Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου


 

Ορφεύς και Ορφικοί

 

Ορφέας και Ευρυδίκη

Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σή­μερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κί­νημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.

Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).

 

Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου

 

Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρ­χαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.

Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.

Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.

Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.

 

Η τιμωρία των Τιτάνων. Έργο του Jacob Jordaens, Museo del Prado, Madrid, Spain.

 

Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).

Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.

 

Η αρχαιότητα του μύθου

 

Orpheus leads Eurydice (Rodin 1893)

Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.

Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.

Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.

Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.

Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]

Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.

Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.

Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]

Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.

Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.

Ορφέας

Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]

Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.

Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».

 

Alberto Bernabe

Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης

 

 

Υποσημειώσεις


-Ευχαριστώ θερμά την κ. Πηνελόπη Σταυριανοπούλου για την ελληνική μετάφραση του κειμένου.

[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’  Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.

[2] Πλάτωνος Κρατύλος  400c.

[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’  honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.

[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)

[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus,  Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.

[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας  493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’  orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.

[7] Όπως Κρατ. 400 (OF  430 I).

[8] Πλάτωνος Νόμοι  845b (OF  37 II Β.)

[9] Παυσανία 8,37,5 (OF  39 B.)

[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF  423 B.)

[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.

[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.

[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.

[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.

[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF  443 B.)

[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.

[17] OF  485 Β.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ορφέας και Ορφισμός / Ένας Χριστός πρό Χριστού», τεύχος 266, 23 Δεκεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Η απεργία του 1933 στο Άργος


 

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Η απεργία του 1933 στο Άργος

 

Γενικά προλογικά

 

Η ιστορία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος αποτελεί, σήμε­ρα, σε όλες τις χώρες του κόσμου, ιδιαίτερο κλάδο της ιστορικής έρευνας. Στην Ελλάδα, εξαιτίας των γνωστών περιπετειών που ακολούθησαν το τέ­λος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιστορικός αυτός κλάδος ουδέποτε ανα­πτύχθηκε μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες, συστηματικές αυτή τη φορά, για έρευνα και συγκέντρωση υλικού, χρονολογούνται εδώ και μόλις μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία μεμονωμένων επιστημόνων, και εντελώς πρόσφα­τα της ΓΣΕΕ, καθώς και ομάδας επιστημόνων – ερευνητών. Οπωσδήποτε, η πρώτη προσπάθεια για συγγραφή ιστορίας για το θέμα, με γνωστές, πια, τις αδυναμίες της εποχής, των συνθηκών και του συγγραφέα, οφείλεται στον Γιάννη Κορδάτο («Ιστορία του εργατικού κινήματος»), ενώ από τα πιο πρόσφατα έργα εκείνο του Θ. Κατσανέβα πραγματεύεται τη σύγχρονη εξέλιξη του κινήματος (εκδ. το 1981). Οφείλουμε, επίσης, να μνημονεύσουμε το έργο του Γιώργου Κουκουλέ, που κυκλοφόρησε το 1984 («Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος»), το οποίο θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο για τις μεθοδολογικές αρχές που προτείνει (βλ. και ομώνυμο άρθρο του στο «Αντί» της 29-10-82, όπου παρέχονται με συντομία κύριοι άξονες του βιβλίου του).

 

Γενικά για την Αργολίδα

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Θα ήταν περίεργο, με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, να έχει γραφεί μια τοπική ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας, τέτοιο κίνημα δεν φαίνεται να αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα πριν από την τελευταία δεκαετία, αλλ’ αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξε ούτε ότι δεν έχει, σήμερα, σημασία να ερευνηθεί, ως μια σημαντική πλευρά της κοινωνικής ιστορίας του Νομού μας. Κι όμως, στον τοπικό τύπο, του οποίου ολοκληρώσαμε την αποδελτίωση, δεν βρήκα­με ούτε μία ανάλυση ή, έστω, σύντομο ιστορικό σημείωμα για το θέμα αυτό. Επομένως, μένει ν’ αρχίσουν όλα από την αρχή! Βασικά, ν’ αναζητηθούν ζωντανά, ακόμα, πρόσωπα που είχαν μιαν οποιαδήποτε συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα του Νομού, τυχόν σημειώσεις ή αρχεία οργανώ­σεων ή και στελεχών, κάθε είδους σχετικό έντυπο (προκηρύξεις κ.λπ.).

Από την πλευρά – μας, στην αποδελτίωση του τοπικού τύπου φροντίσαμε να συγκροτήσουμε, με το υλικό που βρήκαμε, μια χωριστή ενότητα, με πολύ διασπασμένο και κατεσπαρμένο υλικό, μικρό σε αριθμό και όγκο. Εφό­σον υπάρξει στο Νομό μελλοντικά κάποια σοβαρή εκδοτική προσπάθεια, με ενδιαφέρον για τοπικά θέματα και προβλήματα, ασφαλώς θα προβούμε στην ανατύπωση και σχολιασμό όλου αυτού του υλικού. Στο μεταξύ, απο­τελεί βασικό έργο και καθήκον, νομίζουμε, του Εργατοϋπαλληλικού Κέ­ντρου των πόλεων του Νομού, η μέριμνα για την έρευνα και συλλογή του όλου υλικού που αναφέραμε. Το έργο αυτό πρέπει ν’ αρχίσει το συντομότε­ρο δυνατό αφού πρόσωπα φεύγουν και άλλων η μνήμη αδυνατίζει.

 

Απεργίες και η απεργία του 1933

 

Στις μέρες μας έχει αναφερθεί, από σύγχρονους ιστορικούς, το επεισόδιο της πρώτης απεργίας τεχνικών του ελληνικού τύπου, που έγινε στο Ναύπλιο, το 1826, με κύριο υποκινητή της τον Κωνστ. Τόμπρα, τυπογράφο από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, πρωτοπόρο της τυ­πογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος εγκαταστάθηκε και έμεινε στο Ναύπλιο για πολλές δεκαετίες, ιδρύοντας και το ομώνυμο τυπογραφείο. Αλλά, βέβαια, μια τέτοια απεργιακή κίνηση δεν συνιστά, από μόνη της, συνδικαλιστικό κίνημα.

Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε πληροφορίες για τις συνθήκες εργα­σίας. Έτσι, στο «Άργος» της 7-8-1915 δημοσιεύεται άρθρο του δικηγό­ρου Γ. I. Μουτζουρίδη, όπου κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «περί σωματε­μπορίας εν Ελλάδι» ο συγγραφέας και πρόεδρος, τότε, της σχολής για άπο­ρα παιδιά στο Ναύπλιο, καταγγέλει το γεγονός ότι νοικιάζονταν, με ετήσιο μίσθωμα 100-150 δραχμών και με παροχή μόνο ξερού ψωμιού, παι­διά σε στιλβωτήρια (τη στιγμή που η εργασία του καθενός απέφερε 2-4 δρχ. την ημέρα, δηλ. πάνω από 1.000 δρχ. το χρόνο…), από πράκτορες που γύριζαν τα χωριά και, κάποτε, πετύχαιναν τη «μίσθωση» αυτή από τους γονείς των παιδιών.

Επισημαίνει, επίσης, την αδιαφορία της πολιτείας για το γεγονός, καθώς και για τη μόρφωση των παιδιών αυτών σε νυχτερινές σχολές. Αλλά και για απεργιακές κινήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στον τύπο πληροφορίες από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο «Άργος», πά­λι, βρίσκουμε την είδηση για μεγάλη απεργία σιδηροδρομικών, σε πανελλήνια κλίμακα, την οποία ακολούθησαν συλλογικά οι εργαζόμενοι στους σταθ­μούς του Άργους και των Μύλων. Απεργοσπάστες, όμως, υπάλληλοι των ΣΠΑΠ έκαναν να λειτουργήσει αμαξοστοιχία, που έφθασε από την Καλα­μάτα στο Άργος («Άργος», φ. της 24-9-1906). Εκεί έγινε δεκτή με απο­δοκιμασίες από τους απεργούς, χωρίς να θίξουν κανένα. Τότε, κάποιος ο­πλισμένος επιβάτης πυροβόλησε με το μάλινχέρ του και παραλίγο να υπάρ­ξει νεκρός. Ο δράστης διέφυγε μόλις το λυντσάρισμα από χωροφύλακες που επενέβησαν και τον παρέδωσαν στη Δικαιοσύνη. Η αμαξοστοιχία, όμως, κατέληξε στο Ναύπλιο και οι επιβάτες έφυγαν… με πλοίο για τον Πειραιά.

Πληροφορίες συγκεκριμένες για συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων βρίσκουμε, πάντως, δημοσιευμένες μετά το 1925. Ταυτό­χρονα, από δημοσιεύματα, διαπιστώνουμε και τις αντιδράσεις των εργοδο­τών, όπως των μελών του «Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου» που είχε πρωτοσυσταθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την πλευρά της ιστορίας των νοοτροπιών, είναι ενδεικτικές αντιδράσεις όπως ανώνυμου (κι αυτό πολύ ενδεικτικό!…) αναγνώστη της εφημερίδας «Τελέσιλλα» (16-3-1930), που αποδοκιμάζει έντονα τις «κοινωνικές προσμίξεις» στις δημόσιες εκδηλώσεις.

Η περίπτωση της απεργίας του 1933 στο Άργος παρου­σιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα επειδή σημειώνεται σε κλάδο βιομηχανικής παραγωγής που αναπτύχθηκε από τους πρώτους (αν όχι πρώτος) στο Νομό, δηλαδή σε υφαντουργείο. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, οι πρώτες υφαντουρ­γικές μονάδες στο Νομό (των αδελφών Διαμαντόπουλου στο Άργος) φαί­νεται ότι δημιουργήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1880 (αναφέρο­νται, για πρώτη φορά, σε εμπορικό οδηγό του 1892). Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι εργαζόμενοι ήταν γυναίκες – και είναι γνωστό το χαμηλό επίπεδο εργασιακής χειραφέτησής τους σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Άργος.

Τέλος, η περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το ότι αποτελεί το μόνο γεγονός του συνδικαλιστικού κινήματος στο Νομό για το οποίο έχουμε όχι μόνο πληροφορίες ακριβείς, αλλά και σαφείς τοποθετήσεις από δύο διαφορετικά όργανα του Άργους, δηλαδή τις εφημερίδες «Ασπίς» και «Αργειακά Νέα» – η πρώτη προσκείμενη στη βενιζελική παρά­ταξη και η δεύτερη σαφώς στο Λαϊκό κόμμα.

Βέβαια, οι πληροφορίες που δίνονται δεν εκφράζονται από τα δρώντα πρόσωπα, τις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Δεν έχουμε, έτσι, άμεση γνώση των δικών τους θέσεων. Όμως, η πληροφόρηση των δύο εφημερίδων είναι τέτοια, ώστε να μπορού­με να ανασυστήσουμε τα γεγονότα, τα αιτήματα και τη στά­ση εργαζομένων – εργοδοτών, αλλά και τις παραπέρα συ­νέπειες.

Εκτός, όμως, από αυτά, η αρθρογραφία της «Ασπίδας» και των «Αργειακών Νέων» εί­ναι σημαντικό στοιχείο και για κάτι άλλο: μας επιτρέπει ν’ αναλύσουμε τη νοοτροπία και την πολιτική θέση (που είναι και κοινωνική) των προσκείμενων σε δύο πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, οι οποίοι, βέβαια, δεν είναι μόνον οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων. Πολύ συζήτηση έγινε για την απεργία στην πόλη και δεν είναι άστοχο να υποθέσουμε βάσιμα ότι στα άρθρα που γράφτηκαν «πέρασαν» αντιλήψεις και θέσεις που εκφράζανε πολύ περισσότερους από τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι, τότε, ή­ταν σχεδόν αποκλειστικά, στον τοπικό τύπο, επαγγελματίες σε άλλη εργα­σία – συνήθως ελεύθερο επάγγελμα – δεν «ζούσαν» από την εφημερίδα). Τελικά, φθάνουμε, έτσι, να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές διεργα­σίες που προκλήθηκαν στην πόλη από την απεργία, ενώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι στην κυβέρνηση βρισκόταν το Λαϊκό Κόμμα κι ότι, πριν μερικούς μήνες, είχε εκδηλωθεί και παταχθεί το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, ενώ από μία πενταετία είχε ψηφιστεί ο περίφημος νόμος για το «ιδιώνυμο».

 

Τα γεγονότα

 

Πρώτη η «Ασπίδα» (29-10-33) ανέφερε το γεγονός της απεργίας, με σχόλιο εναντίον της, για να επανέλθει άλλες δύο φορές, με σχόλιο της 5-11-33 και κύριο άρθρο – σχόλιο στο ίδιο φύλλο, όπου πήρε, πλέον, πολύ διαφορετική θέση. Από την πλευρά τους, τα «Αργειακά Νέα » δημοσίευσαν σε δύο φύλλα (1 και 16-11-33) δύο πληροφοριακά άρθρα με σχόλια έντονα κατά της απεργίας. Από την αρθρογραφία αυτή διαγράφονται τα εξής γεγονότα. Στο υφαντουργείο Ρόκα και αδελφών Παζιώτα απολύθηκε μία εργάτρια για λό­γους που δεν αναφέρονται. Η απόλυση αυτή αποτέλεσε και την αιτία της απεργίας, στην οποία προβλήθηκαν και άλλα αιτήματα, με σχετικό υπόμνημα (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων κ.α.).

Από την «Ασπίδα » δίνεται, μάλιστα, η πληροφορία ότι οι εργάτριες εργάζονταν περισσότερο από το κανονικό χωρίς να αμείβονται καλά (έπαιρναν 15-19 δρχ. την ημέρα, με τις οποίες, υποστήριζε η εφημερίδα, δεν μπορούσαν να ζήσουν). Η απεργία κράτησε πάνω από τέσσερις μέρες, αλλά έγινε άμε­ση επέμβαση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν, όπως φαίνεται, για αυτόφωρο αδίκημα (παρεμπόδιση εργα­σίας) τέσσερις εργάτριες, που πρωτοστατούσαν στην απεργία, καθώς και οκτώ εργάτες ως υποκινητές.

Οι πρώτες καταδικάστηκαν σε 15 ήμερη και οι τελευταίοι σε 25ήμερη φυλάκιση. Από την ειδησεογραφία συ­μπεραίνουμε ότι η απεργία έληξε μετά από αυτή την επέμβαση, χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματα. Στην «Ασπίδα», μάλιστα, της 5-11-33 γίνεται λόγος για πραγματικό ανθρωποκυνηγητό της χωροφυλα­κής κατά των απεργών μέχρι μέσα στα σπίτια τους και για «μέτρα βίας». Από το άλλο μέρος, δεν φαίνεται να υπήρχε οργανωμένο σωματείο στο εργοστάσιο, αφού γίνεται λόγος για απουσία «επιτροπής» που να «δια­χειρίζεται υπευθύνως τα ζητήματα» των εργατριών (δεν θίγεται, όμως, και το αν, με τις τότε συνθήκες, υπήρχε δυνατότητα για συγκρότηση παρό­μοιας «επιτροπής»), ενώ αναφέρεται ισχυρισμός των εργοστασιαρχών ότι μέχρι την τέταρτη μέρα της απεργίας «δεν είχον ιδέαν αιτημάτων των εργατών και εργατριών».

Τέλος, επισημαίνεται ότι οι απεργές εμπόδισαν απεργοσπάστριες να ερ­γαστούν, πράγμα που έδωσε και την αφορμή για την επέμβαση της χωρο­φυλακής, ενώ, ως προς την απήχηση της απεργίας στην πόλη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε έντονη, αν κρίνουμε από την επιθετική, σχεδόν πανικόβλητη αρθρογραφία των «Αργειακών Νέων» και από την αντιφατική καθησυχαστική βεβαίωση της «Ασπίδας» (ότι επρόκειτο για «μικρό επεισόδιο, ασήμαντον καθεαυτό»), που κράτησε, όμως για μέρες σε αγωνία εργάτες και εργοδό­τες, αλλά και κύριο άρθρο και σχόλιο στο ίδιο αυτό φύλλο της εφημερίδας που, «φρονίμως ποιούσα», φρόντισε να μην επανέλθει, πια, στα γεγονότα αυτά.

Πάντως, με πρόχειρες διασταυρώσεις γνωμών ανθρώπων που έζησαν την εποχή και ανεξάρτητα από τις τότε πολιτικές και κοινωνικές τοποθετή­σεις τους, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι η απεργία αυτή προκάλεσε έντονα συναισθήματα και πέρα από ‘Αργος, στο Ναύπλιο και αλλού. Ο αποκλεισμός του εργοστασίου και των γύρω δρόμων από τους απεργούς και ο τρόπος που επιλέχθηκε, τότε, για την επίλυση μιας εργα­σιακής σύγκρουσης, εξαιρετικά βίαιος όπως φαίνεται, ήταν φυσικό ν’ απο­τελέσει γεγονός πρώτης σημασίας. Μένει να ερευνηθεί, καθώς είναι ευνόη­το, το ποια επιρροή είχε η απεργία αυτή και η συγκεκριμένη αντίδραση των εργοδοτών στη μετέπειτα πορεία του όποιου συνδικαλιστικού κινήμα­τος, στην πόλη και στο Νομό.

 

Η ιδεολογική αντιμετώπιση

 

Τόσο από την «Ασπίδα» (έμμεσα), όσο και από τα «Αργειακά Νέα» (άμεσα και απρο­κάλυπτα) γίνεται λόγος για ανάμιξη στελεχών του ΚΚΕ Άργους (συγκε­κριμένα του Αντ. Γιατρά) στην κήρυξη της απεργίας, ως υποκινητών και εμπνευστών. Είναι χαρακτηριστική για την εποχή η ταύτιση εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και κομμουνιστικού κόμματος (είναι αλήθεια ότι την ταύτιση αυτή η «Ασπίδα» την αποφεύγει ρητά, θεωρώντας την κομμουνι­στική παρεμβολή περισσότερο σαν ενδεχόμενο, οργανωτικό, βέβαια κίνδυ­νο). Από κει και πέρα, όμως, οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων διαφορο­ποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Η διαφοροποίηση αυτή μαρτυρεί ότι και στο Άργος, οι διαφορές ανάμεσα στο βενιζελισμό και στον παραδοσιακό συντη­ρητικό κόσμο, με αφορμή μια τοπική κοινωνική σύγκρουση, «λειτούργησαν» αμέσως και ότι δύο διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις διαγράφηκαν ξεκάθαρα και σχεδόν άμεσα.

Από το ένα μέρος η συλλογιστική της «Ασπίδας»: μετά μια ενστικτώδη, θα λέγαμε, αρνητική αντίδραση στην αρχή, παίρνεται μια ξεκάθαρη θέση. Ναι, είχαν δίκιο να απεργήσουν οι εργάτριες, οι εργοδότες αντί να προσφεύ­γουν σε μέτρα βίας πρέπει «να εξετάσουν τα πράγματα βαθύτερον» και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η θέση «των κοριτσιών που εργάζονται για την ανάπτυξη αυτής της ωραίας για την πόλη μας βιομηχα­νίας».

Χαρακτηρίζει, βέβαια, την απεργία «αψυχολόγητον και ανοργάνωτον», αλλά και κατακρίνει τη στάση της Αστυνομίας, που με τα μέτρα βίας οδηγεί «εις τα άκρα και θα εξαναγκάσει τας συντηρητικάς εργατρίας, χωρίς να το θέλουν, να ριφθούν εις τας αγκάλας του κομμουνισμού». Από το άλλο μέρος, η αντίδραση των «Αργειακών Νέων»: κομμουνιστικός δάκτυλος πίσω απ’ όλα, αδιαφορία των αστυνομικών οργάνων (παρ’ όλο που «και άλλοτε επεστήσαμεν την προσοχήν της αστυνομίας επί της λανθανούσης Κομμουνιστικής κινήσεως εν τη πόλει μας»), αλλά τελικά επέμβασή τους σωστική, αφού «διέλυσε τας αντάρτιδας». Τη «γραμμή» αυτή θα ακολουθή­σει, άλλωστε, η εφημερίδα στα γενικότερα πολιτικά θέματα μέχρι το τέλος της έκδοσης της, πληροφορώντας, ανάμεσα στα άλλα, στο φύλλο της της 15-11-1934, ότι ο Αντ. Γιατράς εκτοπίστηκε στον Αγ. Ευστράτιο.

Κλείνουμε τούτο το άρθρο αντιγράφοντας κατά λέξη και δίχως σχόλια το εξής από την «Ασπίδα», μετά είκοσι περίπου χρόνια (φύλλο της 17-7-1955): «Και άλλοτε εγράψαμεν ότι εργάται και εργάτριαι που συνωστίζονται κάθε βράδυ στην πλατεία της Γούβας προς εξεύρεσιν εργασίας, και την κυκλοφορίαν δυσχεραίνουν με κίνδυνο δυστυχημάτων και εις τα γύρω κατα­στήματα εμποδίζουν την ομαλή κίνηση των πελατών των και συνεστήσαμεν την καθιέρωσιν ειδικού χώρου συγκεντρώσεώς των εις την όπισθεν πλατεία των Στρατώνων με την μερίμνη της Δημοτικής αρχής, ανέγερσιν ειδικών στεγάστρων μετά καθισμάτων. Επαναλαμβάνομεν την υπόδειξίν μας δια να λείψη εν άτοπον και εις κίνδυνος δυστυχημάτων».

Η εικόνα αυτή φέρνει στο νου ίσως πολύ προγενέστερες εποχές, ίσως τον αμερικάνικο Νότο της «Καλύβας του Μπάρμπα – Θωμά». Στην εποχή μας, βέβαια, μεσολαβεί και ο «κίνδυνος δυστυχημάτων»…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)


   

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Ο πρώτος Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)

 

Η ανάπτυξη των γεωργικών συνεταιρισμών κατά τα τελευταία χρόνια στο Νομό Αργολίδας και, ιδιαίτερα, των συνεταιρισμών εσπεριδοειδών ε­πιβάλλει να μελετηθούν οι ρίζες του θεσμού στον γεωγραφικό αυτό χώρο, αλλά και γενικότερα η όλη εξέλιξη και η διαμόρφωση του αγροτικού κινή­ματος. Δεν πρόκειται να φιλολογήσουμε, όπως δεν φιλολογήσαμε ποτέ, για την αξία και τον ρόλο της ιστορίας. Απλώς θυμίζουμε ότι όσοι δεν μπο­ρούν ή δεν θέλουν να επισημάνουν, να ερμηνεύσουν και να καταλάβουν την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών δεδομένων είναι καταδικασμένοι είτε να δρουν με θολές αντιλήψεις στον εγκέφαλό τους (και με ευνόητο το αποτέ­λεσμα), είτε να ακολουθούν, και μόνον, τα γεγονότα.

Προσεκτική μελέτη κειμένων περιηγητών ή ταξιδιωτών που περνούν α­πό την Αργολίδα, αναλυτική ανάγνωση του τοπικού τύπου καθώς και συλ­λογή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων που περιέχονται σε επίσημες εκδόσεις (όπως του Μανσόλα) μας δίνουν μιαν εικόνα τόσο για το είδος και την εναλλαγή των καλλιεργειών, όσο και για τις συνθήκες εργασίας. Δυσκολότερο είναι να διαπιστωθεί, ακόμη, η αναλογία πληθυσμού και κλήρου γης, η οποία πάντως, σε μη βιομηχανοποιημένο Νομό όπως της Αργολίδας, α­σφαλώς παρουσίαζε δυσαναλογία και εδώ. Τα κύματα μετανάστευσης που άρχισαν, προς την Αμερική κυρίως, από το τέλος του 19ου αιώνα (στο Άργος έφτασαν να λειτουργούν μεταναστευτικά γραφεία) αποτελούν ένα σίγουρο δείκτη για την ύπαρξη και την έκταση της δυσαναλογίας αυτής.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Κέντρο της αγροτικής Αργολίδας παρουσιάζεται το Άργος, τονίζοντας ότι, ακόμα κι όταν γίνεται και κέντρο βιο­μηχανικό, δεν παύει να διατηρεί τον αγροτικό χαρακτήρα του, μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960. Πολλοί κάτοικοί του, ενώ ασκούν διάφορα επαγγέλματα (κυρίως ελευθέρια), διατηρούν αγροτική ιδιοκτησία και εργάζονται και ως αγρότες ή ως διαχειριστές αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο, το ότι ο πρώτος αγροτικός συνεταιρισμός ιδρύεται στο Άργος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία που εντοπίσαμε, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η συνεταιριστική κίνηση έχει ήδη αρχίσει στην Ελλάδα και διατυπώνεται και δημοσιεύεται το πρώτο βασικό νομοθέτημα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (ο νόμος 602/31-12-1914).

 

Οι πρωτεργάτες και οι σκοποί

 

Τόσο στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή, όσο και στη «Δαναΐδα», του Δ. Δεσμίνη, αντλούμε τις πληροφορίες για την ίδρυση, τη δράση και τις δυσκολίες του πρώτου αυτού συνεταιρισμού, κατά τα έτη 1913-1914. Έτη που αρχίζουν με τη νικηφόρα, και για την Ελλάδα, τροπή των Βαλκανικών πολέμων, η οποία δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, αλλά καταλήγουν στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προ­καλεί βαθιάν αναστάτωση και διχασμό στη χώρα, ενώ αποψιλώνει την Αρ­γολίδα από τον βασικό ενεργό πληθυσμό (ο πληθυσμός του Άργους πέφτει σε κάτω από δέκα χιλιάδες, διοικητικά η πόλη μετατρέπεται από Δήμο σε κοινότητα και μόλις το 1925 επανέρχεται στο καθεστώς του Δήμου).

Τον Ιούνιο, λοιπόν, του 1913 αναγγέλλεται στο «Άργος» η ίδρυση του συνεταιρισμού, που φέρει τον τίτλο «Οικονομικός Συνεταιρισμός Αργολί­δος». Ψυχή του είναι ο Ευάγγελος Σ. Σακολέβας, που εκλέγεται και πρόε­δρός του, Γραμματέας του ο Παν. Δεδεβέσης, ταμίας ο Χαρ. Μαυράκης και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οι Νικ. Παλαιολόγος, Σπ. Μαρκεσίνης, Γεώργ. Ντάνος, Ιω. Μέτζας, Αδ. Μπαρακάρης, Ιω. Παπασπυρόπουλος, Κων. Ρόκιζας, Ιω. Γ. Μακρυπουκάμισος και Αλέξ. Ζερβός. Όπως βλέπουμε από τα ονόματα αυτά, η συμμετοχή μελών έγινε και από τις δύο επαρχίες, Άργους και Ναυπλίου. Την εποχή αυτή, ως πιο σημαντικά προβλήματα στον τομέα της γεωρ­γίας στο Νομό παρουσιάζονται εκείνα των αγροζημιών και της άρ­δευσης του αργολικού, πεδίου.

Για τις πρώτες, όχι μόνο η αρ­θρογραφία στον τοπικό τύπο είναι συχνή και πυκνή, αλλά και δημόσιες συγκεντρώσεις και συσκέψεις με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιούνται, ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Νομίζουμε ότι το φαινόμενο των αγροζημιών αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, όντας βέβαιοι ότι η έρευνά του θα μας διαφωτίσει για σειρά άλλων και πολύ σπουδαίων θεμάτων της κοινωνικής ιστορίας του Νομού. Για το δεύτερο πρόβλημα, το αρδευτικό, η σοβαρότατη αρθρογραφία στη «Δαναΐδα» και οι ενέργειες του ίδιου του Δεσμίνη, ο οποίος φτάνει να συντάξει, με ομάδα, «Νομοσχέδιον πε­ρί αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου» (για το οποίο ενδια­φέρθηκε ο τότε αγροτικός ηγέτης, στέλεχος της κυβέρνησης Βενιζέλου και Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας Αλέξ. Μυλωνάς) υποδεικνύουν ότι έφτανε σε οξύτατη φάση, για μια ακόμα φορά στην ιστορία.

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η καταπολέμηση των αγροζημιών και γενικότερα, η αγροτική ασφάλεια εμφα­νίζεται ως «το σπουδαιότερον ζήτημα» και ως βασικός στόχος του νεοσύ­στατου συνεταιρισμού, στην ειδησεογραφία του τύπου.

Στις 20 Απριλίου 1914 οργανώνεται, στην αίθουσα του «Δαναού», και η πρώτη συγκέντρωση του συνεταιρισμού για το θέμα αυτό. Πέρα, όμως, από αυτά, το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δείχνει ότι ο συνεταιρισμός, από τον Οκτώβριο, ήδη, του 1913, παίρνει τα πρώτα «τε­χνικά» μέτρα για εξυπηρέτηση των μελών του, δημιουργώντας «δελτίον κτημάτων», για πώληση ή αγορά, καθώς και «δελτίον αγορα­στών», «με πάσαν εχεμύθειαν», όπως δηλώνεται σε σχετική ανακοίνωσή του, που δημοσιεύεται στις 29-10-1913.

Αλλ’ από την ίδρυσή του κιόλας, αναγγέλλονται και οι άλλοι στό­χοι του, οι οποίοι δεν διαφέρουν από εκείνους των εντελώς σύγχρονων αγροτικών συνεταιρισμών. Μνημονεύουμε ειδικότερα τη βελτίωση των καλλιεργειών με «νεότερες μεθόδους», την «ευχερή και εύωνον προμήθειαν των εις τους γεωργούς κτηματίας χρησίμων εργαλείων και ειδών», την «συγκεντρωμένην πώλησιν των προϊόντων προς βελτίωσιν των τιμών έπ’ ωφελεία των παραγωγών», αλλά και, βέβαια, «την μελέτην του ζωτικωτάτου και προέχοντος ζητήματος της αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου».

Η παρουσία του Σακολέβα φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, τόσο για την οργάνωση του συνεταιρισμού όσο και για τη διατύπωση των αιτημάτων. Όπως αναφέρει, άλλωστε, το «Άργος» (της 18-6-1913), σε αυτόν οφείλεται η ιδέα και πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, και η εφημερίδα τον χαρακτηρίζει ως «συμπολίτης μας από τριετίας παρακολουθών τα των συ­νεταιρισμών εν γένει, και μετ’ επιμελείας διαδίδων αυτήν» (ενν. την πρω­τοβουλία).

Ο ίδιος, άλλωστε, σε άρθρο του στο «Άργος» (της 24-3-1914), αναγ­γέλλοντας ότι ο Ο.Σ.Α. «ήτοι ο Γεωργικός, αρχίζει από τούδε την δράσιν του» (οπότε συμπεραίνουμε ότι οι δυσκολίες είχαν ήδη αρχίσει, από τα γεγονότα που αναφέραμε: εννέα μήνες από την ίδρυσή του και ακόμα δεν έχει «αρχίσει δράσιν»), διατυπώνει με σαφήνεια τους σκοπούς. Η κατοχύρωση της αγροτικής ασφάλειας προτάσσεται, βέβαια, αλλά θα πρέπει να προσέξουμε ότι εντοπίζει το ενδιαφέρον του και, μάλιστα, ρητά στους «μη έχοντας ή προστατεύοντας πολλά ζώα», τονίζοντας την ανά­γκη να κινητοποιηθούν οι ίδιοι, αλλιώς «δεν πρέπει να παραπονούνται εναντίον ουδενός, ούτε να αδικώσιν άλλον, ειμή εαυτούς».

Διατυπώνει, όμως, και τους άλλους σκοπούς, δηλαδή την προμήθεια θειικού χαλκού, την από κοινού αγορά «των γεωργικών ειδών», ενώ «το σπουδαιότερον έργον» είναι «η κοινή πώλησις των προϊόντων» «κυρίως της σταφίδος και των καπνών, εις τους οίκους της καταναλώσεως απ’ ευθείας, άνευ εμπόρων και μεσιτών». Και προσθέτει με αισιοδοξία ότι «πάντα ταύτα, τα οποία τινές νομίζουσι πολύ δύσκολα, έχουσι γίνει αλλού ευκολώτατα, και χωρίς παράδειγμα αποτυχίας. Υπάρχουν χιλιάδες συνεταιρισμοί τοιούτοι, κατορθώσαντες να πλουτίσωσιν άπαντες». Από όσα εκθέσαμε, και από όσα δημοσιεύθηκαν επιπλέον στον τύπο της εποχής, θεωρούμε ότι ο Σακολέβας προχώρησε με σύνεση, με πρακτικό πνεύμα και με ρεαλισμό. Η πολεμική περίοδος όμως που, όπως είπαμε, έγινε, πια, καθοριστική για κάθε ειρηνική και προοδευτική προσπάθεια, σημάδεψε και την εξέλιξη του συνεταιρισμού.

 

Το τέλος… αλλά και η συνέχεια

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Σε άρθρο του «Άργους» της 20 Δεκεμβρίου 1914, όταν έχει, πλέον, κηρυχθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δημοσιεύεται ότι, δυο μέρες πριν, είχαν έρθει στο Άργος, για να εξετάσουν την κατάσταση του συνεταιρισμού, ο Επιθεωρητής Γεωργίας του Υπουργείου και ο Νομογεωπόνος Αργολιδοκορινθίας. Το κρατικό ενδιαφέρον, που εκδηλώθηκε ευθύς από τα πρώτα βή­ματά του, ιδιαίτερα και προσωπικά από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικο­νομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλο με πολύ ενθουσιώδες τηλεγράφημά του που είχε δημοσιευθεί στη «Δαναΐδα», συνεχίστηκε, όπως φαίνεται, αμείωτο. Στο «Άργος» γίνεται σαφώς λόγος για «αδράνεια» του συνεταιρισμού, «διό­τι ήρχισε την ίδρυσίν του εν μέσω πολέμου και η εμπόλεμος παρούσα κατάστασις και ο φόβος προκειμένης επιστρατεύσεως βεβαίως εμποδίζει σπου­δαίος την εξακολούθησιν την ιδρύσεως», πράγμα που, όπως τονίζει, συνέβη και με άλλους συνεταιρισμούς.

Για τον λόγο αυτό, οι δύο «εξελεγκταί» όχι μόνο δικαιολόγησαν την «προσωρινήν ανακοπήν της ιδρύσεως», αλλά και έδωσαν συγχαρητήρια στους ιδρυτές για την μέχρι τότε δράση τους και τη διαφώτιση των πολι­τών, υποσχόμενοι ότι το Υπουργείο θα συνέχιζε να τους «συνδρομή πολλαχώς». Η εφημερίδα υπογραμμίζει το ότι επίκειται η ψήφιση του νόμου για τους συνεταιρισμούς, ενώ ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής «παρέστησε την ωφέλειαν των ενωθέντων παντού εις Συνεταιρισμούς και πωλούντων και διευθυ­νόντων τα προϊόντα των άνευ εμπόρων και μεσιτών».

Με τις περιπέτειες και τις διακοπές του τοπικού τύπου, με τη μόνη εφημερίδα του Νομού που συνέχισε κανονικά την έκδοσή της (το «Σύ­νταγμα», του Ναυπλίου) να μην υπάρχει σε καμιά βιβλιοθήκη και να περιμένει, σε σώματα δεμένα και σε χέρια ιδιωτών, την αγορά ή τη δωρεά της στον «Παλαμήδη», δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την παραπέ­ρα πορεία του συνεταιρισμού. Σύμφωνα, όμως, με μαρτυρίες γέρων, σήμε­ρα, αγροτών, φαίνεται ότι ο «Ο.Σ.Α.» δεν κατάφερε να επιζήσει στην οκτα­ετία πολέμων και εθνικών περιπετειών που άρχιζε.

Το αγροτικό και συνεταιριστικό κίνημα δεν έσβησε, όμως, στο Νομό. Μετά τον πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, η έκδοση της «Αγροτικής Αργολίδος», εφημερίδας των γεωργοκτηματιών της περιφέ­ρειας του Άργους (1926 έως 1932;), που εξελίσσεται σε κανονική τοπική εφημερίδα, μας επιτρέπει να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για την κίνη­ση των αγροτών. Αλλά και από άλλες εφημερίδες της εποχής μαθαίνουμε σημαντικά γεγονότα, όπως τη σύγκληση Παναργολικού Γεωργικού Συνε­δρίου το 1929, ή ανταλλαγές γνωμών γύρω από τη σκοπιμότητα των συνε­ταιρισμών, το 1932. Το 1933, μάλιστα, διαπιστώνεται η ύπαρξη πολλών συνεταιρισμών στην Αργολίδα, ενώ προχωρούν οι προσπάθειες για την σύ­μπηξη της πρώτης Ένωσής τους, (ιδρύεται το 1938).

Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι πάλι στον τομέα του τύπου, της έκδοσης της «Αγροτικής Αργολίδος» προηγείται εκείνη της «Κτηματικής», «οργάνου των κτη­ματιών του Άργους» με διευθυντή του Ευθ. Σμυρνιωτάκη και με μάλλον λιγόζωο βίο (στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται οκτώ φύλλα της, το 8ο κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από το 1ο της «Αγροτ. Αργολίδος»). Πάντως, όμως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος εκδηλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θυμίζουμε ότι το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο (η «Ρέα») αρχίζει να λειτουργεί το 1949. Η μεγάλη ώθηση, όμως, δίνεται από το 1974 και μετά, με την εμφάνιση του κινήματος για ίδρυση αγροτικών συλλόγων καθώς και του πρώτου συνεταιρισμού εσπεριδοειδών, που ιδρύεται την εποχή εκείνη στην Πυργέλλα. Τούτο, όμως, αποτελεί, πλέον, ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας, που ακόμα γράφεται.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau


  

Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.

 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.

Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύ­κλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.

Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).

 

Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau

 

«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρα­τάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.

Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.

Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.

Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύ­ριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.

 

21η  Μαΐου [1836]

Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Ο αντισυνταγ­ματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.

Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.

Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.

Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.

Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.

Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κά­στρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.

Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.

Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.

Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθά­σει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει.  Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.

Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.

Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθά­σει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.

Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.

Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.

Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»

 

Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη

Εισαγωγή – μετάφραση

(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Από τη «Νότιο Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία ανα­φορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρ­χαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγο­ρα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερ­νήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πο­λύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα εί­ναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.

[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.

[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πα­τρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια λη­στεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προ­γραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Με­σηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελ­φοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακού­γοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στό­χος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρο­γιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.

Read Full Post »

Έκθεση: «Γιάννης Μέτσης – Πειραματικό Μπαλλέτο Αθηνών»


 

Στα βήματα ενός πρωτοπόρου του μπαλλέτου – Το έργο του σημαντικού χορευτή, χορογράφου, δασκάλου, μέσα από μία αναδρομική έκθεση στον «Ελληνικό Κόσμο», από τις 21 Νοεμβρίου ως τον Μάιο του 2012.

 

Ο Γιάννης Μέτσης και η Μάρω Παππά στο «Επεισόδιο Νο.2» σε μουσική Ολιβιέ Μεσιάν.

«Γιάννης Μέτσης – Πειραματικό Μπαλλέτο Αθηνών» είναι ο τίτλος της έκθεσης που παρουσιάζει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού σε συνεργασία με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος». Πρόκειται για μια  αναδρομική έκθεση- φόρο τιμής στο έργο του σημαντικού χορευτή, χορογράφου και δασκάλου ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 2010 στα 79 του χρόνια.

Στην έκθεση, η οποία θα διαρκέσει από τις 21 Νοεμβρίου ως τον Μάιο του 2012, παρουσιάζεται άγνωστο υλικό από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Μέτση, το οποίο είχε δωρίσει ο ίδιος στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, καθώς και υλικό από τις προσωπικές συλλογές φίλων και συνεργατών του, προερχόμενο από τις παραστάσεις της ιστορικής ομάδας «Χορευτική Ομάδα Γιάννη Μέτση» (το μετέπειτα «Πειραματικό Μπαλλέτο Αθηνών»). Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται κοστούμια, αξεσουάρ, μακέτες, προγράμματα παραστάσεων, φωτογραφικό υλικό, σημειώσεις και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα. Τα κοστούμια τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση έχουν την υπογραφή της σκηνογράφου- ενδυματολόγου κυρίας Λίζας Ζαΐμη, η οποία υπήρξε συνεργάτης του Γιάννη Μέτση καθ΄όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής δράσης της ομάδας του.

 

Ο Γιάννης Μέτσης ήταν χορευτής και χορογράφος και ο πρώτος χορευτής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 1950.

 

Η έκθεση στοχεύει στην ανάδειξη του έργου του σπουδαίου καλλιτέχνη υπογραμμίζοντας τη σημαντική συμβολή του στην παρουσίαση του κλασικού ρεπερτορίου μπαλλέτου στη χώρα μας (υπήρξε ο πρώτος που ανέβασε ολόκληρα έργα ή αποσπάσματα για πρώτη φορά στην Ελλάδα) αλλά και στην ανάδειξη της μουσικής ελλήνων συνθετών (Σισιλιάνου, Σκαλκώτα, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Παπαθανασίου) μέσα από χορογραφίες τις οποίες εμπνεύστηκε ο ίδιος.

 

Έκθεση: «Γιάννης Μέτσης - Πειραματικό Μπαλλέτο Αθηνών»

 

Η έκθεση συνοδεύεται από μία νέα έκδοση, η οποία περιλαμβάνει υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας, καθώς και πρωτότυπα κείμενα συνεργατών του Γιάννη Μέτση, και από εκπαιδευτικό πρόγραμμα για σχολεία. Μέσα από την ξενάγηση στην έκθεση τα παιδιά ανακαλύπτουν την προσφορά του Γιάννη Μέτση. Την επιμέλεια της έκθεσης και του καταλόγου έχει η σκηνογράφος Σοφία Παντουβάκη.

Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», Πειραιώς 254, 177 78 Ταύρος, τηλ. 212 254 0000.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »