γύρο. Όμως, όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, έτσι και ο Ταγίπ Ερντογάν (συνδεδεμένοι, άλλωστε και οι δύο με τον ισλαμικό Σουνιτισμό και ο τελευταίος με παλιούς δεσμούς με το κόμμα της «Ευημερίας» του ιστορικού ισλαμιστή ηγέτη Ερμπακάν, του οποίου το 1996 χρίστηκε επίσημα στο συνέδριο του κόμματος διάδοχος του) ανάπτυξαν επιτυχείς τακτικές μεταβάλλοντας εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Γενικότερα, παρά την παράλληλη ανάδειξη για πρώτη φορά «ισλαμικών» ηγετών στην Προεδρία (A. Γκιούλ) και Πρωθυπουργία (T. Ερντογάν), η εμπέδωση νέων εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών με το συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο («κεμαλιστές», ένοπλες δυνάμεις, κ.α.) παραμένει ανοικτό ζήτημα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δες: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικοοικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000, Aylin Güney, «The Military, Politics and Post-Cold War Dilemmas in Turkey», στο Koonings, Kees and Kruijt, Dirk Political Armies:  The Military and Nation Building in the Age of Democracy, London, Zed Books, 2002, Müftüler-Bac, Meltem  «The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections», East European Quarterly, no 37 Winter 2003, Soner Cagaptay and H. Akin Unver, “July 2007 Turkish Elections: Winners and Fault Lines”, Research Notes, Washington Institute for Near East Policy, Number 14, July 2007

[21] Πρόκειται για την ίδια δεξαμενή πολιτικής υποστήριξης, στην οποία βάσισε την εκλογική δύναμη του «Δημοκρατικού Κόμματος» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, του διάδοχου «Κόμματος Δικαιοσύνης» του Σ. Ντεμιρέλ ή του «Κόμματος Εθνικής Τάξεως» και «Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας» του Ν. Ερμπακάν και μετά το πραξικόπημα του ’80 του «Κόμματος Ορθού Δρόμου» του Σ. Ντεμιρέλ, αλλά και του «Κόμματος Μητέρας Πατρίδας» του Τ. Οζάλ και του «Κόμματος Ευημερίας» («Ρεφάχ») Ν. Ερμπακάν. Δες: Neşecan Balkan and Sungur Savran, The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey, New York, Nova Science Publishers, 2002, Müftüler-Bac, Meltem.  “The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections”, East European Quarterly, No 37, Winter 2003.

[22] Alexander Murinson, “The Strategic Depth Doctrine of Turkish Foreign Policy”, Middle Eastern Studies, Vol.42, no 6, 2006

[23] Graham Fuller, The New Turkish Republic: Turkey as a Pivotal State in the Muslim World, Washington, DC: U.S. Institute of Peace, 2008.

[24] Philip Robins, “Turkish Foreign Policy since 2002:  Between a ‘Post-Islamist’ Government and a Kemalist State”, International Affairs, No 83, 2007, Στέλιος Αλειφαντής, «Τουρκία και Βαλκάνια: Η Στρατηγική Διάσταση της βαλκανικής πολιτικής της Άγκυρας», στο Τετράδια, τεύχος 36, Άνοιξη/ Καλοκαίρι 1995

[25] Anne Aldis, “Security in the Black Sea Region:  Perspectives & Priorities”, Conflict Studies Research Centre, Royal Military Academy, Sandhurst, 2001.

[26] Ekavi Athanassapoulou, “American – Turkish Relations since the End of the Cold War”, Middle East Policy, Vol. 8, no 3, 2001

[27] Raphael Israeli, “The Turkish – Israeli Odd Couple”, Orbis, Winter 2001, Vol. 45 no 1, 2001, pp. 65-79, Suha Bolukbasi, “Behind the Turkish – Israeli Alliance: A Turkish View”, Journal of Palestine Studies, Vol.29, no 1, 1999, B. Bengio and G. Ozcan, “Old Grievances, New Fears: Arab Perceptions of Turkey and its Alignment with Israel”, Middle Eastern Studies, Vol.37 no 2, 2001

[28] Sabri Sayari, “Turkey and the Middle East in the 1990s”, Journal of Palestine Studies, Vol.26, no 3, 1997

[29] Duygu Bazoglu Sezer, “Turkish – Russian Relations: The Challenges of Reconciling Geopolitical Competition with Economic Partnership”, Turkish Studies, Vol.1 no 1, 2000, Fotios Moustakis and Ella Ackerman, “September 11: a Dynamic for Russo-Turkish co-operation or conflict?”, Central Asian Survey, Vol.21, no 2, 2002, Nasuh Uslu, “The Russian, Caucasian and Central Asian Aspects of Turkish Foreign Policy in the Post Cold War Period”, Alternatives: Turkish Journal of International Relations, Vol.2, no 3-4, 2003

[30] Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Saban Calis, “Turkey‘s Balkan Policy in the Early 1990s”, Turkish Studies, Vol. 2 no 1, 2001

[31] Sevilay Elgün Kahraman, “Rethinking Turkey-European Union Relations in the Light of Enlargement, Turkish Studies, Spring 2000

[32] Neill Nugent, “EU Enlargement and «the Cyprus Problem»”, Journal of Common Market Studies, No 38, March 2000

[33] Zeyno Baran, “The Dating Game: Turkey, Europe and the American Matchmaker”, National Interest, No 75, Spring 2004.

[34] Semin Suvarierol, The Cyprus Obstacle on Turkey‘s Road to Membership in the European Union, 2003

[35] Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα: Ζητήματα Προσαρμογής της Ελληνικής Εθνικής Στρατηγικής», Διπλωματία, Νοέμβριος, 2004

[36] Onis, Ziya, “Domestic Policies, International Norms, and Challenges to the State: Turkey – EU Relations in the post-Helsinki Era”, στο Ali Carkoglu and Barry Rubin, Turkey and the European Union: Domestic Politics, Economic Integration and International Dynamics (Eds), Frank Cass, 2002

[37] Gamze Avcı, “Turkey’s Slow EU Candidacy: Insurmountable Hurdles to Membership or Simple Euro-skepticism?”, Turkish Studies, no 4, Spring 2003, Lauren M. McLaren, Explaining Opposition to Turkish Membership of the EU, European Union Politics June 2007 pp. 251-278

[38] David Lennon, “Turkey‘s Drive for EU Membership”, Europe, No 420, 18-21 October 2002.

[39] Η αποδοχή από την Αθήνα του «καθεστώτος υποψηφίου μέλους» στην Τουρκία αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό δίλημμα: από την μία πλευρά, η προοπτική της ένταξης εκτιμήθηκε ότι λειτουργούσε ως κίνητρο τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες στην εξωτερική πολιτική θα οδηγούσαν στην άρση των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην δίκαιη λύση του Κυπριακού ενώ από την άλλη πλευρά, η περίοδος 1999-2004 (αποκαλούμενη και ως «οδικός χάρτης» -“road-map”) απέδειξε την ανελαστικότητα των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και την έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο, παρά την κυβερνητική αλλαγή που έδωσε την πρωθυπουργία στον Ταγίπ Ερντογάν. Η νέο-εκλεγείσα κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή (2004) συναίνεσε στο «καθεστώς υποψήφιου μέλους» προτάσσοντας την άποψη ότι το κίνητρο της ένταξης παραμένει ως «όχημα» προώθησης των τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως απαιτούν ευρύτερο χρονικό ορίζοντα καθώς εστιάζονται σε βαθύτερους πολιτικούς μετασχηματισμούς και ανατροπή εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ του τουρκικού στρατιωτικό-πολιτικού κατεστημένου και της κυβέρνησης Ερντογάν. Το «άνοιγμα» των σχετικών κεφαλαίων της ευρω-τουρκικής ενταξιακής διαπραγμάτευσης διασυνδέθηκε σε πολιτικό ανάχωμα όχι μόνο για την ικανοποίηση των πολιτικών επιδιώξεων Ελλάδος και Κύπρου, αλλά και εκείνων των κρατών-μελών που αντιτίθενται στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας. Αντίθετα, η τότε μείζονα αντιπολίτευση προέβαλε την άποψη ότι η εγκατάλειψη από την Αθήνα ενός «οδικού χάρτη» (“road-map”) που να αντανακλά την τουρκική πρόοδο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό αποδέσμευε τις ευρω-τουρκικές σχέσεις από τις εξελίξεις του πλέγματος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που σ’ ένα βαθμό είχε επιτευχθεί το 1999 και μετά. Η τουρκική διπλωματία πάγια επιδιώκει να διαχωρίσει τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας από τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και οι κυβερνήσεις Ταγίπ Ερντογκάν δεν έχουν μεταβάλει και αυτό το «θέσφατο» των διπλωματικών επιδιώξεων της γείτονος. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα…, οπ.π

[40] Frédéric Misrahi, “The EU and the Civil Democratic Control of Armed Forces:  An Analysis of Recent Developments in Turkey”, Perspectives, no 22, Summer 2004, Arjan M. Lejour, and Ruud A. de Mooij, “Turkish Delight:  Does Turkey’s Accession to the EU Bring Economic Benefits?”,  Kyklos, 58, no 1, 2005, Sami Faltas and Sander Jansen,  Governance and the Military: Perspectives for Change in Turkey,  Groningen, The Netherlands, Centre of European Security Studies, 2006, Σέργιος Ζαμπούρας, «Το Γεωπολιτικό Πρόβλημα του Τουρκικού Εκδημοκρατισμού», Η Γεωπολιτική της Ευρασίας στο Νέο Διεθνές Σύστημα, ΕΠΥΕΘΑ, Αθήνα 2001 

[41] Erik Faucompret, Jozef Konings, Turkish accession to the EU: Satisfying the Copenhagen criteria, Routledge, 2008

[42] Soner Cagaptay, “Secularism and Foreign Policy in Turkey: New Elections, Troubling Trends”, Policy Focus, No 67, April 2007

[43] Soner Cagaptay, “A Turkish Rapprochement with Middle East Rogue States?”, Policy Watch, no. 825, 2004

[44]Turkey‘s foreign policy: An eminence grise”, The Economist, Nov 15th, 2007

[45] Μεταπολεμικά οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας χαρακτηρίζονται από εντάσεις λόγω εδαφικών διαφορών όπως η τουρκική προσάρτηση της Αλεξανδρέτας (Hatay) τo 1939, το ζήτημα των υδάτων του Ευφράτη και Τίγρη, η ειδική σχέση Τουρκίας-Ισραήλ και η υποστήριξη του PKK από την Δαμασκό. Όμως, τον Ιανουάριο 2004 ο Μπασάρ Άσσαντ επισκέπτεται την Άγκυρα που αποτελεί την πρώτη επίσκεψη Πρόεδρου της Συρίας από το 1946 και τον ίδιο χρόνο υπογράφεται διμερή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο τρόπος που η Άγκυρα χρησιμοποίησε την αεροπορική επιδρομή ισραηλινών μαχητικών μέσω του τουρκικού εναέριου χώρου κατά πιθανών πυρηνικών εγκαταστάσεων στην Συρία. Ron Synovitz, “Syria-Turkey: common Interests in Iraq Help Rebuild Bilateral Ties”, Radio Free Europe/Radio Liberty, January 8, 2004, Nadim Ladki, “Turkey, Syria Sign Free Trade Agreement”, Reuters, December 23, 2004, “Babacan-Mualem Joint News Conference, Babacan: ‘We Except Everyone to Act with Restraint’”, Ankara Anatolia, September 10, 2007, 92. Dan Williams, “Turkey’s Gόl says Israeli raid a ‘closed mater’”, Reuters, November 6, 2007.

[46]Assad says Turkey trying to mediate between Syria, Israel”, Associated Press, October 16, 2007, Richard Boudreaux, “Turkey mediating Israel-Syria Peace Talks”, Los Angeles Times, April 25, 2008

[47] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η Άγκυρα, ως αποτέλεσμα της κρίσης της Κούβας αλλά και της αμερικανικής και σοβιετικής αντίθεσης σε ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση στην Κύπρο στα γεγονότα του 1964 (επιστολή Προέδρου Λ. Τζόνσον, Δηλώσεις Ν. Χρουτσέφ), επιχείρησε την αναβάθμιση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και αργότερα την διατύπωση μιας «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής υπό τον Μ. Ετσεβίτ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «κεμαλικού» κατεστημένου. Δες: Bulet Ecevit, “Turkeys Security Policies”, Survival, no 20, 1978. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζει μια προσαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στις νέες πραγματικότητες των σχέσεων Ανατολής-Δύσης και των περιφερειακών εξελίξεων. Παράλληλες αναπροσαρμογές συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου η προσέγγιση Ελλάδος-Βουλγαρίας μετά το 1974 ανεξαρτήτως διεθνούς κλίματος των σχέσεων Ανατολής-Δύσης αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προτεραιότητας περιφερειακών σχέσεων έναντι της πολιτικής της Δύσης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου. Ακόμη και στην μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, η μόνη διπλωματική σκιά στις ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις (και αυτή για μικρό χρονικό διάστημα) υπήρξε η άμεση αναγνώριση των Σκοπίων με το συνταγματικό όνομα τους που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Αθήνας. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ελλάδα στον Βαλκανικό χώρο, 1974-1988», (σελ. 369-450)στο: Xρ. Γιαλλουρίδης-Στ. Αλειφαντής (επιμ.), Τα Βαλκάνια στο Σταυροδρόμι των Εξελίξεων, Αθήνα 1988. Και πέραν των περιφερειακών σχέσεων, στην δεκαετία ’80 οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου επεδίωξαν συστηματικά την διάκριση ανάμεσα σε ελληνικές επιδιώξεις και δυτικές επιλογές της εποχής, ακολουθώντας αυτό που αποκλήθηκε «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική και εκφράστηκε με την ανάπτυξη ελληνο-αραβικών σχέσεων (όπως PLO, Συρία, Ιράκ, Λιβύη), την διαφοροποίηση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης από το ΝΑΤΟ, όπως η εγκατάστασης πυραύλων μέσου βεληνεκούς Περσινγκ-Κρούζ στην Ευρώπη, η προώθηση «αποπυρηνικοποιμένης ζώνης» στα Βαλκάνια, το μη-πάγωμα των σχέσεων με Πολωνία μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου του Γιαρουζέλσκι, η μη-καταγγελία της Μόσχας στην περίπτωση κατάρριψης του νοτιο-κορεάτικου τζάμπο, η διεθνής «Πρωτοβουλία των Έξι», κ.α. Δες: Χ. Ροζάκη, «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», Ελλάδα: Ιστορία και Πολιτισμός, τόμος 7, Θεσσαλονίκη, 1986, Ι. Βαληνάκης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Θεσσαλονίκη, 1989.

[48] Hakan Yavuz and Nihat Ali Özcan,  “The Kurdish Question and Turkey’s Justice and Development Party”, Middle East Policy, no13, Spring 2006

[49] Το πλαίσιο βελτίωσης και ομαλοποίησης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων με άξονα την τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε. προσφέρει την δυνατότητα στην Άγκυρα να ασχοληθεί απερίσπαστα με την «προς ανατολάς» περιφερειακή έμφαση της (Μέση Ανατολή, Καύκασος /Κεντρική Ασία). Το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν έχει εγκαταλείψει τις εδαφικές διεκδικήσεις και την πολιτική ελεγχόμενης έντασης στο Αιγαίο, δεν τις δημιουργεί επείγοντα προβλήματα, καθώς η Αθήνα επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή (2004-2009) ακολουθεί στάση αναμονής, «αναβάλλοντας» για αόριστο χρόνο στο μέλλον (που χαλαρά συνδέει με την πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων) κάθε άσκηση ελληνικής διπλωματικής ή πολιτικο-στρατιωτικής πίεσης για επίλυση των διμερών προβλημάτων. Από την άποψη αυτή, η Ελλάδα θέτει εαυτόν στον κίνδυνο της στρατηγικής υπερκέρασης από την Άγκυρα και υπό δυσμενέστερους όρους την προσπάθεια άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων. Η ρητορική της νέας κυβέρνησης για «επανασύνδεση» των ευρω-τουρκικών σχέσεων μ’ έναν «οδικό χάρτη» θετικών βημάτων της Άγκυρας στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις δεν έχει ακόμη εκφραστεί με πρακτικά βήματα και, επιπλέον, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει de facto «παγώσει» λόγω απροθυμίας σειράς κρατών-μελών στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας. Παρά τις συνεχιζόμενες κατά καιρούς προκλήσεις στο Αιγαίο, οι διμερείς διπλωματικές επαφές επί διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου (2009-) προσπαθούν να αποφύγουν την πόλωση, εστιάζοντας σε θέματα συνεργασίας χαμηλής πολιτικής, όπως η σειρά συμφωνιών που υπογράφηκαν κατά την επίσκεψη Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα τον Μάιο 2010. Η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ των δύο κρατών συνεχίζει να υφίσταται στα κρίσιμα ζητήματα ελληνικής ασφάλειας, όπως είχε την ευκαιρία να τονίσει σε ομιλία του σε Τούρκους διπλωμάτες κατά την διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του έλληνα Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στην Τουρκία (Ιανουάριος 2011). Ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες εκατέρωθεν δηλώσεις για το Καστελόριζο. Η Ελλάδα διερευνά με την Τουρκία την πλήρη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από την Θράκη μέχρι το Καστελόριζο, ξεκαθαρίζει το υπουργείο Εξωτερικών, σε απάντηση δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Όμως, ο Αχμέτ Νταβούτογλου εξαιρεί το Καστελόριζο από μια ενδεχόμενη συνολική συμφωνία για το Αιγαίο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι το Καστελόριζο δεν είναι μέρος του Αιγαίου, αλλά της Μεσογείου. «Για την Ελλάδα, στόχος των διερευνητικών επαφών είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών σε όλο το εύρος της, από τη Θράκη μέχρι το Καστελόριζο», τόνισε αντίθετα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Γ. Δελαβέκουρας. «Οι διερευνητικές επαφές», δηλώνει ο κ. Νταβούτογλου, «έχουν ρητό στόχο να εξετάσουν όλα τα θέματα που αφορούν τις διαφωνίες μας στο Αιγαίο. Επομένως, είμαστε επικεντρωμένοι κατά προτεραιότητα στο θέμα του Αιγαίου. Ωστόσο, το Καστελόριζο βρίσκεται στη Μεσόγειο». Δες: Καθημερινή, 05-03-2011. Αξιοσημείωτη, αντίθετα, είναι η συστηματική προσπάθεια της Λευκωσίας να συνδέσει με κάθε ευκαιρία τις ευρω-τουρκικές σχέσεις με την συμμόρφωση της Άγκυρας στις συμβατικές δεσμεύσεις της απέναντι στην Ε.Ε. (Πρωτόκολλο Τελωνειακής Ένωσης, κ.α.) και με την επίλυση του Κυπριακού. Ωστόσο, τόσο η πολιτική της Αθήνας όσο και της Λευκωσίας εξαρτώνται σημαντικά από το περιεχόμενο που θα προσλάβουν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις στο εγγύς μέλλον. Κομβικό ερώτημα στην διαχείριση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων παραμένει εάν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, καθοριστικό παράγοντα της άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και δίκαιης επίλυσης του Κυπριακού. Σχετικά με τον ελληνικό διάλογο που προκύπτει από διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος ενδεικτικά δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Ελληνική Εθνική Στρατηγική: Σύγχρονες Προκλήσεις και Προοπτικές», Monthly Review, no 3, 2005, Κώστας Σημίτης, «Η Σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη: Γιατί πρέπει να Αλλάξουμε Πολιτική», Βήμα, 17-02-2008, Θεόδωρος Kουλουμπής, «Eλληνοτουρκικά και Kυπριακό: τι κάνουμε τώρα;», Καθημερινή, 2-10-2005, Sergios Zambouras, “Turkeys Cyprus Policy: A Research Agenda”, in Chr. Yallourides and P.Tsaconas, (eds), Greece and Turkey after the end of the Cold War, New York 2001, Νίκος Τριμικλινιώτης, «Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και της συμφιλίωσης», Διεθνής & Ευρωπαϊκή Πολιτική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.

[50] Barry Rubin and Kemal Kirişci, Turkey in World Politics:  An Emerging Multiregional Power, Lynne Rienner Publishers, 2001.

[51] Graham Fuller, “Turkey‘s Strategic Model:  Myths and Realities”, Washington Quarterly, no 27, Summer 2004.

[52] Ian Lesser, “Turkey in a Changing Security Environment”, Journal of International Affairs, no 54, Fall 2000

[53] Bülent Aras, The New Geopolitics of Eurasia and Turkey’s Position, London 2002. “What future does Turkey have in Central Asia and the Caucasus?”, Central Asia-Caucasus Institute, November 19, 2007, Mustafa Aydin, “Foucault’s Pendulum:  Turkey in Central Asia and the Caucasus”  Turkish Studies,no 5, Summer 2004

[54] Tarık Oğuzlu, “Soft Power in Turkish Foreign Policy”, Australian Journal of International Affairs, no 61,  March 2007.

[55] Mehmet Ozkan, «Turkey, Pivotal Middle Powers and Global Order«, Paper presented at the annual meeting of the International Studies Association 48th Annual Convention, CHICAGO, IL, USA, Feb 28, 2007.

[56] Kemal Kirisci, “The Transformation of Turkish Foreign Policy: The Rise of the Trading State”, New Perspectives on Turkey, no. 40, 2009, 29–57.

[57] Στο πλαίσιο της θεμελιώδους επιλογής της για «άνοιγμα» σε νέες αγορές η κυβέρνηση Ερντογάν εφάρμοσε διαδοχικά πακέτα ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης και ξεκίνησε ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της βιομηχανικής παραγωγής, την ελάφρυνση των επιπτώσεων της κρίσης. Παρόλα αυτά μια υγιή ανάκαμψη κατέστησε αναγκαία την επέκταση του όγκου των εξαγωγών της Τουρκίας, δεδομένων των περιορισμών της εγχώριας αγοράς της να διατηρήσει τη βιομηχανική ανάπτυξη από μόνη της. Ωστόσο, τούρκοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι, παρόλο που ο όγκος των εξαγωγών στην παγκόσμια οικονομία επεκτάθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010, οι τουρκικές εξαγωγές παρέμειναν μάλλον στάσιμες. Από τη άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι η Τουρκία όλο και περισσότερο εξαρτάται από τις εισαγωγές να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη της. Παράλληλα με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών, οι τουρκικές εισαγωγές, επίσης, αυξήθηκαν τους τελευταίους μήνες. Το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου αποτελεί πλέον εξαιρετική πηγή ανησυχίας για την τουρκική οικονομία, καθώς στοιχεία δείχνουν ότι από τον Ιούνιο του 2010 το εξωτερικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 34,9 % από το περασμένο έτος και οι εξαγωγές της Τουρκίας είναι μακράν από την εξισορρόπηση των εισαγωγών της. Saban Kardas, “Turkey’s “Economic Recovery” Raises Questions”, Eurasia Daily Monitor, Volume 7, Issue 150, August 4, 2010, Marcie Patton, “The Economic Policies of Turkey’s AKP Government:  Rabbits from a Hat?”,  Middle East Journal,  no 60,  Summer 2006.

[58] Δες: Martin Wight, Πολιτική Δυνάμεων, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994 σελ. 59-66 και 147-158

[59] Όπως στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων κατά των κούρδων στο Β. Ιράκ και των πιέσεων που ασκήθηκαν κατά της Συρίας το 1998, δες: “Turkey Launches Major Iraq Incursion”, CNN.com, February 23, 2008.

[60] Για την σχετική διαπραγμάτευση του ζητήματος της «εναρμόνισης» ως καθοριστικό ζήτημα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής δες: Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Προβλήματα Προσέγγισης και Επιλογών, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994

[61] John C.K. Daly, U.S. Turkish Relations: A Strategic Relationship Under Stress, Washington, DC: Jamestown Foundation, 2008

[62] Suat Kiniklioglu, “The Anatomy of Turkish-Russian Relations”, Τhe Brookings Institution, 2007, Fiona Hill & Omer Taspinar, “Russia and Turkey in the Caucasus: Moving Together to Preserve the Status Quo?”, IFRI, January 2006.

[63] Δες: Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, οπ.π

[64] Δες σχετικά: Sinan Ulgen, “A Place in the Sun or Fifteen Minutes of Fame? Understanding Turkey’s New Foreign Policy”, Carnegie Papers, Number 1 n December 2010

[65] Ziya Öniş and Caner Bakır, “Turkey’s Political Economy in the Age of Financial Globalization: The significance of the EU Anchor”, South European Society and Politics, Vol. 12, No. 2, July 2007, pp. 147-164.

[66] Sinan Ulgen, οπ.π.

[67] Ahmet Davutoglou, “Perspectives on Turkish Foreign Policy”, The Brookings Institution, Washington, D.C. Monday, November 29, 2010

[68] Ahmet Davutoglou, οπ.π.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »