Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Δημοτικό Σχολείο Αγίου Αδριανού

 

 

Ιστορική Έκθεση Ιδρύσεως και Λειτουργίας του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού έως το 1953 από τον  τότε διευθυντή Κλεόπα Μιχάλη.

 

 

 

Κλεόπας Μιχάλης

Κλεόπας Μιχάλης

Το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Αδριανού ιδρύθηκε κατά το έτος 1903 σαν μονοτάξιο και λειτούργησε έτσι μέχρι το 1937 που έγινε διτάξιο. Το σχολείο στεγάσθηκε κατ’ αρχήν σε ιδιωτικό οίκημα   μέχρι το 1931, που μεταφέρθηκε και στεγάσθηκε όπου είναι και σήμερα σε δημόσιο διδακτήριο. Το διδακτήριο αυτό άρχισε ανεγειρόμενο κατά το έτος 1928 και περατωθεί η ανέγερση του το έτος 1931 δαπάνη κοινότητος Αγίου Αδριανού και κράτους

Το εν λόγιο διδακτήριο βρίσκεται στην άκρη του χωριού σε μικρό λοφίσκο, αποτελείται από δυο αίθουσες διδασκαλίας εμβαδού 51,04 τ.μ. Έχει επί πλέον προαύλιο έκτασης 731τ.μ., σχολικό κήπο έκτασης περίπου 400 τ.μ. και σχολικό γήπεδο επικλινές κατάλληλο για δενδροφύτευση έκτασης 3,5 στρ., τα οποία κατά το σχολικό έτος έχουν δεντροφυτευτεί με πεύκα κυ­ρίως. Της έκτασης αυτής 1,5 στρεμ. παραχωρήθηκε από την κοινότητα το έτος 1928 που άρχισε ανεγειρόμενο το διδακτήριο, τα υπόλοιπα 2 περίπου στρεμ. παραχωρήθηκαν από την ίδια την κοινότητα το έτος 1938. Το διδακτήριο είναι μανδρωμένο με λιθοκτισμένη μάντρα εκτενόμενη μέχρι το τέρμα του προαυλίου του σχολείου, πάνω από την οποία υπάρχει συρμάτινο δικτυωτό περίφραγμα (τελάρο), ενώ η υπόλοιπη περιοχή του σχολείου (δηλαδή ο σχολικός κήπος και το σχολικό γήπεδο) είναι περιφραγμένη με πέντε σειρές αγκαθωτού σύρματος, στηριζόμενο σε σιδηρο-δοκούς , η περίφραξη αυτή με δικτυωτό σύρμα και αγκαθωτό του οποίου έγινε το έτος 1952.

Δυτικά του διδακτηρίου σε απόσταση πενήντα μέτρων και μέσα στο σχολικό γήπεδο υπάρχουν αποχωρητήρια, τα οποία παραμένουν αχρησιμοποίητα λόγω ατελείωτης και μη κατάλληλης κατασκευής και λόγω έλλειψης νερού.

 

Μιχάλη & Ελ�νης Φλ�σσα.

Μαθητές και μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Αδριανού, με την δασκάλα τους Σούλα Φλέσσα το 1945. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Σχολικός κήπος.

 

Το έτος 1935 φυτεύτηκαν 14 αμυγδαλιές και τα δασικά δένδρα, κατά το έτος 1938 βελτιώθηκε και καλλιεργήθηκε ο σχολικός κήπος και από τότε καλλιεργείται από διάφορα φυτά, κατάλληλα για διδακτικούς σκοπούς, παρατηρήσεις των μαθητών και υποδειγματικές καλλιεργήσεις για την βελτίωση του καλλιεργητικού συστήματος φυτών, τα οποία δεν έχουν ανάγκη ποτίσματος , επειδή δεν υπάρχει νερό μέσα στο διδακτήριο, αλλά ούτε και κοντά σ’ αυτό. Γι’ αυτό γύρω από το σχολικό προαύλιο υπάρχει ανθόκηπος στον οποίο καλλιεργούν και ποτίζουν οι μαθητές με μεγάλη προθυμία και αρκετή καλαισθησία.

 

Το σχολείο παρά την θέσιν «Ξερόβρυση» κατέχει ωσαύτως σχολικό αγρόκτημα εκ στρεμμάτων ως έγγιστα 49, προερχόμενον εξ απαλλοτριώσε­ων μοναστηριακών κτημάτων μονής Καρακαλά κατά το έτος 1932. Εκ της εκτάσεως αυτής δύο περίπου στρέμματα έχουν φυτευθή υπό των μαθητών κατά το έτος 1939 δια κυπαρίσσων, επί σκοπώ εκμεταλλεύσεως αυτών εν καιρώ τω δέοντι και εξ αυτών διατηρούνται περί τα 200.

 

Βιβλιοθήκη

 

Το σχολείον έχει σχολικήν βιβλιοθήκη ιδρυθείσαν κατά το έτος 1938 εκ πόρων του σχολικού ταμείου έκτοτε συνεχώς πλουτίζεται δια βιβλίων ποικίλλου περιεχομένου ως επί το πλείστον διδακτικού περιεχομένου, επιστημονικού ως και εγκυκλοπαιδικά κατάλληλα προς μόρφωσιν των μαθητών. Εξ αυτών τα 19 είναι επιστημονικά, 32 διάφορα, βοηθητικά διδασκάλων 22, βοηθητικά μαθητών 56, εγκυκλοπαιδικά βοηθητικά μαθητών 24, ήτοι εν όλω βιβλία 152.

 

Εποπτικά μέσα

 

Εποπτικά μέσα υπάρχοντα και έχοντα μόνιμον και πραγματικήν αξία εί­ναι τα εξής:

1 πολιτικός χάρτης της Ελλάδος, 1 γεωφυσικός, 1 γεωφυσικός Αμερι­κής, 1 γεωφυσικός Ασίας, 1 γεωφυσικός Ευρώπης, 1 πολιτικός Μικράς Ασίας 8 μικροί χάρται τμημάτων Ελλάδος, 1 υδρόγειος σφαίρα, 1 αριθμητήρι 6 εικόνες ηρώων επαναστάσεως, 1 σειρά εικόνων φυτολογίας και ζωολο­γίας ξένων χωρών.

 

 

Εν Αγίω Αδριανώ τη 20 Απριλίου 1953

Ο Διευθυντής του Σχολείου

(υπογραφή)

Μιχ. Κλεόπας

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Φαλέζ, (στρατιωτικός, εγγονός του «Γέρου του Μωριά»)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- Φαλέζ, εγγονός του Γέρου του Μοριά, αποτελεί μια αξιόλογη προσωπικότητα του δέκατου ένατου αιώνα, παραμερισμένη ωστόσο σήμερα από την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία.

Γιος του Γιάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1829 στο Ναύπλιο. Διατήρησε αποστάσεις από τους γονείς του, τους οποίους και θεωρούσε μέλη της Βαυαρικής Αριστοκρατίας, αφού μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο πατέρας του έγινε γερουσιαστής από τον Όθωνα. Ως προς το συνταγματικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, τήρησε εχθρική στάση, γι’ αυτό άλλωστε και αυτοεξορίσθηκε, πριν επιστρέψει παρακινούμενος από τον Όθωνα για να αναλάβει γερουσιαστής.

Ο Φαλέζ φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, σπουδές τις οποίες δεν επέλεξε. Επηρεάστηκε από τα μεγάλα λαϊκά κινήματα της Ευρώπης. Συντάκτης πολλών τολμηρών για την εποχή του πολιτικών κειμένων, τυπωμένων σε φυλλάδια ή δημοσιευμένων σε αθηναϊκές κυρίως εφημερίδες, συνήθιζε να συμπληρώνει τις κάθε φορά διακηρύξεις του με αντίστοιχη έντονη δράση, με την οποία αντιμαχόταν την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων. Ο Φαλέζ πίστευε ότι η κακοδαιμονία του τόπου στον καιρό του οφειλόταν λιγότερο στην ανικανότητα ή ανηθικότητα των συγκεκριμένων προσώπων και περισσότερο στο ίδιο το «χολερικό» σύστημα διοίκησης, που αυτά υπηρετούσαν – ένα σύστημα, που το συγκροτούσε, όπως έγραφε, «ένα κράμα εμπεριέχον την αυθαιρεσίαν της μοναρχίας, τον φατριατισμόν του συνταγματικού πολιτεύματος και τον τραμπουκισμόν της δημοκρατίας». Αυτό το σύστημα ο Φαλέζ το απέρριπτε και ως βασικό στοιχείο χρηστής και αποδοτικής διοίκησης θεωρούσε τις κατά τόπους λαϊκές συνελεύσεις, ενώ παράλληλα αποδεχόταν ως ορθές σε πολλές περιπτώσεις τις δραστηριότητες των ελλήνων πρώιμων σοσιαλιστών, των οποίων άλλωστε υπήρξε ειλικρινής φίλος.

Από τον στρατό παραιτήθηκε για ένα διάστημα προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής.

Από εγκεφαλικό επεισόδιο στερήθηκε τις διανοητικές του ικανότητες το 1894 και οδηγήθηκε στο θάνατο, στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους.

 

Πηγές

  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Αι Τελευταίαι Ημέραι της Βασιλείας του Όθωνος », Εν Αθήναις, 1881.
  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Πολιτικά κείμενα», Εκδόσεις, Σύγχρονη Εποχή, 2005.

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης


 

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Ο Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1958. Το 1976 τέλειωσε το 6/τάξιο Γυμνάσιο Αγ. Αναργύρων Αττικής. Το 1977-79 φοίτησε στην Ανωτ. Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού Κύμης και κατόπιν εργάστηκε ως Γ’ Πλοίαρχος.

Επίσης έχει τελειώσει την Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης Τ.Ε.Ι Πειραιώς, την  Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας και το Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο Μαράσλειο Διδασκαλείο ειδικεύτηκε στην Ειδική Αγωγή. Σήμερα υπηρετεί ως δάσκαλος Ειδικής Αγωγής στην Α/θμια Εκπ/ση.

Έχει εκδώσει:

  • «AB IMO PECTORE», Ποιήματα, 1975.
  • «Ένα Χωριό γράφει την Ιστορία του – Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός»,  Τοπική ιστορία – Λαογραφία, 2002.
  • «Γωνία Διοπτεύσεως», Ποιήματα, 2005.
  • «Του έρωτα», Ποιήματα, 2012.
  • «Εν καταδύσει», Ποιήματα, 2012.

 

Read Full Post »

Οικονόμου Αντώνης (†1821)

 

 

Αντώνης Οικονόμου

Αντώνης Οικονόμου

Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στο μεγάλο μυστικό, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.

 

 

Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

 

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

 

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.

 

Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

 

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.

Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

 

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

 

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

 

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

 

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.

 

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.

 

 

Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα, Ναύπλιο


 

Είναι ο μόνος ναός που χτίσθηκε το 1702 με τις φροντίδες και τα έξοδα της Ναυπλιακής Αδελφότητας των Ορθοδόξων Ελλήνων, όπως θετικά βεβαιώνει πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική πλευρά με κτιτορική επιγραφή σε ιαμβικούς στίχους: «Νεώς ο θείος Σπυρίδωνος θεσκέλου νυν εκ θεμέθλων συντόνως ανιδρύθη, εσθλή τε βουλή και χορηγία αφθόνω αδελφότητος ευσεβούς τε απάσης ΑΨΒ».

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, 1903. Φωτογραφία του Ελβετού Frederic Boissonnas (1858-1946).

 

Μας είναι άγνωστο αν στη θέση αυτή προϋπήρχε[1]  κάποια άλλη ομώνυμη μικρότερη εκκλησιά, και το γιατί αφιερώθηκε στον πολιούχο της Κέρκυρας. Ο μεταβυζαντινός αυτός ναός έχει σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάγωνο μεγάλο τρούλο και ημιεξάπλευρη κόγχη Ιερού. Η ανέγερση του κωδωνοστασίου έγινε το 1853. Η διακόσμηση και αγιογράφηση του κεντρικού τρούλου και των τριγωνοειδών θέσεων των Ευαγγελιστών έγινε με δαπάνη της Σοφίας χήρας Γεωργίου Ανδριανοπούλου το 1902 (Εργολαβικό Συμφωνητικό).

Στο αριστερό προσκυνητάρι του Ναού, είναι η Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, έργο του «Άντων. Μπαροΰ 1897, δαπάνη των ευλαβών γυναικών τής ενορίας του  Αγίου Σπυρίδωνα.

Το 1928 ενέσκηψε στο Ναύπλιο επιδημία θανατηφόρος «πανώλη» (Δάγγειος πυρετός) με πολλούς θανάτους κατοίκων της πόλης. Οι Ναυπλιώτες ανήσυχοι και τρομοκρατημένοι από την απειλή του θανάτου, έκαναν λιτανεία με την Εικόνα τής Αγίας στο Ναύπλιο, παρακαλώντας με δάκρυα την Αγία να τους σώσει από την θανατηφόρο αυτή ασθένεια. Και το θαύμα έγινε και  σώθηκαν από το βέβαιο θάνατο, γιατί δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη τα απαραίτητα φάρμακα, για να καταπολεμηθεί η αρρώστια αυτή και τόσες άλλες, από τις όποιες πέθαιναν πολλοί άνθρωποι. Από τότε, σε έκφραση ευγνωμοσύνης, προς την Αγία Βαρβάρα, γίνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, η λιτάνευση της Αγίας Εικόνας της, κατά την παραμονή της Εορτής της, 3 Δεκεμβρίου, μετά την ακολουθία του πανηγυρικού Εσπερινού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνα

 

Ο Ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1952. Στον ναό αυτό εκκλησιάζονταν  τακτικά, ο ευλαβής Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας, θύμα της «διχόνοιας της δολερής» που δυστυχώς, ως μη έπρεπε, χαρακτηρίζει εμάς, τους κατά τα άλλα άξιους Έλληνες. Στην κύρια θύρα του Ναού, πάνω στην σημερινή οδό Καποδιστρίου, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο  Ιωάννης Καποδίστριας, ημέρα Κυριακή που πήγαινε στην αγαπημένη του εκκλησία να προσευχηθεί (27 Σεπτεμβρίου 1831).

 

Στου Αγίου Σπυρίδωνα την Εκκλησία

 

«Στις έξι το πρωί ήρθαν οι «δικιωτές» οι Μανιάτες, οι Μαυρομιχάληδες και πιάσανε ζερβόδεξα τις παραστάδες της θύρας, κάνοντας πρώτα το σταυρό τους κι ανάβοντας κερί ευλαβικά, ντυμένοι τα καλά τους, κρυμμένα τα όπλα τους, για τρίτη φορά – στις 20, στις 26, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 – αποφασισμένοι. Κι εκείνος, ο Κυβερνήτης, ήρθε στα εθνικά τα χρώματα, στα κυριακάτικα του.

Στο αντίκρισμά τους όλα τα κατάλαβε, μα δεν αλλαξοδρόμησε. Το στερνό βήμα του Καποδίστρια πάνω σε τούτο το κατώφλι κι ο στερνός χαιρετισμός του προς τον Κωνσταντή, τον ίδιο του το δολοφόνο, πού τον άρπαξε από το λαιμό και του έριξε με τη δίβολη πιστόλα στο κεφάλι… όταν την ίδια σχεδόν στιγμή ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κάρφωσε το μαυρομάνικο μαχαίρι του στη δεξιά βουβώνα του Καποδίστρια. Και τα δύο κτυπήματα θανατηφόρα».[2]

 

Υποσημειώσεις


[1] Το 1696 υπήρχε ενορία του Αγίου Σπυρίδωνα της οποίας το κτίριο έπαθε ζημιές «εις τον καιρό του πολέμου», σημειώνει ο εφημέριος Παρθένιος. Ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου από τους Ενετούς, το 1686, ήταν καταστροφικός, γιατί από τις σαράντα εκκλησίες που είχε, οι μισές περίπου ερειπώθηκαν. (Πέτρος Σαραντάκης, Αργολίδα – Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της, σελ. 81).

[2] Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988 – Κείμενα και Εικόνες, σελ. 165.

 

Πηγές


  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, Ιεροί Ναοί Ναΐδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου, Ναύπλιον 2008.
  • Πέτρου Σαραντάκη, Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια της, Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, Αθήνα 2007.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου , Ναύπλιο – Κείμενα και Εικόνες, Αθήνα 1988.

 

Read Full Post »

Απόκριες στο Κρανίδι

 

Τελώνου και Φαρισαίου ανοίγει το Τριώδιο. Κι αρχίζανε τα μα­σκαρέματα. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, λέγανε: οι μικροί μα­σκαράδες. Τη δεύτερη λέγανε: πιο μεγάλοι μασκαράδες, αλλά τη λέ­γανε και Κρεατινή. Την τρίτη τη λέγανε: οι μεγάλοι μασκαράδες, και Τυρινή.

Την πρώτη Κυριακή φτιάνανε τότες πουπέκι ή γαλόπιτα, που λέ­με (γαλακτομπούρεκο). Ήτανε απαραίτητο. Ανοίγανε φύλλα ντό­πια οι γυναίκες δώθε. Τρώγανε κρέατα, ψάρια. Καμιά φορά φτιάνανε και κουραμπιέδες, με αλεύρι σταρένιο, με ζάχαρη. Ήτανε πιο ωραίοι. Αλλά και τα χρόνια τότες ήσανε πιο ωραία. Ανοίγανε τα σπίτια τους, τα χαιρόντουσαν με τα παιδιά τους. Ντυνόντουσαν τα παιδιά, τα κορίτσια τους μασκαρίνες και πηγαίνανε παντού.

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Την Κρεατίνη τη λέγανε και άρτσι βούρτσι. Αυτή την εβδομάδα σφάζανε και αρνάκια και γουρουνάκια, απ’ όλα τρώγανε αυτές τις ημέρες. Γιατί τότε τα σπίτια είχανε τέτοια πράματα. Κάθε σπίτι είχε τις γίδες του, τις κότες του. Γλεντάγανε τότες ο κόσμος. Την Τσικνοπέμπτη φτιάνανε χοιρινά, τα τσιγγαρίζανε στο τηγάνι και τρώγανε. Κάνανε και χορούς, συρτούς, καλαματιανούς.

 

 

Το ψυχοσάββατο φτιάνανε στάρι (κόλλυβα) και το πηγαίνανε στον παπά μ’ ένα χαρτάκι με τα ονόματα και τα έλεγε στη λειτουργία. Πηγαίνανε στο νεκροταφείο, στους δικούς τους και τους ανάβανε το καντηλάκι. Τώρα δεν πολυπάνε. Και δεν κάναμε ράψιμο εκείνη την ημέρα, γιατί λέγανε ότι τους ράβαμε τα μάτια. Ούτε πλύσιμο, γιατί πήγαινε νερό στους πεθαμέ­νους. Κάναμε δουλειές που ‘τανε να τρώγαμε.

Τα ψυχοσάββατα της Τυρινής δεν σιάχνανε κόλλυβα, ούτε στην εκκλησία πηγαίνανε. Αυτή την εβδομάδα δεν τρώγανε κρέας. Τρώγανε γαλατερά, τυρί, πουπέκι (γαλακτομπούρεκο), μακαρόνια, τέτοια πράγματα. Κι όλες αυτές τις ημέρες γινόντουσαν μασκαρέματα, με κουδούνια και ειδών – ειδών στολές.

Την πρώτη Κυριακή των νηστειών μασκαρευόντουσαν πιο πολύ τα παιδιά. Τις άλλες δυο βδομάδες, και οι νέοι, οι κοπέλες. Τα μικρά παιδιά (=αγόρια) ντυνόντουσαν βλαχάκια (= τσολιαδάκια) και τα κο­ριτσάκια βλαχούλες, με φλουριά γιουρντιά. Και μαζευόντουσαν όλα μαζί, μπουλούκια. Μπροστά πηγαίνανε οι βλαχούλες και πίσω τα βλαχάκια και γυρνούσανε όλο το χωριό.

Τα παλικάρια ντυνόντουσαν απάχηδες πιο πολύ. Φορούσανε μπλε παντελόνι, που ‘χε στα πλάγια μια λουρίδα κόκκινη, από πάνω μέχρι κάτω, άσπρο πουκάμισο και στα μάτια μαύρη μάσκα. Στο λαιμό φορούσανε μαντίλι μεταξωτό. Αυτά τα μαντίλια τα φέρνανε οι σφουγγαράδες, οι ναυτικοί, από την Μπαρμπαριά. Κι όποιος θα ντυνότανε απάχης ή είχε ή ζητούσε δανεικό. Κι ήσανε ωραία μαντίλια, πολύχρωμα, με κρόσια. Και κοιτάζανε ποιος θα είχε το πιο ωραίο μαντίλι. Τραγουδούσανε αυτοί απάχικα τρα­γούδια:

 

Στην παλαβή αποκριά όλοι, παιδιά, χαρείτε,

και μαγουλάκια κοριτσιών φιλάτε, σαν τα βρείτε.

Τα μπλου τα ναυτικά να μην τα βάλεις πια!

Θα τα βάνω να περάσω και τη γκόμενα να σκάσω!

Πάλι τα ‘βαλες, πάλι με μάρανες!…

Κλώσα τα πουλιά, δεν τα ‘βγαλες σωστά!

Σου ‘βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα!

 

Οι μεγάλοι φορούσανε όμως κι άλλα. Ντόμινα, καραμάνια, δηλαδή φουφούλες, φέσι κόκκινο, ό,τι βρί­σκανε. Και οι κοπέλες τα ίδια. Εγώ μια φορά ντύθηκα με παντελόνια. Κι άμα είχανε απλωμένα ρούχα, που τα ‘χανε πλύνει για να στε­γνώσουν, τα παίρνανε κι αυτά και μασκαρευόντουσαν. Γι’ αυτό τέ­τοιες μέρες, οι γυναίκες δεν πολυαπλώνανε.

Τότε είχανε και τις λύρζες. Όποιος είχε χώρο μπροστά στο σπίτι του, όχι μέσα στην αυλή, έξω στον δρόμο. Σε μερικά μέρη έχει άπλα. Κι εκεί, όποιος ήθελε κι ήτανε κοντά στο σπίτι του, άνοιγε λύρζα. Γέ­μιζε με τραπέζια, καρέκλες κι ερχότανε πολύς κόσμος και τα όργανα, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, και χορεύανε, τραγουδούσαν και τρώγανε, πίνανε. Πληρώνανε αυτόν πο ‘χε τη λύρζα. Και τότες ήσανε πιο πολλοί οι μασκαράδες. Άλλοι κάνανε τα ζώα. Άλλος το γάιδαρο, με το σαμάρι από πάνω. Κι ένας, θυμάμαι, γείτονας ήτανε, έκανε τη γκαμήλα και φορούσε στο κεφάλι ένα πράμα σαν το κεφάλι της γκαμήλας. Κι είχ’ ένα στόμα τόοσο και τ’ ανοιγόκλεινε. Και μας κυνηγούσε, κι εμείς φοβόμαστον κι ερχόμαστον και κλεινόμαστον εδώ πάνω. Τη γκαμήλα την έφτιαχνε ο μπάρμπα Γιάννης ο Τραχιώτης. Άλλοι όμως ήσανε με φράγκικα, άλλοι με φουφούλες, κανονικά. Άλλοι, μεγάλοι άνθρωποι, ντυνόντουσαν βλάχζες (=βλαχούλες).

Παρέες από τη μια λύρζα πηγαίνανε στην άλλη να δουν τι κάνουν εκεί και πίνανε, τραγουδούσαν, χορεύανε. Και πάλι παρέες κοπέλες και παιδιά μπαίνανε μασκαρεμένοι στο σπίτι σου, ε, ήσανε και λίγο γνωστοί βέβαια, και χορεύανε, τραγουδούσαν και δεν μιλούσανε. Τους κερνούσε η νοικοκυρά και φεύγανε, και μετά σπάζανε τα κεφά­λια τους, ποιοι ήσανε, ποιοι ήσανε! Κι αυτοί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια και λέγανε όμως:

Σε του- καλέ μου, το σπίτι που ‘ρθαμε,

σε του- το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιους χρόνους να ζήσει!

 

Τις Κυριακές το βράδυ πηγαίναμε στους συγγενείς, τους φίλους, κι αρχινάγανε το χορό, το γλέντι. Και την τελευταία Κυριακή ερχό­ντουσαν κι οι γονείς και στρώναμε χάμω στο σπίτι, γιατί πού να βρί­σκαμε τραπέζια κείνο τον καιρό, κι αρχινάγαμε το χορό, το φαγοπό­τι. Και μετά οι πατεράδες μας τρώγανε από ‘κει κι εμείς τα κορίτσια πηγαίναμε απ’ τ’ άλλο δωμάτιο και χορεύαμε. Παίζαμε και το δα­χτυλίδι. Περνούσαμ’ ένα δαχτυλίδι σε μια κλωστή κι ερχόμαστον γύ­ρω γύρω. Και λέγαμε: Νά το, νά το το δαχτυλίδι! Πού ‘ν το, πού ‘ν το; Δεν θα το βρεις! Κι όποια τό ‘πιανε, τη βάζαμε, νομίζω, κάτι να πει, αλλά δε θυμάμαι, παιδάκι μου.

Βράζανε και αυγά σφιχτά, τα καθαρίζανε, τα δένανε σε κλωστή, τα βουτούσανε στο γιαούρτι κι αρχινάγανε και το γυρίζανε γύρω γύ­ρω, ποιος θα το ‘πιανε με το στόμα, χωρίς χέρια. Και πασαλειβόντουσαν κιόλας με το γιαούρτι.

Χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους. Και μερικοί χο­ρεύανε χασάπικο με το σπαθί. Κι ήσανε και μερικές γυναίκες που ξέ­ρανε. Και ξέρω ‘γω πώς το κάνανε και περνούσανε το σπαθί κάτω απ’ τα πόδια!

Την Καθαρή Δευτέρα, όποιος ήθελε, πήγαινε έξω, στου Κολκανάβη. Είν’ ένα μέρος στα περβόλια που φυτεύανε, παλιά, μαρούλια. Πήγαιναν εκεί και χορεύανε και τραγουδούσαν και τρώγανε νηστήσιμα: αχταπόδια, αστακούς, σουπιές, μαρούλια, κρεμμυδάκια. Η νηστεία άρχιζε από την Κυριακή το βράδυ, στις δώδεκα. Κι εκεί που τρώγανε στα συγγενικά σπίτι, λέγανε: Είναι δώδεκα; Και στις δώδεκα σταματούσανε.

Το Σάββατο της Αγίας Θοδώρας, είναι ψυχοσάββατο. Πάνε στην εκκλησία, φτιάνουν στάρι (=κόλλυβα) και πάνε ονόματα στην εκκλησία.

Φτιάναμε σπανακόπιτα, λαχανόπιτα – όχι με λάχανο, με χόρτα του βουνού, αρωματικά, καυκαλίθρες κι άλλα. Φτιάναμε και κολοκυθόπιτα. Τρίβαμε το κόκκινο κολοκύθι στον τρίφτη και βάζαμε μέ­σα ζάχαρη, σταφίδες, λάδι, ανοίγαμε φύλλα, τα βάζαμε στο ταψί με το τριμμένο κολοκύθι, το κόβαμε κομμάτια, το πετούσαμε στον φούρνο. Κι όταν το βγάζαμε, ρίχναμε και μέλι και το σερβίραμε. Αυτή την ημέρα, παλιά, οι κοπέλες βάζανε κόλλυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους να δούνε τον καλό τους που θα πάρουνε.

Πάνε και στο νεκροταφείο και ψέλνουνε τρισάγιο.

Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γινότανε η λειτουργία της Κυριακής και δίνανε λουλουδάκια και τα είχανε δεμένα ματσάκια. Τα παίρνουμε, τα βάζανε στις εικόνες, κι όταν τον άλλο χρόνο παίρνουν τα φρέσκα, καίνε τα παλιά. Τον Φλεβάρη, τον Κουτσοφλέβαρο, δεν τον είχανε για καλό μή­να, επειδή είναι κουτσός.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σοφίας Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», σελ. 133-137, Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.   

 

 

 

 

Read Full Post »

Αργείτικες Απόκριες

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ

 

Γιώργος Γιαννούσης.

Απόκριες 1939, Φωτεινή Γιαννούση στον Αγιάννη Άργους. Αρχείο: Γιώργος Γιαννούσης.

Οι Απόκριες εύρισκαν όλους τούς Αργείους έτοιμους, γιατί όλοι τις περίμεναν με λαχτάρα όλο το χρόνο. Το σύνθημα το έδινε το νταούλι και ή φλογέρα. Τα κορίτσια της κάθε γειτονιάς έβγαιναν στην άπλα της συνοικίας και με το σκοπό του νταουλιού και της φλογέρας άρχιζαν τον χορό.

Η πρώτη εβδομάδα λεγόταν αμολυτή γιατί ήταν ελεύθεροι να τρώνε οτιδήποτε. Από την πρώτη ήμερα έκαναν την εμφάνιση τους και οι Μασκαράδες. Πέντε – πέντε τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν παρέες εντύνοντο μασκαράδες και γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά στους χορούς με μαντολίνα και κιθάρες.

 Οι γυναίκες και τα κορίτσια συνήθιζαν να ντύνονται ανδρικά και τα αγόρια γυναικεία ή φουστανελλάδες. Τα κορίτσια φορούσαν τα ρούχα των αδελφών τους και οι παντρεμένες του συζύγου τους. Στο πρόσωπο τους έβαζαν ένα μαύρο βελούδο με δύο τρύπες για να βλέπουν και το έδεναν πίσω στο κεφάλι με δυό κλωστές. Τα μαλλιά τους τα μάζευαν επάνω στο κεφάλι τους και φορούσαν ένα καπέλλο. Αυτό εγένετο κάθε βράδυ όλη την εβδομάδα. O κόσμος γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά για να  δει τούς χορούς και τούς μασκαράδες.

 

Δευτέρα εβδομάδα (Κρεατινή)

 

Η εβδομάδα αυτή λέγεται κρεατινή γιατί επιτρέπεται να τρώνε κρέας. Το γλέντι άναβε πιο πολύ την εβδομάδα αυτή διότι όσοι δεν είχαν λάβει μέρος την προηγούμενη εβδομάδα έτρεχαν να μασκαρευτούν και να λάβουν μέρος στο γενικό αυτό γλέντι. Ωραίοι χοροί εγίνοντο με τραγούδια των κοριτσιών. Μια κοπέλλα έλεγε ένα στίχο και τον επαναλάμβαναν όλες οι άλλες μαζί. Η Αρβανιτιά, ό Κραβασαράς, τα Γεφύρια, και ο Ξηριάς συναγωνίζοντο ποιά άπ’ αυτές τις συνοικίες θα είχε τον καλλίτερο χορό.

 Την Τσικνοπέμπτη μετά το φαγητό ο κόσμος κεφάτος εξεχύνετο στους δρόμους και ο ένας μετέδιδε το κέφι του στους άλλους. Λέγεται Τσικνοπέμπτη γιατί την Πέμπτη αυτή της Κρεατινής όλοι οι Άργεΐτες έτρωγαν το κρέας ψητό και ή τσίκνα από το κρέας γέμιζε τούς δρόμους.

 Το ψυχοσάββατο κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένο ωραία με ρόδι, σταφίδες και ζάχαρη, ένα πρόσφορο με ένα χαρτί, το ψυχοχάρτι, στο όποιο έγραφαν τα ονόματα των πεθαμένων του σπιτιού. Έτσι γίνεται και σήμερα.

 

Τρίτη εβδομάδα (Τυρινής)

 

Αυτή ήταν η τελευταία εβδομάδα των αποκριών. Κατ’ αυτήν δεν έτρωγαν κρέας. Συνήθως έτρωγαν φτιαχτά, μακαρόνια, αυγά γιαούρτι και τυριά. Επειδή ήταν ή τελευταία εβδομάδα και οι αποκριές έπαιρναν τέλος ό κόσμος έτρεχε να διασκεδάσει όσο μπορούσε πιο πολύ.

Τις Τυρινές γέμιζε το Άργος από ξένους Αθηναίους, Ναυπλιώτες, Κορινθιώτες, Τριπολιτσιώτες και όλους τούς γύρω χωριάτες. Οι δρόμοι και τα σοκάκια γέμιζαν από άμαξες με δυό άλογα, μόνιππα, αραμπάδες, βλαχοπούλες, γύφτισες με χαβάνια και μύλους, χανούμισες και άρκουδιάρισες μέ άρκουδιαραίους. Ένα μωσαϊκό από χρώματα και ανθρώπους. Άνδρες ζεμένοι σε καρότσια τραβούσαν άλλους πού ήσαν καβάλα στα καροτσάκια με μεγάλα ρόπαλα και κουνουπίδια.

Ένα μπουλούκι από κόσμο κεφάτο γύριζε από χορό σε χορό κι από ταβέρνα σε ταβέρνα και ό ταβερνιάρης έτρεχε με την κανάτα στο χέρι και κέρναγε την παρέα μόλις παράγγελνε ό αρχηγός της συντροφιάς.

Τα κορίτσια από το μεσημέρι δεν έτρωγαν τίποτα και το βράδυ έπαιρναν κρυφά από το τραπέζι ένα μακαρόνι, το έβαζαν την ώρα του ύπνου κάτω από το προσκέφαλο και έλεγαν: «όποιος είναι της μοίρας μου και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», κι όποιον έβλεπε στον ύπνο της αυτός θα ήταν και ο άντρας πού θα έπαιρνε. Το τραπέζι τής Κυριακής έμενε ασήκωτο με τα φαγητά πού περίσσευαν διότι πίστευαν ότι θα έλθουν οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού να φάνε.

 

 Καθαρά Δευτέρα


Η αργείτικη Καθαρά Δευτέρα ήταν από τις ποιο μεγάλες γιορτές τής πόλεως. Οι γυναίκες από το πρωί ετοίμαζαν στο σπίτι τις πίττες χωρίς ζυμάρι (τις λεγόμενες μπογάτσες) και οι άντρες αγόραζαν τα νηστίσιμα ελιές, χαλβά, τουρ­σιά, αχιβάδες, ταραμά, φάβα του «Νταούτσου» και ότι άλλο εύρισκαν.

Οι νέοι και οι νέες ντυμένοι μασκαράδες γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά, το απόγευμα σύσσωμο το Άργος ευρίσκετο στους δρόμους. Άνδρες και γυναίκες περασμένης ηλικίας έλεγαν τραγούδια και αστεία, όπου περνούσαν. Από τις άμαξες και τις σούστες πετούσαν καραμέλες μεθυσμένοι Αργείτες και ξένοι. Το βράδυ οι νέοι εζεύοντο σε κάρρα και σούστες γυρισμένες ανάποδα και έβαζαν φωτιά σε δεμάτια κλαριά πού είχαν δέσει από πίσω από τα κάρρα με σύρμα. Οι φωτιές έδιναν το σύνθημα του τέλους των αποκρεών και ό κόσμος άρχιζε να γυρίζει στα σπίτια του.

Έτσι τέλειωναν οι αποκριές.

  

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 266-271, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Απόκριες στον Άγιο Αδριανό ( Κατσίγκρι)

 

 

Στην περίοδο της Αποκριάς έφτιαχναν γαλόπιτα και γκόγκες. Στη γαλόπιτα έβαζαν γάλα, αλεύρι, αυγά και τα έκαναν χυλό. Έπειτα άνοιγαν φύλο με τον πλάστη, το έβαζαν στο ταψί και άπλωναν το χυλό. Έριχναν ζάχαρη με κανέλα και την έψηναν στο φούρνο.

Για τις γκόγκες έφτιαχναν ζυμάρι, το έκαναν σε σχήμα μασουριού (στενόμα­κρο) και το πάχος του όσο ένα δάχτυλο. Στη συνέχεια, το έκοβαν σε κομμάτια του ενός πόντου και με το δείχτη του χεριού το πίεζαν στο τραπέζι, τραβώντας το προς τα πίσω έτσι ώστε να πάρει το σχήμα αχιβάδας, τις έφτιαχναν όπως τα μακαρόνια με μυζήθρα. Οι συγγενικές οικογένειες του χωριού έσμιγαν και απόκρευαν μαζί. Έτρωγαν και έπιναν τα κρασιά τους, έφερναν σε κέφι και τραγουδούσαν τα αποκριάτικα τραγούδια:

 

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

πέστε μου ποια με θέλει.

Να την ταΐζω ζάχαρη,

να την ταΐζω μέλι.

 

Καμιά δεν αποκρίθηκε

από τις μαυρομάτες.

Μόνο μια ρούσα, μια ξανθή,

μιας χήρας θυγατέρα.

 

Εγώ σε θέλω μάτια μου

εγώ σε θέλω φως μου

άσπρα λιθάρια να κυλάς

αυγά να δεματιάζεις.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

κάπα-λάμδα-γιώτα

ή το τάιζα το μόσκο

για δες αγάπη πόχω.

 

Κι απ’ την αγάπη την πολλή

μου σκανταλίστη το κλουβί

και μου ‘φυγε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

Και πήρα αμπάλα τα βουνά

κάπα-λάμδα-γιώτα α!

 

Ρωτώ από δω, ρωτώ από κει

μην είδατε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

 

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

 

 

  

Κόρη που πας στον ποταμό

 

Κόρη που πας στον ποταμό

τα ρούχα για να πλύνεις,

πάρε και με τα ρούχα μου

Ελένη να τα πλύνεις.

 

Να μην τα πλύνεις με νερό

μόνο με τα δάκρυα σου

και με το μοσχοσάπουνο

που λούζεις τα μαλλιά σου.

 

Να μην τ’ απλώσεις σε δεντρί

ούτε και σε κλωνάρι.

Μόνο σε πικραμυγδαλιά

που ανθίζει το Γενάρη.

 

Να πέφτουν τ’ άνθη επάνω σου

τα φύλλα στην ποδιά σου.

Κι όλα τα πικραμύγδαλα

μέσα στην αγκαλιά σου.

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

να μαζέψετε το νου σας

γιατί οι άντρες είναι πλάνη

και δεν βάζουνε στεφάνι.

 

Όταν αρραβωνιάζονται

τότε φρόνιμα κάθονται

και όταν βάζουνε στεφάνι

τότε τεμπελιά τους πιάνει.

 

Ξεφάντωμα γινόταν και στο χωριό. Μόλις άνοιγε το Τριώδιο, τα παιδιά του χωριού μάζευαν κλαριά κάθε βράδυ, άναβαν φωτιές σε κάθε γειτονιά, χόρευαν και τραγουδούσαν. Το ίδιο γινόταν και με τους μεγάλους, κυρίως τη δεύτερη Κυριακή και την Καθαρά Δεύτερα στα μαγαζιά, γύρω από τη βρύση και στο προαύλιο της εκκλησίας. Αυτό το ξεφάντωμα και η αδερφικότητα που υπήρχε ήταν ανεπανάληπτη. Ακόμα για τους μεγαλύτερους παραμένει μια μαγεία μνήμης. Τελειώνοντας οι Απόκριες άρχιζε η Σαρακοστή που διαρκούσε σαράντα μέρες.

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωριό γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Καρατζά Ελένη

 

Κόρη του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη και σύζυγος του βουλευτή και δημάρχου Άργους Ανδρέα Καρατζά. Ήταν το υστερότοκο παιδί του στρατηγού και διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών στο Άργος.

Μετά τον θάνατό της, πρόεδρος του Συλλόγου έγινε η κόρη του Μιχ. Πασχαλινόπουλου Κατίνα Ν. Μπόμπου

 

Η εκλεκτή και πολύ αγαπητή κυρία Ελένη έμεινε άτεκνη. Έτσι, με το θάνατό της έσβησε για πάντα η ονομαστή οικογένεια του στρατηγού, παρά το γεγονός ότι η γυναίκα του Μαριγώ τού είχε γεννήσει έξι αγόρια και τρία κορίτσια, από τα οποία άλλα πέθαναν πρόωρα, άλλα δεν παντρεύτηκαν ή παντρεύτηκαν χωρίς ν’ αποκτήσουν παιδιά.

Η Ελένη Καρατζά πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1916, πιθανότατα όχι πλήρης ημερών, αφού ο άνδρας της πέθανε 16 χρόνια αργότερα (27 Μαρτίου του 1932).

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »