Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Το έργο του Wulf Schaeffer  για το Ναύπλιο  (Λίγα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του)


 

Στις 4 Αυγούστου του 1994 πέθανε στη Βρέμη ο γερμανός αρχιτέκτονας Wulf Schaeffer  ή Θόδωρος Τσοπανόπουλος, όπως συνήθιζε χαριτολογώντας να μεταφράζει στα ελληνικά το όνομά του.

Ο Wulf Schaeffer γεννήθηκε στο Portenkerchen στις Άλπεις, στις 4 Νοεμβρίου του 1907. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Kellerau κοντά στη Δρέσδη. Εκεί πρωτοπήγε σχολείο. Συνέχισε τις σπουδαίες του στο παιδαγωγικό σχολείο Landschuleheim, απ’ όπου απεφοίτησε το 1926. Λίγο αργότερα άρχισε τις αρχιτεκτονικές του σπουδές στη Στουτγάρδη κοντά στους καθηγητές Schmitthenner και Bonalz. Στη Στουτγάρδη γνωρίζει τον αρχιτέκτονα Fritz Hoger από το Αμβούργο. Λίγο αργότερα επεξεργάζεται μαζί του το σχέδιο ενός πρεβαντορίου  στο Danzig, ένα μνημειώδες κτίριο, με κλασσική μορφολογία. Παράλληλα συνεχίζοντας τις σπουδές του, παρακολουθεί τα μαθήματα των Karl Gruber και Freietz Krischen. Παρακολουθώντας τα ενδιαφέροντα του νεαρού μαθητού του, ο  Krischen του συνιστά να επισκεφθεί την Ελλάδα και να μελετήσει από κοντά την αρχιτεκτονική της. Έτσι την άνοιξη του 1933 ο Schaeffer, φθάνει στην Ελλάδα. 

O Schaeffer σπάνια μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τότε ουδέποτε ανάφερε τον πατέρα του. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή οι γονείς του ήρθαν  σε διάσταση και η μητέρα του εγκατέλειψε το σπίτι. Το 1930 η Μαργαρίτα Schaeffer εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται στο studio του γνωστού Έλληνα φωτογράφου «Ζωγράφου», ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα γερμανικών. Φθάνοντας στην Αθήνα, μητέρα και γιος ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια και συνδέονται στενά. Η συνάντησή τους υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και για τους δύο.

 

Κάτοψη του Ναυπλίου, γύρω στο 1862, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

O Schaeffer εγκαθίσταται στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και λαμβάνει μέρος στις ανασκαφές του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, κοντά στο Γερμανό Αρχαιολόγο Γαβριήλ Βέλτερ. Στην Αίγινα ο Schaeffer κτίζει μερικές μικρές εξοχικές κατοικίες. Λίγο αργότερα συμμετέχει στις ανασκαφές του ναού του Απόλλωνα στην Κόρινθο με την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή και αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης τη συντήρηση του κρηπιδώματος του ίδιου ναού. Την ίδια περίοδο κτίζει την κατοικία του γνωστού αμερικάνου αρχαιολόγου Wanderpool.

Καθοριστική για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του, υπήρξε η πρόταση του Διευθυντού του Γερμανικού Ινστιτούτου Georg Karo, να επιμετρήσει την Ακροναυπλία. Ο Schaeffer  δέχεται. Η εργασία αυτή θα τον φέρει σε στενή επαφή με το Ναύπλιο, τα κάστρα, την πόλη, την ιστορία του. Με τη βοήθεια και την προτροπή του Αναστασίου Ορλάνδου, τον οποίο γνωρίζει μέσω του Κουγέα, οικογενειακού φίλου της μητέρας του, αρχίζει τη διδακτορική του διατριβή «Baugeschichte der Stadt Nauplia im Mittelalter», την οποία υποβάλει το 1936 στο Πολυτεχνείο του Danzig.

 

Η τραβέρσα Gambello, enezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Ο επόμενος διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Dr Wrede του προτείνει να συνεργαστούν σε μία ευρύτερη έρευνα με θέμα την πολεοδομική εξέλιξη του Ναυπλίου από την Αρχαιότητα μέχρι της αρχές του 19ου αιώνα. Ο Wrede αναλαμβάνει να μελετήσει τους αρχαίους χρόνους, ενώ ο Schaeffer τους μεσαιωνικούς και τους νεότερους.  

Ήμουν μάρτυρας, γράφει σε επιστολή του, ο Wrede, του ενθουσιασμού με τον οποίο ανέλαβε Schaeffer την τεράστια αυτή εργασία. Η μελέτη του δεν περιορίζεται στα κάστρα, Ακροναυπλία, Μπούρτζι, Παλαμήδιαλλά επεκτείνετε  και στην έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας πόλη, στις επιθαλάσσιες οχυρώσεις, στα δημόσια κτίρια, στους ναούς, στα τεμένη, στις ιδιωτικές κατοικίες. Παρατηρεί, σκιτσάρει, αποτυπώνει, σχεδιάζει. Βήμα – Βήμα προσπαθεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα διαδοχικά ίχνη των τριών πολιτισμών, που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης. Έλληνες, Βενετοί, Τούρκοι τρεις λαοί, τρεις πολιτισμοί με πολλά κοινά στοιχεία αλλά και με μεγάλες διαφορές, εναλλάσσονται μεταξύ τους στην κυριαρχία της πόλης.

Τους Βυζαντινούς Έλληνες διαδέχονται οι Φράγκοι (1212 – 1389), τους Φράγκους οι Ενετοί (1389 – 1540), τους Ενετούς οι Τούρκοι (1540 – 1686) κι ύστερα πάλι οι Ενετοί (1686 -1715) και πάλι οι Τούρκοι (1715 – 1822).  Άλλοτε ειρηνικά κι άλλοτε με πολιορκίες σκληρές και καταστροφικές για την πολιτεία, το Ναύπλιο περνά διαδοχικά από τον ένα στον άλλο. Τα τείχη των κάστρων ενισχύονται και επανακατασκευάζονται, σύμφωνα με τις νεότερες τάσεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, τα κτίρια καταστρέφονται, γκρεμίζονται, ξανακτίζονται, αλλοιώνονται, δέχονται προσθήκες και επεμβάσεις. Οι ορθόδοξοι ναοί μετατρέπονται σε τεμένη και καθολικούς ναούς και αντιστρόφως. Τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια αλλάζουν  συνεχώς ιδιοκτήτες και χρήσεις. Ο καθένας βάζει την προσωπική του σφραγίδα. Ο Schaeffer σκύβει μ’ επιμονή και υπομονή πάνω στα ίχνη τους. Ίχνη που αλλού είναι ευανάγνωστα και εύκολα αναγνωρίσιμα  και αλλού εμπλέκονται τόσο σφικτά μεταξύ τους, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει.  

 

Το καστέλο των Φράγκων, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Όποιος έχει ασχοληθεί με  τη μελέτη του ιστορικού κέντρου του Ναυπλίου γνωρίζει καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να καθορίσει με ακρίβεια, αν ένα κτίριο είναι τούρκικο με ενετικές επιρροές ή ενετικό με τούρκικες επεμβάσεις. Με γνώση και ευαισθησία ο Schaeffer προσπαθεί να ανακαλύψει φάσεις, να βρει την ιστορική συνέχεια.

Κάποια από τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στις μεταγενέστερες δημοσιεύσεις του:

  • « Das Stadttor von Akronauplia, Neue Ausgrabungen in Nahen Osten Mittelmeerraum  und in Deutschland. Bericht uber die Tagung der Koldewey – gesellschaft – Vereinigung fur baugeschichtliche Forschung e.v. in Xanten von 19 bus 23 Mai 1959».
  • «Neue Untersuchungen uber die baugeschichte Nauplias im Mitelalter AA 76/1961». «Venezianische Festugbaukunst in Griechenland zum Ausbau der Festung Nauplion, Architectura 1988».

Οι μελέτες αυτές όπως φαίνεται και από τους τίτλους τους, αφορούν κυρίως τις οχυρώσεις του Ναυπλίου. Αντίθετα η έρευνα η σχετική με την κάτω πόλη, του Ναυπλίου, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Οι αποτυπώσεις των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της περιόδου αυτής, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, πολύ περισσότερο που το Ναύπλιο τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας διατηρούσε σχεδόν στο ακέραιο, τη μορφή που είχε στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Παράλληλα  με την εργασία του αυτή ο Schaeffer αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης, την αποκατάσταση του επιθαλάσσιου οχυρού που έκτισε το 1471 ο Pasgualiggo, του γνωστού ως «Μπούρτζι», και τη μετασκευή του σε ξενοδοχείο, καθώς και την κατασκευή του πεζοδρόμου που οδηγούσε στην Ακροναυπλία.

 

Σχεδιαστική αναπαράσταση του καστέλο της θάλασσας (Μπούρτζι), Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Το 1939 ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος  έχει πια αρχίσει. Τα πρώτα μηνύματα φθάνουν και στην Ελλάδα. Η μητέρα του Scaheffer εβραϊκής καταγωγής, εξαφανίζεται. Ο Schaeffer  συγκεντρώνει τα πράγματα της μητέρας του, τη φωτογραφική της μηχανή και το αρχείο της και τα παραδίδει σε στενή της φίλη. Στη συνέχεια εγκαταλείπει την Ελλάδα και μέσω Αλβανίας επιστρέφει στη Γερμανία, όπου εξ αιτίας των φρονημάτων του και ίσως της εβραϊκής του καταγωγής, από την πλευρά της μητέρας του, παρ’ όλο ότι ο ίδιος ήταν ευαγγελικός, κλείνεται σε στρατόπεδο και υπηρετεί ως μηχανικός. Εκεί τον βρήκαν οι σύμμαχοι στα χρόνια της απελευθέρωσης και τον χρησιμοποίησαν ως διερμηνέα.

Μετά τον πόλεμο ο Schaeffer εργάστηκε ως καθηγητής σε μια ανώτερη τεχνική σχολή στη Βρέμη. Παρ’ όλο ότι δεν επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα βρισκόταν πάντα σε επαφή με τους έλληνες φίλους του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για το Ναύπλιο και την τύχη του αδημοσίευτου υλικού του. Κάποιες προσπάθειες που κάναμε για να έρθουμε σε επαφή μαζί του δεν οδήγησαν σε μια συνάντηση που θα βοηθούσε σημαντικά στην αξιοποίηση του αρχείου του. Πλησίαζε πια τα 90 και ήταν αρκετά κουρασμένος.

Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η γυναίκα του llse Schaeffer παρέδωσε στο   Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο όλο το αρχείο του, το σχετικό με το Ναύπλιο, όπου φυλάσσεται με υπευθυνότητα, ταξινομείται και μελετάται από τους συνεργάτες του Ινστιτούτου.

Το αρχείο Schaeffer περιλαμβάνει εκτός από τα γραπτά του κείμενα σειρά από σχέδια. Τα περισσότερα αφορούν τις οχυρώσεις και είναι ήδη δημοσιευμένα. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός αριθμός αποτυπώσεων των σημαντικότερων κτηρίων της Κάτω Πόλης, του Αγίου Γεωργίου, του Ενετικού Σχολείου, του Τελωνείου κ.ά. Μερικά από τα κτίρια αυτά, όπως π.χ. το Χάνι στην Πρόνοια ή το Παλατάκι του Καποδίστρια, δεν υπάρχουν πια σήμερα. Άλλα υπάρχουν, αλλά με σημαντικές αλλοιώσεις. Το γεγονός αυτό κάνει το αρχείο του Schaeffer ιδιαίτερα σημαντικό. Τα σχέδια του Schaeffer θα αποτελέσουν ουσιαστική βοήθεια για τη σωστή αποκατάσταση των κτιρίων αυτών. Ένας αριθμός των σχεδίων αυτών δημοσιεύτηκαν με την άδεια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Ναυπλιακό Ημερολόγιο το 1977 που εξέδωσε η «Απόπειρα». Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση και η μελέτη του αρχείου, είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν και σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις. Χρέος, όσων μελετάμε και αγαπάμε το Ναύπλιο, είναι να συνεχίσουμε και να τελειώσουμε το έργο του μεγάλου επιστήμονα που έφυγε από κοντά μας, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει.

 

Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη

Επ. Καθηγήτρια του  Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου  

 

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1998.

 

Read Full Post »

Η δίκη του Σωκράτη


 

Σωκράτης

Προς το τέλος του 400 π.Χ., ένας άσημος ποιητής των Αθηνών, ο Μέλητος, κατέθεσε στον αρμόδιο άρχοντα βασιλέα τη λεγόμενη «γραφή ασεβείας» εναντίον του Σωκράτη. Ανάμεσα στην αρχή με τα μέσα Ιανουαρίου του 399 π.Χ. πρέπει να τοποθετηθεί η κλήση και η εμφάνιση του Σωκράτη ενώπιον του άρχοντα βασιλέα για προανάκριση. Κάποιο πρωί λοιπόν του Ιανουαρίου, ο Σωκράτης, αφού πρώτα πέρασε από το Λύκειο, όπου συζήτησε με τον Θεόδωρο και τον Θεαίτητο για την ουσία της επιστήμης, στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Αγορά, όπου – στη λεγόμενη Βασίλειο Στοά- είχε την έδρα του ο άρχων βασιλεύς, αρμόδιος γι’ αδικήματα κατά των θεών.

Εκείνη την εποχή οι δημοκρατικοί πολίτες των Αθηνών διακατέχονταν από ανασφάλεια, μήπως ανατραπεί και πάλι το δημοκρατικό πολίτευμα. Πα­ραλλήλως αρκετοί απ’ αυτούς, που μόλις είχαν επιστρέψει από τους τόπους αυτοεξορίας τους, ήταν διαποτισμένοι από μίσος εναντίον εκείνων που, στη διάρκεια της δικής τους απουσίας, είχαν προκαλέσει τη δήμευση των περιουσιών τους και τις είχαν οικειοποιηθεί, ενώ οι αρχικοί δικαιούχοι αδυνατούσαν ήδη να τις ανακτήσουν, εμποδιζόμενοι από το ψήφισμα του Αρχίνου για την αμνηστία, το οποίο φαίνεται πως είχε υπαγορευθεί από το βασιλέα της Σπάρτης Παυσανία, προκειμένου η Σπάρτη ν’ αναγνωρίσει την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, μετά τη φυγή των Τριάκοντα τυράννων.

Έτσι λοιπόν πολλοί δημοκρατικοί, που μόλις είχαν επιστρέψει από την αυτοεξορία τους, δεν έβρισκαν άλλο τρόπο για να καταγγείλουν τους ολιγαρχικούς αντιπάλους τους, καθώς κι όσους είχαν ωφεληθεί από εκείνους, παρά μόνο με το πρόσχημα της ασέβειας έναντι των θεών, κατά το ψήφισμα του Διοπείθη, που είχε ψηφίσει η εκκλησία του δήμου το 431 π.Χ., δηλαδή ν’ ασκείται «εισαγγελία» κατ’ εκείνων που δεν πίστευαν στα θεία, όπως και κατ’ εκείνων που ερευνούσαν τ’ αντικείμενα τ’ ουρανού.

Κατά την αθηναϊκή νομοθεσία, όταν κάποιος κατέθετε στον αρμόδιο άρχοντα (εδώ στον άρχοντα βασιλέα) «γραφή», εκείνος τον πρόσταζε να την επιβεβαιώσει ενόρκως. Ο γραμματέας τηρούσε πρακτικό, το οποίο κατέγραφε – με αντίστροφη χάραξη- σε πλάκα κεριού. Στη συνέχεια έριχνε καρβουνόσκονη σ’ αυτή την πλάκα και την αποτύπωνε σε σανίδα, την οποία αναρτούσε στον ξύλινο περίβολο του μνημείου των Επώνυμων Ηρώων, ώστε να μπορεί να διαβάσει την εκκρεμούσα καταγγελία κάθε επισκέπτης της Αγοράς. Παραλλήλως ο κατήγορος κατονόμαζε τους συνηγόρους και τους μάρτυρές του.

Ο άρχων βασιλεύς καθόριζε τη σειρά της προανάκρισης με κλήρωση και στη συνέχεια καλούσε τον κατηγορούμενο, τον ενημέρωνε και τον παρακινούσε, εφ’ όσον απέκρουε την κατηγορία, να ετοιμάσει έγγραφη συνοπτική ομολογία, την «αντιγραφή» μεν, αν ο κατηγορούμενος περιοριζόταν μόνο στο ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες της «γραφής» σε ουσιαστικό επίπεδο, την «παραγραφή» δε, αν εναντιωνόταν στο παραδεκτό της κατηγορίας, κυρίως – στην περίπτωση του Σω­κράτη –    αν θα   επικαλούνταν ότι η κατηγορία γι’ ασέβεια και διαφθορά των νέων ήταν εικονική και ότι πραγματικός λόγος της δίωξής του ήταν η μομφή της συνεργασίας με το καταρρεύσαν τυραννικό καθεστώς, κάτι που ενέπιπτε στις διατάξεις για την αμνηστία.

Για την ετοιμασία της «αντιγραφής» ή και της «παραγραφής» ο άρχων βασιλεύς παρείχε στον κατηγορούμενο επαρκή προθεσμία. Γνωρίζουμε ότι η προθεσμία για κατηγορίες φόνου ήταν αρχικώς ενός μηνός, με δυνατότητα δύο διαδοχικών ανανεώ­σεών της, δηλαδή συνολικώς έως τρεις μήνες. Στη συνέχεια ο άρχων βασιλεύς καλούσε σε προανάκριση τους συνηγόρους και τους μάρτυρες του κατηγορουμένου.

Ως συνήγοροι του Μέλητου εμφανίστηκαν ο Άνυτος και ο Λύκων. Ο Άνυτος ήταν πλούσιος βυρσοδέψης και – στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου- είχε διατελέσει στρατηγός. Κατά την τυραννία των Τριάκο­ντα είχε καταφύγει μαζί με τον Θρασύβουλο και άλλους δημοκρατικούς Αθηναίους αυτοεξόριστους στο φρούριο της Φυλής. Το τυραννικό καθεστώς είχε δημεύσει την περιουσία του, την οποία δεν μπόρεσε ν’ ανακτήσει μετά την πτώση της τυραννίας. Επιστρέφοντας στην Αθήνα βρήκε το γιο του, τον Ανθεμίωνα, προσκολλημένο στον κύκλο του Σω­κράτη. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσει να μάθει την τέχνη του βυρσοδέψη. Μα ο νέος δεν ήθελε. Ήταν συνεπαρμένος από τη διδασκαλία του Σω­κράτη κι ήθελε ν’ α­σκηθεί και ν’ αναδειχθεί σε στοχαστικό φιλόσοφο. Ο πα­τέρας του, ο Άνυτος, αγρίεψε. Μίλησε σκληρά στο παιδί. Ακόμη πιο επιθετικά στον Σωκράτη. Εκείνος ήταν αμείλικτος. Τον επιτίμησε πως έπρεπε να ντρέπεται. Αυτός, που είχε τιμηθεί από την πόλη με τόσες τιμές, δεν είχε το δικαίωμα να καταδικάσει το ανήσυχο πνεύμα του γιου του στο ταπεινό επάγγελμα του βυρσοδέψη. Υπερίσχυσε η θέληση του Άνυτου. Δια της βίας τον απέσπασε από τον κύκλο του Σωκράτη, αλλά ο Ανθεμίων περιέπεσε σε μελαγχολία και τα βράδια μεθούσε στις ταβέρνες. Αυτούς τους δύο λόγους είχε λοιπόν ο Άνυτος για να τρέφει αδυσώπητο μίσος κατά του Σωκράτη, αφού κι αυτός ήταν ένας από εκείνους που σιώπησαν, σαν να μη συνέβαινε τίποτε το ανώμαλο, κατά τη σκοτεινή περίοδο της τυραννίας.

Οπωσδήποτε ο Σωκράτης, όταν κλήθηκε από τον άρχοντα βασιλέα κι έλαβε προθεσμία για να ετοιμάσει κείμενο «αντιγραφής» ή και «παραγραφής», άφησε να περάσει άπρακτη όλη η προθεσμία της προανάκρισης.

 

Ο Σωκράτης με τους μαθητές.

 

Στην ξενοφώντεια Απολογία εμφανίζεται ο Ερμογένης να επιπλήττει τον Σωκράτη, γιατί δεν ασχολείται με την ετοιμασία της απολογίας του, εκείνος δε ν’ απαντά ότι αρχικώς είχε δοκιμάσει να την ετοιμάσει, αλλά ότι τελικώς τον εμπόδισε το Δαιμόνιό του ν’ ασχοληθεί με την ετοιμασία της. Όταν λοιπόν – ερήμην του Σωκράτη- ολοκληρώθηκε η ανάκριση, ο άρχων Βασιλεύς όρισε – και πάλι με κλήρωση- δικάσιμο και εισήγαγε την υπόθεση στην Ηλιαία προς εκδίκαση.

Κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Σωκράτης δικάστηκε από την Ηλιαία, εκεί όπου σήμερα είναι τα ερείπια του λεγόμενου «τετράγωνου περιβόλου», ενός ασκεπούς περιμανδρωμένου χώρου, μέσα στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, ανάμεσα στη Μέση και τη Νότια Στοά.

Σωκράτης, λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ, 1509.

Στην αρχαία Αθήνα, όταν οι νέοι συμπλήρωναν το 18ο έτος της ηλικίας τους, κατατάσσονταν για δύο χρόνια στην τάξη των εφήβων, οπότε οδηγούνταν στο σπήλαιο της Αγραύλου, στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης κι εκεί έδιδαν τον ιερό όρκο του Αθηναίου εφήβου, διαβεβαιώνοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, και ότι θα υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια, καθώς και τις ιερές πατροπαράδοτες αρχές. Ήταν λοιπόν οι πάτριες θρησκευτικές παραδόσεις αναπόσπαστο κομμάτι των καθιδρυμένων θεσμών της πόλης, τους οποίους όφειλε κάθε πολίτης, όχι μόνο να σέβεται και να τιμά, αλλά και να υπερασπίζεται εναντίον κάθε επιβουλής, και μόνος και μετά πολλών.

Βεβαίως ο νόμος δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποια συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα συνιστούσαν το αντικείμενο της ποινικής δίωξης. Έτσι οι ένορκοι λαϊκοί δικαστές της αθηναϊκής πολιτείας είχαν ευρύτατη δικαιοπλαστική ελευθερία, με μόνο περιορισμό τον όρκο τους ότι, όπου δεν υπάρχει σαφής νόμος, θα δικάσουν κατά κρίση αγαθού ανδρός. Η γραφή ασεβείας λοιπόν ήταν μια νομικώς βάσιμη κατηγορία. Απέμενε μόνο ν’ αποδειχθεί και η ουσιαστική βασιμότητά της κατά τη δίκη.

Για τη διαφθορά των νέων, ως εγκληματική πράξη, δεν έχουμε πληροφορίες αν υπήρχε ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Το πιθανότερο είναι πως συνιστούσε ειδικότερη εκδήλωση του κεντρικού αδικήματος της ασέβειας, με την έννοια ότι ο Σωκράτης υπονόμευε την πίστη των νέων στις θρησκευτικές και δημοκρατικές αξίες, που συγκροτούσαν την ιδεολογική τάξη της πόλης.

Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικονομικού συστήματος της αθηναϊκής πολιτείας ήταν τ’ ακόλουθα:

α) Οι δικαστές που συγκροτούσαν τότε τα δικαστήρια ήταν ο ανώνυμος λαός. Το όνομα κάθε Αθηναίου πολίτη, που είχε συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του, και με την επιφύλαξη ότι δεν είχε στερηθεί από τα πολιτικά του δικαιώματα, όπως επίσης ότι δεν ήταν οφειλέτης του δημοσίου, έμπαινε κάθε χρόνο στην κληρωτίδα, από όπου κληρώνονταν έξι χιλιάδες πολίτες (600 από κάθε μία από τις 10 φυλές) και κατανέμονταν με νέα κλήρωση σε δέκα τμήματα, ήδη ανεξαρτήτως φυλής. Από χους 600 δικαστές κάθε σχήματος οι 500, μαζί με τον αρμόδιο (εκλεγμένο για ένα χρόνο) άρχοντα – στην περίπτωση του Σωκράτη, τον άρχοντα βασιλέα- ως πρόεδρο, συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας, ενώ οι υπόλοιποι 100 παρέμεναν αναπληρωματικοί, για την περίπτωση κωλύματος κάποιου από εκείνους που είχαν κληρωθεί ως τακτικοί.

β) Καμιά δίκη δεν μπορούσε να μπαίνει σε κίνηση με την πρωτοβουλία κρατικού οργάνου, αλλά αποκλειστικά και μόνο με αναφορά (γραφή) του ενδιαφερόμενου πολίτη.

γ) Οι δικαστές, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους για την εκδίκαση της εκάστοτε νέας υπόθεσης, έδιναν τον ακόλουθο όρκο:

Θα δώσω τη δικαιοδοτική μου ψήφο σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου των Αθηναίων και της Βουλής των πεντακοσίων και όπου δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με την πιο δίκαιη λύση (…) δίχως να κάνω χάρες και δίχως να επηρεάζομαι από έχθρες (…) Δεν θα δεχθώ δώρα εξαιτίας των δικαστικών μου καθηκόντων, ούτε άμεσα ο ίδιος ούτε δια μέσου άλλου προσώπου, ούτε θ’ ανεχθώ να λάβει άλλος δώρα μ’ επί­γνωσή μου, με οποιαδήποτε μεθόδευση ή τέχνα­σμα (…) Και θ’ ακούσω με προσοχή τόσο τους κα­τηγόρους όσο και τους απολογουμένους εξ ίσου, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το αντικείμενο της διεξαγόμενης δίκης.

Αυτό το δικονομικό σύστημα των Αθηνών παρουσιάζει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα έναντι των σύγχρονων δικονομικών εγγυήσεων.

 

α) Υστερούσε κατά το ότι:

– οι δικαστές δεν ήταν επαγγελματίες δικαστές, δεν είχαν λοιπόν ειδική νομική παιδεία, ενώ εξάλλου:

– μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δεν συνήρχοντο σε διάσκεψη·

– δεν κατέγραφαν αιτιολογικό της απόφασής τους και

– η ενδεχομένως λαθεμένη κρίση τους δεν υπέκειτο σε προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσον ε­νώπιον ανώτερου δικαστηρίου.

 

β) Υπερτερούσε όμως κατά το ότι:

– οι δικαστές ήταν πάρα πολλοί (501), έτσι που να συγκροτούν όντως ένα μεγάλο και αξιόπιστο δείγμα της κοινής γνώμης·

– κληρώνονταν την τελευταία στιγμή πριν από τη δίκη και εισέρχονταν αμέσως στο χώρο του δικαστηρίου, κι έτσι κανένας δεν μπορούσε να τους πλησιάσει και να χους επηρεάσει·

– περιορίζονταν μόνο στο να ψηφίσουν, και μάλιστα στο πλαίσιο μυστικής ψηφοφορίας, έτσι που ήταν αδύνατο να μείνουν εκτεθειμένοι σε αντεκδικήσεις, αφού ήταν αδύνατο να βρεθεί τι είχε ψηφίσει καθένας τους·

– με το να μην αιτιολογούν τη μυστική ψήφο τους είχαν ευρύτατα περιθώρια να κρίνουν με μέτρο τις αρχές της επιείκειας, στις οποίες ασφαλώς τους παρακινούσαν οι συναισθηματικές φορτίσεις που τους προκαλούσαν οι εκάστοτε κατηγορούμενοι, καθώς προσέρχονταν συνοδευόμενοι από τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά τους. Με άλλα λόγια, οι δικαστές της Ηλιαίας ήταν κατά κανόνα αθωωτικοί, όμοια όπως κατά κανόνα είναι αθωωτικοί στην εποχή μας και οι ένορκοι, ιδίως όπως ήταν, όταν συγκροτούσαν το αμιγές ορκωτό κακουργιοδικείο· και

– οι διάδικοι, και ιδίως ο κατηγορούμενος, είχαν απεριόριστη ελευθερία λόγου, μέσα στον ίσο χρόνο που τους παρείχετο, με μέτρο την κλεψύδρα (περίπου τρεις ώρες κάθε διάδικη πλευρά). Μπορούσαν να χλευάζουν ή και να καθυβρίζουν τους δικαστές, δίχως εκείνοι να έχουν εξουσία να τους διακόψουν. Μπορούσαν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον αντίδικο, στους συνηγόρους του ή στους μάρτυρες, δίχως το δικαστήριο να έχει εξουσία ν’ απαγορεύσει κάποια ενοχλητική ερώτηση ως άσχετη. Εξάλλου, ενώ οι διάδικοι είχαν δικαίωμα ν’ απευθύνουν ερωτήσεις μεταξύ τους, αντιθέτως οι δικαστές δεν είχαν εξουσία να υποβάλλουν ερωτήσεις. Περιορίζονταν στο ν’ ακούν και να ψηφίζουν δίχως προηγούμενη διάσκεψη, όπως έκαναν και στην εκκλησία του δήμου.

Πορτραίτο του Σωκράτη.

Η δίκη του Σωκράτη, όπως όλες οι δίκες ενώπιον της Ηλιαίας, τελείωσε την ίδια ημέρα που άρχισε. Πρώτος έλαβε το λόγο ο Μέλητος, που είχε καταθέσει τη σχετική καταγγελία. Στη συνέχεια μίλησαν οι συνήγοροί του Άνυτος και Λύκων, ενώ εξάλλου είναι βέβαιο πως εξετάστηκαν και μάρτυρες, τους οποίους ο Σωκράτης κατήγγειλε ως επίορκους ψευδομάρτυρες.

Δεν έχουμε όμως στοιχεία ως προς το τι κατέθεσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι και οι μάρτυρες του Σωκράτη, παρά μόνο για έναν: τον αδελφό του Χαιρεφώντα, ο οποίος κατά την πρώτη απολογία του Σωκράτη προτείνεται να μαρτυρήσει και να επιβεβαιώσει ότι ο – ήδη προαποβιώσας – Χαιρεφών είχε μεταβεί στο μαντείο των Δελφών, είχε υποβάλει το ερώτημα ποιος ήταν ο σοφότερος άνθρωπος, κι είχε λάβει την απάντηση ότι σοφότερος όλων είναι ο Σωκράτης, κάτι που τον πειθανάγκασε να ελέγχει τους Αθηναίους για να βεβαιωθεί κατά τι αυτός θεωρείται από τον Απόλλωνα ως ο σοφότερος όλων, μολονότι ένα μόνον ήξερε καλά, πως τίποτε δεν ήξερε.

Η πρώτη (και κύρια) απολογία του Σωκράτη, έτσι όπως μας την παρέδωσε ο Πλάτων, έχει τέσσερις στόχους, δηλαδή ν’ αποκρούσει:

α) τη διαβολή που επί δεκαετίες σερνόταν εξωδίκως εναντίον του, από τότε που ο Αριστοφάνης τον είχε σατιρίσει με τις Νεφέλες του ως άθεο και κερδοσκόπο σοφιστή, που διδάσκει τους νέους ν’ απολακτίζουν την πατρική εξουσία, υπό την οποία διατελούσαν,

β) την κατηγορία ότι δήθεν δεν πιστεύει στους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά σε καινούργιες θεότητες,

γ) την κατηγορία ότι διαφθείρει το ήθος των νέων, και

δ) την υποχθόνια κατηγορία ότι διαπνέεται από αντιδημοκρατικά φρονήματα, έτσι ώστε να είναι επικίνδυνος για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Μετά την πρώτη απολογία του Σωκράτη οι δικαστές αποσύρθηκαν σε ψηφοφορία, με το ερώτημα αν είναι ένοχος ή αθώος των αποδιδόμενων σ’ αυτόν δύο κατηγοριών, της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων. Από τους 501 δικαστές ψήφισαν 280 πως είναι ένοχος και 221 πως είναι αθώος. Επακολούθησαν οι προτάσεις επί της ποινής.

Κατά το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας, αν ο κατηγορούμενος κρινόταν ένοχος, τότε το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να του επιβάλει ως εναλλακτική ποινή την εξορία ή σημαντική χρηματική ποινή, που ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε. Καθώς παρατηρεί ο Χέγκελ (Hegel), επρόκειτο για μια αξιοπρόσεχτη ιδιορρυθμία της αθηναϊκής δικονομίας, με τριπλό πλεονέκτημα: πρώτον, ότι παρωθούσε τον κατηγορούμενο ν’ αποδεχθεί την κρίση του δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο, δεύτερον, ότι απάλλασσε την πόλη από τη βλαπτική παρουσία του και, τρίτον, επιβεβαίωνε το φιλάνθρωπο χαρακτήρα της αθηναϊκής νομοθεσίας, αφού την επιμέτρηση της ποινής την άφηνε στην κρίση του κατηγορουμένου, που είχε ήδη αποδεχθεί τη διαγνωσθείσα ενοχή του.

Ο Μέλητος πρότεινε – και πάλι – την ποινή του θανάτου. Ο Σωκράτης αρχικώς εξέφρασε την έκπληξή του πως μόνο τριάντα ψήφοι του έλειψαν για να κηρυχθεί αθώος. Στη συνέχεια, με τη συνηθισμένη ειρωνική διάθεσή του, πρότεινε, αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής, το δικαστήριο να ψηφίσει την ισόβια τιμητική σίτισή του στη θόλο, μαζί με τους πρυτάνεις, τους ολυμπιονίκες, τους διακεκριμένους φιλοξενούμενους της πόλης και την οικογένεια των τυραννοκτόνων. Μετά τις αποδοκιμασίες που προκάλεσε αυτή η προκλητική πρόταση, εξήγησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε να εγκαταλείψει την πόλη ούτε του ήταν δυνατό να υποσχεθεί ότι θα έπαυε στο μέλλον να γίνεται ενοχλητικός με το δημόσιο έ­λεγχό του, ενώ εξάλλου δεν είχε χρήματα για να καταβάλει χρηματική ποινή, παρά μόνο μία και μοναδική μνα.

Τελικώς, όμως, κάτω από τις πιέσεις και την προθυμία των μαθητών του να πληρώσουν εκείνοι τη χρηματική ποινή, πρότεινε πρόστιμο τριάντα μνων. Μάλιστα, κατά τον Ξενοφώντα, αρνήθηκε να προτείνει χρηματική ποινή, επειδή κάτι τέτοιο θα ενείχε αποδοχή της ενοχής του, κάτι που εκείνος εξακολουθούσε ν’ αποκρούει. Και ακριβώς επειδή δεν αποδέχθηκε τη δικαστική διάγνωση της ενοχής του, η τελική αντιπρότασή του για χρηματική ποινή δεν ήταν δεσμευτική για το δικαστήριο.

Το δικαστήριο αποσύρθηκε και πάλι σε ψηφοφορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με ψήφους 360 έναντι 141, δηλαδή ογδόντα δικαστές που – στην πρώτη ψηφοφορία – είχαν ψηφίσει υπέρ της αθωότητάς του, τώρα υπερψήφιζαν την πρόταση για τη θανατική καταδίκη του.

Στο διάστημα που μεσολάβησε ώσπου ο άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος του δικαστηρίου, μαζί με το γραμματέα να καταγράψουν το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, ο Σωκράτης απευθύνθηκε για τελευταία φορά, τόσο στους καταδικαστικούς δικαστές όσο και στους αθωωτικούς. Όμως μόνο τους τελευταίους προσφώνησε (για πρώτη φορά) ως άνδρες δικαστές. Ως τότε σταθερά απευθυνόταν στο δικαστήριο της Ηλιαίας με την προσφώνηση άνδρες Αθηναίοι, δίνοντας δηλαδή έμφαση στην αποκλειστικώς πολιτική διάσταση της κρίσης τους.

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αξιοποίησε ο Σωκράτης τις δικονομικές δυνατότητες αποτελεσματικής υπεράσπισης που του παρείχε το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι απερίφραστα αρνητική, τόσο που να παρακινεί στη σκέψη ότι δεν επρόκειτο για δολοφονική δίκη, αλλά για δίκη ενσυνείδητης αυτοκτονίας, κάτω από την ακλόνητη πίστη του Σωκράτη πως αυτό ήταν το θέλημα του θεού. Ασφαλώς δεν ταίριαζε στο ήθος του Σωκράτη να κολακέψει τους δικαστές του. Δεν ήταν όμως απαραίτητο ούτε και να τους συμπεριφερθεί με τόση προκλητικότητα, όπως αυτή αναδύεται ιδίως μέσα από το δεύτερο μέρος της πλατωνικής Απολογίας του.

Το πιθανότερο είναι πως ο Σωκράτης είχε επίγνωση του ότι παιζόταν κωμωδία, με στόχο τον εξαναγκασμό του σε προσωρινή απομάκρυνσή του από την Αθήνα, καθώς όλοι ανέμεναν πως οι φίλοι του θα τον φυγάδευαν. Νομίζω λοιπόν ότι, πέρα από τους λόγους του αυτοσεβασμού, που ασφαλώς συνέτρεχαν και τον εμπόδιζαν να εξευτελιστεί, τρεπόμενος σε φυγή, πάντως στην υπεράσπισή του υφέρπουν και δύο δικές του αντιπροκλήσεις:

Πρώτον, να επιβεβαιώσει, τόσο στους συμπολίτες του όσο και στον ίδιο, τη σταθερή εμμονή του στο να μην επιτρέπει στον εαυτό του «ηττάσθαι υπό των ηδονών». Η αποφυγή της βίαιης θανάτωσής του και η επιβίωσή του σε ξένο τόπο ήταν – στα μάτια του κόσμου – ένα καλοδεχούμενο αγαθό. Αυτός όμως ασκείται ως την τελευταία αναπνοή του ν’ αποφεύγει «ηττάσθαι υπό των ηδονών».

Η δεύτερη αντιπρόκληση, την οποία ενέχει η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να δεχτεί να τον φυγαδέψουν, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στη μέχρις αναίδειας υπερβολική προκλητικότητά του απέναντι στους δικαστές του, ιδίως κατά τη δεύτερη απολογία του, έτσι που ν’ αποκλείσει τη διέξοδο του χρηματικού προστίμου, ώστε να εξωθηθούν οι δικαστές στο να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Και τότε εκείνος να τους αιφνιδιάσει, δίνοντάς τους το πιο ηχηρό μάθημα ήθους και πίστης στους θεσμούς, με το να συμμορφωθεί αδιαμαρτυρήτος με τη θανατική καταδίκη του. Στα δικά του μάτια αυτός ο αιφνιδιασμός θα ήταν η δική του δραματικά ειρωνική απάντηση στη φάρσα της δίκης του. Αλλά και το πιο δραστικό μάθημα στην πόλη, που – ως τότε – δεν είχε επίγνωση της δικής του μεγάλης προσφοράς προς αυτήν.

Δίχως να έχει χαρακτήρα αντιπρόκλησης, η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να μεθοδεύσει την αποφυγή του, εδράζεται στη στέρεη πεποίθησή του πως ο θάνατος δεν ήταν κακό, όπως πιστεύει ο πολύς και αμαθής κόσμος. Πίστευε ότι η ψυχή επιστρέφει στο θεό, απ’ όπου είχε έλθει στη γη. Σ’ αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι ο Σωκράτης δεν βάδισε προς το θάνατο αποκλειστικώς επειδή – και στην έκταση που- τον διακατείχε η βεβαιότητα της ωφελιμιστικής σκέψης για την αθανασία της ψυχής, έτσι που να προσβλέπει σ’ ένα καλύτερο μεταθανάτιο βίο, στην άλλη διάσταση της ζωής. Ασφαλώς διακατεχόταν απ’ αυτή την ένθεη υπερβατική ενόραση. Αλλά δεν την είχε ανάγκη για να βαδίσει αγέρωχος προς το θάνατο. Η άφοβη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να συμβιβαστεί και να πά­ψει να γίνεται ενοχλητικός στους Αθηναίους με την ελεγκτική του μέθοδο, ήταν αξία καθ’ αυτή.

Μολαταύτα νομίζω πως κι ο ίδιος είχε επίγνωση του ότι ήταν όμηρος δικών του ασυγχώρητων παραλείψεων, κατά το παρελθόν, εξαιτίας των οποίων ο αυτοσεβασμός του τον πειθανάγκαζε ήδη να δεχθεί την ποινή του θανάτου ως δίκαιη τιμωρία. Με τη δική του φανατική μονομέρεια, δηλαδή του ν’ απέχει ενσυνειδήτως από την πολιτική αντιδικία και τις αγορεύσεις στην εκκλησία του δήμου, δεν είχε φροντίσει να μεταπείσει τους συμπολίτες του να καταργήσουν το ψήφισμα του Διοπείθη για τη γραφή ασεβείας. Είχε λοιπόν συνειδητοποιήσει πως τώρα πια ήταν πολύ αργά – ειδικά γι’ αυτόν, που τόσα χρόνια είχε σιωπήσει – για να κατηγορήσει το ψήφισμα του Διοπείθη ως άδικο.

Ήταν άδικη η δίκη του Σωκράτη; Η απάντηση είναι: και ναι και όχι.

α) Ήταν άδικη, στην έκταση που άλλη ήταν η φανερή και άλλη η υποκρυπτόμενη αληθινή κατηγορία, για την οποία καταδικάστηκε, μολονότι το αδίκημα των αντιδημοκρατικών φρονημάτων είχε αμνηστευθεί με το ψήφισμα του Αρχίνου.

β) Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η δίκη ως άδικη, επειδή καταδικάστηκε για δημόσιο προσηλυτισμό σ’ άλλες θεότητες, ξένες προς τους πάτριους θεούς, καθώς και για το δημόσιο ξεσηκωμό των νέων εναντίον της πατρικής αυθεντίας, δίχως κάτι τέτοιο να έχει αποδειχθεί, ειδικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον της Ηλιαίας. Η κρίση του δικαστηρίου – σ’ όλες τις δικαζόμενες υποθέσεις, κι όχι μόνο του Σω­κράτη – ήταν σεβαστή ως δίκαιη, όχι επειδή έπειθε με την – έτσι κι αλλιώς ελλείπουσα – αποδεικτική τεκμηρίωσή της, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον επειδή εξέφραζε την κυρίαρχη στην πόλη γνώμη, όπως αυτή αποτυπωνόταν με την ετυμηγορία της πλειοψηφίας ενός δικαστηρίου, που το συγκροτούσαν πεντακόσιοι κληρωμένοι ένορκοι δικαστές και ο εκλεγμένος άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος. Κατά το λόγο που – και στη δική μας εποχή – η ετυμηγορία των πολιτών κατά τις βουλευτικές εκλογές δεν υπόκειται στις αξιολογικές εκτιμήσεις του δίκαιου ή άδικου, κατά τον ίδιο λόγο και η ετυμηγορία των πολιτών που συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας ήταν ουδέτερη από την οπτική γωνία της δίκαιης ή άδικης κρίσης. Αρκούσε η άμεση δημοκρατική της νομιμοποίηση, ως εγγύηση διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης.

γ) Δεν ήταν άδικη η κρίση των δικαστών της Ηλιαίας ότι ο Σωκράτης δεν πίστευε στην πατροπαράδοτη Θεολογία του Δωδεκαθέου, έτσι όπως αυτή είχε διαπλαστεί από τους ποιητές, και ιδίως από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο θεός του Σωκράτη – το δαιμόνιό του – είχε πνευματική διάσταση. Μ’ αυτή την έννοια εισήγε όντως νέα θεολογία. Και δεν περιοριζόταν στο να πιστεύει σ’ αυτή την πνευματική διάσταση της θεότητας. Με τη δύναμη του στοχασμού του, έτσι όπως επιθετικά τον εξέφραζε στο Λύκειο, στην Αγορά, στα συμπόσια και τους δρόμους της Αθήνας, έκανε ανοιχτή προπαγάνδα εναντίον της πατροπαράδοτης λατρείας του Δωδεκα­θέου. Γι’ αυτό το λόγο και στην πλατωνική Απολο­γία του επιμένει ιδιαιτέρως ότι εκείνος δεν υπήρξε δάσκαλος κανενός. Γνώριζε καλώς ότι η βασιμότητα της κατηγορίας γι’ ασέβεια δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, αλλά με τον επιθετικό προσηλυτισμό που έκανε για χάρη τους.

δ) Ούτε ήταν αβάσιμη, και συνακόλουθα άδικη, η κατηγορία πως καθιστούσε τους νέους ικανούς να προβληματίζονται και ν’ αναζητούν λύσεις, έξω απ’ το συντηρητικό φρόνημα των πατέρων τους. Και με τις δύο τούτες καινοτομίες του ο Σωκράτης ανήγαγε τη φιλοσοφία σε κέντρο αντίδρασης εναντίον του θρησκευτικού και του πολιτικού κατεστημένου της αθηναϊκής πολιτείας. Και φυσικό είναι πως αυτό το κατεστημένο αμύνθηκε αντεπιτιθέμενο.

Όσοι, παρ’ όλ’ αυτά, επιμένουν πως η δίκη και η καταδίκη ήταν άδικες, παραβλέπουν ότι – και στη δική μας εποχή – ένας επιθετικά ενοχλητικός διανοητής δεν θα είχε καλύτερη μεταχείριση.

 

 Κώστας Ε. Μπέης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η δίκη του Σωκράτη», τεύχος 86, 7 Ιουνίου 2001.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Γεώργιος Τόλιας – «Χαρτογράφηση της Πελοποννήσου»


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard  σε συνεργασία με το Δήμο Άργους-Μυκηνών, διοργανώνει διάλεξη με θέμα: «Χαρτογράφηση της Πελοποννήσου».

Για το παραπάνω θέμα, ο κύριος Γεώργιος Τόλιας, Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, θα μιλήσει  στην Αίθουσα του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οδός Αγγελή Μπόμπου 8, στο  Άργος, την  Τετάρτη 1η  Φεβρουαρίου 2012 και ώρα 19.00.

 

Γεώργιος Τόλιας

 

Ο Γιώργος Τόλιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris III, 1982), διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris IV, 1993), και Habilité à diriger des recherches του Πανεπιστημίου της Νίκαιας (Sophia Antipolis, 2000).

Εργάσθηκε στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (1993-1995) και στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (1995-), όπου είναι διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (2003-). Είναι υπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος »Γεωγραφική παιδεία και ιστορία της χαρτογραφίας», αφιερωμένο στην ιστορική μελέτη των προσλήψεων και των αναπαραστάσεων του χώρου, αφηγηματικών και εικονικών, και στην επίδρασή τους στην πολιτική, πολιτιστική και τεχνολογική ιστορία.

Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες και άρθρα γύρω από την πρόσληψη του ελληνικού χώρου, την ιστορία της αρχαιολογίας και των ελληνικών σπουδών, την ιστορία της χαρτογραφίας, του περιηγητισμού και της γεωγραφικής σκέψης. Υπήρξε υπότροφος του Πανεπιστημίου του Princeton (Program in Hellenic Studies, 1997), του Πανεπιστημίου του Madison-Wisconsin (Institute for Research in the Humanities, 2001-02), και επισκέπτης διευθυντής σπουδών στην École Pratique des Hautes Études (2009). Ήταν Γενικός Γραμματέας του 18ου Διεθνούς Συνεδρίου για την Ιστορία της Χαρτογραφίας (Αθήνα 1999), υπεύθυνος του προγράμματος και συνεκδότης του τόμου Στα βήματα του Παυσανία: η αναζήτηση της ελληνικής αρχαιότητας, Αθήνα, Κότινος για το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και την Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, 2007. Είναι κάτοχος του βραβείου της Association pour l’Encouragement des études Grecques (1999) και του βραβείου Imago Mundi (2006).

 

Read Full Post »

Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων


  

Γεώργιος Καστριώτης

Ο N. Malkolm στο άρθρο του «Myths of Albanian national identity»[i] προσδιορίζει την «αδιαφορία για τη θρησκεία» (indifference to religion) ως έναν από τους βασικούς μύθους, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η αλβανική εθνική ταυτότητα (οι υπόλοιποι είναι: ο μύθος της καταγωγής, ο μύθος της εθνικής ομοιογένειας και της πολιτισμικής καθαρότητας και ο μύθος των διαρκών εθνικών αγώνων). Το μυθικό σχήμα που διέπει τις εθνικές ρητορικές με λίγα λόγια είναι το εξής: Η θρησκευτική επιλογή και προσκόλληση σε ένα θρησκευτικό δόγμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Αλβανούς, διότι η εθνική τους ταυτότητα συγκροτήθηκε ανεξάρτητα από τέτοιου είδους ταυτίσεις και είναι ριζωμένη στο αρχαίο Ιλλυρικό της παρελθόν. Παρότι ο Malkolm αναφέρεται στους Αλβανούς συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα που ζουν στην Αμερική, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το στερεότυπο με διάφορες παραλλαγές αναπαράγεται στις εθνικές αφηγήσεις των Αλβανών από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές του αλβανικού εθνικισμού παρατηρείται η προώθηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας, η οποία βρήκε την ιδανική της έκφραση σε ένα από τα ποιήματα του γνωστού εθνικιστή συγγραφέα Pashko Vasa, το O moj Shqypni (ω φτωχή μου Αλβανία): « Ξυπνείστε, Αλβανοί, ξυπνείστε απ’ τον βαθύ σας ύπνο. Ελάτε όλοι σαν αδερφοί να δώσουμε όρκο χωρίς να σκεφτόμαστε εκκλησιά η τζαμί. Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός!»[ii]

Αυτή η άποψη αποτελεί βασικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλα τα κείμενα της αλβανικής Rilindja (Αναγέννηση), γεγονός που δείχνει από μόνο του ότι η θρησκεία κάθε άλλο παρά αδιάφορη ήταν. Το αντίθετο, απασχολούσε ως πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας και την προώθηση της εθνικής εν γένει ενότητας. Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού για πολλούς αιώνες, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, το βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση  συλλογικών ταυτοτήτων, πέρα από την κλίμακα των μικρών κοινοτήτων, ήταν η θρησκεία. Ουσιαστικά μια ιδεολογική επιλογή και μια εθνική επιθυμία προβάλλεται εκ των υστέρων σε μια ιστορική πραγματικότητα που είναι διαφορετική. Αυτή άλλωστε είναι και η ενοποιητική λειτουργία των μύθων, οι οποίοι έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση των νεωτερικών εθνικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε να παραπέμψουμε εδώ στη μπροσούρα του Μ. Konitza, που είναι αντιπροσωπευτικό κείμενο της αλβανικής «Αναγέννησης».  Γράφει λοιπόν αναφερόμενος στη θρησκεία τα εξής: « Ανάμεσα στα πολλά ψεύδη που διαδίδονται προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι οι Αλβανοί δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος είναι και η θέση ότι αυτοί είναι διαιρεμένοι από θρησκευτικές διαφορές …Παρόλα αυτά η Αλβανία είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η θρησκεία δεν έχει προκαλέσει καθόλου διχασμούς ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει ενωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής τους ιστορίας… Γάμοι ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους είναι συνηθισμένοι στην Αλβανία… Χριστιανοί και μουσουλμάνοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια οικογένεια, ζώντας ειρηνικά κάτω από την ίδια στέγη… Οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι που, σε μεγάλους αριθμούς, εξισλαμίστηκαν, απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους και έγινα πράγματι πιο Τούρκοι κι απ’ τους Τούρκους. Οι Αλβανοί παρέμειναν για πάντα Αλβανοί.»[iii]

Πράγματι, με τον καιρό ο μύθος «έπιασε τόπο» και η ιδέα της εθνικής ενότητας εξουδετέρωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση των θρησκευτικών αντιπαλοτήτων εμφανίζονται εθνοτικού τύπου διαφορές και συγκρούσεις που εκφράζουν ακριβώς την υποχώρηση του θρησκευτικού παράγοντα ως κυρίαρχου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ομάδων. Παρατηρούνται για παράδειγμα εντάσεις ανάμεσα στους Αλβανούς χριστιανούς ορθόδοξους που αποκτούν έναν εθνικό προσανατολισμό και την ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και ανάμεσα στους εθνικιστές μπεκτασήδες του νότου και την σουνιτική ιεραρχία.[iv]

Pashko Vasa (1825 – 1892 )

Η κορύφωση αυτής της εθνικής προσπάθειας των Αλβανών να καταστήσουν τον ίδιο τον αλβανισμό θρησκεία, περιθωριοποιώντας τις  θρησκείες που διαιρούσαν το λαό, συμβαίνει στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έχω την εντύπωση ότι η επιβολή του αθεϊσμού έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και περισσότερο με τον ιδιότυπο εθνικισμό του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος εξέλαβε κατά γράμμα τον ποιητικό λόγο του Pashko Vasa, καθιστώντας τον αλβανισμό θρησκεία και καταργώντας δια νόμου οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πίστη και πρακτική.[v]

Χαρακτηριστική είναι και η πραγματικότητα της Αλβανίας κατά την μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η ανάκαμψη των θρησκειών, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα του αλβανικού λαού, εάν επικρατούσαν διαιρετικές αντιλήψεις και τάσεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας. Η ίδια η αλβανική ταυτότητα έπρεπε να αντιμετωπίσει διλήμματα ταύτισης με τη μια ή την άλλη θρησκεία, γεγονός που είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Και εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως, μπροστά στον κίνδυνο να επικρατήσουν διαιρετικές λογικές με βάση τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις στους κόλπους του έθνους, εμφανίζεται μια φιλολογία περί αλβανικού οικουμενισμού, η οποία αρδεύει στα ιδεολογικά νερά της σκέψης των πρωτοπόρων αλβανών εθνικιστών.

Ο S. Maliqi γράφει χαρακτηριστικά: «Εάν η γύμνια που άφησε πίσω ο Κομμουνισμός μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι, από κάποιο είδος εθνικής πίστης ή πεποίθησης, τότε είναι η πίστη ότι οι Αλβανοί είναι ένα έθνος οικουμενισμού, συνεχίζοντας την παράδοση ανθρώπων όπως ο Naim Frashëri, ο  Fan Noli  και o Gjergj Fista».[vi]

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τρεις συγκεκριμένοι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες. Ο Naim Frasheri είναι μουσουλμάνος, ο Fan Noli ορθόδοξος και ο Gjergj Fista καθολικός χριστιανός. Αυτό που τους ενώνει και που τους προσανατολίζει στην υποβάθμιση του θρησκευτικού παράγοντα είναι η πίστη στην εθνική ιδέα και στην «αναγέννηση» του αλβανικού έθνους με τη μορφή ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Να σημειώσουμε επίσης ότι κατά κάποιον τρόπο από τις απαρχές του αλβανικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον αλβανισμό.

 

Naim Frashëri (1846 –1900)

 

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί σ’ αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να αναπροσδιορίζονται ως πιο γνήσιοι Αλβανοί, υποστηρίζοντας ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι η παλιότερη θρησκεία των Αλβανών, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι συνεργάστηκαν και ταυτίστηκαν εν πολλοίς με τους Οθωμανούς (άλλωστε γι’ αυτό τους αποκαλούν ακόμα και σήμερα «Τούρκους»). Από την πλευρά τους οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι αυτοί είναι πιο γνήσιοι Αλβανοί, καθώς αποτέλεσαν τον πυρήνα της εθνικής αναγέννησης και σαν μεγάλοι πατριώτες αντιστάθηκαν στους Σέρβους που επιδίωξαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν αλβανικά εδάφη. Για τους χριστιανούς αντίθετα υποστηρίζουν ότι οι μεν ορθόδοξοι ταυτίστηκαν με τους Έλληνες οι δε καθολικοί με τους Ιταλούς. Οι καθολικοί με τη δική τους σειρά διεκδικούν μεγάλο μερίδιο της αλβανικής γνησιότητας, επειδή διατηρούν ανέπαφα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα και ιδιαίτερα το αλβανικό εθιμικό δίκαιο με τους ανάλογους κώδικες τιμής (kanuni).[vii]

Παρατηρείται λοιπόν ένας υπερθεματισμός  των θρησκευτικών ομάδων σε σχέση με την ιδεολογία του αλβανισμού που τείνει να υποκαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Με την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική οι Αλβανοί βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση υστέρησης ως προς την ανάπτυξη της δικής τους εθνικής αυτοσυνειδησίας και έτσι, έστω και καθυστερημένα, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις όποιες θρησκευτικές και άλλες πολιτισμικές διαφορές και να διαμορφώσουν κι αυτοί μια κοινή εθνική πολιτισμική κοινότητα, η οποία θα στηρίζεται σε άλλα πράγματα και όχι στη θρησκεία που έτσι κι αλλιώς διαιρεί το έθνος. Η κοινή «φυλετική» καταγωγή  και η κοινή γλώσσα αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους έμελλε να στηριχτεί η ανάπτυξη της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, ζητούμενο που προϋπέθετε βεβαίως τη δημιουργία ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα σχολεία και την ανάπτυξη ενός κοινού γλωσσικού οργάνου και μιας εθνικής λογοτεχνίας.

Ο αδελφός του Naim Frasheri Sami το έθεσε με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε βιβλίο που εξέδωσε στο τέλος του 19ου αιώνα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Αλβανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Αλβανούς, οι Αλβανοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αλβανική γλώσσα, και η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δικό της αλφάβητο και χωρίς σχολεία».[viii]

Γεώργιος Καστριώτης- Σκεντέρμπεης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σ’ αυτό το πλαίσιο και η χρήση της ιστορίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εθνικό ήρωα των Αλβανών Gjergj KastriotiSkanderberg ( Γεώργιο Καστριώτη- Σκεντέρμπεη). Ο Σκεντέρμπεης καταγόταν από χριστιανική φεουδαρχική οικογένεια και από παιδί τον είχαν πάρει όμηρο οι οθωμανοί στην Πύλη, προκειμένου να διασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των δικών του. Εκεί ανατράφηκε ως μουσουλμάνος, πήρε το όνομα Skanderberg και υπηρέτησε ως αξιωματικός τον Σουλτάνο, φτάνοντας ως το βαθμό του στρατηγού και κερδίζοντας τον τίτλο του μπέη. Το 1443 ο Σκεντέρμπεης επέστρεψε στην πατρίδα του στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία, αποκήρυξε το Ισλάμ, ενώθηκε με άλλους ευγενείς της περιοχής και με την υποστήριξη του Βατικανού και της Βενετίας αντιστάθηκε για πολλά  χρόνια,  κρατώντας τον οθωμανικό στρατό έξω από την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1468.[ix]

 Στο παράδειγμα του Σκεντέρμπεη οι Αλβανοί εθνικιστές βρήκαν βάση για να αναπτύξουν μια εθνική ρητορική και ιδεολογία περί εθνικής αντίστασης στους εχθρούς που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας και την ενότητα του αλβανικού λαού. Η περίπτωση του Σκεντέρμπεη, εκτός από τα ηρωικά χαρακτηριστικά και τις αρετές που συμπυκνώνει, φαίνεται να «βολεύει» τον εθνικό μύθο και ως προς τα θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, καθώς αλλαξοπίστησε επανειλημμένα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η επιλεκτική χρήση των χαρακτηριστικών του, αφού αποσιωπάται το βασικό στοιχείο της ιστορίας του που είναι η αντίσταση ενός χριστιανού απέναντι στους μουσουλμάνους κατακτητές.  Η εικόνα του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνείται με τα υλικά του εθνικού μύθου, όπου η θρησκευτική διάσταση της ταυτότητάς του υποβαθμίζεται. Πάνω του προβάλλεται ο ιδεώδης τύπος του Αλβανού που υλοποιεί ανά πάσα στιγμή το δόγμα  Ky është shpata është feja («εκεί που είναι το σπαθί εκεί και η πίστη»). Ο Fan Noli στο πολύ γνωστό και δημοφιλές βιβλίο του Historia e Skëndërbeut ( Η ιστορία του Σκεντέρμπεη) γράφει: « Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας γνήσιος Αλβανός αφού άλλαζε την θρησκευτική του πίστη ανάλογα με την πολιτική συγκυρία».[x]

Ακόμα και οι κομμουνιστές, στην προσπάθεια τους να σφυρηλατήσουν την εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου εθνικισμού, συνέδεσαν το κίνημά τους με τους αγώνες του Σκεντέρμπεη ενάντια στις εξωτερικές επιβουλές. Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας ρητορικής για τους συνεχείς και ακατάπαυστους αγώνες του αλβανικού λαού μέσα στην ιστορία, παραλληλίζουν την αντίσταση των παρτιζάνων κατά των δυνάμεων του Άξονα με αυτή του Σκεντέρμπεη εναντίον του Σουλτάνου, τονίζοντας τα στοιχεία της αυτοάμυνας και του «μοναχικού» ηρωικού αγώνα ως τεκμηρίων της συνέχειας του αλβανικού χαρακτήρα. Ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το καθεστώς, μέσω επιλεκτικής χρήσης, προσαρμόζει την ιστορία του Σκεντέρμπεη στις ιδεολογικές του ανάγκες. Έτσι αποσιωπά το γεγονός ότι ο αγώνας του ήταν κατ’ εξοχήν αντίσταση εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών, υποβαθμίζοντας έτσι τη θρησκευτική διάσταση, καθώς ο θρησκευτικός παράγοντας είναι διαιρετικός για το αλβανικό έθνος.

Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα «ανάγνωσης» του παρελθόντος με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Ουσιαστικά  μια επιθυμία, ένα ζητούμενο του παρόντος, προβάλλεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς το καθεστώς γνωρίζει ότι η θρησκεία μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα του λαού, καθώς η σύνθεσή του είναι πολύ-θρησκευτική, γι’ αυτό ακριβώς υιοθετεί το μύθο για την αδιαφορία του προς αυτή. Και αυτός ο μύθος προβάλλεται ακόμα και στον Σκεντέρμπεη, στου οποίου τους αγώνες κάθε άλλο παρά απουσίαζε η θρησκευτική διάσταση.[xi] Νομίζω ότι απόδειξη για το φόβο του καθεστώτος απέναντι στη θρησκεία και ουσιαστική αναίρεση της άποψης περί αδιαφορίας του λαού αποτελεί η ίδια η επιβολή της αθεΐας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η μανία με την οποία αυτό επιδόθηκε στην καταστροφή των θρησκευτικών ιδρυμάτων με αποκορύφωμα την ίδρυση «Μουσείου Αθεΐας» στη Σκόδρα, μια πόλη με έντονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστοριογραφία της εποχής, θα διαπιστώσει εύκολα την προσπάθεια που γίνεται να προσαρμοστεί η ιστορία του Σκεντέρμπεη στα σύγχρονα ιδεολογικά ζητούμενα. Στο βιβλίο των Pollo και  Puto Ιστορία της Αλβανίας ο Σκεντέρμπεης παρουσιάζεται σαν Αλβανός πατριώτης που αγωνίζεται εναντίον των Τούρκων και όχι σαν χριστιανός που πολεμά εναντίον μουσουλμάνων. Όταν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς αναγκάζονται να αναφερθούν στο θέμα της θρησκευτική ταυτότητας του Σκεντέρμπεη, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι «ποτέ του δεν υπήρξε πρόμαχος της θρησκείας, όχι ότι ήταν αντιθρησκευόμενος ή αντικαθολικός, μα γιατί μια τέτοια στάση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα στον εθνικό πόλεμο που διεξήγαν καθολικοί και ορθόδοξοι Αλβανοί.»[xii]

Στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς την επίσημη θέση του Κόμματος Εργασίας για τη θρησκεία και το ρόλο της στην ιστορία της Αλβανίας: «Το πρόβλημα του ιστορικού ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία θα πρέπει να ιδωθεί κάτω από δύο θεμελιακές πλευρές. Οι Αλβανοί χωρισμένοι από τον 11ο αιώνα σε δύο θρησκείες (καθολικοί και ορθόδοξοι) και μετά από τον 15ο αιώνα σε τρεις (καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι), αντίθετα με τους άλλους  βαλκανικούς λαούς δε χωρίστηκαν σε τόσες ανάλογες εθνικότητες. Αυτή η ιδεολογική διαφοροποίηση, παρά τις νοσηρές συνέπειες που είχε τόσους αιώνες στη χώρα, δεν κατάφερε να εξαλείψει την εθνική συνείδηση των Αλβανών. Η Αλβανία παρόλο που ήταν χωρισμένη σε τρεις εχθρικές η μια για την άλλη θρησκείες, δε γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους στην ιστορία της.

Ο Αλβανός έγραφε ο Λόρδος Χομπχάουζ, σύντροφος του Μπάυρον στα ταξίδια του Τσάιλντ Χάρολντ στην Αλβανία, θα σας πει στην αρχή ότι είναι Αλβανός και μετά ποια είναι η θρησκεία του. Το έντονο ένστικτο της διαφύλαξης της αλβανικής εθνικότητας, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός που επιβλήθηκε στο λαό από τους καταχτητές και το σχετικά χαμηλό επίπεδο της μάζας των κληρικών, ήταν πιθανώς, οι παράγοντες που, μόνοι ή μαζί μ’ άλλους, εμπόδισαν το ρίζωμα της θρησκείας στην ψυχή των Αλβανών.

Οι σχετικά χαλαροί δεσμοί που είχαν οι Αλβανοί με τη θρησκεία, οφείλονταν επίσης στον πολιτικό ρόλο που έπαιξε η τελευταία. Αυτή είναι  η δεύτερη θεμελιακή πλευρά του ιστορικού τα ρόλου στην Αλβανία. Οι θρησκείες χρησιμοποιήθηκαν πάντα σαν ιδεολογικά  όπλα των κατακτητών, που από τη Δύση και από την Ανατολή τις έφεραν μαζί τους. Έτσι ήδη από την καταγωγή τους βρίσκονταν ανακατεμένες με την πολιτική, χρησιμεύοντας ως στήριγμα των εισβολέων και όργανο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν ώστε ο θρησκευτικός διαμελισμός των Αλβανών να παίξει έναν τελείως διαλυτικό ρόλο στο πολιτικό επίπεδο…»[xiii]

Με την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991, το ζήτημα της θρησκείας επανέρχεται και συνδέεται, όπως είναι φυσικό, και με το θέμα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών στο πλαίσιο αναζήτησης νέων προσανατολισμών. Η ιδέα ότι το αλβανικό κράτος είναι κοσμικό κράτος και ότι η θρησκεία δεν πρέπει να συνδέεται με την πολιτική, κάτι που συνάδει και με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, τίθεται υπό συζήτησιν. Ο προσανατολισμός προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι απλά ζήτημα πίστης αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής και πολιτικής ένταξης, γεγονός που προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο της γνωστής συζήτησης για τη «σύγκρουση των πολιτισμών», που επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διαπάλη μεταξύ του δυτικού χριστιανικού κόσμου και του ανατολικού ισλάμ, όπου τα Βαλκάνια ως οριακή περιοχή με σημαντικές «ισλαμικές νησίδες» αποκτούν μια νέα επικαιρότητα και σημασία.

Το ερώτημα πράγματι τίθεται: Quo vadis Albania? Ο απαντήσεις διάφορες και ανάλογες της οπτικής γωνίας και της πολιτικής επιλογής του καθενός. Μια  πρόχειρη σχηματοποίηση θα μας έδινε τρεις βασικά απόψεις.

Η πρώτη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ευρωκεντρική» και αξιοποιεί το αθεϊστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ως μηδενική βάση για την ανάπτυξη μιας νέας κατά βάση χριστιανικής ταυτότητας που θα βλέπει προς τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι καθολικοί υποστηρίζουν ότι  καθολικισμός είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος ένταξης στην ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα, αφού αποτελεί την κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής έκφρασης στην Ευρώπη. Η ορθοδοξία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλά το σκοπό αυτό λόγω του περιθωριακού της ρόλου στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της πολιτισμικής υπόστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άποψη αυτή την υποστηρίζουν διανοούμενοι χριστιανικής και μουσουλμανικής καταγωγής, μεταξύ αυτών και ο Ισμαήλ Κανταρέ. Είναι μια άποψη που, εκτός των άλλων, συνάδει και με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της περίπτωσης του Σκεντέρμπεη, ιδιαίτερα ως προς τη διάσταση της επιλογής μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό, παραπέμπω και πάλι στους Pollo και Puto, οι οποίοι χρόνια πριν και επί καθεστώτος Χότζα έγραφαν: « Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει το ρόλο που έπαιξε ο Σκεντέρμπεης στις συνθήκες που δημιούργησε η οθωμανική κάθοδος στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, σαν υπερασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στρατιώτη της Αναγέννησης…».[xiv]

 

Γεώργιος Καστριώτης, αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης

 

Η δεύτερη άποψη σχεδόν ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη περί της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών, που προβάλλει τον πολύ-θρησκευτικό  της χαρακτήρα από τη μια αλλά και τη μικρή σημασία που έχει θρησκεία στη συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτή τη βάση υποστηρίζεται τόσο ο θρησκευτικός πλουραλισμός και η ανεξιθρησκία όσο και ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική.

Η τρίτη άποψη είναι λιγότερο διαδεδομένη και αφορά τη σχέση του αλβανισμού με το ισλάμ («ισλαμο-εθνικισμός»). Παρουσιάζει μάλιστα  ενδιαφέρον η προσπάθεια των εκφραστών της να αποσείσουν το στίγμα της ταύτισης των μουσουλμάνων Αλβανών με τους Οθωμανούς, υποστηρίζοντας ότι ο εξισλαμισμός συνιστούσε «εθνική στρατηγική» για την αποφυγή του εκσλαβισμού ή εξελληνισμού του αλβανικού λαού. Προφανώς αυτή η άποψη έχει έναν αντιδυτικό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να κερδίσει έδαφος, δεδομένου του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.[xv]

 

Η περίπτωση των Μπεκτασήδων

 

Και οι μπεκτασήδες; Που εντάσσονται σ’ όλα αυτά οι μπεκτασήδες; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα από όλα τι είναι οι μπεκτασήδες. Ο R. Elsie στο βιβλίο του A Dictionary of Albanian religion, mythology, and folk culture αναφέρει σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:

Το τάγμα των μπεκτασήδων λέγεται ότι ιδρύθηκε στην Ανατολία από τον Haji Bektash Veli που έζησε τον 13ο αιώνα. Με την επέκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας απλώθηκε και στα Βαλκάνια. Πολύ λίγα ξέρουμε για την πρώιμη παρουσία του μπεκτασισμού στην Αλβανία αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδραιώθηκε στα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οι Αλβανοί ήσαν ιδιαίτερα δεκτικοί σε ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Επιπλέον, αντίθετα με τις πρακτικές του ορθόδοξου ισλάμ (Sunni), που ταυτιζόταν με την οθωμανική εξουσία και την αραβική γλώσσα, ο μπεκτασισμός έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό στους τοπικούς πολιτισμούς και τις γλώσσες.

Ο μπεκτασισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση τα χρόνια του Αλή Πασά, που ήταν και ο ίδιος μπεκτασής, για να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κίνηση της «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) των Αλβανών τον 19ο αιώνα. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το 15% του αλβανικού πληθυσμού ήταν μπεκτασήδες, δηλαδή το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων της χώρας. Οι μπεκτασίδικοι τεκέδες υπήρξαν κέντρα  της αλβανικής εθνικής κίνησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά  την παράνομη προπαγάνδα υπέρ της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης, συμβάλλοντας αρκετά στη διακίνηση των πρώτων βιβλίων στην αλβανική γλώσσα.

Στο πρώτο εθνικό τους συνέδριο, που έγινε στην Prιshta στο Skrapar το 1922, οι μπεκτασήδες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Τούρκους μπεκτασήδες και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία το 1925, κέντρο του παγκόσμιου μπεκτασισμού έγιναν τα Τίρανα.

Στον μπεκτασισμό αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το εσωτερικό μήνυμα και όχι οι εξωτερικές συμβάσεις. Οι τελετές και οι πρακτικές τους χαρακτηρίζονται από έναν μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας. Μερικοί μπεκτασήδες πίνουν αλκοόλ και μάλιστα σε αρκετούς τεκέδες το παράγουν οι ίδιοι. Οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα με τους άνδρες στις τελετές και τις γιορτές. Επίσης ο μπεκτασισμός έχει αφομοιώσει πολλά στοιχεία από άλλες θρησκείες και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Ένα από τα βασικά του θεολογικά χαρακτηριστικά είναι και ένα είδος πανθεϊσμού για τον οποίο οι ίδιοι επιδεικνύουν μια μάλλον μυστικιστική συμπεριφορά.

Η σημαντικότερη ίσως πηγή για τον αλβανικό μπεκτασισμό είναι το Φυλλάδιο του μπεκτασισμού (Fletore e Bektashism) του Naim Frashëri, ηγετικής μορφής του αλβανικού εθνικού κινήματος. Ο Naim Frashëri πίστευε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και πανθεϊστικός και συγκρητιστικός χαρακτήρας του μπεκτασισμού μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξή του ως εθνικής θρησκείας των Αλβανών. Ο συνδυασμός  μάλιστα στοιχείων του Κορανίου και της Βίβλου στην πίστη των μπεκτασήδων πίστευε ότι θα βοηθούσε στην προώθηση της ενότητας στον διαφορετικά διαιρεμένο από τις θρησκείες αλβανικό λαό.

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το έργο αυτό του N. Frasheri, που δείχνουν τόσο τον πανθεϊσμό και το συγκρητισμό όσο και τον εθνικό χαρακτήρα του αλβανικού μπεκτασισμού:

 

«Οι μπεκτασήδες πιστεύουν στο Θεό το μεγάλο και αληθινό, Μωάμεθ Αλή, Χατζή, Φατιμά, Χασάν και Χουσεϊν. Στους δώδεκα ιμάμηδες που είναι …Όλοι αυτοί έχουν τον Αλή ως πατέρα τους και τη Φατιμά ως μητέρα τους. Επίσης πιστεύουν σε όλους τους ευλογημένους του παρελθόντος και του μέλλοντος, επειδή αυτοί πιστεύουν στο καλό και το λατρεύουν. Και ακριβώς επειδή πιστεύουν σ’ αυτούς και τους αγαπούν, γι’ αυτό πιστεύουν και στο Μωυσή, τη Μαρία και τον Ιησού και στους μαθητές τους. Ως ιδρυτή τους έχουν τον Jafer Sadik και ως ανώτερο τον Haji Bektash Veli που είναι από την ίδια οικογένεια. Όλοι αυτοί έχουν πει: να κάνεις το καλό και να αποφεύγεις το κακό… Η πίστη των Μπεκτασήδων είναι ένας πλατύς δρόμος που φωτίζεται από σοφία, αδελφοσύνη, φιλία, αγάπη, ανθρωπιά και όλη την καλοσύνη…»

 «Οι Μπεκτασήδες είναι αδέρφια και μια ψυχή, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά  με όλη την ανθρωπότητα. Αγαπούν τους άλλους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς σαν την ψυχή τους την ίδια και συμπεριφέρονται ευγενικά και καλά προς όλη την ανθρωπότητα. Αλλά πάνω από όλα αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους, γιατί αυτό είναι το καλύτερο πράγμα… Είθε να αγωνίζονται νύχτα και μέρα για το έθνος τους που το αποκαλούν πατέρα και στο οποίο ορκίζονται. Είθε να εργάζονται ενωμένοι με τους υπόλοιπους πολίτες και με τους μεγαλύτερους για τη σωτηρία της Αλβανίας και των Αλβανών, για την παιδεία και τον πολιτισμό του έθνους και της πατρίδας, για τη γλώσσα και για κάθε πρόοδο και ευτυχία…»[xvi]

 

Ας προβληματιστούμε λίγο πάρα πάνω γύρω από αυτό το ζήτημα της σχέσης του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα. Η N. Clayer, που ασχολείται συστηματικά με το θέμα εδώ και πολλά χρόνια, κατά την έκδοση στα ελληνικά του σημαντικού άρθρου της με τίτλο  «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός» αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει στον εκδότη για δημοσίευση ως συμπλήρωμα στο τέλος ένα σημείωμα. Στο σημείωμα αυτό ομολογεί ότι στο συγκεκριμένο άρθρο της  που είχε δημοσιευτεί δώδεκα χρόνια πριν (και πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος) δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις «κατασκευές» του αλβανικού εθνικού μύθου γύρω από το δεσμό ανάμεσα στο μπεκτασισμό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

Γράφει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο της αναδεικνύει αυτόν τον δεσμό από το 1826 (χρονολογία της κατάργησης του σώματος  των Γενιτσάρων και της απαγόρευσης του τάγματος των μπεκτασήδων στην οθωμανική αυτοκρατορία), ενώ ο εθνικισμός δεν υφίστατο ακόμη εκείνη την εποχή μεταξύ των Αλβανών. Και συνεχίζει: «Το αντιτουρκικό και εθνικιστικό συναίσθημα», το οποίο θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίσουμε ως αντιοθωμανικό, ή ακόμη μόνο αντιχαμιτικό και εθνικιστικό, γεννήθηκε επομένως αργότερα στους  αλβανούς Μπεκτασήδες και με πάρα πολλές περιπέτειες. Έτσι, δεν έχουμε τελική εικόνα του κινήματος της εθνικής αναγέννησης για τη δημιουργία της Αλβανίας που ανέφερα στο κείμενο εκείνο. Επαναλάμβανα, πράγματι, ως ιστορικές αλήθειες πολλές παραδόσεις που είχαν επινοηθεί, οι οποίες, είναι αλήθεια, κυκλοφορούν ακόμη σε πολλές μελέτες… Δεν απομένει παρά το κείμενο που φωτίζει επακριβώς το ρόλο του μπεκτασικού δικτύου  στη διακίνηση των εντύπων στην αλβανική γλώσσα και στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής της γλώσσας αυτής  κατά τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής περιόδου, στη θέση που έλαβε η πλειοψηφία των μπεκτασήδων υπέρ του λατινικού αλφαβήτου, στην υποστήριξή τους προς τους αλβανούς τσέτες, στην είσοδο του εθνικισμού στο δόγμα του τάγματος από τον Ναΐμ Φράσερη, ή ακόμη στη σύνθεση εθνικιστικών ποιημάτων από μερικούς μπαμπά.. Η μελέτη αυτή προβάλλει, επίσης, την μετατροπή της αδελφότητας των Μπεκτασήδων σε μια θρησκευτική ξεχωριστή κοινότητα στα πλαίσια του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, λόγω της αριθμητικής της δύναμης αλλά και του ρόλου της στην ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού.»[xvii]

Ανεξάρτητα από τη αποσαφήνιση των παραπάνω ερωτημάτων και πέρα από τη συζήτηση περί «επινοημένης παράδοσης», είναι γεγονός ότι από ένα σημείο και ύστερα ο μπεκτασισμός συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιδιαίτερα με τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως και οι σουνίτες Αλβανοί μουσουλμάνοι, από τη στιγμή που αρχίζει να καταρρέει η οθωμανική αυτοκρατορία, φροντίζουν να διαφοροποιηθούν σε μια προσπάθεια να αποβάλλουν από πάνω τους το στίγμα της ταύτισής τους με αυτή [xviii].

Η περίπτωση των μπεκτασήδων πέρα από τα θεολογικά της  και ευρύτερα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά που ευνοούν την θετική της σχέση με την εθνική ιδεολογία, έχει το επιπλέον πλεονέκτημα  όχι απλά μιας πρώιμης διαφοροποίησης αλλά και μιας ουσιαστικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ισλάμ που εκφράζει και οθωμανική κυριαρχία. Σ’ αυτή τη βάση γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί ο μπεκτασισμός «βόλεψε» αρκετά στην συγκρότηση του εθνικού μύθου από τη μια και από την άλλη βοήθησε στην πραγματικότητα το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι παρά ένας ιδεολογικός μοχλός για την ίδια τη δράση των ανθρώπων και ένας σημαντικός μηχανισμός ενεργοποίησης συλλογικών οραμάτων. Το πώς επενδύεται κάθε φορά με διαφορετικά μυθικά στοιχεία όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ενδιαφέρον.

Η εκάστοτε εξουσία προβάλλει πάνω της το δικό της όραμα με μια επιλεκτική ανάγνωση και χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Επιλέγω ξανά ένα κείμενο «σοσιαλιστικής» παραγωγής, όπου φαίνεται πεντακάθαρα πέρα από την εθνική και η κοινωνική ανάγνωση με ιδεολογικούς όρους: «Η αιτία της κλίσης του Ναΐμ Φράσιερη προς τον μπεκτασισμό πρέπει να αναζητηθεί επίσης στα  πραγματικά ιστορικά καθήκοντα για την επιτέλεση των οποίων εργαζόταν και μάχονταν ο Ν. Φράσιερη… Ο σουφισμός αν και αίρεση αντιπροσώπευε την ιδεολογική μορφή, που εξέφραζε την αντίθεση και τη διαμαρτυρία των λαών κατά της φεουδαρχίας, τη αντίθεση των λαών που ήταν υποδουλωμένοι και καταδυναστευόμενοι από την οθωμανική κυριαρχία… Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας, του οποίου η παιδεία για πολλούς αιώνες ήταν στραμμένη προς το πνεύμα της θρησκείας, καταλάβαινε καλύτερα και πιο εύκολα την θρησκευτική γλώσσα. Γι’ αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Ν. Φράσερη ψάχνει να βρει το δρόμο προς το πνεύμα και την καρδιά του αλβανικού λαού. Γι’ αυτό επικαλύπτει τις ιδέες του με θρησκευτικό περίβλημα…».[xix]

Abdyl Frashëri (1839 – 1892)

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μπεκτασισμός και αλβανικό εθνικό κίνημα συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους από τις απαρχές του δεύτερου. Μιας και ό,τι λέμε το λέμε με αφορμή την επίσκεψή μας στον τεκέ της Φράσιερης μπορούμε να αναφέρουμε και τα εξής ιστορικά στοιχεία: Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο της Πριζρένης ο Abdul Frasheri μαζί με τον  Baba Alush του τεκέ της Φράσιερης, οργάνωσε τη γνωστή συγκέντρωση, που αναφέρεται και στην επιγραφή στην είσοδο και που ήταν ουσιαστικά η πρώτη εθνικιστική συγκέντρωση στο νότο. Λέγεται μάλιστα ότι οι μπεκτασήδες δερβίσηδες στη συνέχεια δεν έπαιξαν μόνο καταλυτικό ρόλο στη διάδοση των εθνικών ιδεών αλλά άσκησαν επιρροή και στους ίδιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.[xx]

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι επινοημένη ή όχι, πρώιμη ή όψιμη, η σχέση του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα είναι δεδομένη, γι’ αυτό και αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος ως μια από τις θρησκείες του αλβανικού έθνους. Έτσι εξηγείται και η αναγωγή της Φράσιερης σε συμβολικό τόπο εθνικής μνήμης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά το κλείσιμο του τεκέ από το καθεστώς, το σπίτι της οικογένειας Φράσιερη μετατρέπεται σε μουσείο εθνικής ιστορίας. Είναι έτσι κατανοητή και η παρουσία της επιγραφής για τη συγκέντρωση του 1878 στην είσοδο του τεκέ και η τοποθέτηση της μπεκτασίδικης με την αλβανική σημαία στις δυο πλευρές της εισόδου κατά τη διάρκεια του πανηγυριού της 5ης Σεπτεμβρίου.

 

Βασίλης Νιτσιάκος

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006.

 

Υποσημειώσεις


[i] Noel Malkolm, «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.

[ii] Βλ. G. Duijzings,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» , ο.π., σελ. 60-69, 61.

[iii] Mehmed Bey Konitza, «The Albanian Question», International conciliation,138(!919), New York, σελ. 745-788, σελ. 747-749.

[iv] Βλ. G. Duijzings, ο.π. , σελ. 62 και Stavro Skendi, The Albanian national awakening,1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.

[v] Βλ. B.J. Fischer, «Albanian nationalism in the twentieth century», sto P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.

[vi] S. Maliqi, «Albanians between east and west», στο G. Duijzings, D. Janjic and S. Maliqi (eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence, Peace Research Center, University of Nijmegen, 1997, σελ. 115-122, 122. Πρβλ. G. Duijning, ο.π., σελ.63. Επίσης βλ. St Draper, The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.

[vii] Βλ. Stavro Skendi The Albanian national awakening 1872-1912, Princeton U.P., Primceton, New Jersey, 1967, M. Vickers, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995) και St.Draper, ο.π.

[viii] S. Sami Bey Frasheri, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913, σελ. 46, πρβλ. Stavo Sκεndi, ο.π. σελ. 129.

[ix] Βλ. M. Vickers, ο.π., σελ. 29-31 και St. Draper, ο.π., σελ.130 –131.

[x] Fan Noli, Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921 και George Castrioti Scanderberg, New York, 1947. Βλ.  Γκάζι Καπλάνι, «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα. Μύθοι και πραγματικότητες», Σύγχρονα Θέματα, 81(2002), σελ. 50-57.

[xi] Βλ. St. Draper, ο.π., σελ. 130-131

[xii] St. Pollo – Ar. Puto, Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ. ,σελ. 111.

[xiii] Ο.π. σελ. 366.

[xiv]Βλ. St. Pollo – Ar. Puto, o.π., σελ.122

[xv] Βλ. N. Clayer, «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ε. Ζεγκίνης (επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 127-157, St. Draper, ο.π. και Γκ. Καπλάνι, ο.π.

[xvi] Βλ. R. Elsie, A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company, London, 2001, σελ. 25-34. Περισσότερες πληροφορίες για το μπεκτασισμό και την εξάπλωσή στα Βαλκάνια βλ. Fr. W. Hasluck, Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004 και για τη σχέση του μπεκτασισμού με το εθνικό κίνημα στην Αλβανία βλ. Ευστρ. Ζεγκίνης (εισ.-επιμ.), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005. Ολόκληρο το κείμενο του Φυλλαδίου των Μπεκτασήδων υπάρχει δημοσιευμένο και στα δύο παραπάνω βιβλία. Σημειωτέον ότι το φυλλάδιο αυτό γνώρισε δύο εκδόσεις, μία στο Βουκουρέστι το 1896 και μία στη Θεσσαλονίκη το 1910.

[xvii] Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (εις.-επιμ.), ο.π., σελ. 75- 126, σελ. 125-126.

[xviii] Βλ. ενδεικτικά St. Skendi, ο.π.

[xix] Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152. Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 118.

[xx] Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 79-80.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Clayer N., «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ζεγκίνης E.(επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία,  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Draper St., The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.
  • Duijzings G.,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» στο  Schwandner-Sievers St. and B.J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company, London, 2002, σελ. 60-69.
  • Elsie R., A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company,London, 2001
  • Fischer B.J., «Albanian nationalism in the twentieth century», στο P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.
  • Frasheri S. Bey, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913.
  • Hasluck Fr. W., Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004.
  • Konitza M. Bey, «The Albanian Question», International conciliation,138(1919), New York, σελ. 745-788.
  • Maliqi S., «Albanians between east and west», στο Duijzings G., Janjic D. and  Maliqi S.(eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence,PeaceResearchCenter,University ofNijmegen, 1997, σελ. 115-122.
  • Malkolm N., «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.
  • Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (επιμ.). Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Noli F., George Castrioti Scanderberg, New York, 1947.
  • Noli F., Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921.
  • Pollo St.-Puto Ar., Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
  • Skendi St., The Albanian national awakening, 1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.
  • Vickers M., Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995).
  • Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ορφανός Πέτρος


 

 

Εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ Ειδικής Αγωγής, Σχολικός Σύμβουλος, Συγγραφέας.

 

Πέτρος Ορφανός

O Πέτρος Ορφανός του Σπυρίδωνος και της Ευγενίας, γεννήθηκε στο Άργος το Σεπτέμβριο του 1964. Το 1982 αμέσως μετά το πέρας των εγκυκλίων σπουδών του, εισήχθη στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης, από την οποία έλαβε το πτυχίο του δασκάλου το 1984. Το 1982 έτυχε επίσης υποτροφίας από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Το 1998 έλαβε το Δίπλωμα Διετούς Μετεκπαίδευσης στην Ειδική Αγωγή, από το Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 2002 έως το 2006 παρακολούθησε και έλαβε Πιστοποιητικά Μεταπτυχιακής Επιμόρφωσης στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο με θέματα: την ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση, την εκπαίδευση ενηλίκων και τη διοίκηση των εκπαιδευτικών μονάδων. Έχει ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο ΕΑΠ πάνω στην Εκπαίδευση Ενηλίκων.

Από το 1999 έως το 2003, παρακολούθησε εξειδικευμένα προγράμματα μαθημάτων και σχολικών δραστηριοτήτων σε θέματα τυφλοκώφωσης, νοηματικής γλώσσας, μεθόδου γραφής Braille από το Κέντρο ένταξης και αποκατάστασης τυφλών (ΚΕΑΤ), από το Κέντρο εκμάθησης της Ε.Ν.Γ. του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών και από το Perkins School for the Blind της Βοστόνης.

Το 2006 και μετά την απόκτηση του πτυχίου του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ανακηρύχτηκε Διδάκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και πολιτικών Επιστημών. Το θέμα της διδακτορικής διατριβής του ήταν: Πρόγραμμα εκπαιδευτικής παρέμβασης για την ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων σε τυφλοκωφά παιδιά σχολικής ηλικίας.

Διαθέτει πλούσια επαγγελματική εμπειρία αφού συνεργάστηκε με πολλούς οργανισμούς και φορείς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό που ασχολούνται με τα παιδιά που χρήζουν ειδικής αγωγής. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, την Εταιρεία Ειδικής παιδαγωγικής Ελλάδας, το Perkins School και το Sense Scotland.

Ο Πέτρος Ορφανός, πέραν των άλλων δραστηριοτήτων του και συνεργασιών του, διαθέτει επίσης ικανή διδακτική εμπειρία αφού διδάσκει με ειδική σύμβαση στα τμήματα:

  • Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Αθηνών, με μάθημα την «Ειδική Αγωγή Α΄».
  • Παιδαγωγικό ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με αντικείμενο την «Ειδική Παιδαγωγική με έμφαση στη Διδακτική Μεθοδολογία».
  • ΤΕΦΑΑ Πανεπιστημίου Αθηνών, με μάθημα «Ειδικά Θέματα στην Προσαρμοσμένη Κινητική Αγωγή».
  • Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Αθηνών, με αντικείμενο «Ψυχοκοινωνικά προβλήματα στο σχολείο», τις «Μαθησιακές  δυσκολίες» και «Εφαρμογές υποστηρικτικών προγραμμάτων για παιδιά με προβληματική συμπεριφορά».

Επίσης, διδάσκει σε προγράμματα των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) καθώς και σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ).

Μετά από πολύχρονη θητεία στην Εκπαίδευση ως Δάσκαλος, αλλά και ως συνεργάτης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και άλλων Κρατικών ή μη Φορέων που τα αντικείμενά τους αφορούν στην Ειδική Αγωγή και στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών Α/θμιας & Β/θμιας, το 2007 επελέγη και τοποθετήθηκε ως Σχολικός Σύμβουλος στην 3η περιφέρεια Χαλκίδας και το 2012 στην 1η περιφέρεια Χαλκίδας.

Έχει συγγράψει περίπου 20 συγγράμματα που έχουν σχέση με την Ειδική Αγωγή (τυφλοκώφωση, ήπια νοητική καθυστέρηση, Συμβουλευτική & Επαγγελματικός Πποσανατολισμός Ατόμων με Αναπηρία), την ανοικτή εξ αποστάσεως εκπαίδευση, διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων, κ.ά. Μερικά από τα παραπάνω συγγράμματα είναι γραμμένα σε κώδικα Braille.

Έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά, εφημερίδες και πρακτικά συνεδρίων τουλάχιστον 55 άρθρα και μελέτες, έχει λάβει μέρος σε πλήθος ερευνητικών προγραμμάτων, σε επιστημονικές και οργανωτικές επιτροπές συνεδρίων και ημερίδων, σε επιστημονικές εκδηλώσεις και σε Ευρωπαϊκά και Διεθνή συνέδρια.

Το 2009, κυκλοφόρησε το βιβλίο του, «Ψηλαφήματα – Αφής μαθήματα», από τον Εκδοτικό οίκο Γρηγόρη, το οποίο αποτελεί βοήθημα για την εκμάθηση του ελληνικού κώδικα Braille και του συστήματος Nemeth. Αξιοσημείωτη είναι και η Κοινωνική του δράση στα πλαίσια του επιστημονικού του πεδίου.          

 

Πηγή


 

  • Αρχείο Αργολικής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Read Full Post »

«Ψηλαφήματα – Αφής μαθήματα», Πέτρος Ορφανός


 

 Το βιβλίο του Αργείου εκπαιδευτικού Πέτρου Ορφανού, αποτελεί βοήθημα για την εκμάθηση του ελληνικού κώδικα Braille (Μπράιγ) και του συστήματος Nemeth. Σχεδιάστηκε έτσι ώστε να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγαπήσει το Braille, δουλεύοντας ευχάριστα και ξεκούραστα.

 

Το βιβλίο «Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα» απευθύνεται σε, εκπαιδευτές, εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Ειδικής Αγωγής & Εκπαίδευσης, ακαδημαϊκούς, γονείς και  σε όσους θέλουν να ασχοληθούν με τον κώδικα Braille και την εκπαίδευση των τυφλών μαθητών, αλλά και σε, μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου και  φοιτητές με ευαισθησία σε θέματα εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τυφλά άτομα.

Ο κώδικας Braille επινοήθηκε για να διευκολύνει την πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα όρασης στον κόσμο της γνώσης. Για έναν βλέποντα εκπαιδευτή η εκμάθηση Braille μπορεί να γίνει περίπλοκη, αν δεν ακολουθηθεί μια διδακτική που θα στηρίζεται σε απλές, κατανοητές και απομνημονευτικές στρατηγικές οι οποίες θα έχουν μόνιμη συγκράτηση.

 

Ψηλαφήματα - αφής μαθήματα

 

Το βιβλίο αυτό, είναι ένα βοήθημα για την εκμάθηση του ελληνικού κώδικα Braille και του συστήματος Nemeth. Σχεδιάστηκε έτσι ώστε να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγαπήσει το Braille, δουλεύοντας ευχάριστα και ξεκούραστα.

Πρωταρχικός μας στόχος είναι να περιορίσουμε το άγχος των απομνημονευτικών διαδικασιών με τις οποίες επιφορτίζεται ο εκπαιδευόμενος. Για να το επιτύχουμε αυτό έχουμε σχεδιάσει απλές τεχνικές απομνημόνευσης και παιγνιώδεις δραστηριότητες με διαφορετικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν στον εκπαιδευόμενο δεξιότητες αντιστοίχισης εξάστιγμων Braille με σύμβολα βλεπόντων.

Περιέχει:

  • Όλα τα εξάστιγμα του ελληνικού αλφάβητου
  • Δίψηφα φωνήεντα & Συνδυασμούς
  • Σημεία στίξης
  • Βοηθητικά εξάστιγμα
  • Σύστημα ΜΕΝΕΪΔΗ & Nemeth
  • Παιγνιώδεις δραστηριότητες, στρατηγικές, ασκήσεις
  • Οδηγίες για χρήση πινακίδας, μηχανής Perkins & WinBraille σε Η/Υ
  • Χρήσιμες ιστοσελίδες για την εκπαίδευση μαθητών με τύφλωση
  • CD με λογισμικό ασκήσεων πρακτικής εξάσκησης

«Ψηλαφήματα – Αφής μαθήματα», Πέτρος Ορφανός, σελίδες 646, Εκδοτικός οίκος Γρηγόρη, Αθήνα, 2009.

 

Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα


                             

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται – και πολύ σωστά – σοβαρός λόγος για την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Το πιο σημαντικό στοιχείο, που προσδίδει τον ειδικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης των ατόμων αυτών, είναι η μέθοδος γραφής και ανάγνωσης Braille. Ωστόσο, λίγοι εκπαιδευτικοί τη γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι που μπορούν να τη διδάξουν. Η αδυναμία αυτή γίνεται εντονότερη, όταν δεν υπάρχει σχετικό βιβλίο στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν, για να τη μελετήσουν και να τη μάθουν.

Με τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο του Πέτρου Ορφανού «Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα», έρχεται να καλύψει  ένα σημαντικό κενό σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το βιβλίο διακρίνεται για την πληρότητα, την απλότητα, τη μεθοδικότητα και την εγκυρότητά του. Τα χαρακτηριστικά αυτά του δίδουν πρωτοτυπία και το κάνουν να διαφέρει θετικά από τα άλλα βιβλία ειδικού περιεχομένου, δίδοντάς του ιδιαίτερη αξία και χρηστικότητα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται:

Η πληρότητα, η εγκυρότητα και η καθαρότητα του περιεχομένου. Στο βιβλίο υπάρχει ένα εισαγωγικό κατάλληλο θεωρητικό πλαίσιο που πρέπει να γνωρίζει εκείνος που ασχολείται με την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης και πρέπει να χρησιμοποιεί το Braille, αλλά και πολύ υλικό με το οποίο μπορεί να ασκηθεί ο αναγνώστης, για την πλήρη γνώση και εμπέδωση της μεθόδου.

Η απλότητα και η μεθοδικότητα με την οποία είναι γραμμένο. Ο αναγνώστης μπορεί να το μελετήσει ευχάριστα και αποτελεσματικά. Οι τεχνικές, για παράδειγμα, της απομνημόνευσης του συστήματος Braille, μέσω της αντιστοίχισης των εξάστιγμων με τα σύμβολα των βλεπόντων, είναι ένα πολύ θετικό χαρακτηριστικό του βιβλίου.

Το πλήθος και η ποικιλία των ασκήσεων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Αυτές βοηθούν, ώστε  ο αναγνώστης να κατανοήσει και να εμπεδώσει τη δομή και τη λειτουργία του braille, καθώς και τον τρόπο της χρήσης του.

Οι οδηγίες που δίδονται για την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Το βιβλίο δεν περιορίζεται μόνο στο Braille. Οι οδηγίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι πολύ σημαντικές και χρήσιμες για όλους τους εκπαιδευτικούς που ασχολούνται με την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης ή υποστηρίζουν τα άτομα αυτά με οποιοδήποτε τρόπο.

Χωρίς πολλά λόγια, λοιπόν, το βιβλίο του Πέτρου Ορφανού «Ψηλαφήματα – αφής γραφήματα» είναι ένα πολύ χρήσιμο βοήθημα για όλους τους εκπαιδευτικούς και ιδιαίτερα για τους βλέποντες εκπαιδευτικούς.

Κώστας Χρηστάκης

Ειδικός Πάρεδρος (ε.τ.) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

 

Read Full Post »

Αμπέλια


 

 

Καλλιέργεια – Τρύγος – Τσιπουριαραίοι – Ρακιδειά – Στην Αργολίδα

 

Καλλιέργεια

 

Πρώτη δουλειά του αμπελουργού ήταν το ξελάκιασμα του αμπελιού και το κόπρισμά του με χωνεμένη κοπριά το φθινόπωρο. Το Γενάρη, και σπανιότερα το Φλεβάρη, γινό­τανε το κλάδεμα, που απαιτούσε έμπειρο κλαδευτή. Την παλιά εποχή για το κλάδεμα χρησιμοποιούσαν μαχαίρι με ξύλινη λαβή, η λάμα του οποίου ήταν ελαφρά καμπυλω­τή και οδοντωτή. Μάλιστα, για λόγους α­σφάλειας έκλεινε κιόλας, γιατί ‘τανε πολύ κοφτερό και επικίνδυνο. Στην Κρήτη το λέ­γαμε σαρακάκι (σάρακας σημαίνει πριόνι). Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν τα γνωστά κλαδευτήρια με τους δύο βραχίονες (λαβές). Ο κλαδευτής έπρεπε να γνωρίζει όλα τα μυ­στικά της δουλειάς του, πόσα μάτια να α­φήνει σε κάθε κλήμα και ποια κλήματα να αφαιρέσει από τον πάτο. Μ’ ένα μικρό πριό­νι, επίσης, αφαιρούσε τα ξεράδια.

 

Αμπέλι

 

Κατόπιν, το Μάρτη έπρεπε το αμπέλι να σκαφτεί. Ο σκαφτιάς έσκαβε με το διχάλι και έκανε αναχώματα ανάμεσα στις σειρές του αμπελιού. Η δουλειά ήταν πολύ σκληρή. Συνήθως έσκαβαν νέοι άνδρες. Καθένας σώριαζε το χώμα ανάμεσα σε δυο σειρές, έφτιαχνε δηλαδή το δικό του ανά­χωμα, ο ένας μπρος, ο άλλος πίσω, σε λο­γική απόσταση, για να μην τραυματιστούν με τα διχάλια τους. Στην Κρήτη, όταν θέ­λανε να υπολογίσουν την έκταση ενός α­μπελιού, ιδιαίτερα όταν ήταν φυτεμένα μι­κρά και ακανόνιστα πεζούλια, λέγανε «έ­χω αμπέλι τριώ εργατώ, τεσσάρω εργα­τών», εννοώντας ότι τρεις ή τέσσερις ερ­γάτες σκάβουν το αμπέλι σε μια μέρα.

Τον Απρίλη τα κλήματα άνοιγαν και ο αγρότης παρακολουθούσε με ικανοποίηση το φούσκωμα των ματιών και την πρώτη βλάστηση. Μετά, το Μάιο, έπρεπε να γίνει το σκάλισμα και να ισοπεδωθούν τα αναχώματα, αλλά με μεγάλη προσοχή, για να μην καταστραφούν οι νεαροί βλαστοί από βιασύνη ή αδεξιότητα. Παράλληλα έπρεπε να γίνουν και τα θειαφίσματα με ιδιαίτερη επιμέλεια για την προστασία του αμπελιού από διάφορες ασθένειες.

 

Λεπτομέρεια ξυλόγλυπτου με παράσταση αμπελιού.

 

Αλλά η φροντίδα δε σταματούσε εδώ. Θα έπρεπε να γίνει και το κορφολόγημα, ώστε να περιοριστεί η ανάπτυξη των βλαστών και να πάρουν δύναμη τα σταφύλια. Αν το κορφολόγημα ήταν επιπόλαιο, οι ακορφολόγητοι βλαστοί απλώνονταν στις διπλανές κουτσούρες και δεν μπορούσε να περάσει κανείς.

Όλες αυτές οι εργασίες απαιτούσαν χρόνο και πολύ μόχθο. Αλλά οι αγρότες ήθελαν να έχουν το αμπελάκι τους για τα σταφύλια και το κρασί της οικογένειας. Υπάρχουν αρκετά δημοτικά τραγούδια, στα οποία διακρίνουμε αυτή την έγνοια της συνεχούς και επίπονης φροντίδας. Σ’ ένα τέτοιο τραγούδι, ο καταχρεωμένος αφέντης θέλει να πουλήσει το αμπέλι του, από το οποίο δεν έχει «διάφορο»:

«Αμπέλι μου πλατύφυλλο

και μακροκοντυλάτο,

οι χρωφελέτες [i] ήρθανε

και θε να σε πουλήσω».

«Πουλήσεις με, χαρίσεις με,

το χρέος δεν το βγάνεις.

Βάλε να με κλαδέψουνε γέροντες

με τα γένεια

και βάλε να με σκάψουνε απάρθενα κοπέλια,

βάλε να με τρυγήσουνε απάρθενα κοράσια,

τότε θα ιδείς, αφεντικό,

το χρέος πώς το βγάνεις» [ii].

 

Τρύγος 

Τ’ Αϊ-Γιωργιού του μεθυστή ανοίξαμε

βαρέλι κι από μεράκι εμέθυσε

και γέρος και κοπέλι.

 

Ο παραγωγός ετοίμαζε έγκαιρα το πατη­τήρι (τον ληνό), που ήτανε μια χτιστή κυβοειδής μικρή στέρνα, σοβαντισμένη με αμμοκονίαμα: έβαζαν τριμμένο κεραμίδι, άμμο και ασβέστη, έκαναν λάσπη και σοβάντιζαν εσωτερικά τις πλευρές και τον πάτο, για να είναι στεγανό το πατητήρι, όπως οι Υδραίοι και άλλοι νησιώτες χρησιμοποιούσαν κουρασάνι για τη στεγανότητα της στέρνας, όπου συνέλεγαν το νερό της βροχής. Αργότερα τα πατητήρια τα έφτια­χναν με τσιμέντο. Επίσης, ο παρα­γωγός ετοίμαζε τις σταφυλοκοφίνες και άλλα μικρότερα κοφίνια και καλάθια.

 

Τρύγος

 

Ο τρυγητός ξεκινούσε τον Αύγουστο, την επομένη της Παναγίας, για να τρυγήσουν τα πρώιμα λευκά σταφύλια, τα σταφιδοστάφυλα (σουλτανίνα), να τα ξεράνουν στις απλώστρες και να τα κάνουν σταφίδα. Αργότερα, το Σεπτέμβρη, έκοβαν τα κρασοστάφυλα, γέμιζαν τις σταφυλοκοφίνες και τις φόρτωναν στα άλογα για το πατητήρι, που περίμενε έτοιμο και καθαρό στην αυλή του σπιτιού.

Τρύγος

Αργά τη νύχτα, με το λυχνάρι ή τη λάμπα, για να έχουν φύγει οι μέλισσες, που μαζεύονταν άφθονες την ημέρα, γινότανε το τσαλαπάτημα των σταφυλιών από νεαρούς κυρίως, ξυπόλυτους, που πλένανε πρώτα τα πόδια τους.  Ήταν πολύ διασκεδαστικό και δεν έλειπαν τα αστεία και τα πειράγματα, όπως και στον τρύγο. Αν και όλες αυτές οι δουλειές ήταν κουραστικές, οι μεγάλες συντροφιές από δυο-τρεις οικογένειες που αλληλοβοηθιούνταν με την κουβέντα, τα αστεία, τα πειράγματα δεν την ένιωθαν την κούραση, παρά μόνο όταν έπεφταν για ύπνο. Στο πατητήρι, όμως, καμιά φορά υπήρχανε και οι δυσάρεστες εκπλήξεις, όταν ο πατητής πατούσε καμιά καταπλακωμένη ή ξεχασιάρα μέλισσα, που δεν είχε επιστρέψει στην κυψέλη της. Και τότε ήτανε που φούντωνε το κέφι από το κεντρί της μέλισσας στην πατούσα του τυ­χερού!…

Ο μούστος έτρεχε από το κουτσουναράκι σε πέτρινη γούρνα ή σε κάποιο μισοπίθαρο και απ’ εκεί με ένα δοχείο (το καυκί) γέμιζαν το ασκί, για να τον μεταφέρουν στο κρασοβάρελο. Όταν οι πατητές τελείωναν το τσαλαπάτημα, στοίβαζαν στην άκρη του ληνού τα τσίπουρα (στράφυλα), τοποθετούσαν μια φαρδιά σανίδα, συνήθως μια πόρτα, και ανέβαιναν επάνω, για να σουρώσει ο μού­στος καλά. Τα πιτσιρίκια ανυπομονούσαν ν’ ανέβουν επάνω στο αυτοσχέδιο πιεστή­ριο και κάνανε μεγάλη χαρά.

 

Τσιπουριαραίοι

 

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα ανα­λάμβαναν οι τσιπουριαραίοι ν’ αποδώσουν και την τελευταία σταγόνα μούστου στον αμπελουργό. Έριχναν λίγα-λίγα τα στέμφυλα (τσίπουρα) στην τσιπουριά, η οποία ήτανε ένα μικρό φορητό πιεστήριο. Ήτανε μια ξύλινη κυλινδρική κατασκευή με ένα στυφτήρι εσωτερικά, έναν κοχλία, που έστριβαν με μακρόστενα σίδερα, για να συμπιεστούν τα τσίπουρα. Ο τελευταίος μούστος έτρεχε από τη βρυσούλα της τσιπουριάς σ’ έναν κουβά. Ό,τι απόμενε το πε­τούσαν στις κότες και στα γουρούνια. Σε κάθε χωριό της Αργολίδας, την εποχή του τρυγητού κυκλοφορούσαν κι από λίγες τσιπουριές. Στην Αργολίδα δεν συνήθιζαν να παράγουν τσικουδιά ή ρακή, το εθνικό ποτό της Κρήτης, που παράγεται με καθαρή απόσταξη.

 

Αμπέλι

 

Ρακιδειά

  

Στην Κρήτη δεν ξεζουμίζονται τα τσίπου­ρα με τσιπουριές. Τα βάζουν σε βαρέλια ή πιθάρια, τους ρίχνουνε λίγο νερό και τα αφήνουν να γίνει η ζύμωση και να ξινίσουν. Ύστερα τα μεταφέρουν στο ρακιδειό για ρακή ή τσικουδιά. Λένε τότε ότι «τα στράφυλα έχουν θυμώσει και πρέπει να βγάλομε την τσικουδιά».

Το εργαστήρι αυτό είναι απλό και δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Αλλά στην Κρήτη δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός, διοργανώνονται γιορτές τσικουδιάς και προβάλλεται όλη η διαδικασία της απόσταξης, για να διατηρείται η παράδοση αλλά και για τουριστικούς λόγους.

 

Φωτογραφία από το Λεύκωμα του Ανδρέα Σμαραγδή, «Τσικουδιά Κρήτης Πνεύμα».

 

Τα αποστακτήρα διαθέτουν ένα μεγάλο κτιστό πυρομάχι. Επάνω τοποθετείται ένα μεγάλο καζάνι φρεσκογανωμένο, το ρακιδοκάζανο. Το σκέπασμά του είναι θολω­τό με μία μεγάλη τρύπα ψηλά, όπου προσαρμόζεται ο λουλάς. Ο λουλάς είναι ένας χάλκινος σωλήνας, χοντρός επάνω και λεπτός στην άλλη άκρη. Δίπλα στο ρακοκάζανο υπάρχει ένα πιθάρι με κρύο νερό, το οποίο ανανεώνεται συνέχεια. Το πιθάρι έχει δύο τρύπες, μία ψηλά και μία λεπτότερη πιο χαμηλά, από τις οποίες περνάει ο λουλάς. Όταν είναι όλα έτοιμα, γεμίζουν το κα­ζάνι στράφυλα, βάζουν το καπάκι, προσαρμόζουν τον λουλά, βάζουν γύρω-γύρω ζύμη, για να μη φεύγουν οι ατμοί, και ανάβουν φωτιά στο πυρομάχι. Τα στράφυλα βράζουν, οι ατμοί ακουμπάνε στο καπάκι και βρίσκουν διέξοδο στον λουλά. Όταν, όμως, φτάνουν στο πιθάρι με το κρύο νερό, ψύχονται και υγροποιούνται. Και τρέχει η τσικουδιά από τον λουλά στο πιθαράκι.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, να τρέχει συνεχώς από τον λουλά σαν βρυσούλα η τσικουδιά, όσο βράζουν τα στράφυλα στο κλειστό ρακοκάζανο. Η πρώτη-πρώτη τσικουδιά είναι πολύ δυνατή, το πρωτοράκι. Ορισμένοι το κρατάνε χωριστά. Συνήθως, όμως, αφήνουν το πρω­τοράκι μαζί με την υπόλοιπη, που στο τέλος είναι πολύ αδύνατη, δηλαδή με λίγο οινόπνευμα. Η πιο καλή τσικουδιά περιέχει αλκοόλ 18-19% γράδα, που σημαίνει ότι περιέχει 45-50% οινόπνευμα, ότι έχει δη­λαδή 45-50 βαθμούς.[iii]

Κρητικοί κερνάνε και πίνουν τσικουδιά ολοχρονίς, ακόμη και το καλοκαίρι με τις δυνατές ζέστες. Στα σπίτια τους έ­χουνε πάντα τσικουδιά, που τη φυλάσσουν συνήθως σε πλεχτές γυάλινες νταμιτζάνες. Στην παρέα μπορεί να πιει κανείς δυο – τρεις τσικουδιές χωρίς κανένα πρόβλημα. Τα εστιατόρια και οι ταβέρνες την προσφέρουν ως επιδόρπιο, γιατί συν τοις άλλοις είναι και χωνευτική. Η κρητική τσικουδιά είναι αγνή, γιατί προέρχεται από καθαρή απόσταξη, δεν μπαγιατεύει ούτε θολώνει με το νερό ή το παγάκι, όπως το ούζο, που γίνεται με την απόσταξη γλυκάνισου.[iv]

Στην Αργολίδα, όπου δεν υπήρχαν πολλά αμπέλια, για κρασί καλλιεργούνταν οι ποικιλίες Κρανιδιώτικο ή Σκλάβα («κυανούν»), Περαχωρίτικο (λευκό), Σαββατιανό, Ροδίτης (αλε­πού). Ως επιτραπέζια σταφύλια καλλιεργούνταν η φράουλα και το κέρινο. «Η σουλ­τανίνα, καταλαμβάνουσα άλλοτε σημαντικήν έκτασιν, σήμερον ελάχιστα καλλιεργεί­ται». Προπολεμικά καλλιεργούσαν μόνο 385 στρέμματα σουλτανίνας για επιτραπέζια σταφύλια και σταφίδα και μόλις 25 στρέμματα σουλτανίνας για κορινθιακή σταφίδα. Συχνά ο τοπικός τύπος δημοσίευε τις τιμές της σταφίδας, οι οποίες δεν ήταν ικανοποιητικές για τους σταφιδοπαραγωγούς.[v]

 
 
Υποσημειώσεις


 

[i] Χρωφελέτες ή χρεωφειλέτες. Προφανώς, ο λαϊκός στιχουργός εννοεί ακριβώς το αντίθετο, τους πιστωτές.

[ii] Σταμάτη Αποστολάκη, Ριζίτικα, σ. 463. Ο σοφός ρέκτης των ριζίτικων τραγουδιών δεν εντάσσει το παραπάνω τραγούδι στα εργατικά αλλά στα γνωμικά.

[iii] Νίκου Μανούδη, Τσίπουρο, το πνεύμα των στεμφύλων, σσ. 25 και 94, Βέροια 2006.

[iv] Θα πρέπει τα οργανωμένα ρακιδειά, στα οποία προσφεύγουν οι ιδιώτες για την απόσταξη των στεμφύλων τους, να τηρούν όλες τις προδιαγραφές και να γίνεται τυποποίηση του προϊόντος. Για την παραγωγή της τσικουδιάς και όλων των οινοπνευματωδών ποτών απαιτούνται εξειδικευ­μένες γνώσεις. Υπάρχουν πολλά μυστικά στη διαδικασία παραγωγής και δε φτάνει ίσως η εμπει­ρία ενός παλιού ρακοκαζανάρη, κι ας έχει βγάλει και χιλιάδες καζανιές. Χρειάζεται και ο χημικός και η επιστημονική γνώση, η οποία υποδεικνύει σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, όπως ορίζει και η νομοθεσία.

[v] Επωλήθησαν προ τινων ημερών μικραί ποσότητες σταφιδοκάρπου ποιότητος σουλτανίνας προς λεπτά 90 μέχρι δραχμής κατ’ οκάν. Ήδη αι τιμαί αύται κατήλθον εις τα λεπτά 70-80. Ωσαύτως επωλήθη αρκετή ποσότης σταφιδοκάρπου ποιότητος κορινθιακής προς δρχ. 80-90 κατά χιλιόλιτρον. (Εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894).

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Πηγή


 

 

Read Full Post »

Δημητριακά


 

Σπορά

Η σπορά ξεκινούσε το Σεπτέμβριο και τε­λείωνε το Δεκέμβριο. Ήταν καλοτυχιά για τους αγρότες να βρέξει πρώιμα, να μαλα­κώσει η γη και ν’ αρχίσει η σπορά. Οι γε­ωργοί είχανε συνδυάσει τη σπορά με τις γιορτές της Παναγίας, την οποία θεωρού­σαν προστάτισσά τους, και ήθελαν η σπο­ρά να ξεκινάει τον Σεπτέμβριο μετά το Γενέσιον (γενέθλια) της Θεοτόκου στις 8 Σε­πτεμβρίου. Γι’ αυτό και την είχαν ονομά­σει τη γιορτή αυτή γιορτή της Παναγίας της Αρχισπορίτισσας. Εξάλλου, ο λαός έλεγε, Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύ­ρι σύρε. Στις 21 Νοεμβρίου (Εισόδια της Θεο­τόκου) θα έπρεπε ο καλός αγρότης να έχει σπείρει τα μισά χωράφια (Παναγία Μεσοσπορίτισσα). Μάλιστα, στις 21 Νοεμβρί­ου οι αγροτικές οικογένειες συνήθιζαν να τρώνε πολυσπόρια (δημητριακά με ό­σπρια). Γι’ αυτό και η Παναγία ονομάστη­κε Πολυσπορίτισσα. Στη δυτική Κρήτη τα πολυσπόρια ονομάζονται παπούδια (από το αρχαίο πάππος, που σημαίνει σπόρος. (Λεξ. Αντ. Ξανθινάκη).

 

Σίτος

 

Κάποιες άλλες παροιμίες μας προσδιο­ρίζουν τη σημασία του χρόνου και τα χρο­νικά περιθώρια της σποράς. Τον Οχτώβρη αν δεν έσπειρες, λίγο στάρι θα ‘χεις, που ση­μαίνει ότι ο μήνας αυτός ήταν ο προσφορό­τερος. Όμως, αν αργήσεις πολύ, το Γενάρη καλουργιά παραλίγο κοπρισιά και απού σπέρ­νει το Φλεβάρη, σπέρνει την ανεμοζάλη. Ε­πίσης, ο αγρότης ποτέ δεν έπρεπε να σπέρ­νει όταν γιόρταζε η Παναγιά, η οποία τιμω­ρεί όσους εργάζονται την ημέρα της γιορ­τής της (Παναγιά Καψοδεματούσα). Ο λα­ός λέει, όταν ακούσεις Παναγία, μη ρωτάς αν είν’ αργία. Απεναντίας, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς πολλοί αγρότες θεωρούσαν καλό και γούρικο να σπείρουν, τιμώντας τον Αϊ-Βασίλη, ο οποίος σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ήτανε ζευγάς. Τέλος, οι όψιμες βροχοπτώσεις κάνουν τα σπαρτά να μεστώ­σουν και ν’ αποδώσουν πολύ καρπό, όπως το διατύπωσε ο λαός με τη σοφή παροιμία, αν βγάλει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλ­λο ένα, χαρά σ’ τονε το γεωργό που ‘χει πολ­λά σπαρμένα.

 

Σύμφωνα με το μύθο της αρχαιότητας, προστάτισσα της γεωργίας ήτανε η θεά Δήμητρα, την κόρη της οποίας Περσεφόνη απήγαγε ο Πλού­των, όταν η κόρη μάζευε λουλούδια στην εξο­χή, και τη μετέφερε στα σκοτεινά του βασίλεια. Η γη τότε έπαψε να δίνει καρπούς και ο Αίας έστειλε τον Ερμή να φέρει την Περσεφόνη από τον Άδη, με τη συμφωνία να επιστρέφει στο βασίλειο του Πλούτωνα κατά τους χειμερινούς μή­νες. Έτσι, η μητέρα Γη, που τρέφει το ανθρώ­πινο γένος, κοιμάται, βρίσκεται σε νάρκη, μέ­χρι να επιστρέψει η Περσεφόνη την άνοιξη στη μητέρα της. Τότε η γη ξυπνάει, βλαστάνει και δίνει τους καρπούς της στους ανθρώπους.

 

Πριν από κάποια χρόνια η σπορά γινόταν με πρωτόγονους τρόπους, όπως και την αρ­χαία εποχή. Χρησιμοποιούσαν ξύλινο άρο­τρο, φτιαγμένο από ξύλο πλατάνου, για να είναι ελαφρύ. Ο ίδιος ο αγρότης έκοβε πλα­τάνους στη λίγωση του φεγγαριού και στη συνέχεια τους πελεκούσε, για να φτιάξει το αλέτρι του. Μόνο το υνί ήτανε σιδερέ­νιο, που το έφτιαχνε ο σιδεράς. Αλλά το ξύλινο αλέτρι πάθαινε ζημιές, γι’ αυτό οι αγρότες το εγκατέλειψαν και αναλάμβανε ο σιδεράς να φτιάχνει σιδερένιο αλέτρι.

Ένα δεύτερο εργαλείο για τη σπορά ήταν ο ζυγός με τις ζεύγλες, ο οποίος α­κουμπούσε στον τράχηλο των υποζυγίων, εφόσον το όργωμα γινόταν από δύο ζώα, συνήθως από αγελάδες ή μία αγελάδα κι ένα φρόνιμο γαϊδουράκι, που θα μπορού­σε να συγχρονίζεται με το αργό και νωχελικό τράβηγμα της αγελάδας. Ο ζυγός ήταν ένα μακρόστενο πλατανένιο ξύλο πε­λεκημένο, με μία εγκοπή στη μέση, απ’ όπου περνούσε η αλυσίδα του αλετριού. Στις δύο άκρες είχε από δύο τρύπες, απ’ όπου περνούσε η ζεύγλα σε σχήμα U και η οποί­α αγκάλιαζε το λαιμό της αγελάδας. Αντί της ζεύγλας, στα μουλάρια και στα άλογα, που όργωναν μόνα τους, έμπαινε στο λαι­μό η λαιμαριά ή κουλούρα, η οποία ήταν από δέρμα και εσωτερικά είχε χόρτο (ψαθί), για να είναι μαλακιά και να μην πλη­γώνεται το ζώο με το τράβηγμα.

 

Όργωμα χωραφιών για τη φθινοπωρινή σπορά δημητριακών κατά τη δεκαετία του 1960. Από το φωτογραφικό λεύκωμα, «Ταξίδι αυτογνωσίας και παρατήρησης σ' ένα λησμονημένο παρελθόν – Σπάτα 1900-1960».

 

Ο γεωργός φόρτωνε τα ζυγάλετρά του στο γαϊδούρι ή στο μουλάρι κι ό,τι άλλο του χρειαζότανε και ξεκινούσε πρωί-πρωί για το χωράφι. Με την ανατολή του ήλιου έπρεπε να είναι έτοιμος για το όργωμα. Στην αρχή άνοιγε με το αλέτρι «παραβο­λή», δηλαδή μια αυλακιά, με την οποία ό­ριζε την έκταση, που θα έσπερνε και θα όρ­γωνε. Ύστερα έπαιρνε το σποροσάκουλο με το σπόρο και πετούσε τον καρπό ομοιόμορφα και με τέχνη. Αν ήταν δύο ή περισ­σότεροι, πατέρας και γιος ή παππούς ή θεί­ος, αυτή τη δουλειά την έκανε ο μεγαλύτε­ρος, που θεωρούνταν ο πιο έμπειρος. Στη συνέχεια ο ζευγάς όργωνε όλο το χωράφι, οδηγώντας τα καματερά του πέρα – δώθε. Το αλέτρι, με το φτερό που είχε στο πίσω μέρος, είχε την ικανότητα να το ανασκελαρίζει το χώμα, δηλαδή να το γυρίζει ανάπο­δα. Γι’ αυτό και το οργωμένο χωράφι ήτα­νε πιο σκούρο. Έτσι ο σπόρος σκεπαζόταν, για να φυτρώσει ύστερα από λίγες μέρες, χωρίς να τον φάνε τα πουλιά.

Νύχτα επέστρεφε στο σπίτι του ο ζευ­γάς, κατάκοπος, με λίγη ξηρή τροφή το μεσημέρι, αφού πρώτα περνούσε από τη βρύ­ση του χωριού να ποτίσει τα ζωντανά του και να τα παχνίσει μετά στον στάβλο. Την άλλη μέρα θα σηκωνότανε πάλι νύχτα, για να συνεχίσει την ίδια δουλειά.

Σπορά

Όταν τελείωνε η σπορά του χωραφιού, ο γεωργός το περνούσε με τη σβάρνα, για να σπάσουν οι βόλοι και να ισιώσει το χω­ράφι, ώστε να μην λιμνάζουν τα νερά στις γούβες και να γίνεται ο θερισμός πιο εύκο­λος. Η σβάρνα (βολοκόπος) ήταν ένα μακρόστενο ξύλινο εργαλείο και φαρδύ, που το έφτιαχνε ο αγρότης με ξύλα και βέργες λυγαριάς. Για να έχει αποτέλεσμα το σβάρνισμα, ανέβαινε ο ίδιος επάνω στη σβάρνα ή τοποθετούσε μία – δύο βαριές πέτρες. Το σβάρνισμα ήταν πιο εύκολο από το όργω­μα και τελείωνε γρήγορα, γιατί η σβάρνα με το φάρδος της κάλυπτε 4-5 αλετριές. Πά­ντως, πολλά σπαρμένα έμεναν ασβάρνιστα, είτε γιατί το σβάρνισμα το θεωρούσαν πε­ριττό είτε γιατί είχανε προτεραιότητα άλ­λες δουλειές και οι αγρότες δεν είχανε χρό­νο. Στην Αργολίδα συνήθως σβαρνίζονταν τα καμπίτικα χωράφια, τα ορεινά όχι.

Οι αγρότες έσπερναν κυρίως σιτάρι και κριθάρι, που καμιά φορά τα ανακά­τευαν (μιγάδι). Μπορούσαν, επίσης, να σπείρουν μπιζέλια, φακές, ρόβι και λούπι­να. Τα λούπινα (λουμπίνια ή λιμπίνοι) εί­ναι εκλεκτή τροφή για τα ζώα, ιδίως για τα γουρούνια. Αλλά τουλάχιστο μια φορά το χρόνο, την Καθαροδευτέρα, τρώγαμε κι ε­μείς λιμπινόσπορους, αφού τους νεροβροχιάζαμε αποβραδίς. Μόνο τα κουκιά δεν σπέρνονταν, αλλά η γυναίκα του ζευγά τα έριχνε στην αυλακιά ένα – ένα. Εκτός από το ρόβι και τα λούπινα, φρόντιζαν να σπεί­ρουν και βίκο για όλα τα ζωντανά και βρό­μη (ταγή) για το άλογο ή τη φοράδα. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν πολλά, αλλά ο κάθε αγρότης έκανε το κουμάντο του, για να εξα­σφαλίσει ψωμί για την οικογένειά του και τροφή για τα ζώα του.

 

Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα

 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγρο­τικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλο­γα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώ­σει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή έ­να μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι. Στις πό­λεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υ­πήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυ­φές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους φίλους τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν. Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

 

Αγροτικές εργασίες, αγνώστου, 1750.

 

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορ­βάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σα­κουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξι­μάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Αν δεν είχε κάρο, ιδίως στις ορεινές τοποθεσίες, όλα τα φόρτωνε στα ά­λογά του. Εργαζόταν όλη την ημέρα και ε­πέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκλη­ρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές. Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έ­κανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ή­ταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότε­ρες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφο­ρά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορ­τώματα με ξύλα κ.ά. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο (Ν. Αναγνω­στόπουλου – Γ. Γάγαλη, σ. 216).

 

Θερισμός

 

Τα πρώτα από τα σπαρμένα που απολάμ­βανε η αγροτική οικογένεια ήτανε τα χλωροκούκια. Από τον Απρίλιο κιόλας η νοι­κοκυρά μάζευε αγίνωτα λουβιά, πολύ δρο­σερά, και τα μαγείρευε με αγκινάρες. Ό­ταν το Μάιο μεστώνανε τα λουβιά, ξεπάτωναν τις κουκιές με τα χέρια και τις κου­βαλούσαν στο αλώνι ή καλύτερα στο δώ­μα του σπιτιού. Μαδούσαν τα λουβιά και τα έβαζαν χωριστά να ξεραθούν στον ήλιο, ενώ τις κουκιές τις δεμάτιαζαν και τις φύ­λαγαν στον αχεριώνα, για να τις φάνε οι κατσίκες το χειμώνα. Τα λουβιά, όταν εί­χανε ξεραθεί καλά, τα χτυπούσαν με μπα­στούνια και κοπανίδες, ύστερα τα κοσκίνιζαν και ξεχώριζαν τα κουκιά, που τα φύλα­γαν ως εκλεκτή τροφή για το χειμώνα.

Τα υπόλοιπα όσπρια, εκτός από τα κουκιά, παίρνανε το δρόμο για το αλώνι, όπου θα αλωνίζονταν με τα ζώα (φακές, μπιζέλια, φάβα ή λαθούρι). Όλα αυτά ονο­μάζονταν μαγερέματα και τα μάζευαν με τα χέρια, χωρίς δηλαδή δρεπάνι. Στο αλώ­νι, επίσης, κουβαλούσαν και το ρόβι και τον βίκο, που ήτανε τροφή για τα ζώα.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Το θέρος γινότανε τον Ιούνιο, τον θε­ριστή μήνα, όταν πια είχανε ξεραθεί τα στά­χυα κι είχε ωριμάσει ο καρπός. Το έμπειρο μάτι του αγρότη δεν ξεγελιόταν, αν και ο­ρισμένοι ήθελαν να δοκιμάζουν, βάζοντας σπόρο στο στόμα τους και μασουλώντας τον, για να δουν αν είχε μεστώσει. Αλλά ενώ στη σπορά ο ζευγολάτης δούλευε μόνος, βοηθώντας τον καμιά φο­ρά η γυναίκα του, στο θέρος επιστρατεύο­νταν όλα τα μέλη της οικογένειας. Οι οικο­γένειες τότε ήταν κατά κανόνα πολύτεκνες. Τα σκολαρούδια, όταν σχόλαζαν από το σχολείο, δεν πήγαιναν στο σπίτι αλλά στο χωράφι, να φάνε και να βοηθήσουν. Τα μι­κρότερα κάνανε ό,τι μπορούσαν, δηλαδή παίζανε ή τρέχανε στη βρύση για νερό. Και τα μωρά τα κοίμιζαν στην ανάποδη του σαμαριού…

Χαράματα έπιαναν δουλειά να προκάμουν, προτού πιάσει η δυνατή ζέστη. Ό­λη τη μέρα οι γυναίκες, σκυφτές, με τα μα­ντίλια και τα τσεμπέρια στο κεφάλι και με το δρεπάνι στο δεξί, θέριζαν τον ευλογη­μένο καρπό και συναγωνίζονταν ποια θα βγει πρώτη στην άλλη άκρη. Απλώνονταν σε απόσταση δύο σχεδόν μέτρων μεταξύ τους και τραβούσαν καθεμιά τη δική της αράδα. Με το αριστερό χέρι μάτσωναν ό­σα στάχυα μπορούσαν, τα έκοβαν με το γυριστό δρεπάνι, φούχτωναν άλλα τόσα, τα έκοβαν κι αυτά και τ’ ακουμπούσαν χάμω. Και συνέχιζαν. Στο κατόπι διάλεγαν 3 – 4 στάχυα από τα θερισμένα, τα πιο μεγάλα, και με αυτά έδεναν τα υπόλοιπα κι έφτια­χναν το πρώτο τους χερόβολο.

Ύστερα περνούσε ο δέτης, άνδρας αυ­τός, που αγκάλιαζε κάμποσα χερόβολα και τα έδενε με λεπτές βεργούλες (βίτσες) λυ­γαριάς ή αγριελιάς και έφτιαχνε τα δεμά­τια. Αυτά τα βιτσοδέματα τα ετοίμαζαν μέ­ρες πιο πριν και αποβραδίς τα έβαζαν στο νερό να μαλακώσουν. Αν δεν ήταν εύκολο να βρεθούνε βεργούλες, δένανε τα δεμά­τια με αυτοφυή αγριόσταχα -πολλά μαζί- που τα βρίσκανε στις άκρες και στις παρα­βολές του χωραφιού. Ο δέτης φρόντιζε να βάζει τα χερόβολα σταυρωτά, το ένα να κοιτάζει επάνω, το άλλο κάτω, για να δέ­νονται καλύτερα. Άλλοι, όμως, προτιμού­σαν να τα δένουν χωρίς να τα σταυρώνουν, για να προστατεύονται καλύτερα στις θημωνιές, όπου κάνανε άγριες επιδρομές τα σπουργίτια, όπως φαίνεται παρακάτω.

Ένας ακόμη άνδρας, ο κουβαλητής, φόρτωνε τα δέματα στο γάιδαρο και στη φοράδα, για να τα μεταφέρει δίπλα στο α­λώνι, όπου τα ξεφόρτωνε κι έκανε τη θημωνιά. Τα πρώτα δεμάτια τα τοποθετούσε όρθια και τα υπόλοιπα πλαγιαστά, χτίζο­ντας τα γύρω-γύρω και με τον καρπό προς τα μέσα, που να μη φαίνεται, για να μην τον τρώνε τα σπουργίτια, που μαζεύονταν χιλιάδες στις θημωνιές.

Συνήθως στο θέρος δυο και τρεις οι­κογένειες αλληλοβοηθιούνταν και μαζεύ­ονταν πολλοί στο δύσκολο αγώνα. Θέρι­ζαν κι άνδρες. Συνήθως οι γυναίκες, που ήτανε πιο ευλύγιστες και επιδέξιες, τους ξε­περνούσαν και τους κορόιδευαν. Όταν, ό­μως, δούλευαν πολλοί μαζί, έκαναν κέφι, τραγουδούσαν καμιά φορά ή λέγανε πολ­λά αστεία και μαντινάδες. Έτσι ξεγελούσαν το λιοπύρι και την κούραση. Το μεση­μέρι τρώγανε με κέφι στη σκιά κάποιου κο­ντινού δένδρου. Συνήθως, όταν οι θεριστές ήταν πολλοί, η οικοδέσποινα φρόντιζε από τη νύχτα για το ψητό στο φούρνο κι ο κου­βαλητής έτρεχε να το φέρει. Και περίμε­ναν μετά το φαγητό κάμποση ώρα, να κα­ταλαγιάσει η δυνατή ζέστη, για να συνεχί­σουν μέχρι αργά το βράδυ. Καμιά φορά, για να τελειώσει το χωράφι, θέριζαν και με το φεγγάρι.

 

Αλώνισμα – λίχνισμα

 

Τα αλώνια τα έφτιαχναν στις κορφές και στα μουράκια, δηλαδή στους λοφίσκους και στα μικρά υψώματα, όπου φυσάει βο­ριαδάκι τις απογευματινές ώρες. Τα αλώνια τα έφτιαχναν κυκλικά με ακτίνα 3 -4 μέτρα, τοποθετώντας όρθιες πλάκες μέχρι 40 πόντους, ενώ το δάπεδο το κάλυπταν επίσης με πλάκες, κατά κανό­να με άγρια επιφάνεια, για να μη γλιστρά­νε τα ζώα. Άλλοτε πάλι, στην Κρήτη και αλλού, συνήθως το δάπεδο το έστρωναν με αργιλώδες χώμα. Έκαναν παχιά λάσπη και την άπλωναν σε όλα τα σημεία. Όταν η λά­σπη ξεραινόταν, το δάπεδο γινότανε πολύ σκληρό.

Όταν τελείωνε το θέρος κι είχανε κου­βαληθεί τα γεννήματα έξω από το αλώνι σε χωριστές θημωνιές για κάθε δημητρια­κό (σιτάρι, κριθάρι, βρόμη), άρχιζε το α­λώνισμα. Ήταν η εποχή του αλωνάρη μή­να, του Ιούλη. Οι αλωνάρηδες έλυναν τα δεμάτια της θημωνιάς, πετούσαν μακριά τα βιτσοδέματα και σκορπούσαν τα στάχυα σ’ όλη την κυκλική επιφάνεια του αλωνιού.

Τα ζώα – αγελάδες, γαϊδούρια – ζεμένα ερ­χόντουσαν γύρω-γύρω πεντέξι ώρες, από τις 10 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα, στη φούρια της ζέστης -Ιούλης μήνας- για να ποδοπατήσουν τα γεννήματα. Συνήθως έ­ζευαν δύο ζώα και σπανιότερα τρία, αλλά ο αλωνάρης που τα καθοδηγούσε ακολου­θούσε καβάλα στη φοράδα. Ήταν, όμως, προτιμότερο τα πρώτα ζώα να είναι δύο και όχι τρία, γιατί σχεδόν πάντα τραβούσαν και το ντουένι, το οποίο ήτανε δεμένο με αλυ­σίδα στο ζυγό. Το ντουένι ήταν ένα μακρό­στενο ταβλί με πριόνια στην κάτω επιφά­νεια, πολύ αποτελεσματικό στο θρυμμάτι­σμα των σταχυών. Έβαζαν και μια βαριά πέτρα επάνω ή ανέβαινε συνήθως ένα παι­δί, που το ‘χε μεγάλη χαρά. Στην Κρήτη είχαμε ένα ανάλογο γεωργικό εργαλείο, τον βωλόσυρο, που είχε μάκρος ενάμισι μέτρο και πλάτος 60 πόντους.

 

Παραδοσιακός τρόπος αλωνίσματος.

 

Κατά διαστήματα τα καματερά έπρε­πε να αλλάζουν φορά, για να μη ζαλίζο­νται και πέσουν χάμω, δηλαδή το δεξιό­στροφο γύρισμα με την αλλαγή γινότανε αριστερόστροφο και το αντίθετο. Την ευ­θύνη την είχε αυτός που ήταν καβάλα στη φοράδα. Τότε έπρεπε ο πιτσιρικάς, που το διασκέδαζε ανεβασμένος στον βωλόσυρο, να κατέβει και να τον γυρίσει με τα χέρια του, για να μην μπερδευτούν και σωρια­στούν χάμω τα γαϊδούρια ή οι αγελάδες που τον τραβούσαν.

Ένας άλλος αλωνάρης, πάλι, ανακά­τευε με το λιχνιστήρι τα γεννήματα, ώστε να έρχονται τα επάνω κάτω ή έριχνε κι άλ­λα από τη θημωνιά. Το λιχνιστήρι στην Κρήτη το λέμε θρινάκι (από την αρχαία λέ­ξη θρίναξ), ένα ξύλινο εργαλείο, ελαφρύ, με 3 – 4 δόντια, όπως το πιρούνι που τρώμε. Ήταν πολύ δύσκολο να βρει ο αγρότης ένα πουρναρίσιο συνήθως κλαδί1,5 μέτρουπε­ρίπου, που να απολήγει σε τρία ή τέσσερα μικρότερα κλαδάκια, όλα στοιχισμένα στη σειρά, για να το κόψει, να το ξεφλουδίσει, να το ζεστάνει στη φωτιά, για να το κα­μπυλώσει ελαφρά, να το ξεράνει και να το κάνει θρινάκι.

Όταν είχε γίνει το «αλωνικό», δηλαδή όταν τα στάχυα είχανε γίνει άχυρο, ξέζευαν τα ζώα και τα οδηγούσαν για νερό και για βοσκή. Ήταν πολύ κουραστική αυτή η δου­λειά για τους ανθρώπους αλλά πιο πολύ για τα ζώα. Οι αλωνάρηδες είχαν τη δυνατό­τητα να αλλάζουν μεταξύ τους, να ξεκου­ράζονται στον ίσκιο της διπλανής ελιάς ή κουμαριάς, να λαγοκοιμούνται λίγο, να πί­νουν κρύο νερό από τη στάμνα. Και στον ήλιο φορούσαν το καπέλο τους. Τα ζώα, ό­μως, δεν είχανε άλλη επιλογή από εκείνη της άχαρης γυροβολιάς. Εξάλλου, η φορά­δα φορούσε το χαλινάρι της και οι αγελά­δες τις μουρίδες τους (φίμωτρα), για να μην τσιμπολογούν.

Λίχνισμα

Ύστερα άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος. Όλο το αλωνικό το στοίβαζαν στο βο­ρινό ημικύκλιο του αλωνιού. Ύστερα τέ­ντωναν ένα σκοινί εκεί όπου τελείωνε το στοιβαγμένο αλωνικό, πλακώνοντάς το στις άκρες με δύο πέτρες, για να μην πα­ρασυρθεί από κάποια αδέξια κίνηση. Στη συνέχεια με τα θρινάκια πετούσαν ψηλά το αλωνικό, ο αέρας έπαιρνε το ελαφρύ ά­χυρο και το πήγαινε από την άλλη μεριά του σκοινιού, ενώ ο καρπός σωριαζόταν στα πόδια των λιχνιστάδων. Οι λιχνιστάδες ήταν δύο, που ξεκινούσαν από τις δύο άκρες και προχωρώντας αντάμωναν στη μέση. Η διαδικασία του λιχνίσματος κρα­τούσε αρκετή ώρα, ανάλογα κι από την έ­νταση του αέρα. Αν υπήρχε πλήρης άπνοια, περιμένανε και τη νύχτα. Δε γινότανε να εγκαταλείψουν τη δουλειά στη μέση. Ύστερα κοσκίνιζαν τον καρπό, για να φύγουν τα σκύβαλα, δηλαδή οι κόνδυλοι των σταχυών που δεν τους έπαιρνε ο αέ­ρας και όλα τα χοντράδια ή τυχόν πετρούλες και κόπρανα των ζώων. Για τη δουλειά αυτή χρησιμοποιούσαν το δριμόνι, ένα με­γάλο κόσκινο με διάμετρο ένα μέτρο περί­που ή κόσκινο μικρότερο. Με το κοσκίνισμα ο καρπός έπεφτε χάμω σ’ ένα πανί, ε­νώ τα άχρηστα αντικείμενα τα πετούσαν μακριά.

 

Λίχνισμα στο αλώνι 1930. Φωτογραφία Έλλη Παπαδημητρίου.

 

Τελευταία δουλειά ήταν το σάκιασμα του καρπού και η μεταφορά του στο σπίτι με τη φοράδα ή το άλογο. Φυσικά, θα έπρεπε μετά ο καρπός να μεταφερθεί στο μύλο, να αλεστεί και να γίνει αλεύρι. Γι’ αυτό, μετά τη μεταφορά του από το α­λώνι, ή τον άφηναν προσωρινά στα τσου­βάλια ή τον έριχναν σε πιθάρια και σε με­γάλα ξύλινα κασόνια. Πριν από το άλεσμα στο μύλο, ο καρπός έπρεπε πρώτα να πλυ­θεί και να στεγνώσει.

Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, έπρε­πε να σακιάσουν τα άχυρα, για να τα μετα­φέρουν στον αχυρώνα, ώστε να ελευθερω­θεί το αλώνι για την επόμενη αλωνισιά. Αν είχαν χρόνο, το αχεροσάκιασμα ξεκινούσε αποβραδίς, μετά το λίχνισμα. Χρησιμο­ποιούσαν μεγάλα τσουβάλια και τετράγω­νες λινάτσες, τις γωνίες των οποίων έδε­ναν σταυρωτά. Τα άχυρα ήταν τροφή των ζώων το χειμώνα. Η δουλειά αυτή, σάκιασμα στο αλώνι και ξεσάκιασμα στον αχυ­ρώνα, αν και φαίνεται εύκολη, ήταν και δύσκολη και μπελαλίδικη, γιατί οι σακιαδόροι αναπνέανε τη σκόνη του άχυρου (τις κουμούρες) και πνιγόντουσαν, όπως οι μπε­τατζήδες κάποτε δεν μπορούσαν ν’ αποφύ­γουν την εισπνοή της τσιμεντόσκονης.

Στην Αργολίδα καλλιεργούσαν σιτάρι «κυρίως προς κάλυψιν των ιδίων αναγκών των καλλιεργητών». Έτσι, αν ο καιρός δεν ευνοούσε την καλλιέργεια ή αν προσβαλ­λόταν από κάποια ασθένεια, η ετήσια πα­ραγωγή δεν κάλυπτε τις ανάγκες της οικο­γένειας.Συνήθως εφάρμοσαν την καλλιέργεια της αμειψισποράς, δηλαδή της εναλλαγής καλλιέργειας στο ίδιο έδαφος. Έτσι, η καλλιέργεια του σιταριού εναλλασσόταν με ε­κείνη του καπνού, της πατάτας ή της τομά­τας. Αλλά αν αυτό εφαρμοζόταν μία χρο­νιά, δεν μπορούσε να επαναληφθεί και την επομένη. Δηλαδή, μετά τη συγκομιδή του καπνού, οργωνόταν το ίδιο χωράφι με τις πρώτες βροχές για σπορά σιταριού, το ο­ποίο θα θεριζόταν τον Ιούνιο. Αυτό σημαί­νει ότι ήταν αδύνατο να φυτευτεί πάλι κα­πνός τον Μάρτιο, μια και το χωράφι ήταν ήδη σπαρμένο. Για το θέρος έπαιρναν εργάτες από τις Λίμνες και τα άλλα ορεινά χωριά της Αργολίδας, οι οποίοι εξασφάλιζαν ψωμί για τις οικογένειές τους, μια και ήταν μικρή ή ανύπαρκτη η δική τους παραγωγή. Συνή­θως έπαιρναν εργάτες οι αγρότες της Δαλαμανάρας, του Λάλουκα, της Πυργέλας, του Χώνικα, του Αβδήμπεη (Ηραίου), του Ανυφίου και του Κουτσοποδίου, «όπου η καλλιεργούμενη έκτασις διά σίτου είναι με­γαλύτερα και αι αποδόσεις καλαί».

Κατέβαιναν, όμως, θεριστάδες και α­πό τα χωριά της Κυνουρίας (Βούρβουρα, Καστρί κ.ά.) «με τα ζώα των περιερχόμενοι τα χωρία κατά μπουλούκια 10-15 εργατών ζητούντες εργασίαν». Αυτοί οι άνθρωποι έ­μεναν στο ύπαιθρο ή σπανιότερα σε σπίτια φίλων ή συγγενών. Θέριζαν από τις 2 το πρωί με το φεγγάρι μέχρι τις 8 το βράδυ ( 18 ώ­ρες!). Ο κάθε θεριστής θέριζε 40 δεμάτια και η αμοιβή του ήτανε 10%. Τα τέσσερα δεμάτια που του αναλογούσαν, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, άξιζαν μαζί με το άχυρο 152 δρχ., τη στιγμή που το κανονικό μεροκάματο είχε 70 δρχ. Αυτοί οι ξωμάχοι, ύστερα από τόσο σκληρή δουλειά ολίγων ημερών, αλώνιζαν τα δεμάτια τους σ’ ένα ορισμένο σημείο και μετέφεραν το σιτάρι και το άχυρο στα σπίτια τους με τα ζώα ή με αυτοκίνητο. Έτσι εξασφάλιζαν το ψωμί των οικογενειών τους.

 

Αλωνιστική μηχανή

 

Τέλος, στα καμποχώρια το αλώνισμα γινόταν με αλωνιστικές μηχανές. Αλλά στα ημιορεινά χωριά (Μηδέα, Πουλακίδα, Δεν­δρά) και στα ορεινά, όπου οι δρόμοι ήταν δύσβατοι ή ανύπαρκτοι και η παραγωγή μι­κρή, το αλώνισμα γινότανε στα αλώνια με τα ζώα και με το ντουένι με τον παραδο­σιακό τρόπο. Η αλωνιστική μηχανή δεν ήταν αυτο­κινούμενη. Όταν εργαζόταν, σε μικρή α­πόσταση από αυτήν υπήρχε ένα τρακτέρ, το οποίο της έδινε κίνηση με έναν φαρδύ ιμάντα. Μνημονεύονται έξι αλωνιστικές μηχανές το 1938 στον Αργολικό κάμπο (δύ­ο στο Άργος και από μία στην Αγία Τριά­δα, στο Ναύπλιο, στην Πυργέλα και στον Λάλουκα), χώρια του Αχλαδοκάμπου ή της Ερμιονίδας. Όταν βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο, οι αλωνιστικές μηχανές απάλλαξαν τους α­γρότες από το βασανιστικό αλώνισμα του­λάχιστο. Τώρα πια οι μηχανές αυτές έχουν αποσυρθεί, γιατί η τεχνολογία μας προσέ­φερε τις θεριζοαλωνιστικές, οι οποίες απάλ­λαξαν τους αγρότες και από το θέρος. Ό­που δεν έχει πρόσβαση η θεριζοαλωνιστική, οι άνθρωποι έπαψαν πια να σπέρνουν και να βασανίζονται.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος


 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ο Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Louvain, γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1938 στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου και  τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

1957: τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.

1962: έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1962-1964: υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.

1964: γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1964-1965: εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.

1966-1967: παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα: Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.

1967: έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.

1968: έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1969: έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα των Ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1972: υποστήριξε τη διατριβή La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IΧe siècles και ανακηρύχτηκε διδάκτορας ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του  Λουβαίν.

1972: εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

1973: έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1973: ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

2005: ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική. Επίσης από το 1977 ως το 1984 δίδαξε νεοελληνική γλώσσα στη Σχολή Μεταφραστών και διερμηνέων του Πανεπιστημίου του Μονς (Βέλγιο). Κατά καιρούς δίδαξε ως προσκεκλημένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας της Ισπανίας. Επί σειρά ετών δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και νεοελληνική λογοτεχνία στο Ινστιτούτο Libre Marie Haps των Βρυξελλών, και νεοελληνική ορολογία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος. Στιγμιότυπο από την ομιλία του στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», στις 15 Ιανουαρίου 2012.

 

Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά  ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως  ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις. Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου. Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Βιογραφικά του σημειώματα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στο ελληνικό Who’s Who (1993-1994), στο βελγικό Qui est  francophone en Begique και σε  επιστημονικά περιοδικά.

 

Εργογραφία


 

Μονογραφίες

  • La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IXe siècles (Université de Louvain. Recueil de Travaux d’Histoire et de Philologie, 6e série, fasc. 6), Λουβαίν, 1975.
  • L’Hexagramme. Un monnayage byzantin en argent du VIIe siècle (Publi-cations d’Histoire de l’Art et d’Archéologie de l’Université Catholique de Louvain, XI = Numismatica Lovaniensia, 3), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1978.

Μονογραφίες σε συνεργασία

  • Νέα Ελληνικά (La langue grecque moderne. Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes, 29). Σε συνεργασία με την Φ. Σπυριδάκου, 6η έκδοση, Λουβαίν-λα-Νεβ, 1994.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Chronographia (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τον B. Coulie, Τουρνούτ, 1998.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Index nominum (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τους B. Coulie και B. Kindt, Τουρνούτ, 2000.

Συμμετοχή σε συλλογικές εργασίες

  • Donation Chanoine Léon Matagne. Le monnayage byzantin. Emission – Usage – Message (Séminaire de Numismatique Marcel Hoc de l’Uni-versité Catholique de Louvain), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1984. Η προσωπική μου συμμετοχή: L’émission des monnaies. L’usage des monnaies. Les légendes, σελ. 28-54.
  • Storia dei Concili Ecumenici, Μπρέσια, 1990. Η προσωπική μου συμμετοχή: Dal secondo concilio di Constantinopoli (553) al secondo concilio di Nicea (786-787), σελ. 119-154. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά.

Εκδόσεις

  • Actes du Ve Colloque International des Néo-hellénistes des Universités de langue française (Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes de l’Université Catholique de Louvain, 30), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1982.
  • Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ρήγας Βελεστινλής, 200 χρόνια μετά (Βρυξέλλες, 15 και 16 Μαΐου 1998), έκδ. Société Belge d’Etudes Néo-helléniques, Βρυξέλλες, 1999.

Read Full Post »

Πορτοκάλι – Μια σύντομη ιστορία του


 

 Η πορτοκαλιά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, αειθαλές φυτό που ανήκει στην τάξη των Σαπινδωδών και στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae)= Εσπεριδοειδών (Hesperidaceae).

 

Η σχέση του πορτοκαλιού με την Αργολίδα χάνεται στην αχλή του χρόνου. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Ευρυσθέας έδωσε εντολή στον Ηρακλή να του φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Τα δέντρα αυτά φύτρωναν στον κήπο των θεών και ήταν δώρο της Γαίας στην Ήρα, για το γάμο της με τον Δία. Ίσως γι’ αυτό το πορτοκάλι θεωρείται σύμβολο της γονιμότητας και της ευτυχισμένης συζυγικής ζωής. Για να τα προστατέψει, η Ήρα ανέθεσε τη φύλαξή τους στις νύμφες Εσπερίδες και στον ακοίμητο δράκο Λάδωνα, ένα φοβερό φίδι με εκατό κεφάλια. Μετά από πολλές περιπέτειες ο Ηρακλής κατάφερε να πάρει τρεις χρυσούς καρπούς και να τους φέρει στον Ευρυσθέα, ο οποίος δεν θέλησε να τους κρατήσει και τους έδωσε στον Ηρακλή. Αυτός τους δώρισε στην θεά Αθηνά κι αυτή τους επέστρεψε στον κήπο των θεών, αφού η κλοπή τους ήταν ανίερη και βέβηλη πράξη. Από τα μυθολογικά μήλα των εσπερίδων προέρχεται και ο γενικός χαρακτηρισμός κατηγορίας φρούτων που ονομάζονται εσπεριδοειδή. Αν και δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο, δεν παύει να είναι μια πολύ ωραία ιστορία.

 

Πορτοκαλιές

 

Ο πρώτος καρπός που εμφανίστηκε στην Ευρώπη ήταν η κιτριά (citrus medica). Το κίτρο του οποίου η καλλιέργεια επεκτάθηκε στην Εγγύς Ανατολή και στην Ευρώπη μετά τις περσικές κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το κίτρο ήταν γνωστό στους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Ο μεν Θεόφραστος περιγράφει με ακρίβεια τον  καρπό   ενώ ο  ιατροφιλόσοφος και βοτανολόγος Διοσκουρίδης τα αναφέρει ως « περσικά μήλα».  

Η πορτοκαλιά (κιτρέα η σινική, citrus sinensis) εισήχθη από την Κίνα ή κατά μία άλλη εκδοχή από την Ινδία και διαδόθηκε από τους Πορτογάλους το 10ο αιώνα. Από το όνομα της χώρα τους πήρε και το όνομα του το νέο φρούτο. Ελληνικά:πορτοκάλι. Βουλγαρικά:πορtokan, πορtokal. Ρουμανικά:portocala. Περσικά:porteghal. Αντίθετα στις Αγγλοσαξωνικές γλώσσες το όνομα του φρούτου αυτού προέρχεται από παραφθορά της σανσκριτικής λέξης maranga (orange) που σημαίνει ευώδες.  

Πορτοκάλι

Την ποικιλία Ουάσιγκτον Νάβελ (Washington Navel) ή ομφαλοφόρο της Ουάσιγκτον έφερε από την Καλιφόρνια στην Ελλάδα το 1925 ο Άγγλος βοτανολόγος Σίδνεϋ Μέρλιν (Sidney Louis Waller Merlin). Καλλιεργήθηκε συστηματικά για πρώτη φορά και σε εμπορική κλίμακα στην Κέρκυρα, από τον ίδιο από τον οποίο και πήρε το όνομα της ( ποικιλία Μέρλιν).  Εκτός από την πορτοκαλιές εισήγαγε και τα μικρά Ιαπωνικά πορτοκαλάκια Κουμ- Κουάτ που ευδοκιμούν και καλλιεργούνται από τότε μόνο στην Κέρκυρα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η άνυδρη πεδιάδα της Αργολίδας ήταν εντελώς γυμνή. Η καλλιέργεια του πορτοκαλιού άρχισε την περίοδο του μεσοπολέμου όταν έγινε δυνατή η άρδευση της πεδιάδας με νερό από τις ανορύξεις πηγαδιών.

Από το βιβλίο « Η Αργολική Πεδιάς» των Ν.Η. Αναγνωστόπουλου και Γ.Α. Γάγαλη που εξέδωσε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το 1938, διαβάζουμε ότι:

 

«Καλλιεργούνται ποικιλίαι υπό την ονομασίαν « ξυνόγλυκα» μικρού ή μεσαίου μεγέθους και με τον φλοιόν καλώς επικαθήμενον επί της σαρκός. Επίσης καλλιεργούνται αρκετά δένδρα της ποικιλίας «ντόλτσα» καθώς και ολίγα δένδρα της ποικιλίας « σανγκουΐνια» ή « του αίματος» με σάρκα κατά τόπους υπέρυθρον. Ελάχιστα δένδρα καλλιεργούνται της ποικιλίας «γιάφας» εμπύρινα ή απύρινα μη αποδίδοντα αρκετούς καρπούς». Ελάχιστα τέλος της ποικιλίας ομφαλοφόρου, όλα νέα».

 

Σήμερα, αντιπροσωπεύει περίπου το 58% των πορτοκαλόδενδρων στη χώρα μας. Στην Αργολίδα εξαπλώθηκε ευρέως τη δεκαετία του 1950 και σήμερα αποτελεί το 70% της συνολικής καλλιέργειας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 160 ποικιλίες πορτοκαλιάς. Οι πιο σημαντικές όμως είναι: Βαλέντσια, Χίου, Άρτας, Σουλτανί του Φόδελε, Σαγκουίνι ή αιματόσαρκο και η πλέον διαδεδομένη και επιτυχημένη ποικιλία Μέρλιν.

 

Πηγές


  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙV (2000), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Οι πορτοκαλεώνες της Αργολίδας και τα παγκοσμιοποιημένα αγρο-τροφικά δίκτυα – http://www.greekscapes.gr

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »