Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://alphalinenet.wordpress.com, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Α’ (1821)

 

 

Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο). [ Ο ναός του Αϊ – Γιάννη κτίστηκε μετά το 1822 και περατώθηκε το 1829. Ο προηγούμενος ναός ήταν ημιυπόγειος και ο εισερχόμενος κατέβαινε 6-7 σκαλιά. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν έφιπποι οι Τούρκοι και τους βεβηλώνουν. Σ’ εκείνο τον παλιό ναό έγινε η δοξολογία και ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ εθνοσυνέλευσης το Δεκέμβριο 1821].

 

Με την έναρξη της Επανάστασης εμφανίστηκε η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης. Οι επαναστατημένοι Έλληνες για το συντονισμό του αγώνα χρειάζονταν κάποιο «σύστημα». Η πρώτη αξιόλογη οργανωτική προσπάθεια έγινε στη μονή Καλτεζών έξω από την Τρίπολη, όπου συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία στις 26 Μαΐου 1821. Στις εργασίες είχαν λάβει μέρος τριάντα περίπου πρόκριτοι και αρχιερείς για την ανάδειξη της Γερουσίας, η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα στον Μοριά μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς. Παράλληλα, τους ενδιέφερε προσωπικά να είναι οργανωμένοι, για να μην κινδυνεύει η εξουσία τους από το Δημήτριο Υψηλάντη, η άφιξη του οποίου αναμενόταν.

 

  

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

 

  

Μετά την άλωση της Τρίπολης, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση με αντιπροσώπους από όλα τα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για τη σύσταση πολιτικού συστήματος. Οι δυσκολίες παρουσιάστηκαν από την αρχή, γιατί η Πελοποννησιακή Γερουσία δεν εννοούσε να διαλυθεί, σύμφωνα με την προκήρυξή της.

 

Οι άρχοντες ήθελαν να κερδίσουν επίσης χρόνο, για να φτάσουν από τη Στερεά Ελλάδα ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος και ο Θ. Νέγρης, που ήταν πολιτικά αντίθετοι του Υψηλάντη. Εξάλλου, η δόξα των στρατιωτικών από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν μεγάλη και έλπιζαν ότι με τον καιρό θα μειωνόταν η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση από το γεγονός αυτό. Με την επιμονή του Υψηλάντη και των στρατιωτικών άρχισαν να καταφθάνουν οι αντιπρόσωποι των επαρχιών στο Άργος περί τα τέλη Νοεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν εκλέχτηκαν με κανονικές εκλογές από το λαό, ο οποίος ήταν αγράμματος και δεν ήξερε από πολιτική. Ήταν οι γνωστοί πρόκριτοι και αρχιερείς και ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, που νοιάζονταν για τα αξιώματα και την εξουσία.

 

Οι εργασίες άρχισαν την 1η Δεκεμβρίου 1821, αλλά ξεκίνησαν άσχημα. ο Υψηλάντης με την υποστήριξη μόνο των στρατιωτικών δεν μπόρεσε να διατηρήσει το χαρακτήρα της Εθνικής Συνέλευσης, την οποία κατόρθωσε ο Μαυροκορδάτος να μετατρέψει σε «Πελοποννησιακή». Με την αλλαγή αυτή περιορίζονταν οι στόχοι της και οι αρμοδιότητες των οργάνων που θα εκλέγονταν. Ουσιαστικά, ταυτιζόταν με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ο Υψηλάντης, επειδή ήθελε να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα και να μην οξυνθούν τα πράγματα, υποχώρησε και δέχτηκε το αξίωμα του Προέδρου της «Πελοποννησιακής Γερουσίας», ένα αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού οι υπόλοιποι θα είχαν την πλειοψηφία και δε θα μπορούσε να επιβληθεί. Η «Πελοποννησιακή Συνέλευση» ψήφισε διακήρυξη, η οποία περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες, που προκαλούν κατάπληξη, με σκοπό «να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η επανάσταση του ελλαδικού χώρου όχι στην ενιαία απόφαση του Έθνους για εξέγερση εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά σε ειδικά γεγονότα, και να δικαιολογηθεί η αναρχία και αταξία που επικρατούσε από τις πολεμικές περιπέτειες, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης Υψηλάντη και προκρίτων,που είχαν προκαλέσει οι τελευταίοι».

( Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 18, σσ. 198-199).

              

Επίσης, η συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό προσωρινής διοικήσεως», ένα είδος συντάγματος, που ρύθμιζε διάφορα θέματα πολιτικά και στρατιωτικά. Με τον Οργανισμό η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη, αφού οι στρατιωτικοί θα υποτάσσονταν στη Γερουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη σύνταξή του, αν και δε συμμετείχαν στις εργασίες, γιατί δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα της συνέλευσης ήταν επίτευγμα της πολιτικής του Μαυροκορδάτου.

 

Ο Υψηλάντης, βλέποντας τις έριδες και τις ραδιουργίες για την εξασφάλιση της εξουσίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Άργος, πριν τελειώσουν οι εργασίες, και πήγε στην Κόρινθο με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς για την πολιορκία και άλωση της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ και πριν φύγουν οι στρατιωτικοί, συνέβη ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό· δολοφονήθηκε στον Ξεριά, έξω από το Άργος, ο Αντώνης Οικονόμου και το Άργος έγινε ανάστατο. Οι πολιτικοί ανησυχούσαν και δεν αισθάνονταν ασφαλείς, επειδή ο στρατός αγρίεψε και απειλούσε. Υπήρχε πολύς στρατός τότε στο Άργος και στο Ναύπλιο, επειδή το δεύτερο εξακολουθούσε να πολιορκείται από τους Έλληνες.

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφάσισαν να μεταβούν στη Νέα Επίδαυρο και εκεί «να πουν τα ψέματά τους», όπως έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στ’ απομνημονεύματά του. Πρόκειται για την Α΄ εθνοσυνέλευση της Επανάστασης, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 20 Δεκεμβρίου 1821 και τις τελείωσε στις 16 Ιανουαρίου 1822.

 

Μνημειώδης έμεινε η γνωστή διακήρυξη της ανεξαρτησίας (1-1-1822), με την οποία «το Ελληνικόν Έθνος εκήρυξεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Επίσης, ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της πατρίδας μας, το «προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος», που περιλάμβανε 110 άρθρα. Συμμετείχαν 59 αντιπρόσωποι. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέλαβαν την Κόρινθο στις 14 Ιανουαρίου, δηλαδή πριν ακόμα τελειώσουν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Τελικά, η συνέλευση του Άργους, όπως ξεκίνησε την 1η Δεκ. 1821 και όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια, δεν ήταν εθνοσυνέλευση, αφού ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι άλλοι τη μετέτρεψαν σε πελοποννησιακή. Όμως, ήταν ο πρόδρομος της Πιάδας· και το Άργος άνοιξε το δρόμο προς τη Νέα Επίδαυρο.

 

Η διακήρυξη της Ά Εθνοσυνέλευσης 

 

Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ’ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.

O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ’ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν’ αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ’ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.

Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]

Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν’ ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν’ αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.

Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A’ της Ανεξαρτησίας. 1822″.

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δ. Κόκκινου, «Η ελληνική επανάστασις», τ. Β’, Αθήνα, Mέλισσα, 1974.

 

Read Full Post »

Ροδόπουλος Κωνσταντίνος  

 

 

Δήμαρχος Άργους (1848-1852). Καταγόταν από τη Βυτίνα, είχε παντρευτεί την κόρη του Αναγνώστη Ιατρού Ευφροσύνη και ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, ο οποίος τον ανέδειξε στο δημαρχιακό αξίωμα. Επίσης, ήταν ανηψιός «του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου»* , του οποίου «τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του ναού του Τιμίου Προδρόμου»,**  δηλ. στον Αϊ-Γιάννη. Δεν υπάρχει, όμως, καμία επιγραφή ή άλλη ένδειξη στο ναό για την ανακομιδή των οστών του Κυρίλλου στον Αϊ-Γιάννη.

Ήταν πολύ πλούσιος – μνημονεύεται ως μεγαλοκτηματίας –, γι’ αυτό και μπόρεσε να αγοράσει το αρχοντικό Γόρδωνος*** στην Αρβανιτιά Άργους το 1864 μαζί με τον Γεώργιο Αντωνόπουλο, το οποίο υποθέτουμε ότι ήταν μεγάλης αξίας μαζί με τον τεράστιο τότε κήπο του.

 

Υποσημειώσεις

 

* Δημ. Βαρδουννιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη, παράρτημα σ. 254.

** Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

*** Βλ. Βασ. Δωροβίνη, Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Αρχαιολογία 47/1993 και 48/1993.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Νέα Κίος

 

 

Η Νέα Κίος ήταν ένας από τους πλέον οργανωμένους δήμους του Νομού Αργολίδας. Σήμερα, μετά τον Καλλικράτειο  νόμο, έχει υπαχθεί στο Δήμο Άργους – Μυκηνών, ως δημοτικό διαμέρισμα.  Ο κύριος όγκος του πληθυσμού της είναι απόγονοι των προσφύγων από την Κίο της Μικράς Ασίας μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η Κίος της Μικράς Ασίας, πόλη ιστορική, βρισκόταν χτισμένη στην Προποντίδα, 30 ναυτικά μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Έδεσε έτσι την μοίρα της με το Βυζάντιο και την βασιλεύουσα τότε Πόλη.


Ν�α ΚίοςΗ ιστορία της ξεκινά από την μυθολογία αφού ο μύθος λέει ότι ο Αργοναύτης Ύλας κατά την επιστροφή του από την Κολχίδα ίδρυσε την όμορφη πόλη. Το δε όνομά της, προήλθε από τον Κίο τον Αργοναύτη. Κατά μία άλλη εκδοχή, ιδρύθηκε το 625 π.Χ. από τους Μιλήσιους, το δε όνομά της προήλθε από τον αρχηγό των Μιλησίων εποίκων, Κίο.


Η Κίος ήταν επίνειο της Κωνσταντινούπολης, έδρα της Μητρόπολης της Νικαίας και σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής. 
Τα σχολεία της ήταν φημισμένα και δίδαξαν σ’ αυτά σημαντικοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο πολιτισμός, τα ήθη και έθιμα και το δημιουργικό πνεύμα των Κιωτών ήταν αυτά που τους βοήθησαν στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον ξεριζωμό να επιβιώσουν και να κατορθώσουν να δημιουργήσουν ξανά.


Οι πρώτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Κίο το 1926. Η περιοχή, τους θύμιζε τη χαμένη τους πατρίδα. Όμως η Νέα Κίος ήταν τότε ένας ατέλειωτος βάλτος. Χρειάστηκε πολύς κόπος και μεγάλο κουράγιο για να καταφέρουν να φτιάξουν τη σημερινή, όμορφη Νέα Κίο.
Οι συγγραφείς: Ευρυσθένης Λασκαρίδης με το δίτομο έργο του «ΚΙΑΝΑ» και Βασίλειος Κουλιγκάς με το τρίτομο έργο του «Κίος η αλησμόνητη» περιγράφουν όλα τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία της Κίου από την ίδρυσή της μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή και την εγκατάσταση στη Νέα Κίο της Αργολίδας.


Ο Δήμος Νέας Κίου σήμερα έχει πληθυσμό 4000 περίπου κατοίκων και είναι από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά κύτταρα του νομού Αργολίδας.


Παρουσιάζει διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση και βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά. Η οικονομία της Νέας Κίου είναι μικτή. Το εμπόριο, η βιοτεχνία, η βιομηχανία, ο τουρισμός, ο αγροτικός τομέας και η αλιεία, είναι οι πιο σημαντικοί τομείς δράσης των Κιωτών.        

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δημοτικού Σχολείου Νέας Κίου.

Read Full Post »

 

Καραβάνου Άννα – Schoelter

 

Καραβάνου Άννα - SchoelterΗ Άννα Καραβάνου – Schoelter γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1964 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα τέσσερά της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για τη Γερμανία, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς της. Στο Μόναχο έζησε μέχρι που τελείωσε το δημοτικό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα φοίτησε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο της Γερμανική Σχολής Αθηνών στον Παράδεισο Αμαρουσίου. Μετά την αποφοίτησή της σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1985 πήγε στην Αυστρία όπου και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Klagenfurt. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Από το 1988 διατηρεί εκεί φροντιστήριο γερμανικών. Η ιστορία υπήρξε πάντοτε ένα από τα ενδιαφέροντά της. Το 2008 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα, « Η κατάρα του πρίγκιπα ». 

Read Full Post »

Απόκριες στο Άργος (1930)

 

 

Οι Αργείτες ήταν – κι είναι ακόμη – γλεντζέδες από τα παλιά χρόνια. Δεν έχαναν ευκαιρία να στήσουν το χορό, χωρίς πολλές δικαιολογίες.

 

Εύρισκαν χίλιους λόγους. Γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές κι ότι άλλο σκεφτεί κανείς. Αλλά κι άμα δεν εύρισκαν κάποιο λόγο, τον εφεύρισκαν.

 

Εκεί όμως που το γλέντι άναβε και κόρωνε ήταν τις απόκριες. Όλη η πόλη ένα γλεντοκόπι. Όπου κι αν έστριβες, σε όποια γειτονιά, θα συναντούσες Αργείτες και Αργείτισες να τραγουδούν και να χορεύουν. Το νταούλι και η πίπιζα ήταν στις δόξες τους εκείνες τις μέρες.

 

Στο Αργειακό Ημερολόγιο του 1930, των Γεωργίου Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστόπουλου διαβάσαμε ένα κείμενο για τις απόκριες στο Άργος, που το υπογράφει ο ΙΔΜΩΝ.

 

Κι άλλα χρονογραφήματα του ίδιου έχουμε συναντήσει και ίσως θα πρέπει κάποιος – κάποια στιγμή – να τα συλλέξει ώστε να αποτελέσουν μια χρήσιμη για την πόλη λαογραφική πηγή.

 

Το κείμενο που πιο κάτω παραθέτουμε, το αντιγράφουμε ως έχει, χωρίς διορθώσεις. Θα μας συγχωρήσετε όμως το μονοτονικό, για λόγους πρακτικούς.

 

Η Απόκριες

 

Σ᾽ εποχή που η ψυχή μας σύρεται δούλη πίσω από το άρμα της ξενικής νοοτροπίας και τα ελληνικά έθιμα μαραίνονται ένα, ένα κάτω από τον καυστικόν ήλιο της Δύσεως.

 

Σ᾽ εποχή, που το ρουμελιώτικο τραγούδι σβύνει στην αποπνικτική θορυβώδη ατμόσφαιρα των ήχων μιάς τζάζ – Μπάντ αγρίων, και ο γραφικός καλαματιανός αποτελεί αναχρονισμόν, αστείο στους ευρωπαϊκούς πιθηκισμούς, η διατήρησις ενός ελληνικού εθίμου αποτελεί εθνικόν φαινόμενον παρήγορον και αποδεικνύει την ακατάβλητη δύναμι της ελληνικής ψυχής.

 

Το Άργος μπορεί υπερήφανο να καυχάται ότι στη δίνη αυτή των ξενικών κυμάτων υπήρξε η ευτυχής κιβωτός που διέσωσε πολύτιμο μέρος από την κληρονομία της ιδιωτικής ζωής του έθνους. – Οι γραφικοί γάμοι με τη περιφορά των προικών, τα βαφτίσια με τα αμοιβαία πλούσια δώρα, η κηδείες με τις νυχτερινές παρηγοριές, το Πάσχα με το αρνί της σούγλας και το τριήμερο γλέντι και τόσα άλλα έθιμα διατηρούνται με θρησκευτική πίστι.

 

Μέσα σ᾽ όλα δε ξεχωριστά η απόκρηες. Με την πρώτη ημέρα του τριωδίου το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Καρβασαρά και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του κι ακούραστο δε σταματάει πειά καμμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου τους Βάκχους της αποκρηάς.

 

Βασίλη Τουφεξιάδη

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

 

 

 

Ντόμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ…. από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς. Κι᾽ όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός. Η μοδιστρούλα με τις αφέλειες και τα τσαχπίνικα ματάκια κι᾽η ξομάχα με το σφιχτοδεμένο κορμί της στο γαργαλιστικό πέρασμα του θ᾽αφήσουν και μηχανή κι᾽ αργαλειό και σπίτι και θα πιάσουν στο χορό.

 

Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ, το νταούλι κι᾽ η λυγερή κορμοστασιά τραβάει καμαρωτή σαν πέρδικα το συρτό. Κι΄όσο ο χορός ανάβει κι᾽ εναλλάσσεται στους ρυθμικούς του γύρους, τόσο πετάει η καρδιά του λεβέντη που τον παρακολουθεί. Δεν κρατάει. Θα το τραβήξη κι᾽αυτός. Ένα περατιανό κι᾽η σπίθα γίνεται φωτιά. Αλλοίμονο σ᾽εκείνον που θα τον κόψη πρίν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες. Λίγο παρεξήγησι, καυγαδάκι, ο χορός διαλύεται, και το νταούλι φεύγει. Μα πρίν ακόμη στρίψη τη γωνία η φωνές των κοριτσιών κινητοποιούνται, ο χορός ξανανάβει κι᾽η γειτονιά γλεντάει ακούραστη. Τρυγάει τη χαρά και λησμονιέται στο μεθύσι της τρελλής αποκρηάς.

 

Μα το άλλο Άργος το μορφωμένο; Ο Αρχοντομαχαλάς; Κοιμάται; Αγνοεί τη χαρούμενη αυτή περίοδο του χρόνου; Κάθε άλλο. Όταν δεν το βλέπετε κοπάδια, κοπάδια στους συνοικιακούς χορούς, όταν δεν ακούτε τα γέλοια του και της φωνές του στο μοναδικό του κέντρο του Θήβα, προσέξετε κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και θα ακούσετε το αποκρηάτικο τραγούδι σ᾽όλες τις παραλλαγές του.

 

Το Άργος γλεντάει γενικώς χωρίς εξαίρεση ηλικίας και τάξεως. Και γλεντάει ακόμη με τον ελληνικό τρόπο. Η απόκρηες του είναι τα ανθεστήρια των αρχαίων του προγόνων. Με μια διαφορά, ότι τότε έβγαινε ο κήρυκας, για να θέση φραγμό στην παράφρονα όρεξι των, ενώ τώρα τους επαναφέρει στην τάξι το λάλημα του πετεινού της Καθαράς Τρίτης. Ως πότε όμως θα διατηρήση τον Ελληνικό χαρακτήρα της η ώμορφη αυτή εποχή του χρόνου; Ασφαλώς ως ότου η γενεά που μας έρχεται θάχει τη δύναμι ν᾽αποτελή την άρνηση στον ξενικό πειρασμό.

 

 

Πηγή

 

  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930, Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »

Λιμός  (πείνα) των Τούρκων του Ναυπλίου – Κανιβαλισμός

 

 

Μιά από τις πιο πικρές ιστορίες που έχουν γραφεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής παλιγγενεσίας, είναι κι αυτή που αναφέρει ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Αρχιστράτηγου της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του οποίου κείμενο έχει συμπεριλάβει ο πατριώτης μας  Θοδωρής Γκόνης στο πραγματικά υπέροχο βιβλίο του

« Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ναύπλιο.

 Λιμός  των Τούρκων – ανθρωποφαγία. σελ. 266 – 271.

Αθήνα. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιούνιος 2002».

 

Είναι ένα κείμενο, που πραγματικά συγκλονίζει και κάνει τον αναγνώστη να ριγεί. Είναι το σημείο εκείνο που περιγράφει την δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Τούρκοι κατά την πολιορκία του Ναυπλίου και την τελική παράδοσή τους στους Έλληνες.

 

Παραθέτουμε εδώ, κάποια αποσπάσματα του κειμένου, επιλέγοντας τα σημεία εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα.  

 

« Άμα εμβήκαμεν εις την πόλιν ηύραμεν τους Τούρκους, οίτινες ως προς την κατάστασιν της υγείας των εδιαιρούντο εις τρεις τάξεις. Ήσαν δηλ. οι μέν γεροί και δυνατοί, οι δε άρρωστοι και αδύνατοι, οι δε αναίσθητοι˙ούτοι οι τελευταίοι εσύροντο κατά γης σκάπτοντες εις τα κατώγεια των σπιτιών, εις τα φουσκιά των ερειπίων, και εις τας άλλας κόπρους και τας ακαθαρσίας της πόλεως, ηύρισκαν σκωλήκια μεγάλα, τα οποία έτρωγαν.

 

« Αι άλλαι τάξες ήσαν ολίγον δυνατώτεραι. Αυτοί εμπουσούλιζαν και εννοούσαν κάπως καλλίτερα από τους πρώτους. Αλλά και αυτοί από την πείναν έτρωγαν τους νεκρούς, ετράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια των με πολλήν όρεξιν, και με πολλήν επιμέλειαν εκαταγίνοντο να χορτάσουν. Όταν τους εφωνάζαμεν άκουαν, εγύριζαν, μας έβλεπαν, και έπειτα πάλιν εξακολούθουν να τρώγουν των νεκρών Τούρκων τα κρέατα» .

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Εις την βρύσιν του Αγίου Σπυρίδωνος εκεί κάθε αυγήν εσυναθροιζόμεθα, και μετά προηγουμένην μεταξύ μας εξέτασιν εκάστη ομάς επήγαινεν εις το τμήμα της.

 

Κοντά εις την βρύσιν, η οποία βλέπει προς τον βορειάν, και η οποία έχει ζαλώστραν, εκεί επάνω από την αυγήν της πρώτης ημέρας είδαμεν ένα νεκρόν κείμενον και σκεπασμένον με πάπλωμα, τον οποίον, ως όλοι επαρατηρήσαμεν, και αυτός ο ιατρός Αγαμέμνων ήτο ακέραιος. Τότε είπαμεν αναμεταξύ μας, ότι οι Τούρκοι έχουν αποθαμμένον, και ότι θα φροντίσουν να τον θάψουν. Η πόλις όμως ολόκληρος ήτο ακάθαρτος, και παντού ήσαν νεκρά πτώματα ανθρώπων σαπησμένα και άταφα, τα οποία, ως ανωτέρω εἰπαμεν, οι ζωντανοί Τούρκοι έτρωγαν, διότι εις την πόλιν δεν υπήρχεν άλλο ζώον, ούτε γάτα, ούτε πετεινά, διότι τα είχαν φάγει προτήτερα.

 

Την ακόλουθον ημέραν εις τον ίδιον μέρος είδαμεν πάλιν το πάπλωμα εις την θέσιν του, αλλά παρατηρήσαντες ηύραμεν, ότι το ήμισυ του νεκρού, από την μέσην και επάνω έλιπεν, και ότι γύρω του πτώματος υπήρχαν μικρά κρέατος πετάματα, όμοια με εκείνα, τα οποία φαίνονται εις τα κρεοπωλεία όπου λιανίζουν τα κρέατα. Την δε τρίτην ημέραν όλως διόλου ο νεκρός αφανίσθη και τότε εννοήσαμεν, ότι οι ζωντανοί τρώγουν τους αποθαμμένους, αν και είχαμεν και προηγουμένως γνώσιν του τοιούτου, διότι οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει ένα Έλληνα, τον οποίον έπειτα κρυφά έσφαξαν εις το ερείπιον του Σάλα λεγόμενον και τον έφαγαν».

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Την ακόλουθον ημέραν με απάντησεν ο αρχηγός των Αλβανών, όστις, ως ανωτέρω είπαμεν, είχεν εις τας διαταγάς του όλους τους ξένους Τούρκους, και ομιλίας γενομένης μεταξύ μας περί άλλων πραγμάτων, ήλθεν ο λόγος και εις τα συμβάντα ης προηγουμένης ημέρας˙……….. Αυτός δε απεκρίθη και είπεν « ότι ο Θεός να μη με φέρη ποτέ εις τοιαύτην θέσιν˙αλλά σας λέγω ότι, καθώς έμαθα, γλυκύτερον φαγητόν εις τον κόσμον δεν είναι άλλο από το ανθρώπινον κρέας, και μάλιστα τα ψαχνά, όταν τα κάμνη κανένας κεφτέδες, ή ντολμάδες, τους οποίους τυλίσσουν με την πέτσαν του φύλλου της φραγγοσυκιάς, το οποίον προηγουμένως το βράζουν εις νερόν θαλασσινόν και εκβάλλουν την πέτσαν, και ότι τα μυαλά τα ανθρώπινα γίνονται τηγανητά με βούτυρον ακόμη γλυκύτερα, και επειδή δεν έχουν βούτυρον, ούτε λάδι, μεταχειρίζονται το ανθρώπινον λίπος δια το τηγάνισμα».

 

Το κράμα συναισθημάτων που μας γεννήθηκαν, μας έκανε να αναζητήσουμε το πρωτότυπο των απομνημονευμάτων του Φωτάκου, από το οποίο δανειζόμαστε την (α) υποσημείωση του συγγραφέα, στην σελίδα 242, εκδόσεις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1858.

 

{ Ο Σ. Τρικούπης ( Ιστ. Β΄340) λέγει ότι « εβγήκαν από το Ναύπλιον 150 εντόπιοι ιππείς την νύκτα κρυφίως και γνωρίζοντες καλώς τας θέσεις και τα μονοπάτια και λαλούντες και την Ελληνικήν γλώσσαν διέβησαν πριν φέξη δια των Ελληνικών ταγμάτων ως Έλληνες και έφθασαν εις Κόρινθον» Πρώτον ήτο δυνατόν να υπάρχουν τότε μέσα στο Ναύπλιον 150 ίπποι και μάλιστα επίλεκτοι; Και αν είχαν 150 άλογα δεν τα έτρωγαν να ζήσουν κάμποσον καιρόν; Ο ίδιος δε λέγει εις το αυτό μέρος ότι όχι μόνον έτρωγαν από την πείνά τους ακάθαρτα ζώα, αλλά και ανθρώπινα κρέατα, και ότι έβραζαν τα δέρματα των ζώων και ερροφούσαν τον ζωμόν των. Και όταν ταύτα έτρωγαν ήθελαν έχει μέσα 150 εκλεκτούς ίππους; Αλλ᾽εάν υποθέσωμεν και τούτο οι Έλληνες άμα τους έβλεπαν να περνούν ήτο δυνατόν να πιστεύσουν ότι ήταν Έλληνες; διότι ποτέ έως τώρα δεν είχαμεν εμείς ούτε έν καβαλάρη}.

 

Πηγές

 

  • «Μια πόλη στη λογοτεχνία, Ναύπλιο», Επιλογή κειμένων Θοδωρής Γκόνης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.
  • «Απομνημονεύματα της ελληνικής επαναστάσεως υπό Φωτάκου», Αθήνησι, Τύποις και βιβλιοπωλείο π.δ. Σακελαρίου, 1858.
  • Αλίκη Φακούρα, «Από την οθωμανική στην ελληνική πόλη», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, Νοέμβριος 2006.

 

 

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Σπάνια λιθογραφία που απεικονίζει πιθανότατα τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Από τη συλλογή σχεδίων του Ch. De Sictivaux του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο, 1829.

 

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Ηλίας Χρ. Ξενοφών

 

Ηλίας Χρ. ΞενοφώνΓεννήθηκε το 1944 στο χωριό Αλέα Αργολί­δας. Φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού του και στα Γυμνάσια Νεμέας και Άργους. Έλαβε μέρος με επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως, σπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) 1962-1964 και αποφοίτησε με άριστα.

 

Διορίστηκε το 1966 και υπηρέτησε στα Δημοτικά σχολεία Πλατανίτσας, Αστρά και Κατσα­ρού Πύργου Ηλείας. Αποσπάστηκε στη Γερμα­νία και υπηρέτησε 1971-1974 στο Δημοτικό σχολείο Harburg. Φοίτησε τρία εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου στον κλάδο ειδί­κευσης: Παιδαγωγικές Επιστήμες. Υπηρέτησε το χρονικό διάστημα 1974-1976 στα Δημοτικά Σχολεία Εξοχής και Προσύμνης Αργολίδας.

 

Μετεκπαιδεύτηκε 1976-1978 στο Μ.Δ.Δ.Ε. και παράλληλα φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από το οποίο έλαβε πτυχίο Πολιτικών Επιστημών το έτος 1981.

Ακολούθως, υπηρέτησε ως Γραμματέας στο ΠΥΣΠΕ Δυτικής Αττικής 1978-1981, δάσκαλος στο 3ο Δημοτικό σχολείο Αιγάλεω και από το 1986 ως Διευθυντής στο 2ο Δημοτικό σχολείο

Χαϊδαρίου.

 

Το 1989 αποσπάστηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και εργάστηκε εκεί ένα έτος. Από το 1990-1993 άσκησε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του 2ου Γραφείου Π.Ε. Δυτικής Αττικής και στη συνέχεια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του 1993-2002 υπηρέτησε ως Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης στην 41η Περιφέρεια Αθηνών με έδρα το Αιγάλεω. Είναι παντρεμένος με τη δασκάλα Αικατερίνη Νικ. Καλαρά και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, το Χρήστο και τη Ζωή.

 

Κυκλοφορούν τα βιβλία του:

 

  • Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας, Αθήνα 1994 και
  • Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας, Αθήνα 2003.

Read Full Post »

Τότσικας Αλέξης


 

Αλέξης Τότσικας

Ο Αλέξης Τότσικας είναι φιλόλογος – συγγραφέας, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στο Άργος. Από το 1976 ως το 1999 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Παράλληλα από το 1989 ως το 1992 εργάστηκε ως καθηγητής και στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΣΕΛΜΕ) της Τρίπολης, όπου δίδαξε σε φιλολόγους της περιφέρειας Πελοποννήσου. Από το 1999 μέχρι σήμερα διευθύνει τα εκπαιδευτήρια «Αυτενεργώ», που ίδρυσε ο ίδιος στο Άργος.

Έχει εκδώσει σχολικά βιβλία για τα Αρχαία Ελληνικά, την Έκθεση και την Ιστορία του Γυμνασίου και του Λυκείου. Ασχολείται με τη Λαογραφία και την Τοπική Ιστορία και έχει γράψει σειρά σχετικών άρθρων και βιβλίων.

Έχει δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού και σειρά άρθρων για επίκαιρα θέματα σε τοπικές εφημερίδες. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες με ειδικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »