Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)


 

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)

Γιατρός και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Άργους, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, αλλά το 1920 διέκοψε τις σπουδές και πολέμησε στη Μικρασία υπό τον Νικ. Πλαστήρα. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή περάτωσε τις σπουδές του. Απέκτησε την ειδικότητα παιδιάτρου και ελονοσιολόγου. Η Αργολίδα παλιότερα είχε έντονο πρόβλημα ελονοσίας. Κατά τις σπουδές του τον ενίσχυε οικονομικά από την Αμερική κάποιος θείος του.

Ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες και η προσφορά του κρίνεται πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο επί δημαρχίας του ήταν η κατασκευή υπόγειου δικτύου ύδρευσης μήκους 30 χιλ. περίπου και η μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού με αγωγό από το κοντινό Κεφαλάρι. Σημειωτέον ότι μέχρι τότε οι Αργείτες υδρεύονταν από φρεάτια, το νερό των οποίων ήταν αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε τα δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βώκος Κωνσταντίνος

 

 

Δήμαρχος Άργους (1838-1841 και 1852-1855). Ήταν « προύχων – δηλ. πρόκριτος, προεστός– μέγας γαιοκτήμων και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη*».

 

Ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης είχε κατορθώσει να αναδείξει στο αξίωμα του δημάρχου τους σύγγαμβρούς του Κων/νο Βώκο και Κων/νο Ροδόπουλο (1848-1852), καθώς επίσης και τον αδελφό του Γεώργιο Τσώκρη (1841-1848) και για πολλά χρόνια, από το 1838 έως το 1855, ήλεγχε τα δημοτικά πράγματα της πόλης.**

 

Πληροφορίες για τη δημαρχιακή περίοδο του Κ. Βώκου δεν έχουν διασωθεί. Επίσης δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, γιατί πιθανότατα δεν ήταν Αργείος.***

 

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

 

**  Ο πεθερός του στρατηγού Αναγνώστης Μπόνης, ο οποίος καταγόταν από το Μπογιάτι της Αλέας, αλλά διέμενε από παλιά στο Άργος, και ο οποίος ως επαγγελόμενος τον εμπειρικό γιατρό είχε μετονομαστεί σε «Αναγνώστη Ιατρό» και ως άρχοντας φορούσε τζουμπέ όπως όλοι οι πρόκριτοι, είχε τέσσερεις κόρες:

 

• Τη Μαριγώ είχε παντρευτεί ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης (1827).

• Τη Μαργαρίτα είχε παντρευτεί ο προεστός, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος Νικ. Ζεγκίνης.

• Την Ευφροσύνη είχε παντρευτεί ο μεγαλοκτηματίας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Ροδόπουλος.

• Τη Φωτεινή ο γαιοκτήμονας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Βώκος.

 

(Δημ. Βαρδουνιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη,  σ. 254)

 

***  Το επώνυμο Βώκος απαντά στην Ύδρα. Στο λεξικό της Ελλ. Επανάστασης του Χρ. Στασινόπουλου (εκδ. «Δεδεμάδη») μνημονεύονται Βώκοι μόνο από την Ύδρα: ο Βώκος Ανδρέας ή Μιαούλης, ο γνωστός ναύαρχος, τέσσερεις πλοίαρχοι, ανάμεσα στους οποίους και ο γιος του ναυάρχου Βώκος Δημήτριος του Ανδρέα, και δύο πυρπολητές.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Πρωτοπαπάς Αργυρός

 

 

 

Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας – Ποιητής. Ο Αργυρός Πρωτοπαπάς κατάγεται από το Κρανίδι Αργολίδας, από οικογένεια ναυτικών και καραβοκύρηδων του 19ου αιώνα, με παλαιότερες ρίζες στα νησιά του Αιγαίου.  Είναι  εκπαιδευτικός Αγγλικής Γλώσσας και Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διατριβή του είναι πάνω στο ποιητικό γλωσσικό ιδίωμα και τη γνωσιολογία (epistemology) του Άγγλου Ρομαντικού P.B. Shelley. Είναι επίσης κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts του Πανεπιστημίου του Southampton (U.K.), με θέμα τη σχέση Ρομαντισμού, Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού και τις μεταπολεμικές πολιτισμικές θεωρίες. Υπήρξε ερευνητής στον πολιτισμό και την ποιητική έκφραση της Ρομαντικής περιόδου με υποτροφία της Βρεταν. Ακαδημίας και Λέκτορας Αγγλικής Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (1990-1996). Δίδαξε, κυρίως, τους Ρομαντικούς ποιητές και, παράλληλα, Shakespeare και T.S. Eliot.* Επίσης δίδαξε Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο Westminster, στο Λονδίνο. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και κριτικά δοκίμια σχετικά με το έργο των Shelley και Byron, W. B. Yeats και T. S Eliot, αλλά και προσωπικό ποιητικό έργο.

 

Η ποίηση του ανέβηκε επανειλημμένα, σε μουσική Rio Graebner, στο Turner Sims Conoert Hall, στο Southampton. Γράφει και στις δύο γλώσσες, με ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάφορες χρονικές περιόδους, όπως: Του Γλυκού Φλεβάρη (1966-76), Εγκλωβισμένοι (1969-79), Η Ερμηνεία των Ανοίξεων (1980-87), Φάος (1983-90), The Bassett Notebook of Occasional Verse (1988-95), Οδυσσεύς Άναξ (1995-99), Ελύμνια Σίβυλλα (1999-2003), To Απόλυτο κι Άφθαρτο (2004-07), ενώ δύο ακόμα ποιητικές συλλογές βρίσκονται σε εξέλιξη: Lost Arion (2004- ) και το Δάσος με τις Ζωγραφιές (2007-).

 

Τα ενδιαφέροντά του βρίσκονται, αφ’ ενός, στην περιοχή μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και, αφ’ ετέρου, λογοτεχνίας, πολιτισμού και κοινωνικών επιστημών, αφού είναι επίσης πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2004-5 ανέλαβε τη θέση του Εθνικού Εκπροσώπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (CEDEFOP). Από το 2006 είναι αποσπασμένος, από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου τα διδακτικά του αντικείμενα περιλαμβάνουν γλωσσικά θέματα, τη λογοτεχνική μετάφραση και την θεωρία και γνωσιολογία της ποιητικής σύνθεσης.

 

 

Υποσημείωση

* Eliot Thomas Stearns

 

Γεννήθηκε στον Άγιο Λουδοβίκο του Μισσούρι το 1888 από πουριτανή αριστοκρατική οικογένεια διαπρεπών επιστημόνων και ανατράφηκε με τις αρχές του παππού του που ήταν θεολόγος. Σπούδασε στην Ακαδημία Σμιθ της Μασσαχουσέτης, βραβεύτηκε με χρυσό μετάλιο στα λατινικά από την Milton Academy. Σπούδασε τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά και συνάμα μεσαιωνική ιστορία, συγκριτική φιλολογία και ιστορία νεώτερης φιλοσοφίας. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ από τον Μπ. Ράσελ, το 1914 καθώς και σανσκριτική και νεώτερη ινδική φιλοσοφία. Γνώστης της γαλλικής φιλολογίας επιδόθηκε στην ποίηση. Το 1915 ο Έλιοτ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο παραδίνοντας μαθήματα σε σχολεία και αργότερα διορίστηκε στη Lloyd’ s Bank του Λονδίνου όπου εργάστηκε οχτώ χρόνια. Η ποίηση του κατατάσσεται σε πέντε περιόδους. Η πρώτη περίοδος (1909-1919) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αγάπης του Άλφρεντ Προύλφροκ», «Το πορτραίτο μιας κυρίας», «Πρελούδια», κ.ά. Η δεύτερη περίοδος (1920-1925) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Γερόντιον», «Ιπποπόταμος», «Η έρημη χώρα», κ.ά. Στην τρίτη περίοδο ανήκουν «Οι άδειοι άνθρωποι», ενώ στην τέταρτη περίοδο (1927-1934) περιλαμβάνονται τα ποιήματα: «Το ταξίδι των Μάγων», «Ένα τραγούδι για τον Συμεών», «Animula», «Βράχος», κ.ά. Στην πέμπτη περίοδο (1935-1942) ανήκουν τα «Τέσσερα κουαρτέτα». Τα θεατρικά του έργα είναι τα «Φονικό στην εκκλησιά» («Murder in the cathedral»), «Sweeny Agonistes», «Κοκτέιλ πάρτυ» κ.ά. Ως δημοσιογράφος και κριτικός έδωσε αξιόλογα δείγματα. Από το 1922 που ήταν εκδότης του περιοδικού «Κριτήριον» σκοπό είχε να δημιουργήσει μια θέση για τις νέες τάσεις της λογοτεχνίας και την κριτική. Στα δοκίμια και τις μελέτες ανήκουν: «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1919, «Η χρήση της ποίησης και η χρήση της κριτικής», 1933, «Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας», 1948, «Ποίηση και δράμα», 1951, κ.ά. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1965.

 

 

Πηγή

 

  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Read Full Post »

Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας

 

 

Το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας βρίσκεται στο Δήμο Ασκληπιείου του Νομού Αργολίδας στη πόλη του Λυγουριού που αποτελεί και το βασικό οικιστικό συγκρότημα αυτού του Δήμου σε  απόσταση (5 χλμ.)  από  το Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου,  το οποίο αποτελεί ένα από τα κορυφαία μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον, που αποτυπώνει και αποθησαυρίζει κορυφαία σημεία της ανθρώπινης περιπέτειας στο χρόνο, υπάρχει και λειτουργεί το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής ιστορίας, το οποίο από τη δική του σκοπιά επιχειρεί να μνημειώσει τη φυσική εξέλιξη όχι μόνο της περιοχής αναφοράς του, αλλά του ευρύτερου γήινου χώρου. Αξιοποιώντας τα πλούσια παλαιοντολογικά ευρήματα της περιοχής, φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν χώρο/επίκεντρο της οργανωμένης παρουσίασης και μελέτης της ευρύτερης γήινης φυσικής ιστορίας.

 

 

Η σύσταση του Μουσείου

 

 

Το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας, αποτελεί το δημιουργικό επιστέγασμα της ακούραστης προσπάθειας των Ιδρυτών του, που έχοντας διαπιστώσει όλο το φυσικό πλούτο της περιοχής τους και έχοντας ταυτόχρονα αξιοποιήσει τον πλούτο αυτό σαν ερέθισμα για τη συστηματική ενασχόλησή τους με τη πορεία της φυσικής εξέλιξης, αποφάσισαν να προσδώσουν στο ενδιαφέρον τους ένα μονιμότερο χαρακτήρα. Ώστε σήμερα να διαθέτει την πληρέστερη θεματική συλλογή στην Ελλάδα.  Για τους ιδρυτές του είναι έργο ζωής.

 

 

Τα 6000 περίπου εκθέματά του έχουν σχέση κυρίως με ορυκτά και απολιθώματα. Η συλλογή του θεωρείται μοναδική για ολόκληρη την Ελλάδα και μία από τις πιο πλούσιες της Ευρώπης.

 

Μερικά από τα εκθέματά του είναι μοναδικά σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Ιδρυτές του Μουσείου. Βασίλειος Ν. Κωτσιομύτης & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη.

Ιδρυτές του Μουσείου. Βασίλειος Ν. Κωτσιομύτης & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη.

Ιδρύθηκε από τους Βασίλειο Ν. Κωτσιομύτη & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη, το 1993. Λειτούργησε πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1995 με την επωνυμία «Μουσείο Φυσικής ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου». Μετονομάστηκε το 2006 σε «ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΩΤΣΙΟΜΥΤΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ». Με την εγκατάστασή του σε νέο κτήριο (που παραχωρήθηκε από το Δήμο Ασκληπιείου) και με την ανάλογη διευθέτηση του χώρου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει περισσότερα εκθέματα κι επιπλέον συλλογές και διαθέτει όλη την απαραίτητη υποδομή και τα τεχνικά μέσα φύλαξης συντήρησης και ανάδειξης των εκθεμάτων του. Λειτουργεί με τη συνεργασία ειδικών επιστημόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, του Ι.Γ.Μ.Ε. και άλλων επιστημονικών φορέων. Το Υπουργείο Παιδείας στο διάστημα της μέχρι σήμερα λειτουργίας του Μουσείου, έχει προτείνει μέσω εγκυκλίων προς τα σχολεία της χώρας την επίσκεψη σε αυτό, αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα, την πληρότητα, την εγκυρότητα και την εκπαιδευτική του αξία.

 

 

 

 

Τα εκθέματα και η λειτουργία του Μουσείου

 

Στο Μουσείο ο κάθε επισκέπτης του έχει τη δυνατότητα να περιέλθει και να μελετήσει πίνακες που απεικονίζουν και αποδίδουν εύληπτα τη θεωρία της εξέλιξης της ζωής πάνω στη Γη, από 570.000.000 χρόνια πριν μέχρι σήμερα.  Το σχηματισμό του ανάγλυφου της Ελληνικής Γης από τα 210.000.000 περίπου χρόνια και τη γεωμορφολογική του εξέλιξη μέχρι σήμερα. Τον πίνακα που απεικονίζει παραστατικά τα ζώα που κατοίκησαν στον Ελλαδικό χώρο κατά το παρελθόν, και την κατανομή ξηράς και θάλασσας στη Γη, από 600.000.000 χρόνια πριν μέχρι σήμερα.

 

Ακόμη μια σειρά πινάκων με εκπαιδευτική και ενημερωτική ύλη που κατατοπίζουν τον επισκέπτη στις διάφορες πτυχές της φυσικής εξέλιξης, όπως και μια ολοκληρωμένη σειρά πόστερ, με αναλυτική απεικόνιση των σημερινών ειδών ζωής στη Γη. Στις προθήκες των απολιθωμάτων του Μουσείου, εκτίθενται εκτός από την τεράστια συλλογή αμμωνιτών της Επιδαύρου(τριαδικής περιόδου, φάσεων «Κάρνιο 235.000.000, Λαδίνιο239.000.000 καιΑνίσιο,241.000.000χρόνια πριν») και αμμωνίτες από άλλα μέρη του κόσμου, όπως Μαρόκο, Μαδαγασκάρη, Γαλλία, κ.λ.π.

 

Θαλάσσια χελώνα

Θαλάσσια χελώνα

Τα απολιθώματα αυτά,  διακρίνονταν σε 2.000 γένη και 15.000- 20.000  είδη, εξαφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια και τα συναντάμε μόνο σε απολιθώματα). Στο Μουσείο πέραν των προαναφερθέντων εκθεμάτων, εκτίθενται επίσης συμπλέγματα Ιππουριτών από τη Χαιρώνεια και Ραδιολιτών από τη Λάριμνα, διασωσμένοι με το μητρικό τους πέτρωμα, που χρονολογούνται στα  90.000.000 χρόνια. Τα θαλάσσια αυτά ζώα εξαφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια.

Ακόμη, εκτίθενται Στρείδια μεγάλου μεγέθους με προέλευση από την Μεθώνη και τα Κύθηρα, που χρονολογούνται στα 5.000.000 χρόνια , καθώς και οι Αχινοί από τα Κύθηρα , των οποίων η μορφή είναι διαφορετική από αυτή των Αχινών που συναντάμε σήμερα.

 

Απολιθωμένο ψάρι

Απολιθωμένο ψάρι

Άλλα εκθέματα του Μουσείου είναι απολιθωμένα  ψάρια, κοράλλια, καθώς και άλλα είδη ανάμεσα στα οποία εντυπωσιακό είναι ένα απολίθωμα με την  ψευδομορφή δυο πουλιών. Επίσης, εντυπωσιακά είναι και τα εκθέματα από απολιθωμένα μέρη κορμών δέντρων (Σεκόγια) ηλικίας 7.000.000 έως 9.000.000 χρόνων. Ο μεγαλύτερος από αυτούς κορμούς έχει φυσιολογικό μέγεθος και ενώ στην φυσική του κατάσταση το βάρος του δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 100 κιλά, στην απολιθωματική του κατάσταση είναι πάνω από 800 κιλά.  Τα απολιθώματα κορμών δέντρων προέρχονται από τον Ελλαδικό χώρο και κυρίως από την Βόρεια Εύβοια.

 

 

 

Αίθουσα Ορυκτών

Αίθουσα Ορυκτών

Εκτός όμως από τα απολιθώματα, στις προθήκες του Μουσείου σε ειδικά διευθετημένο χώρο, εκτίθενται και ορυκτά. Συγκεκριμένα, στην πραγματικά πλούσια συλλογή του Μουσείου, συγκαταλέγεται μια μεγάλη γκάμα πετρωμάτων, μεταξύ των οποίων είναι Μεγαλοκρυσταλλικοί Γύψοι, Αζουρίτες, Σιδηροπυρίτες, Αμέθυστοι, Χαλαζίες, Ανκερίτες, Αραγωνίτες, Ασβεστίτες, Λεπτοκρυσταλικοί Μαλαχίτες, Κονυχαλκίτες, Αουριοχαλκίτες, Γαληνίτες, Φθορίτες, Λεμονίτες, Μαγγάνια, Αιματίτες, κλπ. Όλα αυτά τα πετρώματα συγκροτούν μια από τις πλέον σπάνιες συλλογές ορυκτών, εκθεμάτων, και προσφέρονται για να μπορέσει ο επισκέπτης του Μουσείου να λάβει μια περιεκτική εικόνα του άφατου πλούτου της φυσικής εξέλιξης.  Επίσης εκτίθενται, πέτρινα εργαλεία και πετρολογικό υλικό, εργαλεία εξόρυξης, έντομα & πεταλούδες και όστρακα.

 

 

 

Στο Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας, όλος αυτός ο πλούτος των απολιθωμάτων και των ορυκτών έχει κατανεμηθεί στο χώρο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παρέχεται στον επισκέπτη η δυνατότητα να διαμορφώσει μια κατά το δυνατόν πλήρη αντίληψη του θαύματος της φυσικής εξέλιξης. Η ταυτοποίηση και η χρονολόγηση των εκθεμάτων έγινε από ειδικούς επιστήμονες όπως: ο Καθηγητής πρόεδρος της Γεωλογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Σιδέρης, ο Καθηγητής της Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αθανάσιος Κατερινόπουλος και ο παλαιοντολόγος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, στέλεχος του Ι.Γ.Μ.Ε και ειδικός στην πανίδα Αμμωνιτών, κ. Βασίλειος Τσελεπίδης. Η συνεργασία των ειδικών επιστημόνων με το «Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας», διασφαλίζει την επιστημονική εγκυρότητα και υπευθυνότητα του τρόπου παρουσίασης των εκθεμάτων και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλει και στην επιτέλεση ενός εν ευρεία έννοια εκπαιδευτικού και μορφωτικού έργου του Μουσείου. Έργου, πολυτρόπως χρήσιμου αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του το πόσα λίγα είναι στη χώρα μας παρόμοια ιδρύματα που να ασχολούνται με την υπεύθυνη παρουσίαση της ιστορίας της φυσικής εξέλιξης. Στόχος των ιδρυτών του είναι η περαιτέρω ανάπτυξη και εμπλουτισμός του.  Η διαρκής λειτουργία του ως ενεργός φορέας έρευνας, επιμόρφωσης,  εκπαίδευσης, πολιτισμού, και διαφύλαξης του φυσικού πλούτου.

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΩΤΣΙΟΜΥΤΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Λεωφόρος Ασκληπιού 27, Τ. Κ.  21 052 Λυγουριό Αργολίδας

Τηλ.: 27530 22587  27530 22588  27530 22730

 

 

Επιμέλεια κειμένου:

Αναστασία Σαρρή – Κωτσιομύτη

 

 

Πηγή

 

  • Περιοδικό «Ναύδετο », τεύχος 2, σελ. 22 – 25.

Read Full Post »

Λαμπρινίδης Λαμπρινός (1810-1894)

 

 

Δικηγόρος, δήμαρχος και βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος, όπου σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα με δάσκαλο τον φημισμένο Λεόντιο. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ύστερα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου άσκησε δικηγορία. Ήταν ένθερμος οπαδός του Όθωνα και κατά την πτώση της δυναστείας ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Αργότερα, το 1872, διετέλεσε για ένα εξάμηνο βουλευτής Άργους. Από τη βουλευτική του δράση μνημονεύεται ότι με τις αγορεύσεις του στη Βουλή συνέβαλε στην κατάργηση της φορολογίας καπνού.

Διετέλεσε Δήμαρχος Άργους (1857-1862) και ως πρώτο του έργο μνημονεύεται η μεταφορά νερού από τον Ερασίνο ποταμό (Κεφαλάρι) μέχρι το σπίτι του στρατηγού Τσώκρη με σκεπαστό αυλάκι.

 

Ο Λαμπρινίδης στην αρχή του πολιτικού του βίου εμφανίζεται ως πολιτικός αντίπαλος του στρατηγού Τσώκρη – και ως φιλελεύθερος υπόσχεται να απαλλάξει το Άργος από τον «Τσωκρικό δεσποτισμό». Κέρδισε τότε τις δημοτικές εκλογές (1857). Αργότερα συμμάχησε με τον στρατηγό, ο οποίος όμως από τη συνεχή πολιτική φθορά δεν μπορούσε πια να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα όπως πρώτα.

 

Ο Τύπος της εποχής μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την πολιτική του Λαμπρινίδη χαρακτηρίζουν η κακοδιοίκηση του Δήμου επί δημαρχίας του, η έλλειψη συνεπούς πολιτικής, το φτωχό του έργο και ο καιροσκοπισμός του γενικά. Αλλά δεν σώζεται Τύπος φιλικά προσκείμενος προς τον πολιτικό, για να μπορούμε να μορφώσουμε ασφαλέστερη γνώμη. Το 1883, ύστερα από την αποτυχία του να εκλεγεί εκ νέου Δήμαρχος αλλά και λόγω γήρατος, απομακρύνεται οριστικά από την πολιτική. Πέθανε στο Άργος τον Απρίλιο 1894.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Πειρούνης Γεώργιος (1926-1999)

 

 

Πειρούνης Γεώργιος Δήμαρχος Άργους επί δύο συνεχείς τετραετίες (1979-1986). Γεννήθηκε στο Άργος, ήταν αγρότης και είχε μείνει άγαμος. Καταγόταν από πλούσια αγροτική οικογένεια. Ο Γ. Πειρούνης τελείωσε το Γυμνάσιο Άργους και υπηρέτησε στο στρατό ως έφεδρος αξιωματικός. Ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, ο οποίος είχε δείξει ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική και είχε χρηματίσει και δημοτικός σύμβουλος επί δημαρχίας Κ. Μπόμπου, ασχολήθηκε από νωρίς με την πολιτική. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο Μπουλούκου το 1954. Το ενδιαφέρον του έκτοτε για την πολιτική ήταν μεγάλο, καθώς επίσης και το ενδιαφέρον του για την πρόοδο και προκοπή του Άργους, το οποίο υπεραγαπούσε. Επί δημαρχίας του «τέθηκαν οι βάσεις ανάπτυξης της πόλης». Ο ίδιος θεωρούσε ότι η μεγαλύτερή του προσφορά προς την πόλη ήταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός και οι συναφείς μελέτες για το κυκλοφοριακό και το περιβάλλον, που έγιναν με χρηματοδότηση της ΕΟΚ. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός έγινε από τον πολεοδόμο Ανέστη Παπαδάκη και το επιτελείο του με βάση τον Ν 1337/1983 του ΥΠΕΧΩΔΕ επί υπουργίας Αντ. Τρίτση. Για τη χάραξη νέων δρόμων ο σχεδιασμός άφηνε στα οικόπεδα το 62% του συνολικού εμβαδού, ενώ το άλλο 38% προοριζόταν για τη χάραξη του νέου δρόμου. Παράλληλα, όμως, αυξανόταν πολύ και η αξία των οικοπέδων.

 

Επίσης, επί δημαρχίας Πειρούνη συστάθηκαν ορισμένα Νομικά Πρόσωπα του Δήμου, ιδρύθηκε το ΚΑΠΗ στην οδό Τημένου και λειτούργησαν οι κατασκηνώσεις Φαρμακά, οι οποίες φέρουν τώρα το όνομά του (Κατασκηνώσεις Πειρούνη). Αξιοποιήθηκε ο χώρος γύρω από τον Ξεριά στο Νέο Κόσμο και τελειοποιήθηκε το γήπεδο, το οποίο είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από πιο παλιά, όταν 35 νέοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γ. Πειρούνης, διαμόρφωσαν τον χώρο όπου είχαν ριφθεί πολλά μπάζα, έριξαν τσιμεντένιο στηθαίο από τη μεριά του ποταμού με υλικά που προσέφεραν ο Γιάννης Παπαδημητρίου και οι αδελφοί Λυγγίτσου (τσιμέντα και σίδερα) και με προσωπική εργασία των ιδίων – μερικοί από αυτούς ήταν οικοδόμοι– και με δικά τους χρήματα διαμόρφωσαν το χώρο σε γήπεδο, για να παίζουν ποδόσφαιρο οι ίδιοι και αργότερα τα παιδιά τους.

 

Επιπλέον αγοράστηκε οικόπεδο 23 στρεμμάτων στην οδό Ν. Κίου το 1985 για τη δημιουργία κεντρικής λαχαναγοράς. Η ιδέα και πρωτοβουλία ήταν του δημοτικού συμβούλου της συμπολίτευσης Δημ. Παπανικολάου και με συναίνεση και της αντιπολίτευσης αγοράστηκε το οικόπεδο και μεταφέρθηκε το χονδρεμπόριο, το οποίο μέχρι τότε γινόταν στον αύλειο χώρο των στρατώνων. Σημειώνουμε, επίσης, ότι επί δημαρχίας Πειρούνη ασφαλτοστρώθηκαν πολλοί αγροτικοί δρόμοι, επεκτάθηκε το δίκτυο ύδρευσης στο Ν. Κόσμο και στα Κατσικάνια και πεζοδρομήθηκε το εμπορικό κέντρο της πόλης (οδοί Ελ. Βενιζέλου, Παν. Τσαλδάρη και Μιχ. Στάμου).

 

Ο Γ. Πειρούνης ήταν λαϊκός τύπος, καταδεχτικός και προσηνής, ειλικρινής και έντιμος. Είχε ήθος και αγαπούσε το Άργος. Πέθανε στην Αθήνα (11-10-1999) στο «Σωτηρία» όπου νοσηλευόταν και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι του Αγ. Νικολάου Άργους σε οικογενειακό τάφο.

 

 

Ο Γεώργιος Πειρούνης ήταν ένας άνθρωπος, του οποίου τα κύρια

 χαρακτηριστικά ήταν το ήθος και η εντιμότητα, το ασίγαστο πάθος για το Άργος

και την πρόοδό του και η εργατικότητα που επέδειξε ως Δήμαρχος κατά τη

θητεία του αλλά και κατά την πολυετή ενασχόλησή του με τα κοινά.

Από την έκτακτη συνεδρίαση του Δ.Σ. (11-10-1999)

εφ. «Αργειακόν Βήμα», 13-10-1999

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »